Clinio Logo
Clinio
TRANSAMIN › ΠΧΠ

TRANSAMIN — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία 3 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Transamin 500 mg/5 ml ενέσιμο διάλυμα

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Η δραστική ουσία είναι το τρανεξαμικό οξύ.

Σε κάθε 5 ml του διαλύματος περιέχονται 500 mg τρανεξαμικού οξέος.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Ενέσιμο διάλυμα Διαυγές, άχρωμο διάλυμα, το οποίο δεν περιέχει ορατή σωματιδιακή ύλη.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Πρόληψη και αντιμετώπιση των αιμορραγιών που οφείλονται σε γενικευμένη ή εντοπισμένη ινωδόλυση, σε ενήλικες και παιδιά ηλικίας άνω του ενός έτους.

Στις ειδικές ενδείξεις περιλαμβάνονται οι εξής:

− Αιμορραγία που προκαλείται από γενικευμένη ή εντοπισμένη ινωδόλυση, όπως:

− Μηνορραγία και μητρορραγία.

− Αιμορραγία από το γαστρεντερικό.

− Αιμορραγικές διαταραχές από το ουροποιητικό, επακόλουθες χειρουργικής επέμβασης στον προστάτη ή χειρουργικών επεμβάσεων που επηρεάζουν την ουροφόρο οδό.

− Χειρουργικές επεμβάσεις ωτός, ρινός και λάρυγγα (αφαίρεση αδενοειδών εκβλαστήσεων, αμυγδαλεκτομή, εξαγωγές οδόντων).

− Γυναικολογικές χειρουργικές επεμβάσεις ή διαταραχές μαιευτικής προέλευσης.

− Χειρουργικές επεμβάσεις θώρακα και κοιλίας και άλλες μείζονες χειρουργικές παρεμβάσεις, όπως καρδιαγγειακή χειρουργική.

− Αντιμετώπιση της αιμορραγίας που οφείλεται στη χορήγηση ινωδολυτικού παράγοντα.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία

Ενήλικες
Εκτός από τις περιπτώσεις διαφορετικής συνταγογράφησης, συνιστώνται οι ακόλουθες
δόσεις:
1. Τυπική θεραπευτική αγωγή για εντοπισμένη ινωδόλυση:
0,5 g (1 φύσιγγα των 5 ml) έως 1 g (2 φύσιγγες των 5 ml) τρανεξαμικού οξέος με βραδεία
ενδοφλέβια ένεση (= 1 ml/λεπτό) δύο έως τρεις φορές ημερησίως
2. Τυπική θεραπευτική αγωγή για γενικευμένη ινωδόλυση:
1 g (2 φύσιγγες των 5 ml) τρανεξαμικού οξέος με βραδεία ενδοφλέβια ένεση (= 1 ml/λεπτό)
κάθε 6 έως 8 ώρες, που ισοδυναμεί με 15 mg/kg βάρους σώματος (BW)
Νεφρική δυσλειτουργία
Στη νεφρική ανεπάρκεια που ενέχει τον κίνδυνο συσσώρευσης, η χρήση του τρανεξαμικού
οξέος αντενδείκνυται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία σοβαρής μορφής (βλ.
παράγραφο 4.3). Για ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ήπιας έως μέτριας μορφής, η
δοσολογία του τρανεξαμικού οξέος θα πρέπει να μειώνεται ανάλογα με τα επίπεδα της
κρεατινίνης στον ορό:
Κρεατινίνη ορούΕΦ ΔόσηΧορήγηση
μmol/lmg/10 ml
120 έως 2491,35 έως 2,8210 mg/kg BWΚάθε 12 ώρες
250 έως 5002,82 έως 5,6510 mg/kg BWΚάθε 24 ώρες
> 500> 5,655 mg/kg BWΚάθε 24 ώρες
Ηπατική δυσλειτουργία
Καμία προσαρμογή στη δόση δεν είναι απαραίτητη για ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.
Παιδιατρικός πληθυσμός:
Σε παιδιά ηλικίας άνω του 1 έτους, για τις παρούσες εγκεκριμένες ενδείξεις όπως
περιγράφονται στην παράγραφο 4.1, η δοσολογία κυμαίνεται στο εύρος των 20
mg/kg/ημέρα. Ωστόσο, τα δεδομένα σχετικά με την αποτελεσματικότητα, τη δοσολογία και
την ασφάλεια σε ό,τι αφορά αυτές τις ενδείξεις είναι περιορισμένα.
Η αποτελεσματικότητα, η δοσολογία και η ασφάλεια του τρανεξαμικού οξέος σε παιδιά που
υποβάλλονται σε καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις δεν έχουν πλήρως τεκμηριωθεί. Τα
παρόντα διαθέσιμα δεδομένα είναι περιορισμένα και περιγράφονται στην παράγραφο 5.1.
Ηλικιωμένοι:
Δεν είναι απαραίτητη καμία μείωση στη δοσολογία, εκτός εάν υπάρχουν ενδείξεις νεφρικής
ανεπάρκειας.

Τρόπος χορήγησης Η χορήγηση περιορίζεται αυστηρά στη βραδεία ενδοφλέβια ένεση.

4.3 Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Οξεία φλεβική ή αρτηριακή θρόμβωση (βλ. παράγραφο 4.4).

Ινωδολυτικές καταστάσεις μετά από διαταραχές πήξης εκτός από αυτές με επικρατούσα ενεργοποίηση του ινωδολυτικού συστήματος με οξεία αιμορραγία σοβαρής μορφής (βλ.

παράγραφο 4.4).

Νεφρική δυσλειτουργία σοβαρής μορφής (κίνδυνος συσσώρευσης).

Ιστορικό σπασμών Ενδορραχιαία και ενδοκοιλιακή ένεση, ενδοεγκεφαλική εφαρμογή (κίνδυνος εγκεφαλικού οιδήματος και σπασμών)

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Θα πρέπει να ακολουθούνται αυστηρά οι ενδείξεις και ο τρόπος χορήγησης που υποδεικνύονται παραπάνω:

• Οι ενδοφλέβιες ενέσεις θα πρέπει να γίνονται πολύ αργά.

Σπασμοί Έχουν αναφερθεί περιστατικά σπασμών σε συνδυασμό με την αγωγή με τρανεξαμικό οξύ.Στις χειρουργικές επεμβάσεις αορτοστεφανιαίας παράκαμψης με μόσχευμα (CABG), τα περισσότερα περιστατικά αναφέρθηκαν μετά από ενδοφλέβια (εφ) ένεση τρανεξαμικού οξέος σε υψηλές δόσεις. Όταν χρησιμοποιήθηκαν οι συνιστώμενες χαμηλότερες δόσεις τρανεξαμικού οξέος (TXA), η επίπτωση των μετεγχειρητικών επιληπτικών κρίσεων ήταν η ίδια με αυτήν των ασθενών που δεν είχαν λάβει αγωγή.

Οπτικές διαταραχές Θα πρέπει να δοθεί προσοχή στις πιθανές οπτικές διαταραχές, συμπεριλαμβανομένων της διαταραχής της όρασης, της θαμπής όρασης και της διαταραχής της οπτικής αντίληψης των χρωμάτων, ενώ εάν είναι απαραίτητο η αγωγή θα πρέπει να διακόπτεται. Στην περίπτωση συνεχούς, μακροχρόνιας χρήσης του ενέσιμου διαλύματος TXA, ενδείκνυνται τακτικές οφθαλμολογικές εξετάσεις (εξετάσεις των οφθαλμών, συμπεριλαμβανομένων της οπτικής οξύτητας, της οπτικής αντίληψης των χρωμάτων, του βυθού, των οπτικών πεδίων κ.λπ.).

Στην περίπτωση παθολογικών οφθαλμολογικών μεταβολών, ιδιαιτέρως παθήσεων του αμφιβληστροειδούς, ο ιατρός πρέπει να αποφασίσει σχετικά με την αναγκαιότητα της μακροχρόνιας χρήσης του ενέσιμου διαλύματος TXA, για κάθε μεμονωμένο περιστατικό και αφού συμβουλευθεί έναν ειδικό.

Αιματουρία Στην περίπτωση αιματουρίας από την ανώτερη ουροφόρο οδό, υπάρχει κίνδυνος απόφραξης της ουρήθρας.

Θρομβοεμβολικά συμβάντα Πριν από τη χρήση του TXA, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι παράγοντες κινδύνου για θρομβοεμβολική νόσο. Σε ασθενείς με ιστορικό θρομβοεμβολικών νόσων ή σε αυτούς με αυξημένη επίπτωση θρομβοεμβολικών συμβάντων στο οικογενειακό τους ιστορικό (ασθενείς υψηλού κινδύνου για θρομβοφιλία), το ενέσιμο διάλυμα τρανεξαμικού οξέος θα πρέπει να χορηγείται μόνον εφόσον υφίσταται ισχυρή ιατρική ένδειξη, μετά τη συμβουλή ιατρού με εμπειρία στην αιμοστασεολογία και υπό αυστηρή ιατρική επίβλεψη (βλ. παράγραφο 4.3).

Το τρανεξαμικό οξύ θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν αντισυλληπτική αγωγή από του στόματος, λόγω του αυξημένου κινδύνου θρόμβωσης (βλ.

παράγραφο 4.5).

Διάχυτη ενδαγγειακή πήξη Οι ασθενείς με διάχυτη ενδαγγειακή πήξη (DIC) δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αγωγή με τρανεξαμικό οξύ στις περισσότερες περιπτώσεις (βλ. παράγραφο 4.3). Εάν πρόκειται να δοθεί τρανεξαμικό οξύ, αυτό πρέπει να περιορίζεται στους ασθενείς με επικρατούσα ενεργοποίηση του ινωδολυτικού συστήματος με οξεία αιμορραγία σοβαρής μορφής.

Χαρακτηριστικά, το αιματολογικό προφίλ είναι κατά προσέγγιση το εξής: μειωμένος χρόνος λύσης θρόμβου ευσφαιρινών, παρατεταμένος χρόνος προθρομβίνης, μειωμένα επίπεδα ινωδογόνου, παραγόντων V και VIII, πλασμινογόνου, ινωδολυσίνης και α 2-μακροσφαιρίνης στο πλάσμα, φυσιολογικά επίπεδα P και συμπλόκου P στο πλάσμα, δηλαδή παράγοντες II (προθρομβίνη), VIII και X, αυξημένα επίπεδα προϊόντων αποδόμησης του ινωδογόνου στο πλάσμα, φυσιολογικός αριθμός αιμοπεταλίων. Τα προαναφερόμενα προϋποθέτουν ότι η κατάσταση της υποκείμενης νόσου δεν τροποποιεί από μόνη της τα διάφορα στοιχεία αυτού του προφίλ. Σε τέτοια οξέα περιστατικά, μία μοναδική δόση 1 g τρανεξαμικού οξέος είναι συχνά αρκετή για τον έλεγχο της αιμορραγίας. Το ενδεχόμενο χορήγησης τρανεξαμικού οξέος σε DIC θα πρέπει να εξετάζεται μόνον εφόσον είναι διαθέσιμες οι κατάλληλες αιματολογικές εργαστηριακές εγκαταστάσεις και υπάρχει η ανάλογη εμπειρία.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές

αλληλεπίδρασης Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων. Τυχόν ταυτόχρονη αγωγή με αντιπηκτικά πρέπει να λαμβάνεται υπό την αυστηρή επίβλεψη ιατρού με εμπειρία σε αυτό το πεδίο. Τα φαρμακευτικά προϊόντα που δρουν στην αιμόσταση θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή στους ασθενείς που λαμβάνουν αγωγή με τρανεξαμικό οξύ. Υπάρχει ένας θεωρητικός κίνδυνος αυξημένης πιθανότητας σχηματισμού θρόμβων, όπως με οιστρογόνα.

Εναλλακτικά, τα θρομβολυτικά φάρμακα ενδέχεται να ανταγωνίζονται την αντιινωδολυτική δράση του φαρμάκου.

4.6. Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Κύηση
Δεν υπάρχουν επαρκή κλινικά δεδομένα για τη χρήση του τρανεξαμικού οξέος σε εγκύους.
Συνεπώς, αν και οι μελέτες σε ζώα δεν καταδεικνύουν τερατογόνες επιδράσεις, ως
προφύλαξη κατά τη χρήση, το τρανεξαμικό οξύ δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του πρώτου
τριμήνου της εγκυμοσύνης.
Περιορισμένα κλινικά δεδομένα από τη χρήση του τρανεξαμικού οξέος σε διαφορετικές
κλινικές περιπτώσεις αιμορραγίας κατά τη διάρκεια του δεύτερου και του τρίτου τριμήνου
δεν ανέδειξαν επιβλαβείς επιδράσεις για το έμβρυο. Το τρανεξαμικό οξύ θα πρέπει να
χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνον εάν το αναμενόμενο όφελος
δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο.
Θηλασμός
Το τρανεξαμικό οξύ απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Συνεπώς, ο θηλασμός δεν συνιστάται.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα σχετικά με τις επιδράσεις του τρανεξαμικού οξέος στη
γονιμότητα.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες για την ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου (ADR) που έχουν αναφερθεί από κλινικές μελέτες και
κατά την εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά παρατίθενται στη συνέχεια ανά
κατηγορία/οργανικό σύστημα.
Παράθεση των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί παρουσιάζονται στον παρακάτω πίνακα. Οι
ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται ανά κύρια κατηγορία/οργανικό σύστημα σύμφωνα με
τη MedDRA. Εντός κάθε κατηγορίας οργανικού συστήματος, οι ανεπιθύμητες ενέργειες
ταξινομούνται ανά συχνότητα. Εντός κάθε ομάδας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες
παρουσιάζονται με σειρά φθίνουσας σοβαρότητας. Οι συχνότητες ορίζονται ως εξής: πολύ
συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), μη γνωστές
(δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Κατηγορία/οργανικό σύστημα MedDRAΣυχνότηταΑνεπιθύμητες ενέργειες
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματοςΜη γνωστές- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΜη γνωστές- Σπασμοί, ιδιαιτέρως στην
περίπτωση εσφαλμένης χρήσης (ανατρέξτε στις παραγράφους 4.3 και 4.4)
Οφθαλμικές διαταραχέςΜη γνωστές- Οπτικές διαταραχές, συμπεριλαμβανομένης της διαταραχής της οπτικής αντίληψης των χρωμάτων
Αγγειακές διαταραχέςΜη γνωστές- Αίσθημα κακουχίας με υπόταση, με ή χωρίς απώλεια συνείδησης (γενικά μετά από υπερβολικά ταχεία ενδοφλέβια ένεση, κατ΄εξαίρεση μετά από χορήγηση από του στόματος) - Αρτηριακή ή φλεβική εμβολή σε οποιαδήποτε θέση
Διαταραχές του γαστρεντερικούΣυχνές- Διάρροια - Έμετος - Ναυτία
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΌχι συχνές- Αλλεργική δερματίτιδα

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:

Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr

4.9 Υπερδοσολογία

Δεν έχει αναφερθεί καμία περίπτωση υπερδοσολογίας.

Στα σημεία και στα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνονται η ζάλη, η κεφαλαλγία, η υπόταση και οι σπασμοί. Έχει καταδειχθεί ότι οι σπασμοί τείνουν να παρατηρούνται σε υψηλότερη συχνότητα με την αύξηση της δόσης.

Η αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας θα πρέπει να είναι υποστηρικτική.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιαιμορραγικά, αντιινωδολυτικά, αμινοξέα Κωδικός ATC: B02AA02 Το τρανεξαμικό οξύ ασκεί αντιαιμορραγική δράση μέσω της αναστολής των ινωδολυτικών ιδιοτήτων της πλασμίνης.

Δημιουργείται ένα σύμπλοκο που αποτελείται από τρανεξαμικό οξύ και πλασμινογόνο. Το τρανεξαμικό οξύ συνδέεται στο πλασμινογόνο όταν μετατρέπεται σε πλασμίνη.

Η δραστικότητα του συμπλόκου τρανεξαμικού οξέος-πλασμίνης στη δράση του ινώδους είναι χαμηλότερη από τη μεμονωμένη επίδραση της ελεύθερης πλασμίνης.

Σε in vitro μελέτες έχει καταδειχθεί ότι οι υψηλές δοσολογίες τρανεξαμικού οξέος μείωσαν τη δραστικότητα του συμπληρώματος.

Παιδιατρικός πληθυσμός Σε παιδιά ηλικίας άνω του ενός έτους:

Κατά την ανασκόπηση της βιβλιογραφίας εντοπίστηκαν 12 μελέτες αποτελεσματικότητας στην παιδιατρική καρδιοχειρουργική, στις οποίες συμπεριλήφθηκαν 1073 παιδιά, 631 από τα οποία έλαβαν τρανεξαμικό οξύ. Οι περισσότερες από αυτές ήταν ελεγχόμενες έναντι εικονικού φαρμάκου. Ο πληθυσμός που μελετήθηκε ήταν ετερογενής σε ό,τι αφορά την ηλικία, το είδος της χειρουργικής επέμβασης και τα δοσολογικά σχήματα. Τα αποτελέσματα των μελετών με τρανεξαμικό οξύ υποδεικνύουν μειωμένη απώλεια αίματος και μειωμένες απαιτήσεις σε παράγωγα αίματος στην παιδιατρική καρδιοχειρουργική που πραγματοποιείται υπό καρδιοπνευμονική παράκαμψη (CPB) στην οποία υπάρχει μεγάλος κίνδυνος αιμορραγίας, ειδικά σε κυανωτικούς ασθενείς ή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε επαναληπτική χειρουργική επέμβαση.Το πλέον προσαρμοσμένο δοσολογικό σχήμα φαίνεται να είναι το εξής:

- πρώτη δόση εφόδου (bolus) 10 mg/kg μετά την εισαγωγή στην αναισθησία και πριν από την τομή του δέρματος,

- συνεχής έγχυση σε ρυθμό 10 mg/kg/ώρα ή ένεση στην αρχική πλήρωση της αντλίας της CPB, σε δόση προσαρμοσμένη στην επέμβαση CPB, είτε σύμφωνα με το βάρος του ασθενούς σε δόση 10 mg/kg, είτε σύμφωνα με τον όγκο αρχικής πλήρωσης της αντλίας της CPB, με τελευταία ένεση 10 mg/kg στο τέλος της CPB.

Παρόλο που μελετήθηκαν πολύ λίγοι ασθενείς, τα περιορισμένα δεδομένα υποδεικνύουν ότι προτιμάται η συνεχής έγχυση, καθώς θα μπορούσε να διατηρήσει τη θεραπευτική συγκέντρωση στο πλάσμα σε όλη τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης.

Δεν έχει διεξαχθεί ειδική μελέτη δόσης-αποτελέσματος ή μελέτη φαρμακοκινητικής σε παιδιά.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση

Οι μέγιστες συγκεντρώσεις τρανεξαμικού οξέος στο πλάσμα επιτυγχάνονται ταχέως μετά από μια βραχείας διάρκειας ενδοφλέβια έγχυση, στη συνέχεια της οποίας οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μειώνονται με πολυεκθετικό τρόπο.

Κατανομή Η δέσμευση του τρανεξαμικού οξέος στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 3% σε θεραπευτικά επίπεδα στο πλάσμα και φαίνεται ότι εξηγείται πλήρως από τη δέσμευσή του στο πλασμινογόνο. Το τρανεξαμικό οξύ δεν δεσμεύεται στην αλβουμίνη ορού. Ο αρχικός όγκος κατανομής είναι περίπου 9 έως 12 λίτρα.

Τα τρανεξαμικό οξύ διέρχεται από τον πλακούντα. Μετά τη χορήγηση ενδοφλέβιας ένεσης 10 mg/kg σε 12 έγκυες γυναίκες, η συγκέντρωση του τρανεξαμικού οξέος στον ορό κυμάνθηκε μεταξύ 10-53 μg/mL, ενώ η συγκέντρωση στο αίμα του ομφάλιου λώρου κυμάνθηκε μεταξύ 4-31 μg/mL. Το τρανεξαμικό οξύ διαχέεται ταχέως στο αρθρικό υγρό και στην αρθρική μεμβράνη. Μετά τη χορήγηση ενδοφλέβιας ένεσης 10 mg/kg σε 17 ασθενείς που υποβλήθηκαν σε χειρουργική επέμβαση στο γόνατο, οι συγκεντρώσεις στα αρθρικά υγρά ήταν παρόμοιες με αυτές που παρατηρήθηκαν στα αντίστοιχα δείγματα ορού. Η συγκέντρωση του τρανεξαμικού οξέος σε διάφορους άλλους ιστούς είναι ένα κλάσμα αυτής που παρατηρείται στο αίμα (ένα εκατοστό στο μητρικό γάλα, ένα δέκατο στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό, ένα δέκατο στο υδατοειδές υγρό). Το τρανεξαμικό οξύ έχει ανιχνευτεί στο σπέρμα όπου αναστέλλει την ινωδολυτική δραστηριότητα, αλλά δεν επηρεάζει τη μετακίνηση του σπέρματος.

Απέκκριση Απεκκρίνεται κυρίως στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο. Η απέκκριση στα ούρα μέσω σπειραματικής διήθησης είναι η κύρια οδός αποβολής. Η νεφρική κάθαρση ισούται με την κάθαρση στο πλάσμα (110 έως 116 mL/min). Η απέκκριση του τρανεξαμικού οξέος είναι περίπου 90% εντός των πρώτων 24 ωρών μετά από ενδοφλέβια χορήγηση δόσης 10 mg/kg βάρους σώματος. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής του τρανεξαμικού οξέος είναι περίπου 3 ώρες.

Ειδικοί πληθυσμοί Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυξάνουν σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.

Δεν έχει διεξαχθεί ειδική μελέτη φαρμακοκινητικής σε παιδιά.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Τα μη κλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις συμβατικές μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων, γονοτοξικότητας, ενδεχόμενης καρκινογόνου δράσης και τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα.

Σε ζώα στα οποία έγινε ενδορραχιαία χρήση τρανεξαμικού οξέος παρατηρήθηκε επιληπτογόνος δράση.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Ύδωρ για ενέσιμα

6.2 Ασυμβατότητες

Το ενέσιμο διάλυμα τρανεξαμικού οξέος δεν θα πρέπει να προστίθεται σε αίμα που προορίζεται για μετάγγιση ούτε σε ενέσεις που περιέχουν πενικιλλίνη.

6.3 Διάρκεια ζωής

3 χρόνια.

Το προϊόν θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί αμέσως μετά το άνοιγμα.

6.4.Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες για την φύλαξή του.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Χάρτινο κουτί που περιέχει 10 αυτοθρυμματιζόμενες φύσιγγες των 5 ml εντός κατάλληλης θήκης.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Το προϊόν προορίζεται για μία μόνο χρήση. Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Α. ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε., Λεωφ. Γαλατσίου 115, 111 46 Γαλάτσι

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

1889/23-1-2018

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 2 Δεκεμβρίου 1987 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 11 Νοεμβρίου 2009

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:0063903_SPC_0063903_1.pdf