1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Serdolect 4 mg, 12 mg, 16 mg και 20 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε δισκίο των 4 mg περιέχει: 4 mg σερτινδόλη Κάθε δισκίο των 12 mg περιέχει: 12 mg σερτινδόλη Κάθε δισκίο των 16 mg περιέχει: 16 mg σερτινδόλη Κάθε δισκίο των 20 mg περιέχει: 20 mg σερτινδόλη Έκδοχα με γνωστή δράση:
Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο των 4 mg περιέχει 57,74 mg λακτόζη.
Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο των 12 mg περιέχει 80,29 mg λακτόζη.
Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο των 16 mg περιέχει 90,32 mg λακτόζη.
Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο των 20 mg περιέχει 112,90 mg λακτόζη.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο.
Περιγραφή των δισκίων:
4 mg: Ωοειδή, κίτρινα, αμφίκυρτα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία που φέρουν την ένδειξη «S4» στη μία πλευρά 12 mg: Ωοειδή, μπέζ, αμφίκυρτα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία που φέρουν την ένδειξη «S12» στη μία πλευρά 16 mg: Ωοειδή, ροζέ, αμφίκυρτα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία που φέρουν την ένδειξη «S16» στη μία πλευρά 20 mg: Ωοειδή, ροζ, αμφίκυρτα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία που φέρουν την ένδειξη «S20» στη μία πλευρά
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Η σερτινδόλη ενδείκνυται για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας.
Λόγω ανησυχιών για την καρδιαγγειακή ασφάλεια, η σερτινδόλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε ασθενείς με δυσανεξία σε τουλάχιστον έναν άλλο αντιψυχωσικό παράγοντα.
Η σερτινδόλη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε επείγουσες καταστάσεις για την άμεση ανακούφιση των συμπτωμάτων σε ασθενείς με οξεία διαταραχή.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Η σερτινδόλη χορηγείται από του στόματος άπαξ ημερησίως με ή χωρίς γεύματα. Σε ασθενείς όπου απαιτείται καταστολή, μπορεί να συγχορηγηθεί μια βενζοδιαζεπίνη.
Σημείωση: Απαιτείται ηλεκτροκαρδιογραφική (ΗΚΓ) παρακολούθηση πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με τη σερτινδόλη, βλ. παράγραφο 4.4.
Κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι η σερτινδόλη παρατείνει το διάστημα QT σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι κάποια άλλα αντιψυχωσικά. Η σερτινδόλη θα πρέπει συνεπώς να χρησιμοποιείται μόνο σε ασθενείς με δυσανεξία σε τουλάχιστον έναν άλλο αντιψυχωσικό παράγοντα.
Οι συνταγογράφοι ιατροί θα πρέπει να συμμορφώνονται πλήρως με τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας: βλ.
παράγραφο 4.3 και 4.4.
Τιτλοποίηση Όλοι οι ασθενείς πρέπει να ξεκινούν τη θεραπεία με σερτινδόλη 4 mg/ημέρα. Η δόση πρέπει να αυξάνεται κατά βήματα των 4 mg μετά από 4-5 ημέρες σε κάθε δόση, μέχρι να επιτευχθεί η βέλτιστη ημερήσια δόση συντήρησης, εντός του εύρους των 12-20 mg. Λόγω της δράσης αποκλεισμού της σερτινδόλης, μπορεί να εμφανιστούν συμπτώματα ορθοστατικής υπότασης κατά τη διάρκεια της αρχικής περιόδου τιτλοποίησης της δόσης. Μία δόση έναρξης των 8 mg ή ταχεία αύξηση της δόσης ενέχει σημαντικά αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ορθοστατικής υπότασης.
Συντήρηση Ανάλογα με την ανταπόκριση κάθε ασθενούς, η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 20 mg/ημέρα. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, θα πρέπει να εξετάζεται η μέγιστη δόση των 24 mg, δεδομένου ότι οι κλινικές δοκιμές δεν έχουν καταδείξει σταθερά βελτιωμένη αποτελεσματικότητα πάνω από τα 20 mg και η παράταση του QT μπορεί να αυξηθεί στο ανώτερο όριο του δοσολογικού εύρους.
Η αρτηριακή πίεση των ασθενών θα πρέπει να παρακολουθείται κατά τη διάρκεια της τιτλοποίησης και της πρώιμης θεραπείας συντήρησης.
Ηλικιωμένοι Μια φαρμακοκινητική μελέτη δεν έδειξε διαφορές ανάμεσα σε νεαρά και ηλικιωμένα άτομα. Ωστόσο, υπάρχουν περιορισμένα μόνο κλινικά δεδομένα για ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών. Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά μόνο μετά από ενδελεχή καρδιαγγειακή εξέταση. Βραδύτερη τιτλοποίηση και χαμηλότερες δόσεις συντήρησης μπορεί να είναι κατάλληλες για τους ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.4).
Παιδιατρικός πληθυσμός Το Serdolect δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά και εφήβους λόγω έλλειψης δεδομένων για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα.
Μειωμένη νεφρική λειτουργία Η σερτινδόλη μπορεί να χορηγηθεί στη συνήθη δοσολογία στους ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ.
παράγραφο 4.3). Η φαρμακοκινητική της σερτινδόλης δεν επηρεάζεται από την αιμοδιύλιση.
Μειωμένη ηπατική λειτουργία Ασθενείς με ήπια/μέτρια ηπατική δυσλειτουργία απαιτούν βραδύτερη τιτλοποίηση της δοσολογίας και χαμηλότερη δόση συντήρησης.
Επανατιτλοποίηση της σερτινδόλης σε ασθενείς για τους οποίους η θεραπεία έχει προηγουμένως διακοπεί Κατά την επανέναρξη της θεραπείας με σερτινδόλη σε ασθενείς που έμειναν λιγότερο από μία εβδομάδα χωρίς σερτινδόλη, δεν απαιτείται επανατιτλοποίηση της σερτινδόλης και η δόση συντήρησης μπορεί να χορηγηθεί εκ νέου. Διαφορετικά, πρέπει να ακολουθηθεί το συνιστώμενο σχήμα τιτλοποίησης. Θα πρέπει να πραγματοποιηθεί ΗΚΓ πριν από την επανατιτλοποίηση της σερτινδόλης.
Αλλαγή από άλλα αντιψυχωσικά
Η θεραπεία με τη σερτινδόλη μπορεί να ξεκινήσει σύμφωνα με το συνιστώμενο σχήμα τιτλοποίησης ταυτόχρονα με τη διακοπή άλλων από του στόματος αντιψυχωσικών. Σε ασθενείς που αντιμετωπίζονται με αντιψυχωσικά επιβραδυμένης δράσης, η σερτινδόλη ξεκινά στη θέση της επόμενης ένεσης επιβραδυμένης δράσης.
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στην σερτινδόλη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Η σερτινδόλη αντενδείκνυται σε ασθενείς με γνωστή μη διορθωμένη υποκαλιαιμία, και σε ασθενείς με γνωστή μη διορθωμένη υπομαγνησαιμία.
Η σερτινδόλη αντενδείκνυται σε ασθενείς με ιστορικό κλινικώς σημαντικής καρδιαγγειακής νόσου, συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας, καρδιακής υπερτροφίας, αρρυθμίας, ή βραδυκαρδίας (<50 παλμοί ανά λεπτό).
Επιπλέον, η σερτινδόλη δεν πρέπει να ξεκινά σε ασθενείς με συγγενές σύνδρομο μακρού QT ή με οικογενειακό ιστορικό αυτής της νόσου, ή σε ασθενείς με γνωστή επίκτητη παράταση του διαστήματος QT (QTc άνω των 450 msec στους άνδρες και 470 msec στις γυναίκες).
Η σερτινδόλη αντενδείκνυται σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα τα οποία είναι γνωστό ότι παρατείνουν σημαντικά το διάστημα QT. Οι σχετικές κατηγορίες περιλαμβάνουν:
- αντιαρρυθμικά κατηγορίας Ιa και ΙΙΙ (π.χ. κινιδίνη, αμιωδαρόνη, σοταλόλη, δοφετιλίδη)
- ορισμένα αντιψυχωσικά (π.χ. θειοριδαζίνη)
- ορισμένες μακρολίδες (π.χ. ερυθρομυκίνη)
- ορισμένα αντιισταμινικά (π.χ. τερφεναδίνη, αστεμιζόλη)
- ορισμένα αντιβιοτικά κινολόνης (π.χ. γατιφλοξασίνη, μοξιφλοξασίνη)
Ο παραπάνω κατάλογος δεν είναι πλήρης και άλλα μεμονωμένα φάρμακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν σημαντικά το διάστημα QT (π.χ. σισαπρίδη, λίθιο) αντενδείκνυνται επίσης.
Η συγχορήγηση της σερτινδόλης αντενδείκνυται με φάρμακα που είναι γνωστό ότι αναστέλλουν ισχυρά τα ένζυμα του ηπατικού κυτοχρώματος P450 3A (βλ. παράγραφο 4.5). Οι σχετικές κατηγορίες περιλαμβάνουν:
• συστηματική θεραπεία με αντιμυκητιασικούς παράγοντες «αζολών» (π.χ. κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη)
• ορισμένα μακρολιδικά αντιβιοτικά (π.χ. ερυθρομυκίνη, κλαρυθρομυκίνη)
• αναστολείς πρωτεάσης του HIV (π.χ. ινδιναβίρη)
• ορισμένοι αποκλειστές διαύλων ασβεστίου (π.χ. διλτιαζέμη, βεραπαμίλη)
Ο παραπάνω κατάλογος δεν είναι πλήρης και άλλα μεμονωμένα φάρμακα που είναι γνωστό ότι αναστέλλουν ισχυρά τα ένζυμα του CYP3A (π.χ. σιμετιδίνη) αντενδείκνυνται επίσης.
Η σερτινδόλη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Καρδιαγγειακές Κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι η σερτινδόλη παρατείνει το διάστημα QT σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι ορισμένα άλλα αντιψυχωσικά. Η μέση παράταση του QT είναι μεγαλύτερη στο ανώτερο όριο του συνιστώμενου δοσολογικού εύρους (20 και 24 mg). Η παράταση του διαστήματος QTc σε ορισμένα φάρμακα σχετίζεται με την ικανότητα πρόκλησης αρρυθμίας τύπου κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (TdP) (μία δυνητικά θανατηφόρο πολυμορφική κοιλιακή ταχυκαρδία) και αιφνίδιου θανάτου. Ωστόσο, τα κλινικά και μη κλινικά δεδομένα δεν μπόρεσαν να επιβεβαιώσουν κατά πόσο η σερτινδόλη έχει μεγαλύτερη αρρυθμογόνο δράση από τα άλλα αντιψυχωσικά. Ως εκ τούτου, η σερτινδόλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε ασθενείς με δυσανεξία σε τουλάχιστον έναν άλλο αντιψυχωσικό παράγοντα.
Οι συνταγογράφοι ιατροί θα πρέπει να συμμορφώνονται πλήρως με τα απαιτούμενα μέτρα ασφάλειας.
ΗΚΓ έλεγχος:
- Η ΗΚΓ παρακολούθηση είναι υποχρεωτική πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σερτινδόλη.
- Η σερτινδόλη αντενδείκνυται εάν παρατηρηθεί διάστημα QTc μεγαλύτερο των 450 msec στους άνδρες ή των 470 msec στις γυναίκες κατά την έναρξη της θεραπείας.
- Η ΗΚΓ παρακολούθηση πρέπει να διεξάγεται κατά την έναρξη της θεραπείας, κατά την επίτευξη σταθεροποιημένης κατάστασης μετά από περίπου 3 εβδομάδες ή κατά την επίτευξη δόσης 16 mg και ξανά μετά από 3 μήνες θεραπείας.
- Κατά τη διάρκεια της θεραπείας συντήρησης, απαιτείται ένα ΗΚΓ κάθε 3 μήνες.
- Κατά τη διάρκεια της θεραπείας συντήρησης, θα πρέπει να πραγματοποιούνται ΗΚΓ μετρήσεις πριν και μετά από οποιαδήποτε αύξηση της δόσης.
- Συνιστάται η διενέργεια ΗΚΓ μετά την προσθήκη ή την αύξηση της δοσολογίας ταυτόχρονης φαρμακευτικής αγωγής που μπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση της σερτινδόλης (βλ. παράγραφο 4.5).
- Εάν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σερτινδόλη παρατηρηθεί διάστημα QTc μεγαλύτερο των 500 msec, η θεραπεία με σερτινδόλη πρέπει να διακόπτεται.
- Σε ασθενείς με συμπτώματα, όπως αίσθημα παλμών, σπασμούς, ή συγκοπή, τα οποία θα μπορούσαν να υποδεικνύουν την εμφάνιση αρρυθμιών, ο συνταγογράφος θα πρέπει να ξεκινήσει επείγουσα αξιολόγηση, συμπεριλαμβανομένου ενός ΗΚΓ.
- Η ΗΚΓ παρακολούθηση ιδανικά διεξάγεται το πρωί και προτιμώνται οι τύποι Bazett ή Fridericia για τον υπολογισμό του διαστήματος QTc.
Ο κίνδυνος της παράτασης του QT αυξάνεται σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με φάρμακα που παρατείνουν το διάστημα QT ή φάρμακα που αναστέλλουν το μεταβολισμό της σερτινδόλης (βλ.
παράγραφο 4.3).
Τα αρχικά επίπεδα καλίου και μαγνησίου στον ορό θα πρέπει να μετρούνται πριν από την έναρξη θεραπείας με σερτινδόλη σε ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο σοβαρών διαταραχών των ηλεκτρολυτών. Τα χαμηλά επίπεδα καλίου και μαγνησίου στον ορό θα πρέπει να διορθώνονται πριν από την έναρξη της θεραπείας.
Συνιστάται η παρακολούθηση του καλίου στον ορό σε ασθενείς που παρουσιάζουν έμετο, διάρροια, θεραπεία με διουρητικά που μειώνουν το κάλιο, ή άλλες διαταραχές των ηλεκτρολυτών.
Λόγω της δράσης αποκλεισμού της σερτινδόλης, μπορεί να εμφανιστούν συμπτώματα ορθοστατικής υπότασης κατά τη διάρκεια της αρχικής περιόδου τιτλοποίησης της δόσης.
Τα αντιψυχωσικά φάρμακα μπορεί να αναστείλουν τις επιδράσεις των αγωνιστών της ντοπαμίνης. Η σερτινδόλη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με νόσο του Parkinson.
Ορισμένοι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs), όπως η φλουοξετίνη και η παροξετίνη (ισχυροί αναστολείς του CYP2D6), μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα της σερτινδόλης στο πλάσμα 2 έως 3 φορές. Η σερτινδόλη θα πρέπει συνεπώς να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με αυτά τα φάρμακα μόνο με εξαιρετική προσοχή, και μόνο εάν το δυνητικό όφελος υπερτερεί του κινδύνου. Ενδέχεται να χρειαστεί χαμηλότερη δόση συντήρησης της σερτινδόλης και θα πρέπει να γίνεται προσεκτική ΗΚΓ παρακολούθηση πριν και μετά από οποιαδήποτε προσαρμογή της δόσης αυτών των φαρμάκων (βλ.
παράγραφο 4.5).
Η σερτινδόλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με γνωστό πτωχό μεταβολισμό του CYP2D6 (βλ. παράγραφο 4.5).
Υπεργλυκαιμία ή επιδείνωση προϋπάρχοντος διαβήτη έχουν αναφερθεί σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σερτινδόλη. Συνιστάται κατάλληλη κλινική παρακολούθηση σε διαβητικούς ασθενείς και σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για ανάπτυξη σακχαρώδους διαβήτη.
Αυξημένη θνησιμότητα σε ηλικιωμένα άτομα με άνοια Δεδομένα από δύο μεγάλες μελέτες παρατήρησης έδειξαν ότι οι ηλικιωμένοι με άνοια που αντιμετωπίζονται με αντιψυχωσικά διατρέχουν μικρότερο κίνδυνο θανάτου σε σύγκριση με εκείνους που δεν
αντιμετωπίζονται. Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα προκειμένου να δώσουν μία σταθερή εκτίμηση του ακριβούς μεγέθους του κινδύνου και η αιτία του αυξημένου κινδύνου δεν είναι γνωστή.
Το Serdolect δεν διαθέτει άδεια για τη θεραπεία των σχετιζόμενων με την άνοια διαταραχών της συμπεριφοράς.
Κίνδυνος αγγειοεγκεφαλικών ανεπιθύμητων συμβάντων Περίπου τριπλάσια αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης αγγειοεγκεφαλικών ανεπιθύμητων συμβάντων έχει παρατηρηθεί με ορισμένα άτυπα αντιψυχωσικά σε τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές δοκιμές στον πληθυσμό με άνοια. Ο μηχανισμός για αυτόν τον αυξημένο κίνδυνο δεν είναι γνωστός. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο αυξημένος κίνδυνος για άλλα αντιψυχωσικά ή άλλους πληθυσμούς ασθενών. Η σερτινδόλη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.
Λόγω του αυξημένου κινδύνου εμφάνισης σημαντικής καρδιαγγειακής νόσου σε ηλικιωμένους, η σερτινδόλη πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο με προσοχή σε ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών. Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινάει μόνο μετά από ενδελεχή καρδιαγγειακή εξέταση.
Φλεβική θρομβοεμβολή Περιπτώσεις φλεβικής θρομβοεμβολής (VTE) έχουν αναφερθεί με αντιψυχωσικά φάρμακα. Εφόσον οι ασθενείς που αντιμετωπίζονται με αντιψυχωσικά, συχνά παρουσιάζουν επίκτητους παράγοντες κινδύνου για VTE, πρέπει να αναγνωριστούν όλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου για VTE πριν από και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σερτινδόλη και να ληφθούν προληπτικά μέτρα.
Μειωμένη ηπατική λειτουργία Οι ασθενείς με ήπια/μέτρια ηπατική δυσλειτουργία θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Συνιστάται βραδύτερη τιτλοποίηση και χαμηλότερη δόση συντήρησης.
Όψιμη δυσκινησία Η όψιμη δυσκινησία πιστεύεται ότι προκαλείται από την υπερευαισθησία των υποδοχέων της ντοπαμίνης στα βασικά γάγγλια ως αποτέλεσμα του χρόνιου αποκλεισμού των υποδοχέων από τα αντιψυχωσικά. Σε κλινικές μελέτες, έχει παρατηρηθεί χαμηλή συχνότητα εμφάνισης (συγκρίσιμη με του εικονικού φαρμάκου)
εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων κατά τη διάρκεια θεραπείας με σερτινδόλη. Ωστόσο, η μακροχρόνια θεραπεία με αντιψυχωσικές ουσίες (ιδίως σε υψηλές δόσεις) συσχετίζεται με τον κίνδυνο εμφάνισης όψιμης δυσκινησίας. Εάν εμφανιστούν σημεία όψιμης δυσκινησίας, θα πρέπει να εξετάζεται η μείωση της δοσολογίας ή η διακοπή του φαρμάκου.
Επιληπτικές κρίσεις Η σερτινδόλη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό επιληπτικών κρίσεων.
Κακόηθες Νευροληπτικό Σύνδρομο Ένα δυνητικά θανατηφόρο σύμπλεγμα συμπτωμάτων που ορισμένες φορές αναφέρεται ως Κακόηθες Νευροληπτικό Σύνδρομο (NMS) έχει αναφερθεί σε σχέση με τα αντιψυχωσικά φάρμακα. Η αντιμετώπιση του NMS πρέπει να περιλαμβάνει την άμεση διακοπή των αντιψυχωσικών φαρμάκων.
Απόσυρση Οξέα συμπτώματα απόσυρσης, συμπεριλαμβανομένων ναυτίας, εμέτου, εφίδρωσης, και αϋπνίας, έχουν περιγραφεί μετά την απότομη διακοπή των αντιψυχωσικών φαρμάκων. Μπορεί επίσης να εμφανιστεί επανεμφάνιση ψυχωσικών συμπτωμάτων, και έχει επίσης αναφερθεί εμφάνιση διαταραχών ακούσιων κινήσεων (όπως ακαθησία, δυστονία και δυσκινησία). Συνεπώς, συνιστάται βαθμιαία απόσυρση.
Έκδοχα Τα δισκία περιέχουν μονοϋδρική λακτόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολική έλειψη λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δε θα πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο.
Αυτό το φάρμακο περιέχει λιγότερο από 1mmolνατρίου (23 mg) ανά δισκίο, δηλαδή ουσιαστικά είναι «ελεύθερο νατρίου».
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Οι αυξήσεις του διαστήματος QT που σχετίζονται με τη θεραπεία με σερτινδόλη μπορεί να επιδεινωθούν με τη συγχορήγηση άλλων φαρμάκων που είναι γνωστό ότι αυξάνουν σημαντικά το διάστημα QT. Ως εκ τούτου, η συγχορήγηση αυτών των φαρμάκων αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3). Μια τέτοια αλληλεπίδραση μπορεί να συμβεί π.χ. μεταξύ κινιδίνης και σερτινδόλης. Επιπλέον των επιδράσεων στην παράταση του διαστήματος QT (βλ. παράγραφο 4.3), το CYP2D6 αναστέλλεται σημαντικά από την κινιδίνη.
Η σερτινδόλη μεταβολίζεται εκτενώς από τα ισοένζυμα CYP2D6 και CYP3A του κυτοχρώματος Ρ450. Το CYP2D6 εμφανίζει πολυμορφισμό στον πληθυσμό και αμφότερα τα ισοένζυμα μπορούν να ανασταλούν από μια ποικιλία ψυχοτρόπων και άλλων φαρμάκων (βλ. παράγραφο 4.4).
CYP2D6 Η συγκέντρωση της σερτινδόλης στο πλάσμα αυξάνεται κατά 2-3 φορές σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φλουοξετίνη ή παροξετίνη (ισχυροί αναστολείς του CYP2D6). Συνεπώς, η σερτινδόλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με αυτούς ή με άλλους αναστολείς του CYP2D6 μόνο με εξαιρετική προσοχή. Ενδέχεται να χρειαστεί χαμηλότερη δόση συντήρησης της σερτινδόλης και θα πρέπει να γίνεται προσεκτική ΗΚΓ παρακολούθηση πριν και μετά από οποιαδήποτε προσαρμογή της δόσης αυτών των φαρμάκων (βλ. παράγραφο 4.4).
CYP3A Μικρές αυξήσεις (25%) της συγκέντρωσης της σερτινδόλης στο πλάσμα σημειώθηκαν με τα μακρολιδικά αντιβιοτικά (π.χ., την ερυθρομυκίνη, που είναι αναστολέας του CYP3A) και τους ανταγωνιστές διαύλων ασβεστίου (διλτιαζέμη, βεραπαμίλη). Ωστόσο, οι συνέπειες θα μπορούσαν να είναι μεγαλύτερες στους ασθενείς με πτωχό μεταβολισμό του CYP2D6 (δεδομένου ότι θα επηρεαζόταν η αποβολή της σερτινδόλης τόσο από το CYP2D6 όσο και από το CYP3A). Επομένως, αφού δεν είναι δυνατό να ταυτοποιούνται σε τακτική βάση οι ασθενείς με πτωχό μεταβολισμό του CYP2D6, η ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων του CYP3A και σερτινδόλης αντενδείκνυται, καθώς αυτό μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικές αυξήσεις των επιπέδων της σερτινδόλης (βλ. παράγραφο 4.3).
Ο μεταβολισμός της σερτινδόλης μπορεί να ενισχυθεί σημαντικά από παράγοντες που είναι γνωστό ότι επάγουν τα ισοένζυμα CYP, ιδίως τη ριφαμπικίνη, την καρβαμαζεπίνη, τη φαινυτοΐνη και τη φαινοβαρβιτάλη, που μπορούν να μειώσουν τις συγκεντρώσεις της σερτινδόλης στο πλάσμα κατά 2 έως 3 φορές. Η μειωμένη αντιψυχωσική αποτελεσματικότητα σε ασθενείς που λαμβάνουν αυτά τα φάρμακα ή άλλους παράγοντες επαγωγής μπορεί να απαιτήσει την προσαρμογή της δόσης της σερτινδόλης στο ανώτερο όριο του δοσολογικού εύρους.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Γονιμότητα Η από του στόματος χορήγηση της σερτινδόλης έδειξε ότι μπορεί να διαταράξει τη γονιμότητα σε αρσενικά ποντίκια και αρουραίους σε συστηματικές εκθέσεις παρόμοιες ή μικρότερες από εκείνες που αναμένονται στον άνθρωπο στη μέγιστη συνιστώμενη κλινική δόση. Η διαταραχή της γονιμότητας στα ενήλικα αρσενικά, η οποία ήταν αναστρέψιμη, πιθανώς οφείλεται σε ανταγωνισμό των α -αδρενεργικών υποδοχέων.
Στον άνθρωπο, έχουν αναφερθεί ανεπιθύμητα συμβάντα, όπως υπερπρολακτιναιμία, γαλακτόρροια, στυτική δυσλειτουργία, διαταραχή εκσπερμάτισης και αποτυχία εκσπερμάτισης. Τα συμβάντα αυτά ενδέχεται να έχουν αρνητική επίδραση στη σεξουαλική λειτουργία και τη γονιμότητα γυναικών και/ή ανδρών.
Εάν εμφανιστεί κλινικά σημαντική υπερπρολακτιναιμία, γαλακτόρροια ή σεξουαλικές δυσλειτουργίες, θα πρέπει να εξετάζεται η μείωση της δόσης (εάν είναι δυνατό) ή η διακοπή της θεραπείας.
Οι επιδράσεις είναι αναστρέψιμες κατά τη διακοπή της θεραπείας.
Κύηση Η ασφάλεια της σερτινδόλης για χρήση κατά τη διάρκεια της κύησης δεν έχει τεκμηριωθεί.
Η σερτινδόλη δεν ήταν τερατογόνος σε μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα. Μια περι/μεταγεννητική μελέτη σε αρουραίους έδειξε μείωση στη γονιμότητα των απογόνων σε δόση εντός του θεραπευτικού εύρους για τον άνθρωπο (βλ. παράγραφο 5.3).
Συνεπώς, η σερτινδόλη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης.
Τα νεογνά που εκτίθενται σε αντιψυχωσικά (συμπεριλαμβανομένου του Serdolect) κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών, συμπεριλαμβανομένων εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων και/ή συμπτωμάτων απόσυρσης που μπορεί να ποικίλουν σε σοβαρότητα και διάρκεια μετά τον τοκετό. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις για διέγερση, υπερτονία, υποτονία, τρόμο, υπνηλία, αναπνευστική δυσχέρεια, ή διαταραχής της σίτισης. Κατά συνέπεια, τα νεογέννητα θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
Θηλασμός Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες σε θηλάζουσες μητέρες, ωστόσο, αναμένεται ότι η σερτινδόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
Εάν η θεραπεία με σερτινδόλη θεωρείται απαραίτητη, θα πρέπει να εξεταστεί η διακοπή του θηλασμού.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Η σερτινδόλη δεν είναι κατασταλτικό, ωστόσο, οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται να μην οδηγούν ή να χειρίζονται μηχανήματα μέχρις ότου γίνει γνωστή η ατομική τους ευαισθησία.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ανεπιθύμητες ενέργειες Στις κλινικές δοκιμές, ανεπιθύμητα συμβάντα με συχνότητα εμφάνισης μεγαλύτερη από 1%, που σχετίζονται με τη χρήση της σερτινδόλης και με σημαντική διαφορά από το εικονικό φάρμακο, ήταν (καταγράφονται με σειρά φθίνουσας συχνότητας): ρινίτιδα/ρινική συμφόρηση, μη φυσιολογική εκσπερμάτιση (μειωμένος όγκος εκσπερμάτισης), ζάλη, ξηροστομία, ορθοστατική υπόταση, αύξηση σωματικού βάρους, περιφερικό οίδημα, δύσπνοια, παραισθησία, και παράταση του διαστήματος QT (βλ.
παράγραφο 4.4).
Εξωπυραμιδικά συμπτώματα (EPS)
Οι συχνότητες αναφοράς σχετιζόμενων με EPS ανεπιθύμητων συμβάντων από ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σερτινδόλη ήταν παρόμοιες με αυτές σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο.
Επιπλέον, σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές δοκιμές, το ποσοστό των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με σερτινδόλη και χρειάσθηκαν φαρμακευτική αγωγή κατά των EPS δεν διέφερε από εκείνο των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο.
Μερικές από τις ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου θα εμφανιστούν στην αρχή της θεραπείας και θα εξαφανιστούν με τη συνεχή θεραπεία, π.χ., ορθοστατική υπόταση.
Στον παρακάτω πίνακα παρουσιάζονται οι ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομημένες ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητα:
Πολύ συχνές ( 1/10), Συχνές ( 1/100, < 1/10), Όχι συχνές ( 1/1.000, < 1/100), Σπάνιες ( 1/10.000, < 1/1.000), Πολύ σπάνιες ( 1/10.000), Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Κατηγορία οργανικού συστήματος | Συχνότητα | Ανεπιθύμητες Ενέργειες |
|---|---|---|
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | Όχι συχνές | Υπερπρολακτιναιμία |
| Διαταραχές του μεταβολισμού | Συχνές | Αύξηση σωματικού βάρους |
| και της θρέψης | Όχι συχνές | Υπεργλυκαιμία |
|---|---|---|
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Συχνές | Ζάλη, παραισθησία |
| Όχι συχνές | Συγκοπή, σπασμός, διαταραχή κίνησης (ειδικότερα όψιμη δυσκινησία, βλ. παράγραφο 4.4) | |
| Σπάνιες | Περιπτώσεις που αναφέρθηκαν ως Κακοήθες Νευροληπτικό Σύνδρομο (NMS) έχουν ληφθεί σε σχέση με τη σερτινδόλη (βλ. παράγραφο 4.4) | |
| Καρδιακές διαταραχές | Συχνές | Περιφερικό οίδημα Παρατεταμένο διάστημα QT (βλ. παράγραφο 4.4) |
| Όχι συχνές | Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (βλ. παράγραφο 4.4) | |
| Αγγειακές διαταραχές | Συχνές | Ορθοστατική υπόταση (βλ. παράγραφο 4.4) |
| Μη γνωστές | Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις φλεβικής θρομβοεμβολής, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων πνευμονικής εμβολής και περιπτώσεων εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης, με αντιψυχωσικά φάρμακα | |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | Πολύ συχνές | Ρινίτιδα/ρινική συμφόρηση |
| Συχνές | Δύσπνοια | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Συχνές | Ξηροστομία |
| Καταστάσεις της κύησης, της λοχείας και της περιγεννητικής περιόδου | Μη γνωστές | Σύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου των νεογνών (βλ. 4.6) |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Πολύ συχνές | Αποτυχία εκσπερμάτισης |
| Συχνές | Διαταραχές εκσπερμάτισης Στυτική δυσλειτουργία | |
| Όχι συχνές | Γαλακτόρροια | |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Συχνές | Ερυθρά αιμοσφαίρια ούρων θετικά, λευκά αιμοσφαίρια ούρων θετικά |
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr
4.9 Υπερδοσολογία
Η εμπειρία με την σερτινδόλη στην οξεία υπερδοσολογία είναι περιορισμένη. Έχουν εμφανιστεί θανατηφόρες περιπτώσεις. Ωστόσο, ασθενείς που έλαβαν εκτιμώμενες δοσολογίες έως και 840 mg ανάρρωσαν χωρίς συνέπειες. Τα σημεία και τα συμπτώματα υπερδοσολογίας που αναφέρθηκαν ήταν υπνηλία, κακή άρθρωση, ταχυκαρδία, υπόταση, και παροδική παράταση του διαστήματος QTc. Έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου, συχνά σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα που είναι γνωστό ότι επάγουν TdP.
Αντιμετώπιση Σε περίπτωση οξείας υπερδοσολογίας, πρέπει να εξασφαλιστεί πρόσβαση των αεραγωγών και διατήρηση επαρκούς οξυγόνωσης.
Συνεχής παρακολούθηση του ΗΚΓ και των ζωτικών σημείων πρέπει να αρχίσει αμέσως. Εάν το διάστημα QTc είναι παρατεταμένο, συνιστάται η παρακολούθηση του ασθενούς μέχρις ότου το διάστημα QTc ομαλοποιηθεί. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο χρόνος ημίσειας ζωής της σερτινδόλης είναι 2 έως 4 ημέρες.
Πρέπει να εξασφαλιστεί ενδοφλέβια πρόσβαση, και να εξετασθεί η χορήγηση ενεργού άνθρακα με υπακτικό. Πρέπει να εξετασθεί η πιθανότητα εμπλοκής πολλαπλών φαρμάκων.
Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο της σερτινδόλης και η σερτινδόλη δεν απομακρύνεται μέσω διύλισης, επομένως, πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα υποστηρικτικά μέτρα. Η υπόταση και η κυκλοφορική κατάρρευση πρέπει να αντιμετωπίζονται με κατάλληλα μέτρα, όπως η ενδοφλέβια χορήγηση υγρών. Εάν χρησιμοποιηθούν συμπαθητικομιμητικοί παράγοντες για αγγειακή υποστήριξη, η επινεφρίνη και η ντοπαμίνη πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή, δεδομένου ότι η β-διέγερση σε συνδυασμό με τον α - ανταγωνισμό που σχετίζεται με τη σερτινδόλη μπορεί να επιδεινώσει την υπόταση.
Εάνν χορηγηθεί αντιαρρυθμική θεραπεία, παράγοντες, όπως η κινιδίνη, η δισοπυραμίδη, και η προκαϊναμίδη ενέχουν θεωρητικό κίνδυνο επιδράσεων παράτασης του διαστήματος QT που μπορεί να είναι προσθετικές σε εκείνες της σερτινδόλης.
Σε περιπτώσεις σοβαρών εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων, πρέπει να χορηγηθεί αντιχολινεργική φαρμακευτική αγωγή. Η στενή ιατρική επίβλεψη και παρακολούθηση πρέπει να συνεχίζονται έως ότου αναρρώσει ο ασθενής.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: εκλεκτικά του μεταιχμιακού συστήματος αντιψυχωσικά, κωδικός ATC:
N05A E 03 Έχει προταθεί ότι το νευροφαρμακολογικό προφίλ της σερτινδόλης, ως αντιψυχωσικού φαρμάκου, προέρχεται από την εκλεκτική ανασταλτική της δράση στους μεσομεταιχμιακούς ντοπαμινεργικούς νευρώνες και οφείλονται στην εξισορροπημένη ανασταλτική δράση στους κεντρικούς υποδοχείς ντοπαμίνης D και της σεροτονίνης 5ΗΤ , καθώς και στους α -αδρενεργικούς υποδοχείς.
2 2 1 Σε φαρμακολογικές μελέτες σε ζώα, η σερτινδόλη ανέστειλε την αυτόματη εκφόρτιση των ντοπαμινεργικών νευρώνων της μεσομεταιχμιακής κοιλιακής περιοχής της καλύπτρας του εγκεφάλου (VTA) με μία αναλογία εκλεκτικότητας μεγαλύτερη από 100 σε σύγκριση με τους ντοπαμινεργικούς νευρώνες της συμπαγούς μοίρας της μέλαινας ουσίας (SNC). Η αναστολή της δράσης της SNC θεωρείται ότι ενέχεται στις κινητικές ανεπιθύμητες ενέργειες (EPS) που σχετίζονται με πολλά αντιψυχωσικά φάρμακα.
Τα αντιψυχωσικά φάρμακα είναι γνωστό ότι αυξάνουν τα επίπεδα της προλακτίνης του ορού μέσω ντοπαμινεργικού αποκλεισμού. Σε ασθενείς που έλαβαν σερτινδόλη, τα επίπεδα προλακτίνης παρέμειναν εντός των φυσιολογικών ορίων τόσο κατά τις βραχυχρόνιες μελέτες όσο και κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας (ενός έτους) θεραπείας.
Ωστόσο, περιστασιακά έχουν αναφερθεί υπερπρολακτιναιμία και συμβάντα που σχετίζονται με την προλακτίνη κατά τη χρήση σερτινδόλης μετά την κυκλοφορία της.
Η σερτινδόλη δεν έχει καμία επίδραση στους μουσκαρινικούς και τους ισταμινικούς Η υποδοχείς. Τούτο επιβεβαιώνεται από την απουσία αντιχολινεργικών και κατασταλτικών επιδράσεων που σχετίζονται με τους υποδοχείς αυτούς.
Περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με κλινικές δοκιμές Η Προοπτική Μελέτη Κοορτών για τη Σερτινδόλη (SCoP) ήταν μία πολυεθνική μελέτη που διεξήχθη ως μία μεγάλη απλή δοκιμή υπό φυσιολογικές συνθήκες χρήσης, για τη σύγκριση της θνησιμότητας οποιασδήποτε αιτιολογίας, της καρδιακής ασφάλειας και της αυτοκτονικότητας της σερτινδόλης με εκείνη της ρισπεριδόνης. Η μελέτη σχεδιάστηκε ως μία προοπτική, τυχαιοποιημένη, μερικώς τυφλή μελέτη με δύο παράλληλες ομάδες: σερτινδόλη (n=4.930) και ρισπεριδόνη (n=4.928) με περιόδους θεραπείας έως και 4 έτη.
Η θνησιμότητα οποιασδήποτε αιτιολογίας (το πρώτο κύριο καταληκτικό σημείο) ήταν παρόμοια τόσο για τη σερτινδόλη όσο και για τη ρισπεριδόνη. Οι αιτίες θανάτου διέφερανμεταξύ των δύο ομάδων θεραπείας. Η κύρια αιτία θανάτου στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σερτινδόλη ήταν καρδιακή, με σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο καρδιακής θνησιμότητας από ό,τι στην ομάδα της ρισπεριδόνης. Χαμηλότερος κίνδυνος αποπειρών αυτοκτονίας παρατηρήθηκε στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σερτινδόλη, παρότι ο κίνδυνος τετελεσμένης αυτοκτονίας δεν διέφερε σημαντικά μεταξύ των δύο ομάδων.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Η αποβολή της σερτινδόλης γίνεται μέσω ηπατικού μεταβολισμού, με μέσο τελικό χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 3 ημέρες. Η κάθαρση της σερτινδόλης μειώνεται με την πολλαπλή δοσολογία σε μέση τιμή περίπου 14 l/h (οι γυναίκες έχουν περίπου 20% χαμηλότερη φαινομενική κάθαρση από τους άνδρες, μολονότι η κάθαρση μετά τη διόρθωση για μάζα σώματος χωρίς λίπος είναι παρόμοια). Επομένως, κατά την πολλαπλή δοσολογία, η συσσώρευση είναι μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη ύστερα από εφάπαξ δόση, λόγω αύξησης της συστηματικής βιοδιαθεσιμότητας. Ωστόσο, σε σταθεροποιημένη κατάσταση, η κάθαρση είναι ανεξάρτητη της δόσης και οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα είναι ανάλογες της δόσης. Υπάρχει μέτρια διακύμανση της φαρμακοκινητικής της σερτινδόλης μεταξύ των ατόμων, λόγω του πολυμορφισμού του κυτοχρώματος Ρ450 2D6 (CYP2D6). Ασθενείς με ανεπάρκεια αυτού του ηπατικού ενζύμου εμφανίζουν τιμές κάθαρσης της σερτινδόλης ίσες με το 1/2 έως 1/3 των τιμών που εμφανίζουν οι ασθενείς με εκτεταμένο μεταβολισμό του CYP2D6. Κατά συνέπεια, οι ασθενείς με πτωχό μεταβολισμό του CYP2D6 (μέχρι και 10% του πληθυσμού) θα έχουν επίπεδα στο πλάσμα 2-3 φορές υψηλότερα του φυσιολογικού. Το θεραπευτικό αποτέλεσμα δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί από τη συγκέντρωση της σερτινδόλης για κάθε συγκεκριμένο ασθενή. Συνεπώς, η εξατομίκευση της δόσης επιτυγχάνεται καλύτερα με την αξιολόγηση του θεραπευτικού αποτελέσματος και της ανεκτικότητας.
Απορρόφηση Η σερτινδόλη απορροφάται καλά με t της σερτινδόλης μετά από από του στόματος χορήγηση περίπου 10 max ώρες. Διαφορετικές περιεκτικότητες είναι βιοϊσοδύναμες. Η τροφή και τα αντιόξινα αλουμινίου-μαγνησίου δεν έχουν κλινικά σημαντική επίδραση στο ρυθμό ή την έκταση της απορρόφησης της σερτινδόλης.
Κατανομή Ο φαινομενικός όγκος κατανομής (V /F) της σερτινδόλης μετά από χορήγηση πολλαπλών δόσεων ανέρχεται β περίπου σε 20 l/kg. Η σερτινδόλη συνδέεται περίπου σε ποσοστό 99,5% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως με τη λευκωματίνη και την α -όξινη γλυκοπρωτεϊνη. Σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με τις συνιστώμενες δόσεις, το 90% των συγκεντρώσεων που μετρήθηκαν ήταν κάτω των 140 ng/ml (~320 nmol/l). Η σερτινδόλη διεισδύει στα ερυθρά αιμοσφαίρια με αναλογία αίματος/πλάσματος ίσο με 1,0.
Η σερτινδόλη διέρχεται ευχερώς τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και το φραγμό του πλακούντα.
Μεταβολισμός Δύο μεταβολίτες έχουν ταυτοποιηθεί στο πλάσμα του ανθρώπου: η δεϋδροσερτινδόλη (οξείδωση του δακτυλίου της ιμιδαζολιδινόνης) και η νορσερτινδόλη (Ν-απαλκυλίωση). Οι συγκεντρώσεις της δεϋδροσερτινδόλης και της νορσερτινδόλης ανέρχονται περίπου σε 80% και 40%, αντίστοιχα, της μητρικής ένωσης σε σταθεροποιημένη κατάσταση. Η δράση της σερτινδόλης οφείλεται κατά κύριο λόγο στο μητρικό φάρμακο και οι μεταβολίτες δεν φαίνεται να έχουν σημαντικές φαρμακολογικές επιδράσεις στον άνθρωπο.
Απέκκριση Η σερτινδόλη και οι μεταβολίτες της αποβάλλονται πολύ αργά, με συνολική ανάκτηση 50-60% μίας από του στόματος χορηγούμενης ραδιοσημασμένης δόσης, 14 ημέρες μετά τη χορήγηση. Περίπου 4% της δόσης
απεκκρίνεται στα ούρα ως μητρικό φάρμακο συν μεταβολίτες, εκ των οποίων λιγότερο από 1% απαντάται ως μητρικό φάρμακο. Η κύρια οδός απέκκρισης είναι τα κόπρανα και αντιπροσωπεύει το υπόλοιπο του μητρικού φαρμάκου και των μεταβολιτών.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Έχει παρατηρηθεί σε μελέτες σε ζώα παράταση του QT στο ΗΚΓ, πιθανώς λόγω αναστολής της καθυστερημένης επανόρθωσης του διαύλου καλίου (I , HERG). Ωστόσο η σερτινδόλη δεν εμφανίζει Κr πρώιμες μετεκπολώσεις σε ίνες Purkinje της καρδιάς κουνελιών ή σκύλων. Οι πρώιμες μετεκπολώσεις θεωρούνται σημαντικές για την πρόκληση Torsade de Pointes. Η σερτινδόλη δεν προκάλεσε κοιλιακές αρρυθμίες Torsade de Pointes σε καρδιά κουνελιών από τα οποία είχαν αφαιρεθεί οι κολποκοιλιακοί κόμβοι, παρά την πειραματική πρόκληση σοβαρής υποκαλιαιμίας (1-5 mmol) και βραδυκαρδίας. Ωστόσο, η εξαγωγή συμπερασμάτων για ανθρώπους από ευρήματα πειραματόζωων όσον αφορά την παράταση του QT και την αρρυθμία, θα πρέπει να γίνεται προσεκτικά δεδομένου ότι μπορεί να υπάρχουν διαφορές μεταξύ των διαφόρων ειδών.
Η οξεία τοξικότητα της σερτινδόλης είναι χαμηλή. Σε μελέτες χρόνιας τοξικότητας σε αρουραίους και σκύλους (3 έως 5 φορές την κλινική έκθεση), παρατηρήθηκαν διάφορες επιδράσεις. Αυτές οι επιδράσεις ευρίσκονται σε συμφωνία με τις φαρμακολογικές ιδιότητες του φαρμάκου.
Οι αναπαραγωγικές μελέτες σε ζώα δεν έχουν δείξει ενδείξεις τερατογόνου δράσης.
Σε μια περι/μεταγεννητική μελέτη σε αρουραίους, παρατηρήθηκε αυξημένη θνησιμότητα των νεογνών, μειωμένη ανάπτυξη των νεογνών και καθυστερημένη ανάπτυξη των απογόνων σε δόσεις, οι οποίες σχετίζονταν με επιδράσεις στη μητέρα και ήταν παρόμοιες ή μικρότερες της μέγιστης συνιστώμενης κλινικής δόσης σε βάση mg/m2. Η αναπαραγωγική ικανότητα και γονιμότητα απογόνων θηλυκών αρουραίων που έλαβαν θεραπεία με σερτινδόλη ήταν μειωμένη.
Η αναπαραγωγική ικανότητα και η γονιμότητα επηρεάστηκαν σε ενήλικες άρρενες αρουραίους σε δοσολογίες 0,14 mg/kg/ημέρα και άνω. Η μείωση της γονιμότητας στους ενήλικες, η οποία ήταν αναστρέψιμη, αποδόθηκε στο φαρμακολογικό προφίλ της σερτινδόλης.
Η σερτινδόλη δεν εμφάνισε τοξικότητα σε μία σειρά μελετών γονοτοξικότητας in vivo και in vitro. Μελέτες καρκινογένεσης που διεξήχθησαν σε ποντικούς και αρουραίους δεν έδειξαν καμία ανάπτυξη όγκων που να σχετίζονται με την κλινική χρήση της σερτινδόλης.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Πυρήνας δισκίου Maize starch, lactose monohydrate, hyprolose, microcrystalline cellulose, croscarmellose sodium, magnesium stearate.
Επικάλυψη δισκίου Hypromellose, titanium dioxide (E171), macrogol 400, και 4 mg: iron oxide yellow (E172)
12 mg: iron oxide yellow (E172), iron oxide red (E172)
16 mg: iron oxide red (E172)
20 mg: iron oxide yellow (E172), iron oxide red (E172), iron oxide black (E172).
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται.
6.3 Διάρκεια ζωής
4 mg, 12 mg, 16 mg και 20 mg: 5 χρόνια.
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες θερμοκρασίας για τη φύλαξή του.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
- Φύλλα blister από PVC/PVdC (διαφανή ή λευκά) με φύλλο αλουμινίου, μέσα σε χάρτινο κουτί, που περιέχουν 7, 10, 14, 20, 28, 30, 50, 98, ή 100 δισκία.
- Υψηλής πυκνότητας πολυαιθυλενίου (HDPE) περιέκτης των 100 δισκίων.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ειδικές προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Καμία ειδική υποχρέωση.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Lundbeck Hellas S.A.
Κηφισίας 109 & Σίνα 151 24 Μαρούσι, Αθήνα Τηλ: 210 61 05 036
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
4 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία: 90337/24-11-2016 12 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία: 90515/24-11-2016 16 mgεπικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία: 90516/24-11-2016 20 mgεπικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία: 90517/24-11-2016
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 23/05/1996 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 14/07/2015