Clinio Logo
Clinio
VERTIGO-VOMEX › ΠΧΠ

VERTIGO-VOMEX — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

VERTIGO-VOMEX (120+75+30) mg/cap καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης, σκληρά VERTIGO-VOMEX (80+50+40) mg/sup υπόθετα

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε καψάκιο περιέχει 120 mg διμενυδρινάτης, 75 mg νικοτινικού οξέος και 30 mg υδροχλωρικής πυριδοξίνης.

Κάθε υπόθετο περιέχει 80 mg διμενυδρινάτης, 50 mg νικοτινικού νατρίου και 40 mg υδροχλωρικής πυριδοξίνης.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

- Kαψάκιο ελεγχόμενης αποδέσμευσης, σκληρό

- Υπόθετο

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Bραχυχρόνια θεραπεία των ιλίγγων σε ενήλικες και εφήβους ηλικίας από 15 ετών και άνω.

Συνοδά συμπτώματα: Έμετος, ναυτία, εφιδρώσεις κ.λ.π.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Ενήλικες και έφηβοι ηλικίας από 15 ετών και άνω

1. Σε έντονη συμπτωματολογία ή για έναρξη θεραπείας:

1 υπόθετο το πρωί και 1 το βράδυ.

2. Για συντήρηση σε χρόνιες καταστάσεις:

1 καψάκιο ελεγχόμενης αποδέσμευσης το πρωί και 1 το βράδυ.

3. Συνδυασμένη θεραπεία:

1 καψάκιο ελεγχόμενης αποδέσμευσης το πρωί και 1 υπόθετο το βράδυ.

Οι δοσολογίες αυτές μπορoύν να αυξηθούν στο διπλάσιο εάν κριθεί αναγκαίο.

Θα πρέπει να χρησιμοποιείται πάντα η χαμηλότερη δόση που είναι αποτελεσματική.

Παιδιατρικός πληθυσμός Tο Vertigo-Vomex δεν πρέπει να χορηγείται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 15 ετών.

Νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια Απαιτείται προσοχή στους ασθενείς με ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.4). Μπορεί να χρειαστεί μείωση της δόσης.

Τρόπος χορήγησης Από στόματος χρήση.

Τα καψάκια θα πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα, χωρίς να µασώνται, µε λίγο νερό Ορθική χρήση.

Διάρκεια θεραπείας Εάν τα συμπτώματα επιδεινωθούν ή παραμείνουν μετά από 7 ημέρες, συνιστάται να επανεκτιμηθεί η κλινική κατάσταση.

Γενικά, η διάρκεια της θεραπείας δεν πρέπει να υπερβαίνει τις τέσσερις εβδομάδες. Ο θεράπων γιατρός θα αποφασίσει εάν απαιτείται θεραπεία μεγαλύτερης διάρκειας.

4.3 Αντενδείξεις

- Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες, στη διφαινυδραμίνη ή σε άλλα αντιισταμινικά παρόμοιας χημικής δομής (αιθανολαμίνες και ξανθίνες) ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

- Καρδιακή ανεπάρκεια

- Έμφραγμα μυοκαρδίου

- Μη ρυθμιζόμενη υπέρταση

- Επιληψία ή ψυχικές διαταραχές που προκαλούν νευρική υπερδιέγερση (λόγω αύξησης κινδύνου εμφάνισης σπασμών)

- Εκλαμψία

- Οξείες αιμορραγίες

- Κύηση

- Γλαύκωμα κλειστής γωνίας

- Σοβαρή ηπατική ή νεφρική (κάθαρση κρεατινίνης ≤ 25 ml/min) ανεπάρκεια.

- Επί υποψίας αυξημένης ενδοκρανιακής πίεσης

- Κατάχρηση οινοπνεύματος

- Επίσχεση ούρων λόγω διαταραχών της ουρήθρας και του προστάτη

- Γαστροδωδεδακτυλικό έλκος

- Ασθματική κρίση (η χρήση του δεν συνιστάται σε οξείες κρίσεις άσθματος, καθώς ο ασθενής μπορεί να επιδεινωθεί)

- Ασθενείς που λαμβάνουν levodopa

- Πορφύρα (η διμενυδρινάτη έχει συσχετιστεί με οξείες προσβολές πορφύρας και η χορήγηση της δεν θεωρείται ασφαλής σε αυτούς τους ασθενείς).

Tο Vertigo-Vomex δεν πρέπει να χορηγείται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 15 ετών.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Απαιτείται προσοχή στους ασθενείς που παρουσιάζουν υπόταση και σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια λόγω του κινδύνου συσσώρευσης. Σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια, πρέπει να γίνει προσαρμογή της δόσης, καθώς το άλας της διμενυδρινάτης μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ, με αποτέλεσμα την αύξηση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα. Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια μπορεί να συμβεί συσσώρευση της διμενυδρινάτης λόγω του γεγονότος ότι αυτή και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στα ούρα.

Απαιτείται προσοχή σε ασθενείς με παθήσεις που μπορεί να επιδεινωθούν από τις αντιχολινεργικές επιδράσεις της διμενυδρινάτης, π.χ. αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση, απόφραξη του πυλωρού- δωδεκαδακτύλου, υπερτροφία του προστάτη, αποφρακτικές ασθένειες των ουροφόρων οδών (μπορεί να επιδεινωθούν τα συμπτώματα), υπέρταση, υπερθυρεοειδισμό, σοβαρή στεφανιαία νόσο, βρογχικό άσθμα, ΧΑΠ, εμφύσημα και χρόνια βρογχίτιδα (μπορεί να προκληθεί πύκνωση των εκκρίσεων και να

μεταβληθεί η απόχρεμψη). Πρέπει επίσης να δίδεται προσοχή κατά τη χορήγηση σε ασθενείς με νόσο του Parkinson.

Οι ηλικιωμένοι ασθενείς είναι πιο ευαίσθητοι στις κεντρικές και περιφερικές αντιχολινεργικές επιδράσεις της διμενυδρινάτης (ξηροστομία, κατακράτηση ούρων, γλαύκωμα, ναυτία, καταστολή, σύγχυση και υπόταση).

Σε ασθενείς με ιστορικό μυοκαρδιακής ισχαιμίας, ιδιαίτερα όταν εκτελούν σωματική άσκηση ή σε μεγάλο υψόμετρο, και σε ασθενείς με προηγούμενο ιστορικό καρδιακών αρρυθμιών, πεπτικού έλκους ή γαστρίτιδας, η διμενυδρινάτη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή.

Σε περίπτωση χορηγήσεως υψηλών δόσεων ή σε ορισμένους ευαίσθητους ασθενείς είναι δυνατό να εμφανισθεί καταστολή ή υπνηλία. Η καταστολή μπορεί να ενισχυθεί από άλλα κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος (βλέπε παράγραφο 4.5). Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για την αποφυγή κατανάλωσης αλκοολούχων ποτών κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αυτό το φάρμακο.

Σε καταστάσεις ακραίων θερμοκρασιών, μπορεί να αυξηθεί η πιθανότητα θερμοπληξίας λόγω της μείωσης της εφίδρωσης που προκαλείται εξαιτίας των αντιχολινεργικών επιδράσεων της διμενυδρινάτης. Συνιστάται η αποφυγή της έκθεσης σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες και η υιοθέτηση επαρκών υγιεινο-διαιτητικών μέτρων, όπως επαρκής αερισμός και ενυδάτωση.

Μπορεί να προκαλέσει φαινόμενα φωτοευαισθησίας, επομένως δεν συνιστάται η ηλιοθεραπεία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αυτό το φάρμακο.

Η διμενυδρινάτη, λόγω της αντιεμετικής δράσης της, μπορεί να εμποδίσει τη διάγνωση ασθενειών όπως η σκωληκοειδίτιδα, ή να συγκαλύψει τα συμπτώματα της ωτοτοξικότητας (εμβοές, ίλιγγο, ζάλη) που προκαλούνται από συγχρόνως χορηγούμενα ωτοτοξικά φάρμακα, είτε λόγω υπερδοσολογίας είτε λόγω παρενεργειών (αμινογλυκοσίδες). Σε αυτούς τους ασθενείς πρέπει να παρακολουθείται η ακουστική λειτουργία.

Μπορεί να εμφανιστεί διασταυρούμενη ευαισθησία με άλλα αντιισταμινικά.

Μπορεί να επηρεάσει τα αποτελέσματα δερματικών εξετάσεων στις οποίες χρησιμοποιούνται αλλεργιογόνα. Συνιστάται η διακοπή της θεραπείας 72 ώρες πριν από την έναρξη της δερματικής δοκιμασίας.

Η πυριδοξίνη μπορεί να δώσει ψευδώς θετικά αποτελέσματα στους προσδιορισμούς ουροχολινογόνου στα ούρα, οι οποίοι διεξάγονται με το αντιδραστήριο του Ehrlich.

Έχει παρατηρηθεί εθισμός και εξάρτηση, σε ενήλικες οι οποίοι λάμβαναν μόλις 200 mg βιταμίνης Β6 ημερησίως, μετά από τη διακοπή της.

Το νικοτινικό οξύ πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό πεπτικού έλκους, σακχαρώδη διαβήτη ή ηπατική δυσλειτουργία.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αλληλεπίδρασης.

Οι αντιχολινεργικές και κατασταλτικές επιδράσεις της διμενυδρινάτης μπορεί να ενισχυθούν από τους αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟ). Η προκαρβαζίνη μπορεί να ενισχύσει την επίδραση της διμενυδρινάτης.

Όπως και με άλλα αντιισταμινικά, η διμενυδρινάτη μπορεί να ενισχύσει τις κατασταλτικές επιδράσεις των κατασταλτικών φαρμάκων του ΚΝΣ (αντικαταθλιπτικά, ιμιπραμίνη, αντιχολινεργικά, κατά του Πάρκινσον, ατροπινικά, αντισπασμωδικά, νευροληπτικές φαινοθειαζίνες, παράγωγα μορφίνης, αναλγητικά, αντιβηχικά, βενζοδιαζεπίνες, βαρβιτουρικά, υπνωτικά, κεντρικά αντιυπερτασικά, εφεδρίνη) και του οινοπνεύματος. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για την αποφυγή κατανάλωσης αλκοολούχων ποτών και για την πιθανή εμφάνιση γαστρεντερικών συμπτωμάτων,

καθώς ενδέχεται να εμφανιστεί παραλυτικός ειλεός.

Θα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκων που παρατείνουν το διάστημα QT του ΗΚΓ (όπως τα αντι-αρρυθμικά της κατηγορίας Ια και της κατηγορίας ΙΙΙ).

Η διφαινυδραμίνη αναστέλλει τον μεταβολισμό που επάγεται από το CYP2D6 και συνιστάται προσοχή κατά την ταυτόχρονη χορήγησή της με υποστρώματα αυτού του ενζύμου, ειδικά εκείνα με στενό θεραπευτικό εύρος.

Η πυριδοξίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με λεβοντόπα, δεδομένου ότι έτσι αναστέλλονται οι αντιπαρκινσονικές επιδράσεις της λεβοντόπα, καθώς επιταχύνεται ο μεταβολισμός της (η βιταμίνη Β6 διεγείρει την αποκαρβοξυλίωση της ντόπα σε ντοπαμίνη στους περιφερικούς ιστούς), με αποτέλεσμα να μειώνεται η αποτελεσματικότητά της, παρά μόνον εάν η λεβοντόπα συγχορηγηθεί με έναν αναστολέα της ντοπα-αποκαρβοξυλάσης (π.χ. καρβιντόπα). Ημερήσια δόση 5 mg πυριδοξίνης μπορεί να αναστρέψει τις επιδράσεις της λεβοντόπα.

Η πυριδοξίνη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα της φαινοβαρβιτάλης και της φαινυτοΐνης στο πλάσμα.

Η πυριδοξίνη μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα εμφάνισης φωτοευαισθησίας που προκαλείται από άλλα συγχορηγούμενα φάρμακα, όπως η αμιωδαρόνη.

Να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση πυριδοξίνης με αλτρεταμίνη καθώς ενδέχεται να προκύψει μείωση της ανταπόκρισης στο αντικαρκινικό φάρμακο.

Διάφορα φάρμακα αλληλεπιδρούν με την πυριδοξίνη και μπορεί να μειώσουν τα επίπεδά της, μεταξύ των οποίων: πενικιλλαμίνη, υδραλαζίνη, αντιφυματικά φάρμακα (ισονιαζίδη, κυκλοσερίνη, εθιοναμίδη), από του στόματος αντισυλληπτικά, ανοσοκατασταλτικά (π.χ. κορτικοστεροειδή, κυκλοσπορίνη, αζαθειοπρίνη, κ.λπ.), αντινεοπλασματικά (κυκλοφωσφαμίδη).

Η χορήγηση της πυριδοξίνης μαζί με τα γεύματα επιβραδύνει την απορρόφησή της.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Η ασφάλεια της διμενυδρινάτης στην ανθρώπινη εγκυμοσύνη δεν έχει τεκμηριωθεί. Οι μελέτες σε ζώα είναι ανεπαρκείς όσον αφορά στις επιδράσεις της στην κύηση, την εμβρυϊκή ανάπτυξη και τη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. Παράγραφο 5.3). Ο τερατογόνος κίνδυνος της διμενυδρινάτης είναι χαμηλός. Δεν παρατηρήθηκαν τερατογενείς επιδράσεις σε μελέτες με ζώα. Συγκεκριμένα, μελέτες που έγιναν σε αρουραίους και κουνέλια χρησιμοποιώντας δόση 20 - 25 φορές υψηλότερη από την ανθρώπινη δεν έχουν δείξει βλάβες στο έμβρυο.

Δεν υπάρχουν δεδομένα από τη χρήση της διμενυδρινάτης σε έγκυες γυναίκες, διότι δεν έχουν διεξαχθεί επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες σε ανθρώπους. Οι μελέτες σε ζώα είναι ανεπαρκείς όσον αφορά στην αναπαραγωγική τοξικότητα (βλέπε παράγραφο 5.3). Με βάση την εμπειρία σε ανθρώπους, η διμενυδρινάτη θεωρείται ύποπτη για ωτοτοξικές επιδράσεις και μπορεί να μειώσει τον τοκετό. Η διμενυδρινάτη έχει χρησιμοποιηθεί σε περιπτώσεις σοβαρής υπερέμεσης χωρίς να έχουν παρουσιαστεί σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις. Ωστόσο, υπάρχουν αναφορές για μια πιθανή συσχέτιση μεταξύ της χορήγησής της κατά τις τελευταίες δύο εβδομάδες της εγκυμοσύνης και την εμφάνιση οπισθοφακικής ινοπλασίας σε πρόωρα βρέφη.

Η πυριδοξίνη διαπερνά τον φραγμό του πλακούντα και τα επίπεδά της στο πλάσμα του εμβρύου είναι 5 φορές υψηλότερα από τα επίπεδά της στο πλάσμα της μητέρας. Προκαταρκτικές μελέτες δείχνουν ότι υψηλές δόσεις πυριδοξίνης μπορεί να προκαλέσουν ανωμαλίες στη νευρωνική ιδιοδεκτική λειτουργία του εμβρύου.

Η πυριδοξίνη είναι ασφαλής όταν χρησιμοποιείται από το στόμα σε δόσεις που δεν υπερβαίνουν τη συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη (CDR). Η πυριδοξίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία της ναυτίας και του εμέτου κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, πάντα υπό ιατρική επίβλεψη.

Το Vertigo-Vomex αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης.

Θηλασμός Η διμενυδρινάτη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Μπορεί να προκαλέσει υπερδιέγερση ή ευερεθιστότητα στο βρέφος. Μπορεί να προκαλέσει αναστολή της γαλουχίας λόγω των αντιχολινεργικών ιδιοτήτων της.

Η πυριδοξίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Θεωρείται ασφαλής όταν χρησιμοποιείται από το στόμα σε δόσεις που δεν υπερβαίνουν τη συνιστώμενη ημερήσια δόση. Δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την ασφάλεια της πυριδοξίνης, όταν χρησιμοποιείται σε υψηλές δόσεις από θηλάζουσες γυναίκες.

Η βιταμίνη Β6 μπορεί να αναστείλει τη γαλουχία μέσω αναστολής της εκκρίσεως της προλακτίνης.

Το νικοτινικό οξύ απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.

Το Vertigo-Vomex αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού..

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Η διμενυδρινάτη μπορεί να έχει από μικρή ή μέτρια έως σημαντική επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.

Είναι δυνατό να εμφανισθεί υπνηλία ή μείωση της ικανότητας αντίδρασης στην αρχή της θεραπείας, σε περίπτωση χορηγήσεως υψηλών δόσεων ή ακόμα και στις συνιστώμενες δόσεις, και σε αυτήν την περίπτωση ο ασθενής θα πρέπει να απέχει από την οδήγηση και το χειρισμό μηχανημάτων.

Δεν επιδρά στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι πιο συχνά εμφανιζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι η υπνηλία (συμπεριλαμβανομένων της καταστολής, κόπωσης, εξασθένισης, ζάλης, σύγχυσης) η οποία εμφανίστηκε κυρίως κατά την έναρξη της θεραπείας, και η ξηροστομία. Οι αντιδράσεις αυτές είναι συνήθως ήπιες και εξαφανίζονται μέσα σε λίγες ημέρες, ακόμα και αν συνεχίζεται η θεραπεία.

Σε γενικές γραμμές οι ΑΕ της διμενυδρινάτης οφείλονται στις αντιχολινεργικές κεντρικές και περιφερικές επιδράσεις της, και είναι ήπιες και παροδικού χαρακτήρα. Υπάρχει μεγάλη ατομική μεταβλητότητα όσον αφορά στη συχνότητα και στην ένταση των συμπτωμάτων, με τα μικρά παιδιά και τους ηλικιωμένους να επηρεάζονται περισσότερο. Έχουν αναφερθεί οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη διμενυδρινάτη:

Διαταραχές του Ανοσοποιητικού Συστήματος Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (π.χ. δερματικές αντιδράσεις)

Διαταραχές του Νευρικού συστήματος:

Υπνηλία, καταστολή, κεφαλαλγία, εμβοές, τρόμος, σπασμοί, πρόβλημα ισορροπίας, ίλιγγος, ζαλάδα, διαταραχές προσαρμοστικότητας, αδυναμία στα χέρια, θόλωση, μείωση της συγκέντρωσης και της μνήμης, κυρίως στους ηλικιωμένους σύγχυση, παραισθήσεις, συμπτώματα διέγερσης, νευρικότητας, αϋπνίας, παράδοξης ευερεθιστότητας (ιδιαίτερα σε παιδιά), εξωπυραμιδικά συμπτώματα στα παιδιά, ανησυχία.

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος:

Λευκοπενία, ουδετεροπενία, θρομβοκυτοπενία αιμολυτική αναιμία, απλαστική αναιμία, αναστρέψιμη ακοκκιοκυτταραιμία, πανκυτταροπενία Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού:

Εφίδρωση, Εξάνθημα, Φωτοευαισθησία, ερύθημα, έκζεμα, κνησμός, δερματίτιδα, πορφύρα, κνίδωση, οίδημα, πιο σπάνια οίδημα Quincke, αναφυλακτικό σοκ.

Οφθαλμικές διαταραχές:

Όραση θαμπή, διπλωπία, μυδρίαση, γλαύκωμα ή επιδείνωση υπάρχοντος γλαυκώματος κλειστής γωνίας.

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης:

Οξέα επεισόδια πορφυρίας Καρδιακές διαταραχές:

Ορισμένες φορές και, συνήθως, σε περίπτωση υπερδοσολογίας, ενδέχεται να παρουσιαστεί ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών, και άλλες αρρυθμίες, έκτακτες συστολές ή καρδιακός αποκλεισμός.

Αυτές οι επιδράσεις μπορεί να οφείλονται στην αντιχολινεργική δράση της διμενυδρινάτης.

Αγγειακές διαταραχές:

Έχουν περιγραφεί περιστασιακά υπόταση ή υπέρταση.

Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου:

Ρινική συμφόρηση.

Μπορεί να προκύψει περιστασιακά αύξηση του ιξώδους των βρογχικών εκκρίσεων, οι οποίες ενδέχεται να εμποδίζουν την αναπνοή.

Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος:

Ξηροστομία, Επιγάστριο άλγος, Δυσπεψία, Ναυτία, Διάρροια.

Έμετος, δυσκοιλιότητα, ανορεξία.

Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών:

Επίσχεση ούρων, Δυσουρικά ενοχλήματα.

Μπορεί να εμφανιστεί σεξουαλική ανικανότητα λόγω χολινεργικού αποκλεισμού.

Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού:

Καταστολή της γαλουχίας Η χρόνια χορήγηση μεγάλων δόσεων πυριδοξίνης έχει συσχετισθεί με νευρολογικές επιπτώσεις.

Έχουν περιγραφεί διάφορες ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τέτοιου είδους χορήγηση:

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος:

Θρομβοπενική πορφύρα.

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος:

Υπερευαισθησία.

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης:

Έλλειψη φυλλικού οξέος.

Διαταραχές του νευρικού συστήματος:

Κεφαλαλγία, παραισθησία, υπνηλία, αϋπνία και αλλοίωσης μνήμης.

Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου:

Δύσπνοια και άπνοια.

Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος:

Ναυτία.

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού:

Αντίδραση φωτοευαισθησίας, κνησμός.

Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού:

Καταστολή της γαλουχίας, πόνος και διόγκωση του μαστού.

Παρακλινικές εξετάσεις:

Αυξημένες τιμές ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης.

Το νικοτινικό οξύ μπορεί να προκαλέσει έξαψη, κνησμό, ζάλη, πονοκέφαλο, ναυτία, έμετο και σπάνια διαταραγμένη λειτουργία του ήπατος. Η συχνότητα των αναφορών αυτών δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, 15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: 213 2040380/337, Φαξ: 210 6549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.

4.9. Υπερδοσολογία

Φαρμακευτικές δηλητηριάσεις με Vertigo-Vomex δεν έχουν αναφερθεί. Αν όμως ληφθεί ακούσια υπερβολική δόση του φαρμάκου, η θεραπεία είναι συμπτωματική.

Συμπτώματα Τα συμπτώματα της υπερδοσολογίας με διμενυδρινάτη είναι παρόμοια με την υπερδοσολογία της ατροπίνης και περιλαμβάνουν υπνηλία, ζάλη και αταξία με αντιχολινεργικές επιδράσεις, όπως ξηροστομία, νευρικότητα, σύγχυση, παραισθήσεις, έλλειψη συγχρονισμού, σπασμοί, διαστολή της κόρης του ματιού, ερύθημα προσώπου, υπερθερμία, ταχυκαρδία, πυρεξία, κεφαλαλγία και κατακράτηση ούρων. Μπορεί να παρουσιαστούν ψευδαισθήσεις, διέγερση, αναπνευστική καταστολή, υπέρταση, τρόμος, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις μαζικής υπερδοσολογίας.

Στο τελικό στάδιο παρουσιάζεται κώμα και καρδιοαναπνευστική κατέρρειψη, και τελικώς θάνατος.

Τα συμπτώματα εμφανίζονται σε 2 ώρες από την κατάποση και ο θάνατος μπορεί να επέλθει εντός 18 ωρών.

Στους ενήλικες, μια δόση διμενυδρινάτης 500 mg ή μεγαλύτερη μπορεί να προκαλέσει δυσκολία στην ομιλία και στην κατάποση και ψύχωση, η οποία διακρίνεται από εκείνη που παράγεται από τη δηλητηρίαση με ατροπίνη. Η διέγερση του ΚΝΣ προηγείται της καταστολής, η οποία οδηγεί σε έναν κύκλο διέγερσης του ΚΝΣ, σε επιληψία και επακόλουθη κατάθλιψη.

Η χορήγηση για μεγάλο χρονικό διάστημα υπερβολικών δόσεων πυριδοξίνης έχει συσχετιστεί με την ανάπτυξη σοβαρών περιφερικών νευροπαθειών, όπως αισθητικές νευροπάθειες και νευροπαθητικά σύνδρομα. Η αισθητική νευροπάθεια μπορεί να περιλαμβάνει μούδιασμα και μείωσης της

ιδιοδεκτικότητας. Μετά τη διακοπή της θεραπείας με πυριδοξίνη, η νευρολογική λειτουργία μπορεί να βελτιωθεί σταδιακά. Η αποκατάσταση της αισθητικότητας μπορεί να απαιτήσει χρονικό διάστημα έως και έξι μηνών.

Έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις εξάρτησης και απόσυρσης μετά από τη διακοπή της λήψης πυριδοξίνης σε δόση 200 mg την ημέρα για 30 ημέρες περίπου.

Η χορήγηση πυριδοξίνης σε μερικά παιδιά με επιληπτικές κρίσεις εξαρτώμενες από την πυριδοξίνη, προκάλεσε βαθιά καταστολή, υποτονία και αναπνευστική δυσχέρεια, η οποία κάποιες φορές έχρηζε οξυγόνωσης.

Υψηλές δόσεις νικοτινικού οξέος μπορεί να προκαλέσουν υπέρχρωση, κοιλιακές κράμπες, διάρροια, ναυτία και έμετο, ανορεξία, ενεργοποίηση πεπτικού έλκους, ίκτερο, προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία, μείωση της ανοχής γλυκόζης, υπεργλυκαιμία και υπερουριχαιμία. Οι τοξικές επιδράσεις θα πρέπει κανονικά να υποχωρήσουν χωρίς θεραπεία.

Αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας Για τη θεραπεία της αναπνευστικής ανεπάρκειας ή της κυκλοφορικής ανεπάρκειας πρέπει να εφαρμοστούν γενικά υποστηρικτικά µέτρα. Συνιστάται η πλύση στομάχου με ισοτονικό διάλυμα χλωριούχου νατρίου. Η θερμοκρασία του σώματος θα πρέπει να παρακολουθείται στενά, δεδομένου ότι μπορεί να προκύψει πυρεξία ως συνέπεια της τοξίκωσης από το αντιισταμινικό, ιδιαίτερα σε παιδιά.

Συμπτώματα όπως σύσπαση μυών μπορούν να ελεγχθούν με προσεκτική χορήγηση ενός βαρβιτουρικού βραχείας δράσης. Σε περιπτώσεις που σημειωθούν κεντρικές αντιχολινεργικές επιδράσεις, πρέπει να χορηγηθεί φυσοστιγμίνη (μετά από τεστ φυσοστιγμίνης) αργά ενδοφλεβίως (ή, εάν είναι απαραίτητο, ενδομυϊκώς) σε δοσολογία 0,03 mg/kg βάρους σώματος (έως μέγιστη δοσολογία για τους ενήλικες 2 mg, και για τα παιδιά έως 0,5 mg).

Η διμενυδρινάτη είναι δυνατόν να απομακρυνθεί με αιμοκάθαρση, ωστόσο, η αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας με το μέτρο αυτό δεν θεωρείται ικανοποιητική. Επαρκής αποβολή μπορεί να επιτευχθεί μέσω αιμοδιήθησης με χρήση ενεργού άνθρακα.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιισταμινικά για συστηματική χρήση, Αμινοαλκυλαιθέρες, Diphenhydramine, συνδυασμοί Κωδικός ATC : R06AA52 Η διμενυδρινάτη είναι το 8-χλωροθεοφυλλινικό άλας της διφαινυδραμίνης, δηλαδή μία αιθανολαμίνη με αντιισταμινικές ιδιότητες. Εμφανίζει αντιστρεπτό συναγωνιστικό ανταγωνισμό με την ισταμίνη, για την κατάληψη των υποδοχέων H στους λείους μυς, στο γαστρεντερικό σωλήνα και στο 1, αναπνευστικό σύστημα. Διαθέτει αντιχολινεργικές (αντιμουσκαρινικές) ιδιότητες, ασκώντας παρασυμπαθολυτικές και κεντρικά-κατασταλτικές επιδράσεις. Επηρεάζει τη ζώνη ενεργοποίησης του χημειο-υποδοχέα στην περιοχή της 4ης κοιλίας κι έτσι δρα κυρίως επί του κεντρικού αιθουσαίου συστήματος. Έτσι εξηγείται η αντιεμετική δράση του φαρμάκου σε περιπτώσεις λαβυρινθικού ερεθισμού (ναυτία, ίλιγγοι), καθώς και η κεντρική καταστολή που προκαλεί. Επίσης λόγω της αδρενολυτικής περιφερικής δράσης του, μπορεί να προκαλέσει ορθοστατική υπόταση.

Έχει παρατηρηθεί μετά από αρκετές ημέρες θεραπείας μια μείωση της κατασταλτικής επίδρασης του ΚΝΣ, και μετά από παρατεταμένη χρήση, μείωση της αντιεμετικής δράσης.

Το νικοτινικό οξύ διαθέτει, εκτός από τις γνωστές ιδιότητές του ως βιταμίνη (νικοτιναμίδιο), σημαντική περιφερική αγγειοδραστική ισχύ, αποτέλεσμα της οποίας είναι κυρίως η αγγειοδιαστολή.

Με το νικοτινικό οξύ επιτυγχάνεται βελτίωση της αιματώσεως κυρίως στις αρτηρίες του δέρματος, του κρανίου και του άνω ημίσεως του σώματος. Για το λόγο αυτό χρησιμοποιείται στη θεραπευτική αντιμετώπιση πολλών περιφερικών και κεντρικών διαταραχών της αιματώσεως.

Στο μηχανισμό δράσης του νικοτινικού οξέος, εκτός από την αγγειοδιαστολή, συμμετέχει και η ικανότητά του να οδηγεί σε καταστολή των κεντρικής αιτιολογίας συμπτωμάτων του ιλίγγου, μέσω της συμμετοχής του στο μεταβολισμό του νευρικού παρεγχύματος.

Η πυριδοξίνη είναι μια υδατοδιαλυτή βιταμίνη του συμπλέγματος Β. Η πυριδοξίνη, η πυριδοξάλη και η πυριδοξαμίνη είναι φυσικές ενώσεις με βιολογικές ιδιότητες που μαζί αποτελούν το σύμπλεγμα βιταμίνης Β6. Στο ήπαρ, αυτές οι ενώσεις μετατρέπονται κυρίως σε φωσφορική πυριδοξάλη, τη δραστική μορφή της βιταμίνης, που ενεργεί ως ένα συνένζυμο απαραίτητο για το μεταβολισμό των αμινοξέων, υδατανθράκων και λιπιδίων. Επίσης φαίνεται να είναι ένας ρυθμιστής των δράσεων των στεροειδών ορμονών και είναι σημαντικό για τη βιοσύνθεση της ομάδας της αίμης και των νουκλεϊκών οξέων.

Η υδροχλωρική πυριδοξίνη παίζει σημαντικό ρόλο στον εγκεφαλικό μεταβολισμό, και ιδιαίτερα στην σύνθεση μεγαλομορίων, τα οποία είναι αναγκαία για την φυσιολογική λειτουργία των GABA- ενεργικών κυρίως συνάψεων. Το ίδιο το GABA (γ-αμινοβουτυρικό οξύ) εξασκεί επίσης κάποια μικρή επίδραση επί του κέντρου του ιλίγγου και της ναυτίας.

Με το συνδυασμό της διμενυδρινάτης, του νικοτινικού οξέος και της υδροχλωρικής πυριδοξίνης, φαίνεται ότι επιτυγχάνεται καλύτερο φαρμακολογικό αποτέλεσμα, όσον αφορά στην δράση της διμενυδρινάτης. Πιθανώς αυτό επιτελείται μέσω συγκεκριμένων μεταβολικών επιδράσεων στην κυτταρική μεμβράνη.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση και Κατανομή Η διμενυδρινάτη απελευθερώνει γρήγορα το μόριο της διφαινυδραμίνης μετά από χορήγηση από το στόμα. Η διφαινυδραμίνη απορροφάται ταχέως και πολύ καλά από το γαστρεντερικό σωλήνα (50- 80%). Η μέγιστη τιμή στο πλάσμα (Cmax) εμφανίζεται μεταξύ 2 και 3 ωρών. Ο χρόνος ημίσειας ζωής είναι 4 ώρες. Η δράση εμφανίζεται περίπου μετά από 30 λεπτά και διαρκεί περίπου 6 ώρες.

Συνδέεται µε τις πρωτεΐνες του πλάσµατος σε ποσοστό 91%. Κατανέμεται καλώς σε όλους τους ιστούς, συμπεριλαμβανομένου του πλακούντα και του κεντρικού νευρικού συστήματος. Μικρή ποσότητα απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.

Βιομετασχηματισμός Η διφαινυδραμίνη μεταβολίζεται εκτενώς από το ήπαρ. Η κύρια οδός μεταβολισμού της διφαινυδραμίνης είναι η διαδοχική N-αποµεθυλίωση της τριτοταγούς αμίνης. Μελέτες σε ηπατικά μικροσώματα ανθρώπου in vitro υποδεικνύουν τη συμμετοχή διαφόρων CYP-ενζύμων, συμπεριλαμβανομένου του CYP2D6.

Αποβολή Η κύρια οδός αποβολής της διφαινυδραμίνης είναι μέσω των ούρων, κυρίως με τη μορφή μεταβολιτών, με κυρίαρχο μεταβολίτη το διμεθυλ-μεθοξυ οξικό οξύ (40-60%).

Απορρόφηση και Κατανομή Το νικοτινικό οξύ και το νικοτιναμίδιο απορροφώνται άμεσα από τη γαστρεντερική οδό μετά από του στόματος χορήγηση και κατανέμονται ευρέως στους ιστούς του σώματος. Το νικοτινικό οξύ απεκκρίνεται και στο μητρικό γάλα.

Βιομετασχηματισμός και Αποβολή Η κύρια οδός μεταβολισμού είναι η μετατροπή του σε Ν-μεθυλνικοτιναμίδιο και στα παράγωγα 2- πυριδόνη και 4-πυριδόνη. Σχηματίζεται επίσης νικοτινουρικό οξύ. Μικρές ποσότητες νικοτινικού

οξέος και νικοτιναμιδίου απεκκρίνονται αμετάβλητες στα ούρα μετά από χορήγηση θεραπευτικών δόσεων. Οι ποσότητες αυτές αυξάνονται μετά τη χορήγηση μεγαλύτερων δόσεων.

Απορρόφηση και Κατανομή Η πυριδοξίνη, η πυριδοξάλη και η πυριδοξαμίνη απορροφώνται άμεσα από τη γαστρεντερική οδό, κυρίως στη νήστιδα, μετά από του στόματος χορήγηση. Η απορρόφηση μειώνεται σε ασθενείς με σύνδρομο δυσαπορρόφησης ή γαστρική εκτομή. Μετατρέπονται κυρίως στο ήπαρ μέσω ενός μηχανισμού φωσφορυλίωσης στις δραστικές μορφές φωσφορικής πυριδοξάλης και φωσφορικής πυριδοξαμίνης. Ο κύριος ενεργός μεταβολίτης της, η 5-φωσφορική πυριδοξάλη, απελευθερώνεται στην κυκλοφορία και δεσμεύεται σταθερά στις πρωτεΐνες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της πυριδοξίνης εκτιμάται ότι κυμαίνεται από 20 έως 46 ώρες. Η πυριδοξάλη διαπερνά τον πλακούντα και απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.

Βιομετασχηματισμός και Αποβολή Αποθηκεύονται κυρίως στο ήπαρ όπου γίνεται οξείδωση σε 4-πυριδοξικό οξύ και άλλους αδρανείς μεταβολίτες οι οποίοι αππεκρίνονται στα ούρα. Μετά τη χορήγηση μεγαλύτερων δόσεων, αναλογικά μεγαλύτερες ποσότητες απεκκρίνονται αμετάβλητες στα ούρα. Στην κίρρωση του ήπατος είναι δυνατόν να αυξηθεί η ταχύτητα μεταβολισμού της πυριδοξίνης.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Ορισμένα μη κλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις συμβατικές μελέτες τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων (με συνδυασμό διμενυδρινάτης- κινναριζίνης), γονιμότητας κι εμβρυικής ανάπτυξης (με διμενυδρινάτη). Το γονοτοξικό και καρκινογόνο δυναμικό της διμενυδρινάτης δεν έχει πλήρως αξιολογηθεί.

Οι μελέτες που έγιναν για να διευκρινισθεί η οξεία τοξικότητα της διμενυδρινάτης δείχνουν ότι η oυσία αυτή διαθέτει έναν ευρύτατο θεραπευτικό δείκτη (LD 50 σε επίμυες: 1320 mg/kg βάρους, LD 50 σε ποντίκια (i.p.): 149 mg/kg βάρους, LD 50 σε ποντίκια (per os): 203 mg/kg βάρους). Οι μελέτες υποξείας τοξικότητας δεν δείχνουν καμία αξιόλογη τοξική δράση για τη διμενυδρινάτη.

Παρόλο που δεν υπάρχουν επαρκή διαθέσιμα ειδικά προκλινικά δεδομένα ασφάλειας για τη διμενυδρινάτη, δεδομένης της ευρείας κλινικής χρήσης αυτής της δραστικής ουσίας, δεν αναμένονται προβλήματα ασφάλειας με τη συνιστώμενη δοσολογία.

Σε μελέτες που έγιναν για να διαπιστωθεί η τοξικότητα του νικοτινικού οξέος, διαπιστώθηκε ότι το νικοτινικό οξύ δεν είναι γενικώς τοξικό. Στις μελέτες αυτές δεν παρατηρήθηκε κάποια βλαβερή επίδραση στην υγεία των πειραματόζωων.

Έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις αταξίας και νευροτοξικότητας σε σκύλους και αρουραίους μετά από επανειλημμένη χορήγηση μεγάλων ποσοτήτων πυριδοξίνης.

Η βιταμίνη Β6 και τα παράγωγά της (πυριδοξόλη, πυριδοξάλη και πυριδοξαμίνη) δεν θεωρούνται ωστόσο τοξικά.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Neutral pellets (sucrose, maize starch), polyvidone, shellac, talc, indigotine E 132, quinoline yellow E 104, erythrosine E 127, titanium dioxide E 171, gelatin.

Soya lecithin, hard fat as novata

6.2 Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3 Διάρκεια ζωής

3 χρόνια

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 25οC.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Koυτί που περιέχει 2 κυψέλες (blisters) με 10 καψάκια η καθεμία (ΒΤx20).

Υπόθετα :

Kουτί που περιέχει 2 πλαστικές θήκες με 5 υπόθετα η καθεμία (ΒΤx10).

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Καμία ειδική υποχρέωση.

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

GALENICA A.E.

Ελευθερίας 4, 145 64 Κηφισιά Τηλ.: 210 5281700 Fax: 210 5245939

8. ΑΡΙΘΜΟΙ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης, σκληρά: 42779/07/23-4-2008 Υπόθετα: 42781/07/23-4-2008

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 11 Μαρτίου 1992 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 23 Απριλίου 2008

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:1035701_SPC_1035701_2.pdf