ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ TEMSERIN 1. EMΠΟΡΙΚΗ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ Οφθαλμικές σταγόνες, διάλυμα TEMSERIN 0.25%.
Oφθαλμικές σταγόνες, διάλυμα TEMSERIN 0.5%.
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε ml TEMSERIN 0.25% περιέχει 3.4 mg timolol maleate που αντιστοιχούν σε 2.5mg timolol.
Kάθε ml TEMSERIN 0.5% περιέχει 6.8 mg timolol maleate που αντιστοιχούν σε 5 mg timolol.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Οφθαλμικές σταγόνες, διάλυμα
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Μείωση της αύξημένης ενδοφθάλμιας πίεσης σε καταστάσεις όπως:
• Αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση
• Χρόνιο γλαύκωμα ανοιχτής γωνίας (περιλαμβάνονται και οι αφακικοί ασθενείς).
4.2 Δοσολογία και οδός χορήγησης:
Συνιστάται θεραπεία με μια σταγόνα Οφθαλμικών Σταγόνων TEMSERIN 0.25% στο (α) προσβεβλημένο (α) μάτι (α) δύο φορές την ημέρα.
Συνιστάται θεραπεία με μία σταγόνα Οφθαλμικών Σταγόνων TEMSERIN 0.5% στο (α) προσβεβλημένο (α) μάτι (α) δύο φορές την ημέρα, εάν η κλινική ανταπόκριση στο διάλυμα 0.25% δεν είναι επαρκής.
Παιδιατρική χρήση Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι μία σταγόνα Οφθαλμικών Σταγόνων TEMSERIN 0.25% στον προσβεβλημένο οφθαλμό κάθε 12 ώρες μαζί με μία άλλη αντιγλαυκωματική θεραπεία. Αν είναι απαραίτητο η δόση μπορεί να αυξηθεί σε μία σταγόνα TEMSERIN 0.5% Eye Drops κάθε 12 ώρες. Δεν συνιστάται η χρήση TEMSERIN σε πρόωρα βρέφη ή νεογνά. Με εφαρμογή ρινοδακρυϊκού αποκλεισμού ή κλείσιμο των βλεφάρων για 3 λεπτά μπορεί να ελαττωθεί η συστηματική απορρόφηση.
Αυτό πιθανόν έχει ως αποτέλεσμα μείωση της εμφάνισης συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών και αύξηση της τοπικής δραστηριότητας.
Η ενδοφθάλμια πίεση πρέπει να επανεκτιμάται περίπου τέσσερις εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας, διότι η ανταπόκριση στην Τimolol μπορεί να χρειαστεί μερικές εβδομάδες να σταθεροποιηθεί. Εφόσον η ενδοφθάλμια πίεση διατηρείται σε ικανοποιητικά επίπεδα, πολλοί ασθενείς μπορούν να μειώσουν την θεραπεία σε μία φορά την ημέρα.
Eάν είναι απαραίτητο, μπορεί να αρχίσει ταυτόχρονη θεραπεία με μυωτικά,
αδρεναλίνη ή/και αναστολείς της καρβονικής ανυδράσης.
Για να προληφθεί η έκπλυση της δραστικής ουσίας, όταν χρησιμοποιούνται επιπλέον οφθαλμικά φάρμακα, απαιτείται ένα διάστημα τουλάχιστον 5 λεπτών μεταξύ κάθε εφαρμογής.
Μεταφορά από άλλους τοπικούς β-αναστολείς: Διακόψτε τη χρήση τους μετά από μία πλήρη ημέρα θεραπείας και ξεκινήστε θεραπεία με Οφθαλμικές Σταγόνες TEMSERIN 0.25% την επόμενη ημέρα, σε δόση μίας σταγόνας σε κάθε προσβλεβλημένο μάτι δύο φορές την ημέρα.
Μεταφορά από ένα απλό αντιγλαυκωματικό παράγοντα εκτός από τους τοπικούς β-αναστολείς: Συνεχίστε τον παράγοντα και προσθέστε μία σταγόνα Οφθαλμικών Σταγόνων TEMSERIN 0.25% σε κάθε προσβεβλημένο μάτι δύο φορές την ημέρα. Την επόμενη μέρα, διακόψτε τελείως τον προηγούμενο παράγοντα και συνεχίστε με Οφθαλμικές Σταγόνες TEMSERIN 0.25%.
Eάν απαιτείται υψηλότερη δόση, εφαρμόστε μία σταγόνα των Οφθαλμικών Σταγόνων TEMSERIN 0.5% σε κάθε προσβεβλημένο μάτι δύο φορές ημερησίως.
4.3 Αντενδείξεις
Το TEMSERIN αντενδείκνυται σε ασθενείς με:
• Καρδιογενές shock
• Eκδηλη καρδιακή ανεπάρκεια
• Δευτέρου και τρίτου βαθμού κολποκοιλιακό αποκλεισμό
• Κολπική βραδυκαρδία
• Βρογχικό άσθμα
• Ιστορικό βρογχικού άσθματος ή σοβαρής χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας
• Σοβαρή αλλεργική ρινίτιδα και βρογχική υπερέκκριση
• Δυστροφίες του κερατοειδούς
• Υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε συστατικό αυτού του προϊόντος ή άλλου β-αναστολέα
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση
Όπως και τα άλλα τοπικά εφαρμοζόμενα οφθαλμικά φάρμακα τοTEMSERIN μπορεί να απορροφηθεί στη συστηματική κυκλοφορία και μπορεί να εμφανιστούν οι ανεπιθύμητες ενέργειες που εμφανίζονται με β-αναστολείς από το στόμα.
Το TEMSERIN πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου, στηθάγχη Prinzmetal, μη θεραπευτικά υποστηριζόμενο φαιοχρωμοκύττωμα, μεταβολική οξωση, σοβαρές διαταραχές της περιφερικής κυκλοφορίας (νόσος Raynaud) και υπόταση.
Σοβαρή και παρατεταμένη υπόταση έχει παρατηρηθεί σε μερικούς ασθενείς μετά από χορήγηση συστηματικών β-αναστολέων κατά τη διάρκεια αναισθησίας.
Γι’αυτόν το λόγο συνιστάται σταδιακή διακοπή του TEMSERIN πριν από
προγραμματισμένο χειρουργείο.
Όπως με όλους του συστηματικούς β-αναστολείς αν χρειάζεται διακοπή της χορήγησης της οφθαλμικής τιμολόλης σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται σταδιακά.
Η θεραπεία με β-αναστολείς μπορεί να συγκαλύψει ορισμένα συμπτώματα υπερθυρεοειδισμού. Απότομη διακοπή της θεραπείας με β-αναστολείς μπορεί να προκαλέσει επιδείνωση των συμπτωμάτων.
Οι β-αδρενεργικοί αναστολείς πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς με υπογλυκαιμία ή διαβητικούς ασθενείς (ιδιαίτερα αυτούς με ασταθή διαβήτη), οι οποίοι λαμβάνουν ινσουλίνη ή από του στόματος αντιδιαβητικά.
Οι β- αδρενεργικοί αναστολείς μπορεί να συγκαλύψουν τα σημεία και συμπτώματα οξείας υπογλυκαιμίας.
Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (ελάττωση απέκκρισης) η θεραπεία με TEMSERIN έχει σχετισθεί με έντονη υπόταση.
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε πρόωρα και νεογέννητα βρέφη δεν έχει τεκμηριωθεί.
Σύγχρονη χορήγηση με αναστολείς της ΜΑΟ πρέπει να αποφεύγεται.
Η καρδιακή ανεπάρκεια πρέπει να ελέγχεται επαρκώς πριν την έναρξη της θεραπείας με TEMSERIN. Aσθενείς με ιστορικό σοβαρής καρδιακής νόσου πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία καρδιακής ανεπάρκειας.
Έχουν αναφερθεί αναπνευστικές και καρδιακές αντιδράσεις, ακόμη και θάνατος λόγω του βρογχόσπασμου σε ασθενείς με άσθμα και σπάνια, θάνατος από καρδιακή ανεπάρκεια.
Σε ασθενείς με γλαύκωμα κλειστής γωνίας, το άμεσο αντικείμενο της θεραπείας είναι να ανοίξει η γωνία. Αυτό απαιτεί την σμίκρυνση της κόρης με ένα μυωτικό. Το TEMSERIN έχει μικρή ή καθόλου επίδραση στην κόρη.
Οταν το TEMSERIN χρησιμοποιείται για να ελαττώσει την ενδοφθάλμια πίεση σε γλαύκωμα κλειστής γωνίας πρέπει να χρησιμοποιείται με ένα μυωτικό και όχι μόνο του.
Έχει αναφερθεί ότι οι β- αδρενεργικοί αναστολείς αυξάνουν τη μυϊκή αδυναμία που σχετίζεται με ορισμένα μυασθενικά συμπτώματα (π.χ.
διπλωπία, βλεφαρόπτωση, και γενικευμένη αδυναμία). Έχει αναφερθεί σπάνια ότι το TEMSERIN αυξάνει την μυϊκή αδυναμία σε μερικούς ασθενείς με μυασθένεια gravis, μυασθενικά συμπτώματα (βλ. και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Κίνδυνος από αναφυλακτικές αντιδράσεις: όταν παίρνουν β-αναστολέα, οι ασθενείς με ιστορικό ατοπίας η ιστορικό σοβαρής αναφυλακτικής αντίδρασης σε ποικίλα αλλεργιογόνα μπορεί να γίνουν πιο ευαίσθητοι σε επαναλαμβανόμενη επαφή με αυτά τα αλλεργιογόνα, η οποία προκύπτει είτε τυχαία, είτε διαγνωστικά ή θεραπευτικά. Τέτοιοι ασθενείς μπορεί να μην ανταποκρίνονται στην συνήθη δόση αδρεναλίνης που χρησιμοποιείται στη θεραπεία των αναφυλακτικών αντιδράσεων.
Αυτός ο τύπος των Οφθαλμικών Σταγόνων TEMSERIN 0.25% ή 0.5%
περιέχει χλωριούχο βενζαλκόνιο, ως συντηρητικό, το οποίο μπορεί να εναποτεθεί στούς φακούς επαφής. Ετσι, το TEMSERIN δεν πρέπει να χρησιμοποιείται εάν φοράτε τέτοιοιους φακούς. Οι φακοί πρέπει να αφαιρούνται πριν την εφαρμογή των σταγόνων και να μην επανατοποθετούνται νωρίτερα από 15 λεπτά μετά τη χρήση.
Οπως σε κάθε θεραπεία γλαυκώματος συνιστάται τακτικός έλεγχος της ενδοφθάλμιας πίεσης και του κερατοειδούς.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα και άλλες μορφές αλληλεπιδράσεις
Παρ΄όλο που το TEMSERIN έχει μικρή ή καμία επίδραση στο μέγεθος της κόρης, έχει αναφερθεί περιστασιακά μυδρίαση όταν το TEMSERIN χρησιμοποιείται μαζί με αδρεναλίνη. Η δράση του TEMSERIN μπορεί δυνητικά να προστεθεί στο αποτέλεσμα των ανταγωνιστών ασβεστίου από το στόμα, όπως της βεραπαμίλης και σε μικρότερο βαθμό της διλτιαζέμης, των αλκαλοειδών της rauwolfia ή των β-αναστολέων και να προκαλέσουν υπόταση ή/και σοβαρή βραδυκαρδία.
Το αποτέλεσμα στην ενδοφθάλμια πίεση ή τα γνωστά αποτελέσματα του συστηματικού β-αποκλεισμού μπορεί να αυξηθούν όταν το TEMSERIN χορηγηθεί σε ασθενείς που παίρνουν ήδη β-αναστολέα από το στόμα. Η ανταπόκριση αυτών των ασθενών πρέπει να παρακολουθείται στενά.
Λόγω του ότι το TEMSERIN απορροφάται στη συστηματική κυκλοφορία, μπορεί να εμφανιστούν οι ακόλουθες αλληλεπιδράσεις που παρατηρούνται με τους β-αναστολείς από το στόμα.
Ανταγωνιστές ασβεστίου: Βεραπαμίλη και σε μικρότερο βαθμό η διλτιαζέμη: αρνητική επίδραση στη συσταλτικότητα και στην κολποκοιλιακή αγωγιμότητα.
Γλυκοσίδες της δακτυλίτιδας και παρασυμπαθομιμητικά σε συνδυασμό με τους β-αναστολείς μπορεί να αυξήσει το χρόνο της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας.
Κλονιδίνη: οι β-αναστολείς αυξάνουν τον κίνδυνο της «αντιδραστικής υπέρτασης».
Αντιαρρυθμικά φάρμακα τάξης Ι (π.χ. δισοπυραμίδη, κινιδίνη) και αμιωδαρόνη: δυνητικά μπορεί να έχουν ενισχυτική επίδραση στο χρόνο της κολπικής αγωγιμότητας και να προκαλέσουν αρνητική ινότροπη δράση.
Ινσουλίνη και αντιδιαβητικά φάρμακα από το στόμα: μπορεί να επιτείνουν τη μείωση της γλυκόζης αίματος και ο β-αδρενεργικός αποκλεισμός μπορεί να προλάβει την εμφάνιση των σημείων της υπογλυκαιμίας (ταχυκαρδία).
Αναισθητικά φάρμακα: μείωση της αντανακλαστικής ταχυκαρδίας και αύξηση του κινδύνου υπότασης. Ο αναισθησιολόγος πρέπει να ενημερώνεται όταν ο ασθενής παίρνει TEMSERIN.
Σιμετιδίνη, υδραλαζίνη και αλκοόλ : μπορεί να προκαλέσουν την αύξηση των επιπέδων της τιμολόλης στο πλάσμα.
4.6 Κύηση και Γαλουχία
Το TEMSERIN δεν έχει μελετηθεί στην ανθρώπινη εγκυμοσύνη. Επιπλέον, μπορεί να εμφανιστούν ανεπιθύμητες ενέργειες (ιδίως υπογλυκαιμία και βραδυκαρδία) στο έμβρυο και το νεογνό. Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος καρδιακών και πνευμονικών επιπλοκών στο νεογνό κατά τη μετεμβρυϊκή περίοδο. Ετσι το TEMSERIN δεν πρέπει να χρησιμοποιείται στην εγκυμοσύνη, εκτός εάν υπάρχει εμφανές όφελος.
Το TEMSERIN μπορεί να απορροφηθεί συστηματικά και να αποβληθεί στο μητρικό γάλα. Με ορατή την πιθανότητα πρόκλησης σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών στο βρέφος, ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται πριν την έναρξη θεραπείας με TEMSERIN στη μητέρα.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών.
Δεν υπάρχουν μελέτες για την επίδραση του TEMSERIN στην ικανότητα οδήγησης. Πιθανές παρενέργειες όπως θολή όραση, ζάλη ή κόπωση μπορεί να επηρεάσουν την ικανότητα μερικών ασθενών για οδήγηση ή/και χειρισμό μηχανημάτων.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Αισθητήρια όργανα: «Ξηρά μάτια», ενδείξεις και συμπτώματα οφθαλμικού ερεθισμού που περιλαμβάνουν επιπεφυκίτιδα, βλεφαρίτιδα, κερατίτιδα και μειωμένη ευαισθησία του κερατοειδούς.
Οπτικές διαταραχές, συμπεριλαμβανομένων διαθλαστικών αλλαγών (λόγω διακοπής της μυωτικής θεραπείας σε μερικές περιπτώσεις), διπλωπίας, βλεφαρόπτωσης, εμβοών και .αποκόλλησης του χοριοειδούς από χειρουργικές διαδικασίες διήθυσης.
Καρδιαγγειακό σύστημα: Βραδυκαρδία, μειωμένη κολποκοιλιακή αγωγιγόμητα ή επιδείνωση υπάρχοντος κολποκοιλιακού αποκλεισμού, υπόταση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, αρρυθμία, συγκοπή, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ισχαιμία, αίσθημα παλμών,Φαινόμενο Raynaud , χωλότητα.
Αναπνευστικό σύστημα: Βρογχόσπασμος (κυρίως σε ασθενείς με προϋπάρχουσα βρογχοσπαστική νόσο), αναπνευστική ανεπάρκεια, δύσπνοια και βήχας.
Γενικά συμπτώματα: κόπωση, κεφαλαλγία, αδυναμία, οπισθοστερνικό άλγος.
Δέρμα: αλωπεκία, αλλοιώσεις τύπου ψωρίασης ή επιδείνωση προϋπάρχουσας ψωρίασης .
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας, που περιλαμβάνουν τοπικό και γενικευμένο εξάνθημα, κνίδωση, αγγειοοίδημα.
Υπάρχουν αναφορές δερματικών εξανθημάτων ή/και ξηροφθαλμία που συνοδεύουν τη χρήση φαρμάκων αναστολέων των β-αδρενεργικών υποδοχέων. Η αναφερόμενη συχνότητα είναι μικρή και στις περισσότερες περιπτώσεις τα συμπτώματα υπεχώρησαν με τη διακοπή της θεραπείας.
Πρέπει να μελετάται η διακοπή του φαρμάκου, όταν οποιαδήποτε τέτοια αντίδραση δεν μπορεί να εξηγηθεί με άλλο τρόπο. Η θεραπεία δεν πρέπει να σταματά απότομα.
Κεντρικό νευρικό σύστημα: Ζάλη, κατάθλιψη, επίταση των σημείων και συμπτωμάτων της μυασθένειας gravis, παραισθήσεις, εφιάλτες, αϋπνία, απώλεια μνήμης.
Πεπτικό : ναυτία , διάρροια, δυσπεψία, ξηροστομία.
Ανοσολογικό: συστηματικός ερυθηματώδης λύκος.
Ουροποιογεννητικό: πτώση της libido και νόσος Peyronie.
Άγνωστη αιτιολογική σχέση: Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί, χωρίς όμως να αποδειχθεί η αιτιολογική τους σχέση με το TEMSERIN. Aφακικό κυστικό κηλιδώδες οίδημα, ρινική συμφόρηση, ανορεξία, επίδραση στο ΚΝΣ ( περιλαμβάνονται σύγχυση, ψευδαισθήσεις, άγχος, αποπροσανατολισμός, νευρικότητα, υπνηλία και άλλες ψυχιατρικές διαταραχές), υπέρταση και οπισθοπεριτοναϊκή ίνωση, ψευδοπέμφιγξ. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που εμφανίζονται με τη λήψη Timolol maleate από το στόμα μπορεί να εμφανιστούν και με την τοπική χρήση του TEMSERIN.
4.9 Υπερδοσολογία
Δεν υπάρχουν συγκεκριμένα δεδομένα. Τα πιο κοινά αναμενόμενα σημεία και συμπτώματα μετά την υπερδοσολογία με ένα παράγοντα που αποκλείει τους β-αδρενεργικούς υποδοχείς είναι συμπτωματική βραδυκαρδία, βρογχόσπασμος και οξεία καρδιακή ανεπάρκεια. Εάν συμβεί υπερδοσολογία, πρέπει να ληφθούν τα ακόλουθα μέτρα.
1. Πλύση στομάχου, εάν έχει καταποθεί. Μελέτες έχουν δείξει ότι η
τιμολόλη δεν μπορεί να απομακρυνθεί με αιμοδιάλυση.
2. Συμπτωματική βραδυκαρδία. Πρέπει να χρησιμοποιείται θειϊκή ατροπίνη,
0.25 έως 2mg ενδοφλέβια για να προκαλέσει αποκλεισμό του παρασυμπαθητικού. Εάν η βραδυκαρδία επιμένει ,πρέπει να χορηγείται με προσοχή υδροχλωρική ισοπρεναλίνη ενδοφλέβια . Σε ανθεκτικές περιπτώσεις, μπορεί να μελετηθεί η χρήση καρδιακού βηματοδότη.
3. Υπόταση: Πρέπει να χρησιμοποιείται ένας συμπαθητικομιμητικός
διεγερτικός παράγοντας, όπως η δοπαμίνη, η δοβουταμίνη ή η νοραδρεναλίνη. Σε ανθεκτικές περιπτώσεις,η χρήση γλυκαγόνης αναφέρεται ότι είναι χρήσιμη.
4. Βρογχόσπασμος: Πρέπει να χρησιμοποιείται υδροχλωρική ισοπρεναλίνη.
Μπορεί να χρειαστεί επιπρόσθετη θεραπεία με αμινοφυλλίνη.
5. Οξεία καρδιακή ανεπάρκεια: Πρέπει να ξεκινά αμέσως συμβατική
θεραπεία με δακτυλίτιδα, διουρητικά και οξυγόνο. Σε ανθεκτικές περιπτώσεις, προτείνεται η χρήση ενδοφλέβιας αμινοφυλλίνης. Εάν είναι απαραίτητο, μπορεί να ακολουθήσει η χορήγηση γλυκαγόνης, η οποία αναφέρεται ως χρήσιμη.
6. Καρδιακός αποκλεισμός (δευτέρου ή τρίτου βαθμού): Πρέπει να
χρησιμοποιείται υδροχλωρική ισοπρεναλίνη ή βηματοδότης.
4 ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Η τιμολόλη (κωδικός ΑTC SO1 E DO1, φαρμακοθεραπευτική ομάδα οφθαλμολογικά β-αδρενεργικοί αναστολείς) είναι ένας μη εκλεκτικός β-
αδρενεργικός αναστολέας, ο οποίος δεν έχει σημαντική ενδογενή συμπαθητικομιμητική, άμεση κατασταλτική του μυοκαρδίου ή τοπική αναισθητική (σταθεροποίηση μεμβράνης) δράση. Όταν εφαρμόζεται τοπικά στο μάτι, ελαττώνει και την αυξημένη και τη φυσιολογική ενδοφθάλμια πίεση. Παρόλο που ο ακριβής τρόπος δράσης είναι ακόμη άγνωστος, πιστεύεται ότι η τιμολόλη μειώνει πρωτοπαθώς την παραγωγή του υδατοειδούς υγρού. Επίσης, μπορεί να υπάρχει και μια μικρότερη επίδραση στην ικανότητα εκροής.
Σε αντίθεση με τα μυωτικά, η τιμολόλη ελαττώνει την ενδοφθάλμια πίεση με μικρή ή καμία δράση στο μέγεθος της κόρης ή στην οξύτητα λόγω της αυξημένης προσαρμογής. Έτσι, η μείωση ή το θάμβος όρασης και η νυκταλωπία που προκαλούνται από τα μυωτικά, δεν εμφανίζονται. Επιπλέον, σε ασθενείς με καταρράκτη αποφεύγεται η ανικανότητα να δρουν περιφερικά από τη θολερότητα του φακού, όταν η κόρη βρίσκεται σε μύση.
Η έναρξη της μείωσης της ενδοφθάλμιας πίεσης, που εμφανίζεται μετά την οφθαλμική ενστάλαξη του TEMSERIN, μπορεί συνήθως να γίνει αντιληπτή σε 20 λεπτά μετά από μία δόση. Το μέγιστο αποτέλεσμα συνήθως εμφανίζεται σε μία με δύο ώρες και η αξιοσημείωτη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης μπορεί να διατηρηθεί για έως διάστημα για έως διάστημα 24 ωρών μετά από μία δόση.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Μετά από τοπική χορήγηση το TEMSERIN, απορροφάται μέσω του κερατοειδούς στο υδατοειδές υγρό αλλά και μέσω των αγγείων του επιπεφυκότα συστηματικά και ρέοντας μέσω του ρινοδακρυϊκού πόρου από την ρινική βλέννα.
Σε μελέτη της συγκέντρωσης του φαρμάκου στο πλάσμα σε 6 άτομα η συστηματική έκθεση στο TEMSERIN καθορίστηκε μετά από τοπική χορήγηση οφθαλμικού διαλύματος TEMSERIN 0.5% δύο φορές την ημέρα.
Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα μετά την πρωινή δόση ήταν 0.46 ng/ml και μετά την απογευματινή δόση 0.35ng/ml.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Βασισμένα σε προηγούμενες γενικά αποδεκτές μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, τοξικότητας επαναλαμβανόμενης δόσης, γονοτοξικότητας πιθανότητας καρκινογένεσης και τοξικότητας σχετιζόμενης με την αναπαραγωγή, έξειξαν ότι δεν υπάρχουν ιδιαίτεροι κίνδυνοι από τον χρήση στον άνθρωπο.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Sodium phosphate monobasic monohydrate,sodium phosphate dibasic,sodium hydroxide to at pH 6.8-7.0. water for injection .
Benzalkonium chloride ως συντηρητικό.
6.2 Ασυμβατότητες
Ανατρέξτε στην παράγραφο 4.4 για πληροφορίες χρήσης του προϊόντος μαζί με μαλακούς φακούς επαφής.
6.3 Διάρκεια ζωής
24 μήνες. Η διάρκεια ζωής μετά το άνοιγμα του περιέκτη είναι 30 ημέρες. Μη χρησιμοποιείτε το προϊόν πέραν της ημερομηνίας που αναφέρεται στο κουτί.
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Το οφθαλμικό διάλυμα TEMSERIN είναι διαυγές,άχρωμο ως ελαφρά κίτρινο και πρέπει να προφυλάσσεται από το φως. Είναι σταθερό σε θερμοκρασία δωματίου.Το διάλυμα πρέπει να χρησιμοποιείται μέσα σε 30 ημέρες από το άνοιγμα του φιαλιδίου.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Το στείρο οφθαλμικό διάλυμα Temserin διατίθεται σε :Σταγονομετρικά φιαλίδια των 5ml. Το κάθε φιαλίδιο περιέχει 0.25% ισοδύναμο τιμολόλης.
-Σταγονομετρικά φιαλίδια των 3ml. Το κάθε φιαλίδιο περιέχει 0.5% ισοδύναμο τιμολόλης.
6.6 Οδηγίες χρήσεως και χειρισμού
Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ότι θα πρέπει να αποφεύγουν την επαφή του άκρου του φιαλιδίου με τον οφθαλμό ή τις γύρω περιοχές. Επίσης, θα πρέπει να ενημερώνονται ότι η ακατάλληλη χρήση των οφθαλμικών διαλυμάτων μπορεί να προκαλέσει την επιμόλυνσή τους από κοινά βακτήρια, που αποτελούν αιτία οφθαλμικών μολύνσεων. Η χρήση επιμολυσμένων διαλυμάτων μπορεί να προκαλέσει σοβαρή βλάβη στον οφθαλμό και απώλεια της όρασης.
7. Υπεύθυνος της άδειας κυκλοφορίας στην Ελλάδα.
ΒΙΑΝΕΞ Α.Ε.
Οδός Τατοίου,18ο χλμ. Εθνικής οδού Αθηνών-Λαμίας 14610 Νέα Ερυθραία Τ.Θ. 52894 Τηλ. 8009111-120
8. ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ ΣΤΟ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΜΗΤΡΩΟ
ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ (ΜΕΡΙΚΗΣ) ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
26-2-2003