Clinio Logo
Clinio
TORMIS-IV › ΠΧΠ

TORMIS-IV — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

TORMIS-IV 10mg/2 ml ενέσιμο διάλυμα

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε φύσιγγα με 2 ml διαλύματος προς έγχυση περιέχει 10 mg τορασεμίδης (ως νατριούχος τορασεμίδη). 1 ml περιέχει 5 mg τορασεμίδης.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Ενέσιμο διάλυμα Διαυγές, άχρωμο διάλυμα για ενδοφλέβια χορήγηση.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Θεραπεία του καρδιακού οιδήματος και/ ή της συλλογής υγρών που σχετίζεται με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, εφόσον είναι απαραίτητη η ενδοφλέβια θεραπεία (π.χ. πνευμονικό οίδημα λόγω οξείας μυοκαρδιακής ανεπάρκειας), σε ενήλικες

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Καρδιακό οίδημα και/ή συλλογή λόγω καρδιακής ανεπάρκειας Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 2 ml ενέσιμου διαλύματος TORMIS-IV άπαξ ημερησίως (που αντιστοιχεί σε 10 mg τορασεμίδης). Σε περίπτωση ανεπαρκούς δράσης, η δόση μπορεί να αυξηθεί σε 4 ml ενέσιμου διαλύματος TORMIS-IV ως εφάπαξ δόση (που αντιστοιχεί σε 20 mg τορασεμίδης). Εάν η δράση παραμένει ανεπαρκής, μπορεί να πραγματοποιηθεί μια προσωρινή δοκιμή θεραπείας (το πολύ 3 ημερών) με έως και 8 ml ενέσιμου διαλύματος TORMIS-IV την ημέρα (που αντιστοιχεί σε 40 mg τορασεμίδης την ημέρα).

Οξύ πνευμονικό οίδημα Σε περίπτωση οξέος πνευμονικού οιδήματος, συνιστάται η αρχική χορήγηση 4 ml ενέσιμου διαλύματος TORMIS-IV ως εφάπαξ δόση (που αντιστοιχεί σε 20 mg τορασεμίδης). Ανάλογα με την επιτυχία της θεραπείας, αυτή η δόση μπορεί να επαναληφθεί μετά από μισή ώρα. Δεν πρέπει να χορηγείται δόση μεγαλύτερη από 20 ml ενέσιμου διαλύματος TORMIS-IV (που αντιστοιχεί σε 100 mg τορασεμίδης) μέσα σε 24 ώρες.

Ειδικές ομάδες ασθενών Ηλικιωμένοι Δεν απαιτείται ειδική ρύθμιση της δοσολογίας στους ηλικιωμένους ασθενείς. Ωστόσο, δεν υπάρχουν επαρκείς συγκριτικές μελέτες μεταξύ ηλικιωμένων και νεότερων ασθενών.

Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια Η τορασεμίδη αντενδείκνυται σε ασθενείς με ηπατικό κώμα ή προ-κώμα (βλ. παράγραφο 4.3). Σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια, η θεραπεία θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή καθώς οι συγκεντρώσεις της τορασεμίδης στο πλάσμα μπορεί να αυξηθούν (βλ. παράγραφο 5.2).

Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του ενέσιμου διαλύματος TORMIS-IV σε παιδιά και εφήβους κάτω των 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Το ενέσιμο διάλυμα TORMIS-IV δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών (βλ. παράγραφο 4.4).

Τρόπος χορήγησης Το ενέσιμο διάλυμα TORMIS-IV χορηγείται ενδοφλεβίως. Η ενδοφλέβια ένεση πρέπει να πραγματοποιείται αργά.

Το ενέσιμο διάλυμα θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο εφόσον είναι διαυγές.

Να μη χορηγείται ενδοαρτηριακά.

Η κάθε φύσιγγα προορίζεται για μία χρήση. Τα υπολείμματα πρέπει να απορρίπτονται. Αυτό το φάρμακο δεν πρέπει να χρησιμοποιείται εάν υπάρχουν πιθανές ενδείξεις αλλοίωσης του διαλύματος (π. χ. σωματίδια)

ή φθοράς της φύσιγγας.

Το ενέσιμο διάλυμα TORMIS-IV δεν πρέπει να χρησιμοποιείται μαζί με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα ως συνδυασμένη ένεση ή έγχυση, βλέπε παραγράφους 6.2 και 6.6.

Η ενδοφλέβια θεραπεία με ενέσιμο διάλυμα TORMIS-IV δεν πρέπει να συνεχίζεται για περισσότερο από 1 εβδομάδα. Για τη συνέχιση της θεραπείας, συνιστάται η έγκαιρη μετάβαση από την ενδοφλέβια σε από του στόματος θεραπεία.

Χειρισμός των OPC (one-point-cut) φυσίγγων Δεν είναι απαραίτητο το λιμάρισμα των φυσίγγων.

Κρατήστε την έγχρωμη κουκκίδα της φύσιγγας προς τα πάνω. Αφήστε το διάλυμα στο πάνω μέρος της φύσιγγας να πέσει προς τα κάτω χτυπώντας ή ανακινώντας την. Σπάστε την κορυφή της φύσιγγας με κίνηση προς τα κάτω.

4.3 Αντενδείξεις

• Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, στις σουλφονυλουρίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1

• νεφρική ανεπάρκεια με ανουρία

• ηπατικό κώμα ή προ-κώμα

• υπόταση

• υποογκαιμία

• υπονατριαιμία, υποκαλιαιμία

• σημαντικές διαταραχές ούρησης (π.χ. λόγω υπερτροφίας του προστάτη)

• θηλασμός (βλ. παράγραφο 4.6)

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Η τορασεμίδη δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με:

• ουρική αρθρίτιδα

• καρδιακές αρρυθμίες (π.χ. φλεβοκολπικός αποκλεισμός, κολποκοιλιακός αποκλεισμός βαθμού II ή III)

• παθολογικές μεταβολές της οξεοβασικής ισορροπίας

• ταυτόχρονη θεραπεία με λίθιο, αμινογλυκοσίδη ή κεφαλοσπορίνη

• παθολογικές διαταραχές του αίματος (π.χ. θρομβοπενία ή αναιμία σε ασθενείς χωρίς νεφρική ανεπάρκεια)

• νεφρική ανεπάρκεια που οφείλεται σε νεφροτοξικές ουσίες

• άτομα κάτω των 18 ετών Καθώς μπορεί να προκύψει αύξηση της γλυκόζης στο αίμα, συνιστάται προσεκτικός έλεγχος του μεταβολισμού των υδατανθράκων σε ασθενείς με λανθάνοντα ή έκδηλο σακχαρώδη διαβήτη.

Ειδικά κατά την έναρξη της θεραπείας και σε ηλικιωμένους ασθενείς, θα πρέπει να παρακολουθείται η παρουσία συμπτωμάτων απώλειας ηλεκτρολυτών και αιμοσυμπύκνωσης.

Κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας με τορασεμίδη, θα πρέπει να πραγματοποιείται τακτική παρακολούθηση του ισοζυγίου των ηλεκτρολυτών, ιδιαίτερα του καλίου ορού. Θα πρέπει επίσης να

ελέγχονται τακτικά τα επίπεδα του σακχάρου στο αίμα, του ουρικού οξέος, της ουρία, της κρεατινίνης και των λιπιδίων στο αίμα, καθώς και ο αριθμός των αιμοκυττάρων (ερυθροκύτταρα, λευκοκύτταρα, θρομβοκύτταρα).

Επιπτώσεις κατάχρησης για σκοπούς ντόπινγκ Η χρήση του ενέσιμου διαλύματος TORMIS-IV μπορεί να οδηγήσει σε θετικά αποτελέσματα στους ελέγχους ντόπινγκ.

Οι συνέπειες για την υγεία από τη χρήση του ενέσιμου διαλύματος TORMIS-IV ως παράγοντα ντόπινγκ δεν μπορούν να προβλεφθούν και δεν μπορούν να αποκλειστούν σοβαροί κίνδυνοι για την υγεία.

Νάτριο Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά φύσιγγα, δηλαδή είναι ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Μη συνιστώμενοι συνδυασμοί Η τορασεμίδη, ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις, μπορεί να προκαλέσει επιδείνωση των ακόλουθων παρενεργειών άλλων φαρμάκων: ωτοτοξικές και νεφροτοξικές επιδράσεις αμινογλυκοσιδικών αντιβιοτικών (π.χ. καναμυκίνη, γενταμικίνη, τομπραμυκίνη) και κυτταροστατικών παραγώγων πλατίνας, καθώς και νεφροτοξικές επιδράσεις των κεφαλοσπορινών.

Η ταυτόχρονη θεραπεία με τορασεμίδη και λίθιο μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της συγκέντρωσης του λιθίου στον ορό και συνεπώς σε αυξημένες επιδράσεις και παρενέργειες του λιθίου.

Συνδυασμοί που απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή Η τορασεμίδη αυξάνει την επίδραση άλλων αντιυπερτασικών φαρμάκων, ιδιαίτερα των αναστολέων ΜΕΑ.

Εάν χορηγηθούν αναστολείς ΜΕΑ συμπληρωματικά ή αμέσως μετά τη θεραπεία με τορασεμίδη, μπορεί να συμβεί υπερβολική πτώση της αρτηριακής πίεσης.

Η έλλειψη καλίου που οφείλεται στη λήψη τορασεμίδης μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες και ισχυρότερες παρενέργειες από την ταυτόχρονη χορήγηση σκευασμάτων δακτυλίτιδας.

Η τορασεμίδη μπορεί να μειώσει την επίδραση των αντιδιαβητικών φαρμάκων.

Η προβενεσίδη και τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (π.χ. ινδομεθακίνη, ακετυλοσαλικυλικό οξύ) μπορεί να μετριάσουν τη διουρητική και αντιυπερτασική δράση της τορασεμίδης.

Στη θεραπεία με υψηλές δόσεις σαλικυλικών, η τορασεμίδη μπορεί να αυξήσει τις τοξικές τους επιδράσεις στο κεντρικό νευρικό σύστημα.

Η τορασεμίδη μπορεί να ενισχύσει τις επιδράσεις της θεοφυλλίνης και τις μυοχαλαρωτικές επιδράσεις των φαρμάκων τύπου κουραρίου.

Τα καθαρτικά, τα αλατοκορτικοειδή και τα γλυκοκορτικοειδή μπορεί να αυξήσουν την απώλεια καλίου που προκαλείται από την τορασεμίδη.

Η τορασεμίδη μπορεί να αυξήσει τις αγγειοσυσπαστικές επιδράσεις των κατεχολαμινών (π.χ. αδρεναλίνη, νοραδρεναλίνη).

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση

Μέχρι σήμερα, δεν υπάρχει ή υπάρχει πολύ περιορισμένη εμπειρία με τη χρήση της τορασεμίδης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Σε μελέτες σε ζώα βρέθηκε πως η τορασεμίδη διαπερνά τον φραγμό του πλακούντα. Δεν συνιστάται η χρήση του ενέσιμου διαλύματος TORMIS-IV κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία που δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη.

Μέχρι να γίνουν διαθέσιμα περαιτέρω δεδομένα, η τορασεμίδη θα πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνον εφόσον υπάρχει επιτακτική ένδειξη. Σε αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να χρησιμοποιείται αυστηρά η ελάχιστη αποτελεσματική δόση.

Τα διουρητικά δεν είναι κατάλληλα για τη συνήθη θεραπεία της υπέρτασης και του οιδήματος κατά την εγκυμοσύνη, καθώς μπορεί να επηρεάσουν την αιμάτωση του πλακούντα και συνεπώς την ενδομήτρια ανάπτυξη. Εάν είναι απαραίτητη η χορήγηση τορασεμίδης στην έγκυο λόγω καρδιακής ή νεφρικής ανεπάρκειας, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά οι ηλεκτρολύτες και ο αιματοκρίτης, καθώς και η ανάπτυξη του εμβρύου.

Θηλασμός Δεν είναι γνωστό εάν η τορασεμίδη/μεταβολίτες απεκκρίνεται/ονται στο μητρικό γάλα σε ανθρώπους ή ζώα. Δεν μπορεί να αποκλειστεί κίνδυνος για το νεογνό/βρέφος. Κατά συνέπεια η χορήγηση του TORMIS IV αντενδείκνυται κατά τη γαλουχία (βλ. παράγραφο 4.3). Πρέπει να ληφθεί απόφαση για το εάν ο θηλασμός θα πρέπει να διακοπεί ή εάν θα διακοπεί εντελώς ή προσωρινά η θεραπεία με ενέσιμο διάλυμα TORMIS-IV. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη τόσο το όφελος του θηλασμού για το παιδί όσο και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.

Γονιμότητα Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες σχετικά με την επίδραση της τορασεμίδης στην ανθρώπινη γονιμότητα. Δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις στη γονιμότητα σε μελέτες σε ζώα.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Ακόμη και όταν χρησιμοποιείται όπως συνιστάται, η τορασεμίδη έχει σημαντική επίδραση στην ικανότητα αντίδρασης και συνεπώς η ικανότητα ενεργού συμμετοχής στην οδική κυκλοφορία, χειρισμού μηχανημάτων ή εργασίας υπό επικίνδυνες συνθήκες είναι μειωμένη.

Αυτό ισχύει ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας, την αύξηση της δόσης και την αλλαγή του φαρμακευτικού σκευάσματος ή κατά την έναρξη συμπληρωματικής φαρμακευτικής αγωγής, καθώς και σε συνδυασμό με αλκοόλ.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να εμφανιστούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το ενέσιμο διάλυμα TORMIS-IV. Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών βασίζεται στις ακόλουθες κατηγορίες:

Πολύ συχνές: ≥ 1/10 Συχνές: ≥ 1/100 έως <1/10 Όχι συχνές: ≥ 1 / 1.000 έως <1/100 Σπάνιες: ≥ 1 / 10.000 έως <1 / 1.000 Πολύ σπάνιες: <1 / 10.000 Μη γνωστές: η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί από τα διαθέσιμα δεδομένα Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος Πολύ σπάνιες: αιμοσυμπύκνωση, θρομβοπενία, αναιμία και/ή λευκοπενία (βλ. παράγραφο 4.4)

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος

Πολύ σπάνιες: αλλεργικές αντιδράσεις Οξείες, πιθανώς απειλητικές για τη ζωή αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλακτικό σοκ) μπορεί να εμφανιστούν στην ενδοφλέβια χορήγηση και απαιτούν κατάλληλα μέτρα έκτακτης ανάγκης (βλ.

παράγραφο 4.9).

Διαταραχές του μεταβολισμού και της διατροφής Συχνές: επιδείνωση μεταβολικής αλκάλωσης, υπεργλυκαιμία, υποκαλιαιμία (σε περίπτωση ταυτόχρονης δίαιτας χαμηλής περιεκτικότητας σε κάλιο, έμετο, διάρροια, μετά από υπερβολική χρήση καθαρτικών και σε ασθενείς με χρόνια ηπατική δυσλειτουργία).

Ανάλογα με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας, μπορεί να εμφανιστούν διαταραχές του ισοζυγίου ύδατος και των ηλεκτρολυτών, ιδιαίτερα π.χ. υποογκαιμία, υποκαλιαιμία και/ή υπονατριαιμία (βλ.

παράγραφο 4.4).

Διαταραχές του νευρικού συστήματος Συχνές: πονοκέφαλος, ζάλη (ειδικά κατά την έναρξη της θεραπείας)

Όχι συχνές: παραισθησία Πολύ σπάνιες: συγκοπτικό επεισόδιο, εγκεφαλική ισχαιμία, κατάσταση σύγχυσης Οφθαλμικές παθήσεις Πολύ σπάνιες: οπτικές διαταραχές Παθήσεις του ωτός και του λαβυρίνθου Πολύ σπάνιες: εμβοές, απώλεια ακοής Καρδιακές παθήσεις Πολύ σπάνιες: ισχαιμία του μυοκαρδίου, αρρυθμίες, στηθάγχη, οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου Αγγειακές διαταραχές Πολύ σπάνιες: θρομβοεμβολικές επιπλοκές, υπόταση καθώς και καρδιακές διαταραχές και διαταραχές της κεντρικής κυκλοφορίας του αίματος Διαταραχές του γαστρεντερικού Συχνές: γαστρεντερικές διαταραχές, π.χ.ανορεξία, πόνος στο στομάχι, ναυτία, έμετος, διάρροια, δυσκοιλιότητα (ειδικά κατά την έναρξη της θεραπείας)

Όχι συχνές: ξηροστομία Πολύ σπάνιες: παγκρεατίτιδα Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Πολύ σπάνιες: αλλεργικές δερματικές αντιδράσεις (π.χ. κνησμός, εξάνθημα), αντιδράσεις φωτοευαισθησίας, σοβαρές δερματικές αντιδράσεις Ασθένειες του μυοσκελετικού, του συνδετικού ιστού και των οστών Συχνές: μυϊκές κράμπες (ειδικά κατά την έναρξη της θεραπείας)

Διαταραχές των νεφρών και του ουροποιητικού συστήματος Όχι συχνές: Σε ασθενείς με διαταραχές ούρησης, η αυξημένη παραγωγή ούρων μπορεί να οδηγήσει σε κατακράτηση ούρων και διάταση της ουροδόχου κύστης.

Γενικές ασθένειες και παράπονα στον τόπο χορήγησης Συχνές: κόπωση, αδυναμία (ειδικά κατά την έναρξη της θεραπείας)

Εξετάσεις Συχνές: αυξημένες τιμές ουρικού οξέος και λιπιδίων (τριγλυκερίδια, χοληστερόλη) στο αίμα (βλ.

παράγραφο 4.4), Αυξημένη γ-γλουταμυλοτρανσφεράση

Όχι συχνές: αυξημένη ουρία και κρεατινίνη αίματος (βλ. παράγραφο 4.)

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: 213 2040380/337, Φαξ: 210 6549585, Ιστότοπος:

http://www.eof.gr http://www.kitrinikarta.gr

4.9 Υπερδοσολογία

Συμπτώματα δηλητηρίασης Δεν είναι γνωστή κάποια χαρακτηριστική εικόνα δηλητηρίασης. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας μπορεί να υπάρξει έντονη διούρηση με τον κίνδυνο της απώλειας υγρών και ηλεκτρολυτών που μπορεί να οδηγήσει σε υπνηλία, σύγχυση, συμπτωματική υπόταση, κυκλοφορική κατάρρευση και γαστρεντερικές ενοχλήσεις.

Θεραπεία δηλητηριάσεων Δεν υπάρχει συγκεκριμένο αντίδοτο. Τα συμπτώματα της δηλητηρίασης συνήθως υποχωρούν με τη μείωση της δόσης ή διακοπή του φαρμάκου και ταυτόχρονη αντικατάσταση υγρών και ηλεκτρολυτών.

Η τορασεμίδη δεν μπορεί να αιμοδιυλιστεί, επομένως η αιμοκάθαρση δεν επιταχύνει την απομάκρυνσή της.

Θεραπεία για την υποογκαιμία Αποκατάσταση του όγκου των υγρών του σώματος Θεραπεία για την υποκαλιαιμία Αντικατάσταση καλίου Θεραπεία για την κυκλοφορική κατάρρευση Θέση καταπληξίας, εάν είναι απαραίτητο, θεραπεία καταπληξίας Επείγοντα μέτρα σε περίπτωση αναφυλακτικού σοκ Στα πρώτα σημάδια (π.χ. δερματικές αντιδράσεις όπως κνίδωση ή έξαψη, ανησυχία, πονοκέφαλος, εφίδρωση, ναυτία, κυάνωση)

• δημιουργία φλεβικής πρόσβασης

• εκτός από άλλα κοινά μέτρα έκτακτης ανάγκης, χαμηλώστε το κεφάλι και το πάνω μέρος του σώματος, κρατήστε ελεύθερους τους αεραγωγούς, εφαρμόστε οξυγόνο

• εάν είναι απαραίτητο, πρέπει να εφαρμοστούν περαιτέρω, ενδεχομένως και μέτρα εντατικής θεραπείας (συμπεριλαμβανομένης της χορήγησης επινεφρίνης, υποκατάστατων όγκου, γλυκοκορτικοειδών)

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: διουρητικά, διουρητικά αγκύλης, κωδικός ATC: C03CA04.

Μηχανισμός δράσης Η τορασεμίδη έχει αλατο-ουρητική δράση λόγω της αναστολής της νεφρικής επαναρρόφησης νατρίου και χλωρίου στο παχύ ανιόν άκρο (TAL) της αγκύλης του Henle.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Στους ανθρώπους, η διουρητική δράση μετά από ενδοφλέβια και από του στόματος χορήγηση παρουσιάζει ταχεία έναρξη με κορύφωση της δράσης εντός της πρώτης ώρας και μετά από 2 έως 3 ώρες και διαρκεί έως

και 12 ώρες. Σε υγιείς εθελοντές, παρατηρήθηκε αύξηση της διούρησης ανάλογη με τον λογάριθμο της δόσης («δραστικότητα υψηλής οροφής») στο εύρος δόσης 5-100 mg. Αύξηση της διούρησης μπορεί επίσης να επιτευχθεί εάν άλλα διουρητικά φάρμακα (π.χ. θειαζίδες που δρουν περιφερικά) δεν λειτουργούν πλέον επαρκώς, π.χ. σε περίπτωση διαταραχής της νεφρικής λειτουργίας.

Λόγω αυτών των ιδιοτήτων, η τορασεμίδη προκαλεί την μείωση του οιδήματος. Σε περίπτωση καρδιακής ανεπάρκειας, η τορασεμίδη βελτιώνει τα συμπτώματα και, μέσω της μείωσης του προφορτίου και μεταφορτίου διευκολύνει τη λειτουργία του μυοκαρδίου.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση και κατανομή Η τορασεμίδη συνδέεται περισσότερο από 99% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Οι μεταβολίτες Μ1, Μ3 και Μ5 δεσμεύονται σε ποσοστό 86%, 95% και 97%. Ο φαινομενικός όγκος κατανομής (Vz) είναι 16 L.

Βιομετασχηματισμός Η τορασεμίδη μεταβολίζεται στους τρεις μεταβολίτες Μ1, Μ3 και Μ5 στον άνθρωπο. Δεν υπάρχουν ενδείξεις για σχηματισμό άλλων μεταβολιτών. Οι μεταβολίτες Μ1 και Μ5 σχηματίζονται μέσω της σταδιακής οξείδωσης της μεθυλικής ομάδας στον φαινυλικό δακτύλιο προς το καρβοξυλικό οξύ, τον μεταβολίτη Μ3 μέσω της υδροξυλίωσης του δακτυλίου.

Οι μεταβολίτες Μ2 και Μ4 που βρέθηκαν σε πειράματα σε ζώα δεν μπορούσαν να ανιχνευθούν σε ανθρώπους.

Απέκκριση Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής (t1/2) της τορασεμίδης και των μεταβολιτών της είναι 3 έως 4 ώρες σε υγιή άτομα. Η συνολική κάθαρση της τορασεμίδης είναι 40 ml/min, η νεφρική κάθαρση είναι περίπου 10 ml/min.

Περίπου το 80% της χορηγούμενης δόσης σε υγιή άτομα βρίσκεται ως τορασεμίδη και μεταβολίτες στα ούρα με την ακόλουθη μέση ποσοστιαία κατανομή: τορασεμίδη περίπου 24%, μεταβολίτης Μ1 περίπου 12%, μεταβολίτης M3 περίπου 3%, μεταβολίτης M5 περίπου 41 %. Ο κύριος μεταβολίτης Μ5 δεν έχει διουρητική δράση, οι ενεργοί μεταβολίτες Μ1 και Μ3 μαζί αντιπροσωπεύουν περίπου το 10% της φαρμακοδυναμικής δράσης.

Σε νεφρική ανεπάρκεια, η ολική κάθαρση και ο χρόνος ημίσειας ζωής απέκκρισης της τορασεμίδης παραμένουν αμετάβλητα και ο χρόνος ημιζωής των Μ3 και Μ5 είναι παρατεταμένος. Η φαρμακοδυναμική συμπεριφορά παραμένει αμετάβλητη, ωστόσο, η διάρκεια της δράσης δεν επηρεάζεται από τη βαρύτητα της νεφρικής ανεπάρκειας. Η τορασεμίδη και οι μεταβολίτες της δεν αποβάλλονται σημαντικά με αιμοκάθαρση ή αιμοδιήθηση.

Σε ασθενείς με ηπατική ή καρδιακή ανεπάρκεια, ο χρόνος ημίσειας ζωής της τορασεμίδης και του μεταβολίτη Μ5 παρατείνεται ελαφρώς και οι ποσότητες των ουσιών που απεκκρίνονται στα ούρα αντιστοιχούν σε μεγάλο βαθμό σε αυτές των υγιών ατόμων.

Συνεπώς, δεν αναμένεται συσσώρευση τορασεμίδης και των μεταβολιτών της.

Γραμμικότητα Η τορασεμίδη και οι μεταβολίτες της παρουσιάζουν γραμμική ως προς τη δόση κινητική, δηλ. η μέγιστη συγκέντρωση ορού και η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης ορού αυξάνονται ανάλογα με τη δόση.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Τα προκλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις συμβατικές μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων, γονοτοξικότητας και πιθανότητας καρκινογένεσης.

Δεν βρέθηκαν τερατογόνες επιδράσεις σε μελέτες τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα σε αρουραίους, αλλά παρατηρήθηκε εμβρυϊκή και μητρική τοξικότητα σε κυοφορούντα κουνέλια και αρουραίους σε υψηλές δόσεις. Μελέτες σε αρουραίους έδειξαν ότι η τορασεμίδη διέρχεται τον πλακούντα.

Δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις στη γονιμότητα.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Υδροξείδιο του νατρίου, τρομεταμόλη, μακρογόλη 400, υδροχλωρικό οξύ, ύδωρ για ενέσιμα.

6.2 Ασυμβατότητες

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.

6.3 Διάρκεια ζωής

Μη ανοιγμένη φύσιγγα: 24 μήνες Μετά το άνοιγμα Από μικροβιολογικής άποψης, το ενέσιμο διάλυμα TORMIS-IV θα πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως μετά το άνοιγμα. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρόνοι και οι συνθήκες αποθήκευσης κατά τη χρήση είναι ευθύνη του χρήστη.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσετε σε θερμοκρασία κάτω των 25°C, στην αρχική συσκευασία.

Για τις συνθήκες διατήρησης μετά το άνοιγμα του φαρμακευτικού προϊόντος, βλέπε παράγραφο 6.3.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Φύσιγγες με διαυγές, άχρωμο διάλυμα Το ενέσιμο διάλυμα TORMIS-IV διατίθεται σε συσκευασίες που περιέχουν 1 ή 5 φύσιγγες των 2 ml ενέσιμου διαλύματος η καθεμία.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Για τις συνθήκες διατήρησης μετά το άνοιγμα του φαρμακευτικού προϊόντος, βλέπε παράγραφο 6.3.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

WIN MEDICA Α.Ε.

Αγησιλάου 6-8 15123, Μαρούσι Τηλ.: 210 7488821

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Hμερομηνία πρώτης έγκρισης:

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:3334301_SPC_3334301_2.pdf