Clinio Logo
Clinio
TENORMIN › ΠΧΠ

TENORMIN — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 3 συσκευασίες 1 πίνακας

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ 1. ONOMAΣIA TOY ΦAPMAKEYTIKOY ΠPOIONTOΣ TENORMIN 25 mg, 50 mg, 100 mg, επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

2. ΠOIOTIKH KAI ΠOΣOTIKH ΣYNΘEΣH

Kάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει ατενολόλη 25 mg, 50 mg ή 100 mg.

Έκδοχο με γνωστή δράση: Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει νάτριο.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦAPMAKOTEXNIKH MOPΦH

Επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο.

4. KΛINIKΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Yπέρταση, στηθάγχη. Περιπτώσεις οξέος εμφράγματος μυοκαρδίου ευρισκόμενες υπό συνεχή παρακολούθηση εφ’ όσον δεν λαμβάνονταν προηγουμένως β-αποκλειστές και εφόσον δεν υπάρχει υπόταση ή οι λοιπές αντενδείξεις.

Το Tenormin έχει αντιαρρυθμική δράση.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Ενήλικες Υπέρταση Οι περισσότεροι ασθενείς ανταποκρίνονται σε δόσεις 50-100 mg ατενολόλης μία φορά την ημέρα. Η επιθυμητή ανταπόκριση παρατηρείται μετά από 2 εβδομάδες. Περαιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης παρατηρείται με τον συνδυασμό Tenormin με άλλες αντιυπερτασικές θεραπείες.

Στηθάγχη Οι περισσότεροι ασθενείς με στηθάγχη ανταποκρίνονται σε δόση 100 mg μια φορά την ημέρα ή 50 mg δύο φορές την ημέρα.

Δεν υπάρχει επιπρόσθετο όφελος στον ασθενή από την αύξηση της δόσης.

Έμφραγμα μυοκαρδίου Στους ασθενείς στους οποίους ενδείκνυται η θεραπεία με ενδοφλέβιο β-αναστολέα, οι οποίοι προσέρχονται μέσα σε 12 ώρες από την εμφάνιση του στηθαγχικού πόνου, πρέπει να χορηγούνται αμέσως 5-10 mg ατενολόλη με αργή ενδοφλέβια ένεση (1mg/λεπτό). Aκολούθως, μετά από 15 περίπου λεπτά, πρέπει να χορηγούνται 50 mg από το στόμα με την προϋπόθεση ότι δεν έχουν εμφανισθεί ανεπιθύμητες ενέργειες από την ενδοφλέβια δόση. Στην συνέχεια να χορηγηθούν 50 mg από το στόμα, 12 ώρες μετά την ενδοφλέβια ένεση, και μετά από άλλες 12 ώρες 100 mg από το στόμα, που θα χορηγούνται στη συνέχεια μια φορά την ημέρα. Eάν εμφανισθεί βραδυκαρδία, καρδιακή ανεπάρκεια, καταπληξία, υπόταση, κολποκοιλιακός αποκλεισμός ή κάποια άλλη ανεπιθύμητη ενέργεια, πρέπει να διακόπτεται η χορήγηση.

Ηλικιωμένοι Η δοσολογία πρέπει να μειώνεται, ειδικά σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.

Συνιστάται η αρχική δόση να είναι 25 mg ημερησίως.

Παιδιατρικός πληθυσμός Δεν υπάρχει σχετική χρήση του Tenormin στον παιδιατρικό πληθυσμό.

Nεφρική ανεπάρκεια Eπειδή το Tenormin απεκκρίνεται μέσω των νεφρών, η δόση πρέπει να προσαρμόζεται αναλόγως σε περιπτώσεις σοβαρών νεφροπαθειών. Δεν παρατηρείται αξιοσημείωτη συσσώρευση ατενολόλης μέχρις ότου η κάθαρση της κρεατινίνης πέσει κάτω από 35ml/min/1,73m2 (φυσιολογικές τιμές:

100-150 ml/min/1,73m2). Ως εκ τούτου οι παρακάτω μέγιστες δόσεις συνιστώνται για ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια:

Kάθαρση κρεατινίνης ml/min/1,73m2Aτενολόλη Χρόνος ημίσειας ζωής (ώρες)Mέγιστη δόση
35 - 1516 - 2750 mg ημερησίως
κάτω από 15μεγαλύτερος από 2725 mg ημερησίως ή 50 mg κάθε δεύτερη ημέρα

4.3 Aντενδείξεις Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Βραδυκαρδία (< 50 σφύξεις/λεπτό), 2ου ή 3ου βαθμού κολποκοιλιακός αποκλεισμός, καρδιογενής καταπληξία, μη ρυθμιζόμενη καρδιακή ανεπάρκεια, δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια από πνευμονική υπέρταση, υπόταση, μεταβολική οξέωση, σοβαρής μορφής περιφερική αγγειοπάθεια, σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου, φαιοχρωμοκύτωμα που δεν έχει αντιμετωπισθεί.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Σε καρδιακή ανεπάρκεια:

Σε υπερτασικούς ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ρυθμιζόμενη με δακτυλίτιδα και διουρητικά, η ατενολόλη πρέπει να χορηγείται με προσοχή. Tόσο η δακτυλίτιδα, όσο και η ατενολόλη επιβραδύνουν την κολποκοιλιακή αγωγιμότητα.

Λόγω της αρνητικής του επίδρασης στο χρόνο αγωγής το Tenormin πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με πρώτου βαθμού κολποκοιλιακό αποκλεισμό.

Σε ασθματικούς ασθενείς:

Γενικά δεν πρέπει να χορηγούνται β-αποκλειστές. H ατενολόλη μπορεί να χορηγηθεί με προσοχή στις χαμηλότερες δυνατές δόσεις, π.χ. έναρξη θεραπείας με 50 mg μαζί με β-αδρενεργικούς διεγέρτες (βρογχοδιασταλτικά). Σε ανάγκη αύξησης της δόσης επιβάλλεται η χορήγησή της σε διαιρεμένες δόσεις με σκοπό την επίτευξη χαμηλότερων επιπέδων αίματος. Για τον ίδιο λόγο σε ασθενείς με φαινόμενο Raynaud πρέπει να χορηγείται με προσοχή κατά την έναρξη της θεραπείας.

Σε νεφρική ανεπάρκεια:

H δόση πρέπει να προσαρμόζεται γιατί το Tenormin απεκκρίνεται από τους νεφρούς (βλ. παράγραφο 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης).

Σε γενική αναισθησία:

Mπορεί να κριθεί αναγκαία η διακοπή του φαρμάκου. Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να γίνεται βαθμιαία και να συμπληρώνεται 48 ώρες πριν την αναισθησία. Σε περιπτώσεις επείγουσας χειρουργικής επέμβασης όμως, ή αν εκτιμηθεί ότι η πιθανότητα έξαρσης της νόσου, για την οποία χορηγείται το φάρμακο είναι επικίνδυνη, μπορεί να κριθεί προτιμότερη η χορήγηση αναισθησίας χωρίς διακοπή της θεραπείας με το φάρμακο. Σ' αυτή την περίπτωση ο αναισθησιολόγος πρέπει να είναι ενημερωμένος και το αναισθητικό που θα επιλεγεί να έχει όσο το δυνατό μικρότερη αρνητική ινότροπο δράση. H χρήση των β-αναστολέων με αναισθητικά φάρμακα μπορεί να οδηγήσει σε εξασθένηση της αντισταθμιστικής ταχυκαρδίας και να αυξήσει τον κίνδυνο υπότασης. Φαρμακευτικές ουσίες που προκαλούν καταστολή του μυοκαρδίου πρέπει να αποφεύγονται. Xρειάζεται προσοχή όπως με αιθέρα, κυκλοπροπάνιο και τριχλωροαιθυλένιο.

Σε διαβήτη:

H ατενολόλη πρέπει να χορηγείται με προσοχή όπως όλοι οι β-αποκλειστές. H ατενολόλη μπορεί να επιτείνει και να παρατείνει την υπογλυκαιμική δράση της ινσουλίνης ή αντίθετα να μειώσει την έκκριση ινσουλίνης και να επιδεινώσει τον διαβήτη, αν και οι δράσεις αυτές είναι πολύ μικρότερου βαθμού σε σύγκριση με τους μη καρδιοεκλεκτικούς β-αποκλειστές.

Σε θυρεοειδοτοξίκωση:

H διακοπή του φαρμάκου να γίνεται κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση. Tο Tenormin μπορεί να καλύψει τα σημεία θυρεοειδοτοξίκωσης.

Σε φαιοχρωμοκύτωμα:

Όπως με όλους τους β-αποκλειστές, το φάρμακο πρέπει να χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή όταν συνδυάζεται με α-αδρενεργικούς αναστολείς. Να μη χορηγείται σε ασθενείς με φαιοχρωμοκύτωμα που δεν έχει αντιμετωπισθεί θεραπευτικά.

Σε στεφανιαία νόσο:

Όπως και με άλλους β-αποκλειστές, η ατενολόλη δεν πρέπει να διακόπτεται απότομα, γιατί μπορεί να επακολουθήσουν κρίσεις στηθάγχης, διαταραχές του ρυθμού, έμφραγμα του μυοκαρδίου ή και αιφνίδιοι θάνατοι.

Tο Tenormin μπορεί να αυξήσει τον αριθμό και την διάρκεια των στηθαγχικών κρίσεων σε ασθενείς με στηθάγχη Prinzmetal, εξαιτίας μη ανατάξιμης αγγειοσυστολής της στεφανιαίας αρτηρίας μέσω α- υποδοχέων. Ωστόσο, καθώς το Tenormin είναι β -εκλεκτικός αναστολέας των β-αδρενεργικών υποδοχέων, μπορεί να χρησιμοποιηθεί αλλά με τη μέγιστη προσοχή.

Σε ασθενείς με ιστορικό αναφυλακτικών αντιδράσεων:

Kατά τη διάρκεια λήψεως β-αναστολέων, ασθενείς με ιστορικό αναφυλακτικών αντιδράσεων σε αλλεργιογόνα, όταν επανεκτεθούν σ' αυτά μπορεί να εκδηλώσουν πιο σοβαρή αντίδραση. Aυτοί οι ασθενείς μπορεί να μην ανταποκρίνονται στις συνήθεις δόσεις αδρεναλίνης που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση αυτών των αλλεργικών αντιδράσεων.

Περιφερική αγγειοπάθεια:

H ατενολόλη μπορεί να επιδεινώσει το πρόβλημα.

Στους ηλικιωμένους:

Aπαιτείται ιδιαίτερη προσοχή, γιατί μπορεί να έχουν λανθάνουσα καρδιακή ανεπάρκεια ή να αντιδράσουν με υπέρμετρη βραδυκαρδία. Συνιστάται η έναρξη της θεραπείας με την μικρότερη δυνατή δόση, που μπορεί να αυξηθεί βαθμιαία υπό παρακολούθηση.

Παιδιατρικός πληθυσμός:

Δεν υπάρχει επαρκής κλινική εμπειρία και δεν είναι εξασφαλισμένη η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ατενολόλης (βλ. παράγραφο 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης).

4.5 Aλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης Bασικά είναι οι ίδιες με όλους τους β-αποκλειστές.

• Mε φάρμακα που προκαλούν ένδεια κατεχολαμινών, όπως π.χ. η ρεζερπίνη, μπορεί να έχει συνεργική δράση.

• Mπορεί να μειώσει την ινότροπο δράση της δακτυλίτιδας. Tα δύο αυτά φάρμακα έχουν συνεργική δράση καταστέλλοντας την κολποκοιλιακή αγωγιμότητα.

• Συνδυασμένη χρήση β-αναστολέων και ανταγωνιστών διαύλων ασβεστίου με αρνητική ινότροπο δράση π.χ. βεραπαμίλη, διλτιαζέμη, μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολική εκδήλωση αυτής της δράσης ιδιαίτερα σε ασθενείς με εξασθενημένη κοιλιακή λειτουργία και/ή διαταραχές της φλεβοκομβοκολπικής και κολποκοιλιακής αγωγής. Aυτό μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή υπόταση, βραδυκαρδία και καρδιακή ανεπάρκεια. Kαμία από τις δύο κατηγορίες φαρμάκων δεν επιτρέπεται να χορηγηθεί ενδοφλέβια πριν περάσουν 48 ώρες αφότου χορηγήθηκε για τελευταία φορά το άλλο.

• Mε διυδροπυριδίνες π.χ. νιφεδιπίνη, αν και γενικά είναι καλά ανεκτή, σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να αυξηθεί η πιθανότητα εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας, σοβαρής υπότασης ή επιδείνωσης του στηθαγχικού συνδρόμου.

• Mε ισοπροτερενόλη, νορεπινεφρίνη, δοπαμίνη ή δοβουταμίνη και γενικά συμπαθητικομιμητικές αμίνες μπορεί να ανασταλεί η δράση του φαρμάκου. Eπίσης υπάρχει κίνδυνος σοβαρής υπέρτασης ή και παρατεταμένης υπότασης.

• Mε αμινοφυλλίνη υπάρχει ανταγωνιστική δράση. Eπίσης μπορεί να ελαττώσει την κάθαρση της θεοφυλλίνης, ιδιαίτερα σε καπνιστές.

• Mε ινσουλίνη ή αντιδιαβητικούς από του στόματος παράγοντες μπορεί να ενισχύσει την δράση τους με αποτέλεσμα επίταση του υπογλυκαιμικού αποτελέσματος, αν και η δράση αυτή είναι σαφώς μικρότερη σε σύγκριση με τους μη καρδιοεκλεκτικούς β-αποκλειστές.

• Σε σύγχρονη χορήγηση του φαρμάκου με κλονιδίνη, η απότομη διακοπή της πριν από την διακοπή της ατενολόλης μπορεί να προκαλέσει υπέρταση από αύξηση των κατεχολαμινών. Eάν τα δύο φάρμακα χορηγούνται παράλληλα, ο β-αναστολέας πρέπει να διακοπεί αρκετές ημέρες πριν την διακοπή της κλονιδίνης. Eάν πρόκειται να αντικατασταθεί η θεραπεία με κλονιδίνη από β- αναστολέα, τότε η διακοπή της κλονιδίνης πρέπει να γίνει αρκετές ημέρες πριν την έναρξη της θεραπείας με β-αναστολέα (Bλέπε επίσης τις οδηγίες συνταγογράφησης της κλονιδίνης).

• Tα αντιαρρυθμικά φάρμακα κατηγορίας I (π.χ. δισοπυραμίδη) και η αμιωδαρόνη μπορεί να έχουν επίδραση στον χρόνο αγωγιμότητας των κόλπων με αρνητική ινότροπο δράση.

• Mε πραζοσίνη επίσης μπορεί να προκληθεί κατά την έναρξη της θεραπείας οξεία ορθοστατική υπόταση.

• Mε ενδοφλέβια χορήγηση φαινυτοΐνης μπορεί να παρατηρηθεί συνεργική κατασταλτική δράση στο μυοκάρδιο.

• Mε κινιδίνη και τα άλλα αντιαρρυθμικά της κατηγορίας I υπάρχει συνεργική δράση στο μυοκάρδιο.

• Mε νευρομυϊκούς αναστολείς (τουβοκουραρίνη κ.λπ.) μπορεί να προκληθεί επίταση της δράσης τους.

• Mε εργοταμίνη και πρενυλαμίνη επιτείνεται ο περιφερικός αγγειόσπασμος και η καταστολή του μυοκαρδίου αντίστοιχα.

• Oι αναστολείς της προσταγλανδικής συνθετάσης (π.χ. ιβουπροφένη, ινδομεθακίνη και άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα), μπορεί να μειώσουν το αντιϋπερτασικό αποτέλεσμα του φαρμάκου.

• Bάσει θεωρητικών τουλάχιστον δεδομένων πρέπει να αποφεύγεται η σύγχρονη χορήγηση της ατενολόλης με αναστολείς της MAO, τουλάχιστον πριν από προηγούμενη διακοπή 2 εβδομάδων.

• Eπίσης να σταθμίζονται αλληλεπιδράσεις που έχουν αναφερθεί με άλλους β-αποκλειστές, όπως εκείνες της προπρανολόλης. H τελευταία μπορεί να επηρεάσει την κάθαρση της λιδοκαΐνης, ενώ η χλωροπρομαζίνη και η φουροσεμίδη μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα της προπρανολόλης στο αίμα.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση H ατενολόλη διέρχεται από τον φραγμό του πλακούντα στην κυκλοφορία του εμβρύου. Δεν έχουν γίνει μελέτες με ατενολόλη κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου και δεν μπορεί να αποκλεισθεί η πιθανότητα βλάβης στο έμβρυο.

Tο Tenormin έχει χρησιμοποιηθεί στη θεραπεία της υπέρτασης από το τρίτο τρίμηνο και κάτω από στενή παρακολούθηση. H χορήγηση του φαρμάκου για μεγαλύτερα διαστήματα σε έγκυες, για την αντιμετώπιση ήπιας έως μέτριας υπέρτασης, έχει σχετισθεί με καθυστέρηση της ανάπτυξης του εμβρύου κατά τη διάρκεια της ενδομήτριας ζωής του. H χρήση του Tenormin σε έγκυες ή σε γυναίκες που ίσως εγκυμονήσουν απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, αφού προηγουμένως σταθμιστεί το όφελος προς τους πιθανούς κινδύνους, ιδιαίτερα κατά το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο. Γενικά, οι β-αποκλειστές μειώνουν την αιμάτωση του πλακούντα, το οποίο έχει σχετιστεί με καθυστερημένη ανάπτυξη εμβρύου, ενδομήτριο θάνατο, αποβολή και πρόωρο τοκετό.

Θηλασμός H συσσώρευση της ατενολόλης στο μητρικό γάλα είναι σημαντική.

Tα νεογνά τα οποία γεννήθηκαν από μητέρες οι οποίες λάμβαναν Tenormin κατά τον τοκετό ή κατά την διάρκεια του θηλασμού βρίσκονται σε κίνδυνο να παρουσιάσουν υπογλυκαιμία και βραδυκαρδία.

Πρέπει να δίδεται προσοχή όταν το φάρμακο χορηγείται σε θηλάζουσες μητέρες.

4.7 Eπίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων Tο Tenormin δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Ωστόσο, πρέπει να λαμβάνεται υπ' όψιν ότι περιστασιακά μπορεί να εμφανιστούν ζάλη ή κόπωση.

4.8 Aνεπιθύμητες ενέργειες Το Tenormin είναι καλά ανεκτό. Στις κλινικές μελέτες οι πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες οφείλονται στη φαρμακολογική δράση της ατενολόλης.

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί με τις παρακάτω συχνότητες: Πολύ συχνές (≥ 1/10), Συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), Όχι συχνές ( 1/1.000 έως < 1/100), Σπάνιες ( 1/10.000 έως <1/1.000), Πολύ σπάνιες (< 1/10.000) συμπεριλαμβανομένων και των μεμονωμένων αναφορών, Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Σπάνιες: Πορφύρα, θρομβοπενία.

Ψυχιατρικές διαταραχές Όχι συχνές: Διαταραχές του ύπνου, όπως συμβαίνουν και με τους άλλους β-αποκλειστές Σπάνιες: Αλλαγές στη διάθεση, εφιάλτες, σύγχυση, ψυχώσεις και ψευδαισθήσεις.

Μη γνωστές: Κατάθλιψη Διαταραχές του νευρικού συστήματος Σπάνιες: Παραισθησία, ζάλη, κεφαλαλγία.

Οφθαλμικές διαταραχές Σπάνιες: Ξηροφθαλμία, οπτικές διαταραχές.

Καρδιακές διαταραχές Συχνές: Βραδυκαρδία Σπάνιες: Επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας, κολποκοιλιακός αποκλεισμός.

Αγγειακές διαταραχές Συχνές: Ψυχρά άκρα Σπάνιες: Ορθοστατική υπόταση που μπορεί να συσχετισθεί με συγκοπή, προϋπάρχουσα διαλείπουσα χωλότητα μπορεί να επιδεινωθεί σε ασθενείς με προδιάθεση, φαινόμενο Raynaud.

Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Σπάνιες: Βρογχόσπασμος μπορεί να εμφανιστεί σε ασθενείς με βρογχικό άσθμα ή ιστορικό ασθματικών προσβολών.

Διαταραχές του γαστρεντερικού Συχνές: Γαστρεντερικές διαταραχές Σπάνιες: Ξηροστομία Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Σπάνιες: Ηπατοτοξικότητα, περιλαμβανομένης της ενδοηπατικής χολόστασης.

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Σπάνιες: Αλωπεκία, δερματικές αντιδράσεις ομοιάζουσες με ψωρίαση, επιδείνωση της ψωρίασης, δερματικά εξανθήματα.

Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Μη γνωστές: Σύνδρομο προσομοιάζον με λύκο.

Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού

Σπάνιες: Ανικανότητα.

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Συχνές: Κόπωση.

Παρακλινικές εξετάσεις Όχι συχνές: Αύξηση στα επίπεδα των τρανσαμινασών.

Πολύ σπάνιες: Αύξηση των ΑΝΑ (Αντιπυρηνικά Αντισώματα) έχει παρατηρηθεί, η κλινική της σημασία όμως δεν είναι σαφής.

Συνιστάται η διακοπή του φαρμάκου, όταν διαταράσσεται η καλή υγεία του ασθενούς από κάποια από τις παραπάνω αντιδράσεις.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς: Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.

4.9 Yπερδοσολογία Τα συμπτώματα υπερδοσολογίας περιλαμβάνουν: Βραδυκαρδία, διαταραχές της κολποκοιλιακής αγωγής, υπόταση, οξεία καρδιακή ανεπάρκεια και βρογχόσπασμο.

Στα γενικά μέτρα περιλαμβάνονται: Στενή παρακολούθηση, νοσηλεία στην μονάδα εντατικής θεραπείας, πλύση στομάχου, χρήση ενεργού άνθρακα και καθαρτικού για να εμποδίσει την απορρόφηση όποιου φαρμάκου παραμένει στο γαστρεντερικό σωλήνα.

Χρήση πλάσματος ή υποκατάστατων πλάσματος για την αντιμετώπιση υπότασης και καταπληξίας.

Πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο νεφρικής και περιτοναϊκής κάθαρσης.

H έντονη βραδυκαρδία μπορεί να αντιμετωπισθεί με ατροπίνη 1-2 mg ενδοφλεβίως. Eάν είναι απαραίτητο να ακολουθήσει μια εφ' άπαξ δόση γλυκαγόνης 10 mg ενδοφλεβίως. Eάν χρειάζεται, να χορηγείται και μια δεύτερη δόση ή να γίνεται ενδοφλέβια έγχυση γλυκαγόνης 1-10 mg/h αναλόγως της ανταπόκρισης. Eάν δεν υπάρξει ανταπόκριση στην γλυκαγόνη ή εάν δεν είναι διαθέσιμη, τότε μπορεί να χορηγηθεί ένας διεγέρτης των β-αδρενεργικών υποδοχέων όπως δοβουταμίνη 2,5-10 μg/kg/min με ενδοφλέβια έγχυση ή ισοπρεναλίνη 10-25 μg με ρυθμό έγχυσης που δεν θα ξεπερνά τα 5 μg/min.

Eίναι πιθανό οι παραπάνω δόσεις να μην μπορούν να αναστρέψουν τη βραδυκαρδία εκ του β- αποκλεισμού αν η υπερδοσολογία είναι μεγάλη. Σ' αυτές τις περιπτώσεις οι δόσεις της δοβουταμίνης ή ισοπρεναλίνης θα πρέπει να αυξηθούν προκειμένου να επιτευχθεί η αναγκαία ανταπόκριση για την κλινική κατάσταση του ασθενή. Yπάρχει η πιθανότητα να εκδηλωθεί υπόταση μετά την λήψη αγωνιστή των β-αδρενεργικών υποδοχέων, αλλά αυτό μπορεί να περιοριστεί με τη χρήση δοβουταμίνης που είναι πιο εκλεκτικός παράγοντας.

Ο βρογχόσπασμος μπορεί να αντιμετωπισθεί με βρογχοδιασταλτική αγωγή.

5. ΦAPMAKOΛOΓIKEΣ IΔIOTHTEΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αποκλειστές των β αδρενεργικών υποδοχέων, εκλεκτικοί, κωδικός ATC: C07AB03 H ατενολόλη είναι β-αδρενεργικός αναστολέας με καρδιοεκλεκτική δράση (δράση β1). H καρδιοεκλεκτικότητα μειώνεται με την αύξηση της δόσης.

Σε σύγκριση με τους μη εκλεκτικούς β-αποκλειστές οι καρδιοεκλεκτικοί όπως η ατενολόλη μπορούν να έχουν:

α) λιγότερο έντονο βρογχόσπασμο σε αρρώστους με αποφρακτική πνευμονοπάθεια β) λιγότερο έντονη αναστολή στην έκκριση ινσουλίνης γ) λιγότερο έντονη αναστολή του τρόμου που προκαλούν τα αδρενεργικά φάρμακα δ) μικρότερη ελάττωση της τριχοειδικής διάχυσης και ανταλλαγής υγρού στους σκελετικούς μύες και ε) μικρότερη ελάττωση της μεταφοράς καλίου από το πλάσμα προς τα κύτταρα των σκελετικών μυών.

H ατενολόλη στερείται επίσης ενδογενούς συμπαθητικομιμητικής και σταθεροποιητικής δράσης επί της κυτταρικής μεμβράνης.

Oπως και οι άλλοι β-αποκλειστέςς, η ατενολόλη έχει αρνητική ινότροπο δράση και επομένως αντενδείκνυται στην μη ελεγχόμενη καρδιακή ανεπάρκεια.

Θεωρείται απίθανο κάποιες επιπρόσθετες δευτερεύουσες ιδιότητες που διαθέτει η S(-) ατενολόλη, σε σύγκριση με το ρακεμικό μίγμα, να οδηγήσουν σε διαφορετικό θεραπευτικό αποτέλεσμα.

Tο Tenormin είναι αποτελεσματικό και καλά ανεκτό στους περισσότερους εθνικούς πληθυσμούς.

Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα μπορεί να είναι μειωμένη στους μαύρους ασθενείς.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

H ατενολόλη απορροφάται κατά 40-50% από τον γαστρεντερικό σωλήνα και αποβάλλεται σχεδόν αναλλοίωτη από τους νεφρούς.

Ο χρόνος ημίσειας ζωής της είναι 5-7 ώρες, που αυξάνεται σε αρρώστους με νεφρική ανεπάρκεια και μπορεί να φθάσει τις 42 περίπου ώρες σε ασθενείς που βρίσκονται σε αιμοκάθαρση. H βιοδιαθεσιμότητα της (40%) είναι ανεξάρτητη από τη δοσολογία. H ατενολόλη συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε μικρό ποσοστό (περίπου 3%), είναι υδροδιαλυτή και συνεπώς δεν διέρχεται τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό, παρά μόνο σε πολύ μικρές ποσότητες που μπορεί να θεωρηθούν αμελητέες. Eν τούτοις, έχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις εκδηλώσεων από το K.N.Σ. Aντίθετα διέρχεται τον πλακούντα και ουσιαστικά ανευρίσκεται στις ίδιες ποσότητες στο μητρικό και εμβρυικό αίμα. H αντιυπερτασική δράση της ατενολόλης διαρκεί τουλάχιστον 24 ώρες μετά την εφ' άπαξ χορήγηση από το στόμα.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Kαρκινογένεση, Mεταλλαξιογένεση, Eπίδραση στη Γονιμότητα:

Δύο μακροχρόνιες μελέτες σε αρουραίους (μέγιστη διάρκεια χορήγησης 18 ή 24 μήνες) και μια μακροχρόνια μελέτη σε ποντίκια (μέγιστη διάρκεια χορήγησης 18 μήνες), στις οποίες χορηγήθηκαν δόσεις μέχρι 300 mg/kg/ημέρα ή 150 φορές μεγαλύτερες της μέγιστης συνιστώμενης αντιϋπερτασικής δόσης στον άνθρωπο*, δεν έδειξαν δυνατότητες καρκινογένεσης για την ατενολόλη. Mια τρίτη μελέτη σε αρουραίους, διάρκειας 24 μηνών, στην οποία χορηγήθηκαν δόσεις 500 mg/kg/ημέρα και 1.500 mg/kg/ημέρα (250 και 750 φορές αντίστοιχα μεγαλύτερες της μέγιστης συνιστώμενης αντιϋπερτασικής δόσης στον άνθρωπο*), παρουσίασε αύξηση στην συχνότητα εμφάνισης καλοήθων όγκων στον μυελό των επινεφριδίων σε αρσενικούς και θηλυκούς αρουραίους, ινοαδενωμάτων του μαστού σε θηλυκούς αρουραίους και αδενωμάτων του πρόσθιου λοβού της υπόφυσης και καρκινωμάτων των παραθυλακιωδών κυττάρων του θυρεοειδούς σε αρσενικούς αρουραίους. Δεν υπήρξε κανένα στοιχείο που να υποδεικνύει μεταλλαξιογόνο ικανότητα της ατενολόλης στο dominant lethal test (σε ποντίκια), σε τεστ κυτταρογενετικής in vivo (σε κινεζικά χάμστερ) ή σε τεστ Ames (S. typhimurium).

H γονιμότητα σε αρσενικούς ή θηλυκούς αρουραίους, όπως αξιολογήθηκε με τη χορήγηση δόσεων μέχρι 200 mg/kg/ημέρα ή 100 φορές μεγαλύτερων της μέγιστης συνιστώμενης δόσης στον άνθρωπο*, δεν επηρεάστηκε από τη χορήγηση ατενολόλης.

* Mέγιστη δόση 100 mg/ημέρα σε ασθενή βάρους 50kg.

6. ΦΑΡΚΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Kατάλογος εκδόχων Μαγνήσιο ανθρακικό, βαρύ Άμυλο αραβοσίτου Ζελατίνη Νάτριο λαουρυλοθειικό

Μαγνήσιο στεατικό Επικάλυψη:

Υπρομελλόζη Γλυκερόλη Tιτανίου διοξείδιο (E171)

6.2 Aσυμβατότητες Δεν εφαρμόζεται.

6.3 Διάρκεια ζωής

60 μήνες.

6.4 Iδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25C.

Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως και την υγρασία.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Κυψέλη από PVC/PVDC/Αλουμίνιο.

Κάθε συσκευασία περιέχει 28 δισκία (2 κυψέλες των 14 δισκίων) ή 21 δισκία (μόνο για την περιεκτικότητα 100 mg).

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. KATOXOΣ THΣ AΔEIAΣ KYKΛOΦOPIAΣ AstraZeneca Α.E., Αγησιλάου 6-8, 151 23 Μαρούσι 8. APIΘMOΣ(ΟΙ) AΔEIAΣ KYKΛOΦOPIAΣ Δισκία 100mg/TAB : 37108/29.07.2008 Δισκία 50mg/TAB : 37113/29.07.2008 Δισκία 25mg/TAB : 37096/29.07.2008 9. HMEPOMHNIA ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ANANEΩΣHΣ THΣ AΔEIAΣ 29.07.08 10. HMEPOMHNIA ANAΘEΩPHΣHΣ TOY KEIMENOY

Πηγή: eof:1461406_SPC_1461406_5.pdf