Clinio Logo
Clinio
SPORIZOLE › ΠΧΠ

SPORIZOLE — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 5 συσκευασίες 20 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Sporizole® 100 mg καψάκια σκληρά

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε σκληρό καψάκιο περιέχει 100 mg ιτρακοναζόλης σε μορφή σφαιριδίων.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων βλ. παράγραφο 6.1

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Καψάκια σκληρά.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1. Θεραπευτικές ενδείξεις

Γυναικολογικές ενδείξεις:

α) οξεία αιδοιοκολπική καντιντίαση, ως εναλλακτική της τοπικής θεραπείας.

β) υποτροπιάζουσα αιδοιοκολπική καντιντίαση, ως εναλλακτική της τοπικής θεραπείας, εφόσον έχει επιβεβαιωθεί με καλλιέργεια (συχνά είναι μη λοιμώδους αιτιολογίας, αλλά αλλεργική ή εξ υπερευαισθησίας).

Δερματολογικές/Βλεννογονικές/Οφθαλμολογικές ενδείξεις:

• Ως εναλλακτική θεραπεία των δερματομυκητιάσεων, συμπεριλαμβανομένων των περιοχών υπερκεράτωσης όπως για tinea pedis (πέλματα) και tinea manus (παλάμες).

• Θεραπεία ποικιλόχρους πιτυρίασης και της μυκητιασικής κερατίτιδας.

• Θεραπεία των ονυχομυκητιάσεων που προκαλλούνται από δερματόφυτα και ζυμομύκητες.

Συστηματικές μυκητιάσεις μόνο στις ακόλουθες μυκητιασικές λοιμώξεις:

• Θεραπεία συστηματικής ασπεργίλλωσης.

• Εναλλακτική θεραπεία στη συστηματική καντιντίαση.

• Κρυπτοκοκκικές λοιμώξεις (συμπεριλαμβανομένης της κρυπτοκοκκικής μηνιγγίτιδας):

- Θεραπεία ανοσοκατασταλμένων ασθενών με κρυπτοκόκκωση και όλων των ασθενών με κρυπτοκόκκωση του κεντρικού νευρικού συστήματος όταν η θεραπεία πρώτης γραμμής θεωρείται ακατάλληλη ή έχει αποδειχθεί αναποτελεσματική.

• Στοματοφαρυγγική καντιντίαση σε ασθενείς HIV θετικούς.

• Θεραπεία ιστοπλάσμωσης, βλαστομυκητίασης, παρακοκκιδιοϊδομυκητίασης, χρωμομυκητίασης.

• Ιστοπλάσμωση, θεραπεία συντήρησης μόνο σε ασθενείς με AIDS.

• Θεραπεία της σποροτρίχωσης, συμπεριλαμβανομένης της λεμφοδερματικής, δερματικής και εξωδερματικής μορφής.

4.2. Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Προκειμένου να επιτευχθεί βέλτιστη απορρόφηση, τα καψάκια Sporizole® πρέπει να χορηγούνται Αμέσως μετά από ένα πλήρες γεύμα.

Τα καψάκια πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα.

ΕΝΔΕΙΞΗΗΜΕΡΗΣΙΑ ΔΟΣΗΔΙΑΡΚΕΙΑ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
 Θεραπεία της αιδοιοκολπικής καντιντίασης, οξείας ή υποτροπιάζουσας200 mg, 2 φορές ημερησίως ή 200 mg εφάπαξ ημερησίως1 ημέρα ή 3 ημέρες
 Θεραπεία ποικιλόχρους πιτυρίασης100mg, δυο φορές ημερησίως ή 200 mg εφάπαξ ημερησίως5-7 ημέρες
 Θεραπεία δερματομυκητίασης200 mg εφάπαξ ημερησίως ή 100 mg εφάπαξ ημερησίως7 ημέρες ή 15 ημέρες

Οι δερματομυκητιάσεις σε περιοχές με υπερκεράτωση όπως tinea pedis (πέλματα) και tinea manus (παλάμες) απαιτούν θεραπεία 200 mg δις ημερησίως για 7 ημέρες, ή 100 mg άπαξ ημερησίως, για 30 ημέρες

• Καντιντίαση στοματο- 100 mg εφάπαξ ημερησίως 15 ημέρες φαρυγγικής κοιλότητας σε ασθενείς HIV (+)

 Θεραπεία μυκητιασικής κερατίτιδας200 mg εφάπαξ ημερησίως21 ημέρες Η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να ρυθμίζεται ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση.
 Ονυχομυκητίαση (συνεχής θεραπεία) Όνυχες των δακτύλων του κάτω άκρου με ή χωρίς τη συμμετοχή των ονύχων των δακτύλων του άνω άκρου200 mg εφάπαξ ημερησίως3 μήνες
 Ονυχομυκητίαση (κυκλική θεραπεία)Μία κυκλική θεραπεία αποτελείται από δύο κάψουλες δύο φορές ημερησίως (200 mg δύο φορές ημερησίως) για μία εβδομάδα. Δύο κυκλικές θεραπείες συνιστώνται για μολύνσεις ονύχων των δακτύλων του άνω άκρου και τρεις κυκλικές θεραπείες για μολύνσεις ονύχων των δακτύλων του κάτω άκρου. Οι κυκλικές θεραπείες πάντα διαχωρίζονται από ένα διάστημα 3 εβδομάδων ελεύθερο φαρμάκου. Η κλινική ανταπόκριση θα γίνει εμφανής καθώς ο όνυχας επανεμφανίζεται μετά τη διακοπή της θεραπείας.
Περιοχή ονυχομυκητία σηςΕβδομά δα 1Εβδομ άδ α 2Εβδομ ά δα 3Εβδομ άδ α 4Εβδομ ά δα 5Εβδομά δα 6Εβδομ ά δα 7Εβδ ομά δα 8Εβδομά δα 9
Όνυχες των δακτύλων του κάτω άκρου με ή χωρίς τη συμμετοχήΚύκλος 1Εβδομάδες ελεύθερες ιτρακοναζόληςΚύκλο ς 2Εβδομάδες ελεύθερες ιτρακοναζόληςΚύκλος 3

των ονύχων των δακτύλων του άνω άκρου Όνυχες των Κύκλος Εβδομάδες ελεύθερες Κύκλο δακτύλων του 1 ιτρακοναζόλης ς 2 άνω άκρου μόνο Η απομάκρυνση της ιτρακοναζόλης από τους ιστούς του δέρματος και των ονύχων είναι βραδύτερη από αυτήν του πλάσματος. Η βέλτιστη κλινική και μυκητολογική ανταπόκριση επιτυγχάνονται 2 έως 4 εβδομάδες μετά τη διακοπή της θεραπείας για δερματικές λοιμώξεις, και 6 έως 9 μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας για μολύνσεις των ονύχων.

Συστηματικές μυκητιάσεις (η συνιστώμενη δοσολογία ποικίλλει ανάλογα με τη λοίμωξη που αντιμετωπίζεται)

Θεραπεία Ασπεργίλλωσης200 mg εφάπαξ ημερησίως2-5 μήνες1Αύξηση της δόσης σε 200 mg δύο φορές ημερησίως σε περίπτωση διεισδυτικής ή διάχυτης νόσου.
Θεραπεία Καντιντίασης100-200 mg εφάπαξ ημερησίως3 εβδομάδες-7 μήνες1Σε περίπτωση διεισδυτικής ή διάχυτης νόσου, αύξηση της δόσης σε 200 mg δυο φορές ημερησίως
Θεραπεία μη μηνιγγικής κρυπτοκόκκωσης200 mg εφάπαξ ημερησίως2 μήνες-1 έτος1
Θεραπεία Μηνιγγίτιδας από κρυπτόκοκκο200 mg δύο φορές ημερησίως2 μήνες-1 έτος
Μηνιγγίτιδα από κρυπτόκοκκο (θεραπέια συντήρησης μόνο σε ασθενείς με AIDS)200 mg εφάπαξ ημερησίωςΈως την ανάκαμψη του ανοσοποιητικού2
Θεραπεία Ιστοπλάσμωσης200 mg εφάπαξ ημερησίως 200 mg, 2 φορές την ημέρα8 μήνες1
Ιστοπλάσμωση (θεραπεία συντήρησης μόνο σε ασθενείς με AIDS)200 mg εφάπαξ ή δυο φορές ημερησίωςΈως την ανάκαμψη του ανοσοποιητικού2
Θεραπέια Λεμφοδερματικής και Δερματικής Σποροτρίχωσης100 mg ή 200 mg εφάπαξ ημερησίως (εντοπισμένες αλλοιώσεις) ή 200 mg δυο φορές ημερησίως (εκτεταμένες αλλοιώσεις)3-6 μήνες1
Θεραπεία εξωδερματικής σποροτρίχωσης200 mg δύο φορές ημερησίως12 μήνες
Θεραπεία Λοίμωξης από παρακοκκιδιοϊδομύκητε ς100 mg εφάπαξ ημερησίως6 μήνες1Δεν διατίθενται δεδομένα για την αποτελεσματικότητα των καψακίων Sporizole®, σε αυτή τη δοσολογία, για την αντιμετώπιση της λοίμωξης από παρακοκκιδιοϊδομύκητε ς σε ασθενείς με AIDS.
Θεραπεία Χρωμομυκητίασης200 mg εφάπαξ ημερησίως6 μήνες1
Θεραπεία Βλαστομυκητίασης100 mg εφάπαξ ημερησίως 200 mg, 2 φορές την ημέρα6 μήνες

1 Η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση.

2 Η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να βασίζεται στην κατάσταση της ανάκαμψης του

ανοσοποιητικού.

Ειδικοί πληθυσμοί Τα κλινικά δεδομένα για τη χρήση των καψακίων ιτρακοναζόλης σε παιδιατρικούς ασθενείς είναι περιορισμένα. Η χρήση των καψακίων ιτρακοναζόλης δεν συνιστάται σε παιδιατρικούς ασθενείς εκτός εάν προσδιοριστεί ότι το δυνητικό όφελος υπερτερεί των πιθανών κινδύνων. (Βλέπε παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).

Ηλικιωμένοι Τα κλινικά δεδομένα για τη χρήση των καψακίων ιτρακοναζόλης σε ηλικιωμένους ασθενείς είναι περιορισμένα. Η χρήση των καψακίων ιτρακοναζόλης σε αυτούς τους ασθενείς συνιστάται μόνο εάν προσδιοριστεί ότι το δυνητικό όφελος υπερτερεί των δυνητικών κινδύνων. Γενικά, συνιστάται να λαμβάνεται υπόψη η επιλογή της δόσης για έναν ηλικιωμένο ασθενή, αντικατοπτρίζοντας τη μεγαλύτερη συχνότητα μειωμένης ηπατικής, νεφρικής ή καρδιακής λειτουργίας και συνυπάρχουσας νόσου ή άλλης φαρμακευτικής θεραπείας. (Βλέπε παράγραφο 4.4).

Ηπατική δυσλειτουργία Διατίθενται περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της από στόματος χορηγούμενης ιτρακοναζόλης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Συνιστάται προσοχή όταν αυτό το φάρμακο χορηγείται σε αυτό τον πληθυσμό ασθενών. (Βλέπε παράγραφο 5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες, Ειδικοί πληθυσμοί, Ηπατική δυσλειτουργία)

Διατίθενται περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της από στόματος χορηγούμενης ιτρακοναζόλης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Η έκθεση της ιτρακοναζόλης μπορεί να είναι χαμηλότερη σε ορισμένους ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Κατά τη χορήγηση αυτού του φαρμάκου στον συγκεκριμένο πληθυσμό ασθενών συνιστάται προσοχή και μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο προσαρμογής της δόσης.

4.3. Αντενδείξεις

• Τα καψάκια Sporizole® αντενδείκνυνται σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στην ιτρακοναζόλη ή σε κάποιο από τα έκδοχα.

• Η συγχορήγηση ενός αριθμού υποστρωμάτων του CYP3A4 με τα καψάκια Sporizole® αντενδείκνυται (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5). Αυτά περιλαμβάνουν:

Αναλγητικά, Αναισθητικά
Αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας (π.χ., διυδροεργοταμίνη, εργομητρίνη, εργοταμίνη, μεθυλεργομητρίνη)
Αντιβακτηριακά για Συστηματική Χρήση, Αντιμυκοβακτηριακά, Αντιμυκητιασικά για Συστηματική Χρήση
Ισαβουκοναζόλη
Ανθελμινθικά, Αντιπρωτοζωικά
Αλοφαντρίνη
Αντιισταμινικά για Συστηματική Χρήση
ΑστεμιζόληΜιζολαστίνηΤερφεναδίνη
Αντινεοπλασματικοί Παράγοντες
Ιρινοτεκάνη
Αντιθρομβωτικοί Παράγοντες
ΔαβιγατράνηΤικαγρελόρη
Αντι-ιικά για Συστηματική Χρήση
Ομπιτασβίρη/Παριταπρεβίρη/Ριτοναβίρη (με ή χωρίς Ντασαμπουβίρη)
Καρδιαγγειακό Σύστημα (Παράγοντες που δρουν στο σύστημα Ρενίνης-Αγγειοτενσίνης, Αντιυπερτασικά, β-αναστολείς, Αναστολείς των Διαύλων Ασβεστίου, Καρδιακή Θεραπεία, Διουρητικά)
ΑλισκιρένηΔρονεδαρόνηΝισολδιπίνη
ΒεπριδίληΕπλερενόνηΚινιδίνη
ΔισοπυραμίδηΙβαμπραδίνηΡανολαζίνη
ΔοφετιλίδηΛερκανιδιπίνηΣιλδεναφίλη (για πνευμονική αρτηριακή υπέρταση)
Γαστρεντερικά φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων Αντιδιαρροϊκών, Εντερικών Αντιφλεγμονώδων/Αντιλοιμώδων Παραγόντων, Αντιεμετικών και Φαρμάκων κατά της ναυτίας, Φαρμάκων για τη Δυσκοιλιότητα, Φαρμάκων για Λειτουργικές Γαστρεντερικές Διαταραχές
ΣισαπρίδηΔομπεριδόνηΝαλοξεγκόλη
Τροποποιητικοί Παράγοντες των Λιπιδίων
ΛοβαστατίνηΛομιταπίδηΣιμβαστατίνη
Ψυχοαναληπτικά, Ψυχοληπτικά (π.χ., αντιψυχωσικά, αγχολυτικά και υπνωτικά)
ΛουρασιδόνηΠιμοζίδηΣερτινδόλη
Μιδαζολάμη (από στόματος)ΚουετιαπίνηΤριαζολάμη
Ουρολογικά
ΑβαναφίληΔαριφενασίνηΣολιφενακίνη (σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή μέτρια έως σοβαρή
ηπατική δυσλειτουργία)
ΔαποξετίνηΦεσοτεροδίνη (σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία)Βαρδεναφίλη (σε ασθενείς ηλικίας άνω των 75 ετών).
Διάφορα Φάρμακα και Λοιπές Ουσίες
Κολχικίνη (σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία)Ελιγλουστάτη (σε ασθενείς με περιορισμένη μεταβολική ικανότητα (PM) του CYP2D6, ενδιάμεση μεταβολική ικανότητα (IM) ή εκτενή μεταβολική ικανότητα (EM) του CYP2D6 οι οποίοι λαμβάνουν έναν ισχυρό ή μέτριο αναστολέα του CYP2D6).

Αυξημένες συγκεντρώσεις αυτών των φαρμάκων στο πλάσμα, λόγω της συγχορήγησης με ιτρακοναζόλη, μπορούν να αυξήσουν ή να παρατείνουν τόσο τις θεραπευτικές όσο και τις ανεπιθύμητες ενέργειες σε τέτοιο βαθμό που θα μπορούσαν να υπάρξουν δυνητικά σοβαρές καταστάσεις. Για παράδειγμα, οι αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα ορισμένων από τα φάρμακα αυτά μπορούν να οδηγήσουν σε παράταση του διαστήματος QT και κοιλιακές ταχυαρρυθμίες συμπεριλαμβανομένης της εμφάνισης κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (torsade de pointes), μίας δυνητικά θανατηφόρου αρρυθμίας. Συγκεκριμένα παραδείγματα παρατίθενται στην παράγραφο 4.5.

• Τα καψάκια Sporizole® δεν πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς με ένδειξη κοιλιακής δυσλειτουργίας όπως συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (ΣΚΑ) ή ιστορικό ΣΚΑ με εξαίρεση τη θεραπεία απειλητικών για τη ζωή ή άλλων σοβαρών λοιμώξεων. (Βλέπε παράγραφο 4.4)

• Τα καψάκια Sporizole® δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (εκτός από περιπτώσεις που είναι απειλητικές για τη ζωή). (Βλέπε παράγραφο 4.6)

Οι γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία και χρησιμοποιούν Sporizole® πρέπει να λαμβάνουν αντισυλληπτικές προφυλάξεις. Η αποτελεσματική αντισύλληψη πρέπει να συνεχίζεται ως την έμμηνο ρύση που θα ακολουθήσει μετά το τέλος της θεραπείας με Sporizole® .

4.4. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Καρδιακές επιδράσεις Σε μελέτη υγιών εθελοντών με την ενέσιμη μορφή ιτρακοναζόλης, παρατηρήθηκε παροδική ασυμπτωματική μείωση του κλάσματος εξώθησης της αριστερής κοιλίας, η οποία υποχώρησε πριν από την επομένη έγχυση. Η κλινική σημασία αυτών των ευρημάτων με τα από του στόματος χορηγούμενα σκευάσματα δεν είναι γνωστή.

Έχει αποδειχθεί ότι η ιτρακοναζόλη έχει αρνητική ινοτρόπο δράση και έχει συσχετισθεί με αναφορές συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας. Η καρδιακή ανεπάρκεια αναφέρθηκε πιο συχνά σε αυθόρμητες αναφορές με συνολική ημερήσια δόση 400 mg συγκριτικά με τις περιπτώσεις με χαμηλότερες συνολικές ημερήσιες δόσεις, υποδεικνύοντας ότι ο κίνδυνος εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας μπορεί να αυξηθεί με τη συνολική ημερήσια δόση της ιτρακοναζόλης.

Τα καψάκια Sporizole® δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ή με ιστορικό συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας, εκτός εάν το όφελος υπερτερεί σαφώς του κινδύνου. Αυτή η εξατομικευμένη αξιολόγηση οφέλους/κινδύνου πρέπει να λαμβάνει υπόψη παράγοντες όπως τη βαρύτητα της ένδειξης, το δοσολογικό σχήμα (π.χ. τη συνολική ημερήσια δόση), και τους ατομικούς παράγοντες κινδύνου για συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια. Σε αυτούς τους παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνονται καρδιακή νόσος, όπως η ισχαιμική νόσος και η βαλβιδοπάθεια, σημαντική πνευμονοπάθεια, όπως η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια και νεφρική ανεπάρκεια και άλλες οιδηματώδεις διαταραχές. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και συμπτώματα της συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή και θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας. Εάν αυτά τα σημεία ή συμπτώματα εμφανιστούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η θεραπεία με τα καψάκια Sporizole® πρέπει να διακόπτεται.

Οι αναστολείς διαύλων ασβεστίου μπορεί να έχουν αρνητική ινοτρόπο δράση, η οποία μπορεί να είναι προσθετική σε αυτή της ιτρακοναζόλης. Επιπρόσθετα, η ιτρακοναζόλη μπορεί να αναστείλει το μεταβολισμό των αναστολέων διαύλων ασβεστίου. Για το λόγο αυτό, χρειάζεται προσοχή κατά τη συγχορήγηση ιτρακοναζόλης και αναστολέων διαύλων ασβεστίου, εξαιτίας του αυξημένου κινδύνου για την εμφάνιση ΣΚΑ.

Δυνητικές αλληλεπιδράσεις Η συγχορήγηση συγκεκριμένων φαρμάκων με την ιτρακοναζόλη μπορεί να οδηγήσει σε μεταβολές της αποτελεσματικότητας της ιτρακοναζόλης και/ή του συγχορηγούμενου φαρμάκου, απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες και/ή αιφνίδιο θάνατο. Τα φάρμακα που αντενδείκνυνται, δεν συνιστώνται ή συνιστώνται με προσοχή σε συνδυασμό με την ιτρακοναζόλη παρουσιάζονται στην παράγραφο 4.3 Αντενδείξεις και στην παράγραφο 4.5. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης.

Διασταυρούμενη υπερευαισθησία Οι πληροφορίες σχετικά με τη διασταυρούμενη υπερευαισθησία μεταξύ της ιτρακοναζόλης και άλλων αντιμυκητιασικών παραγόντων της ομάδας των αζολών είναι περιορισμένες. Πρέπει να δίνεται προσοχή στη συνταγογράφηση των καψακίων Sporizole® σε ασθενείς με υπερευαισθησία σε άλλες αζόλες.

Νευροπάθεια Αν εμφανισθεί νευροπάθεια που μπορεί να αποδίδεται στη χρήση των καψακίων Sporizole®, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται.

Απώλεια ακοής Έχει αναφερθεί παροδική ή μόνιμη απώλεια ακοής σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με ιτρακοναζόλη. Αρκετές από αυτές τις αναφορές περιελάμβαναν ταυτόχρονη χορήγηση κινιδίνης, η οποία αντενδείκνυται (βλέπε παραγράφους 4.3 Αντενδείξεις και 4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης, Φάρμακα των οποίων οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μπορεί να αυξηθούν από την ιτρακοναζόλη). Η απώλεια ακοής συνήθως υποχωρεί με τη διακοπή της θεραπείας, αλλά μπορεί να επιμείνει σε ορισμένους ασθενείς.

Διασταυρούμενη αντοχή Στη συστηματική καντιντίαση, εάν υπάρχει υποψία ανθεκτικών στη φλουκοναζόλη στελεχών Candida, δεν μπορεί να υποτεθεί ότι αυτά είναι ευαίσθητα στην ιτρακοναζόλη. Ως εκ τούτου, συνιστάται ο έλεγχος της ευαισθησίας των στελεχών πριν την έναρξη της θεραπείας με ιτρακοναζόλη.

Μετάβαση σε διαφορετική μορφή σκευάσματος ιτρακοναζόλης Τα καψάκια ιτρακοναζόλης και το πόσιμο διάλυμα ιτρακοναζόλης δεν συνιστάται να χρησιμοποιούνται κατ’ εναλλαγή. Αυτό συμβαίνει διότι κατά τη χορήγηση ίδιας δόσης φαρμάκου η έκθεση στο φάρμακο με το πόσιμο διάλυμα είναι μεγαλύτερη σε σύγκριση με τα καψάκια.

Ηπατικές επιδράσεις Με τη χρήση του Sporizole®, έχουν εμφανισθεί πολύ σπάνιες περιπτώσεις σοβαρής

ηπατοτοξικότητας, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων περιπτώσεων θανατηφόρας οξείας ηπατικής ανεπάρκειας. Οι περισσότερες από τις περιπτώσεις αυτές περιλαμβάνουν ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική νόσο, που αντιμετωπίστηκαν για συστηματικές ενδείξεις, οι οποίοι είχαν άλλες σημαντικές ιατρικές παθήσεις ή/και λάμβαναν άλλα ηπατοτοξικά φάρμακα. Ορισμένοι ασθενείς δεν είχαν εμφανείς παράγοντες κινδύνου για ηπατική νόσο. Ορισμένες από τις περιπτώσεις αυτές παρατηρήθηκαν εντός του πρώτου μήνα θεραπείας, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων που εμφανίστηκαν εντός της πρώτης εβδομάδας. Σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με Sporizole® θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας. Θα πρέπει να δίδεται οδηγία στους ασθενείς να αναφέρουν έγκαιρα στον ιατρό τους σημεία και συμπτώματα που υποδηλώνουν ηπατίτιδα όπως ανορεξία, ναυτία, έμετο, κόπωση, κοιλιακό άλγος ή σκουρόχρωμα ούρα. Σε αυτούς τους ασθενείς η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως και θα πρέπει να διενεργείται έλεγχος της ηπατικής λειτουργίας.

Διατίθενται περιορισμένα δεδομένα σχετικά με την από στόματος χρήση της ιτρακοναζόλης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Συνιστάται προσοχή κατά τη χορήγηση του φαρμάκου στο συγκεκριμένο πληθυσμό ασθενών. Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των ασθενών με διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας κατά τη λήψη ιτρακοναζόλης. Κατά την απόφαση έναρξης θεραπείας με άλλα φάρμακα που μεταβολίζονται από το CYP3A4, συνιστάται να λαμβάνεται υπόψη ο παρατεταμένος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της ιτρακοναζόλης που παρατηρήθηκε σε κλινική δοκιμή από στόματος χορηγούμενης εφάπαξ δόσης με καψάκια ιτρακοναζόλης σε κιρρωτικούς ασθενείς.

Αποθαρρύνεται έντονα η θεραπεία με Sporizole® σε ασθενείς με αυξημένα ή μη φυσιολογικά επίπεδα ηπατικών ενζύμων ή με ενεργό ηπατοπάθεια, ή οι οποίοι έχουν εμφανίσει ηπατική τοξικότητα με άλλα φάρμακα, εκτός εάν υπάρχει σοβαρή ή απειλητική για τη ζωή κατάσταση για την οποία το αναμενόμενο όφελος υπερτερεί του κινδύνου. Συνιστάται παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας σε ασθενείς με προϋπάρχουσες διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας ή σε εκείνους που έχουν εμφανίσει ηπατική τοξικότητα με άλλα φάρμακα (Βλέπε παράγραφο 5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

– Ειδικοί πληθυσμοί, Ηπατική δυσλειτουργία).

Μειωμένη γαστρική οξύτητα Η απορρόφηση της ιτρακοναζόλης από τα καψάκια Sporizole® διαταράσσεται υπό συνθήκες μειωμένης γαστρικής οξύτητας. Σε ασθενείς με μειωμένη γαστρική οξύτητα, είτε λόγω κάποιου νοσήματος (π.χ. ασθενείς με αχλωρυδρία) είτε λόγω συγχορηγούμενου φαρμάκου (π.χ. ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα που μειώνουν τη γαστρική οξύτητα), συνιστάται η χορήγηση των καψακίων Sporizole® μαζί με όξινο ρόφημα (όπως μη διαιτητικό αναψυκτικό τύπου Cola). Η αντιμυκητιασική δράση πρέπει να παρακολουθείται και η δόση της ιτρακοναζόλης να αυξάνεται όπως κρίνεται απαραίτητο. (Βλέπε παράγραφο 4.5 Αλληλεπιδράσεις – Φάρμακα που μπορεί να μειώσουν τις συγκεντρώσεις της ιτρακοναζόλης στο πλάσμα και 5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες – Απορρόφηση).

Τα κλινικά στοιχεία για τη χρήση της ιτρακοναζόλης σε παιδιατρικούς ασθενείς είναι περιορισμένα. Δε συνιστάται η χρήση των καψακίων Sporizole® σε παιδιατρικούς ασθενείς εκτός αν το αναμενόμενο όφελος υπερτερεί των δυνητικών κινδύνων.

Ηλικιωμένοι Τα κλινικά δεδομένα για τη χρήση της ιτρακοναζόλης σε ηλικιωμένους ασθενείς είναι περιορισμένα. Η χρήση των καψακίων Sporizole® στους ασθενείς αυτούς συνιστάται, μόνο εάν το δυνητικό όφελος υπερτερεί των δυνητικών κινδύνων. Σε γενικές γραμμές, συνιστάται να λαμβάνεται υπόψη η επιλογή της δόσης για ηλικιωμένους ασθενείς, αποτυπώνοντας τη μεγαλύτερη συχνότητα μειωμένης ηπατικής, νεφρικής ή καρδιακής λειτουργίας, άλλης συν-νοσηρότητας ή άλλης φαρμακευτικής θεραπείας.

Διατίθενται περιορισμένα δεδομένα αναφορικά με τη χρήση της από στόματος χορηγούμενης ιτρακοναζόλης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Η έκθεση στην ιτρακοναζόλη μπορεί να είναι χαμηλότερη σε ορισμένους ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Συνιστάται προσοχή όταν αυτό το

φάρμακο χορηγείται σε αυτό τον πληθυσμό ασθενών και μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο προσαρμογής της δόσης.

Ανοσοκατεσταλμένοι ασθενείς Σε ορισμένους ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς (όπως ουδετεροπενικοί, ασθενείς με AIDS ή ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση) η από στόματος βιοδιαθεσιμότητα των καψακίων Sporizole® μπορεί να είναι μειωμένη. Επομένως, η δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται βάσει της κλινικής ανταπόκρισης των ασθενών αυτών.

Ασθενείς με άμεσα απειλητικές για τη ζωή συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις Τα καψάκια Sporizole® δε συνιστώνται για την έναρξη της θεραπείας σε ασθενείς με άμεσα απειλητικές για τη ζωή συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις λόγω των ιδιοτήτων φαρμακοκινητικής (βλέπε παράγραφο 5.2).

Ασθενείς με AIDS Σε ασθενείς με AIDS οι οποίοι έχουν λάβει θεραπεία με Sporizole® για την αντιμετώπιση συστηματικής μυκητιασικής λοίμωξης και οι οποίοι θεωρείται ότι διατρέχουν κίνδυνο υποτροπής, ο θεράπων ιατρός θα πρέπει να αξιολογήσει την ανάγκη για θεραπεία συντήρησης.

Κυστική ίνωση Σε ασθενείς με κυστική ίνωση, παρατηρήθηκε διακύμανση στα θεραπευτικά επίπεδα της ιτρακοναζόλης, με δοσολογία πόσιμου διαλύματος σταθερής κατάστασης χρησιμοποιώντας 2,5 mg/kg δύο φορές την ημέρα. Οι συγκεντρώσεις σε σταθερή κατάσταση άνω των 250 ng/ml, επετεύχθησαν σε περίπου 50% των ατόμων ηλικίας άνω των 16 ετών, αλλά σε κανέναν από τους ασθενείς ηλικίας μικρότερης των 16 ετών. Αν κάποιος ασθενής δεν ανταποκρίνεται στη θεραπεία με καψάκια Sporizole®, πρέπει να ληφθεί υπόψη η μετάβαση σε εναλλακτική θεραπεία.

Διαταραχές του μεταβολισμού των υδατανθράκων Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας σε γλυκόζη, κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκεια σουκράσης-ισομαλτάσης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.

4.5. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Η ιτρακοναζόλη μεταβολίζεται κυρίως μέσω του CYP3A4. Άλλες ουσίες που είτε έχουν κοινή μεταβολική οδό είτε τροποποιούν τη δράση του CYP3A4 μπορεί να επηρεάσουν τη φαρμακοκινητική της ιτρακοναζόλης. Η ιτρακοναζόλη είναι ισχυρός αναστολέας του CYP3A4, και είναι ένας αναστολεας της P- γλυκοπρωτεΐνης και αναστολέας της πρωτεΐνης αντίστασης στον καρκίνο του μαστού (BCRP).

Η ιτρακοναζόλη μπορεί να τροποποιήσει τη φαρμακοκινητική άλλων ουσιών που έχουν κοινή αυτή τη μεταβολική οδό ή αυτές τις πρωτεϊνικές οδούς μεταφορές.

Παραδείγματα φαρμάκωςν που μπορεί να επηρεάσουν τη συγκέντρωση της ιτρακοναζόλης παρουσιάζονται ανά φαρμακευτική κατηγορία στον Πίνακα 1 παρακάτω. Παραδείγματα φαρμάκων των οποίων οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μπορεί να επηρεαστούν από την ιτρακοναζόλη παρουσιάζονται στον Πίνακα 2 παρακάτω. Λόγω του αριθμού των αλληλεπιδράσεων, δεν περιλαμβάνονται οι πιθανές μεταβολές στην ασφάλεια ή στην αποτελεσματικότητα των αλληλεπιδρόντων φαρμάκων. Ανατρέξτε στις πληροφορίες συνταγογράφησης του αλληλεπιδρώντος φαρμάκου για περισσότερες πληροφορίες.

Οι αλληλεπιδράσεις που περιγράφονται σε αυτούς τους πίνακες κατηγοριοποιούνται ως «αντενδείκνυται», «δεν συνιστάται» ή «χρήση με προσοχή» με την ιτρακοναζόλη, λαμβάνοντας υπόψη τον βαθμό αύξησης της συγκέντρωσης και το προφίλ ασφάλειας του αλληλεπιδρώντος φαρμάκου (βλ. επίσης παραγράφους 4.3 και 4.4 για περισσότερες πληροφορίες). Η δυνατότητα αλληλεπίδρασης των αναφερόμενων φαρμάκων αξιολογήθηκε με βάση μελέτες φαρμακοκινητικής στον άνθρωπο με ιτρακοναζόλη και/ή μελέτες φαρμακοκινητικής στον άνθρωπο με άλλους ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 (π.χ., κετοκοναζόλη) και/ή δεδομένα in vitro:

• «Αντενδείκνυται»: Σε καμία περίπτωση το φάρμακο δεν πρέπει να χορηγηθεί ταυτόχρονα με ιτρακοναζόλη και για διάστημα έως δύο εβδομάδων μετά τη διακοπή της θεραπείας με ιτρακοναζόλη.

• «Δεν συνιστάται»: Η χρήση του φαρμάκου θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ιτρακοναζόλη και για δύο εβδομάδες μετά τη διακοπή της, εκτός εάν τα οφέλη υπερτερούν των δυνητικά αυξημένων κινδύνων εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών. Εάν δεν μπορεί να αποφευχθεί η συγχορήγηση, συνιστάται κλινική παρακολούθηση για σημεία ή συμπτώματα αυξημένων ή παρατεταμένων επιδράσεων ή ανεπιθύμητων ενεργειών του συγχορηγούμενου φαρμάκου και μείωση ή διακοπή της δοσολογίας του όπως κρίνεται απαραίτητο. Όταν χρειάζεται, συνιστάται η μέτρηση των συγκεντρώσεων του συγχορηγούμενου φαρμάκου στο πλάσμα.

• «Χρήση με προσοχή»: Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση κατά τη συγχορήγηση του φαρμάκου με ιτρακοναζόλη. Κατά τη συγχορήγηση, συνιστάται στενή παρακολούθηση των ασθενών για σημεία ή συμπτώματα αυξημένων ή παρατεταμένων επιδράσεων ή ανεπιθύμητων ενεργειών του αλληλεπιδρώντος φαρμάκου, καθώς και μείωση της δοσολογίας του όπως κρίνεται απαραίτητο. Όταν χρειάζεται, συνιστάται η μέτρηση των συγκεντρώσεων του συγχορηγούμενου φαρμάκου στο πλάσμα.

Οι αλληλεπιδράσεις που αναφέρονται σε αυτούς τους πίνακες έχουν προσδιοριστεί σε μελέτες που διεξήχθησαν με συνιστώμενες δόσεις ιτρακοναζόλης. Ωστόσο, η έκταση των αλληλεπιδράσεων μπορεί να εξαρτάται από τη χορηγούμενη δόση της ιτρακοναζόλης. Μπορεί να εκδηλωθεί ισχυρότερη αλληλεπίδραση με υψηλότερη δόση ή μικρότερο δοσολογικό μεσοδιάστημα. Η αναγωγή των ευρημάτων σε άλλα δοσολογικά σενάρια ή διαφορετικά φάρμακα θα πρέπει να γίνεται με προσοχή.

Μόλις σταματήσει η θεραπεία, οι συγκεντρώσεις της ιτρακοναζόλης στο πλάσμα μειώνονται σε σχεδόν μη ανιχνεύσιμα επίπεδα εντός 7 έως 14 ημερών, ανάλογα με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας. Σε ασθενείς με ηπατική κίρρωση ή σε άτομα που λαμβάνουν αναστολείς του CYP3A4, η μείωση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα μπορεί να είναι ακόμα πιο σταδιακή. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό όταν γίνεται έναρξη θεραπείας με φάρμακα των οποίων ο μεταβολισμός επηρεάζεται από την ιτρακοναζόλη. (Βλ. παράγραφο 5.2).

Πίνακας 1: Παραδείγματα φαρμάκων που μπορεί να επηρεάσουν τη συγκέντρωση της ιτρακοναζόλης στο πλάσμα - παρουσιάζονται ανά φαρμακευτική κατηγορία

Φαρμακευτικά προϊόντα (Από του στόματος [PO] εφάπαξ δόση εκτός εάν αναφέρεται διαφορετικά) εντός της κατηγορίαςΑναμενόμενη/Πιθανή επίδραση στα επίπεδα της ιτρακοναζόλης (↑ = αύξηση, ↔ = καμία μεταβολή, ↓ = μείωση)Κλινικό σχόλιο (βλ. παραπάνω για πρόσθετες πληροφορίες και επίσης τις παραγράφους 4.3 και 4.4)
Αντιβακτηριακά για Συστηματική Χρήση, Αντιμυκοβακτηριακά
ΙσονιαζίδηΠαρότι δεν έχει μελετηθεί άμεσα, η ισονιαζίδη ενδέχεται να μειώσει τις συγκεντρώσεις της ιτρακοναζόλης.Δεν συνιστάται
Ριφαμπικίνη PO 600 mg ODΙτρακοναζόλη AUC ↓Δεν συνιστάται
Ριφαμπουτίνη PO 300 mg ODΙτρακοναζόλη Cmax ↓ 71%, AUC ↓ 74%Δεν συνιστάται
Σιπροφλοξασίνη PO 500 mg BIDΙτρακοναζόλη Cmax ↑ 53%, AUC ↑ 82%Χρήση με προσοχή
Ερυθρομυκίνη 1 gΙτρακοναζόλη Cmax ↑ 44%, AUC ↑ 36%Χρήση με προσοχή
Κλαριθρομυκίνη PO 500 mg BIDΙτρακοναζόληΧρήση με προσοχή
Cmax ↑ 90%, AUC ↑ 92%
Αντιεπιληπτικά
Καρβαμαζεπίνη, ΦαινοβαρβιτάληΠαρότι δεν έχουν μελετηθεί άμεσα, τα φάρμακα αυτά ενδέχεται να μειώσουν τις συγκεντρώσεις της ιτρακοναζόλης.Δεν συνιστώνται
Φαινυτοΐνη PO 300 mg ODΙτρακοναζόλη Cmax ↓ 83%, AUC ↓ 93% Υδροξυ-ιτρακοναζόλη Cmax ↓ 84%, AUC ↓ 95%Δεν συνιστάται
Αντινεοπλασματικοί Παράγοντες
ΙδελαλισίμπηΠαρότι δεν έχει μελετηθεί άμεσα, η ιδελαλισίμπη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της ιτρακοναζόλης.Χρήση με προσοχή
Αντι-ιικά για Συστηματική Χρήση
Ομπιτασβίρη/Παριταπρεβίρη/Ριτοναβίρη (με ή χωρίς Ντασαμπουβίρη)Παρότι δεν έχουν μελετηθεί άμεσα, τα φάρμακα αυτά αναμένεται να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της ιτρακοναζόλης.Αντενδείκνυνται
Εφαβιρένζη 600 mgΙτρακοναζόλη Cmax ↓ 37%, AUC ↓ 39%, Υδροξυ-ιτρακοναζόλη Cmax ↓ 35%, AUC ↓ 37%Δεν συνιστάται
Νεβιραπίνη PO 200 mg ODΙτρακοναζόλη Cmax ↓ 38%, AUC ↓ 62%Δεν συνιστάται
Κομπισιστάτη, Δαρουναβίρη (ενισχυμένη), Ελβιτεγκραβίρη (ενισχυμένη με ριτοναβίρη), Φοσαμπρεναβίρη (ενισχυμένη με ριτοναβίρη), Ριτοναβίρη, Σακουϊναβίρη (ενισχυμένη με ριτοναβίρη)Παρότι δεν έχουν μελετηθεί άμεσα, τα φάρμακα αυτά αναμένεται να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της ιτρακοναζόλης.Χρήση με προσοχή
Ινδιναβίρη PO 800 mg TIDΣυγκέντρωση ιτρακοναζόλης ↑Χρήση με προσοχή
Αναστολείς Διαύλων Ασβεστίου
ΔιλτιαζέμηΠαρότι δεν έχει μελετηθεί άμεσα, η διλτιαζέμη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της ιτρακοναζόλης.Χρήση με προσοχή
Φάρμακα για Διαταραχές Σχετιζόμενες με Οξέα
Αντιόξινα (αργίλιο, ασβέστιο, μαγνήσιο ή διττανθρακικό νάτριο), Ανταγωνιστές υποδοχέων H2 (π.χ., σιμετιδίνη, ρανιτιδίνη), Αναστολείς αντλίας πρωτονίων (π.χ., λανσοπραζόλη, ομεπραζόλη, ραμβεπραζόλη)Ιτρακοναζόλη Cmax ↓, AUC ↓Χρήση με προσοχή
Αναπνευστικό Σύστημα: Άλλα προϊόντα για το αναπνευστικό σύστημα
Λουμακαφτόρη/Ιβακαφτόρη PO 200/250 mg BIDΣυγκέντρωση ιτρακοναζόλης ↓Δεν συνιστώνται
Διάφορα
St. John's Wort (Υπερικόν το διάτρητον - Hypericum perforatum)Παρότι δεν έχει μελετηθεί άμεσα, το υπερικόν το διάτρητον ενδέχεται να μειώσει τη συγκέντρωση της ιτρακοναζόλης.Δεν συνιστάται

Πίνακας 2. Παραδείγματα φαρμάκων των οποίων οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα ενδέχεται να επηρεαστούν από την ιτρακοναζόλη – παρουσιάζονται ανά φαρμακευτική κατηγορία

Φαρμακευτικά προϊόντα (PO Εφάπαξ Δόση εκτός εάν αναφέρεται διαφορετικά) εντός της κατηγορίαςΑναμενόμενη/Πιθανή επίδραση στα επίπεδα των φαρμάκων (↑ = αύξηση, ↔ = καμία μεταβολή, ↓ = μείωση)Κλινικό σχόλιο (βλ. παραπάνω για πρόσθετες πληροφορίες και επίσης τις παραγράφους 4.3 και 4.4)
Αναλγητικά, Αναισθητικά
Αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας (π.χ., διυδροεργοταμίνη, εργομητρίνη, εργοταμίνη, μεθυλεργομητρίνη)Παρότι δεν έχουν μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των φαρμάκων.Αντενδείκνυνται
Ελετριπτάνη, ΦαιντανύληΠαρότι δεν έχουν μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των φαρμάκων.Δεν συνιστώνται
Αλφαιντανύλη, Βουπρενορφίνη (IV και υπογλώσσια), Κανναβινοειδή, Μεθαδόνη, ΣουφαιντανύληΠαρότι δεν έχουν μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των φαρμάκων.Χρήση με προσοχή
Οξυκωδόνη PO 10 mg,Οξυκωδόνη PO: Cmax ↑ 45%, AUC ↑ 2,4 φορέςΧρήση με προσοχή
Οξυκωδόνη IV 0,1 mg/kgΟξυκωδόνη IV: AUC ↑ 51%Χρήση με προσοχή
Αντιβακτηριακά για Συστηματική Χρήση, Αντιμυκοβακτηριακά, Αντιμυκητιασικά για Συστηματική Χρήση
ΙσαβουκοναζόληΠαρότι δεν έχει μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της ισαβουκοναζόλης.Αντενδείκνυται
ΒεδακιλίνηΠαρότι δεν έχει μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της βεδακιλίνηςΔεν συνιστάται
Ριφαμπουτίνη PO 300 mg ODΣυγκέντρωση ριφαμπουτίνης ↑ (βαθμός μη γνωστός)Δεν συνιστάται
Κλαριθρομυκίνη PO 500 mg BIDΣυγκέντρωση κλαριθρομυκίνης ↑Χρήση με προσοχή
ΔελαμανίδηΠαρότι δεν έχει μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της δελαμανίδης.Χρήση με προσοχή
Αντιεπιληπτικά
ΚαρβαμαζεπίνηΠαρότι δεν έχει μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της καρβαμαζεπίνης.Δεν συνιστάται
Αντιφλεγμονώδη και Αντιρευματικά Προϊόντα
Μελοξικάμη 15 mgΜελοξικάμη Cmax ↓ 64%, AUC ↓ 37%Χρήση με προσοχή
Ανθελμινθικά, Αντιπρωτοζωικά
ΑλοφαντρίνηΠαρότι δεν έχει μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της αλοφαντρίνης.Αντενδείκνυται
Αρτεμεθέρη-Λουμεφαντρίνη, ΠραζικουαντέληΠαρότι δεν έχουν μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των φαρμάκων.Χρήση με προσοχή
Κινίνη 300 mgΚινίνη: Cmax ↔, AUC ↑ 96%Χρήση με προσοχή
Αντιισταμινικά για Συστηματική Χρήση
Αστεμιζόλη, Μιζολαστίνη, ΤερφεναδίνηΠαρότι δεν έχουν μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των φαρμάκων.Αντενδείκνυνται
Εβαστίνη, 20 mgΕβαστίνη Cmax ↑ 2,5 φορές, AUC ↑ 6,2 φορές Carabastine Cmax ↔, AUC ↑ 3,1 φορέςΔεν συνιστάται
Βιλαστίνη, ΡουπαταδίνηΠαρότι δεν έχουν μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των φαρμάκων.Χρήση με προσοχή
Αντινεοπλασματικοί Παράγοντες
ΙρινοτεκάνηΠαρότι δεν έχει μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της ιρινοτεκάνης και του δραστικού μεταβολίτη της.Αντενδείκνυται
Αξιτινίμπη, Βοσουτινίμπη, Καμπαζιταξέλη, Καμποζαντινίμπη, Σεριτινίμπη, Κριζοτινίμπη,Παρότι δεν έχουν μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τιςΔεν συνιστώνται
Νταμπραφενίμπη, Δασατινίμπη, Δοσεταξέλη, Εβερόλιμους, Ιμπρουτινίμπη, Λαπατινίμπη, Νιλοτινίμπη, Παζοπανίμπη, Ρεγοραφενίμπη, Σουνιτινίμπη, Τεμσιρόλιμους, Τραβεκτεδίνη, Τραστουζουμάμπη εμτανσίνη, Αλκαλοειδή της Vinca (π.χ., βινφλουνίνη, βινορελβίνη)συγκεντρώσεις αυτών των φαρμάκων με εξαίρεση την καμπαζιταξέλη και τη ρεγοραφενίμπη. Δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική μεταβολή στην έκθεση στην καμπαζιταξέλη, αλλά μεγάλη διακύμανση στα αποτελέσματα. Η AUC της ρεγοραφενίμπης αναμένεται να μειωθεί (με εκτίμηση του δραστικού τμήματος)
Κομπιμετινίμπη 10 mg,Κομπιμετινίμπη Cmax ↑ 3,2 φορές, AUC ↑ 6,7 φορέςΔεν συνιστάται
Ολαπαρίμπη 100 mgΟλαπαρίμπη Cmax ↑ 40%, AUC ↑ 2,7 φορέςΔεν συνιστάται
Αλιτρετινοΐνη (από στόματος), Βορτεζομίμπη, Μπρεντουξιμάμπη βεδοτίνη, Ερλοτινίμπη, Ιδελαλισίμπη, Ιματινίμπη, Νιντεδανίμπη, Πανομπινοστάτη, Πονατινίμπη, Ρουξολιτινίμπη, Σονιντεγκίμπη,Παρότι δεν έχουν μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των φαρμάκων.Χρήση με προσοχή
Βουσουλφάνη 1 mg/kg Q6hΒουσουλφάνη Cmax ↑, AUC ↑Χρήση με προσοχή
Γεφιτινίμπη 250 mgΓεφιτινίμπη 250 mg Cmax ↑, AUC ↑ 78%Χρήση με προσοχή
Αντιθρομβωτικοί Παράγοντες
Δαβιγατράνη, ΤικαγρελόρηΠαρότι δεν έχουν μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των φαρμάκων.Αντενδείκνυνται
Απιξαμπάνη, Ριβαροξαμπάνη, ΒοραπαξάρηΠαρότι δεν έχουν μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των φαρμάκων.Δεν συνιστώνται
Σιλοσταζόλη, Κουμαρίνες (π.χ., βαρφαρίνη)Παρότι δεν έχουν μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των φαρμάκων.Χρήση με προσοχή
Αντι-ιικά για Συστηματική Χρήση
Ομπιτασβίρη/Παριταπρεβίρη/Ριτοναβίρη (με ή χωρίς Ντασαμπουβίρη)Η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της παριταπρεβίρηςΑντενδείκνυνται
Ελμπασβίρη/ Γκραζοπρεβίρη, Σιμεπρεβίρη,Παρότι δεν έχουν μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τιςΔεν συνιστώνται
Φουμαρική αλαφεναμίδη της τενοφοβίρης (TAF), Φουμαρική δισοπροξίλη της τενοφοβίρης (TDF)συγκεντρώσεις αυτών των φαρμάκων.
Κομπισιστάτη, Ελβιτεγκραβίρη (ενισχυμένη με ριτοναβίρη), Γκλεκαπρεβίρη/Πιμπρεντασβίρη, Μαραβιρόκη, Ριτοναβίρη ΣακουϊναβίρηΠαρότι δεν έχουν μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των φαρμάκων.Χρήση με προσοχή
Ινδιναβίρη PO 800 mg TIDΙνδιναβίρη Cmax ↔, AUC ↑Χρήση με προσοχή
Καρδιαγγειακό Σύστημα (Παράγοντες που Δρουν στο Σύστημα Ρενίνης-Αγγειοτενσίνης, Αντιυπερτασικά, β-αναστολείς, Αναστολείς των Διαύλων Ασβεστίου, Καρδιακή Θεραπεία, Διουρητικά)
Βεπριδίλη, Δισοπυραμίδη, Δοφετιλίδη, Δρονεδαρόνη, Επλερενόνη, Ιβαμπραδίνη, Λερκανιδιπίνη, Νισολδιπίνη, Ρανολαζίνη, Σιλδεναφίλη (πνευμονική υπέρταση)Παρότι δεν έχουν μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των φαρμάκων.Αντενδείκνυνται
Αλισκιρένη 150 mgΑλισκιρένη Cmax ↑ 5,8 φορές, AUC ↑ 6,5 φορέςΑντενδείκνυται
Κινιδίνη 100 mgΚινιδίνη Cmax ↑ 59%, AUC ↑ 2,4 φορέςΑντενδείκνυται
Φελοδιπίνη 5 mgΦελοδιπίνη Cmax ↑ 7,8 φορές, AUC ↑ 6,3 φορέςΔεν συνιστάται
Ριοσιγουάτη, Ταδαλαφίλη (πνευμονική υπέρταση)Παρότι δεν έχουν μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των φαρμάκων.Δεν συνιστώνται
Βοσεντάνη, Διλτιαζέμη, Γουανφασίνη, Άλλες Διυδροπυριδίνες (π.χ., αμλοδιπίνη, ισραδιπίνη, νιφεδιπίνη, νιμοδιπίνη), ΒεραπαμίληΠαρότι δεν έχει μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της βοσεντάνης.Χρήση με προσοχή
Διγοξίνη 0,5 mgΔιγοξίνη Cmax ↑ 34%, AUC ↑ 68%Χρήση με προσοχή
Ναδολόλη 30 mgΝαδολόλη Cmax ↑ 4,7 φορές, AUC ↑ 2,2 φορέςΧρήση με προσοχή
Κορτικοστεροειδή για Συστηματική Χρήση, Φάρμακα για Αποφρακτικές Νόσους των Αεροφόρων Οδών
Σικλεσονίδη, ΣαλμετερόληΠαρότι δεν έχει μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της σαλμετερόλης και του δραστικού μεταβολίτη της, της σικλεσονίδης.Δεν συνιστώνται
Βουδεσονίδη INH 1 mg SDΒουδεσονίδη INH Cmax ↑ 65%, AUC ↑ 4,2 φορές; συγκέντρωση βουδεσονίδης (σε άλλα σκευάσματα) ↑Χρήση με προσοχή
Δεξαμεθαζόνη IV 5 mg Δεξαμεθαζόνη PO 4,5 mgΔεξαμεθαζόνη IV: Cmax ↔, AUC ↑ 3,3 φορές Δεξαμεθαζόνη PO: Cmax ↑ 69%, AUC ↑ 3,7 φορέςΧρήση με προσοχή
Φλουτικαζόνη INH 1 mg BID,Συγκέντρωση φλουτικαζόνης INH ↑Χρήση με προσοχή
Μεθυλπρεδνιζολόνη 16 mgΜεθυλπρεδνιζολόνη PO Cmax ↑ 92%, AUC ↑ 3,9 φορές Μεθυλπρεδνιζολόνη IV AUC ↑ 2,6 φορέςΧρήση με προσοχή
Φλουτικαζόνη, ρινικό εκνέφωμαΠαρότι δεν έχει μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της ενδορρινικά χορηγούμενης φλουτικαζόνης.Χρήση με προσοχή
Φάρμακα που Χρησιμοποιούνται στον Διαβήτη
Ρεπαγλινίδη 0,25 mgΡεπαγλινίδη Cmax ↑ 47%, AUC ↑ 41%Χρήση με προσοχή
ΣαξαγλιπτίνηΠαρότι δεν έχει μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της σαξαγλιπτίνης.Χρήση με προσοχή
Γαστρεντερικά Φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων Αντιδιαρροϊκών, Εντερικών Αντιφλεγμονωδών/Αντιλοιμωδών παραγόντων, Αντιεμετικών και Φαρμάκων κατά της Ναυτίας, Φαρμάκων για τη Δυσκοιλιότητα, Φαρμάκων για Λειτουργικές Γαστρεντερικές Διαταραχές
Σισαπρίδη, ΝαλοξεγκόληΠαρότι δεν έχουν μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των φαρμάκων.Αντενδείκνυντα
Δομπεριδόνη 20 mgΔομπεριδόνη Cmax ↑ 2,7 φορές, AUC ↑ 3,2 φορέςΑντενδείκνυται
Απρεπιτάντη, Λοπεραμίδη, ΝετουπιτάντηΠαρότι δεν έχει μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της απρεπιτάντης.Χρήση με προσοχή
Ανοσοκατασταλτικά
Σιρόλιμους (ραπαμυκίνη)Παρότι δεν έχει μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις του sirolimusΔεν συνιστάται
Κυκλοσπορίνη ΤακρόλιμουςΠαρότι δεν έχει μελετηθεί
άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της κυκλοσπορίνης.Χρήση με προσοχή
Τακρόλιμους IV 0,03 mg/kg ODTacrolimus IV συγκέντρωση ↑Χρήση με προσοχή
Τροποποιητικοί Παράγοντες των Λιπιδίων
ΛομιταπίδηΠαρότι δεν έχει μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της λομιταπίδης.Αντενδείκνυται
Λοβαστατίνη 40 mgΛοβαστατίνη: Cmax ↑ 14,5- >20 φορές, AUC ↑ >14,8 - >20 φορές Λοβαστατίνη όξινη: Cmax ↑ 11,5-13 φορές, AUC ↑ 15,4- 20 φορέςΑντενδείκνυται
Σιμβαστατίνη 40 mgΣιμβαστατίνη όξινη: Cmax ↑ 17 φορές, AUC ↑ 19 φορέςΑντενδείκνυται
ΑτορβαστατίνηΑτορβαστατίνη όξινη: Cmax ↔ έως ↑2,5 φορές, AUC ↑ 40% έως 3 φορέςΔεν συνιστάται
Ψυχοαναληπτικά, Ψυχοληπτικά (π.χ. αντιψυχωσικά, αγχολυτικά και υπνωτικά)
Λουρασιδόνη, Πιμοζίδη, Κουετιαπίνη, ΣερτινδόληΠαρότι δεν έχουν μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των φαρμάκων.Αντενδείκνυνται
Μιδαζολάμη (από στόματος) 7,5 mgΜιδαζολάμη (από στόματος) Cmax ↑ 2,5 έως 3,4 φορές, AUC ↑ 6,6 έως 10,8 φορέςΑντενδείκνυται
Τριαζολάμη 0,25 mgΤριαζολάμη Cmax ↑, AUC ↑Αντενδείκνυται
Αλπραζολάμη 0,8 mgΑλπραζολάμη Cmax ↔, AUC ↑ 2,8 φορέςΧρήση με προσοχή
Αριπιπραζόλη 3 mgΑριπιπραζόλη Cmax ↑ 19%, AUC ↑ 48%Χρήση με προσοχή
Βρωτιζολάμη 0,5 mgΒρωτιζολάμη Cmax ↔, AUC ↑ 2,6 φορέςΧρήση με προσοχή
Βουσπιρόνη 10 mgΒουσπιρόνη: Cmax ↑ 13,4 φορές, AUC ↑ 19,2 φορέςΧρήση με προσοχή
Μιδαζολάμη (iv) 7,5 mgΜιδαζολάμη (iv) 7,5 mg: συγκέντρωση ↑; Παρότι δεν έχει μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της μιδαζολάμης μετά τη χορήγηση μέσω του στοματικού βλεννογόνου.Χρήση με προσοχή
Ρισπεριδόνη 2-8 mg/ημέραΣυγκέντρωση ρισπεριδόνης και δραστικών μεταβολιτών ↑Χρήση με προσοχή
Ζοπικλόνη 7,5 mgΖοπικλόνη Cmax ↑ 30%, AUC ↑ 70%Χρήση με προσοχή
Καριπραζίνη, Γκαλανταμίνη Αλοπεριδόλη, Ρεβοξετίνη, ΒενλαφαξίνηΠαρότι δεν έχουν μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των φαρμάκωνΧρήση με προσοχή
Αναπνευστικό Σύστημα: Άλλα Προϊόντα για το Αναπνευστικό Σύστημα
Λουμακαφτόρη/Ιβακαφτόρη PO 200/250 mg BIDΙβακαφτόρη Cmax ↑ 3,6 φορές, AUC ↑ 4,3 φορές Λουμακαφτόρη Cmax ↔, AUC ↔Δεν συνιστώνται
ΙβακαφτόρηΠαρότι δεν έχει μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της ιβακαφτόρηςΧρήση με προσοχή
Ορμόνες Φύλου και Τροποποιητές του Γεννητικού Συστήματος, Άλλα Γυναικολογικά Φάρμακα
Καβεργολίνη, Διενογέστη, ΟυλιπριστάληΠαρότι δεν έχουν μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των φαρμάκων.Χρήση με προσοχή
Ουρολογικά
Αβαναφίλη, Δαποξετίνη, ΔαριφενακίνηΠαρότι δεν έχουν μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των φαρμάκων.Αντενδείκνυνται
ΦεσοτεροδίνηΠαρότι δεν έχει μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις του δραστικού μεταβολίτη 5-υδροξυμεθυλ- τολτεροδίνηΜέτρια ή σοβαρή νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία: Αντενδείκνυται Ήπια νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία: Η ταυτόχρονη χρήση θα πρέπει να αποφεύγεται Φυσιολογική νεφρική ή ηπατική λειτουργία: Χρήση με προσοχή με μέγιστη δόση φεσοτεροδίνης 4 mg.
ΣολιφενακίνηΠαρότι δεν έχει μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της σολιφενακίνης.Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία: Αντενδείκνυται Μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία: Αντενδείκνυται Χρήση με προσοχή σε όλους τους άλλους
ασθενείς με μέγιστη δόση σολιφενακίνης 5 mg.
ΒαρδεναφίληΠαρότι δεν έχει μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της βαρδεναφίλης.Αντενδείκνυται σε ασθενείς ηλικίας άνω των 75 ετών, διαφορετικά δεν συνιστάται.
Αλφουζοσίνη, Σιλοδοσίνη, Ταδαλαφίλη (στυτική δυσλειτουργία και καλοήθης υπερπλασία του προστάτη), Ταμσουλοζίνη, ΤολτεροδίνηΠαρότι δεν έχουν μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των φαρμάκων.Δεν συνιστώνται
Δουταστερίδη, Ιμιδαφενακίνη, Σιλδεναφίλη (στυτική δυσλειτουργία)Παρότι δεν έχουν μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των φαρμάκωνΧρήση με προσοχή
Οξυβουτυνίνη 5 mgΟξυβουτυνίνη Cmax ↑ 2 φορές, AUC ↑ 2 φορές N-desethyloxybutynin Cmax ↔, AUC ↔ Μετά από διαδερμική χορήγηση: Παρότι δεν έχει μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της οξυβουτυνίνης μετά από διαδερμική χορήγηση.Χρήση με προσοχή
Διάφορα Φάρμακα και Λοιπές Ουσίες
ΚολχικίνηΠαρότι δεν έχει μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της κολχικίνης.Αντενδείκνυνται σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία. Δεν συνιστάται σε ηλικιωμένους ασθενείς
ΕλιγλουστάτηΠαρότι δεν έχει μελετηθεί άμεσα, η ιτρακοναζόλη αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της ελιγλουστάτης.Αντενδείκνυται σε άτομα με περιορισμένη μεταβολική ικανότητα (PM) του CYP2D6. Αντενδείκνυται σε άτομα που έχουν ενδιάμεση μεταβολική ικανότητα (IM) ή εκτενή μεταβολική ικανότητα (EM) του CYP2D6 και λαμβάνουν έναν ισχυρό ή μέτριο αναστολέα του CYP2D6. Χρήση με προσοχή σε άτομα με IM και EM του CYP2D6. Στα άτομα με EM του CYP2D6 και ήπια ηπατική δυσλειτουργία, θα πρέπει να εξετάζεται

δόση ελιγλουστάτης 84 mg/ημέρα.

Σινακαλσέτη Παρότι δεν έχει μελετηθεί σινακαλσέτης.

4.6. Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Τα καψάκια Sporizole® δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της κύησης, εκτός από περιπτώσεις που είναι απειλητικές για τη ζωή, εφόσον το δυνητικό όφελος στη μητέρα υπερέχει της δυνητικής βλάβης στο έμβρυο (βλέπε παράγραφο 4.3)

Σε μελέτες σε ζώα η ιτρακοναζόλη έδειξε τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή (βλέπε παράγραφο 5.3).

Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της ιτρακοναζόλης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Κατά την εμπειρία μετά από την κυκλοφορία του φαρμάκου, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις συγγενών ανωμαλιών. Στις περιπτώσεις αυτές περιλαμβάνονται σκελετικές δυσπλασίες, δυσπλασίες του ουροποιογεννητικού συστήματος, καρδιαγγειακές και οφθαλμικές δυσπλασίες καθώς και χρωμοσωμικές και πολλαπλές δυσπλασίες. Δεν έχει τεκμηριωθεί αιτιολογική συσχέτιση με την ιτρακοναζόλη.

Επιδημιολογικά δεδομένα από έκθεση της ιτρακοναζόλης κατά το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης κυρίως σε ασθενείς που λάμβαναν βραχύχρονη θεραπεία για αιδοιοκολπική καντιντίαση – δεν έδειξαν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης δυσπλασιών σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου που δεν είχε εκτεθεί σε γνωστά τερατογόνα. Έχει αποδειχθεί ότι η ιτρακοναζόλη διαπερνά τον πλακούντα σε μοντέλο αρουραίων.

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία Γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία και χρησιμοποιούν καψάκια Sporizole® πρέπει να λαμβάνουν αντισυλληπτικές προφυλάξεις. Η αποτελεσματική αντισύλληψη πρέπει να συνεχίζεται ως την έμμηνο ρύση που θα ακολουθήσει μετά το τέλος της θεραπείας με Sporizole®.

Θηλασμός Ένα πολύ μικρό ποσοστό ιτρακοναζόλης απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να αντισταθμίζονται τα αναμενόμενα οφέλη της θεραπείας με καψάκια Sporizole® έναντι του ενδεχόμενου κινδύνου από το θηλασμό. Σε περίπτωση που υπάρχει αμφιβολία, η ασθενής δεν πρέπει να θηλάζει.

Γονιμότητα Ανατρέξτε στην παράγραφο 5.3 για πληροφορίες σχετικά με την ιτρακοναζόλη που αφορούν στη γονιμότητα σε ζώα.

4.7. Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες για την επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Κατά την οδήγηση οχημάτων και χειρισμό μηχανημάτων, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών όπως ζάλη, οπτικές διαταραχές και απώλεια ακοής (βλέπε παράγραφο 4.8), οι οποίες μπορεί να εμφανιστούν σε ορισμένες περιπτώσεις.

4.8. Ανεπιθύμητες ενέργειες

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας

Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες κατά τη θεραπεία με καψάκια ιτρακοναζόλης που εντοπίστηκαν σε κλινικές δοκιμές και/ή από αυθόρμητες αναφορές ήταν κεφαλαλγία, κοιλιακό άλγος και ναυτία. Οι πιο σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις, καρδιακή ανεπάρκεια/συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια/πνευμονικό οίδημα, παγκρεατίτιδα, σοβαρή ηπατοτοξικότητα (συμπεριλαμβανομένων ορισμένων περιπτώσεων οξείας ηπατικής ανεπάρκειας) και σοβαρές δερματικές αντιδράσεις. Ανατρέξτε στην υποενότητα Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών για τις συχνότητες και άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν. Ανατρέξτε στην παράγραφο 4.4 για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με άλλες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες.

Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών Οι ανεπιθύμητες ενέργειες στον πίνακα που ακολουθεί προέρχονται από ανοικτού σχεδιασμού και διπλά τυφλές, κλινικές δοκιμές με καψάκια ιτρακοναζόλης που περιελάμβαναν 8499 ασθενείς για τη θεραπεία δερματομυκητιάσεων ή ονυχομυκητίασης, και από αυθόρμητες αναφορές.

Ο παρακάτω πίνακας παρουσιάζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες κατά Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα.

Εντός κάθε Κατηγορίας/Οργανικού Συστήματος, η συχνότητα εμφάνισης των ανεπιθύμητων ενεργειών παρουσιάζεται με βάση την ακόλουθη συνθήκη:

Πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100)

σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000).

Ανεπιθύμητες Ενέργειες
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
Όχι συχνέςΙγμορίτιδα, λοίμωξη της ανώτερης αναπνευστικής οδού, ρινίτιδα
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
ΣπάνιεςΛευκοπενία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Όχι συχνέςΥπερευαισθησία*
ΣπάνιεςΟρονοσία, αγγειονευρωτικό οίδημα, αναφυλακτοειδής αντίδραση
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
ΣπάνιεςΥπερτριγλυκεριδαιμία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
ΣυχνέςΚεφαλαλγία
ΣπάνιεςΠαραισθησία, υπαισθησία, δυσγευσία, τρόμος
Οφθαλμικές διαταραχές
ΣπάνιεςΟπτικές διαταραχές (συμπεριλαμβανομένης διπλωπίας και θαμπής όρασης)
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
ΣπάνιεςΠαροδική ή μόνιμη απώλεια ακοής*, εμβοές
Καρδιακές διαταραχές
ΣπάνιεςΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια*
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου
ΣπάνιεςΔύσπνοια
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγος, ναυτία
Όχι συχνέςΔιάρροια, έμετος, δυσκοιλιότητα, δυσπεψία, μετεωρισμός
ΣπάνιεςΠαγκρεατίτιδα
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
Όχι συχνέςΜη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
ΣπάνιεςΣοβαρή ηπατοτοξικότητα (συμπεριλαμβανομένων ορισμένων περιπτώσεων θανατηφόρου οξείας νεφρικής ανεπάρκειας)*, υπερχολερυθριναιμία
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Όχι συχνέςΚνίδωση, εξάνθημα, κνησμός
ΣπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυση, σύνδρομο Stevens-Johnson, οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση, πολύμορφο ερύθημα, αποφολιδωτική δερματίτιδα, λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα, αλωπεκία, φωτοευαισθησία
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
ΣπάνιεςΠολυουρία
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
Όχι συχνέςΔιαταραχές εμμήνου ρύσης
ΣπάνιεςΣτυτική δυσλειτουργία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
ΣπάνιεςΟίδημα
Παρακλινικές εξετάσεις
ΣπάνιεςΑυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση αίματος

* βλέπε παράγραφο 4.4.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Στον κατάλογο που ακολουθεί παρουσιάζονται οι επιπρόσθετες ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίστηκαν με την ιτρακοναζόλη και αναφέρθηκαν σε κλινικές δοκιμές του πόσιμου διαλύματος ιτρακοναζόλης και/ή του ενέσιμου διαλύματος ιτρακοναζόλης, εκτός από την ανεπιθύμητη ενέργεια με τον όρο “Φλεγμονή της θέσης ένεσης”, που είναι ειδικός για την ενέσιμη οδό χορήγησης.

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος: Κοκκιοκυτταροπενία, θρομβοπενία.

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος: Αναφυλακτοειδής αντίδραση.

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης: Υπεργλυκαιμία, υπερκαλιαιμία, υποκαλιαιμία, Υπομαγνησιαιμία.

Ψυχιατρικές διαταραχές: Συγχυτική κατάσταση.

Διαταραχές του νευρικού συστήματος: Περιφερική νευροπάθεια*, ζάλη, υπνηλία.

Καρδιακές διαταραχές: Καρδιακή ανεπάρκεια, ανεπάρκεια της αριστερής κοιλίας, ταχυκαρδία.

Αγγειακές διαταραχές: Υπέρταση, υπόταση.

Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου: Πνευμονικό οίδημα, δυσφωνία, βήχας.

Διαταραχές του γαστρεντερικού: Γαστρεντερική διαταραχή.

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων: Ηπατική ανεπάρκεια*, ηπατίτιδα, ίκτερος.

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού: Ερυθηματώδες εξάνθημα, υπεριδρωσία.

Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού: Μυαλγία, αρθραλγία.

Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών: Νεφρική δυσλειτουργία, ακράτεια ούρων.

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης: Γενικευμένο οίδημα, οίδημα προσώπου, θωρακικό άλγος, πυρεξία, άλγος, κόπωση, ρίγη.

Παρακλινικές εξετάσεις: Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης, αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος, αυξημένη γαλακτική αφυδρογονάση αίματος, αυξημένη ουρία αίματος, αυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράση, αυξημένα ηπατικά ένζυμα, μη φυσιολογική ανάλυση ούρων.

Η ασφάλεια των καψακίων ιτρακοναζόλης αξιολογήθηκε σε 165 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 1 έως 17 ετών που συμμετείχαν σε 14 κλινικές δοκιμές (4 διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο δοκιμές, 9 δοκιμές ανοικτού σχεδιασμού και 1 δοκιμή που είχε μία φάση ανοικτού σχεδιασμού ακολουθούμενη από διπλά τυφλή φάση). Αυτοί οι ασθενείς έλαβαν τουλάχιστον μία δόση καψακίων ιτρακοναζόλης για την αντιμετώπιση μυκητιασικών λοιμώξεων και παρείχαν δεδομένα ασφάλειας.

Με βάση τα συγκεντρωτικά δεδομένα ασφάλειας από αυτές τις κλινικές δοκιμές, οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες σε παιδιατρικούς ασθενείς ήταν κεφαλαλγία (3,0%), έμετος (3,0%), κοιλιακό άλγος (2,4%), διάρροια (2,4%), μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία (1,2%), υπόταση (1,2%), ναυτία (1,2%) και κνίδωση (1,2%). Γενικά, η φύση των ανεπιθύμητων ενεργειών στους παιδιατρικούς ασθενείς είναι παρόμοια με αυτή που παρατηρείται στους ενήλικες, όμως η επίπτωση είναι υψηλότερη στους παιδιατρικούς ασθενείς.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες απευθείας στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, 15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.

4.9. Υπερδοσολογία

Συμπτώματα και σημεία Γενικά, τα ανεπιθύμητα συμβάντα που έχουν αναφερθεί με υπερδοσολογία είναι σε συμφωνία με εκείνα που έχουν αναφερθεί με τη χρήση της ιτρακοναζόλης (βλέπε παράγραφο 4.8).

Αντιμετώπιση Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, πρέπει να εφαρμοστούν υποστηρικτικά μέτρα. Συνιστάται να επικοινωνήσετε με το κέντρο δηλητηριάσεων για να καθορίσετε τις πιο πρόσφατες συστάσεις για τη διαχείριση της υπερδοσολογίας.

Η ιτρακοναζόλη δεν μπορεί να απομακρυνθεί με αιμοδιύλιση.

Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιμυκητιασικά για συστηματική χρήση, παράγωγα τριαζόλης.

Κωδικός ATC: J02AC02 Μηχανισμός δράσης Μελέτες in vitro έχουν αποδείξει ότι η ιτρακοναζόλη επηρεάζει τη σύνθεση της εργοστερόλης σε κύτταρα των μυκήτων. Η εργοστερόλη είναι ένα ζωτικής σημασίας συστατικό της κυτταρικής μεμβράνης για τους μύκητες. Η διαταραχή της σύνθεσής της τελικά καταλήγει σε αντιμυκητιασική δράση.

Φαρμακοδυναμική (ΦΔ)/Φαρμακοκινητική (ΦΚ) σχέση Η ΦΔ/ΦΚ σχέση για την ιτρακοναζόλη και για τις τριαζόλες γενικά, είναι ελάχιστα κατανοητή.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Μικροβιολογία Η ιτρακοναζόλη, ένα τριαζολικό παράγωγο, έχει ευρύ φάσμα δράσης.

Όρια ευαισθησίας για την ιτρακοναζόλη, έχουν καθοριστεί από το CLSI μόνο για Candida spp. από επιφανειακές μυκητιασικές λοιμώξεις (CLSI M27-A2). Τα όρια ευαισθησίας για CLSI είναι τα ακόλουθα: ευαίσθητα ≤0,125, ευαίσθητα, δοσοεξαρτώμενα 0,25 – 0,5 και ανθεκτικά ≥1 μg/ml.

Ερμηνευτικά όρια ευαισθησίας δεν έχουν καθοριστεί από το CLSI για τους νηματοειδείς μύκητες.

Σύμφωνα με το EUCAST τα όρια ευαισθησίας για την ιτρακοναζόλη έχουν καθοριστεί για τα

Aspergillus flavus, A. fumigatus, A. nidulans και A. terreus και είναι τα ακόλουθα: ευαίσθητα ≤ 1 mg/l, ανθεκτικά > 2 mg/l. Τα όρια ευαισθησίας κατά EUCAST δεν έχουν ακόμα καθοριστεί για την ιτρακοναζόλη και την Candida spp.

Μελέτες in vitro δείχνουν ότι η ιτρακοναζόλη αναστέλλει την ανάπτυξη ενός ευρέος φάσματος παθογόνων για τον άνθρωπο μυκήτων σε συγκεντρώσεις συνήθως ≤ 1 μg/ml. Σε αυτό περιλαμβάνονται τα εξής:

Candida spp. (συμπεριλαβανομένων Candida albicans, Candida tropicalis, Candida parapsilosis και Candida dubliniensis), Aspergillus spp., Blastomyces dermatitidis, Cladosporium spp., Coccidioides immitis, Cryptococcus neoformans, Geotrichum spp., Histoplasma spp., συμπεριλαβανομένων H.

capsulatum, Paracoccidioides brasiliensis, Penicillium marneffei, Sporothrix schenckii και Trichosporon spp. Η ιτρακοναζόλη εμφάνισε επίσης in vitro δράση έναντι των Epidermophyton floccosum, Fonsecaea spp., Malassezia spp., Microsporum spp., Pseudallescheria boydii, Trichophyton spp. και ποικίλων άλλων ζυμομυκήτων και μυκήτων.

Σε γενικές γραμμές τα Candida krusei, Candida glabrata και Candida guillermondii αποτελούν τα λιγότερο ευαίσθητα είδη Candida, με ορισμένα απομονωθέντα στελέχη να εμφανίζουν αναμφισβήτητη ανθεκτικότητα στην ιτρακοναζόλη in vitro.

Τα κυριότερα είδη μυκήτων που δεν αναστέλλονται από την ιτρακοναζόλη είναι: Zymomycetes (π.χ.

Rhizopus spp., Rhizomucor spp., Mucor spp., και Absidia spp.), Fusarium spp., Scedosporium spp. και Scopulariopsis spp.

Η ανθεκτικότητα στις αζόλες φαίνεται να αναπτύσσεται αργά και είναι συχνά το αποτέλεσμα αρκετών γενετικών μεταλλάξεων. Οι μηχανισμοί που έχουν περιγραφεί είναι υπερέκφραση του ERG11, που κωδικοποιεί το ένζυμο στόχο 14α-δεμεθυλάση, σημειακές μεταλλάξεις στο ERG11 που οδηγούν σε μείωση της συγγένειας του στόχου και/ή υπερέκφραση μεταφορέα που οδηγεί σε αυξημένη εκροή.

Έχει παρατηρηθεί διασταυρούμενη αντίσταση μεταξύ των μελών της ομάδας των αζολών και του Candida spp., αν και ανθεκτικότητα σε ένα μέλος της ομάδας δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη ανθεκτικότητα σε άλλες αζόλες. Έχουν αναφερθεί ανθεκτικά στην ιτρακοναζόλη στελέχη του Aspergillus fumigatus.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Γενικά φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της ιτρακοναζόλης στο πλάσμα επιτυγχάνονται μέσα σε 2 έως 5 ώρες μετά από στόματος χορήγηση. Ως συνέπεια της μη γραμμικής φαρμακοκινητικής, η ιτρακοναζόλη συσσωρεύεται στο πλάσμα κατά τη διάρκεια πολλαπλής χορήγησης δόσεων. Οι συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης επιτυγχάνονται γενικά εντός 15 ημερών περίπου, με τιμές Cmax 0,5 μg/ml, 1,1 μg/ml και 2,0 μg/ml μετά την από στόματος χορήγηση 100 mg άπαξ ημερησίως, 200 mg άπαξ ημερησίως και 200 mg δις ημερησίως, αντίστοιχα. Η τελική ημίσεια ζωή της ιτρακοναζόλης σε γενικές γραμμές κυμαίνεται από 16 έως 28 ώρες μετά από χορήγηση εφάπαξ δόσης και αυξάνεται σε 34 έως 42 ώρες με επαναλαμβανόμενη χορήγηση δόσεων. Κατά τη διακοπή της θεραπείας, οι συγκεντρώσεις της ιτρακοναζόλης στο πλάσμα μειώνονται σε σχεδόν μη ανιχνεύσιμη συγκέντρωση εντός 7 έως 14 ημερών, ανάλογα με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας. Η μέση συνολική κάθαρση της ιτρακοναζόλης στο πλάσμα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι 278 ml/min. Σε υψηλότερες δόσεις η κάθαρση της ιτρακοναζόλης μειώνεται λόγω κορεσμού του ηπατικού μεταβολισμού.

Απορρόφηση Η ιτρακοναζόλη απορροφάται γρήγορα μετά την από στόματος χορήγηση. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις του αμετάβλητου φαρμάκου στο πλάσμα επιτυγχάνονται μέσα σε 2 έως 5 ώρες μετά από μια δόση καψακίων από στόματος. Η παρατηρούμενη απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ιτρακοναζόλης από στόματος είναι περίπου 55%. Η από στόματος βιοδιαθεσιμότητα είναι μέγιστη όταν τα καψάκια λαμβάνονται αμέσως μετά από ένα πλήρες γεύμα.

Η απορρόφηση των καψακίων ιτρακοναζόλης μειώνεται σε άτομα με μειωμένη γαστρική οξύτητα, όπως τα άτομα που λαμβάνουν φάρμακα που είναι γνωστά ως καταστολείς της έκκρισης γαστρικών οξέων (π.χ. ανταγωνιστές υποδοχέων H2, αναστολείς αντλιών πρωτονίων) ή τα άτομα με αχλωρυδρία που προκαλείται από ορισμένες νόσους (βλέπε παραγράφους 4.4 και 4.5). Η απορρόφηση της ιτρακοναζόλης σε συνθήκες νηστείας στα άτομα αυτά αυξάνει όταν τα καψάκια Sporizole® χορηγούνται με όξινο ποτό (όπως μη διαιτητικό αναψυκτικό τύπου cola). Όταν τα καψάκια Sporizole® χορηγήθηκαν ως εφάπαξ δόση 200 mg σε συνθήκες νηστείας με μη διαιτητικό αναψυκτικό τύπου cola μετά από προηγηθείσα θεραπεία με ρανιτιδίνη, έναν ανταγωνιστή υποδοχέων H , η απορρόφηση της ιτρακοναζόλης ήταν συγκρίσιμη με εκείνη που παρατηρήθηκε όταν τα καψάκια Sporizole® χορηγήθηκαν μεμονωμένα (βλέπε παράγραφο 4.5).

Κατά τη χορήγηση της ίδιας δόσης τους φαρμάκου η έκθεση στην ιτρακοναζόλη είναι χαμηλότερη με το σκεύασμα των καψακίων σε σύγκριση με το σκεύασμα του πόσιμου διαλύματος (βλέπε παράγραφο 4.4)

Κατανομή Το μεγαλύτερο μέρος της ιτρακοναζόλης στο πλάσμα είναι συνδεδεμένο με πρωτεΐνες (99.8%), με την αλβουμίνη να αποτελεί το κύριο συστατικό της σύνδεσης (99,6% για τον υδροξυ-μεταβολίτη). Επίσης παρουσιάζει σημαντική συγγένεια με τα λιπίδια. Μόνο το 0,2% της ιτρακοναζόλης στο πλάσμα εμφανίζεται ως ελεύθερο φάρμακο. Ο φαινόμενος όγκος κατανομής της ιτρακοναζόλης στον οργανισμό είναι μεγάλος (>700 L), υποδηλώνοντας εκτεταμένη κατανομή στους ιστούς. Οι συγκεντρώσεις στους πνεύμονες, τους νεφρούς, το ήπαρ, τα οστά, το στομάχι, το σπλήνα και τους μύες βρέθηκαν να είναι δύο με τρεις φορές υψηλότερες από τις αντίστοιχες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και η πρόσληψη σε κεράτινους ιστούς, συγκεκριμένα στο δέρμα, ήταν έως και τέσσερις φορές υψηλότερη. Οι συγκεντρώσεις στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό είναι πολύ χαμηλότερες από τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα, αλλά έχει καταδειχθεί αποτελεσματικότητα σε λοιμώξεις που ήταν παρούσες στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό.

Μεταβολισμός Η ιτρακοναζόλη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ σε μεγάλο αριθμό μεταβολιτών. Οι μελέτες in vitro έχουν δείξει ότι το CYP3A4 είναι το κύριο ένζυμο που εμπλέκεται στο μεταβολισμό της ιτρακοναζόλης.

Ο κύριος μεταβολίτης είναι η υδρόξυ-ιτρακοναζόλη ο οποίος έχει in vitro αντιμυκητιασική δράση συγκρίσιμη με της ιτρακοναζόλης. Ωστόσο οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυτού του μεταβολίτη είναι περίπου διπλάσιες αυτών της ιτρακοναζόλης.

Απέκκριση Η ιτρακοναζόλη απεκκρίνεται κυρίως με τη μοργή ανεννεργών μεταβολιτών με τα ούρα (35%) και με τα κόπρανα (54%) μέσα σε μία εβδομάδα από τη χορήγηση μίας δόσης πόσιμου διαλύματος. Η νεφρική απέκκριση της ιτρακοναζόλης και του δραστικού μεταβολίτη υδροξυ-ιτρακοναζόλης αντιστοιχεί σε λιγότερο από το 1% της ενδοφλέβιας δόσης. Βάσει μια ραδιοσημασμένης από στόματος δόσης, η απέκκριση του αμετάβλητου φαρμάκου με τα κόπρανα κυμαίνεται από 3% έως 18% της δόσης.

Καθώς η ανακατανομή της ιτρακοναζόλης από τους κεράτινους ιστούς φαίνεται να είναι αμελητέα, η αποβολή της ιτρακοναζόλης από αυτούς σχετίζεται με την αναγέννηση της επιδερμίδας. Σε αντίθεση με το πλάσμα, η συγκέντρωση στο δέρμα παραμένει για 2 έως 4 εβδομάδες μετά από τη διακοπή θεραπείας διάρκειας 4 εβδομάδων και στην κεράτινη στοιβάδα των ονύχων – στην οποία η ιτρακοναζόλη μπορεί να ανιχνευθεί από την πρώτη κιόλας εβδομάδα μετά από την έναρξη της θεραπείας – για τουλάχιστον 6 μήνες μετά το τέλος μια τρίμηνης θεραπείας.

Ειδικοί πληθυσμοί Ηπατική δυσλειτουργία Η ιτρακοναζόλη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ. Μία μελέτη φαρμακοκινητικής διεξήχθη σε 6 υγιείς και 12 κιρρωτικούς ασθενείς που έλαβαν εφάπαξ δόση 100 mg ιτρακοναζόλης σε μορφή καψακίων.

Στατιστικά σημαντική μείωση της μέσης Cmax (47%) και διπλάσια αύξηση της ημίσειας ζωής (37 ± 17 ώρες έναντι 16 ± 5 ωρών) της ιτρακοναζόλης σημειώθηκαν σε κιρρωτικούς ασθενείς σε σύγκριση με τα υγιή άτομα. Ωστόσο, η ολική έκθεση στην ιτρακοναζόλη, με βάση την AUC ήταν παρόμοια σε

ασθενείς με κίρρωση και σε υγιή άτομα. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για ασθενείς με κίρρωση κατά τη μακροχρόνια χρήση της ιτρακοναζόλης (Βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.4).

Διατίθενται περιορισμένα δεδομένα αναφορικά με τη χρήση της από στόματος χορηγούμενης ιτρακοναζόλης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Μία μελέτη φαρμακοκινητικής που χρησιμοποίησε μία μεμονωμένη δόση ιτρακοναζόλης 200 mg (τέσσερα καψάκια των 50 mg) διεξήχθη σε τρεις ομάδες ασθενών με νεφρική δυσλειτουργία (ουραιμία: n=7, αιμοδιύλιση: n=7 και συνεχής περιπατητική περιτοναϊκή διύλιση: n=5). Σε άτομα με ουραιμία με μέση κάθαρση κρεατινίνης 13 ml/min × 1,73 m2, η έκθεση, με βάση την AUC, ήταν ελαφρώς μειωμένη σε σύγκριση με τις παραμέτρους του φυσιολογικού πληθυσμού. Αυτή η μελέτη δεν έδειξε καμία σημαντική επίδραση της αιμοδιύλισης ή της συνεχούς περιπατητικής περιτοναϊκής διύλισης στη φαρμακοκινητική της ιτρακοναζόλης (Tmax, Cmax, και AUC0-8h). Τα προφίλ συγκέντρωσης πλάσματος - χρόνου έδειξαν μεγάλη διαφοροποίηση από άτομο σε άτομο και στις τρεις ομάδες.

Μετά από εφάπαξ ενδοφλέβια δόση, η μέση τελική ημίσεια ζωή της ιτρακοναζόλης σε ασθενείς με ήπια (στη συγκεκριμένη μελέτη ορίζεται ως CrCl 50-79 ml/min), μέτρια (στη συγκεκριμένη μελέτη ορίζεται ως CrCl 20-49 ml/min), και σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (στη συγκεκριμένη μελέτη ορίζεται ως CrCl <20 ml/min) ήταν παρόμοια με εκείνη σε υγιή άτομα (εύρος μέσων τιμών 42-49 ωρών έναντι 48 ωρών σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία και σε υγιή άτομα, αντίστοιχα). Η συνολική έκθεση στην ιτρακοναζόλη, με βάση την AUC, μειώθηκε σε ασθενείς με μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία κατά περίπου 30% και 40%, αντίστοιχα, σε σύγκριση με ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας χορήγησης ιτρακοναζόλης. Η διύλιση δεν έχει επίδραση στο χρόνο ημίσειας ζωής ή την κάθαρση της ιτρακοναζόλης ή της υδροξυ-ιτρακοναζόλης (βλέπε επίσης παραγράφους 4.2 και 4.4).

Περιορισμένα φαρμακοκινητικά δεδομένα είναι διαθέσιμα για τη χρήση της ιτρακοναζόλης στον παιδιατρικό πληθυσμό. Κλινικές μελέτες φαρμακοκινητικής σε παιδιά και εφήβους ηλικίας από 5 μηνών έως 17 ετών διεξήχθησαν με καψάκια, πόσιμο διάλυμα ή ενδοφλέβια μορφή ιτρακοναζόλης. Οι μεμονωμένες δόσεις με τα καψάκια και το πόσιμο διάλυμα κυμαίνονταν από 1,5 έως 12,5 mg/kg/ημέρα, χορηγούμενες μία φορά ή δύο φορές την ημέρα. Η ενδοφλέβια μορφή χορηγήθηκε είτε ως μεμονωμένη έγχυση 2,5 mg/kg, είτε ως έγχυση 2,5 mg/kg μία φορά την ημέρα ή δύο φορές την ημέρα. Για την ίδια ημερήσια δόση, η χορήγηση δύο φορές την ημέρα σε σύγκριση με τη χορήγηση μία φορά την ημέρα έδωσε μέγιστες και ελάχιστες συγκεντρώσεις που ήταν συγκρίσιμες με τη δοσολογία μίας δόσης την ημέρα σε ενήλικες. Δεν παρατηρήθηκε σημαντική εξάρτηση από την ηλικία για την AUC της ιτρακοναζόλης και τη συνολική σωματική κάθαρση, ενώ σημειώθηκαν ήπιοι συσχετισμοί μεταξύ της ηλικίας και του όγκου κατανομής της ιτρακοναζόλης, της Cmax και του τελικού ρυθμού αποβολής. Η φαινόμενη κάθαρση και ο φαινόμενος όγκος κατανομής της ιτρακοναζόλης φάνηκαν να σχετίζονται με το σωματικό βάρος.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Ιτρακοναζόλη Η ιτρακοναζόλη έχει μελετηθεί σε ένα τυποποιημένο σύνολο μη κλινικών μελετών ασφάλειας.

Μελέτες οξείας τοξικότητας με ιτρακοναζόλη σε επίμυες, αρουραίους, ινδικά χοιρίδια και σκύλους έδειξαν ένα μεγάλο εύρος ασφάλειας (3 έως 16 φορές της μέγιστης συνιστώμενης δόσης στον άνθρωπο [MRHD] βάσει mg/m2). Μελέτες από στόματος υπο (χρόνιας) τοξικότητας σε αρουραίους και σκύλους αποκάλυψαν διάφορα όργανα ή ιστούς-στόχους, όπως ο φλοιός επινεφριδίων, το ήπαρ και το σύστημα μονοπύρηνων φαγοκυττάρων καθώς και διαταραχές στο μεταβολισμό των λιπιδίων εκδηλούμενες ως ξανθωματικά κύτταρα σε διάφορα όργανα.

Σε υψηλές δόσεις, η ιστολογική εξέταση του φλοιού των επινεφριδίων έδειξε ένα αναστρέψιμο οίδημα με κυτταρική υπερτροφία της δικτυωτής και στηλιδωτής ζώνης, που ορισμένες φορές σχετιζόταν με

λέπτυνση της σπειροειδούς ζώνης. Βρέθηκαν αναστρέψιμες ηπατικές αλλαγές σε υψηλές δόσεις.

Μικρές αλλαγές παρατηρήθηκαν στα κύτταρα των κολποειδών και στο σχηματισμό κενοτοπίων των ηπατοκυττάρων, το τελευταίο υποδηλώνοντας κυτταρική δυσλειτουργία χωρίς όμως εμφανή ηπατίτιδα ή ηπατοκυτταρική νέκρωση. Ιστολογικές μεταβολές του συστήματος μονοπύρηνων φαγοκυττάρων χαρακτηρίζονταν κυρίως από μακροφάγα με αυξημένο πρωτεϊνούχο υλικό σε διάφορους παρεγχυματικούς ιστούς.

Παρατηρήθηκε γενικευμένη χαμηλή οστική πυκνότητα, σε νεαρά σκυλιά μετά από χρόνια χορήγηση Σε τρεις μελέτες τοξικότητας με αρουραίους, η ιτρακοναζόλη προκάλεσε οστικές ανωμαλίες. Οι προκληθείσες ανωμαλίες περιελάμβαναν μειωμένη δράση της οστικής πλάκας, λέπτυνση της συμπαγούς ζώνης των μακρών οστών και αυξημένη οστική ευθραυστότητα.

Η ιτρακοναζόλη δεν αποτελεί πρωτογενές παράγοντα καρκινογένεσης σε αρουραίους ή επίμυες σε δόσεις έως 20 και 80 mg/kg, αντίστοιχα. Παρόλα αυτά, σε αρσενικούς αρουραίους παρατηρήθηκε μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης σαρκώματος μαλακών ιστών, που αποδίδεται σε αύξηση των μη- νεοπλαστικών, χρόνιων φλεγμονωδών αντιδράσεων του συνδετικού ιστού σαν αποτέλεσμα αυξημένων επιπέδων χοληστερόλης και χοληστερόλωσης του συνδετικού ιστού.

Τα μη κλινικά δεδομένα για την ιτρακοναζόλη δεν αποκάλυψαν ενδείξεις γονιδιοτοξικότητας, πρωτογενούς καρκινογένεσης ή διαταραχής της γονιμότητας. Σε υψηλές δόσεις των 40 και 80 mg/kg/ημέρα σε αρουραίους (1 και 2 φορές την MRHD βάσει mg/m2), παρατηρήθηκαν επιδράσεις στον φλοιό των επινεφριδίων, στο ήπαρ και στο σύστημα μονοπύρηνων φαγοκυττάρων. Ωστόσο, φαίνεται ότι έχουν χαμηλή σημασία για την προτεινόμενη κλινική χρήση. Η ιτρακοναζόλη βρέθηκε να προκαλεί σχετιζόμενη με τη δόση αύξηση της τοξικότητας στη μητέρα, της εμβρυοτοξικότητας και της τερατογένεσης στους αρουραίους και στα ποντίκια σε υψηλές δόσεις. Παρατηρήθηκε γενικευμένη χαμηλότερη οστική πυκνότητα σε νεαρά σκυλιά μετά από χρόνια χορήγηση ιτρακοναζόλης (δεν παρατηρήθηκε τοξικότητα έως τα 20 mg/kg (2 φορές την MRHD βάσει mg/m2), ενώ σε αρουραίους παρατηρήθηκε μειωμένη δράση της οστικής πλάκας, λέπτυνση της συμπαγούς ζώνης των μακρών οστών και αυξημένη οστική ευθραυστότητα.

Δεν υπάρχουν ενδείξεις μεταλλαξιογόνου δυνατότητας της ιτρακοναζόλης.

Τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή Η ιτρακοναζόλη βρέθηκε να προκαλεί δοσοεξαρτώμενη αύξηση στην τοξικότητα για τη μητέρα, την εμβρυοτοξικότητα και την τερατογένεση στους αρουραίους και στους επίμυες σε δόσεις 40, 80 και 160 mg/kg (0,5, 1 και 4 φορές την MRHD βάσει mg/m2). Στους αρουραίους η τερατογένεση περιελάμβανε σοβαρές σκελετικές ανωμαλίες ενώ στους επίμυες εγκεφαλοκήλες και μακρογλωσσία.

Δεν παρατηρήθηκε τερατογένεση σε κουνέλια με δόσεις έως 80 mg/kg (4 φορές την MRHD βάσει mg/m2).

Γονιμότητα Δεν υπάρχει ένδειξη κύριας επίδρασης στη γονιμότητα κατά τη θεραπεία με ιτρακοναζόλη.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1. Κατάλογος εκδόχων

Sucrose, Hypromellose, Sodium methylparaben E219, Sodium propylparaben E217, Sugar spheres, Titanium dioxide E171 CI 77891, Brilliant blue FCF E133 CI 42090, Gelatine.

6.2. Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3. Διάρκεια ζωής

36 μήνες.

6.4. Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Το προϊόν διατηρείται σε θερμοκρασία μικρότερη των 25°C.

Για την ημερομηνία λήξης, βλέπε επί της συσκευασίας.

Να φυλάσσεται μακριά από τα παιδιά.

6.5. Φύση και συστατικά του περιέκτη

Συσκευασίες με 4, 6, 15 και 28 καψάκια σε blisters.

6.6. Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός.

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

TARGET PHARMA ΜΟΝ/ΠΗ ΕΠΕ, Μενάνδρου 54, 10431 Αθήνα, Τηλ.: 210.5224830, Φαξ: 210.5224838, e-mail: info@targetpharma.gr, www.targetpharma.gr.

8. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

55068/14/31-03-2015

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 03-02-2005 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 31-05-2011.

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:2582801_SPC_2582801_2.pdf