Clinio Logo
Clinio
XANAX › ΠΧΠ

XANAX — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

farmako Καλύπτει 4 συσκευασίες 4 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

XANAX

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

XANAX δισκία 0,25 mg: Κάθε δισκίο περιέχει 0,25 mg αλπραζολάμης.

XANAX δισκία 0,5 mg: Κάθε δισκίο περιέχει 0,5 mg αλπραζολάμης.

XANAX δισκία 1 mg: Κάθε δισκίο περιέχει 1 mg αλπραζολάμης.

XANAX δισκία 2 mg: Κάθε δισκίο περιέχει 2 mg αλπραζολάμης.

Έκδοχα με γνωστές δράσεις:

Το φάρμακο αυτό περιέχει 96 mg Λακτόζης μονοϋδρικής σε κάθε δισκίο των 0,25 mg, 0,5mg και 1 mg.

Το φάρμακο αυτό περιέχει 192 mg Λακτόζης μονοϋδρικής σε κάθε δισκίο των 2 mg.

Το φάρμακο αυτό περιέχει 0,1125 mg Βενζοϊκού νατρίου σε κάθε δισκίο των 0,25 mg, 0,5mg και 1 mg.

Το φάρμακο αυτό περιέχει 0,225 mg Βενζοϊκού νατρίου σε κάθε δισκίο των 2 mg.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Δισκία 0,25mg: λευκά, ωοειδούς σχήματος, χαραγμένα.

Η χαραγή είναι μόνο διακοσμητική και δεν προορίζεται για τη θραύση του δισκίου.

Δισκία 0,5mg: ανοιχτό πορτοκαλί, ωοειδούς σχήματος, χαραγμένα.

Η χαραγή είναι μόνο διακοσμητική και δεν προορίζεται για τη θραύση του δισκίου.

Δισκία 1mg: μωβ, ωοειδούς σχήματος, χαραγμένα.

Η χαραγή είναι μόνο διακοσμητική και δεν προορίζεται για τη θραύση του δισκίου.

Δισκία 2mg: λευκά, κοίλου σχήματος, τριχάρακτα.

Οι χαραγές χρησιμεύουν για το διαχωρισμό του δισκίου σε 4 ίσες δόσεις.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Το XANAX ενδείκνυται για τη βραχυχρόνια συμπτωματική θεραπεία του άγχους στους ενήλικες. Το XANAX ενδείκνυται μόνο όταν η διαταραχή είναι βαριά, καθιστά το άτομο δυσλειτουργικό ή το υποβάλλει σε έντονη δυσφορία.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

1 of 14

Διάρκεια της θεραπείας: Το XANAX πρέπει να χρησιμοποιείται στη χαμηλότερη δυνατή αποτελεσματική δόση, για τη μικρότερη δυνατή διάρκεια και για μέγιστο 2-4 εβδομάδων. Η ανάγκη για συνεχιζόμενη θεραπεία πρέπει να επαναξιολογείται τακτικά. Δε συνιστάται μακροχρόνια θεραπεία. Ο κίνδυνος της εξάρτησης ενδέχεται να αυξάνεται με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4).

Δοσολογία

Συνηθισμένη ΔοσολογίαΣύνηθες Εύρος Δοσολογίας Έναρξης *
Άγχος0,25 έως 0,5 mg χορηγούμενη τρεις φορές την ημέρα.0,5 έως 4,0 mg την ημέρα χορηγούμενη σε διηρημένες δόσεις.
Υπερήλικες0,25mg χορηγούμενη δύο έως τρεις φορές την ημέρα.0,5 έως 0,75 mg την ημέρα χορηγούμενη σε διηρημένες δόσεις.

* Αν εμφανισθούν ανεπιθύμητες ενέργειες, η δόση πρέπει να μειώνεται. Συνιστάται η τακτική αξιολόγηση της θεραπείας και η διακοπή της χορήγησης το συντομότερο δυνατό. Η δόση πρέπει να μειώνεται σταδιακά για την αποφυγή συμπτωμάτων απόσυρσης.

Παιδιατρικοί ασθενείς Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της αλπραζολάμης δεν έχουν τεκμηριωθεί σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα και επομένως η χρήση της αλπραζολάμης δεν συνιστάται.

Ηλικιωμένοι ασθενείς Η κάθαρση του φαρμάκου είναι μειωμένη και όπως ισχύει και με άλλες βενζοδιαζεπίνες, οι ηλικιωμένοι ασθενείς παρουσιάζουν αυξημένη ευαισθησία προς το φάρμακο (βλ. παράγραφο 5.2).

Σημαντικές συστάσεις για τη δοσολογία Η βέλτιστη δοσολογία της αλπραζολάμης πρέπει να εξατομικεύεται με βάση τη βαρύτητα των συμπτωμάτων και την ατομική ανταπόκριση του ασθενή. Σε λίγους ασθενείς, οι οποίοι χρειάζονται μεγαλύτερες δόσεις η δοσολογία πρέπει να αυξάνεται με προσοχή για να αποφευχθούν τυχόν ανεπιθύμητες ενέργειες. Όταν χρειάζονται μεγαλύτερες δόσεις, η βραδινή δόση πρέπει να αυξάνεται πριν από τις ημερήσιες δόσεις.

Γενικά, οι ασθενείς που δεν είχαν πάρει προηγουμένως ψυχοτρόπα φάρμακα θα χρειασθούν μικρότερες δόσεις από εκείνους που έχουν ήδη υποβληθεί σε θεραπεία με ήπια ηρεμιστικά, αντικαταθλιπτικά ή υπνωτικά ή έχουν ιστορικό χρόνιου αλκοολισμού. Συνιστάται να ακολουθείται η γενική αρχή χρήσης της χαμηλότερης δραστικής δόσης, ειδικά σε ηλικιωμένους ή καταβεβλημένους ασθενείς ώστε να αποκλεισθεί η εμφάνιση υπερκαταστολής ή αταξίας.

Διακοπή της θεραπείας Η δοσολογία θα πρέπει να μειώνεται βαθμιαία, σύμφωνα με τους κανόνες της σωστής ιατρικής πρακτικής.

Τρόπος χορήγησης Από του στόματος χρήση

4.3 Αντενδείξεις

2 of 14

Η αλπραζολάμη αντενδείκνυται σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στις βενζοδιαζεπίνες, στην αλπραζολάμη ή σε οποιοδήποτε συστατικό του προϊόντος που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Οι βενζοδιαζεπίνες αντενδείκνυνται επίσης σε ασθενείς με μυασθένεια gravis, σοβαρή αναπνευστική δυσλειτουργία, σύνδρομο υπνικής άπνοιας, σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Διάρκεια της θεραπείας Η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να είναι όσο το δυνατό βραχεία και όχι μεγαλύτερη από 2-4 εβδομάδες (βλ.

παράγραφο 4.2). Δεν θα πρέπει να γίνεται παράταση πέραν αυτών των διαστημάτων χωρίς επανεκτίμηση της κατάστασης.

Μπορεί να είναι χρήσιμο να ενημερώνεται ο ασθενής, όταν η θεραπεία ξεκινά, ότι θα είναι περιορισμένης διάρκειας και να του εξηγείται ακριβώς πώς θα μειώνεται σταδιακά η δοσολογία. Υπάρχουν ενδείξεις που υποδηλώνουν ότι ενδέχεται να εμφανιστούν συμπτώματα απόσυρσης στα δοσολογικά μεσοδιαστήματα όταν χρησιμοποιούνται βενζοδιαζεπίνες με βραχεία διάρκεια δράσης, ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις.

Όταν χρησιμοποιούνται βενζοδιαζεπίνες με μακρά διάρκεια δράσης, είναι σημαντικό να ενημερώνεται ο ασθενής ότι δεν πρέπει να προβεί σε αλλαγή σε βενζοδιαζεπίνες με βραχεία διάρκεια δράσης, καθώς μπορεί να αναπτυχθούν συμπτώματα απόσυρσης.

Κίνδυνος από την ταυτόχρονη χρήση οπιοειδών Η ταυτόχρονη χρήση αλπραζολάμης και οπιοειδών μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική καταστολή, αναπνευστική καταστολή, κώμα και θάνατο.

Λόγω αυτών των κινδύνων, η ταυτόχρονη συνταγογράφηση κατασταλτικών φαρμάκων όπως οι βενζοδιαζεπίνες ή συναφών φαρμάκων όπως το Xanax με οπιοειδή θα πρέπει να προορίζεται για ασθενείς για τους οποίους δεν είναι δυνατές εναλλακτικές θεραπευτικές επιλογές. Εάν ληφθεί η απόφαση να συνταγογραφηθεί το Xanax ταυτόχρονα με οπιοειδή, θα πρέπει να χρησιμοποιείται η ελάχιστη αποτελεσματική δόση και η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να είναι η βραχύτερη δυνατή (βλ. επίσης γενική σύσταση για τη δόση στην παράγραφο 4,2).

Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία και συμπτώματα αναπνευστικής καταστολής και καταστολής. Από αυτήν την άποψη, συνιστάται ιδιαίτερα να παρέχεται ενημέρωση στους ασθενείς και στους παρόχους φροντίδας τους (κατά περίπτωση) ώστε να γνωρίζουν αυτά τα συμπτώματα (βλ. παράγραφο 4,5).

Νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία Συνιστάται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία ή ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία.

Κατάθλιψη/άγχος Οι βενζοδιαζεπίνες και παράγοντες σαν τις βενζοδιαζεπίνες δεν πρέπει να συνταγογραφούνται ως μονοθεραπεία για τη θεραπεία της κατάθλιψης, καθώς μπορεί να προκαλέσουν ή να αυξήσουν τον κίνδυνο αυτοκτονίας. Το XANAX θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και η συνταγογράφηση θα πρέπει να είναι περιορισμένη σε ασθενείς με σημεία και συμπτώματα καταθλιπτικής διαταραχής ή αυτοκτονικών τάσεων. Έχουν αναφερθεί επεισόδια υπομανίας και μανίας σε συσχέτιση με τη χρήση της αλπραζολάμης σε ασθενείς με κατάθλιψη.

Παιδιατρικός πληθυσμός 3 of 14

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της αλπραζολάμης δεν έχουν τεκμηριωθεί σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών και επομένως η χρήση της αλπραζολάμης δεν συνιστάται.

Ηλικιωμένοι και/ή εξασθενημένοι ασθενείς Οι βενζοδιαζεπίνες και τα σχετιζόμενα με αυτές προϊόντα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή στους ηλικιωμένους, εξαιτίας του κινδύνου για καταστολή και/ή μυoσκελετική αδυναμία, που μπορεί να προκαλέσουν πτώσεις, συχνά με σοβαρές συνέπειες σε αυτόν τον πληθυσμό.

Συνιστάται να ακολουθείται ο γενικός κανόνας ότι σε ηλικιωμένους και/ή εξασθενημένους ασθενείς χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση, προκειμένου να αποκλείεται η εμφάνιση αταξίας ή υπερκαταστολής (oversedation) (βλ. παράγραφο 4.2).

Ασθενείς με αναπνευστική ανεπάρκεια Χαμηλότερη δόση συνιστάται σε ασθενείς με χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια λόγω του κινδύνου εμφάνισης αναπνευστικής καταστολής.

Εξάρτηση από αλκοόλ/ φάρμακα Οι βενζοδιαζεπίνες θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με εξαιρετική προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό κατάχρησης αλκοόλ ή ναρκωτικών (βλ. παράγραφο 4.5).

Ανοχή Μπορεί να εμφανισθεί μερική απώλεια της υπνωτικής δράσης των βενζοδιαζεπινών μετά από επαναλαμβανόμενη χρήση για μερικές εβδομάδες.

Eξάρτηση Η χρήση των βενζοδιαζεπινών μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη σωματικής και ψυχικής εξάρτησης από τα προϊόντα αυτά. Ο κίνδυνος εξάρτησης αυξάνει με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας. Είναι επίσης μεγαλύτερος σε ασθενείς με ιστορικό κατάχρησης αλκοόλ ή ναρκωτικών. Η εξάρτηση από το φάρμακο μπορεί να συμβεί και σε θεραπευτικές δόσεις και / ή σε ασθενείς χωρίς εξατομικευμένο παράγοντα κινδύνου. Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος εξάρτησης από το φάρμακο με τη συνδυασμένη χρήση πολλών βενζοδιαζεπινών, ανεξάρτητα από την ένδειξή τους ως αγχολυτικά ή υπνωτικά. Έχουν επίσης αναφερθεί περιπτώσεις κατάχρησης. Η κατάχρηση φαρμάκου είναι ένας γνωστός κίνδυνος για την αλπραζολάμη και τις άλλες βενζοδιαζεπίνες, και οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται αναλόγως όταν λαμβάνουν αλπραζολάμη. Η αλπραζολάμη ενδέχεται να υπόκειται σε εκτροπή. Έχουν υπάρξει αναφορές θανάτων που σχετίζονται με υπερδοσολογία όταν γίνεται κατάχρηση της αλπραζολάμης με άλλα κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ) συμπεριλαμβανομένων των οπιοειδών, άλλων βενζοδιαζεπινών και του αλκοόλ. Αυτοί οι κίνδυνοι θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν συνταγογραφείται ή χορηγείται αλπραζολάμη. Προκειμένου να μειωθούν αυτοί οι κίνδυνοι θα πρέπει να χρησιμοποιείται η ελάχιστη κατάλληλη ποσότητα και οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται σχετικά με την κατάλληλη φύλαξη και απόρριψη του αχρησιμοποίητου φαρμάκου (βλ. παράγραφο 4.2, 4.8 και 4.9).

Συμπτώματα απόσυρσης: Όταν έχει αναπτυχθεί σωματική εξάρτηση, η απότομη διακοπή της θεραπείας θα συνοδεύεται από συμπτώματα απόσυρσης. Αυτά μπορεί να αποτελούνται από κεφαλαλγίες, μυϊκό πόνο, έντονο άγχος, ένταση, ανησυχία, σύγχυση, ευερεθιστότητα και αϋπνία. Σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστούν τα ακόλουθα συμπτώματα: αποπραγματοποίηση, αποπροσωποποίηση, υπερακουσία, μούδιασμα και μυρμηκίαση των άκρων, υπερευαισθησία στο φως, τον ήχο και τη φυσική επαφή, ψευδαισθήσεις ή επιληπτικές κρίσεις (βλ. παράγραφο 4.2 και 4.8).

Κατά τη διακοπή της θεραπείας με αλπραζολάμη, η δοσολογία θα πρέπει να μειώνεται σταδιακά, σύμφωνα με την ορθή κλινική πρακτική.

Αϋπνία και ανησυχία από υποτροπή (rebound): ένα παροδικό σύνδρομο που μπορεί να συμβεί κατά τη διακοπή της θεραπείας και κατά το οποίο τα συμπτώματα που οδήγησαν στη θεραπεία με βενζοδιαζεπίνη επανεμφανίζονται με ενισχυμένη μορφή. Μπορεί να συνοδεύεται και από άλλα συμπτώματα όπως αλλαγές 4 of 14

στη διάθεση, ανησυχία ή διαταραχές ύπνου. Από τη στιγμή που ο κίνδυνος εμφάνισης φαινομένου απόσυρσης (withdrawal phenomena/rebound phenomena) είναι μεγαλύτερος κατά την απότομη διακοπή της θεραπείας, συνιστάται η σταδιακή μείωση της θεραπείας .

Αμνησία Οι βενζοδιαζεπίνες μπορεί να προκαλέσουν προχωρητική αμνησία. Η κατάσταση εμφανίζεται πιο συχνά μερικές ώρες μετά τη λήψη του προϊόντος, επομένως για να μειωθεί ο κίνδυνος, οι ασθενείς θα πρέπει να είναι σε θέση να εξασφαλίζουν αδιατάρακτο ύπνο 7-8 ωρών (βλ. παράγραφο 4.8).

Ψυχιατρικές και παράδοξες αντιδράσεις Αντιδράσεις όπως ανησυχία, διέγερση, ευερεθιστότητα, επιθετικότητα, παραληρητικές ιδέες, οργή, εφιάλτες, ψευδαισθήσεις, ψυχώσεις, ανάρμοστη συμπεριφορά και άλλες ανεπιθύμητες αντιδράσεις στη συμπεριφορά, είναι γνωστό ότι εμφανίζονται με τη χρήση βενζοδιαζεπινών. Εάν αυτό συμβεί, η χρήση του φαρμακευτικού προϊόντος πρέπει να διακόπτεται. Είναι πιο πιθανό να συμβούν στα παιδιά και τους ηλικιωμένους.

Οι βενζοδιαζεπίνες δεν συνιστώνται στην αρχική θεραπεία ψυχωσικών διαταραχών.

Έκδοχα Το XANAX περιέχει λακτόζη.

Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στην γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.

Το XANAX περιέχει βενζοϊκό άλας.

Το φάρμακο αυτό περιέχει 0,1125 mg βενζοϊκού νατρίου σε κάθε δισκίο των 0,25 mg, 0,5mg και 1 mg.

Το φάρμακο αυτό περιέχει 0,225 mg βενζοϊκού άλατος σε κάθε δισκίο των 2 mg.

Το Βενζοϊκό νάτριο μπορεί να αυξήσει τον ίκτερο (κιτρίνισμα του δέρματος και των ματιών) στα νεογέννητα μωρά (έως και 4 εβδομάδων).

Το XANAX περιέχει νάτριο.

Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Οι βενζοδιαζεπίνες προκαλούν αθροιστικές κατασταλτικές δράσεις στο ΚΝΣ, συμπεριλαμβανομένης αναπνευστικής καταστολής, όταν συγχορηγούνται με οπιοειδή, αλκοόλ ή άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ (Βλ.

παράγραφο 4.4). Η ταυτόχρονη λήψη με αλκοόλ δεν συνιστάται. Η αλπραζολάμη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή όταν συνδυάζεται με κατασταλτικά του ΚΝΣ. Μπορεί να υπάρξει ενίσχυση της κεντρικής κατασταλτικής δράσης σε περιπτώσεις ταυτόχρονης χρήσης με αντιψυχωσικά (νευροληπτικά), υπνωτικά, αγχολυτικά / ηρεμιστικά, αντικαταθλιπτικούς παράγοντες, ναρκωτικά αναλγητικά, αντιεπιληπτικά προϊόντα, αναισθητικά και αντιισταμινικά με κατασταλτική δράση. Στην περίπτωση των ναρκωτικών αναλγητικών, μπορεί επίσης να υπάρξει ενίσχυση της ευφορίας, η οποία να οδηγήσει σε αύξηση της ψυχικής εξάρτησης.

Οπιοειδή Η ταυτόχρονη χρήση κατασταλτικών φαρμάκων όπως βενζοδιαζεπίνες ή συναφών φαρμάκων όπως το Xanax με οπιοειδή αυξάνει τον κίνδυνο καταστολής, αναπνευστικής καταστολής, κώματος και θανάτου λόγω αθροιστικής κατασταλτικής δράσης στο ΚΝΣ. Η δόση και η διάρκεια της ταυτόχρονης χρήσης θα πρέπει να περιορίζονται (βλ. παράγραφο 4.4).

5 of 14

Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις μπορεί να υπάρξουν όταν η αλπραζολάμη χορηγείται μαζί με φάρμακα που παρεμβαίνουν στον μεταβολισμό της.

Αναστολείς του CYP3A Σκευάσματα που αναστέλλουν ορισμένα ηπατικά ένζυμα (ιδιαίτερα το κυτόχρωμα P450-3A4) μπορεί να αυξήσουν τη συγκέντρωση της αλπραζολάμης και να ενισχύσουν τη δράση της. Δεδομένα από κλινικές μελέτες με αλπραζολάμη, in vitro μελέτες με αλπραζολάμη και κλινικές μελέτες με φάρμακα που μεταβολίζονται παρόμοια με την αλπραζολάμη αποδεικνύουν ότι υπάρχουν ποικίλοι βαθμοί αλληλεπίδρασης και πιθανή αλληλεπίδραση της αλπραζολάμης με έναν αριθμό φαρμάκων. Με βάση το βαθμό αλληλεπίδρασης και το είδος των διαθέσιμων στοιχείων, γίνονται οι ακόλουθες συστάσεις:

• Η συγχορήγηση της αλπραζολάμης με κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη ή άλλα αζολικά αντιμυκητιασικά δεν συνιστάται.

• Η συγχορήγηση της νεφαζοδόνης ή φλουβοξαμίνης αυξάνει την AUC της αλπραζολάμης κατά περίπου 2 φορές. Συνιστάται προσοχή και να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης, όταν η αλπραζολάμη συγχορηγείται με νεφαζοδόνη, φλουβοξαμίνη, σιμετιδίνη και χυμός γκρέιπφρουτ.

• Συνιστάται προσοχή όταν η αλπραζολάμη συγχορηγείται με φλουοξετίνη, προποξυφαίνη, από του στόματος αντισυλληπτικά, σερτραλίνη, διλτιαζέμη ή μακρολίδια, όπως η ερυθρομυκίνη, η κλαριθρομυκίνη και η τρολεανδομυκίνη.

• Επαγωγείς του CYP3A4 Δεδομένου ότι η αλπραζολάμη μεταβολίζεται από το CYP3A4, οι επαγωγείς του ενζύμου αυτού μπορεί να ενισχύσουν το μεταβολισμό της αλπραζολάμης.

Αντιεπιληπτικά Το ποσοστό της απέκκρισης αλπραζολάμης αυξάνεται με τη χρήση carbamazepine, phenytoin, rifampicin και άλλων ουσιών που επάγουν το CYP3A4. Η συγχορήγηση τέτοιων ουσιών μπορεί να ελαττώσει το θεραπευτικό αποτέλεσμα της αλπραζολάμης.

Οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των αναστολέων της HIV πρωτεάσης (π.χ. ριτοναβίρη) και της αλπραζολάμης είναι πολύπλοκες και χρονοεξαρτώμενες. Βραχυπρόθεσμα, χαμηλές δόσεις ριτοναβίρης οδήγησαν σε σημαντική ελάττωση της κάθαρσης της αλπραζολάμης, παρέτειναν το χρόνο της ημίσειας ζωής της και ενίσχυσαν τις κλινικές της δράσεις. Ωστόσο, μετά από παρατεταμένη έκθεση στη ριτοναβίρη, η επαγωγή του CYP3A αντισταθμίζει αυτή την αναστολή. Για αυτή την αλληλεπίδραση απαιτείται μείωση της δόσης ή διακοπή της αλπραζολάμης.

Διγοξίνη Έχουν αναφερθεί αυξημένες συγκεντρώσεις διγοξίνης με χορήγηση αλπραζολάμης, ιδιαίτερα σε υπερήλικες (ηλικίας ≥65 ετών). Ως εκ τούτου, ασθενείς που λαμβάνουν αλπραζολάμη και διγοξίνη θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα που σχετίζονται με την τοξικότητα της διγοξίνης.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Εγκυμοσύνη Τα δεδομένα σχετικά με τερατογένεση και επιδράσεις στη μεταγεννητική ανάπτυξη και συμπεριφορά, μετά από θεραπεία με βενζοδιαζεπίνες, είναι αντιφατικά. Ένας μεγάλος αριθμός δεδομένων, που βασίζονται σε μελέτες κοόρτης, υποδεικνύουν ότι η έκθεση σε βενζοδιαζεπίνη, κατά το πρώτο τρίμηνο, δεν σχετίζεται με αύξηση του κινδύνου για μείζονα δυσπλασία. Ωστόσο, σε ορισμένες, πρώτου σταδίου, επιδημιολογικές μελέτες, ελεγχόμενων περιστατικών, έχει φανεί μια διπλάσια αύξηση του κινδύνου εμφάνισης λυκοστόματος.

Με τη θεραπεία με βενζοδιαζεπίνες σε υψηλές δόσεις, κατά το δεύτερο ή / και το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, έχει φανεί μια μείωση στις ενεργητικές κινήσεις του εμβρύου και διακυμάνσεις του καρδιακού ρυθμού του εμβρύου.

Όταν η θεραπεία πρέπει να χορηγείται για ιατρικούς λόγους κατά τη διάρκεια του τελευταίου τριμήνου της 6 of 14

εγκυμοσύνης, ακόμα και σε χαμηλές δόσεις, μπορεί να παρατηρηθούν σύνδρομο υποτονικού βρέφους, όπως αξονική υποτονία, προβλήματα με το θηλασμό, που μπορεί να οδηγήσουν σε μειωμένη αύξηση βάρους.

Αυτά τα σημεία είναι αναστρέψιμα, αλλά μπορεί να διαρκέσουν από 1 έως 3 εβδομάδες, σύμφωνα με το χρόνο ημίσειας ζωής του προϊόντος. Σε υψηλές δόσεις, μπορεί να εμφανιστεί αναπνευστική καταστολή ή άπνοια και υποθερμία στα νεογέννητα. Επιπλέον, μπορεί να παρατηρηθούν νεογνικά συμπτώματα απόσυρσης με υπερδιεγερσιμότητα, ανησυχία και τρόμο, λίγες ημέρες μετά τη γέννηση, ακόμη και αν δεν παρατηρηθεί σύνδρομο υποτονικού βρέφους. Η εμφάνιση των συμπτωμάτων απόσυρσης μετά τη γέννηση εξαρτάται από το χρόνο ημίσειας ζωής της δραστικής ουσίας.

Η αλπραζολάμη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με αλπραζολάμη. Αν η αλπραζολάμη χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή η ασθενής μείνει έγκυος ενώ παίρνει αλπραζολάμη, η ασθενής πρέπει να ενημερώνεται για το δυνητικό κίνδυνο που υπάρχει για το έμβρυο.

Αν η θεραπεία με αλπραζολάμη είναι απαραίτητη κατά το τελευταίο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, οι υψηλές δόσεις θα πρέπει να αποφεύγονται και το νεογέννητο θα πρέπει να παρακολουθείται για συμπτώματα απόσυρσης και / ή σύνδρομο υποτονικού βρέφους.

Θηλασμός Η αλπραζολάμη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε χαμηλά επίπεδα. Ωστόσο, η αλπραζολάμη δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών

Καταστολή, αμνησία, επηρεασμένη συγκέντρωση και επηρεασμένη μυϊκή λειτουργία μπορεί να επηρεάσουν δυσμενώς την ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανών. Αν η διάρκεια του ύπνου δεν είναι επαρκής, μπορεί να αυξηθεί η πιθανότητα ελαττωμένης εγρήγορσης (βλ. παράγραφο 4.5).

Οι επιδράσεις αυτές ενισχύονται από το αλκοόλ (βλ. παράγραφο 4.5). Οι ασθενείς υπό θεραπεία με Xanax, θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί με την οδήγηση και το χειρισμό μηχανών.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν παρατηρηθεί και αναφερθεί κατά τη διάρκεια θεραπείας με αλπραζολάμη με τις ακόλουθες συχνότητες: Πολύ συχνές (≥ 1 / 10), Συχνές (≥ 1 / 100 έως <1 / 10), Όχι συχνές (≥ 1 / 1.000 έως <1 / 100), Σπάνιες (≥ 1 / 10.000 έως <1 / 1.000), Πολύ σπάνιες (<1 / 10.000), Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα σύμφωνα με τη βάση δεδομένων MedDRAΠολύ Συχνές ≥ 1/10Συχνές ≥ 1/100 έως < 1/10Όχι συχνές ≥ 1/1 000 έως < 1/100Σπάν ιες ≥ 1/10 000 έως < 1/1 000Πολύ σπάνιε ς < 1/10 000Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματοςΥπερπρολακτιναι μία*
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψηςΜειωμένη όρεξη

7 of 14

Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα σύμφωνα με τη βάση δεδομένων MedDRAΠολύ Συχνές ≥ 1/10Συχνές ≥ 1/100 έως < 1/10Όχι συχνές ≥ 1/1 000 έως < 1/100Σπάν ιες ≥ 1/10 000 έως < 1/1 000Πολύ σπάνιε ς < 1/10 000Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Ψυχιατρικές διαταραχέςΚατάθλιψηΣύγχυση, αποπροσα- νατολισμός μειωμένη γενετήσια ορμή, άγχος, αϋπνία, νευρικότητα, αυξημένη γενετήσια ορμή*Μανία* βλ.Παρά- γραφο 4.4), ψευδαί- σθησεις*, θυμός*, διέγερση* , φαρμακευ τική εξάρτησηΥπομανία*, επιθετικότητα*, εχθρικότητα*, μη φυσιολογικές σκέψεις*, ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα* , κατάχρηση φαρμάκου*
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΚαταστολή, υπνηλία, ατα- ξία, επηρεασμένη μνήμη, δυσαρθρία, ζάλη, κεφαλαλγίαΔιαταραχή ισορροπίας, μη φυσιολογικός συντονισμός, διαταραχή προσοχής, υπερβολικός ύπνος, λήθαργος, τρόμοςΑμνησίαΔιαταραχές του αυτόνομου νευρικού συστήματος*, δυστονία*
Οφθαλμικές διαταραχέςΘολή όραση
Διαταραχές του γαστρεντερικούΔυσκοιλιότητα, ξηροστομίαΝαυτίαΓαστρεντερική διαταραχή*
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρωνΗπατίτιδα*, μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία*, ίκτερος*
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΔερματίτιδα*Αγγειοοίδημα*, αντίδραση υπερευαισθησίας*
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστούΜυϊκή αδυναμία
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδώνΑκράτεια *Κατακράτηση ούρων*
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστούΣεξουαλική δυσλειτουργία*Διαταρα- χές εμμήνου ρύσεως*

8 of 14

Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα σύμφωνα με τη βάση δεδομένων MedDRAΠολύ Συχνές ≥ 1/10Συχνές ≥ 1/100 έως < 1/10Όχι συχνές ≥ 1/1 000 έως < 1/100Σπάν ιες ≥ 1/10 000 έως < 1/1 000Πολύ σπάνιε ς < 1/10 000Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησηςΚόπωση, ευερεθιστότηταΣύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου *Περιφερικό οίδημα*
Παρακλινικές εξετάσειςΣωματικό βάρος μειωμένο, σωματικό βάρος αυξημένοΑυξημένη ενδοφθάλμια πίεση*

*Ανεπιθύμητες ενέργειες που εντοπίστηκαν μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά Μετά από απότομη ή γρήγορη διακοπή της θεραπείας με βενζοδιαζεπίνες, συμπεριλαμβανομένης και της αλπραζολάμης, έχουν εμφανιστεί συμπτώματα απόσυρσης. Αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν από ήπια δυσφορία και αϋπνία μέχρι σοβαρά σύνδρομα που εμφανίζουν κοιλιακές και μυικές κράμπες, έμετο, εφίδρωση, τρόμο και σπασμούς. Επιπλέον, κατά την απότομη ή γρήγορη διακοπή της θεραπείας με αλπραζολάμη εμφανίστηκαν σπασμοί απόσυρσης.

Αμνησία Προχωρητική αμνησία μπορεί να εμφανιστεί και σε θεραπευτικές δόσεις, ενώ ο κίνδυνος αυξάνει σε υψηλότερες δόσεις. Οι επιδράσεις της αμνησίας μπορεί να συνδέονται με ανάρμοστη συμπεριφορά (βλ.

παράγραφο 4.4)

Κατάθλιψη Προϋπάρχουσα κατάθλιψη μπορεί να εκδηλωθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με βενζοδιαζεπίνη.

Ψυχιατρικές και παράδοξες αντιδράσεις Αντιδράσεις όπως ανησυχία, διέγερση, ευερεθιστότητα, επιθετικότητα, παραληρητικές ιδέες, οργή, εφιάλτες, ψευδαισθήσεις, ψυχώσεις, ανάρμοστη συμπεριφορά και άλλες ανεπιθύμητες αντιδράσεις στη συμπεριφορά, είναι γνωστό ότι εμφανίζονται με τη χρήση βενζοδιαζεπινών. Αυτές μπορεί να είναι αρκετά σοβαρές με τη χρήση αυτών των φαρμάκων, ενώ είναι πιθανότερο να εκδηλωθούν σε παιδιά και ηλικιωμένους.

Σε πολλές από τις περιπτώσεις αυθόρμητων αναφορών ανεπιθύμητων επιδράσεων στη συμπεριφορά, οι ασθενείς λάμβαναν ταυτόχρονα και άλλα φάρμακα του ΚΝΣ και/ή περιγράφονταν ως άτομα με προϋπάρχουσα ψυχιατρική κατάσταση. Ασθενείς με οριακή διαταραχή προσωπικότητας, με προηγούμενο ιστορικό βίας ή επιθετικής συμπεριφοράς, ή με ιστορικό κατάχρησης με αλκοόλ ή ναρκωτικά διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης τέτοιων συμπεριφορών. Περιστατικά ευερεθιστότητας, εχθρικότητας και παρεμβατικών σκέψεων έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αλπραζολάμη σε ασθενείς με διαταραχή μετατραυματικού στρες.

Εξάρτηση Η χρήση (ακόμη και σε θεραπευτικές δόσεις) μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη σωματικής εξάρτησης: η διακοπή της θεραπείας μπορεί να οδηγήσει σε φαινόμενα απόσυρσης ή υποτροπής. Μπορεί να συμβεί 9 of 14

ψυχική εξάρτηση. Έχει αναφερθεί κατάχρηση βενζοδιαζεπινών (βλ. Προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω:

Ελλάδα Κύπρος Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Μεσογείων 284 Υπουργείο Υγείας GR-15562 Χολαργός, Αθήνα CY-1475 Λευκωσία Τηλ: + 30 21 32040380/337 Τηλ: +357 22608607 Φαξ: + 30 21 06549585 Φαξ: + 357 22608669 Ιστότοπος: http://www.eof.gr Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs.

4.9 Υπερδοσολογία

Όπως και με άλλες βενζοδιαζεπίνες, η υπερδοσολογία δε θα πρέπει να αποτελέσει απειλή για τη ζωή, εκτός εάν συνδυαστεί με άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ (συμπεριλαμβανομένου του αλκοόλ).

Κατά την αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας με οποιοδήποτε φαρμακευτικό προϊόν, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι μπορεί να έχουν ληφθεί περισσότερα από ένα φάρμακα.

Μετά από υπερδοσολογία με από του στόματος χορηγούμενες βενζοδιαζεπίνες, πρέπει να προκληθεί έμετος (εντός μιας ώρας), εάν ο ασθενής έχει τις αισθήσεις του, ή πλύση στομάχου με διατήρηση ανοικτής της αναπνευστικής οδού, εάν ο ασθενής είναι αναίσθητος. Εάν δεν υπάρχει κανένα πλεονέκτημα από την κένωση του στομάχου, θα πρέπει να δοθεί ενεργός άνθρακας για την μείωση της απορρόφησης. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στις αναπνευστικές και καρδιαγγειακές λειτουργίες, στη μονάδα εντατικής θεραπείας.

Η υπερδοσολογία με βενζοδιαζεπίνες συνήθως εκδηλώνεται με διάφορους βαθμούς καταστολής του κεντρικού νευρικού συστήματος που κυμαίνεται από νωθρότητα έως κώμα. Σε ήπιες περιπτώσεις, τα συμπτώματα περιλαμβάνουν νωθρότητα, διανοητική σύγχυση και λήθαργο, ενώ σε πιο σοβαρές περιπτώσεις, τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν αταξία, υποτονία, υπόταση, αναπνευστική καταστολή, σπάνια κώμα και πολύ σπάνια θάνατο.

Η φλουμαζενίλη μπορεί να είναι χρήσιμη ως αντίδοτο.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1. Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αγχολυτικά, Παράγωγα βενζιδιαζεπίνης, Κωδικός ATC: N05BA12 Η αλπραζολάμη είναι μία τριαζολοβενζοδιαζεπίνη.

Οι βενζοδιαζεπίνες ενισχύουν τη δράση των GABA υποδοχέων οδηγώντας έτσι στην αναστολή της νευρικής λειτουργίας.

Η αλπραζολάμη παρουσιάζει κατασταλτικές, υπνωτικές και αγχολυτικές ιδιότητες.

10 of 14

Επιπρόσθετα εμφανίζει αντισπασμωδική και κεντρική μυοχαλαρωτική δράση.

Η αλπραζολάμη συγκρίθηκε με placebo σε διπλά-τυφλές κλινικές δοκιμές σε ασθενείς με διάγνωση άγχους ή αγχώδους κατάθλιψης και αποδείχθηκε σημαντικά καλύτερη από το placebo σε κάθε μία από τις εκτιμήσεις μελετών διάρκειας τεσσάρων εβδομάδων με βάση τους ακόλουθους ψυχομετρικούς συντελεστές: Τη σφαιρική εκτίμηση του γιατρού, τη συνολική βαθμολογία της κλίμακας του άγχους του Hamilton, τη συνολική βαθμολογία της κλίμακας κατάθλιψης του Hamilton, τη σφαιρική εντύπωση του ασθενή και τη βαθμολογία της κλίμακας αυτοβαθμολόγησης των συμπτωμάτων. Η αλπραζολάμη προκάλεσε μια γενικά μικρότερη συχνότητα ανεπιθυμήτων ενεργειών σε σύγκριση με τη διαζεπάμη. Ειδικά, αναφέρθηκε σημαντικά χαμηλότερη συχνότητα εμφάνισης υπνηλίας, ζάλης και σύγχυσης.

Εργαστηριακές μελέτες ύπνου στον άνθρωπο, έδειξαν ότι η αλπραζολάμη μείωσε τον χρόνο επέλευσης του REM ύπνου, αύξησε τη διάρκειά του και μείωσε τον αριθμό των νυκτερινών αφυπνίσεων. Η αλπραζολάμη προκάλεσε μικρές μειώσεις στα στάδια 3-4 και REM ύπνου.

Η αλπραζολάμη δεν επηρέασε το χρόνο προθρομβίνης ή τις στάθμες της βαρφαρίνης στο πλάσμα σε άρρενες εθελοντές που χρησιμοποιούσαν από το στόμα νατριούχο βαρφαρίνη.

Όταν χρησιμοποιήθηκε η αλπραζολάμη -14C σε έγκυα ποντίκια, τα σχετιζόμενα με το φάρμακο υλικά εμφανίσθηκαν ομοιόμορφα κατανεμημένα στο έμβρυο με πυκνότητα 14C κατά προσέγγιση, ίδια με το αίμα και με τους σκελετικούς μυς της μητέρας.

5.2. Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Μετά την από του στόματος χορήγηση, η αλπραζολάμη απορροφάται εύκολα. Οι ανώτατες τιμές συγκέντρωσης στο πλάσμα επέρχονται μία ή δύο ώρες μετά τη χορήγηση. Τα επίπεδα της αλπραζολάμης στο πλάσμα είναι ανάλογα με τη δόση που χορηγήθηκε. Δόσεις μεγαλύτερες των 0,5 μέχρι 3 mg, είχαν αποτέλεσμα την επίτευξη επιπέδων από 8,0 μέχρι 37 ng/ml.

H μέση ημιπερίοδος ζωής της απομάκρυνσης της αλπραζολάμης είναι 10-12 ώρες (εύρος 6,3 - 26,9 ώρες).

Στους ηλικιωμένους ασθενείς η απομάκρυνση είναι βραδύτερη. Η αλπραζολάμη και οι μεταβολίτες της πρωταρχικά απεκκρίνονται στα ούρα.

Ο κύριος μεταβολίτης είναι η α-υδροξυ-αλπραζολάμη. Οι υδροξυμεταβολίτες έχουν κάποια φαρμακολογική δράση. Η α-υδροξυ-αλπραζολάμη αναφέρεται ότι έχει τη μισή τουλάχιστον δράση αλπραζολάμης. Ωστόσο, τα επίπεδα στο πλάσμα είναι χαμηλά. Η αλπραζολάμη δεσμεύεται κατά 70-80% από τις πρωτεΐνες του πλάσματος.

5.3. Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Μεταλλαξιογένεση και Kαρκινογένεση Η αλπραζολάμη δεν ήταν μεταλλαξιογόνος στην in vitro δοκιμασία Ames. Η αλπραζολάμη δεν παρήγαγε χρωμοσωματικές ανωμαλίες στην in vivo δοκιμασία μικροπυρήνα σε αρουραίους μέχρι την υψηλότερη δόση που δοκιμάστηκε των 100 mg/kg, η οποία είναι 500 φορές μεγαλύτερη από τη μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση για τον άνθρωπο των 10 mg/ημέρα.

11 of 14

Δεν παρατηρήθηκαν στοιχεία καρκινογόνου δυναμικού κατά τη διάρκεια διετών μελετών βιοδοκιμασίας της αλπραζολάμης σε αρουραίους σε δόσεις μέχρι 30 mg/kg/ημέρα (150 φορές τη μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση για τον άνθρωπο των 10 mg/ημέρα) και σε ποντικούς σε δόσεις μέχρι 10 mg/kg/ημέρα (50 φορές τη μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση για τον άνθρωπο των 10 mg/ημέρα).

Γονιμότητα Η αλπραζολάμη δεν έβλαψε τη γονιμότητα σε αρουραίους μέχρι την υψηλότερη δόση που δοκιμάστηκε των 5 mg/kg/ημέρα, που είναι 25 φορές η μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση για τον άνθρωπο των 10 mg/ημέρα.

Οφθαλμικές Επιπτώσεις Σε αρουραίους, παρατηρήθηκε μια τάση δοσοεξαρτώμενης αύξησης των περιπτώσεων καταρράκτη (θηλυκοί)

και αγγείωσης του κερατοειδούς (αρσενικοί), όταν χορηγήθηκε από του στόματος αλπραζολάμη σε δόσεις των 3, 10 και 30 mg/kg/ημέρα (15 έως 150 φορές τη μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση για τον άνθρωπο των 10 mg/ημέρα) για 2 έτη. Αυτές οι βλάβες εμφανίστηκαν μετά από 11 μήνες θεραπείας.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Δισκία 0,25mg Μονοϋδρική λακτόζη Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Διοξείδιο πυριτίου κολλοειδές Δοκουσικό νάτριο (85%) + Βενζοϊκό νάτριο (15%) (Ε 211)

Άμυλο καλαμποκιού Στεατικό μαγνήσιο Δισκία 0,5mg Μονοϋδρική λακτόζη Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Διοξείδιο πυριτίου κολλοειδές Δοκουσικό νάτριο (85%) + Βενζοϊκό νάτριο (15%) (Ε 211)

Άμυλο καλαμποκιού Στεατικό μαγνήσιο F. D. & C. Χρώμα # 6 Λάκα αργιλίου Δισκία 1mg Μονοϋδρική λακτόζη Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Διοξείδιο πυριτίου κολλοειδές Δοκουσικό νάτριο (85%) + Βενζοϊκό νάτριο (15%) (Ε 211)

Άμυλο καλαμποκιού Στεατικό μαγνήσιοFD & C # 2 Λάκα αργιλίου Λάκα νατριούχου αργιλούχου χρωστικής ερυθροσίνης 12 of 14

Δισκία 2mg Μονοϋδρική λακτόζη Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Διοξείδιο πυριτίου κολλοειδές Δοκουσικό νάτριο (85%) + Βενζοϊκό νάτριο (15%) (Ε 211)

Άμυλο καλαμποκιού (άμυλο αραβοσίτου)

Στεατικό μαγνήσιο 6.2 Aσυμβατότητες Δεν εφαρμόζεται

6.3 Διάρκεια ζωής

3 χρόνια.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25°C.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Δισκία 0,25mg: PVC/PVDC - Aluminium foil.

Δισκία 0,5mg: PVC/PVDC - Aluminium foil.

Δισκία 1mg: PVC/PVDC - Aluminium foil.

Δισκία 2mg: Γυάλινο φιαλίδιο: Σκουρόχρωμο γυαλί, Πώμα: Χαμηλής πυκνότητος πολυαιθυλένιο (LDPE).

Δισκία 0,25mg, 1mg & 2mg: Κουτί των 30 δισκίων.

Δισκία 0,5mg: Κουτί των 20 ή 30 δισκίων.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

ΠΡΟΣΟΧΗ Χορηγείται με ειδική συνταγή του ν.3459/2006 περί ναρκωτικών, Πίνακας Δ.

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

UPJOHN HELLAS ΕΠΕ, Λ. Μεσογείων 253-255, 154 51 Ν. Ψυχικό, Αθήνα, Ελλάδα Τηλ.: 2100 100 002 13 of 14

ΚΥΠΡΟΣ - Τοπικός Αντιπρόσωπος:

GPA Pharmaceuticals Ltd Τηλ.: +357 22863100 8. AΡΙΘΜΟΙ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ Δισκία 0,25mg: 23875/26.06.95 Δισκία 0,5mg: 23876/26.06.95 Δισκία 1mg: 23877/26.06.95 Δισκία 2mg: 40778/22.12.97

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Δισκία 0,25mg: 04.02.85 / 06.02.2007 Δισκία 0,5mg: 04.02.85 / 06.02.2007 Δισκία 1mg: 04.02.85 / 06.02.2007 Δισκία 2mg: 22.12.97/ 06.02.2007

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

14 of 14

Πηγή: farmako:SPC_1864301.pdf