1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Ropivacaine Kabi 2 mg/ml διάλυμα για έγχυση
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε ml διαλύματος για έγχυση περιέχει 2 mg υδροχλωρική ροπιβακαΐνη.
Κάθε σάκος των 100 ml περιέχει 200 mg υδροχλωρική ροπιβακαΐνη.
Κάθε σάκος των 200 ml περιέχει 400 mg υδροχλωρική ροπιβακαΐνη.
Έκδοχο με γνωστή δράση:
Κάθε σάκος των 100 ml περιέχει 14,8 mmol (ή 340 mg) νάτριο.
Κάθε σάκος των 200 ml περιέχει 29,6 mmol (ή 680 mg) νάτριο.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Διάλυμα για έγχυση.
Διαυγές, άχρωμο διάλυμα με pH 4,0 έως 6,0 και με ωσμωμοριακότητα μεταξύ 255 και 305 mOsmol/kg.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Το Ropivacaine Kabi 2 mg/ml διάλυμα για έγχυση ενδείκνυται για τη διαχείριση του οξέος πόνου
• Σε ενήλικες και εφήβους ηλικίας άνω των 12 ετών για:
- Συνεχή επισκληρίδιο έγχυση ή διαλείπουσα χορήγηση εφόδου (bolus) κατά τη διάρκεια μετεγχειρητικού πόνου ή πόνου κατά τον τοκετό
- Τοπικούς αποκλεισμούς (field blocks)
- Συνεχή περιφερικό νευρικό αποκλεισμό μέσω συνεχούς εγχύσεως ή διαλειπουσών ενέσεων εφόδου (bolus), π.χ. διαχείριση μετεγχειρητικού πόνου
• Σε βρέφη από 1 έτους και παιδιά έως και συμπεριλαμβανομένης της ηλικίας των 12 ετών (περιεγχειρητικά και μετεγχειρητικά) για
- Εφάπαξ και συνεχή περιφερικό νευρικό αποκλεισμό
• Σε νεογνά, βρέφη και παιδιά έως και συμπεριλαμβανομένης της ηλικίας των 12 ετών (περιεγχειρητικά και μετεγχειρητικά) για
- Ιεροκοκκυγικό επισκληρίδιο αποκλεισμό
- Συνεχή επισκληρίδιο έγχυση
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Το Ropivacaine Kabi θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνον από, ή υπό την επίβλεψη, κλινικών
ιατρών με εμπειρία στην περιοχική αναισθησία.
Δοσολογία Ενήλικες και έφηβοι ηλικίας άνω των 12 ετών Ο πίνακας 1 που ακολουθεί είναι ένας οδηγός δοσολογίας που χρησιμοποιείται για τους πιο συχνά χρησιμοποιούμενους αποκλεισμούς. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η μικρότερη απαιτούμενη δόση για την παραγωγή αποτελεσματικού αποκλεισμού. Η εμπειρία του κλινικού ιατρού και η γνώση της φυσικής κατάστασης του ασθενούς έχουν σημασία όταν αποφασίζεται η δόση.
Πίνακας 1 Ενήλικες και έφηβοι ηλικίας άνω των 12 ετών Συγκέντρωση Όγκος Δόση Έναρξη Διάρκεια mg/ml ml mg λεπτά ώρες Επισκληρίδιος Οσφυϊκή Xορήγηση Εφόδου (bolus) 2,0 10-20 20-40 10-15 0,5-1,5 Διαλείπουσες ενέσεις (top-up) (π.χ. 2,0 10-15 20-30 διαχείριση του πόνου του τοκετού) (ελάχιστο διάστημα 30 λεπτών)
Συνεχής έγχυση π.χ. πόνος τοκετού 2,0 6-10 ml/h 12-20 mg/h n/a n/a Μετεγχειρητική διαχείριση πόνου 2,0 6-14 ml/h 12-28 mg/h n/a n/a Θωρακική Επισκληρίδιος Xορήγηση Συνεχής έγχυση 2,0 6-14 ml/h 12-28 mg/h n/a n/a (μετεγχειρητική διαχείριση πόνου)
Τοπικός Αποκλεισμός (π.χ. ελάσσονες νευρικοί 2,0 1-100 2,0-200 1-5 2-6 αποκλεισμοί (minor block) και διήθηση)
Περιφερικός νευρικός αποκλεισμός (Μηριαίος ή διασκαληνικός αποκλεισμός)
Συνεχής έγχυση ή διαλείπουσες 2,0 5-10 ml/h 10-20 mg/h n/a n/a ενέσεις (π.χ. διαχείριση μετεγχειρητικού πόνου)
Οι δόσεις στον πίνακα είναι εκείνες που θεωρούνται απαραίτητες για την παραγωγή ενός επιτυχημένου αποκλεισμού και θα πρέπει να θεωρηθούν ως κατευθυντήριες οδηγίες για χρήση σε ενήλικες. Εμφανίζονται ατομικές διακυμάνσεις στην εμφάνιση και τη διάρκεια. Τα στοιχεία στη στήλη «Δόση» αντικατοπτρίζουν το αναμενόμενο μέσο εύρος της απαιτούμενης δόσης. Θα πρέπει να συμβουλεύεστε τα συνήθη εγχειρίδια και για τους δύο παράγοντες που επηρεάζουν συγκεκριμένες τεχνικές αποκλεισμού και τις ατομικές απαιτήσεις των ασθενών.
n/a = δεν εφαρμόζεται Τρόπος χορήγησης Συνιστάται προσεκτική αναρρόφηση πριν και κατά τη διάρκεια της ένεσης για την αποφυγή ενδοαγγειακής ένεσης. Όταν πρόκειται να ενεθεί μεγάλη δόση, συνιστάται η χορήγηση μιας δοκιμαστικής δόσης 3-5 ml λιδοκαΐνης (lignocaine) με αδρεναλίνη (επινεφρίνη). Μια ακούσια ενδοαγγειακή ένεση μπορεί να αναγνωριστεί από μια προσωρινή αύξηση στον καρδιακό ρυθμό και μια ακούσια ενδορραχιαία ένεση από ενδείξεις ραχιαίου αποκλεισμού.
Η αναρρόφηση θα πρέπει να διενεργείται πριν και κατά τη διάρκεια χορήγησης της κύριας δόσης, η οποία θα πρέπει να ενίεται αργά ή σε σταδιακά αυξανόμενες δόσεις, με ρυθμό 25-50 mg/min, ενώ παράλληλα πρέπει να παρακολουθούνται στενά οι ζωτικές λειτουργίες του ασθενούς και να διατηρείται λεκτική επαφή. Εάν εμφανιστούν συμπτώματα τοξικότητας, η έγχυση θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως.
Όταν χρησιμοποιούνται παρατεταμένοι αποκλεισμοί, είτε μέσω συνεχούς έγχυσης είτε μέσω επαναλαμβανόμενης χορήγησης εφόδου (bolus), πρέπει να εξετάζονται οι κίνδυνοι επίτευξης τοξικής συγκέντρωσης στο πλάσμα ή η πρόκληση τοπικής νευρικής βλάβης. Σε ενήλικες, αθροιστικές δόσεις έως 675 mg ροπιβακαΐνης για χειρουργικές επεμβάσεις και μετεγχειρητική αναλγησία χορηγούμενες σε διάστημα 24 ωρών, όπως και οι μετεγχειρητικές συνεχείς επισκληρίδιες εγχύσεις σε ρυθμούς έως 28 mg/ώρα για 72 ώρες, ήταν καλά ανεκτές. Σε περιορισμένο αριθμό ασθενών, χορηγήθηκαν υψηλότερες δόσεις μέχρι 800 mg/ημέρα με σχετικά λίγες ανεπιθύμητες ενέργειες.
Για τη θεραπεία του μετεγχειρητικού πόνου, συνιστάται η ακόλουθη τεχνική: Εκτός εάν έχει ήδη εφαρμοστεί προεγχειρητικά, επισκληρίδιος αποκλεισμός με Ropivacaine Kabi 7,5 mg/ml προκαλείται μέσω ενός επισκληρίδιου καθετήρα. Η αναλγησία διατηρείται με έγχυση Ropivacaine Kabi 2 mg/ml. Ρυθμοί έγχυσης 6-14 ml (12-28 mg) ανά ώρα παρέχουν επαρκή αναλγησία με μόνον ήπιο και μη εξελισσόμενο κινητικό αποκλεισμό στις περισσότερες περιπτώσεις μέτριου έως σοβαρού μετεγχειρητικού πόνου. Η μέγιστη διάρκεια επισκληρίδιου αποκλεισμού είναι 3 ημέρες. Πάρα ταύτα, θα πρέπει να πραγματοποιείται στενή παρακολούθηση του αναλγητικού αποτελέσματος, έτσι ώστε να αφαιρείται ο καθετήρας αμέσως μόλις το επιτρέψει η κατάσταση του πόνου. Με αυτή την τεχνική, έχει παρατηρηθεί σημαντική μείωση της ανάγκης χρήσης οπιοειδών.
Σε κλινικές μελέτες, η επισκληρίδιος έγχυση ροπιβακαΐνης 2 mg/ml μόνη της ή αναμεμιγμένη με φαιντανύλη 1-4 μg/ml έχει δοθεί για μετεγχειρητική διαχείριση του πόνου για έως και 72 ώρες. Ο συνδυασμός ροπιβακαΐνης και φαιντανύλης παρείχε βελτιωμένη ανακούφιση από τον πόνο, αλλά
προκάλεσε ανεπιθύμητες ενέργειες των οπιοειδών. Ο συνδυασμός ροπιβακαΐνης και φαιντανύλης διερευνήθηκε μόνο για τη ροπιβακαΐνη 2 mg/ml.
Όταν εφαρμόζεται σε παρατεταμένους περιφερικούς νευρικούς αποκλεισμούς, είτε μέσω συνεχούς έγχυσης είτε μέσω επαναλαμβανόμενων ενέσεων, πρέπει να εξετάζονται οι κίνδυνοι επίτευξης τοξικών συγκεντρώσεων στο πλάσμα ή η πρόκληση τοπικής νευρικής βλάβης. Σε κλινικές μελέτες, ο μηριαίος νευρικός αποκλεισμός επιτεύχθηκε με 300 mg ροπιβακαΐνης 7,5 mg/ml και ο διασκαληνικός αποκλεισμός με 225 mg ροπιβακαΐνης 7,5 mg/ml, αντίστοιχα, πριν από τη χειρουργική επέμβαση. Η αναλγησία διατηρήθηκε με ροπιβακαΐνη 2 mg/ml. Οι ρυθμοί έγχυσης ή οι διαλείπουσες ενέσεις των 10-20 mg ανά ώρα για 48 ώρες παρείχαν ικανοποιητική αναλγησία και ήταν καλά ανεκτές.
Νεφρική δυσλειτουργία Κανονικά, δεν υφίσταται ανάγκη τροποποίησης της δόσης σε ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία όταν χρησιμοποιείται για εφάπαξ δόση ή θεραπεία μικρής διάρκειας (βλ. παράγραφο 4.4 και 5.2).
Ηπατική δυσλειτουργία Η ροπιβακαΐνη μεταβολίζεται στο ήπαρ και για το λόγο αυτό θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική νόσο. Μπορεί να χρειαστεί να μειωθούν οι επαναλαμβανόμενες δόσεις λόγω καθυστερημένης αποβολής (βλ. παράγραφο 4.4 και 5.2).
Πίνακας 2 Επισκληρίδιος Αποκλεισμός: Παιδιατρικοί ασθενείς από 0 (τελειόμηνα νεογνά)
έως και συμπεριλαμβανομένης της ηλικίας των 12 ετών Συγκέντρωση Όγκος Δόση mg/ml ml/kg mg/kg (περιεγχειρητικά και μετεγχειρητικά)
Εφάπαξ Ιεροκοκκυγικός Επισκληρίδιος Αποκλεισμός Αποκλεισμοί κάτω από T12, σε 2,0 1 2 παιδιά με σωματικό βάρος έως και 25 kg Συνεχής Επισκληρίδιος Έγχυση Σε παιδιά με σωματικό βάρος έως και 25 kg 0 έως και 6 μηνών Δόση εφόδου (bolus)a 2,0 0,5-1 1-2
Έγχυση έως και 72 ώρες 2,0 0,1 ml/kg/h 0,2 mg/kg/h 6 έως και 12 μηνών Δόση εφόδου (bolus)a 2,0 0,5-1 1-2 Έγχυση έως και 72 ώρες 2,0 0,2 ml/kg/h 0,4 mg/kg/h 1 έως 12 ετών Δόση εφόδου (bolus)b 2,0 1 2 Έγχυση έως και 72 ώρες 2,0 0,2 ml/kg/h 0,4 mg/kg/h Η δόση στον πίνακα θα πρέπει να θεωρηθεί ως κατευθυντήρια οδηγία για χρήση στην παιδιατρική.
Εμφανίζονται ατομικές διακυμάνσεις. Σε παιδιά με υψηλό σωματικό βάρος, μια σταδιακή μείωση της δοσολογίας είναι συχνά απαραίτητη και θα πρέπει να βασίζεται στο ιδανικό σωματικό βάρος. Ο όγκος για άπαξ ιεροκοκκυγικό επισκληρίδιο αποκλεισμό και ο όγκος για επισκληρίδιες δόσεις εφόδου (bolus) θα πρέπει να μην υπερβαίνουν τα 25 ml σε οποιοδήποτε ασθενή Θα πρέπει να συμβουλεύεστε τα συνήθη εγχειρίδια για τους παράγοντες που επηρεάζουν συγκεκριμένες τεχνικές αποκλεισμού και τις ατομικές απαιτήσεις των ασθενών.
a Οι δόσεις στο χαμηλό άκρο του διαστήματος δόσεων συνιστώνται για θωρακικό επισκληρίδιο αποκλεισμό ενώ οι δόσεις στο υψηλό άκρο συνιστώνται για οσφυϊκούς ή ιεροκοκκυγικούς επισκληρίδιους αποκλεισμούς.
b Συνιστάται για οσφυϊκό επισκληρίδιο αποκλεισμό. Είναι καλή πρακτική να μειωθεί η δόση εφόδου (bolus) για θωρακική επισκληρίδιο αναλγησία.
Η χρήση της ροπιβακαΐνης σε πρόωρα παιδιά δεν έχει τεκμηριωθεί.
Πίνακας 3 Περιφερικός νευρικός αποκλεισμός: Βρέφη και παιδιά ηλικίας 1-12 ετών Συγκέντρωση Όγκος Δόση mg/ml ml/kg mg/kg (περιεγχειρητικά και μετεγχειρητικά)
Εφάπαξ ένεση για περιφερικό νευρικό αποκλεισμό π.χ. λαγονοβουβωνικό νευρικό 2,0 0,5 – 0,75 1,0 – 1,5 αποκλεισμό, αποκλεισμός βραχιόνιου πλέγματος, αποκλεισμός του διαμερίσματος της λαγόνιας περιτονίας (fascia iliaca compartment block –ficb)
Πολλαπλοί αποκλεισμοί 2,0 0,5 – 1,75 1,0 – 3,0
Συνεχής έγχυση για περιφερικό νευρικό αποκλεισμό σε παιδιά 1 έως 12 ετών Έγχυση έως και 72 ώρες 2,0 0,1 – 0,3 0,2 – 0,6 mg/kg/h ml/kg/h Η δόση στον πίνακα θα πρέπει να θεωρηθεί ως κατευθυντήρια οδηγία για χρήση στην παιδιατρική.
Εμφανίζονται ατομικές διακυμάνσεις. Σε παιδιά με υψηλό σωματικό βάρος, μια σταδιακή μείωση της δοσολογίας είναι συχνά απαραίτητη και θα πρέπει να βασίζεται στο ιδανικό σωματικό βάρος. Θα πρέπει να συμβουλεύεστε τα συνήθη εγχειρίδια για τους παράγοντες που επηρεάζουν συγκεκριμένες τεχνικές αποκλεισμού και τις ατομικές απαιτήσεις των ασθενών.
Εφάπαξ ενέσεις για περιφερικό νευρικό αποκλεισμό (π.χ. λαγονοβουβωνικός νευρικός αποκλεισμός, αποκλεισμός βραχιόνιου πλέγματος, αποκλεισμός του διαμερίσματος της λαγόνιας περιτονίας (fascia iliaca compartment block –ficb)) δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν τα 2,5-3,0 mg/kg.
Οι δόσεις για περιφερικό αποκλεισμό σε βρέφη και παιδιά παρέχουν οδηγίες για τη χρήση σε παιδιά χωρίς σοβαρή νόσο. Πιο συντηρητικές δόσεις και στενή παρακολούθηση συνιστώνται για παιδιά με σοβαρές νόσους.
Τρόπος χορήγησης Συνιστάται προσεκτική αναρρόφηση πριν και κατά τη διάρκεια της ένεσης για την αποφυγή ενδοαγγειακής ένεσης. Οι ζωτικές λειτουργίες του ασθενούς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια της ένεσης. Εάν εμφανιστούν συμπτώματα τοξικότητας, η έγχυση θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως.
Μια εφάπαξ ιεροκοκκυγική επισκληρίδιος ένεση ροπιβακαΐνης 2 mg/ml παράγει ικανοποιητική μετεγχειρητική αναλγησία κάτω του T12 στην πλειονότητα των ασθενών όταν χρησιμοποιείται δόση 2 mg/kg σε όγκο 1 ml/kg. Ο όγκος της ιεροκοκκυγικής επισκληρίδιου ένεσης μπορεί να προσαρμόζεται ώστε να επιτυγχάνεται διαφορετική κατανομή του αισθητήριου αποκλεισμού, όπως συνιστάται από τα συνήθη εγχειρίδια. Σε παιδιά ηλικίας άνω των 4 ετών, έχουν μελετηθεί δόσεις μέχρι 3 mg/kg σε συγκέντρωση ροπιβακαΐνης 3 mg/ml. Ωστόσο, η συγκέντρωση αυτή συνδέεται με υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης κινητικού αποκλεισμού.
Συνιστάται κλασμάτωση της υπολογιζόμενης δόσης του τοπικού αναισθητικού, ανεξάρτητα από την οδό χορήγησης.
Στην περίπτωση που συνιστάται ένεση ροπιβακαΐνης, μπορεί να χρησιμοποιηθεί το Ropivacaine Kabi ενέσιμο διάλυμα.
4.3 Αντενδείξεις
• Υπερευαισθησία στη ροπιβακαΐνη ή σε άλλα τοπικά αναισθητικά τύπου αμιδίου, ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
• Οι γενικές αντενδείξεις που σχετίζονται με την επισκληρίδιο αναισθησία, ανεξάρτητα από το τοπικό αναισθητικό που χρησιμοποιείται, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη
• Ενδοφλέβια περιοχική αναισθησία
• Παρατραχηλική αναισθησία στη μαιευτική
• Υποογκαιμία
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Οι διαδικασίες της περιοχικής αναισθησίας θα πρέπει πάντα να εκτελούνται σε κατάλληλα εξοπλισμένο και στελεχωμένο χώρο. Θα πρέπει να είναι άμεσα διαθέσιμα ο εξοπλισμός και τα φαρμακευτικά προϊόντα που είναι απαραίτητα για την παρακολούθηση και την επείγουσα ανάνηψη.
Ασθενείς που λαμβάνουν μείζονα αποκλεισμό θα πρέπει να βρίσκονται στη βέλτιστη κατάσταση και να τους έχει τοποθετηθεί ενδοφλέβια γραμμή πριν από τη διαδικασία του αποκλεισμού.
Ο υπεύθυνος κλινικός ιατρός θα πρέπει να λάβει τις απαραίτητες προφυλάξεις ώστε να αποφύγει την ενδοαγγειακή ένεση (βλ. παράγραφο 4.2) και να είναι κατάλληλα εκπαιδευμένος και εξοικειωμένος με τη διάγνωση και την αντιμετώπιση των ανεπιθύμητων ενεργειών, τη συστημική τοξικότητα και άλλες επιπλοκές (βλ. παράγραφο 4.8 και 4.9), όπως ακούσια υπαραχνοειδής ένεση, η οποία μπορεί να παράγει ραχιαίο αποκλεισμό σε υψηλότερο επίπεδο με άπνοια και υπόταση. Σπασμοί έχουν εμφανιστεί συχνότερα μετά από αποκλεισμό του βραχιόνιου πλέγματος και επισκληρίδιο αποκλεισμό. Αυτό είναι πιθανό να είναι αποτέλεσμα είτε τυχαίας ενδοαγγειακής ένεσης είτε ταχείας απορρόφησης από το σημείο της ένεσης.
Απαιτείται προσοχή για να την αποφυγή ενέσεων σε περιοχές με φλεγμονή.
Καρδιαγγειακές επιδράσεις Η επισκληρίδιος και ενδορραχιαία αναισθησία μπορεί να οδηγήσει σε υπόταση και βραδυκαρδία.
Η υπόταση θα πρέπει να αντιμετωπίζεται άμεσα με αγγειοδιαστολή ενδοφλεβίως, και με επαρκή αγγειακή πλήρωση.
Ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με αντιαρρυθμικά φάρμακα τάξης ΙΙΙ (π.χ. αμιωδαρόνη) θα πρέπει να βρίσκονται υπό στενή παρακολούθηση και να εξετάζεται το ενδεχόμενο παρακολούθησης του ηλεκτροκαρδιογραφήματος, καθώς οι καρδιακές επιδράσεις μπορεί να είναι αθροιστικές (βλ. παράγραφο 4.5).
Έχουν υπάρξει σπάνιες αναφορές καρδιακής ανακοπής κατά τη διάρκεια της χρήσης ροπιβακαΐνης για επισκληρίδιο αναισθησία ή περιφερικό νευρικό αποκλεισμό, ειδικά μετά από ακούσια ενδοαγγειακή χορήγηση σε ηλικιωμένους ασθενείς και σε ασθενείς με ταυτόχρονη καρδιακή νόσο.
Σε μερικές περιπτώσεις, η ανάνηψη είναι δύσκολη. Σε περίπτωση καρδιακής ανακοπής, μπορεί να απαιτούνται παρατεταμένες προσπάθειες ανάνηψης ώστε να βελτιωθεί η πιθανότητα επιτυχούς έκβασης.
Αποκλεισμοί κεφαλής και αυχένα Ορισμένες διαδικασίες τοπικής αναισθησίας, όπως ενέσεις στην περιοχή της κεφαλής και του αυχένα, μπορεί να σχετίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών, ανεξάρτητα από το τοπικό αναισθητικό που χρησιμοποιείται.
Μείζονες περιφερικοί νευρικοί αποκλεισμοί Μείζονες περιφερικοί νευρικοί αποκλεισμοί μπορεί να συνεπάγονται τη χορήγηση μεγάλων όγκων τοπικού αναισθητικού σε περιοχές υψηλής αγγείωσης, συνήθως κοντά σε μεγάλα αγγεία, όπου υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ενδοαγγειακής ένεσης και/ή ταχείας συστημικής απορρόφησης, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε υψηλές συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
Υπερευαισθησία Η πιθανότητα διασταυρούμενης υπερευαισθησίας με άλλα τοπικά αναισθητικά τύπου αμιδίου θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη (βλ. παράγραφο 4.3).
Υποογκαιμία Ασθενείς με υποογκαιμία οποιασδήποτε αιτιολογίας μπορεί να εμφανίσουν ξαφνική και οξεία υπόταση κατά τη διάρκεια της επισκληρίδιου αναισθησίας, ανεξάρτητα από το τοπικό αναισθητικό που χρησιμοποιείται (βλ. παράγραφο 4.3).
Ασθενείς σε κακή γενική υγεία Ασθενείς σε κακή γενική κατάσταση λόγω γήρανσης ή άλλων επιβαρυντικών παραγόντων, όπως μερικός ή πλήρης αποκλεισμός της αγωγιμότητας της καρδιάς, προχωρημένη ηπατική νόσος ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, απαιτούν ειδική προσοχή, αν και η περιοχική αναισθησία συχνά ενδείκνυται σε αυτούς τους ασθενείς.
Ασθενείς με ηπατική και νεφρική δυσλειτουργία Η ροπιβακαΐνη μεταβολίζεται στο ήπαρ και γι’αυτό θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική νόσο. Ίσως να χρειαστεί να μειωθούν οι επαναλαμβανόμενες δόσεις λόγω καθυστερημένης αποβολής του φαρμάκου.
Κανονικά, δεν υπάρχει ανάγκη τροποποίησης της δόσης σε ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία όταν χρησιμοποιείται εφάπαξ δόση ή βραχυπρόθεσμη θεραπεία. Η οξέωση και η μειωμένη συγκέντρωση πρωτεϊνών στο πλάσμα, που συχνά παρατηρούνται σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης συστημικής τοξικότητας.
Οξεία πορφυρία Το Ropivacaine Kabi διάλυμα για έγχυση είναι πιθανά πορφυρογόνο και θα πρέπει να συνταγογραφείται μόνον σε ασθενείς με οξεία πορφυρία όταν δεν υπάρχει ασφαλέστερη εναλλακτική. Θα πρέπει να λαμβάνονται κατάλληλες προφυλάξεις στην περίπτωση ευάλωτων ασθενών, σύμφωνα με τα συνήθη εγχειρίδια και/ή σε συνεννόηση με ειδικούς σε αυτή την κατηγορία νόσου.
Χονδρόλυση Έχουν υπάρξει αναφορές χονδρολύσεως μετά την κυκλοφορία σε ασθενείς που έλαβαν μετεγχειρητική ενδοαρθρική συνεχή έγχυση τοπικών αναισθητικών, συμπεριλαμβανομένης της ροπιβακαΐνης. Η πλειονότητα των αναφερόμενων περιπτώσεων χονδρολύσεως αφορούσε την άρθρωση των ώμων. Η ενδοαρθρική συνεχής έγχυση δεν είναι εγκεκριμένη ένδειξη για τη ροπιβακαΐνη. Η ενδοαρθρική συνεχής έγχυση με Ropivacaine Kabi θα πρέπει να αποφεύγεται, καθώς η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια δεν έχουν τεκμηριωθεί.
Έκδοχα με γνωστή δράση/αποτέλεσμα Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν περιέχει ή 3,4 mg νάτριο ανά ml, που ισοδυναμεί με το 0,17% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου για έναν ενήλικα.
Παρατεταμένη χορήγηση Παρατεταμένη χορήγηση της ροπιβακαΐνης θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με ισχυρούς αναστολείς του CYP1A2, όπως φλουβοξαμίνη και ενοξασίνη (βλ. παράγραφο 4.5).
Τα νεογνά μπορεί να χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή λόγω της ανωριμότητας των μεταβολικών οδών. Οι μεγαλύτερες διακυμάνσεις στις συγκεντρώσεις της ροπιβακαΐνης στο πλάσμα που παρατηρήθηκαν σε κλινικές δοκιμές σε νεογνά υποδηλώνουν ότι μπορεί να υπάρχει αυξημένος κίνδυνος συστημικής τοξικότητας σε αυτή την ηλικιακή ομάδα, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια συνεχούς επισκληρίδιου έγχυσης. Οι συνιστώμενες δόσεις στα νεογνά βασίζονται σε περιορισμένα κλινικά δεδομένα. Όταν χρησιμοποιείται η ροπιβακαΐνη σε αυτή την ομάδα ασθενών, απαιτείται τακτική παρακολούθηση της συστημικής τοξικότητας (π.χ. από ενδείξεις τοξικότητας του ΚΝΣ, ΗΚΓ, SpO ) και τοπικής νευροτοξικότητας (π.χ. παρατεταμένη ανάρρωση), η οποία θα πρέπει να συνεχίζεται και μετά το τέλος της έγχυσης, λόγω της βραδείας αποβολής στα νεογνά.
- Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ροπιβακαΐνης 2 mg/ml για τοπικούς αποκλεισμούς σε παιδιά έως και συμπεριλαμβανομένων των 12 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί.
- Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της ροπιβακαΐνης 2 mg/ml για περιφερικούς νευρικούς αποκλεισμούς σε βρέφη κάτω του 1 έτους δεν έχουν τεκμηριωθεί.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές
αλληλεπίδρασης Το Ropivacaine Kabi θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν άλλα τοπικά αναισθητικά ή παράγοντες που σχετίζονται δομικά με τα τοπικά αναισθητικά τύπου αμιδίου, π.χ., ορισμένα αντιαρρυθμικά, όπως η λιδοκαΐνη και η μεξιλετίνη, καθώς οι συστημικές τοξικές επιδράσεις είναι αθροιστικές. Η ταυτόχρονη χρήση του Ropivacaine Kabi με γενικά αναισθητικά ή οπιοειδή μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αμοιβαία ενίσχυση των (ανεπιθύμητων) ενεργειών τους. Ειδικές μελέτες αλληλεπίδρασης με ροπιβακαΐνη και αντιαρρυθμικά φάρμακα τάξης ΙΙΙ (π.χ. αμιωδαρόνη) δεν έχουν πραγματοποιηθεί, αλλά συνιστάται προσοχή (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).
Το κυτόχρωμα P450 (CYP) 1A2 συμμετέχει στον σχηματισμό της 3-υδροξυ ροπιβακαΐνης, του κύριου μεταβολίτη.
In vivo, η κάθαρση ροπιβακαΐνης από το πλάσμα μειώθηκε έως και 77% κατά τη διάρκεια της συγχορήγησης φλουβοξαμίνης, ενός εκλεκτικού και ισχυρού αναστολέα του CYP1A2. Έτσι, ισχυροί αναστολείς του CYP1A2, όπως η φλουβοξαμίνη και η ενοξασίνη που χορηγούνται ταυτόχρονα κατά τη διάρκεια της παρατεταμένης χορήγησης του Ropivacaine Kabi, μπορούν να αλληλεπιδράσουν με το Ropivacaine Kabi. Παρατεταμένη χορήγηση της ροπιβακαΐνης θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με ισχυρούς αναστολείς του CYP1A2 (βλ. παράγραφο 4.4).
In vivo, η κάθαρση της ροπιβακαΐνης από το πλάσμα μειώθηκε κατά 15% κατά τη διάρκεια της συγχορήγησης κετοκοναζόλης, ενός εκλεκτικού και ισχυρού αναστολέα του CYP3A4. Ωστόσο, η αναστολή αυτού του ισοενζύμου δεν είναι πιθανό να έχει κλινική σχέση.
In vitro, η ροπιβακαΐνη είναι ένας ανταγωνιστικός αναστολέας του CYP2D6, αλλά δεν φαίνεται να αναστέλλει αυτό το ισοένζυμο στις συγκεντρώσεις που επιτυγχάνονται στο πλάσμα κατά την κλινική πράξη.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση
Εκτός από την επισκληρίδιο χορήγηση σε μαιευτικές επεμβάσεις, δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα σχετικά με τη χρήση της ροπιβακαΐνης στην ανθρώπινη κύηση. Οι μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην κύηση, την εμβρυϊκή ανάπτυξη, τον τοκετό ή τη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. παράγραφο 5.3).
Θηλασμός Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με την απέκκριση της ροπιβακαΐνης στο ανθρώπινο μητρικό γάλα.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Ανάλογα με τη δόση, τα τοπικά αναισθητικά μπορεί να έχουν μικρή επίδραση στην πνευματική λειτουργία και στο συντονισμό, ακόμη και επί απουσίας εμφανούς τοξικότητας στο ΚΝΣ και μπορεί προσωρινά να επηρεάσουν τη σωματοκινητικότητα και την εγρήγορση.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Γενικά Τo προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών για το Ropivacaine Kabi είναι παρόμοιο με εκείνο άλλων μακράς δράσης τοπικών αναισθητικών τύπου αμιδίου. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες θα πρέπει να διακρίνονται από τις φυσιολογικές επιδράσεις αυτού καθ’ αυτού του νευρικού αποκλεισμού π.χ. υπόταση και βραδυκαρδία κατά τη διάρκεια ραχιαίου/επισκληρίδιου αποκλεισμού, και συμβάματα που προκαλούνται από παρακέντηση βελόνας (π.χ., ραχιαίο αιμάτωμα, κεφαλαλγία μετά από επισκληρίδιο παρακέντηση, μηνιγγίτιδα και επισκληρίδιο απόστημα).
Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες, ναυτία και υπόταση, είναι πολύ συχνές γενικά κατά τη διάρκεια της αναισθησίας και της χειρουργικής επέμβασης και δεν είναι δυνατό να διακριθούν αυτές που προκαλούνται από την κλινική κατάσταση από εκείνες που προκαλούνται από το φαρμακευτικό προϊόν ή τον αποκλεισμό.
Το ποσοστό των ασθενών που αναμένεται να παρουσιάσουν ανεπιθύμητες ενέργειες ποικίλλει ανάλογα με την οδό χορήγησης του Ropivacaine Kabi. Οι συστημικές και τοπικές ανεπιθύμητες ενέργειες της ροπιβακαΐνης συνήθως εμφανίζονται λόγω υπερβολικής δόσης, ταχείας απορρόφησης, ή ακούσιας ενδοαγγειακής ένεσης.
Πίνακας 4 Λίστα σε πίνακα ανεπιθύμητων ενεργειών Οι συχνότητες που χρησιμοποιούνται στον πίνακα 4 στην Παράγραφο 4.8 είναι: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), και μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα | Συχνότητα | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
|---|---|---|
| Διαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος | Σπάνιες | Αλλεργικές αντιδράσεις (αναφυλακτικές αντιδράσεις, |
| αναφυλακτική καταπληξία, αγγειονευρωτικό οίδημα και κνίδωση) | ||
|---|---|---|
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Όχι συχνές | Άγχος |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Συχνές | Παραισθησία, Ζάλη, Κεφαλαλγία |
| Όχι συχνές | Συμπτώματα τοξικότητας του ΚΝΣ (Ακούσιοι μυϊκοί σπασμοί, Ακούσιοι μυϊκοί σπασμοί τύπου grand mal, Επιληπτικές κρίσεις, Ζάλη, Περιστοματική παραισθησία, Αιμωδία της γλώσσας, Υπερακοϊα, Εμβοές, Οπτικές διαταραχές, Δυσαρθρία, Μυϊκές δεσμιδώσεις, Τρόμος)*, Υπαισθησία | |
| Μη γνωστές | Δυσκινησία, Σύνδρομο Horner | |
| Καρδιακές διαταραχές | Συχνές | Βραδυκαρδία, Ταχυκαρδία |
| Σπάνιες | Καρδιακή ανακοπή, Καρδιακές αρρυθμίες | |
| Αγγειακές διαταραχές | Πολύ συχνές | Υπότασηa |
| Συχνές | Υπέρταση | |
| Όχι συχνές | Συγκοπή | |
| Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίου | Όχι συχνές | Δύσπνοια |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | Πολύ συχνές | Ναυτία |
| Συχνές | Έμετοςb | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Συχνές | Οσφυαλγία |
| Διαταραχές νεφρών και ουροποιητικού συστήματος | Συχνές | Κατακράτηση ούρων |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης | Συχνές | Αύξηση θερμοκρασίας, Ρίγη |
| Όχι συχνές | Υποθερμία |
a Η υπόταση είναι λιγότερο συχνή στα παιδιά (>1/100 έως <1/10).
b Ο έμετος είναι περισσότερο συχνός στα παιδιά. (>1/10).
*Αυτά τα συμπτώματα συμβαίνουν συνήθως εξαιτίας ακούσιας ενδοαγγειακής ένεσης, υπερδοσολογία ή ταχεία απορρόφηση, βλ. παράγραφο 4.9.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Νευρολογικές επιπλοκές Νευροπάθεια και δυσλειτουργία του νωτιαίου μυελού (π.χ. σύνδρομο πρόσθιας νωτιαίας αρτηρίας, αραχνοειδίτιδα, σύνδρομο ιππουρίδας), οι οποίες μπορεί σε σπάνιες περιπτώσεις να έχουν σαν αποτέλεσμα μόνιμες συνέπειες, έχουν συσχετιστεί με την περιοχική αναισθησία, ανεξάρτητα από το τοπικό αναισθητικό που χρησιμοποιήθηκε.
Μετά την επισκληρίδιο χορήγηση, η κρανιακή εξάπλωση του τοπικού αναισθητικού, ειδικά σε έγκυες γυναίκες, μπορεί περιστασιακά να οδηγήσει σε σύνδρομο Horner που χαρακτηρίζεται από μύση, πτώση και ανίδρωση. Η αποκατάσταση προκύπτει αυθόρμητα μετά τη διακοπή της θεραπείας.
Ολικός ραχιαίος αποκλεισμός Ολικός ραχιαίος αποκλεισμός μπορεί να συμβεί εάν χορηγηθεί επισκληρίδιος δόση ακούσια ενδορραχιαίως.
Οξεία συστημική τοξικότητα Οι συστημικές τοξικές αντιδράσεις περιλαμβάνουν πρωταρχικά το κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ) και το καρδιαγγειακό σύστημα (ΚΑΣ). Τέτοιες αντιδράσεις προκαλούνται από υψηλή συγκέντρωση τοπικού αναισθητικού στο αίμα, η οποία μπορεί να εμφανιστεί λόγω (τυχαίας)
ενδοαγγειακής ένεσης, υπερδοσολογίας ή εξαιρετικά ταχείας απορρόφησης από περιοχές με υψηλή αγγείωση (βλ. επίσης παράγραφο 4.4). Οι αντιδράσεις από το ΚΝΣ είναι παρόμοιες για όλα τα τοπικά αναισθητικά τύπου αμιδίου, ενώ οι καρδιακές αντιδράσεις είναι περισσότερο εξαρτώμενες από το φάρμακο, τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά.
Τοξικότητα του κεντρικού νευρικού συστήματος Η τοξικότητα του κεντρικού νευρικού συστήματος είναι μια διαβαθμισμένη αντίδραση με συμπτώματα και σημεία κλιμακούμενης σοβαρότητας. Αρχικά, παρατηρούνται συμπτώματα, όπως οπτικές ή ακουστικές διαταραχές, περιστοματική αιμωδία, ζάλη, αίσθημα ελαφράς κεφαλής, μυρμήγκιασμα και παραισθησία. Δυσαρθρία, μυϊκή ακαμψία και μυϊκές δεσμιδώσεις είναι σοβαρότερα συμπτώματα και μπορεί να προηγούνται της έναρξης γενικευμένων σπασμών.
Αυτά τα σημεία δεν πρέπει να εκληφθούν λανθασμένα ως νευρωτική συμπεριφορά. Η απώλεια συνείδησης και οι σπασμοί grand mal μπορεί να ακολουθήσουν και να διαρκέσουν από λίγα δευτερόλεπτα ως αρκετά λεπτά. Υποξία και υπερκαπνία παρουσιάζονται ταχέως κατά τη διάρκεια των σπασμών, λόγω της αυξημένης μυϊκής δραστηριότητας, μαζί με την παρεμβολή στην αναπνοή. Σε σοβαρές περιπτώσεις, μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και άπνοια. Η αναπνευστική και μεταβολική οξέωση αυξάνει και παρατείνει τις τοξικές επιδράσεις των τοπικών αναισθητικών.
Η αποκατάσταση ακολουθεί την ανακατανομή της δραστικής ουσίας από το κεντρικό νευρικό σύστημακαι τον επακόλουθο μεταβολισμό και απέκκριση. Η αποκατάσταση μπορεί να είναι ταχεία, εκτός εάν έχουν ενεθεί μεγάλες ποσότητες του φαρμακευτικού προϊόντος.
Τοξικότητα του καρδιαγγειακού συστήματος Η τοξικότητα του καρδιαγγειακού υποδεικνύει μια σοβαρότερη κατάσταση. Υπόταση, βραδυκαρδία, αρρυθμία και ακόμη και καρδιακή ανακοπή μπορεί να εμφανιστούν ως αποτέλεσμα υψηλών συστημικών συγκεντρώσεων των τοπικών αναισθητικών. Σε εθελοντές, η ενδοφλέβια έγχυση ροπιβακαΐνης είχε σαν αποτέλεσμα την εμφάνιση σημείων καταστολής της αγωγιμότητας και συσταλτικότητας.
Τα σημεία τοξικότητας του κεντρικού νευρικού συστήματος γενικά προηγούνται των καρδιαγγειακών τοξικών επιδράσεων, εκτός εάν ο ασθενής βρίσκεται υπό γενική αναισθησία ή είναι υπό έντονη καταστολή με φαρμακευτικά προϊόντα, όπως βενζοδιαζεπίνες ή βαρβιτουρικά.
Η συχνότητα, ο τύπος και η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών σε παιδιά αναμένεται να είναι τα ίδια όπως στους ενήλικες, εκτός από την υπόταση, η οποία παρατηρείται λιγότερο συχνά
σε παιδιά (> 1 στα 100 έως <1 στα 10) και τον έμετο, ο οποίος συμβαίνει πιο συχνά στα παιδιά (>1 στα 10).
Σε παιδιά, μπορεί να είναι δύσκολο να εντοπιστούν τα πρώιμα σημεία τοξικότητας του τοπικού αναισθητικού, καθώς μπορεί να μην είναι δυνατό να τα εκφράσουν προφορικά (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).
Θεραπεία της οξείας συστημικής τοξικότητας Βλ. παράγραφο 4.9.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (για την Ελλάδα), Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr, http://kitrinikarta.gr ή τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες (για την Κύπρο) Υπουργείο Υγείας, CY- 1475 Λευκωσία, Τηλ: +357 22608607, Φαξ: + 357 22608669, Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs.
4.9 Υπερδοσολογία
Συμπτώματα Τυχαίες ενδοαγγειακές ενέσεις τοπικών αναισθητικών μπορεί να προκαλέσουν άμεσες (εντός δευτερολέπτων έως μερικών λεπτών) συστημικές τοξικές αντιδράσεις. Στην περίπτωση υπερδοσολογίας, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα μπορεί να μην επιτευχθούν για μία έως δύο ώρες, ανάλογα με το σημείο της ένεσης, και έτσι τα σημεία τοξικότητας μπορεί να καθυστερήσουν (βλ. παράγραφο 4.8).
Θεραπεία Εάν παρουσιαστούν σημεία οξείας συστημικής τοξικότητας, θα πρέπει να διακοπεί αμέσως η έγχυση του τοπικού αναισθητικού και θα πρέπει να αντιμετωπιστούν άμεσα τα συμπτώματα του ΚΝΣ (σπασμοί, καταστολή ΚΝΣ) με κατάλληλη υποστήριξη αεραγωγών/αναπνευστικού και τη χορήγηση αντισπασμωδικών φαρμάκων.
Εάν παρουσιαστεί κυκλοφορική ανακοπή, θα πρέπει να εφαρμοστεί άμεση καρδιοαναπνευστική ανάνηψη. Η βέλτιστη οξυγόνωση και ο αερισμός και η υποστήριξη της κυκλοφορίας, καθώς και η αντιμετώπιση της οξέωσης είναι ζωτικής σημασίας.
Εάν παρουσιαστεί καρδιαγγειακή καταστολή (υπόταση, βραδυκαρδία), θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο κατάλληλης θεραπείας με ενδοφλέβια υγρά, αγγειοσυσπαστικά, και/ή ινοτρόπους παράγοντες. Στα παιδιά, θα πρέπει να χορηγούνται δόσεις ανάλογες με την ηλικία και το βάρος.
Σε περίπτωση καρδιακής ανακοπής, η επιτυχής έκβαση μπορεί να απαιτεί παρατεταμένες προσπάθειες ανάνηψης.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναισθητικά, τοπικά, Αμίδια, κωδικός ATC: N01BB09 Η ροπιβακαΐνη είναι ένα μακράς δράσης τοπικό αναισθητικό τύπου αμιδίου με αναισθητική και αναλγητική δράση. Σε υψηλές δόσεις, η ροπιβακαΐνη προκαλεί χειρουργική αναισθησία, ενώ σε χαμηλότερες δόσεις προκαλεί αισθητικό αποκλεισμό με περιορισμένο και μη εξελισσόμενο κινητικό αποκλεισμό.
Ο μηχανισμός δράσης είναι η αναστρέψιμη μείωση της διαπερατότητας της μεμβράνης των νευρικών ινών για τα ιόντα νατρίου. Επομένως, μειώνεται η ταχύτητα εκπόλωσης και ο ουδός διεγερσιμότητας αυξάνεται, με αποτέλεσμα να προκαλείται τον τοπικό αποκλεισμό των νευρικών ώσεων.
Η πιο χαρακτηριστική ιδιότητα της ροπιβακαΐνης είναι η μακρά διάρκεια δράσης. Η έναρξη και η διάρκεια της αποτελεσματικότητας της τοπικής αναισθησίας εξαρτώνται από το σημείο χορήγησης και τη δόση, αλλά δεν επηρεάζονται από την παρουσία αγγειοσυσταλτικού (π.χ.
αδρεναλίνη (επινεφρίνη)). Για πληροφορίες σχετικά με την έναρξη και τη διάρκεια δράσης του Ropivacaine Kabi, βλ. παράγραφο 4.2 (Πίνακας 1).
Υγιείς εθελοντές που εκτέθηκαν σε ενδοφλέβιες εγχύσεις ανέχθηκαν καλά τη ροπιβακαΐνη στις χαμηλές δόσεις και με αναμενόμενα συμπτώματα στο ΚΝΣ στη μέγιστη ανεκτή δόση. Η κλινική εμπειρία με ροπιβακαΐνη υποδεικνύει ότι έχει ένα καλό περιθώριο ασφάλειας όταν χρησιμοποιείται επαρκώς στις συνιστώμενες δόσεις.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση και κατανομή Η ροπιβακαΐνη έχει ένα χειρόμορφο κέντρο και διατίθεται σαν καθαρό S-(-)-εναντιομερές.
Παρουσιάζει μεγάλη λιποδιαλυτότητα. Όλοι οι μεταβολίτες έχουν τοπική αναισθητική δράση, αλλά με σημαντικά χαμηλότερη ισχύ και μικρότερη διάρκεια δράσης από τη ροπιβακαΐνη.
Δεν υπάρχουν ενδείξεις για in vivo ρακεμοποίηση της ροπιβακαΐνης.
Η συγκέντρωση της ροπιβακαΐνης στο πλάσμα εξαρτάται από τη δόση, την οδό χορήγησης και την αγγείωση του σημείου ένεσης. Η ροπιβακαΐνη ακολουθεί γραμμική φαρμακοκινητική η C max είναι ανάλογη με τη δόση.
Η ροπιβακαΐνη παρουσιάζει πλήρη και διφασική απορρόφηση από τον επισκληρίδιο χώρο με χρόνο ημίσειας ζωής των δύο φάσεων της τάξεως των 14 λεπτών και 4 ωρών στους ενήλικες. Η βραδεία απορρόφηση είναι ο παράγοντας που περιορίζει το ρυθμό αποβολής της ροπιβακαΐνης, γεγονός που εξηγεί γιατί ο φαινόμενος χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής είναι μεγαλύτερος μετά από επισκληρίδιο παρά μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Η ροπιβακαΐνη παρουσιάζει διφασική απορρόφηση από τον ιεροκοκκυγικό επισκληρίδιο χώρο και στους παιδιατρικούς ασθενείς.
Η ροπιβακαΐνη έχει μέση ολική κάθαρση πλάσματος της τάξεως των 440 ml/min, νεφρική κάθαρση 1 ml/min, όγκο κατανομής σε σταθεροποιημένη κατάσταση 47 λίτρων και τελικό χρόνο ημίσειας ζωής 1,8 h μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Η ροπιβακαΐνη έχει ενδιάμεσο λόγο ηπατικής απέκκρισης περίπου 0,4. Είναι κυρίως συνδεδεμένη στην α -όξινη γλυκοπρωτεΐνη στο
πλάσμα με αδέσμευτο κλάσμα περίπου 6%.
Έχει παρατηρηθεί αύξηση των ολικών συγκεντρώσεων στο πλάσμα κατά τη διάρκεια συνεχούς επισκληρίδιου και διασκαληνικής έγχυσης, η οποία σχετίζεται με μετεγχειρητική αύξηση της α - όξινης γλυκοπρωτεΐνης.
Οι διακυμάνσεις της συγκέντρωσης της αδέσμευτης ουσίας, δηλαδή της φαρμακολογικά δραστικής ουσίας, είναι πολύ λιγότερες από την ολική συγκέντρωση στο πλάσμα.
Δεδομένου ότι η ροπιβακαΐνη έχει ενδιάμεσο έως χαμηλό λόγο ηπατικής απέκκρισης, ο ρυθμός της αποβολής της θα πρέπει να εξαρτάται από τη συγκέντρωση της αδέσμευτης ροπιβακαΐνης στο πλάσμα. Η μετεγχειρητική αύξηση της AAG θα μειώσει το αδέσμευτο κλάσμα, λόγω της αυξημένης πρωτεϊνικής σύνδεσης, με αποτέλεσμα μείωση της ολικής κάθαρσης και αύξηση της ολικής συγκέντρωσης στο πλάσμα, όπως διαπιστώνεται στις παιδιατρικές μελέτες και στις μελέτες των ενηλίκων. Η κάθαρση της αδέσμευτης ροπιβακαΐνης παραμένει αμετάβλητη όπως φαίνεται από τις σταθερές συγκεντρώσεις της αδέσμευτης ροπιβακαΐνης κατά τη διάρκεια της μετεγχειρητικής έγχυσης. Η συγκέντρωση στο πλάσμα της αδέσμευτης ροπιβακαΐνης είναι αυτή που σχετίζεται με τις συστημικές φαρμακοδυναμικές επιδράσεις και την τοξικότητα.
Η ροπιβακαΐνη περνά εύκολα το φραγμό του πλακούντα και θα επιτευχθεί ταχέως η ισορροπία των συγκεντρώσεων της αδέσμευτης ροπιβακαΐνης. Ο βαθμός της σύνδεσης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος στο έμβρυο είναι μικρότερος από ό,τι στη μητέρα, με αποτέλεσμα χαμηλότερες ολικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα στο έμβρυο από ό,τι στη μητέρα.
Βιομετασχηματισμός και αποβολή Η ροπιβακαΐνη μεταβολίζεται εκτενώς, κυρίως με αρωματική υδροξυλίωση. Συνολικά, το 86% της δόσης απεκκρίνεται με τα ούρα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, από την οποία μόνο το 1% περίπου σχετίζεται με απέκκριση αμετάβλητου φαρμάκου. Ο κύριος μεταβολίτης είναι η 3- hydroxy-ropivacaine, περίπου το 37% του οποίου απεκκρίνεται στα ούρα, κυρίως συζευγμένος.
Η απέκκριση στα ούρα του 4-hydroxy-ropivacaine, του N-dealkylated μεταβολίτη (PPX) και του 4-hydroxy-dealkylated μεταβολίτη αντιπροσωπεύουν το 1-3%. Η συζευγμένη και η μη συζευγμένη 3- hydroxy-ropivacaine παρουσιάζει μόνο ελάχιστα ανιχνεύσιμες συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
Σε παιδιατρικούς ασθενείς άνω του ενός έτους, έχει βρεθεί ένα παρόμοιο προφίλ μεταβολιτών σε σύγκριση με τους ενήλικες.
Η επηρεασμένη νεφρική λειτουργία έχει μικρή ή καθόλου επίδραση στη φαρμακοκινητική της ροπιβακαΐνης. Η νεφρική κάθαρση του PPX συσχετίζεται σημαντικά με την κάθαρση κρεατινίνης. Η έλλειψη συσχέτισης μεταξύ της ολικής έκθεσης, εκφρασμένης ως AUC, με την κάθαρση κρεατινίνης, υποδεικνύει ότι η ολική κάθαρση του PPX περιλαμβάνει μια μη νεφρική αποβολή εκτός από τη νεφρική απέκκριση. Μερικοί ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία μπορεί να εμφανίζουν αυξημένη έκθεση σε PPX που προκύπτει από χαμηλή μη νεφρική κάθαρση. Λόγω της μειωμένης τοξικότητας του PPX στο ΚΝΣ σε σύγκριση με τη ροπιβακαϊνη, οι κλινικές συνέπειες θεωρούνται αμελητέες στη βραχυχρόνια θεραπεία. Ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση δεν έχουν μελετηθεί.
Η φαρμακοκινητική της ροπιβακαΐνης εξετάσθηκε σε συγκεντρωτική PK ανάλυση
πληθυσμού με βάση στοιχεία από 192 παιδιά μεταξύ 0 και 12 ετών. Η κάθαρση αδέσμευτης ροπιβακαΐνης και PPX και ο όγκος κατανομής αδέσμευτης ροπιβακαΐνης εξαρτώνται τόσο από το σωματικό βάρος όσο και από την ηλικία μέχρι την ωρίμανση της ηπατικής λειτουργίας, μετά την οποία εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το σωματικό βάρος. Η ωρίμανση της κάθαρσης της αδέσμευτης ροπιβακαΐνης φαίνεται να ολοκληρώνεται έως την ηλικία των 3 ετών, του PPX έως την ηλικία του 1 έτους και του όγκου κατανομής της αδέσμευτης ροπιβακαΐνης έως την ηλικία των 2 ετών. Ο όγκος κατανομής του αδέσμευτου PPX εξαρτάται μόνον από το σωματικό βάρος.
Επειδή το PPX έχει μεγαλύτερο χρόνο ημίσειας ζωής και χαμηλότερη κάθαρση, μπορεί να συσσωρευθεί κατά τη διάρκεια της επισκληρίδιου έγχυσης.
Η κάθαρση της αδέσμευτης ροπιβακαΐνης (Cl ) για τις ηλικίες άνω των 6 μηνών φθάνει σε τιμές u εντός του εύρους των τιμών των ενηλίκων. Οι τιμές της ολικής κάθαρσης της ροπιβακαΐνης (Cl)
που αναγράφονται στον πίνακα 5 που ακολουθεί είναι εκείνες που δεν επηρεάζονται από τη μετεγχειρητική αύξηση της AAG.
Πίνακας 5 Εκτιμήσεις των φαρμακοκινητικών παραμέτρων που προέρχονται από συγκεντρωτική PK ανάλυση παιδιατρικού πληθυσμού
| Ηλικιακή Ομάδα | BWa kg | Club (l/h/kg) | Vuc (l/kg) | Cld (l/h/kg) | t e 1/2 (h) | t f 1/2ppx (h) |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Νεογέννητο | 3,27 | 2,40 | 21,86 | 0,096 | 6,3 | 43,3 |
| 1 m | 4,29 | 3,60 | 25,94 | 0,143 | 5,0 | 25,7 |
| 6 m | 7,85 | 8,03 | 41,71 | 0,320 | 3,6 | 14,5 |
| 1 y | 10,15 | 11,32 | 52,60 | 0,451 | 3,2 | 13,6 |
| 4 y | 16,69 | 15,91 | 65,24 | 0,633 | 2,8 | 15,1 |
| 10 y | 32,19 | 13,94 | 65,57 | 0,555 | 3,3 | 17,8 |
a Διάμεσο σωματικό βάρος για την αντίστοιχη ηλικία από τη βάση δεδομένων του ΠΟΥ.
b Κάθαρση αδέσμευτης ροπιβακαΐνης c Όγκος κατανομής αδέσμευτης ροπιβακαΐνης d Ολική κάθαρση ροπιβακαΐνης e Τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της ροπιβακαΐνης f Τελικός χρόνος ημίσειας ζωής PPX Η προσομοιωμένη μέση μέγιστη συγκέντρωση αδέσμευτης ουσίας στο πλάσμα (Cu ) μετά από max έναν εφάπαξ ιεροκοκκυγικό αποκλεισμό έτεινε να είναι υψηλότερη στα νεογνά και ο χρόνος μέχρι τη Cu (t ) μειώθηκε με την αύξηση της ηλικίας (Πίνακας 6). Η προσομοιωμένη μέση max max συγκέντρωση αδέσμευτης ουσίας στο πλάσμα μετά από 72 ώρες συνεχούς επισκληρίδιου έγχυσης στους συνιστώμενους ρυθμούς δόσης έδειξε επίσης υψηλότερα επίπεδα στα νεογνά σε σύγκριση με εκείνα των νηπίων και των παιδιών. Βλ. επίσης παράγραφο 4.4.
Πίνακας 6 Προσομοιωμένο μέσο και παρατηρηθέν εύρος αδέσμευτης ουσίας Cu μετά max από εφάπαξ ιεροκοκκυγικό αποκλεισμό
| Ηλικιακή ομάδα | Δόση (mg/kg) | Cu a max (mg/l) | t b max (h) | Cu c max (mg/l) |
|---|---|---|---|---|
| 0-1 m | 2,00 | 0,0582 | 2,00 | 0,05-0,08 (n=5) |
| 1-6 m | 2,00 | 0,0375 | 1,50 | 0,02-0,09 (n=18) |
| 6-12 m | 2,00 | 0,0283 | 1,00 | 0,01-0,05 (n=9) |
1-10 y 2,00 0,0221 0,50 0,01-0,05 (n=60)
a Μέγιστη συγκέντρωση αδέσμευτης ουσίας στο πλάσμα b Χρόνος μέχρι τη μέγιστη συγκέντρωση αδέσμευτης ουσίας στο πλάσμα c Παρατηρηθείσα και προσαρμοσθείσα στη δόση μέγιστη συγκέντρωση αδέσμευτης ουσίας στο πλάσμα Στην ηλικία των 6 μηνών, που είναι το σημείο αλλαγής του συνιστώμενου ρυθμού δόσης για συνεχή επισκληρίδιο έγχυση, η κάθαρση της αδέσμευτης ροπιβακαΐνης έχει φθάσει το 34% και του αδέσμευτου PPX το 71% της ώριμης τιμής. Η συστημική έκθεση είναι υψηλότερη στα νεογνά και επίσης κάπως υψηλότερη σε βρέφη μεταξύ 1 και 6 μηνών συγκριτικά με τα μεγαλύτερα παιδιά, γεγονός που σχετίζεται με την ανωριμότητα της ηπατικής τους λειτουργίας.
Ωστόσο, αυτό αντισταθμίζεται εν μέρει από τον κατά 50% χαμηλότερο ρυθμό δόσης για τη συνεχή έγχυση στα βρέφη κάτω των 6 μηνών.
Προσομοιώσεις του αθροίσματος των συγκεντρώσεων αδέσμευτης ροπιβακαΐνης και PPX στο πλάσμα, με βάση τις παραμέτρους PK και στη διακύμανσή τους στην πληθυσμιακή ανάλυση, υποδεικνύουν ότι για εφάπαξ ιεροκοκκυγικό αποκλεισμό η συνιστώμενη δόση πρέπει να αυξάνεται κατά έναν παράγοντα 2,7 στη νεότερη ηλικιακή ομάδα και κατά έναν παράγοντα 7,4 στην ηλικιακή ομάδα των 1 έως 10 ετών, προκειμένου το άνω προγνωστικό όριο με διάστημα εμπιστοσύνης 90% να αγγίζει τoν ουδό συστημικής τοξικότητας. Αντίστοιχοι παράγοντες για συνεχή επισκληρίδιο έγχυση είναι 1,8 και 3,8, αντίστοιχα.
Προσομοιώσεις του αθροίσματος των συγκεντρώσεων αδέσμευτης ροπιβακαΐνης και PPX στο πλάσμα, με βάση τις παραμέτρους PK και τη διακύμανσή τους στην πληθυσμιακή ανάλυση, υποδεικνύουν ότι για βρέφη και παιδιά ηλικίας 1 έως 12 ετών που λαμβάνουν 3 mg/kg εφάπαξ περιφερικό (λαγονοβουβωνικό) νευρικό αποκλεισμό, η διάμεση μέγιστη συγκέντρωση αδέσμευτης ροπιβακαΐνης που επιτεύχθηκε μετά από 0,8 ώρες είναι 0,0347 mg/L, το ένα δέκατο του ορίου τοξικότητας (0,34 mg/L). Το άνω διάστημα εμπιστοσύνης 90% για τη μέγιστη συγκέντρωση αδέσμευτης ροπιβακαΐνης στο πλάσμα είναι 0,074 mg/L, το ένα πέμπτο του ορίου τοξικότητας. Παρομοίως, για συνεχή περιφερικό αποκλεισμό (0,6 mg ροπιβακαΐνης/kg για 72 ώρες) που προηγείται από εφαπαξ περιφερικό νευρικό σποκλεισμό 3 mg/kg, η διάμεση μέγιστη συγκέντρωση αδέσμευτης ροπιβακαΐνης είναι 0,053 mg/L. Το άνω διάστημα εμπιστοσύνης 90% για τη μέγιστη συγκέντρωση αδέσμευτης ροπιβακαΐνης στο πλάσμα είναι 0,088 mg/L, το ένα τέταρτο του ορίου τοξικότητας.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Με βάση συμβατικές μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, τοξικότητας εφάπαξ και επαναλαμβανόμενων δόσεων, αναπαραγωγικής τοξικότητας, ενδεχόμενης μεταλλαξιογόνου δράσης και τοπικής τοξικότητας, δεν εντοπίστηκαν κίνδυνοι για τους ανθρώπους, εκτός από εκείνους που μπορούν να αναμένονται με βάση τη φαρμακοδυναμική δράση υψηλών δόσεων ροπιβακαΐνης (π.χ. συμπτώματα από το ΚΝΣ, συμπεριλαμβανομένων των σπασμών, και καρδιοτοξικότητα).
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Χλωριούχο νάτριο Υδροχλωρικό οξύ (για ρύθμιση του pH)
Υδροξείδιο του νατρίου (για ρύθμιση του pH)
Ύδωρ για ενέσιμα
6.2 Ασυμβατότητες
Οι συμβατότητες με άλλα διαλύματα εκτός εκείνων που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6 δεν έχουν διερευνηθεί.
Σε αλκαλικά διαλύματα, μπορεί να εμφανιστεί ίζημα, καθώς η ροπιβακαΐνη εμφανίζει μικρή διαλυτότητα σε pH > 6,0.
6.3 Διάρκεια ζωής
Διάρκεια ζωής πριν από το άνοιγμα: 2 χρόνια Διάρκεια ζωής μετά το άνοιγμα: Να χρησιμοποιείται αμέσως.
Για τη διάρκεια ζωής των μειγμάτων, βλ. παράγραφο 6.6.
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος
Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 30°C.
Για τις συνθήκες φύλαξης μετά την ανάμειξη, βλ. παράγραφο 6.6.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Διαφανής σάκος πολυολεφίνης των 100 ml.
Διαφανής σάκος πολυολεφίνης των 200 ml.
Μεγέθη συσκευασιών:
1 σάκος σε εξωτερικό περίβλημα από αλουμίνιο 5 σάκοι σε εξωτερικό περίβλημα από αλουμίνιο 10 σάκοι σε εξωτερικό περίβλημα από αλουμίνιο Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Χειρισμός Τα προϊόντα Ropivacaine Kabi προορίζονται μόνο για εφάπαξ χρήση. Απορρίψτε κάθε αχρησιμοποίητο διάλυμα.
Το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να ελέγχεται οπτικά πριν από τη χρήση. Το διάλυμα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνον εάν είναι διαυγές, πρακτικά ελεύθερο σωματιδίων και εάν ο περιέκτης είναι μη κατεστραμμένος.
Ο άθικτος περιέκτης δεν πρέπει να τοποθετηθεί ξανά σε κλίβανο αποστείρωσης. Ένας σάκος τυλιγμένος σε εξωτερικό περίβλημα από αλουμίνιο θα πρέπει να επιλέγεται όταν απαιτείται στείρα εξωτερική επιφάνεια.
Το διάλυμα για έγχυση ροπιβακαΐνης σε πλαστικούς σάκους είναι χημικά και φυσικά συμβατό με τα ακόλουθα φάρμακα:
| Συγκέντρωση Ropivacaine Kabi: 1-2 mg/ml | |
|---|---|
| Πρόσθετο | Συγκέντρωση* |
| Fentanyl citrate | 1,0 - 10,0 µg/ml |
| Sufentanil citrate | 0,4 - 4,0 µg/ml |
| Morphine sulphate | 20,0 - 100,0 µg/ml |
| Clonidine hydrochloride | 5,0 - 50 µg/ml |
* Το εύρος των συγκεντρώσεων που αναφέρονται στον πίνακα είναι μεγαλύτερο από εκείνο που χρησιμοποιείται στην κλινική πρακτική. Οι επισκληρίδιες εγχύσεις των Ropivacaine Kabi/sufentanil citrate, Ropivacaine Kabi/morphine sulphate και Ropivacaine/clonidine hydrochloride δεν έχουν αξιολογηθεί σε κλινικές μελέτες.
Τα μείγματα είναι χημικά και φυσικά σταθερά για 30 ημέρες στους 20 έως 30C. Από μικροβιολογικής άποψης, τα μείγματα θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθούν αμέσως, οι χρόνοι φύλαξης κατά τη χρήση και οι συνθήκες πριν από τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη και κανονικά δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν τις 24 ώρες στους 2-8 °C.
Απόρριψη Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Fresenius Kabi Hellas Μονοπρόσωπη A.E.
Ανδρομάχης 19 15125 Μαρούσι Αττικής, Ελλάδα Τηλέφωνο: +30 210 6542 909 Φαξ: +30 210 6548 909 E-mail: FKHinfo@fresenius-kabi.com
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Ελλάδα: 12143/03-02-2014 Κύπρος: 21422
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης:
Ελλάδα: 13 Δεκεμβρίου 2010 Κύπρος: 14 Μαΐου 2012 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης:
Ελλάδα: 03 Φεβρουαρίου 2014 Κύπρος: 09 Μαΐου 2014