Clinio Logo
Clinio
SCABALL › ΠΧΠ

SCABALL — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία 3 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Scaball 3 mg δισκία

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Ένα δισκίο περιέχει 3 mg ιβερμεκτίνης.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Δισκίο.

Τα δισκία είναι στρογγυλά, λευκά ή υπόλευκα, επίπεδα λοξοτμημένα με διάμετρο 5.5 mm και πάχος 2.1 mm.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

• Θεραπεία της γαστρεντερικής στρογγυλοειδίασης (στρογγυλοειδίαση).

• Θεραπεία της πιθανής ή διαγνωσμένης μικροφιλαριαιμίας σε ασθενείς με λεμφική φιλαρίαση που προκαλείται από το παράσιτο Wuchereria bancrofti.

• Θεραπεία σαρκοπτικής ψώρας στον άνθρωπο. Η θεραπεία δικαιολογείται όταν η διάγνωση της ψώρας έχει τεκμηριωθεί κλινικά και/ή με παρασιτολογική εξέταση. Χωρίς επίσημη διάγνωση, η θεραπεία δεν δικαιολογείται σε περίπτωση κνησμού.

Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επίσημες κατευθυντήριες οδηγίες. Οι επίσημες κατευθυντήριες οδηγίες θα περιλαμβάνουν κανονικά τις κατευθυντήριες γραμμές του ΠΟΥ και των αρχών δημόσιας υγείας.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Θεραπεία γαστρεντερικής στρογγυλοειδίασης Η συνιστώμενη δοσολογία είναι 200 μg ιβερμεκτίνης ανά kg σωματικού βάρους, χορηγούμενη ως εφάπαξ δόση από του στόματος.

Για οδηγίες, η δόση ανάλογα με το σωματικό βάρος του ασθενούς είναι:

ΣΩΜΑΤΙΚΟ ΒΑΡΟΣ (kg)ΔΟΣΗ (αριθμός δισκίων των 3 mg)
15 έως 24ένα
25 έως 35δύο
36 έως 50τρία
51 έως 65τέσσερα
66 έως 79πέντε
≥ 80έξι

Θεραπεία μικροφιλαριαιμίας που προκαλείται από το παράσιτο Wuchereria bancrofti Η συνιστώμενη δοσολογία για μαζική κατανομή για τη θεραπεία της μικροφιλαριαιμίας που προκαλείται από το παράσιτο Wuchereria bancrofti είναι περίπου 150 έως 200 μg/kg σωματικού βάρους, χορηγούμενη ως εφάπαξ δόση από του στόματος μία φορά κάθε 6 μήνες.

Σε ενδημικές περιοχές όπου η θεραπεία μπορεί να χορηγηθεί μόνο μια φορά κάθε 12 μήνες, η συνιστώμενη δοσολογία είναι 300 έως 400 μg/kg σωματικού βάρους για να διατηρηθεί επαρκής καταστολή της μικροφιλαριαιμίας σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία.

Για καθοδήγηση, η δόση ανάλογα με το σωματικό βάρος του ασθενούς είναι:

ΣΩΜΑΤΙΚΟ ΒΑΡΟΣ (kg)ΔΟΣΗ χορηγούμενη μία φορά κάθε 6 μήνες (αριθμός δισκίων των 3 mg)ΔΟΣΗ χορηγούμενη μία φορά κάθε 12 μήνες (αριθμός δισκίων των 3 mg)
15 έως 25έναδύο
26 έως 44δύοτέσσερα
45 έως 64τρίαέξι
65 έως 84τέσσεραοκτώ

Εναλλακτικά και απουσία ενός συνόλου μετρήσεων, η δόση της ιβερμεκτίνης για χρήση σε μαζικές εκστρατείες χημειοθεραπείας μπορεί να προσδιοριστεί από το ύψος του ασθενούς, ως εξής:

ΥΨΟΣ (cm)ΔΟΣΗ χορηγούμενη μία φορά κάθε 6 μήνες (αριθμός δισκίων των 3 mg)ΔΟΣΗ χορηγούμενη μία φορά κάθε 12 μήνες (αριθμός δισκίων των 3 mg)
90 έως 119έναδύο
120 έως 140δύοτέσσερα
141 έως 158τρίαέξι
> 158τέσσεραοκτώ

Θεραπεία της σαρκοπτικής ψώρας στον άνθρωπο Η συνιστώμενη δοσολογία είναι 200 μg ιβερμεκτίνης ανά kg σωματικού βάρους χορηγούμενη ως εφάπαξ δόση από του στόματος.

Κοινή ψώρα:

Η ανάρρωση θα θεωρείται οριστική μόνο μετά από 4 εβδομάδες θεραπείας. Η επιμονή του κνησμού ή των τραυμάτων απόξεσης δεν δικαιολογεί μία δεύτερη θεραπεία πριν από αυτή την ημερομηνία.

Η χορήγηση μιας δεύτερης δόσης εντός 2 εβδομάδων μετά την αρχική δόση θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνο:

α) όταν εμφανίζονται νέες, συγκεκριμένες βλάβες, β) όταν η παρασιτολογική εξέταση είναι θετική σε αυτή την ημερομηνία.

Βαριάς μορφής ψώρα που προκαλεί εφελκίδες στο δέρμα:

Σε αυτές τις έντονα μολυσμένες μορφές, μπορεί να χρειαστεί μια δεύτερη δόση ιβερμεκτίνης και/ή ταυτόχρονη τοπική θεραπεία, εντός 8 έως 15 ημερών, για να επιτευχθεί ανάρρωση.

Σημείωση για τους ασθενείς που είναι σε θεραπεία για ψώρα:

Όλοι όσοι έρχονται σε επαφή μαζί τους, ειδικά μέλη της οικογένειας και συνεργάτες, θα πρέπει να προβούν σε ιατρικές εξετάσεις το συντομότερο δυνατό και εάν είναι απαραίτητο να υποβληθούν άμεσα σε θεραπεία κατά της ψώρας.

Θα πρέπει να ληφθούν υπόψη μέτρα υγιεινής για την αποφυγή εκ νέου μόλυνσης (δηλαδή να κρατάνε τα νύχια τους κοντά και καθαρά) και θα πρέπει να ακολουθούν πιστά τις επίσημες συστάσεις σχετικά με τον καθαρισμό του ρουχισμού και των σκεπασμάτων.

Παιδιατρικός πληθυσμός Για όλες τις ενδείξεις, η ασφάλεια σε παιδιατρικούς ασθενείς βάρους κάτω των 15 kg δεν έχει ακόμα τεκμηριωθεί.

Ηλικιωμένοι ασθενείς Οι κλινικές μελέτες με ιβερμεκτίνη δεν περιελάμβαναν επαρκή αριθμό ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω για να προσδιορίσουν αν ανταποκρίνονται διαφορετικά από τα νεότερα άτομα. Άλλη αναφερόμενη κλινική εμπειρία δεν έχει εντοπίσει διαφορές στην απόκριση μεταξύ ηλικιωμένων και νεότερων ασθενών. Γενικά, η θεραπεία ενός ηλικιωμένου ασθενούς πρέπει να γίνεται με προσοχή, λαμβάνοντας υπόψη τη μεγαλύτερη συχνότητα μειωμένης ηπατικής, νεφρικής ή καρδιακής λειτουργίας και της ταυτόχρονης νόσου ή άλλης φαρμακευτικής θεραπείας.

Τρόπος χορήγησης Από του στόματος.

Σε παιδιά κάτω των 6 ετών, τα δισκία πρέπει να συνθλίβονται πριν την κατάποση.

Η θεραπεία αποτελείται από μία εφάπαξ δόση που λαμβάνεται με νερό με άδειο στομάχι.

Η δόση μπορεί να ληφθεί οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, αλλά δε πρέπει να λαμβάνεται τροφή για δύο ώρες πριν ή μετά την χορήγηση, καθώς δεν είναι γνωστό πώς τα τρόφιμα επηρεάζουν την απορρόφηση.

4.3 Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Ειδικές προειδοποιήσεις Η αποτελεσματικότητα και το δοσολογικό σχήμα της ιβερμεκτίνης σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία στρογγυλοειδίασης του εντέρου δεν έχουν τεκμηριωθεί με επαρκείς κλινικές μελέτες. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις που δείχνουν την επιμονή της παρασίτωσης μετά από μία εφάπαξ δόση ιβερμεκτίνης, ιδιαίτερα σε αυτόν τον τύπο ασθενών.

Η ιβερμεκτίνη δεν είναι προφυλακτική θεραπεία για τη λοίμωξη με φιλάριες ή στρογγυλοειδίαση. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα που να καταδεικνύουν την αποτελεσματικότητα της ιβερμεκτίνης, είτε για τη θανάτωση είτε για την πρόληψη της ωρίμανσης των μολυσματικών προνυμφών στους ανθρώπους.

Η ιβερμεκτίνη δεν έχει αποδειχθεί ότι έχει οποιαδήποτε δράση ενάντια στο ενήλικο σκουλήκι οποιουδήποτε είδους φιλαριών.

Η ιβερμεκτίνη δεν έχει αποδειχθεί ότι έχει ευεργετική επίδραση στο σύνδρομο τροπικής πνευμονικής ηωσινοφιλίας, στη λεμφαδενίτιδα ή στη λεμφαγγειΐτιδα που παρατηρείται σε περίπτωση λοίμωξης με φιλάρια.

Μετά την χορήγηση της ιβερμεκτίνης, η ένταση και η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών πιθανώς σχετίζονται με την πυκνότητα των μικροφιλαριών πριν από τη θεραπεία, ιδιαίτερα στο αίμα.

Σε ασθενείς με ταυτόχρονη λοίμωξη με Loa loa, η πυκνότητα των μικροφιλαριών, ιδιαίτερα στο αίμα, είναι συχνά υψηλή, γεγονός που προδιαθέτει τους ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία σε

αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών.

Ανεπιθύμητες ενέργειες του ΚΝΣ (εγκεφαλοπάθειες) έχουν σπάνια αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ιβερμεκτίνη και με ταυτόχρονη λοίμωξη από υψηλό αριθμό μικροφιλαριών Loa loa. Κατά συνέπεια, σε ενδημικές περιοχές του Loa loa, πρέπει να ληφθούν ειδικά μέτρα πριν από οποιαδήποτε θεραπεία με ιβερμεκτίνη (βλ. παράγραφο 4.8).

Δεν συνιστάται η ταυτόχρονη θεραπεία με κιτρική διαιθυλκαρβαμαζίνη (DEC) και ιβερμεκτίνη σε μαζικές εκστρατείες χημειοθεραπείας για τη φιλαρίαση που προκαλείται από το παράσιτο Wuchereria Bancrofti στην Αφρική. Η ταυτόχρονη λοίμωξη με άλλες μικροφιλάριες, όπως το Loa loa, μπορεί να οδηγήσει σε υψηλή μικροφιλαριαιμία σε ασθενείς που έχουν μολυνθεί.

Η συστηματική έκθεση σε DEC σε τέτοιους ασθενείς μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με την ταχεία και αποτελεσματική μικροφιλαριοκτόνο δράση αυτού του φαρμάκου.

Μετά τη χορήγηση φαρμάκων με ταχεία μικροφιλαριοκτόνο δράση όπως το DEC σε ασθενείς με ογκοκέρκωση, έχουν αναφερθεί δερματικές και/ή συστηματικές αντιδράσεις ποικίλης σοβαρότητας (αντίδραση Mazzotti) και οφθαλμολογικές αντιδράσεις.

Αυτές οι αντιδράσεις πιθανώς οφείλονται σε φλεγμονώδεις αποκρίσεις σε προϊόντα αποδόμησης που απελευθερώνονται μετά το θάνατο των μικροφιλαριών.

Οι ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με ιβερμεκτίνη για ογκοκέρκωση μπορούν επίσης να εμφανίσουν αυτές τις αντιδράσεις όταν υποβληθούν σε θεραπεία για πρώτη φορά. Μετά από τη θεραπεία με ένα μικροφιλαριοκτόνο φάρμακο, οι ασθενείς με υπερδραστήρια ογκοδερματίτιδα ή "Sowda" (παρατηρούνται ιδιαίτερα στην Υεμένη) μπορεί να είναι πιο πιθανό από άλλους να παρουσιάσουν σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (οίδημα και επιδείνωση της ογκοδερματίτιδας).

Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες Έχουν αναφερθεί σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες συνδεόμενες με τη θεραπεία με ιβερμεκτίνη, μεταξύ των οποίων το σύνδρομο Stevens-Johnson και η τοξική επιδερμική νεκρόλυση, οι οποίες μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή ή θανατηφόρες (βλ. παράγραφο 4.8).

Κατά τη συνταγογράφηση, οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τα σημεία και τα συμπτώματα και να παρακολουθούνται στενά για δερματικές αντιδράσεις. Σε περίπτωση εμφάνισης σημείων και συμπτωμάτων που υποδηλώνουν τέτοιες αντιδράσεις, η θεραπεία με ιβερμεκτίνη θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως και θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης εναλλακτικής θεραπείας. Εάν ο ασθενής εμφανίσει σοβαρή δερματική ανεπιθύμητη ενέργεια όπως το σύνδρομο Stevens-Johnson ή τοξική επιδερμική νεκρόλυση μετά τη χρήση ιβερμεκτίνης, η θεραπεία με ιβερμεκτίνη πρέπει να σταματήσει οριστικά.

Παιδιατρικός πληθυσμός Δεν έχει τεκμηριωθεί η ασφάλεια σε παιδιατρικούς ασθενείς με σωματικό βάρος κάτω των 15 kg.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Κατά τη διάρκεια της μαζικής θεραπείας της ογκοκέρκωσης, τα δεδομένα σχετικά με έναν περιορισμένο αριθμό (περίπου 300) εγκύων δεν κατέδειξαν ανεπιθύμητες ενέργειες όπως συγγενείς

ανωμαλίες, αυτόματες αποβολές, θνησιγένειες και βρεφική θνησιμότητα που μπορεί να σχετίζονται με τη θεραπεία με ιβερμεκτίνη κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης. Μέχρι σήμερα, δεν είναι διαθέσιμα άλλα επιδημιολογικά δεδομένα.

Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλέπε παράγραφο 5.3). Ωστόσο, η προγνωστική αξία αυτών των παρατηρήσεων δεν έχει τεκμηριωθεί.

Η ιβερμεκτίνη πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο όταν ενδείκνυται αυστηρά.

Θηλασμός Λιγότερο από το 2% της χορηγούμενης δόσης της ιβερμεκτίνης απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.

Δεν έχει τεκμηριωθεί η ασφάλεια κατά τη χρήση σε νεογέννητα. Η ιβερμεκτίνη μπορεί να δοθεί σε θηλάζουσες μητέρες μόνο εάν το αναμενόμενο όφελος υπερτερεί του πιθανού κινδύνου για το βρέφος.

Γονιμότητα Δεν υπήρξε καμία ανεπιθύμητη επίδραση στη γονιμότητα σε αρουραίους, που έλαβαν μέχρι και 3 φορές τη μέγιστη συνιστώμενη για τον άνθρωπο δόση, των 200 μg/kg (σε βάση mg/m2/d).

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Η επίδραση του Scaball στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων δεν έχει μελετηθεί.

Δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών σε μερικούς ασθενείς, όπως ζάλη, υπνηλία, ίλιγγος και τρόμος, που μπορεί να επηρεάσουν την ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων (βλ. παράγραφο 4.8).

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις παροδικής υπερηωσινοφιλίας, ηπατικής δυσλειτουργίας συμπεριλαμβανομένης της οξείας ηπατίτιδας, αυξημένα ηπατικά ένζυμα, υπερχολερυθριναιμία και αιματουρία.

Πολύ σπάνια, έχει αναφερθεί επίσης τοξική επιδερμική νεκρόλυση και σύνδρομο Stevens-Johnson.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες σχετίζονται με την πυκνότητα των παρασίτων και είναι ήπιες και παροδικές στην πλειονότητα των περιπτώσεων, αλλά η σοβαρότητά τους μπορεί να αυξηθεί σε ασθενείς που έχουν μολυνθεί με περισσότερα από ένα παράσιτα, ιδιαίτερα στην περίπτωση παρασίτωσης με Loa loa.

Σπάνια, έχουν αναφερθεί σοβαρές και δυνητικά θανατηφόρες περιπτώσεις εγκεφαλοπάθειας μετά από χορήγηση ιβερμεκτίνης, ιδιαίτερα σε ασθενείς που έχουν επίσης μολυνθεί σοβαρά με Loa loa. Σε αυτούς τους ασθενείς έχουν αναφερθεί επίσης οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες: οσφυαλγία ή αυχεναλγία, υπεραιμία του οφθαλμού, αιμορραγία του επιπεφυκότα, δύσπνοια, ακράτεια ούρων ή/και κοπράνων, δυσκολία στάσης/βάδισης, μεταβολές της νοητικής κατάστασης, σύγχυση, λήθαργος ή κώμα (βλ. παράγραφο 4.4).

Σε ασθενείς που λαμβάνουν ιβερμεκτίνη για τη θεραπεία της στρογγυλοειδίασης αναφέρθηκαν οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες: εξασθένιση, κοιλιακό άλγος, ανορεξία, δυσκοιλιότητα, διάρροια, ναυτία, έμετος, ζάλη, υπνηλία, ίλιγγος, τρόμος, παροδική υπερηωσινοφιλία, λευκοπενία/αναιμία και αύξηση σε ALAT/αλκαλικές φωσφατάσες. Στη θεραπεία της φιλαρίασης που προκαλείται από το παράσιτο Wuchereria bancrofti, η ένταση των ανεπιθύμητων ενεργειών δεν φαίνεται να εξαρτάται από τη δόση αλλά σχετίζεται με την πυκνότητα των μικροφιλαριών στο αίμα. Έχουν περιγραφεί τα ακόλουθα: πυρετός, κεφαλαλγία, εξασθένιση, αίσθημα αδυναμίας, μυαλγία, αρθραλγία, διάχυτο άλγος, πεπτικές διαταραχές όπως ανορεξία, ναυτία, κοιλιακό και επιγαστρικό άλγος, βήχας, αίσθημα αναπνευστικής δυσφορίας, πονόλαιμος, ορθοστατική υπόταση, ρίγη, ίλιγγος, έντονη εφίδρωση, άλγος όρχεων ή αίσθημα δυσφορίας.

Μετά την χορήγηση της ιβερμεκτίνης σε ασθενείς που έχουν μολυνθεί από το Onchocerca volvulus, οι αντιδράσεις υπερευαισθησίας που παρατηρούνται ως αποτέλεσμα του θανάτου των μικροφιλαριών

σχετίζονται με αντιδράσεις τύπου Mazzotti: κνησμός, κνησμώδες εξάνθημα, επιπεφυκίτιδα, αρθραλγία, μυαλγία (συμπεριλαμβανομένης κοιλιακής μυαλγίας), πυρετός, οίδημα, λεμφαδενίτιδα, αδενοπάθειες, ναυτία, έμετος, διάρροια, ορθοστατική υπόταση, ίλιγγος, ταχυκαρδία, εξασθένιση, κεφαλαλγία. Σπάνια, αυτά τα συμπτώματα ήταν σοβαρά. Έχουν περιγραφεί μερικές περιπτώσεις παρόξυνσης άσθματος. Σε αυτούς τους ασθενείς, έχουν επίσης περιγραφεί μη φυσιολογική αίσθηση στους οφθαλμούς, οίδημα βλεφάρων, πρόσθια ραγοειδίτιδα, επιπεφυκίτιδα, ουλίτιδα, κερατίτιδα και χοριοαμφιβληστροειδίτιδα ή χοριοειδίτιδα. Αυτές οι εκδηλώσεις, οι οποίες μπορεί να οφείλονται στην ίδια την ασθένεια, περιγράφηκαν επίσης περιστασιακά μετά τη θεραπεία. Αυτές ήταν σπάνια σοβαρές και γενικά επιλύθηκαν χωρίς θεραπεία με κορτικοστεροειδή.

Η έναρξη αιμορραγίας του επιπεφυκότα έχει αναφερθεί σε ασθενείς με ογκοκέρκωση.

Παρατηρήσεις για την αποβολή του ενήλικου παράσιτου Ascaris έχουν περιγραφεί μετά την κατάποση ιβερμεκτίνης.

Σε ασθενείς με ψώρα, μπορεί να παρατηρηθεί παροδική παρόξυνση κνησμού κατά την έναρξη της θεραπείας.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες:

Για την Ελλάδα:

στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (Μεσογείων 284, 15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ:

+ 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr)

Για την Κύπρο:

στις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, Υπουργείο Υγείας, CY-1475 Λευκωσία, Τηλ: + 357 22608607, Φαξ:

+ 357 22608669, Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs

4.9 Υπερδοσολογία

Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις τυχαίας υπερδοσολογίας με ιβερμεκτίνη, αλλά καμία δεν έχει οδηγήσει σε θανάτους. Σε περιπτώσεις τυχαίας δηλητηρίασης από μη γνωστές δόσεις κτηνιατρικών σκευασμάτων (από του στόματος χρήση, ως ενέσιμο, για δερματική χρήση), τα συμπτώματα που αναφέρθηκαν ήταν: εξάνθημα, δερματίτιδα από επαφή, οίδημα, κεφαλαλγία, ίλιγγος, εξασθένιση, ναυτία, έμετος, διάρροια και κοιλιακό άλγος. Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν παρατηρηθεί, περιλαμβάνουν: σπασμούς, αταξία, δύσπνοια, παραισθησία και κνίδωση.

Διαχείριση σε περίπτωση τυχαίας δηλητηρίασης:

• συμπτωματική θεραπεία και παρακολούθηση με ιατρική περίθαλψη με αντικατάσταση υγρών και υπερτασική θεραπεία, εάν είναι απαραίτητο. Παρόλο που δεν υπάρχουν διαθέσιμες ειδικές μελέτες, συνιστάται να αποφεύγεται ο συνδυασμός αγωνιστών GABA στη θεραπεία της τυχαίας δηλητηρίασης λόγω ιβερμεκτίνης.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανθελμινθικά, κωδικός ATC: P02CF01.

Η ιβερμεκτίνη προέρχεται από τις αβερμεκτίνες που απομονώνονται από ζωμούς ζύμωσης του Streptomyces avermitilis. Έχει υψηλή συγγένεια με διαύλους χλωρίου που ελέγχονται από το γλουταμικό οξύ, που βρίσκονται στα νεύρα και στα κύτταρα των μυών των ασπόνδυλων. Η πρόσδεσή της σε αυτούς τους διαύλους προάγει την αύξηση της διαπερατότητας της μεμβράνης στα ιόντα χλωρίου, οδηγώντας σε υπερπόλωση του νευρικού ή μυϊκού κυττάρου. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα νευρομυϊκή παράλυση και μπορεί να οδηγήσει στο θάνατο ορισμένων παρασίτων.

Η ιβερμεκτίνη αλληλεπιδρά επίσης με άλλους διαύλους χλωρίου με συνδετικά μόρια όπως αυτόν που περιλαμβάνει το νευροδιαβιβαστή GABA (γ-αμινοβουτυρικό οξύ).

Τα θηλαστικά δεν έχουν διαύλους χλωρίου που ελέγχονται από το γλουταμικό οξύ. Οι αβερμεκτίνες έχουν μόνο χαμηλή συγγένεια για άλλους διαύλους χλωρίου με συνδετικά μόρια. Δεν περνούν εύκολα τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.

Κλινικές μελέτες που διεξήχθησαν στην Αφρική, την Ασία, τη Νότια Αμερική, την Καραϊβική και την Πολυνησία αποκαλύπτουν μια μείωση (έως λιγότερο από 1%) της μικροφιλαριαιμίας που προκαλείται από το παράσιτο Wuchereria bancrofti την εβδομάδα που ακολουθεί την από του στόματος χορήγηση δόση ιβερμεκτίνης τουλάχιστον 100 μg/kg. Αυτές οι μελέτες έδειξαν δοσοεξαρτώμενη επίδραση με την πάροδο του χρόνου, κατά τη διάρκεια της οποίας διατηρείται η μείωση της μικροφιλαριαιμίας και ο ρυθμός παρασίτωσης στους υπό θεραπεία πληθυσμούς.

Με τη θεραπεία της μικροφιλαριαιμίας στον άνθρωπο (η μοναδική δεξαμενή παρασίτων για το Wuchereria bancrofti), η χορήγηση μαζικής θεραπείας φαίνεται να είναι χρήσιμη όσον αφορά στον περιορισμό της μετάδοσης του Wuchereria bancrofti από έντομα φορείς και τη διακοπή της επιδημιολογικής αλυσίδας.

Η θεραπεία με μία μόνο δόση ιβερμεκτίνης 200 μικρογραμμαρίων ανά κιλό σωματικού βάρους έχει αποδειχθεί ότι είναι αποτελεσματική και καλά ανεκτή σε ασθενείς με φυσιολογική ανοσία και στους οποίους η παρασίτωση από Strongyloides stercoralis περιορίζεται στο πεπτικό σύστημα.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Η υψηλότερη μέση συγκέντρωση του κύριου συστατικού (H2B1a) στο πλάσμα που παρατηρήθηκε περίπου 4 ώρες μετά την από του στόματος χορήγηση μονής δόσης ιβερμεκτίνης 12 mg σε μορφή δισκίου είναι 46.6 (± 21.9) ng/mL.

Η συγκέντρωση στο πλάσμα αυξάνεται με αυξανόμενες δόσεις κατά γενικό ανάλογο τρόπο. Η ιβερμεκτίνη απορροφάται και μεταβολίζεται στο ανθρώπινο σώμα. Η ιβερμεκτίνη και/ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται σχεδόν αποκλειστικά στα κόπρανα, ενώ λιγότερο από το 1% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται στα ούρα. Μία in vitro μελέτη που διεξήχθη σε ανθρώπινα ηπατικά μικροσώματα υποδεικνύει ότι το κυτόχρωμα Ρ450 3Α4 είναι η κύρια ισομορφή που εμπλέκεται στον ηπατικό μεταβολισμό της ιβερμεκτίνης. Στους ανθρώπους, ο χρόνος ημιζωής της ιβερμεκτίνης στο πλάσμα είναι περίπου 12 ώρες και αυτός των μεταβολιτών είναι περίπου 3 ημέρες.

Προκλινικές μελέτες υποδεικνύουν ότι η ιβερμεκτίνη που χρησιμοποιείται σε θεραπευτικές δόσεις από του στόματος δεν αναστέλλει σημαντικά το CYP3A4 (IC50 = 50 μM) ή άλλα ένζυμα του CYP (2D6, 2C9, 1A2 και 2E1) .

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Διεξήχθησαν μελέτες τοξικότητας μονής δόσης σε ζώα, οι οποίες έδειξαν τοξικότητα στο κεντρικό νευρικό σύστημα, όπως εκδηλώνεται από την εμφάνιση μυδρίασης, τρόμου και αταξίας σε υψηλές δόσεις σε διάφορα είδη (ποντίκια, αρουραίους και σκύλους), καθώς και έμετο και μυδρίαση σε πιθήκους. Μετά από τη χορήγηση επαναλαμβανόμενων δόσεων ιβερμεκτίνης σχεδόν ίσης ή ίσης με τις τοξικές προς τη μητέρα δόσεις, παρατηρήθηκαν εμβρυϊκές ανωμαλίες (λυκόστομα) σε διάφορα είδη ζώων (ποντίκια, αρουραίοι, κουνέλια). Από αυτές τις μελέτες, είναι δύσκολο να εκτιμηθεί ο κίνδυνος που σχετίζεται με τη χορήγηση μίας μόνο χαμηλής δόσης. Οι τυποποιημένες μελέτες που διεξήχθησαν in vitro (Ames test, mouse lymphoma TK assay) δεν έδειξαν καμία γονιδιοτοξικότητα.

Παρ' όλα αυτά, δεν διεξήχθησαν in vivo μελέτες γονιδιοτοξικότητας ή καρκινογένεσης.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική (E 460)

Άμυλο αραβοσίτου προζελατινοποιημένο Βουτυλοϋδροξυανισόλη (E 320)

Μαγνήσιο στεατικό (E 470b)

6.2 Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3 Διάρκεια ζωής

24 μήνες

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25oC.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

4, 8, 10, 12, 16 ή 20 δισκία σε κυψέλες αλουμινίου/αλουμινίου.

Μπορεί να μη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Καμία ειδική υποχρέωση.

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΒΛΑΧΟΣ I.K.E. - EPSILON HEALTH K.Παλαμά 4, 555 34 Πυλαία, Θεσσαλονίκη

8. ΑΡΙΘΜΟΙ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Για την Ελλάδα: 14581/05-02-2020 Για την Κύπρο: M.L.: 023537

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Για την Ελλάδα Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 05 Φεβρουαρίου 2020 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης:

Για την Κύπρο Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 12/10/2021 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 03/10/2022

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

19/05/2023

Πηγή: eof:3219601_SPC_3219601_2.pdf