Clinio Logo
Clinio
WILFACTIN › ΠΧΠ

WILFACTIN — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία 2 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

WILFACTIN 500 IU κόνις και διαλύτης για ενέσιμο διάλυμα WILFACTIN 1000 IU κόνις και διαλύτης για ενέσιμο διάλυμα WILFACTIN 2000 IU κόνις και διαλύτης για ενέσιμο διάλυμα

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Το WILFACTIN παρουσιάζεται ως κόνις και διαλύτης για ενέσιμο διάλυμα που περιέχει ονομαστικά 500 IU, 1000 IU ή 2000 IU ανθρώπινου παράγοντα von Willebrand (VWF) ανά φιαλίδιο.

Μετά την ανασύσταση με 5 mL (500 IU), 10 mL (1000 IU) ή 20 mL (2000 IU) ενέσιμου ύδατος, το προϊόν περιέχει περίπου 100 IU/mL ανθρώπινου παράγοντα von Willebrand.

Πριν από την προσθήκη λευκωματίνης, η ειδική δραστικότητα του WILFACTIN είναι μεγαλύτερη από ή ίση με 60 IU VWF:RCo/mg πρωτεΐνης.

H ισχύς του VWF (IU) προσδιορίζεται σύμφωνα με τη δραστικότητα του συμπαράγοντα της ριστοσετίνης (VWF:RCo) σε σύγκριση με το Διεθνές Πρότυπο για το συμπύκνωμα του παράγοντα von Willebrand (WHO).

Η ποσότητα του ανθρώπινου παράγοντα VIII (FVIII) στο WILFACTIN είναι ≤10 IU/100 IU VWF:RCo.

Η ισχύς του FVIII (IU) προσδιορίζεται με τη χρωμογόνο μέθοδο της Ευρωπαϊκής Φαρμακοποιίας.

Έκδοχο με γνωστή δράση Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει νάτριο:

- Ένα φιαλίδιο των 5 mL (500 IU) περιέχει 0,15 mmol (3,4 mg) νατρίου.

- Ένα φιαλίδιο των 10 mL (1000 IU) περιέχει 0,3 mmol (6,9 mg) νατρίου.

- Ένα φιαλίδιο των 20 mL (2000 IU) περιέχει 0,6 mmol (13,8 mg) νατρίου.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Κόνις και διαλύτης για ενέσιμο διάλυμα.

Kόνις: Λευκή ή ωχροκίτρινη κόνις ή εύθρυπτο στερεό.

Διαλύτης: Διαυγής και άχρωμος.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Το WILFACTIN ενδείκνυται για την πρόληψη και θεραπεία αιμορραγικών επεισοδίων ή αιμορραγιών, μετά από χειρουργική επέμβαση, σε ασθενείς με νόσο von Willebrand (VWD) όταν η αγωγή μόνο με δεσμοπρεσσίνη (DDAVP) δεν είναι αποτελεσματική ή αντενδείκνυται.

Το WILFACTIN μπορεί να χρησιμοποιηθεί για όλες τις ηλιακές ομάδες.

Το WILFACTIN δεν πρέπει να χρησιμοποιείται στη θεραπεία της Αιμορροφιλίας Α.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Η θεραπεία της νόσου von Willebrand πρέπει να γίνεται υπό την επίβλεψη ιατρού με εμπειρία στη θεραπεία διαταραχών της αιμόστασης.

Δοσολογία Γενικά, 1 IU/kg παράγοντα von Willebrand αυξάνει το επίπεδο του VWF:RCo στο πλάσμα κατά 0,02 IU/mL (2%).

Πρέπει να επιτευχθούν επίπεδα VWF:RCo > 0,6 IU/mL (60%) και FVIII:C > 0,4 ΙU/mL (40%).

Aιμόσταση δεν μπορεί να εξασφαλισθεί μέχρις ότου η δραστικότητα του παράγοντα πήξεως VIII (FVIII:C) φτάσει στα 0,4 ΙU/mL (40%). Μία ένεση του παράγοντα von Willebrand από μόνη της, δεν προκαλεί μέγιστη αύξηση του FVIII:C για τουλάχιστον 6-12 ώρες. Δεν μπορεί να αποκαταστήσει άμεσα το επίπεδο FVIII:C. Έτσι, εάν το αρχικό επίπεδο FVIII:C στο πλάσμα του ασθενή είναι κάτω από αυτό το κρίσιμο σημείο, σε όλες τις περιπτώσεις που πρέπει να επιτευχθεί ταχεία αποκατάσταση της αιμόστασης, όπως αντιμετώπιση της αιμορραγίας, σοβαρό τραύμα ή επείγουσα εγχείρηση, είναι απαραίτητη η χορήγηση ενός προϊόντος που περιέχει παράγοντα VIII με την πρώτη ένεση παράγοντα von Willebrand, ώστε να επιτευχθεί αιμοστατικό επίπεδο FVIII:C στο πλάσμα.

Ωστόσο, εάν δεν απαιτείται άμεση αύξηση του FVIII:C, για παράδειγμα σε προγραμματισμένη χειρουργική επέμβαση, ή εάν το αρχικό επίπεδο FVIII:C επαρκεί για να επιτευχθεί αιμόσταση, ο ιατρός μπορεί να αποφασίσει να παραλείψει τη συγχορήγηση FVIII με την πρώτη ένεση του VWF.

• Έναρξη της θεραπείας:

Η πρώτη δόση του WILFACTIN είναι 40 έως 80 IU/kg για τη θεραπεία αιμορραγίας ή τραύματος, σε συνδυασμό με την απαιτούμενη ποσότητα προϊόντος που περιέχει παράγοντα VIII, που υπολογίζεται σύμφωνα με το αρχικό επίπεδο FVIII:C στο πλάσμα του ασθενή, ώστε να επιτευχθεί το κατάλληλο επίπεδο FVIII:C στο πλάσμα, αμέσως πριν την επέμβαση ή όσο το δυνατόν ταχύτερα μετά την έναρξη αιμορραγικού επεισοδίου ή σοβαρού τραύματος. Σε περίπτωση χειρουργικής επέμβασης, πρέπει να χορηγείται 1 ώρα πριν από την επέμβαση.

Μπορεί να απαιτηθεί αρχική δόση 80 IU/kg WILFACTIN, ιδιαίτερα σε ασθενείς με νόσο von Willebrand τύπου 3, όπου η διατήρηση επαρκών επιπέδων μπορεί να απαιτήσει μεγαλύτερες δόσεις από αυτές για άλλους τύπους νόσου von Willebrand.

Για προγραμματισμένη χειρουργική επέμβαση, η θεραπεία με WILFACTIN πρέπει να αρχίζει 12-24 ώρες πριν την χειρουργική επέμβαση και πρέπει να επαναλαμβάνεται 1 ώρα πριν τη διαδικασία. Σε αυτή την περίπτωση, δεν απαιτείται συγχορήγηση προϊόντος που περιέχει παράγοντα VIII, καθώς ο ενδογενής FVIII:C έχει συνήθως φθάσει το κρίσιμο επίπεδο των 0,4 IU/mL (40%) πριν την εγχείρηση. Ωστόσο, αυτό πρέπει να επιβεβαιώνεται σε κάθε ασθενή.

• Επόμενες ενέσεις:

Εάν χρειασθεί, η θεραπεία πρέπει να συνεχισθεί με μία κατάλληλη δόση WILFACTIN, 40 - 80 IU/kg την ημέρα, σε 1 ή 2 ενέσεις την ημέρα, για μία ως περισσότερες ημέρες.

Η δόση και η διάρκεια της θεραπείας εξαρτώνται από την κλινική κατάσταση του ασθενή, τον τύπο και τη βαρύτητα της αιμορραγίας και τα επίπεδα των δύο VWF:RCo και FVIII:C.

• Μακροχρόνια προφύλαξη:

Το WILFACTIN μπορεί να χορηγηθεί ως μακροχρόνια προφύλαξη, σε δοσολογία μεμονωμένα καθορισμένη για κάθε ασθενή. Δόσεις WILFACTIN ανάμεσα σε 40 και 60 IU/kg, χορηγούμενες 2 έως 3 φορές την εβδομάδα, μειώνουν τον αριθμό των αιμορραγικών επεισοδίων.

• Θεραπεία εκτός νοσοκομείου:

Η θεραπεία στο σπίτι μπορεί να ξεκινήσει με την έγκριση του γιατρού, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις μικρής ή μέτριας αιμορραγίας ή κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας προφύλαξης για την πρόληψη της αιμορραγίας. Ο γιατρός θα πρέπει να διασφαλίζει ότι παρέχεται η κατάλληλη εκπαίδευση και ότι η θεραπεία επανεξετάζεται σε προκαθορισμένα διαστήματα.

• Παιδιατρικός πληθυσμός:

Για κάθε ένδειξη, η δοσολογία βασίζεται στο σωματικό βάρος. Η δόση και η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να προσαρμόζονται στην κλινική κατάσταση του ασθενούς και στα επίπεδα VWF:RCo και FVIII:C στο πλάσμα.

Έναρξη της θεραπείας

• Για παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών, η αρχική δόση μπορεί να καθοδηγείται από τη σταδιακή αποκατάσταση (IR) του ασθενούς ή, εάν δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα IR, μπορεί να απαιτείται αρχική δόση μεταξύ 60 και 100 IU/kg με στόχο την αύξηση των επιπέδων VWF:RCo των ασθενών σε 100 IU/dL.

• Για παιδιά ηλικίας άνω των 6 ετών και εφήβους, η δοσολογία είναι η ίδια με τους ενήλικους ασθενείς.

• Επόμενες ενέσεις:

Για τα παιδιά και τους εφήβους, οι επόμενες δόσεις θα πρέπει να εξατομικεύονται ανάλογα με την κλινική κατάσταση και τα επίπεδα vWF:RCo και να προσαρμόζονται ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση.

Για εκλεκτική χειρουργική επέμβαση:

• Σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών, μετά από μια πρώτη δόση που χορηγήθηκε 12 έως 24 ώρες πριν από την επέμβαση, η επαναληπτική δόση μπορεί να χορηγηθεί 30 λεπτά πριν από την επέμβαση.

• Για παιδιά ηλικίας άνω των 6 ετών και εφήβους, η δοσολογία είναι η ίδια με τους ενήλικους ασθενείς.

• Προφύλαξη:

Για τα παιδιά και τους εφήβους, η δόση και η συχνότητα επαναχορήγησης θα πρέπει να εξατομικεύονται ανάλογα με τη σταδιακή αποκατάσταση του ασθενούς και τα επίπεδα vWF:RCo και να προσαρμόζονται ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση.

Τρόπος χορήγησης Διαλύστε το παρασκεύασμα όπως περιγράφεται στην παράγραφο 6.6.

Το WILFACTIN θα πρέπει να χορηγείται δια της ενδοφλέβιας οδού, με μέγιστο ρυθμό 4 mL/λεπτό.

4.3 Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Σε ασθενείς με ενεργό αιμορραγία συνιστάται η συγχορήγηση προϊόντος που περιέχει FVIII με το προϊόν που περιέχει παράγοντα von Willebrand με χαμηλό επίπεδο FVIII σε ξεχωριστή σύριγγα ως θεραπεία πρώτης γραμμής.

Υπερευαισθησία Όπως σε οποιαδήποτε ενδοφλέβια χορήγηση πρωτεΐνης που προέρχεται από πλάσμα, είναι πιθανή η εμφάνιση αντιδράσεων υπερευαισθησίας αλλεργικού τύπου. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά και να παρατηρούνται προσεκτικά για οποιοδήποτε σύμπτωμα σε όλη τη διάρκεια της ένεσης. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τα πρώιμα συμπτώματα των αντιδράσεων υπερευαισθησίας που περιλαμβάνουν εξανθήματα, γενικευμένη κνίδωση, σφίξιμο στο στήθος, συριγμό, υπόταση και αναφυλαξία. Εάν αυτά τα συμπτώματα εμφανιστούν, η χορήγηση πρέπει να διακοπεί αμέσως. Σε περίπτωση αναφυλακτικής καταπληξίας (shock), πρέπει να εφαρμοσθεί η καθιερωμένη ιατρική θεραπεία.

Μεταδιδόμενοι παράγοντες Στα καθιερωμένα μέτρα για την πρόληψη λοιμώξεων, οι οποίες προκύπτουν από τη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που έχουν παρασκευασθεί με βάση το ανθρώπινο αίμα ή πλάσμα περιλαμβάνονται η επιλογή δοτών, ο έλεγχος των ατομικών προσφορών και των δεξαμενών πλάσματος για ειδικούς δείκτες λοίμωξης και η εφαρμογή αποτελεσματικών σταδίων αδρανοποίησης/απομάκρυνσης ιών κατά την παραγωγική διαδικασία.

Παρόλα αυτά, όταν χορηγούνται φαρμακευτικά προϊόντα που έχουν παρασκευασθεί από ανθρώπινο αίμα ή πλάσμα, η πιθανότητα μετάδοσης λοιμογόνων παραγόντων δεν μπορεί να αποκλεισθεί εντελώς. Το ίδιο επίσης ισχύει και για αγνώστους ή νεοεμφανιζόμενους ιούς και άλλους παθογόνους παράγοντες.

Τα μέτρα που λαμβάνονται θεωρούνται αποτελεσματικά για τους ελυτροφόρους ιούς όπως για τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV), τον ιό της ηπατίτιδας Β (HBV) και τον ιό της ηπατίτιδας C (HCV). Tα μέτρα που λαμβάνονται μπορεί να έχουν περιορισμένη αξία έναντι των μη ελυτροφόρων ιών όπως του ιού της ηπατίτιδας Α και του παρβοϊού Β19. Λοίμωξη με παρβοϊό Β19 μπορεί να αποδειχθεί σοβαρή σε έγκυες γυναίκες (λοίμωξη του εμβρύου) και σε ανοσοκατασταλμένα άτομα ή σε άτομα με αυξημένη παραγωγή ερυθροκυττάρων (π.χ. αιμολυτική αναιμία).

Κατάλληλοι εμβολιασμοί (ηπατίτιδας Α και Β) πρέπει να διενεργούνται στους ασθενείς που λαμβάνουν τακτικά παράγοντα von Willebrand προερχόμενο από ανθρώπινο πλάσμα.

Συνιστάται κάθε φορά που το WILFACTIN χορηγείται σε έναν ασθενή, να καταγράφεται το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του προϊόντος έτσι ώστε να μπορεί να υπάρχει συσχετισμός ανάμεσα στον ασθενή και την παρτίδα του προϊόντος.

Θρομβοεμβολή

Το WILFACTIN είναι ένα προϊόν παράγοντα von Willebrand με χαμηλή περιεκτικότητα σε FVIII. Ωστόσο, υπάρχει κίνδυνος εμφάνισης θρομβοεμβολικών επεισοδίων, ειδικά σε ασθενείς με γνωστούς κλινικούς ή εργαστηριακούς παράγοντες κινδύνου. Συνεπώς, ασθενείς σε κίνδυνο πρέπει να παρακολουθούνται για την εμφάνιση πρώιμων συμπτωμάτων θρόμβωσης. Προφύλαξη έναντι φλεβοθρομβοεμβολικού επεισοδίου πρέπει να εφαρμόζεται, σύμφωνα με τις ισχύουσες συστάσεις.

Όταν χρησιμοποιείται το WILFACTIN, ο θεράπων γιατρός πρέπει να γνωρίζει ότι η συνεχιζόμενη θεραπεία μπορεί να προκαλέσει υπερβολική αύξηση του FVIII:C.

Συνεπώς, σε ασθενείς όπου απαιτείται συχνή δοσολογία του WILFACTIN, ειδικά σε περίπτωση συνδυασμού με προϊόν παράγοντα VIII, πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα του FVIII:C στο πλάσμα για να αποφευχθούν τα παρατεταμένα υψηλά επίπεδα του FVIII:C στο πλάσμα, που μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο θρομβοεμβολικών επεισοδίων.

Ανοσογονικότητα Ασθενείς με νόσο von Willebrand, ειδικά τύπου 3, μπορεί να αναπτύξουν εξουδετερωτικά αντισώματα (αναστολείς) έναντι του παράγοντα von Willebrand. Εάν δεν επιτευχθούν τα αναμενόμενα επίπεδα δραστικότητας του VWF:RCo στο πλάσμα ή εάν η αιμορραγία δεν ελέγχεται μετά από κατάλληλη δόση, θα πρέπει να πραγματοποιηθεί κατάλληλη δοκιμασία για να προσδιοριστεί πιθανή παρουσία αναστολέα έναντι του παράγοντα von Willebrand. Σε ασθενείς με υψηλά επίπεδα αναστολέα, η θεραπεία με παράγοντα von Willebrand μπορεί να μην είναι αποτελεσματική και θα πρέπει να εξεταστούν άλλες θεραπευτικές επιλογές.

Πληροφορίες που αφορούν στα έκδοχα (περιεχόμενο σε νάτριο)

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει νάτριο.

Σε ασθενείς σε δίαιτα ελεγχόμενη σε νάτριο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η χορήγηση περισσοτέρων από 3300 IU (περισσότερο από 1 mmol νατρίου), (βλ. παράγραφο 2 για ποσότητα ανά φιαλίδιο).

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές

αλληλεπίδρασης Δεν είναι γνωστή η ύπαρξη αλληλεπιδράσεων των προϊόντων που περιέχουν παράγοντα von Willebrand με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Οι μελέτες σε ζώα είναι ανεπαρκείς για να αξιολογήσουν την ασφάλειά του WILFACTIN όσον αφορά τη γονιμότητα, την αναπαραγωγή, την κύηση, την ανάπτυξη του εμβρύου ή του κυήματος ή την περι- και μεταγεννητική ανάπτυξη.

Η ασφάλεια του WILFACTIN κατά τη διάρκεια της κύησης και της γαλουχίας δεν έχει ερευνηθεί σε κλινικές μελέτες.

Το WILFACTIN πρέπει να χορηγείται σε έγκυες και θηλάζουσες γυναίκες με ανεπάρκεια του παράγοντα von Willebrand μόνο εφόσον είναι εντελώς απαραίτητο.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Δεν έχουν παρατηρηθεί επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας Κατά την διάρκεια της θεραπείας με WILFACTIN, μπορεί να εμφανιστούν οι παρακάτω ανεπιθύμητες ενέργειες:

Αλλεργικές αντιδράσεις και αναφυλακτικές αντιδράσεις (συμπεριλαμβανομένης της καταπληξίας σε σπάνιες περιπτώσεις), θρομβοεμβολικά επεισόδια (κυρίως σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου), σχηματισμός αναστολέων έναντι του VWF και αντιδράσεις στο σημείο χορήγησης.

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα Στον παρακάτω πίνακα παρέχεται επισκόπηση των ανεπιθύμητων ενεργειών του φαρμάκου που παρατηρήθηκαν σε 6 κλινικές δοκιμές και σε μία μη παρεμβατική μελέτη μετά την κυκλοφορία, καθώς και από άλλες πηγές μετά την κυκλοφορία. Κατά τη διάρκεια των μελετών, 226 ασθενείς εκτέθηκαν στο WILFACTIN για συνολικά 16 640 ημέρες έκθεσης.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου ταξινομήθηκαν σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση των Οργανικών Συτημάτων κατά MedDRA (SOC), το Επίπεδο Προτιμώμενων Όρων (PT) και τη συχνότητα.

Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών έχει αξιολογηθεί με βάση την ακόλουθη συνθήκη:

πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές (η συχνότητα δε μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Για ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν αυθόρμητα μετά την κυκλοφορία, η συχνότητα αναφοράς κατηγοριοποιείται ως μη γνωστή.

MedDRA πρότυπη κατηγορία/οργανικό σύστημαΑνεπιθύμητες Ενέργειες Φαρμάκου (Προτιμώμενος Όρος)Συχνότητα ανά αριθμό ασθενών
Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματοςΑναστολή του παράγοντα von Willebrand*Μη γνωστές
Διαταραχές ανοσοποιητικού συστήματοςΥπερευαισθησίαΌχι συχνές
Αναφυλακτική καταπληξία*Μη γνωστές
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΖάληΌχι συχνές
Παραισθησία, ΥπαισθησίαΌχι συχνές
Αγγειακές διαταραχέςΕξάψειςΌχι συχνές
Θρομβοεμβολικά επεισόδια*Μη γνωστές
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΚνησμόςΌχι συχνές
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησηςΑντιδράσεις στο σημείο χορήγησης** (συμπεριλαμβανομένης της αντίδρασης στο σημείο της έγχυσης, της φλεγμονής στο σημείο της έγχυσης και της φλεγμονής στο σημείο της αγγειοκέντησης)Συχνές
Αίσθημα καταπίεσηςΌχι συχνές
Ρίγη, Αίσθημα ψύχουςΌχι συχνές
Πυρεξία*Μη γνωστές

* Αναφέρθηκε κατά τη διάρκεια της εμπειρίας/παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία με συχνότητα, κατά σύμβαση, «μη γνωστή».

** Όροι ομάδας ανώτερου επιπέδου κατά MedDRA.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Αντιδράσεις υπερευαισθησίας ή αλλεργικές αντιδράσεις (που μπορεί να συμπεριλαμβάνουν αγγειοοίδημα, αίσθημα καύσου και νυγμώδους άλγους στο σημείο της έγχυσης, ρίγη, ερύθημα, γενικευμένη κνίδωση, κεφαλαλγία, εξανθήματα, υπόταση, λιποθυμία/αίσθημα κακουχίας, λήθαργο, ναυτία, ανησυχία, ταχυκαρδία, σφίξιμο στο στήθος, μούδιασμα, έμετο, συριγμό) έχουν παρατηρηθεί σπανίως και μπορεί σε μερικές περιπτώσεις να εξελιχθούν σε σοβαρή αναφυλαξία (συμπεριλαμβανομένης της καταπληξίας).

Ασθενείς με νόσο von Willebrand, ειδικά τύπου 3, μπορεί σπανιότατα να αναπτύξουν εξουδετερωτικά αντισώματα (αναστολείς) έναντι του παράγοντα von Willebrand. Εάν αναπτυχθούν τέτοιοι αναστολείς, η κατάσταση θα εκδηλωθεί ως ανεπαρκής κλινική απόκριση. Τα αντισώματα αυτά μπορεί να εμφανισθούν σε στενή σχέση με αναφυλακτικές αντιδράσεις. Για το λόγο αυτό, οι ασθενείς που εκδηλώνουν αναφυλακτική αντίδραση πρέπει να αξιολογούνται ως προς την παρουσία κάποιου αναστολέα.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, συνιστάται η επικοινωνία με εξειδικευμένο κέντρο αιμορροφιλίας.

Το WILFACTIN είναι ένα προϊόν παράγοντα von Willebrand με χαμηλή περιεκτικότητα σε FVIII. Ωστόσο, υπάρχει κίνδυνος εμφάνισης θρομβοεμβολικών επεισοδίων, ιδιαίτερα σε ασθενείς με γνωστούς κλινικούς ή εργαστηριακούς παράγοντες κινδύνου. Συνεπώς, ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο πρέπει να παρακολουθούνται.

Για πληροφορίες που αφορούν στην ασφάλεια αναφορικά με τους μεταδιδόμενους παράγοντες, βλέπε παράγραφο 4.4.

Παιδιατρικός πληθυσμός Το WILFACTIN αξιολογήθηκε σε 56 ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών, μεταξύ των οποίων 23 ήταν κάτω των 6 ετών, 21 ήταν ηλικίας μεταξύ 6 και 11 ετών και 12 άνω των 11 ετών.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος.

Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων.

Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337 Ιστότοπος: http://www.eof.gr http://www.kitrinikarta.gr

4.9 Υπερδοσολογία

Δεν έχoυν αναφερθεί συμπτώματα υπερδοσολογίας με παράγοντα von Willebrand.

Θρομβοεμβολικά επεισόδια μπορεί να εμφανισθούν σε περίπτωση σημαντικής υπερδοσολογίας.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική Κατηγορία:

Αντιαιμορραγικά: παράγοντες της πήξης του αίματος, ανθρώπινος παράγοντας von Willebrand, κωδικός ATC: B02BD10 Μηχανισμός δράσης Το WILFACTIN συμπεριφέρεται με τον ίδιο τρόπο όπως ο ενδογενής παράγοντας von Willebrand.

Η χορήγηση παράγοντα von Willebrand επιτρέπει την αποκατάσταση των διαταραχών της αιμόστασης που παρουσιάζονται σε ασθενείς με ανεπάρκεια του παράγοντα von Willebrand (νόσος von Willebrand) σε δύο επίπεδα:

• Ο παράγοντας von Willebrand αποκαθιστά την προσκόλληση των αιμοπεταλίων στο αγγειακό υποενδοθήλιο στην περιοχή της αγγειακής βλάβης (καθώς συνδέεται τόσο στο αγγειακό υποενδοθήλιο όσο και στη μεμβράνη των αιμοπεταλίων) εξασφαλίζοντας πρωτογενή αιμόσταση όπως φαίνεται από τη βράχυνση του χρόνου ροής. Η δράση αυτή εμφανίζεται άμεσα και ως γνωστόν, εξαρτάται κατά μεγάλο μέρος από το βαθμό πολυμερισμού της δραστικής ουσίας.

• Ο παράγοντας von Willebrand προξενεί καθυστερημένη αποκατάσταση της ανεπάρκειας που σχετίζεται με τον παράγοντα VIII. Όταν χορηγείται ενδοφλέβια, ο παράγοντας von Willebrand συνδέεται με τον ενδογενή παράγοντα VIII (που παράγεται φυσιολογικά από τον ασθενή) και με τη σταθεροποίηση του παράγοντα αυτού, αποτρέπει την ταχεία αποδόμησή του. Για το λόγο αυτό, η χορήγηση καθαρού παράγοντα von Willebrand (προϊόν VWF με χαμηλή περιεκτικότητα σε FVIII) αποκαθιστά στο φυσιολογικό τα επίπεδα του FVIII:C ως δευτερογενής δράση μετά την πρώτη έγχυση. Η χορήγηση ενός σκευάσματος VWF που περιέχει

FVIII:C αποκαθιστά στο φυσιολογικό τα επίπεδα του FVIII:C αμέσως μετά την πρώτη έγχυση.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Μία μελέτη φαρμακοκινητικής με WILFACTIN διενεργήθηκε σε 8 ενήλικες ασθενείς με νόσο von Willebrand τύπου 3. Αυτή έδειξε ότι για το VWF:RCo:

• Η μέση AUC0-∞ είναι 3.444 IU.h/dL μετά από εφάπαξ δόση WILFACTIN 100 IU/kg,

• Η μέση αποκατάσταση είναι 2,1 [IU/dL]/[IU/kg] του ενεθέντος προϊόντος,

• Ο χρόνος ημιζωής είναι μεταξύ 8 και 14 ωρών, με μέσο όρο 12 ώρες,

• Η μέση κάθαρση είναι 3,0 mL/h/kg.

Το μέγιστο επίπεδο στο πλάσμα του παράγοντα von Willebrand συνήθως προκύπτει σε διάστημα μεταξύ 30 λεπτών και 1 ώρας μετά την ένεση.

H oμαλοποίηση του επιπέδου του FVIII είναι προοδευτική, κυμαίνεται και συνήθως απαιτεί 6 έως 12 ώρες. Η δράση αυτή διατηρείται για 2 έως 3 ημέρες.

Η αύξηση του επιπέδου του FVIII είναι προοδευτική και επανέρχεται στα φυσιολογικά επίπεδα μετά από 6 έως 12 ώρες. Το επίπεδο του FVIII αυξάνει κατά μέσο όρο 6% (IU/dL) ανά ώρα. Έτσι, ακόμα και σε ασθενείς με αρχικό επίπεδο FVIII:C κάτω του 5% (IU/dL), το επίπεδο του FVIII:C αυξάνει σε περίπου 40% (IU/dL) 6 ώρες μετά την ένεση και το επίπεδο αυτό διατηρείται για περισσότερο από 24 ώρες.

Παιδιατρικά δεδομένα Το πλήρες φαρμακοκινητικό προφίλ (Cmax, Tmax, AUC, κάθαρση, χρόνος ημίσειας ζωής και μέσος χρόνος παραμονής), μετά την ένεση WILFACTIN, δεν είναι χαρακτηρισμένο στον παιδιατρικό πληθυσμό ηλικίας <18 ετών.

Σε 7 παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών (2 μεταξύ 28 ημερών και 23 μηνών και 5 μεταξύ 24 μηνών και 6 ετών) με σοβαρή νόσο von Willebrand (5 τύπου 3, 1 τύπου 1 και 1 τύπου 2), μετά από μια μέση έγχυση 101,1 ± 5,0 IU/kg, παρατηρήθηκε μια μέση σταδιακή αποκατάσταση VWF:RCo 1,75 ± 0,35 (IU/dL)/(IU/kg), 15 λεπτά μετά την έγχυση, με μεγάλη διακύμανση μεταξύ των ατόμων (εύρος από 1,14 έως 2,03). Μόνο τέσσερα από αυτά τα παιδιά είχαν αξιολογήσιμες δοκιμασίες αποκατάστασης τόσο αρχικά όσο και κατά τον έλεγχο των 6 μηνών μετά από έκθεση 3 έως 9 ημερών θεραπείας. Ο μέσος λόγος αποκατάστασης που παρατηρήθηκε ήταν 0,87 ± 0,12 (IU/dL)/(IU/kg), (εύρος από 0,7 έως 1,0).

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Με βάση τα δεδομένα που ελήφθησαν από αρκετές προκλινικές μελέτες στις οποίες χρησιμοποιήθηκαν μοντέλα-ζώα, δεν υπάρχει απόδειξη για άλλη τοξική ενέργεια του WILFACTIN εκτός από εκείνες που έχουν σχέση με την ανοσογονικότητα των ανθρώπινων πρωτεϊνών σε πειραματόζωα. Ο έλεγχος της τοξικότητας από επαναλαμβανόμενες δόσεις είναι ανεφάρμοστος λόγω της ανάπτυξης αντισωμάτων σε ετερόλογη πρωτεΐνη σε μοντέλα ζώων.

Τα δεδομένα από προκλινικές μελέτες ασφάλειας δείχνουν ότι το WILFACTIN δεν ασκεί μεταλλαξιογόνο δράση.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Κόνις:

ανθρώπινη λευκωματίνη, αργινίνη υδροχλωρική, γλυκίνη, νάτριο κιτρικό και ασβέστιο χλωριούχο.

Διαλύτης:

Ύδωρ για ενέσιμα.

6.2 Ασυμβατότητες

To WILFACTIN δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα στην ίδια σύριγγα εκτός από τον «παράγοντα πήξεως VIIΙ που προέρχεται από το πλάσμα ο οποίος παράγεται από την LFB-BIOMEDICAMENTS», με τον οποίον πραγματοποιήθηκε η μελέτη συμβατότητας. Ωστόσο, αυτός ο παράγοντας πήξης FVIII δεν διατίθεται σε όλες τις χώρες.

Πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο αδειοδοτημένες συσκευές ένεσης πολυπροπυλενίου επειδή είναι πιθανή η αποτυχία της θεραπείας λόγω προσρόφησης του ανθρώπινου παράγοντα von Willebrand στις εσωτερικές επιφάνειες ορισμένων συσκευών ένεσης.

6.3 Διάρκεια ζωής

3 χρόνια.

Η χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση έχει αποδειχθεί για 24 ώρες στους 25° C.

Από μικροβιολογική άποψη, το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25 °C. Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως.

Μην καταψύχετε.

Για τις συνθήκες διατήρησης μετά την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος βλ.

παράγραφο 6.3.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Κόνις σε φιαλίδιο(από γυαλί τύπου І) με πώμα (βρωμοβουτυλίου) και ένα προστατευτικό πώμα + 5 ml διαλύτη σε φιαλίδιο (από γυαλί τύπου І ή τύπου ІІ) με πώμα (βρωμοβουτυλίου ή χλωροβουτυλίου) και ένα προστατευτικό πώμα με ένα σύστημα μεταφοράς – Μέγεθος συσκευασίας 1.

Κόνις σε φιαλίδιο(από γυαλί τύπου І) με πώμα (βρωμοβουτυλίου) και ένα προστατευτικό πώμα + 10 ml διαλύτη σε φιαλίδιο (από γυαλί τύπου І ή τύπου ІІ) με

πώμα (βρωμοβουτυλίου ή χλωροβουτυλίου) και ένα προστατευτικό πώμα με ένα σύστημα μεταφοράς – Μέγεθος συσκευασίας 1.

Κόνις σε φιαλίδιο(από γυαλί τύπου І) με πώμα (βρωμοβουτυλίου) και ένα προστατευτικό πώμα + 20 ml διαλύτη σε φιαλίδιο (από γυαλί τύπου І ή τύπου ІІ) με πώμα (βρωμοβουτυλίου ή χλωροβουτυλίου) και ένα προστατευτικό πώμα με ένα σύστημα μεταφοράς – Μέγεθος συσκευασίας 1.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Ανασύσταση Πρέπει να ακολουθούνται οι ισχύουσες εφαρμοζόμενες οδηγίες για άσηπτες διαδικασίες. Το σύστημα μεταφοράς χρησιμοποιείται μόνο για την ανασύσταση του φαρμάκου, όπως περιγράφεται παρακάτω. Δεν προορίζεται για τη χορήγηση του φαρμάκου στον ασθενή.

• Φέρτε τα δύο φιαλίδια (της κόνεως και του διαλύτη) σε θερμοκρασία μικρότερη των 25oC.

• Αφαιρέστε το προστατευτικό καπάκι από το φιαλίδιο του διαλύτη (ενέσιμο ύδωρ) και από το φιαλίδιο της κόνεως.

• Απολυμάνετε την επιφάνεια του κάθε πώματος.

• Απομακρύνετε το κάλυμμα από τη συσκευή Mix2Vial.

Χωρίς να απομακρύνετε τη συσκευή από τη συσκευασία της, προσαρμόστε το μπλε άκρο του Mix2Vial στο πώμα του φιαλιδίου του διαλύτη.

• Απομακρύνετε και απορρίψτε τη συσκευασία. Φροντίστε να μην αγγίξετε το πρόσφατα εκτεθειμένο μέρος της συσκευής.

• Αναποδογυρίστε τη διάταξη φιαλίδιο διαλύτη-συσκευή και προσαρμόστε στο φιαλίδιο της κόνεως με τη βοήθεια του διαφανούς μέρους της συσκευής. Ο διαλύτης θα μεταφερθεί αυτόματα στο φιαλίδιο της κόνεως. Κρατήστε τη διάταξη και στριφογυρίστε ελαφρά για να διαλυθεί τελείως το προϊόν.

• Τώρα, κρατώντας το μέρος με το ανασυσταμένο προϊόν στο ένα χέρι και το μέρος του διαλύτη στο άλλο, ξεβιδώστε τη συσκευή Mix2Vial για να χωριστούν τα φιαλίδια.

Συνήθως η κόνις διαλύεται αμέσως και πρέπει να έχει διαλυθεί σε λιγότερο από 5 λεπτά.

Χορήγηση

• Κρατήστε το φιαλίδιο με το ανασυσταμένο προϊόν σε κάθετη θέση ενώ βιδώνετε μια αποστειρωμένη σύριγγα στη συσκευή Mix2Vial. Στη συνέχεια αναρροφήστε αργά το προϊόν στη σύριγγα.

• Όταν το προϊόν έχει μεταφερθεί στη σύριγγα, κρατήστε σταθερά τη σύριγγα (με το έμβολο προς τα κάτω), ξεβιδώστε τη συσκευή Mix2Vial και αντικαταστήστε την με μια ενδοφλέβια βελόνα ή πεταλούδα.

• Αφαιρέστε τον αέρα από τη σύριγγα και εισάγετε στη φλέβα αφού απολυμάνετε την επιφάνεια.

• Ενέστε αργά ενδοφλέβια αμέσως μετά την ανασύσταση, εφάπαξ, με μέγιστο ρυθμό 4 mL/λεπτό.

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Το ανασυσταμένο προϊόν πρέπει να ελέγχεται οπτικά για αιωρούμενα σωματίδια και αποχρωματισμό πριν τη χορήγηση. Το διάλυμα πρέπει να είναι διαυγές ή ελαφρώς ιριδίζον, άχρωμο ή ελαφρώς κίτρινο. Μη χρησιμοποιείτε διαλύματα που είναι θολά ή περιέχουν ίζημα.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

ΒΙΑΝΕΞ Α.Ε., Οδός Βαρυμπόμπης 8, 14671 Ν. Ερυθραία, Κηφισιά, Τηλ. 210 8009111

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

50729/23-6-2016

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 18 Ιανουαρίου 2006 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 21 Μαΐου 2010

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:2683001_SPC_2683001_6.pdf