Clinio Logo
Clinio
X-PREP › ΠΧΠ

X-PREP — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

X-PREP 10 mg/5 ml σιρόπι

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Καρπός Cassia senna L. (C. acutifolia Delile) [γνωστή ως σέννα η Αλεξανδρινή ή σέννα του Χαρτούμ] Κάθε 5 ml σιροπιού περιέχουν 10 mg σεννοσίδες A και B.

Κάθε ml σιροπιού περιέχει 660 mg σακχαρόζης, 0,2 mg υδροξυβενζοϊκού προπυλεστέρα, 2 mg υδροξυβενζοϊκού μεθυλεστέρα και 0,022 g αλκοόλης (αιθανόλης).

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Σιρόπι

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1. Θεραπευτικές ενδείξεις

Φαρμακευτικό προϊόν φυτικής προέλευσης για βραχυχρόνια χρήση σε περιπτώσεις περιστασιακής δυσκοιλιότητας.

4.2. Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Η δόση εξατομικεύεται ανάλογα με τις ανάγκες κάθε ασθενούς.

Η μέγιστη ημερήσια δόση γλυκοσιδών του υδροξυανθρακενίου είναι 30 mg. Η δόση αυτή ισοδυναμεί με 3 κουταλάκια του γλυκού σιρόπι X-PREP.

Η σωστή εξατομικευμένη δόση είναι η χαμηλότερη που απαιτείται για να προκληθεί μια άνετη, μαλακή κένωση.

Έφηβοι άνω των 12 ετών, ενήλικες, ηλικιωμένοι Φυτική ουσία/φυτικό παρασκεύασμα ισοδύναμο με 15 - 30 mg παραγώγων υδροξυανθρακενίου, υπολογισμένο ως σεννοσίδη Β, που λαμβάνεται μία φορά την ημέρα, το βράδυ. Η λήψη αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος το πολύ δύο έως τρεις φορές την εβδομάδα είναι επαρκής.

Παιδιατρικός πληθυσμός Το X-PREP δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών (βλ. παράγραφο 4.3.

Αντενδείξεις).

Τρόπος χορήγησης Το σιρόπι λαμβάνεται από το στόμα κατά προτίμηση το βράδυ πριν από την κατάκλιση. Η κένωση επέρχεται γενικά εντός 6-12 ωρών από την κατάποση.

Διάρκεια χρήσης Η χρήση για περισσότερες από 1-2 εβδομάδες απαιτεί ιατρική επίβλεψη.

Αν τα συμπτώματα επιμένουν κατά τη διάρκεια της χρήσης του φαρμακευτικού προϊόντος, θα πρέπει να ζητηθεί συμβουλή από έναν γιατρό ή φαρμακοποιό.

Ανατρέξτε επίσης στην παράγραφο 4.4. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση.

4.3. Αντενδείξεις

Τα προϊόντα που περιέχουν σεννοσίδες αντενδείκνυνται σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στους σεννοσίδες, ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1 ή σε ασθενείς με οξεία χειρουργική κοιλία, κοιλιακό άλγος άγνωστης αιτιολογίας, ατονία, σκωληκοειδίτιδα, εντερική απόφραξη και στένωση, ειλεό, φλεγμονώδη νόσο του εντέρου (δηλαδή νόσο του Crohn, ελκώδη κολίτιδα) και σοβαρή αφυδάτωση.

Αντενδείκνυται για παιδιά κάτω των 12 ετών.

4.4. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Οι ασθενείς που λαμβάνουν καρδιακούς γλυκοσίδες, αντιαρρυθμικά φαρμακευτικά προϊόντα, φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν παράταση του QT, διουρητικά, αδρενοκορτικοστεροειδή ή γλυκύρριζα πρέπει να συμβουλευτούν γιατρό πριν λάβουν παράλληλα τον καρπό σέννας.

Τα καθαρτικά που περιέχουν σεννοσίδες δεν θα πρέπει να λαμβάνονται από ασθενείς που υποφέρουν από ενσφήνωση κοπράνων και αδιάγνωστα, οξέα ή επίμονα γαστρεντερικά προβλήματα, όπως κοιλιακό άλγος, ναυτία και έμετος, εκτός εάν η χρήση τους έχει υποδειχθεί από γιατρό, καθώς αυτά τα συμπτώματα μπορεί να αποτελούν σημεία δυνητικής ή υπαρκτής απόφραξης του εντέρου ή ειλεού.

Τα καθαρτικά δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για διάστημα μεγαλύτερο της 1 εβδομάδας. Αν η χρήση καθαρτικών είναι απαραίτητη σε καθημερινή βάση, θα πρέπει να διερευνηθεί η αιτία της δυσκοιλιότητας.

Η μακροχρόνια χρήση καθαρτικών θα πρέπει να αποφεύγεται καθώς μπορεί να οδηγήσει σε έκπτωση της λειτουργίας του εντέρου, εξάρτηση από τα καθαρτικά, αφυδάτωση και διαταραχή του ισοζυγίου ηλεκτρολυτών (συμπεριλαμβανομένης της υποκαλιαιμίας). Η ταυτόχρονη χρήση άλλων φαρμακευτικών ή φυτικών προϊόντων που προκαλούν υποκαλιαιμία (π.χ. διουρητικά, αδρενοκορτικοστεροειδή και γλυκύρριζα) μπορεί να ενισχύει τις διαταραχές στο ισοζύγιο ηλεκτρολυτών.

Παρατεταμένη υπερβολική χρήση ή κατάχρηση αυτών των προϊόντων μπορεί να οδηγήσει σε ανάπτυξη ατονίας του εντέρου.

Εάν μετά τη χρήση εμφανιστεί αιμορραγία στον πρωκτό ή αποτυχία κινητικότητας του εντέρου η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται, καθώς τα παραπάνω μπορεί να υποδεικνύουν σοβαρή πάθηση.

Τα σκευάσματα καρπών σέννας θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο εάν το θεραπευτικό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με αλλαγή της διατροφής ή με χορήγηση παραγόντων που αυξάνουν τον όγκο των κοπράνων στο έντερο.

Όταν τα σκευάσματα καρπών σέννας χορηγούνται σε ενήλικες με ακράτεια, οι πάνες θα πρέπει να αλλάζονται πιο συχνά για να αποφευχθεί η παρατεταμένη επαφή του δέρματος με τα κόπρανα.

Οι ασθενείς με νεφρικές διαταραχές θα πρέπει να έχουν υπόψη τους την πιθανότητα εμφάνισης διαταραχών στο ισοζύγιο ηλεκτρολυτών.

Το σιρόπι X-PREP περιέχει 660 mg σακχαρόζης ανά mL. Αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη.

Το σιρόπι X-PREP περιέχει 0,2 mg υδροξυβενζοϊκού προπυλεστέρα και 2 mg υδροξυβενζοϊκού μεθυλεστέρα (E 218) ανά mL. Μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις (πιθανόν με καθυστέρηση).

Αυτό το φάρμακο περιέχει 0,022 g αλκοόλης (αιθανόλης) σε κάθε ml που είναι ισοδύναμη με 2,2% w/v. Η ποσότητα ανά ml αυτού του φαρμάκου είναι ισοδύναμη με λιγότερο από 1 ml μπύρας ή 1 ml κρασιού.

Η μικρή ποσότητα της αλκοόλης σε αυτό το φάρμακο δεν θα έχει αξιοσημείωτες επιδράσεις.

4.5. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Δεν υπάρχουν γνωστές φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις με τους σεννοσίδες.

Η υποκαλιαιμία (που προκαλείται από μακροχρόνια κατάχρηση καθαρτικών) ενισχύει τη δράση των καρδιακών γλυκοσιδών και αλληλεπιδρά με τα αντιαρρυθμικά φαρμακευτικά προϊόντα, με φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν την ανάταξη σε φλεβοκομβικό ρυθμό (π.χ. κινιδίνη) καθώς και με φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν παράταση του QT.

4.6. Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Δεν υπάρχουν αναφορές για ανεπιθύμητες ή βλαβερές επιδράσεις κατά τη διάρκεια της κύησης ή στο έμβρυο σχετιζόμενες με τα σκευάσματα σέννας όταν χρησιμοποιούνται στα συνιστώμενα δοσολογικά σχήματα.

Ωστόσο, με βάση τα πειραματικά δεδομένα που αφορούν το γονοτοξικό κίνδυνο αρκετών ανθρανοειδών, (π.χ. η εμοδίνη και η αλοεμοδίνη) δεν συνιστάται η χρήση κατά τη διάρκεια της κύησης.

Θηλασμός Μικρές ποσότητες δραστικών μεταβολιτών (ρηίνη) εκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Δεν έχει αναφερθεί καθαρτική επίδραση στα νεογνά που θηλάζουν. Ωστόσο, η χρήση κατά τη διάρκεια της γαλουχίας δε συνιστάται καθώς υπάρχουν ανεπαρκή δεδομένα για την έκκριση των μεταβολιτών στο μητρικό γάλα.

4.7. Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Δεν εφαρμόζεται.

4.8. Ανεπιθύμητες ενέργειες

Η αξιολόγηση των ανεπιθύμητων ενεργειών βασίζεται στις ακόλουθες συχνότητες:

Πολύ συχνές (1/10)

Συχνές (1/100 έως <1/10)

Όχι συχνές (1/1.000 έως <1/100)

Σπάνιες (1/10.000 έως <1/1.000)

Πολύ σπάνιες (<1/10.000)

Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)

Οι παρακάτω ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα σύμφωνα με τη συχνότητα εμφάνισής τους (συχνές ή όχι συχνές). Οι συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίστηκαν με συχνότητα 1% και οι όχι συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίστηκαν με συχνότητα <1%.

Διαταραχές του γαστρεντερικού Συχνές κοιλιακό άλγος Όχι συχνές αλλοίωση χρώσης κοπράνων, ναυτία, αιμορραγία από το ορθό, έμετος Μη γνωστές διάρροια Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Όχι συχνές κνίδωση Πολύ σπάνιες αναφυλακτική αντίδραση,

αναφυλακτοειδής αντίδραση Μη γνωστές υπερευαισθησία Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Όχι συχνές μη φυσιολογική χρώση των ούρων (χρωματουρία)

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Όχι συχνές ερυθηματώδες εξάνθημα, κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα, ερεθισμός περιπρωκτικής περιοχής Μη γνωστές κνησμός Λόγω της παρουσίας χρυσοφανικού οξέος στη φυσική σέννα, τα περιέχοντα σεννοσίδες υπακτικά μπορεί να προκαλέσουν αλλοίωση της χρώσης των κοπράνων και/ή εξαρτώμενη από το pH αλλοίωση της χρώσης των ούρων (καστανοκίτρινο χρώμα στα όξινα και ερυθροϊώδες στα αλκαλικά ούρα). Η αλλοίωση αυτή δεν θεωρείται ότι έχει παθολογική σημασία. Η μη φυσιολογική χρώση των ούρων (χρωματουρία), εάν υφίσταται, μπορεί να επηρεάσει την ερμηνεία των εργαστηριακών εξετάσεων.

Η χρόνια χρήση μπορεί να προκαλέσει διαταραχές στο ισοζύγιο ύδατος και το μεταβολισμό των ηλεκτρολυτών και μπορεί να οδηγήσει σε πρωτεϊνουρία και αιματουρία.

Επιπλέον, η χρόνια χρήση μπορεί να προκαλέσει μελάγχρωση του εντερικού βλεννογόνου (εντερική ψευδομελάνωση), η οποία είναι συνήθως αναστρέψιμη όταν ο ασθενής σταματήσει να λαμβάνει το σκεύασμα.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς.

Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337 Ιστότοπος: http://www.eof.gr http://www.kitrinikarta.gr

4.9. Υπερδοσολογία

Τα κύρια συμπτώματα της υπερδοσολογίας / κατάχρησης [των διεγερτικών υπακτικών συμπεριλαμβανομένων αυτών που περιέχουν σέννα] είναι συσφικτικό άλγος και σοβαρή διάρροια, η οποία οδηγεί σε υπερβολική απώλεια υγρών (αφυδάτωση) και πιθανή διαταραχή του ισοζυγίου ηλεκτρολυτών (π.χ. υποκαλιαιμία). Ειδικά η διάρροια μπορεί να προκαλέσει έλλειψη καλίου, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε καρδιακές διαταραχές και μυϊκή αδυναμία, ειδικά όταν λαμβάνονται ταυτόχρονα καρδιακοί γλυκοσίδες, διουρητικά, αδρενοκορτικοστεροειδή ή γλυκύρριζα.

Η θεραπεία θα πρέπει να είναι υποστηρικτική με άφθονες ποσότητες υγρών. Θα πρέπει να παρακολουθούνται οι ηλεκτρολύτες, ιδιαίτερα το κάλιο. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στους ηλικιωμένους.

Η χρόνια κατανάλωση υπερβολικών δόσεων φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν ανθρανοειδή μπορεί να οδηγήσει σε τοξική ηπατίτιδα.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1. Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: διεγερτικά καθαρτικά Κωδικός ATC: Α 06 ΑΒ Τα παράγωγα του 1,8-διυδροξυανθρακενίου έχουν καθαρτική δράση. Οι β-Ο- συνδεόμενοι γλυκοσίδες (σεννοσίδες) δεν απορροφούνται από το ανώτερο έντερο, αλλά μετατρέπονται από τα βακτήρια του παχέος εντέρου σε δραστικό μεταβολίτη (ρηίνη ανθρόνη).

Υπάρχουν δύο διαφορετικοί μηχανισμοί δράσης:

1. διέγερση της κινητικότητας του παχέος εντέρου που οδηγεί σε αυξημένη μεταφορά στο κόλον. Μέσω της ενζυμικής δραστηριότητας των βακτηρίων του παχέος εντέρου οι γλυκοσίδες μετατρέπονται σε γλυκόνες, οι οποίες προκαλούν περισταλτικές κινήσεις του παχέος εντέρου μέσω της διέγερσης του ενδογενούς μηχανισμού εντερικού περισταλτισμού στα τοιχώματα του παχέος εντέρου. Η δράση αυτή είναι κατ’ ουσίαν ειδική για το κόλον, δεδομένου ότι οι ουσίες αυτές έχουν μικρή ή καθόλου δράση στον στόμαχο και στο λεπτό έντερο. Η διεγερτική επίδραση στο μυεντερικό πλέγμα (Auerbach) στο τοίχωμα του παχέος εντέρου δεν φαίνεται να προκαλεί τραυματισμό του βλεννογόνου.

2. επίδραση στις διαδικασίες έκκρισης από δύο παράλληλους μηχανισμούς, δηλαδή αναστολή της πρόσληψης ύδατος και ηλεκτρολυτών (Na+, Cl) από τα επιθηλιακά κύτταρα του κόλου (αντιαπορροφητική δράση) και αύξηση της διαρροής από τις στενές διακυτταρικές συνδέσεις και διέγερση της έκκρισης ύδατος και ηλεκτρολυτών στον αυλό του κόλου (εκκριταγωγός δράση) που οδηγούν σε αυξημένες συγκεντρώσεις υγρών και ηλεκτρολυτών εντός αυτού.

Η αφόδευση συμβαίνει με καθυστέρηση 8-12 ωρών εξαιτίας του χρόνου που χρειάζεται για τη μετακίνηση στο κόλον και το μεταβολισμό σε δραστικό συστατικό.

5.2. Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Οι β-Ο-συνδεόμενοι γλυκοσίδες (σεννοσίδες) δεν απορροφώνται στο ανώτερο έντερο ούτε διασπώνται από τα πεπτικά ένζυμα του ανθρώπου. Μετατρέπονται από τα βακτήρια του παχέος εντέρου σε ενεργό μεταβολίτη (ρηίνη ανθρόνη). Τα άγλυκα απορροφώνται στο ανώτερο έντερο. Πειράματα σε ζώα με ραδιοσημασμένη ρηίνη ανθρόνη που χορηγείται απευθείας στο τυφλό έντερο κατέδειξαν απορρόφηση <10%. Σε επαφή με οξυγόνο, η ρηίνη ανθρόνη οξειδώνεται σε ρηίνη και σεννιδίνες που μπορούν να βρεθούν στο αίμα, κυρίως με τη μορφή γλυκουρονιδίων και θειικών. Μετά τη χορήγηση σεννοσιδών από το στόμα, το 3-6% των μεταβολιτών εκκρίνονται στα ούρα, ενώ ένα μέρος εκκρίνεται στη χολή.

Οι περισσότεροι σεννοσίδες (περίπου 90%) εκκρίνονται στα κόπρανα ως πολυμερή (πολυκινόνες) μαζί με το 2- 6% των μη μεταβολισμένων σεννοσιδών, σεννιδινών, ρηίνης ανθρόνης και ρηίνης. Σε μελέτες φαρμακοκινητικής σε ανθρώπους με σκόνη από περικάρπιο σέννας (20 mg σεννοσιδών) που χορηγήθηκε από το στόμα για 7 ημέρες, η μέγιστη δόση ρηίνης στο αίμα ήταν 100 ng/ml. Δεν παρατηρήθηκε συσσώρευση ρηίνης. Οι ενεργοί μεταβολίτες, π.χ. η ρηίνη, περνούν σε μικρές ποσότητες στο μητρικό γάλα. Πειράματα σε ζώα έδειξαν ότι η δίοδος της ρηίνης από τον πλακούντα είναι μικρή.

5.3. Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Δεν υπάρχουν νέες, συστηματικές προκλινικές δοκιμασίες για τα φύλλα ή τα παρασκευάσματα της σέννας. Τα δεδομένα προέρχονται από μελέτες με περικάρπια σέννας. Επειδή το εύρος των συστατικών των φύλλων και του καρπού της σέννας είναι συγκρίσιμο, τα δεδομένα αυτά μπορούν να ισχύσουν και για τα φύλλα της σέννας.

Τα περισσότερα δεδομένα αναφέρονται σε εκχυλίσματα από περικάρπια σέννας που περιέχουν 1,4 έως 3,5% ανθρανοειδών, που αντιστοιχούν σε 0,9% έως 2,3% δυνητικής ρηίνης, 0,05 έως 0,15% δυνητικής αλοεμοδίνης και 0,001 έως 0,006% δυνητικής εμοδίνης ή απομονωμένων δραστικών συστατικών π.χ. ρηίνης ή σεννοσιδών Α και Β. Η οξεία τοξικότητα των περικαρπίων σέννας, των ειδικών εκχυλισμάτων τους, καθώς και των σεννοσιδών σε αρουραίους και ποντικούς ήταν χαμηλή μετά από χορήγηση από το στόμα.

Με βάση τα αποτελέσματα ερευνών με παρεντερική εφαρμογή σε ποντικούς, τα εκχυλίσματα φαίνεται ότι παρουσιάζουν υψηλότερη τοξικότητα από ότι οι καθαροί γλυκοσίδες, πιθανώς εξαιτίας της περιεκτικότητας τους σε άγλυκα.

Σε μία μελέτη διάρκειας 90 ημερών σε αρουραίους, χορηγήθηκαν περικάρπια σέννας σε επίπεδα δόσεων από 100 mg/kg έως 1.500 mg/kg. Το υπό διερεύνηση φάρμακο περιείχε 1,83% σεννοσίδες Α-Δ, 1,6% δυνητική

ρηίνη, 0,11% δυνητική αλοεμοδίνη και 0,014% δυνητική εμοδίνη. Σε όλες τις ομάδες βρέθηκε επιθηλιακή υπερπλασία του παχέος εντέρου μικρού βαθμού, η οποία ήταν αναστρέψιμη στις 8 εβδομάδες της περιόδου ανάρρωσης. Οι υπερπλαστικές βλάβες του επιθηλίου του πρόσθιου στομάχου ήταν επίσης αναστρέψιμες.

Παρατηρήθηκε επίσης δοσοεξαρτώμενη σωληνώδης βασεοφιλία και επιθηλιακή υπερπλασία των νεφρών με δόση ίση ή μεγαλύτερη από 300mg/kg την ημέρα, χωρίς επίδραση στη λειτουργία. Αυτές οι αλλαγές ήταν επίσης αναστρέψιμες. Συσσώρευση καφέ χρωστικής στα σωληνάρια οδήγησε σε σκούρο χρωματισμό της επιφάνειας των νεφρών, η οποία και παρέμενε σε μικρότερο βαθμό μετά την περίοδο ανάρρωσης. Δεν παρατηρήθηκαν αλλαγές και στο νευρικό πλέγμα του κόλου. Σε αυτή τη μελέτη δε μπόρεσε να ληφθεί επίπεδο μη παρατηρούμενης επίδρασης (NOEL).

Σε μια μελέτη καρκινογένεσης, η οποία διεξήχθη σύμφωνα με τις αρχές της Ορθής Εργαστηριακής Πρακτικής, η έκθεση στη σέννα καθόλη τη διάρκεια της ζωής δεν κατέδειξε καρκινογόνο δράση σε επίμυες στους οποίους χορηγήθηκε σε δόσεις των 300 mg/kg/ημέρα.

Μία μελέτη διάρκειας 104 εβδομάδων σε αρουραίους και των δύο φύλων δεν κατέδειξε καρκινογόνο επίδραση με το ίδιο παρασκεύασμα περικαρπίων σέννας σε δόσεις από το στόμα έως 300mg/kg.

Επιπλέον ένα καθορισμένο εκχύλισμα σέννας που χορηγήθηκε από το στόμα για 2 έτη δεν ήταν καρκινογόνο σε αρσενικούς ή θηλυκούς αρουραίους. Το εκχύλισμα που μελετήθηκε περιείχε περίπου 40,8% ανθρανοειδή, από τα οποία το 35% ήταν σεννοσίδες, που αντιστοιχούν περίπου σε 25,2% δυνητικής ρηίνης, 2,3% δυνητικής αλοεμοδίνης και 0,007% δυνητικής εμοδίνης, καθώς και σε 142 ppm ελεύθερης αλοεμοδίνης και 9 ppm ελεύθερης εμοδίνης.

Περαιτέρω μελέτες διάρκειας 2 ετών σε αρσενικούς και θηλυκούς αρουραίους και ποντικούς με εμοδίνη δεν κατέδειξαν καρκινογόνο δράση στους αρσενικούς αρουραίους και στους θηλυκούς ποντικούς, ενώ κατέδειξαν διφορούμενα αποτελέσματα στους θηλυκούς αρουραίους και τους αρσενικούς ποντικούς. Οι σεννοσίδες δεν επέδειξαν ειδική τοξικότητα όταν εξετάστηκαν σε δόσεις έως 500 mg/kg σε σκύλους για 4 εβδομάδες και έως 100mg/kg σε αρουραίους για 6 μήνες.

Αποτελέσματα από δημοσιευμένες μελέτες οξείας, υποχρόνιας και χρόνιας τοξικότητας, καθώς και μελέτες γονοτοξικότητας και τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα με σέννα, δείχνουν ότι αυτά τα συστατικά είναι ασφαλή όταν χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις οδηγίες.

Μετά από θεραπεία με σεννοσίδες από το στόμα δεν υπήρχαν ενδείξεις για θανατηφόρο δράση στο έμβρυο, τερατογόνο ή εμβρυοτοξική δράση στους αρουραίους ή τα κουνέλια . Επιπλέον, δεν υπήρχε επίδραση στη μεταγεννητική ανάπτυξη των νεαρών αρουραίων, στη συμπεριφορά ανατροφής των μητέρων ή στη γονιμότητα των αρσενικών και των θηλυκών αρουραίων. Δεν είναι διαθέσιμα δεδομένα για τα φυτικά παρασκευάσματα.

Ένα εκχύλισμα και η αλοεμοδίνη ήταν μεταλλαξιογόνα σε in vitro ελέγχους, ενώ οι σεννοσίδες Α,Β και η ρηίνη έδωσαν αρνητικά αποτελέσματα. Οι εκτενείς in vivo δοκιμασίες ενός καθορισμένου εκχυλίσματος περικαρπίων σέννας ήταν αρνητικές.

Η χρήση καθαρτικών ως παράγοντας κινδύνου για ορθοκολικό καρκίνο (CRC) διερευνήθηκε σε ορισμένες κλινικές μελέτες.

Ορισμένες μελέτες κατέδειξαν κίνδυνο για CRC που σχετίζεται με τη χρήση καθαρτικών που περιέχουν ανθρακινόνες, ενώ ορισμένες άλλες μελέτες δεν κατέδειξαν τέτοιο κίνδυνο. Ωστόσο, καταδείχθηκε επίσης κίνδυνος για δυσκοιλιότητα καθαυτή και τις υποκείμενες διατροφικές συνήθειες. Απαιτούνται περαιτέρω έρευνες για την οριστική αξιολόγηση του κινδύνου καρκινογένεσης.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1. Κατάλογος εκδόχων

Αιθανόλη, σακχαρόζη, απομίμηση γεύσης σοκολάτα, εσάνς κακάο, υδροξυβενζοϊκός μεθυλεστέρας (E 218),

σορβικό κάλιο, υδροξυβενζοϊκός προπυλεστέρας (E-216), κεκαθαρμένο ύδωρ

6.2. Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3. Διάρκεια ζωής

36 μήνες.

6.4. Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη ή ίση των 25ºC, μακριά από το φως.

6.5. Φύση και συστατικά του περιέκτη

Πλαστικό φιαλίδιο των 75 ml με μεταλλικό πώμα σε χάρτινο κουτί.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Κάτοχος αδείας κυκλοφορίας LAVIPHARM A.E.

Οδός Αγίας Μαρίνας 190 02 Παιανία, Αττική Τηλ.: 210 6691000 Δικαιούχος σήματος MUNDIPHARMA A.G. Ελβετίας

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

100579/17/31-05-2018

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 11 Νοεμβρίου 2009

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:0916901_SPC_0916901_3.pdf