1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΙΟΝΤΟΣ
® Sirdalud
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Δραστικό συστατικό: 5-chloro-4-(2-imidazolin-2-ylamino)-2,1,3-benzothiadiazole (= tizanidine).
Δισκία που περιέχουν 2mg ή 4mg υδροχλωρικής τιζανιδίνης.
Έκδοχα με γνωστή δράση: Κάθε δισκίο των 2 mg περιέχει 80,00 mg λακτόζη.
Έκδοχα με γνωστή δράση: Κάθε δισκίο των 4 mg περιέχει 110,00 mg λακτόζη.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων βλ. 6.1 Κατάλογος εκδόχων.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ
Δισκία (τεμνόμενα) 2 mg Δισκία (τεμνόμενα) 4 mg Τα Sirdalud δισκία 2mg και 4mg μπορούν να διαιρεθούν σε 2 ίσες δόσεις.
4. ΚΛΙΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
4.1 Θεραπευτικές Ενδείξεις
• Επώδυνοι μυϊκοί σπασμοί οφειλόμενοι σε στατικές ή λειτουργικές διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος.
• Σπαστικότητα οφειλόμενη σε νευρολογικές διαταραχές, όπως πολλαπλή σκλήρυνση, χρόνια μυελοπάθεια, εκφυλιστικά νοσήματα του νωτιαίου μυελού, αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια και εγκεφαλική παράλυση.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Το Sirdalud έχει στενό θεραπευτικό εύρος και υψηλή μεταβλητότητα μεταξύ των ασθενών αναφορικά με τις συγκεντρώσεις της τιζανιδίνης στο πλάσμα, που καθιστά σημαντική την προσαρμογή της δόσης ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε ασθενή.
Μια χαμηλή δόση έναρξης των 2 mg τρεις φορές ημερησίως μπορεί να ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο για ανεπιθύμητες ενέργειες. Η δόση πρέπει να αναπροσαρμόζεται προσεκτικά προς τα πάνω ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε ασθενή.
Ανακούφιση από τους επώδυνους μυϊκούς σπασμούς H συνήθης δόση είναι 2έως 4 mg 3 φορές ημερησίως. Σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να χορηγηθεί μία επιπλέον δόση 2 ή 4 mg, κατά προτίμηση το βράδυ για να ελαχιστοποιηθεί η καταστολή.
Σπαστικότητα οφειλόμενη σε νευρολογικές διαταραχές Η αρχική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 4mg χορηγούμενα σε 2 διαιρεμένες δόσεις.
Στη συνέχεια μπορεί να αυξάνεται σταδιακά ανά διαστήματα μισής ή μίας εβδομάδας, κατά 2mg.
Η άριστη θεραπευτική απόκριση επιτυγχάνεται γενικώς με ημερήσια δοσολογία κυμαινόμενη
μεταξύ 12 mg - 24 mg, χορηγούμενη σε 3 ή 4 ίσες δόσεις. Η μέγιστη συνιστώμενη ημερησίως δόση είναι 36mg.
Ηλικιωμένοι (ατομα 65 ετών και άνω): Η εμπειρία από την χορήγηση του Sirdalud στους ηλικιωμένους είναι περιορισμένη. Για το λόγο αυτό, συνιστάται η έναρξη της θεραπείας να γίνεται στη χαμηλότερη δόση και η αύξηση της δοσολογίας θα πρέπει να γίνεται με μικρά βήματα ανάλογα με την ανοχή και την αποτελεσματικότητα.
Νεφρική δυσλειτουργία: Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης κάτω των 25 ml/min) συνιστάται η έναρξη θεραπείας με 2 mg, μία φορά ημερησίως. Αυξήσεις στη δοσολογία θα πρέπει να γίνονται μόνο με μικρά βήματα, ανάλογα με την ανοχή και την αποτελεσματικότητα. Για βελτίωση της αποτελεσματικότητας, συνιστάται πρώτα αύξηση της δόσης που χορηγείται άπαξ ημερησίως και στη συνέχεια αύξηση της συχνότητας χορήγησης.
(βλ. παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις & προφυλάξεις).
Ηπατική δυσλειτουργία: Η χρήση του Sirdalud σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3 Αντενδείξεις).
Καθώς το Sirdalud μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ, περιορισμένα δεδομένα είναι διαθέσιμα για αυτόν τον πληθυσμό (βλ. παράγραφο 5.1 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες). Η χρήση του έχει συνδεθεί με αναστρέψιμη διαταραχή στις εξετάσεις για την ηπατική λειτουργία (βλέπε παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις & προφυλάξεις κατά τη χρήση και 4.9 Ανεπιθύμητες ενέργειες). Το Sirdalud πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία και η θεραπεία πρέπει να ξεκινάει με τη χαμηλότερη δόση. Στη συνέχεια, η αύξηση της δοσολογίας πρέπει να γίνεται με προσοχή και σύμφωνα με την ανοχή του κάθε ασθενή.
Παιδιατρικός πληθυσμός: Η εμπειρία σε ασθενείς κάτω των 18 ετών είναι περιορισμένη και κατά συνέπεια η χρήση σε αυτό τον πληθυσμό δεν συνιστάται.
Διακοπή της θεραπείας: Εάν πρέπει να διακοπεί το Sirdalud, η δοσολογία θα πρέπει να διακόπτεται σταδιακά, ειδικά σε ασθενείς που λάμβαναν υψηλές δόσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα ώστε να αποφευχθεί ή να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος για υπέρταση αναπήδησης και ταχυκαρδία (βλ. παράγραφο 4.4 Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση).
Τρόπος χορήγησης Από το στόμα
4.3 Αντενδείξεις
• Γνωστή υπερευαισθησία στη τιζανιδίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα του φαρμάκου (βλέπε
6.1 Λίστα εκδόχων)
• Σοβαρή διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας (βλ. παράγραφο 5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες)
• Παιδιά, Κύηση, Γαλουχία
• Η ταυτόχρονη χορήγηση της τιζανιδίνης με ισχυρούς αναστολείς του CYP1A2, όπως με τη φλουβοξαμίνη ή σιπροφλοξασίνη αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.5 Αλληλεπιδράσεις με
άλλα φάρμακα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης και 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις & ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση).
4.4 Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις & προφυλάξεις κατά τη χρήση
Αναστολείς του CYP H ταυτόχρονη χρήση του Sirdalud με μέτριους αναστολείς του CYP1A2 δεν συνιστάται (βλ.
παράγραφο 4.3 Αντενδείξεις και 4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης).
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται όταν το Sirdalud χορηγείται μαζί με φάρμακα που είναι γνωστό ότι προκαλούν επιμήκυνση του διαστήματος QT(c) (βλ. παράγραφο 4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης).
Υπόταση Υπόταση μπορεί να εμφανισθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Sirdalud (βλ. παράγραφο 4.8 Ανεπιθύμητες Ενέργειες) και επίσης, ως αποτέλεσμα των αλληλεπιδράσεων του φαρμάκου με αναστολείς του CYP1Α2 ή/και άλλα αντιϋπερτασικά φάρμακα (βλ. παράγραφο 4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης). Έχουν επίσης αναφερθεί σοβαρές εκδηλώσεις υπότασης, όπως απώλεια συνείδησης και κυκλοφορική κατάρριψη.
Σύνδρομο απόσυρσης Έχουν αναφερθεί υπέρταση αναπήδησης (rebound phenomenon) και ταχυκαρδία μετά από απότομη απόσυρση του Sirdalud, ειδικά όταν χρησιμοποιείται για μεγάλο χρονικό διάστημα ή/και σε υψηλές δόσεις ή/και ταυτόχρονα με άλλα αντιϋπερτασικά φάρμακα. Σε ακραίες περιπτώσεις, η υπέρταση αναπήδησης μπορεί να οδηγήσει σε αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.
Το Sirdalud δεν πρέπει να διακόπτεται απότομα αλλά σταδιακά (βλ. παράγραφο 4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα ή άλλες μορφές αλληλεπίδρασης και 4.8 Ανεπιθύμητες Ενέργειες).
Ηπατική δυσλειτουργία Λόγω του ότι έχει παρατηρηθεί ηπατική δυσλειτουργία κατά τη χρήση της τιζανιδίνης, σπάνια όμως με ημερήσιες δόσεις μέχρι 12mg, συνιστάται έλεγχος της ηπατικής λειτουργίας κάθε μήνα για τους 4 πρώτους μήνες σε ασθενείς που λαμβάνουν δόσεις από 12mg και πάνω και σε ασθενείς που αναπτύσσουν κλινικά συμπτώματα που δηλώνουν ηπατική δυσλειτουργία, όπως ανεξήγητη ναυτία, ανορεξία ή κόπωση. Η θεραπεία με Sirdalud θα πρέπει να διακοπεί εάν τα επίπεδα των SGPT ή/και SGOT ορού είναι σταθερά πάνω από 3 μήνες στα υψηλότερα όρια της φυσιολογικής κλίμακας.
Νεφρική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης κάτω των 25 ml/min) η συστηματική έκθεση στην τιζανιδίνη μπορεί να αυξηθεί μέχρι και 6 φορές σε σύγκριση με τους ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Για το λόγο αυτό συνιστάται η έναρξη θεραπείας με 2 mg μία φορά ημερησίως (βλ. παράγραφο 4.2 Δοσολογία και Τρόπος χορήγησης).
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας Οι αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένων αναφυλαξίας, αγγειοοιδήματος, δερματίτιδας, εξανθήματος, κνίδωσης, κνησμού και ερυθήματος έχουν αναφερθεί σε σχέση με τιζανιδίνη. Η προσεκτική παρακολούθηση του ασθενούς συνιστάται για μία έως δύο ημέρες μετά την χορήγηση της πρώτης δόσης. Αν παρατηρηθεί αναφυλαξία ή αγγειοοίδημα με αναφυλακτικό σοκ ή δυσκολία στην αναπνοή, η θεραπεία με Sirdalud θα πρέπει να διακοπεί αμέσως και θα πρέπει να συστηθεί κατάλληλη ιατρική θεραπεία.
Έκδοχα Περιέχει λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης- γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Η ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκων που είναι γνωστό ότι αναστέλλουν την δραστηριότητα του CYP1A2 μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα της τιζανιδίνης στο πλάσμα (βλ. παράγραφο 5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες).
Τα αυξημένα επίπεδα της τιζανιδίνης στο πλάσμα μπορεί να οδηγήσουν σε συμπτώματα υπερδοσολογίας, όπως επιμήκυνση του διαστήματος QT(c) (βλ. παράγραφο 4.9 Υπερδοσολογία).
Η ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκων που είναι γνωστό ότι ενισχύουν την δραστηριότητα του CYP1A2 μπορεί να μειώσουν τα επίπεδα της τιζανιδίνης στο πλάσμα (βλ. παράγραφο 5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες). Τα μειωμένα επίπεδα της τιζανιδίνης στο πλάσμα μπορεί να μειώσουν τη θεραπευτική δράση του Sirdalud.
Αλληλεπιδράσεις που συνιστούν αντένδειξη Η ταυτόχρονη λήψη του Sirdalud με φλουβοξαμίνη ή σιπροφλοξασίνη, που είναι ισχυροί CYP1A2 αναστολείς, αντενδείκνυται. Η ταυτόχρονη χρήση του Sirdalud με φλουβοξαμίνη και σιπροφλοξασίνη οδήγησε σε μια αύξηση κατά 33 φορές και κατά 10 φορές στην AUC της τιζανιδίνης αντίστοιχα (βλ. παράγραφο 4.3 Αντενδείξεις). Μπορεί να εμφανισθεί κλινικά σημαντική και παρατεταμένη υπόταση μαζί με υπνηλία, ζάλη και ψυχοκινητική συμπεριφορά (βλ. παράγραφο
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
Αλληλεπιδράσεις που δε συνιστούν ταυτόχρονη χορήγηση Η συγχορήγηση του Sirdalud μαζί με άλλους αναστολείς CYP41A2, όπως αντιαρρυθμικά (αμιοδαρόνη, μεξιλετίνη, προπαφαινόνη), σιμετιδίνη, φθοριοκινολόνες (enoxacin, πεφλοξασίνη, νορφλοξασίνη), ροφεκοξίμπη, από του στόματος αντισυλληπτικά και τικλοπιδίνη, δεν συνιστάται (βλ.
παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
Αλληλεπιδράσεις που πρέπει να εξετάζονται Η ταυτόχρονη χορήγηση τιζανιδίνης (σε υψηλές δόσεις) με άλλα φάρμακα που μπορεί να προκαλέσουν επιμήκυνση του διαστήματος QT(c) (συμπεριλαμβανομένων, αλλά όχι μόνο, των cisapride, amytriptyline και azithromycin) δε συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
Αντιϋπερτασικά Η ταυτόχρονη λήψη του Sirdalud μαζί με αντιυπερτασικά, συμπεριλαμβανομένων και των διουρητικών, μπορεί να προκαλέσει υπόταση (βλ. παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση) και βραδυκαρδία. Σε κάποιους ασθενείς, έχουν αναφερθεί υπέρταση αναπήδησης και ταχυκαρδία μετά από απότομη διακοπή του Sirdalud όταν χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με άλλα αντιϋπερτασικά φάρμακα. Σε ακραίες περιπτώσεις η υπέρταση αναπήδησης μπορεί να οδηγήσει σε αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (βλ. παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση και παράγραφο 4.8 Ανεπιθύμητες Ενέργειες).
Ριφαμπικίνη Η ταυτόχρονη χορήγηση του Sirdalud με ριφαμπικίνη έχει ως αποτέλεσμα 50% μείωση στις συγκεντρώσεις της τιζανιδίνης. Για το λόγο αυτό, η θεραπευτική δράση του Sirdalud μπορεί να μειωθεί κατά τη διάρκεια θεραπείας με ριφαμπικίνη, η οποία μπορεί να είναι κλινικής σημασίας για μερικούς ασθενείς. Η μακροχρόνια συγχορήγηση πρέπει να αποφεύγεται και στην περίπτωση που επιλέγεται η συγχορήγηση, απαιτείται προσεκτική ρύθμιση της δόσης.
Κάπνισμα Χορήγηση του Sirdalud σε καπνιστές (>10 τσιγάρα ημερησίως) έχει ως αποτέλεσμα 30% μείωση στη συστηματική έκθεση στην τιζανιδίνη. Η μακροχρόνια θεραπεία με Sirdalud σε συστηματικούς καπνιστές μπορεί να απαιτεί υψηλότερες δόσεις από τις συνηθισμένες.
Κατανάλωση οινοπνεύματος Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Sirdalud, η κατανάλωση οινοπνεύματος θα πρέπει να ελαχιστοποιείται ή να αποφεύγεται, καθώς μπορεί να αυξήσει τις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. καταστολή και υπόταση). Οι κατασταλτικές επιδράσεις του οινοπνεύματος στο κεντρικό νευρικό σύστημα μπορεί να ενισχύσουν τη δράση του Sirdalud.
Άλλες αλληλεπιδράσεις που πρέπει να εξετάζονται Τα ηρεμιστικά, τα υπνωτικά (π.χ. benzodiazepine ή baclofen), και άλλα φάρμακα όπως τα αντισταμινικά μπορεί επίσης να ενισχύσουν την κατασταλτική δράση της τιζανιδίνης.
Το Sirdalud θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη χορήγηση με άλλους αλφα-2 αδρενεργικούς ανταγωνιστές (όπως η κλονιδίνη) λόγω της πιθανής επιπρόσθετης δράσης για πρόκληση υπότασης.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
• Κύηση Μελέτες σε ζώα καταδεικνύουν αυξημένη προγεννητική και περιγεννητική θνησιμότητα σε μητρικές τοξικές δόσεις. Καθώς δεν υπάρχουν ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες το Sirdalud δεν πρέπει να χορηγείται κατά την κύηση, εκτός εάν το όφελος είναι μεγαλύτερο του κινδύνου.
• Θηλασμός
Μικρές ποσότητες τιζανιδίνης εκκρίνονται μέσω του γάλακτος στους αρουραίους. Καθώς δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τον άνθρωπο, το Sirdalud δεν πρέπει να χορηγείται σε γυναίκες κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
• Γονιμότητα Δεν έχει παρατηρηθεί μείωση της γονιμότητας σε αρσενικούς αρουραίους με δόση των 10 mg / kg / ημέρα και σε θηλυκούς αρουραίους με δόση 3 mg / kg / ημέρα. Η γονιμότητα ήταν μειωμένη σε αρσενικούς αρουραίους οι οποίοι ελάμβαναν 30 mg /kg/ημέρα και σε θηλυκούς αρουραίους οι οποίοι ελάμβαναν 10 mg/kg/ημέρα. Σε αυτές τις δόσεις, παρατηρήθηκαν διαταραχές στη συμπεριφορά της μητέρας και συμπτώματα τα οποία συμπεριλάμβαναν εμφανή καταστολή, απώλεια βάρους, και αταξία. Σύμφωνα με την επιφάνεια του σώματος, οι δόσεις αυτές ήταν μεγαλύτερες κατά 2,2 και 6,7 φορές από την προτεινόμενη δόση για τον άνθρωπο (0,72 mg/kg/ημέρα).
Αντισύλληψη: Συνίσταται έλεγχος πιθανής ύπαρξης εγκυμοσύνης πριν την έναρξη της θεραπείας με Sirdalud. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να ενημερωθούν ότι, σύμφωνα με αποτελέσματα μελετών που πραγματοποιήθηκαν σε ζώα, το Sirdalud θα μπορούσε να βλάψει το έμβρυο. Συνεπώς, θα πρέπει να ληφθεί κατάλληλη αντισυλληπτική μέθοδος (με πιθανότητα εγκυμοσύνης μικρότερη από 1%) κατά τη θεραπεία με Sirdalud, μέχρι και μία ημέρα μετά την διακοπή του φαρμάκου.
4.7 Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Oι ασθενείς οι οποίοι παρουσιάζουν ζάλη, υπνηλία ή άλλα συμπτώματα υπότασης θα πρέπει να αποφεύγουν να εκτελούν δραστηριότητες που απαιτούν εγρήγορση, όπως η οδήγηση και ο χειρισμός μηχανημάτων.
4.8. Ανεπιθύμητες Ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες από κλινικές μελέτες και μεμονωμένες αναφορές (Πίνακας 1)
κατατάσσονται ανάλογα με τις κατηγορίες οργάνου συστήματος κατά MedDRA. Εντός κάθε κατηγορίας οργάνου συστήματος, οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατατάσσονται ανάλογα με τη συχνότητα, οι πιο συχνές πρώτες. Εντός κάθε ομάδας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρονται με φθίνουσα σειρά σοβαρότητας. Επιπλέον, οι συχνότητες για κάθε ανεπιθύμητη ενέργεια σύμφωνα με την μετατροπή κατά CIOMS III παρουσιάζονται στη συνέχεια: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100, < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000, < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000, < 1/1.000) πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές (δε μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Πίνακας 1 Ανεπιθύμητες Ενέργειες Ψυχιατρικές διαταραχές Συχνές: Αϋπνία, διαταραχές ύπνου Μη γνωστές: Ψευδαισθήσεις, σύγχυση Διαταραχές του Νευρικού συστήματος Πολύ συχνές: Υπνηλία, ζάλη Μη γνωστές: Ίλιγγος, Δυσαρθρία
Οφθαλμικές διαταραχές Μη γνωστές: Θολή όραση Καρδιακές διαταραχές Όχι συχνές: Βραδυκαρδία, ταχυκαρδία Αγγειακές διαταραχές Συχνές: Υπόταση Μη γνωστές: Συγκοπή Διαταραχές του Γαστρεντερικού Πολύ συχνές: Γαστρεντερικές διαταραχές, ξηροστομία Συχνές: Ναυτία Μη γνωστές: Κοιλιακό άλγος, έμετος Ηπατοχολικές διαταραχές Μη γνωστές: Ηπατίτιδα, ηπατική ανεπάρκεια .
Μυοσκελετικές διαταραχές και διαταραχές του συνδετικού ιστού Πολύ συχνές: Μυϊκή αδυναμία Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Πολύ συχνές: Κόπωση Μη γνωστές: Εξασθένιση, σύνδρομο απόσυρσης Παρακλινικές εξετάσεις Συχνές: Μείωση αρτηριακής πίεσης, αύξηση τρανσαμινασών Διαταραχες Ανοσοποιητικ ού Αντιδράσεις υπερευαισθησίας συμπεριλαμβανομένου:
συστήματος αναφυλαξία, αγγειοοίδημα και κνίδωση Μη γνωστές:
Διαταραχές δέρματος και υποδόριου Κνησμός, εξάνθημα, ερύθημα, δερματίτιδα ιστού Μη γνωστές:
Με χαμηλή δοσολογία, όπως συνιστάται για την ανακούφιση από τους επώδυνους μυϊκούς σπασμούς, οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι ελαφρές και παροδικές. Περιλαμβάνουν υπνηλία, κόπωση, ζάλη, νωθρότητα, μυϊκά άλγη, αδυναμία, κεφαλαλγία, ξηρότητα στόματος, ελαφρά πτώση της αρτηριακής πίεσης, ναυτία, γαστρεντερικές διαταραχές και παροδική αύξηση στις τρανσαμινάσες ορού.
Με υψηλότερες δόσεις, όπως συνιστάται στη σπαστικότητα, οι παραπάνω ανεπιθύμητες ενέργειες είναι πιο συχνές και πιο έντονες, σπανίως όμως γίνονται αρκετά σοβαρές και απαιτείται διακοπή της θεραπείας.
Πολύ σπάνια εμφανίζεται οξεία ηπατίτιδα και ηπατική ανεπάρκεια.
Σύνδρομο απόσυρσης Έχουν αναφερθεί υπέρταση αναπήδησης και ταχυκαρδία μετά από απότομη απόσυρση του Sirdalud. Σε ακραίες περιπτώσεις η υπόταση αναπήδησης μπορεί να οδηγήσει σε καρδιαγγειακό επεισόδιο. Η τιζανιδίνη δεν πρέπει να διακόπτεται απότομα αλλά σταδιακά (βλ. παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση, 4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα ή άλλες μορφές αλληλεπίδρασης και παράγραφο 4.8 Ανεπιθύμητες Ενέργειες).
4.9 Υπεροδοσολογία
Η κλινική εμπειρία είναι περιορισμένη. Σε περίπτωση ενηλίκου που έλαβε 400 mg Sirdalud, η ανάνηψη ήταν αδιατάραχτη. Πάντως, σε περίπτωση που κάποιος, είτε από άγνοια, είτε από σκοπιμότητα (π.χ. αυτοκτονία) ή κάποιο παιδί παίζοντας πάρει πολύ μεγαλύτερες δόσεις από την κανονική, τότε ο θεράπων ιατρός θα πρέπει να κάνει αυτά που περιγράφονται πιο κάτω:
Συμπτώματα: ναυτία, έμετοι, υπόταση, μύση, ζάλη, αναπνευστική δυσφορία, ανησυχία, υπνηλία, κώμα, επιμήκυνση του διαστήματος QTc.
Θεραπεία: Συνιστάται η απομάκρυνση της ληφθείσας ποσότητας φαρμάκου με πλύση στομάχου και εν συνεχεία επαναλαμβανόμενη χορήγηση υψηλών δόσεων ενεργοποιημένου άνθρακα. Η προκλητή διούρηση αναμένεται να επιταχύνει την απομάκρυνση του Sirdalud. Κατά τα άλλα, η αντιμετώπιση θα πρέπει να είναι συμπτωματική.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
Κατάταξη κατά ATC: Μυοχαλαρωτικό, άλλοι δρώντας κεντρικά παράγοντες M03BX02
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
To Sirdalud είναι ένα μυοχαλαρωτικό που ενεργεί κεντρικά. Η κύρια περιοχή δράσης του είναι ο νωτιαίος μυελός όπου, σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, αναστέλλει την απελευθέρωση των διεγερτικών αμινοξέων που διεγείρουν τους υποδοχείς της Ν-μεθυλ-D-ασπαρτάμης (NMDA)
διεγείροντας τους προσυναπτικούς α -υποδοχείς (α αδρενεργικός αγωνιστής). Με τον τρόπο 2 2 αυτό αναστέλλεται η πολυσυναπτική μετάδοση της νευρικής ώσης στο επίπεδο του νευρώνα που συνδέει τον προσαγωγό νευρώνα και τον τελικό κινητικό νευρώνα και ο οποίος ευθύνεται για τον υπερβολικό μυϊκό τόνο, με αποτέλεσμα να μειώνεται ο μυϊκός τόνος. Εκτός από τις μυοχαλαρωτικές του ιδιότητες, το Sirdalud, ασκεί επίσης ήπια αναλγητική δράση στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
Το Sirdalud είναι αποτελεσματικό και στους οξείς μυϊκούς σπασμούς και στη χρόνια σπαστικότητα, νωτιαίας ή εγκεφαλικής προέλευσης. Μειώνει την αντίσταση στις παθητικές κινήσεις, ανακουφίζει από τους σπασμούς και τους κλόνους και μπορεί και βελτιώνει την εκούσια κινητικότητα.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση και βιοδιαθεσιμότητα:
Το Sirdalud απορροφάται ταχέως και σχεδόν ολοκληρωτικά, ενώ φθάνει τη μέγιστη συγκέντρωσή του στο πλάσμα σε περίπου 1 ώρα, ύστερα από τη χορήγηση. Η μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 34%, λόγω του ότι μεταβολίζεται εκτεταμένα κατά την πρώτη δίοδο από το ήπαρ. Η μέση μέγιστη συγκέντρωση της τιζανιδίνης στο πλάσμα είναι 12.3 ng/mL (CV 10%) και 15.6 ng/mL (CV 13%) μετά από μονή και επαναλαμβανόμενη χορήγηση 4mg, αντίστοιχα.
Η ταυτόχρονη λήψη τροφής δεν έχει καμία σημαντική επίδραση στο φαρμακοκινητικό προφίλ της τιζανιδίνης (χορηγούμενη με τη μορφή δισκίων των 4 mg). Παρόλο που η C είναι περίπου max 3 φορές υψηλότερη μετά από τη χορήγηση του φαρμάκου κάτω από συνθήκες σίτισης, αυτό δε φαίνεται να έχει κλινική σημασία και η απορρόφηση (AUC) δεν επηρεάζεται σημαντικά.
Κατανομή:
Ο μέσος όγκος κατανομής σε σταθεροποιημένη κατάσταση (Vss) ύστερα από ενδοφλέβια χορήγηση είναι 2,6L/kg. Η σύνδεσή του με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι 30%.
Βιοσχηματισμός:
Έχει αποδειχθεί πως το φάρμακο μεταβολίζεται ταχέως και εκτεταμένα στο ήπαρ. Η τιζανιδίνη in vitro μεταβολίζεται κυρίως από το κυττόχρωμα P450 1A2. Οι μεταβολίτες φαίνεται πως είναι αδρανείς.
Αποβολή:
Το Sirdalud αποβάλλεται από τη συστηματική κυκλοφορία με μέση τελική ημιπερίοδο ζωής 2 έως 4 ώρες. Η αποβολή γίνεται κυρίως από τους νεφρούς (περίπου το 70% της δόσης) με τη μορφή μεταβολιτών, ενώ το αμετάβλητο φάρμακο ανέρχεται μόνο στο 4,5% του φαρμάκου που βρέθηκε στα ούρα.
Γραμμικότητα:
Η τιζανιδίνη έχει γραμμική φαρμακοκινητική σε εύρος δόσεων από 1 έως 20mg.
Χαρακτηριστικά του φαρμάκου σε ειδικές ομάδες ασθενών Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <25mL/min), τα μέγιστα μέσα επίπεδα στο πλάσμα βρέθηκε πως είναι διπλάσια απ’ ότι σε υγιείς εθελοντές και η τελική ημιπερίοδος ζωής ήταν αυξημένη κατά περίπου 14 ώρες, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα πολύ υψηλότερες (περίπου 6πλάσιες, κατά μέσον όρο) τιμές AUC (βλέπε 4.4 Ειδικές προφυλάξεις κατά τη χρήση).
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Δεν έχουν πραγματοποιηθεί ειδικές μελέτες για αυτόν τον πληθυσμό. Καθώς η τιζανιδίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ από το ένζυμο CYP1A2, ηπατική δυσλειτουργία μπορεί να αυξήσει τη συστηματική έκθεση. Το Sirdalud αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.3 Αντενδείξεις)
Ηλικιωμένοι (65 ετών και άνω)
Τα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε αυτό τον πληθυσμό είναι περιορισμένα.
Επίδραση φύλου και εθνικότητας Το φύλο του ασθενούς δεν έχει καμία σημαντική κλινική επίδραση στη φαρμακοκινητική της τιζανιδίνης. Η επίδραση της εθνικότητας και της φυλής στη φαρμακοκινητική της τιζανιδίνης δεν έχει μελετηθεί.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Οξεία τοξικότητα Η οξεία τοξικότητα του Sirdalud είναι χαμηλή. Παρατηρήθηκαν σημεία υπερδοσολογίας που σχετίζονταν με την φαρμακολογική δράση του φαρμάκου.
Χρόνια και υποχρόνια τοξικότητα:
Σε μελέτη τοξικότητας με από του στόματος χορήγηση διαρκείας 13 εβδομάδων, σε αρουραίους, στους οποίους χορηγήθηκαν μέσες ημερήσιες δόσεις 1,7,8 και 40mg/kg, τα κύρια ευρήματα είχαν να κάνουν με τη διέγερση του ΚΝΣ (π.χ. κινητική διέγερση, επιθετικότητα, τρόμος και σπασμοί) και παρατηρήθηκαν κυρίως στο μέγιστο επίπεδο δόσης.
Σε μελέτη 13 εβδομάδων σε σκύλους, με επίπεδα δόσεων 0,3, 1 και 3mg/kg/ημέρα και σε μελέτη 52 εβδομάδων με 0,15, 0,45 και 1,5mg/kg/ημέρα αλλαγές του ΗΚΓ και ενέργειες στο ΚΝΣ, παρατηρήθηκαν σε ημερήσιες δόσεις 1mg/kg και άνω. Οι ενέργειες αυτές αφορούσαν την όξυνση των φαρμακολογικών ενεργειών. Σε ημερήσιες δόσεις 1mg/kg και άνω παρατηρήθηκαν παροδικές αυξήσεις στην SGPT (γλουταμινική οξαλοξεϊκή τρανσαμινάση), οι οποίες δεν σχετίζονταν με τα ιστοπαθολογικά ευρήματα αλλά δείχνουν πως η λήψη υπερβολικής δοσολογίας είναι πιθανόν να προσβάλλει το ήπαρ.
Μεταλλαξιογένεση Σε αναλύσεις in vitro, in vivo, ή κυτταρογένεσης δεν βρέθηκαν ενδείξεις μεταλλαξιογένεσης.
Καρκινογένεση Σε αρουραίους ή ποντικούς στους οποίους χορηγήθηκαν δόσεις μέχρι 9mg/kg/ημέρα και 16mg/kg/ημέρα, στην τροφή, αντιστοίχως, δεν παρατηρήθηκαν ενδείξεις καρκινογένεσης.
Τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή Μελέτες αναπαραγωγής που πραγματοποιήθηκαν σε αρουραίους με δόση των 3 mg / kg / ημέρα και σε κουνέλια με δόση 30 mg / kg / ημέρα δεν κατέδειξαν τερατογένεση. Επίπεδα δόσεων των 10 και 30 mg / kg / ημέρα αύξησαν την περίοδο κύησης σε θηλυκούς αρουραίους. Αυξήθηκε η προγεννητική και μεταγεννητική απώλεια εμβρύων και νεογνών και παρατηρήθηκε επιβράδυνση της ανάπτυξης, Σε αυτές τις δόσεις, παρατηρήθηκαν στις μητέρες σημάδια μυϊκής χαλάρωσης και καταστολής.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Διοξείδιο του πυριτίου, κολλοειδές
Στεατικό οξύ Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Άνυδρη λακτόζη
6.2 Ασυμβατότητες
Καμιά γνωστή
6.3 Διάρκεια ζωής
24 μήνες
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος
Να φυλάσσεται σε θερμοκρασία ≤ 25 ο C.
Να φυλάσσεται μακριά από τα παιδιά.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Κουτί που περιέχει blisters PVC / αλουμινίου των 30 δισκίων.
6.6 Οδηγίες χρήσεως / χειρισμού
Δεν είναι απαραίτητες.
6.7 Κάτοχος Αδείας κυκλοφορίας
Novartis (Hellas) Α.Ε.Β.Ε 12ο χλμ.Εθνικής Οδού Αθηνών-Λαμίας, Νο 1, 144 10 ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ
7. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
2mg/TAB: 42258/25-9-2008 4mg/TAB: 42258/25-9-2008