1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
XENETIX 300 mg I/ml Ενέσιμο διάλυμα
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε ml διαλύματος περιέχει 658,1 mg ιοβιτριδόλης, που αντιστοιχούν σε 300 mg ιωδίου.
| Μέγεθος φιάλης | 20 ml | 50 ml | 60 ml | 100 ml | 150 ml | 200 ml | 500 ml |
|---|---|---|---|---|---|---|---|
| Δραστικό συστατικό Iοβιτριδόλη (INN) αντιστοιχούν σε Ιώδιο | 13,16 g 6 g | 32,90 g 15 g | 39,49 g 18 g | 65,81 g 30 g | 98,71 g 45 g | 131,66 g 50 g | 329 g 150 g |
Έκδοχο με γνωστή δράση: Νάτριο (έως 3,5 mg ανά 100 ml)
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Ενέσιμο διάλυμα Διαυγές άχρωμο έως ανοιχτό κίτρινο διάλυμα.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν χρησιμοποιείται μόνο για διαγνωστικούς σκοπούς.
Για ενήλικες και παιδιά που πρόκειται να υποβληθούν σε:
• ενδοφλέβια ουρογραφία
• ολόσωμη αξονική τομογραφία CT συμπεριλαμβανομένης και αξονικής τομογραφίας εγκεφάλου
• ενδοαρτηριακή ψηφιακή αφαιρετική αγγειογραφία
• αρτηριογραφία
• αγγειοκαρδιογραφία
• αρθρογραφία
• υστεροσαλπιγγογραφία
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Ενήλικες και παιδιά Η δόση πρέπει να καθορίζεται ανάλογα με τoν τύπο της εξέτασης και την περιοχή που πρόκειται να εξετασθεί, καθώς επίσης και ανάλογα με την ηλικία, το σωματικό βάρος, την καρδιακή παροχή και την γενική κατάσταση του ασθενή (πχ. τη νεφρική λειτουργία του κάθε ατόμου, ιδιαίτερα στα παιδιά) και τις τεχνικές που θα χρησιμοποιηθούν. Όπως ισχύει και με όλα τα σκιαγραφικά μέσα, θα πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη δόση που απαιτείται
για την επίτευξη απεικόνισης. Η επαρκής ενυδάτωση θα πρέπει να ελέγχεται πριν και μετά τη χορήγηση.
Οι παρακάτω δόσεις συνιστώνται:
| Ενδείξεις | Μέση δόση (ml/kg) | Ολικός όγκος (min/max) ml |
|---|---|---|
| Ουρογραφία με ταχεία IV έγχυση με αργή IV έγχυση | 1,2 1,6 | 50-100 100 |
| Αξονική τομογραφία εγκεφάλου Ολόσωμη αξονική τομογραφία | 1,4 1,9 | 20-100 20-150 |
| Ενδοαρτηριακή ψηφιακή αφαιρετική αγγειογραφία (DSA) | 1,7 | 40-270 |
| Αρτηριογραφία Εγκεφαλική αρτηριογραφία Αρτηριογραφία κάτω σκέλους | 1,8 2,8 | 45-210 85-300 |
| Αγγειοκαρδιογραφία | 1,1 | 70-125 |
Προτεινόμενη δοσολογία για ενδοκοιλoτική χρήση:
| Ενδείξεις | Μέση δόση (ml) | Παρατηρήσεις |
|---|---|---|
| Αρθρογραφία | 5-20 | όγκος προσαρμοσμένος στην άρθρωση |
| Υστεροσαλπιγγογραφία | 5-20 | προσαρμογή στον όγκο της μήτρας |
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στην ιοβιτριδόλη ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
Ιστορικό άμεσων σοβαρών αντιδράσεων ή καθυστερημένων δερματικών αντιδράσεων (βλ.
παραγράφους 4.4 και 4.8) κατά την ένεση Xenetix.
Έκδηλη θυρεοτοξίκωση Υστεροσαλπιγγογραφία κατά τη διάρκεια της κύησης
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά την χρήση
Υπάρχει κίνδυνος αλλεργικών αντιδράσεων, ανεξάρτητα από την οδό χορήγησης ή τη δόση.
Ο κίνδυνος αλλεργικών αντιδράσεων που σχετίζεται με προϊόντα που χορηγούνται τοπικά για την ακτινοσκιερή απεικόνιση των σωματικών κοιλοτήτων δεν είναι σαφής:
α) Η χορήγηση μέσω ορισμένων συγκεκριμένων οδών (ενδοαρθρικής, χοληφόρων, ενδορραχιαίας, ενδομήτριας οδού, κ.λπ.) επιφέρει ποικίλους βαθμούς συστημικής διάχυσης, δηλ. ενδέχεται να παρατηρηθούν συστημικές επιδράσεις.
β) Η από στόματος ή το ορθό χορήγηση οδηγεί συνήθως σε πολύ περιορισμένη συστημική διάχυση. Εάν ο εντερικός βλεννογόνος είναι φυσιολογικός, ποσότητα όχι μεγαλύτερη του 5% της χορηγηθείσας δόσης εντοπίζεται στα ούρα και η υπόλοιπη αποβάλλεται στα κόπρανα.
Αντίθετα, η απορρόφηση αυξάνεται εάν ο βλεννογόνος έχει υποστεί βλάβη. Σε περίπτωση διάτρησης, η απορρόφηση είναι ταχεία και συνολική, με διάχυση στην περιτοναϊκή κοιλότητα και το προϊόν αποβάλλεται στα ούρα. Συνεπώς, η εμφάνιση δοσοεξαρτώμενων συστημικών επιδράσεων εξαρτάται από την κατάσταση του εντερικού βλεννογόνου.
γ) Ωστόσο, ο ανοσοαλλεργικός μηχανισμός δεν είναι δοσοεξαρτώμενος και ανοσοαλλεργικές αντιδράσεις μπορεί να παρουσιαστούν ανά πάσα στιγμή, ανεξάρτητα από την οδό χορήγησης.
Συνεπώς, όσον αφορά τη συχνότητα και την ένταση των ανεπιθύμητων ενεργειών, υπάρχει διαφορά μεταξύ:
• προϊόντων που χορηγούνται μέσω αγγειακών οδών και ορισμένων τοπικών οδών και
• προϊόντων που χορηγούνται μέσω της γαστρεντερικής οδού, τα οποία απορροφώνται ελάχιστα μόνο υπό φυσιολογικές συνθήκες.
4.4.1. Γενικές παρατηρήσεις για όλα τα ιωδιούχα σκιαγραφικά
Προειδοποιήσεις Ελλείψει ειδικών μελετών, η μυελογραφία δεν αποτελεί ένδειξη για το Xenetix.
Όλα τα ιωδιούχα σκιαγραφικά ενδέχεται να προκαλέσουν ελάσσονες ή μείζονες αντιδράσεις που μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή. Μπορεί να εμφανιστούν άμεσα (εντός 60 λεπτών) ή με καθυστέρηση (έως 7 ημέρες). Συχνά είναι απρόβλεπτες.
Λόγω του κινδύνου μειζόνων αντιδράσεων, πρέπει να υπάρχει διαθέσιμος εξοπλισμός ανάνηψης έκτακτης ανάγκης για άμεση χρήση.
Έχουν αναπτυχθεί διάφοροι μηχανισμοί για την επεξήγηση της εμφάνισης αυτών των αντιδράσεων:
• Άμεση τοξικότητα που επηρεάζει το αγγειακό ενδοθήλιο και τις ιστικές πρωτεΐνες.
• Φαρμακολογική δράση που τροποποιεί τη συγκέντρωση συγκεκριμένων ενδογενών παραγόντων (ισταμίνης, παραγόντων συμπληρώματος, μεσολαβητών φλεγμονής) και παρατηρείται πιο συχνά με υπερωσμωτικά σκιαγραφικά.
• Άμεσες IgE-μεσολαβούμενες αλλεργικές αντιδράσεις στο σκιαγραφικό Xenetix (αναφυλαξία)
• Αλλεργικές αντιδράσεις με μηχανισμό κυτταρικού τύπου (καθυστερημένες δερματικές αντιδράσεις)
Οι ασθενείς στους οποίους έχει ήδη εμφανιστεί μια αντίδραση κατά τη χορήγηση ενός ιωδιούχου σκιαγραφικού διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης μιας άλλης αντίδρασης μετά τη χορήγηση του ίδιου ή πιθανώς διαφορετικού ιωδιούχου σκιαγραφικού, και επομένως θεωρούνται ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο.
Ιωδιούχα σκιαγραφικά και θυρεοειδής (βλ. Επίσης παράγραφο 4.4.2 Δυσλειτουργία θυρεοειδούς)
Πριν από τη χορήγηση ενός ιωδιούχου σκιαγραφικού, πρέπει να επιβεβαιώνεται ότι ο ασθενής δεν έχει προγραμματιστεί για σπινθηρογραφική εξέταση ή για εργαστηριακές εξετάσεις που σχετίζονται με το θυρεοειδή ή για λήψη ραδιενεργού ιωδίου για θεραπευτικούς σκοπούς.
Η χορήγηση σκιαγραφικών, μέσω οποιασδήποτε οδού, διαταράσσει τις συγκεντρώσεις των θυρεοειδικών ορμονών και την πρόσληψη ιωδίου από το θυρεοειδή ή από μεταστάσεις του καρκίνου του θυρεοειδούς, έως ότου τα επίπεδα του ιωδίου στα ούρα να επανέλθουν σε φυσιολογικά επίπεδα.
Άλλες προειδοποιήσεις Η εξαγγείωση είναι μια συνήθης επιπλοκή (0,04% έως 0,9%) της ενδοφλέβιας ένεσης σκιαγραφικών. Είναι συχνότερη με προϊόντα υψηλής ωσμωτικότητας. Οι περισσότερες βλάβες είναι ήσσονος σημασίας, ωστόσο ενδέχεται να προκληθούν σοβαροί τραυματισμοί, όπως εξέλκωση του δέρματος, νέκρωση ιστού και σύνδρομο διαμερίσματος, με οποιοδήποτε ιωδιούχο σκιαγραφικό. Ο κίνδυνος ή/και οι παράγοντες σοβαρότητας εξαρτώνται από τον ασθενή (καταστάσεις ανεπαρκών ή εύθραυστων αγγείων) και την τεχνική χορήγησης (χρήση αυτόματου εγχυτή, μεγάλος όγκος). Είναι σημαντικό να αναγνωρισθούν αυτοί οι παράγοντες, και να βελτιστοποιηθεί το σημείο ένεσης και η τεχνική αντίστοιχα, καθώς και η παρακολούθηση της ένεσης πριν από, κατά τη διάρκεια και μετά την ένεση του Xenetix.
4.4.2 Προφυλάξεις κατά τη χρήση
Δυσανεξία σε ιωδιούχα σκιαγραφικά:
Πριν από την εξέταση:
• Προσδιορίστε τους ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο με την ακριβή εξέταση του ιστορικού τους.
Συνιστάται η χρήση κορτικοστεροειδών και αντισταμινικών τύπου H1 ως προληπτική φαρμακευτική αγωγή σε ασθενείς που διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για αντιδράσεις δυσανεξίας (ιστορικό δυσανεξίας σε ιωδιούχο σκιαγραφικό). Ωστόσο, αυτά δεν αποτρέπουν την εμφάνιση σοβαρής ή μοιραίας αναφυλακτικής καταπληξίας.
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, πρέπει να τηρούνται τα παρακάτω μέτρα:
• Ιατρική παρακολούθηση
• Μόνιμη φλεβική προσπέλαση Μετά την εξέταση:
• Μετά τη χορήγηση του σκιαγραφικού, ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται για τουλάχιστον 30 λεπτά, καθώς οι πιο σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρούνται εντός αυτού του χρονικού διαστήματος.
• Ο ασθενής πρέπει να ενημερωθεί για την πιθανότητα καθυστερημένων αντιδράσεων (για διάστημα έως επτά ημερών) (βλ. παράγραφο 4.8. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCARs), όπως η αντίδραση στο φάρμακο/εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS), το σύνδρομοStevens-Johnson (SJS), η τοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο Lyell ή TEN)
και η οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP), που μπορούν να είναι
απειλητικές για τη ζωή, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε ιοβιτριδόλη (βλ. παράγραφο 4.8, Ανεπιθύμητες ενέργειες). Κατά το χρόνο έναρξης οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τα σημεία και τα συμπτώματα και θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σοβαρές δερματικές αντιδράσεις. Το Xenetix θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως όταν πιθανολογείται μια σοβαρή αντίδραση υπερευαισθησίας. Εάν ο ασθενής αναπτύξει μια σοβαρή δερματική ανεπιθύμητη ενέργεια μετά από χρήση του Xenetix, το Xenetix δεν πρέπει να επαναχορηγηθεί στον συγκεκριμένο ασθενή σε καμία χρονική στιγμή (βλ. παράγραφο 4.3).
Νεφρική ανεπάρκεια Τα ιωδιούχα σκιαγραφικά μπορεί να προκαλέσουν παροδική μεταβολή της νεφρικής λειτουργίας ή να επιδεινώσουν προϋπάρχουσα νεφρική ανεπάρκεια. Στα προληπτικά μέτρα περιλαμβάνονται τα εξής:
• Αναγνώριση των ασθενών που διατρέχουν κίνδυνο, δηλ. ασθενείς που είναι αφυδατωμένοι ή που πάσχουν από νεφρική ανεπάρκεια, διαβήτη, σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια, μονοκλωνική γαμμαπάθεια (πολλαπλό μυέλωμα, μακροσφαιριναιμία Waldenstrom), με ιστορικό νεφρικής ανεπάρκειας μετά τη χορήγηση ιωδιούχων σκιαγραφικών, παιδιά κάτω του ενός έτους και ηλικιωμένοι ασθενείς με αθηρωματική νόσο.
• Επαρκής ενυδάτωση όταν είναι απαραίτητο με διάλυμα φυσιολογικού ορού.
• Αποφυγή συνδυασμών με νεφροτοξικά φάρμακα. Εάν δεν είναι δυνατό να αποφευχθεί αυτός ο συνδυασμός, πρέπει να εντατικοποιηθεί η εργαστηριακή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας. Στα φάρμακα αυτά συμπεριλαμβάνονται οι αμινογλυκοσίδες, τα σύμπλοκα οργανοπλατινών, οι υψηλές δόσεις μεθοτρεξάτης, η πενταμιδίνη, η φοσκαρνέτη και ορισμένα αντιικά φάρμακα (ακυκλοβίρη, γανκυκλοβίρη, βαλακυκλοβίρη, αδεφοβίρη, κιδοφοβίρη, τενοφοβίρη, η βανκομυκίνη, η αμφοτερικίνη B, τα ανοσοκατασταλτικά, όπως κυκλοσπορίνες ή τακρόλιμους, ιφοσφαμίδη).
• Διάστημα τουλάχιστον 48 ωρών μεταξύ δύο ακτινογραφικών εξετάσεων με εγχύσεις σκιαγραφικών, ή αναβολή τυχόν νέας εξέτασης μέχρι η νεφρική λειτουργία να επανέλθει στις αρχικές τιμές.
• Αποτροπή γαλακτικής οξέωσης σε διαβητικούς που λαμβάνουν θεραπεία με μετφορμίνη παρακολουθώντας τα επίπεδα της κρεατινίνης του ορού.
Τα ιωδιούχα σκιαγραφικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε αιμοκαθαιρόμενους ασθενείς, καθώς τα σκιαγραφικά αποβάλλονται μέσω της αιμοκάθαρσης. Απαιτείται προηγούμενη έγκριση από το τμήμα αιμοκάθαρσης.
Ηπατική ανεπάρκεια Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς που πάσχουν από νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια, διαβήτη ή δρεπανοκυτταρική αναιμία.
Πρέπει να διασφαλίζεται επαρκής ενυδάτωση σε όλους τους ασθενείς πριν και μετά τη χορήγηση σκιαγραφικού και ιδιαίτερα σε ασθενείς που πάσχουν από νεφρική ανεπάρκεια ή διαβήτη, στους οποίους είναι σημαντική η διατήρηση της ενυδάτωσης για την ελαχιστοποίηση της επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται όταν ένας ασθενής παρουσιάζει τόσο ηπατική όσο και νεφρική ανεπάρκεια καθώς, σε αυτήν την περίπτωση, ο κίνδυνος κατακράτησης του σκιαγραφικού είναι αυξημένος.
Άσθμα Συνιστάται η σταθεροποίηση του άσθματος πριν από την ένεση ιωδιούχου σκιαγραφικού.
Λόγω του αυξημένου κινδύνου βρογχόσπασμου, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς που εμφάνισαν μια ασθματική κρίση εντός οκτώ ημερών πριν από την εξέταση.
Δυσλειτουργία θυρεοειδούς Μετά την ένεση ιωδιούχου σκιαγραφικού, ιδιαίτερα σε ασθενείς με βρογχοκήλη ή ιστορικό θυρεοειδικής δυσλειτουργίας, υπάρχει κίνδυνος είτε έξαρσης υπερθυρεοειδισμού, είτε ανάπτυξης υποθυρεοειδισμού. Επίσης, υπάρχει κίνδυνος υποθυρεοειδισμού σε νεογνά που έχουν λάβει ή που η μητέρα τους έχει λάβει ιωδιούχο σκιαγραφικό.
Συνεπώς, η λειτουργία του θυρεοειδή σε αυτά τα νεογνά θα πρέπει να αξιολογείται και να παρακολουθείται στενά, ώστε να διασφαλίζεται ότι η λειτουργία του θυρεοειδή είναι φυσιολογική.
Σοβαρές καρδιαγγειακές νόσοι Σε ασθενείς με ήπια ή εμφανή καρδιακή ανεπάρκεια, στεφανιαία νόσο, πνευμονική υπέρταση, βαλβιδοπάθεια και σοβαρές καρδιακές αρρυθμίες, ο κίνδυνος καρδιαγγειακών αντιδράσεων είναι αυξημένος μετά τη χορήγηση ενός ιωδιούχου σκιαγραφικού παράγοντα. Η ενδοαγγειακή ένεση του σκιαγραφικού μέσου ενδέχεται να προκαλέσει πνευμονικό οίδημα σε ασθενείς με έκδηλη ή αρχόμενη καρδιακή ανεπάρκεια, ενώ η χορήγηση σε περιπτώσεις πνευμονικής υπέρτασης και διαταραχών της καρδιακής βαλβίδας ενδέχεται να οδηγήσει σε σημαντικές αλλαγές στην αιμοδυναμική. Η συχνότητα και ο βαθμός σοβαρότητας φαίνεται να σχετίζονται με τη σοβαρότητα των καρδιακών διαταραχών. Σε περίπτωση σοβαρής και χρόνιας υπέρτασης, ο κίνδυνος νεφρικής βλάβης που οφείλεται στη χορήγηση του σκιαγραφικού μέσου καθώς και στον ίδιο τον καθετηριασμό μπορεί να είναι αυξημένος.
Ισχαιμικές αλλαγές στο ΗΚΓ και σοβαρές διαταραχές του καρδιακού ρυθμού παρατηρούνται πιο συχνά σε ηλικιωμένους και σε ασθενείς που πάσχουν από καρδιακή νόσο. Πολύ σπάνια περιστατικά κολπικής μαρμαρυγής που παρουσιάστηκαν αμέσως μετά τη χορήγηση του σκιαγραφικού μέσου έχουν αναφερθεί εκτός του πλαισίου των αντιδράσεων υπερευαισθησίας (βλ. παράγραφο 4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Για τους ασθενείς αυτούς είναι σημαντική η προσεκτική εκτίμηση της σχέσης κινδύνου- οφέλους.
Διαταραχές κεντρικού νευρικού συστήματος Η σχέση οφέλους-κινδύνου πρέπει να αξιολογείται σε κάθε περίπτωση:
• λόγω του κινδύνου επιδείνωσης των νευρολογικών συμπτωμάτων σε ασθενείς με παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο, οξύ εγκεφαλικό έμφρακτο, πρόσφατη ενδοκρανιακή αιμορραγία, εγκεφαλικό οίδημα ή ιδιοπαθή ή δευτεροπαθή επιληψία (καρκινικός όγκος, ουλώδης ιστός).
• εάν χρησιμοποιείται ενδαρτηριακή χορήγηση σε αλκοολικούς ασθενείς (οξύς ή χρόνιος αλκοολισμός) και σε ασθενείς εθισμένους σε ναρκωτικές ουσίες.
Φαιοχρωμοκύττωμα Οι ασθενείς με φαιοχρωμοκύττωμα μπορεί να αναπτύξουν υπερτασική κρίση μετά από ενδαγγειακή χορήγηση σκιαγραφικού και πρέπει να παρακολουθούνται πριν από την εξέταση.
Μυασθένεια Τα συμπτώματα της μυασθένειας Gravis ενδέχεται να επιδεινωθούν με τη χορήγηση σκιαγραφικού.
Επίταση ανεπιθύμητων ενεργειών Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη χορήγηση ιωδιούχων σκιαγραφικών μπορεί να επιδεινωθούν σε ασθενείς με έκδηλη ανησυχία, άγχος και άλγος. Ενδέχεται να απαιτηθεί κατάλληλη διαχείριση, όπως νάρκωση.
Παιδιατρικός πληθυσμός Έχει παρατηρηθεί παροδική καταστολή του θυρεοειδή ή υποθυρεοειδισμός σε παιδιά μετά από έκθεση σε ιωδιούχα σκιαγραφικά μέσα. Μετά από μια διαγνωστική διαδικασία, αυτό έχει παρατηρηθεί συχνότερα σε νεογνά και πρόωρα βρέφη, καθώς και μετά από διαδικασίες που σχετίζονται με υψηλότερες δόσεις. Τα νεογνά μπορούν, επίσης, να εκτεθούν μέσω της έκθεσης της μητέρας (βλ. παράγραφο 4.6). Στα νεογνά, ιδίως στα πρόωρα βρέφη, που έχουν εκτεθεί στην ιοβιτριδόλη, είτε μέσω της μητέρας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είτε κατά τη νεογνική περίοδο, συνιστάται η παρακολούθηση της λειτουργίας του θυρεοειδούς.
Εάν παρατηρηθεί υποθυρεοειδισμός, θα πρέπει να εξεταστεί η ανάγκη θεραπείας και να παρακολουθείται η λειτουργία του θυρεοειδούς μέχρι να επανέλθει σε φυσιολογικά επίπεδα.
4.4.3 Προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση για συγκεκριμένες οδούς
χορήγησης με σημαντική συστημική διάχυση Προϊόντα που χορηγούνται μέσω ενδομήτριας οδού Αντενδείξεις Κύηση για υστεροσαλπιγγογραφία.
Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση του προϊόντος Κατά τη λήψη του ιστορικού και με κατάλληλες εξετάσεις, ελέγχεται συστηματικά εάν υπάρχει πιθανότητα εγκυμοσύνης σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία. Εάν απαιτείται έκθεση του γυναικείου γεννητικού συστήματος σε ακτίνες Χ, πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά η σχέση οφέλους-κινδύνου.
Σε περίπτωση φλεγμονής ή οξείας πυελικής λοίμωξης, η υστεροσαλπιγγογραφία μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές
αλληλεπίδρασης
4.5.1 Φαρμακευτικά προϊόντα
+Μετφορμίνη σε διαβητικούς (βλ. επίσης παράγραφο 4.4 Προφυλάξεις κατά τη χρήση — Νεφρική Ανεπάρκεια).
1. Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, η θεραπεία με μετφορμίνη μπορεί να
συνεχιστεί κανονικά.
2. Σε ασθενείς με μέτριας σοβαρότητας νεφρική ανεπάρκεια (εκτιμώμενος ρυθμός
σπειραματικής διήθησης [eGFR] 30-59 ml/min/1,73m2):
α. Οι ασθενείς που λαμβάνουν ενδοφλέβια σκιαγραφική ουσία με eGFR ίσο ή μεγαλύτερο από 45 mL/min/1,73 m2 μπορούν να συνεχίσουν να λαμβάνουν τη μετφορμίνη κανονικά.
β. Οι ασθενείς που λαμβάνουν ενδοαρτηριακό σκιαγραφικό και όσοι λαμβάνουν ενδοφλέβια σκιαγραφική ουσία με eGFR μεταξύ 30 και 44 ml/min/1,73 m2, θα πρέπει να σταματήσουν τη μετφορμίνη 48 ώρες πριν τη χορήγηση του σκιαγραφικού και θα πρέπει να την επανεκκινήσουν μόνο 48 ώρες μετά το σκιαγραφικό εάν η νεφρική λειτουργία δεν έχει επιδεινωθεί.
3. Σε ασθενείς με eGFR μικρότερο από 30 ml/min/1,73 m2 (χρόνια νεφρική νόσος σταδίου 4 και 5) ή με παροδική ασθένεια που προκαλεί μειωμένη ηπατική λειτουργία ή υποξία, η μετφορμίνη αντενδείκνυται και μια προσεκτική εκτίμηση κινδύνου/οφέλους θα πρέπει να προηγείται της χορήγησης οποιουδήποτε ιωδιούχου σκιαγραφικού.
4. Ασθενείς σε έκτακτη ανάγκη. Η μετφορμίνη θα πρέπει να διακόπτεται από τη στιγμή της χορήγησης του σκιαγραφικού. Μετά τη διαδικασία, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται για σημεία γαλακτικής οξέωσης. Η μετφορμίνη θα πρέπει να ξαναρχίσει 48 ώρες μετά τη χορήγηση του σκιαγραφικού εάν η κρεατινίνη ορού/eGFR είναι αμετάβλητα από τα επίπεδα προ της απεικόνισης +Ραδιοφάρμακα (βλ. παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά την χρήση)
Τα ιωδιούχα σκιαγραφικά τροποποιούν την πρόσληψη ραδιενεργού ιωδίου από τον θυρεοειδή για αρκετές εβδομάδες, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει αφενός σε μειωμένη πρόσληψη στο σπινθηρογράφημα του θυρεοειδή και αφετέρου σε μείωση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας με ιώδιο 131. Σε ασθενείς στους οποίους έχει προγραμματιστεί να υποβληθούν σε σπινθηρογράφημα νεφρών με ένεση ραδιοφαρμάκου που απεκκρίνεται από τα νεφρικά σωληνάρια, η εξέταση συνιστάται να πραγματοποιείται πριν από την ένεση ιωδιούχου σκιαγραφικού.
+Β-αναστολείς, αγγειοδραστικές ουσίες, αναστολείς μετατρεπτικού ενζύμου αγγειοτενσίνης, ανταγωνιστές υποδοχέων αγγειοτενσίνης.
Αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα μειώνουν την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών καρδιαγγειακής αντιρρόπησης που παρατηρούνται σε αιμοδυναμικές διαταραχές. Ο ιατρός πρέπει να λαμβάνει υπόψη του το γεγονός αυτό πριν από την ένεση του ιωδιούχου σκιαγραφικού και πρέπει να διατίθεται κατάλληλος εξοπλισμός εντατικής θεραπείας.
+Διουρητικά Λόγω του κινδύνου αφυδάτωσης που προκαλείται από τα διουρητικά, πρέπει να πραγματοποιείται επανυδάτωση με νερό και ηλεκτρολύτες πριν από την εξέταση, ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος οξείας νεφρικής ανεπάρκειας.
+Ιντερλευκίνη 2 Ο κίνδυνος εμφάνισης αντιδράσεων σε σκιαγραφικά μπορεί να αυξηθεί εάν ο ασθενής έχει υποβληθεί πρόσφατα σε θεραπεία με ιντερλευκίνη 2 (ενδοφλέβια οδός), δηλ. εξάνθημα ή πιο σπάνια, υπόταση, ολιγουρία ή ακόμη και νεφρική ανεπάρκεια.
4.5.2 Άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Οι υψηλές συγκεντρώσεις ιωδιούχων σκιαγραφικών στο πλάσμα και στα ούρα ενδέχεται να επηρεάσουν τον in vitro προσδιορισμό χολερυθρίνης, πρωτεϊνών και ανόργανων ουσιών (σίδηρος, χαλκός, ασβέστιο και φωσφορικό άλας). Συνιστάται οι προσδιορισμοί αυτοί να μη διεξάγονται εντός 24 ωρών μετά την εξέταση.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα δεδομένα (περιπτώσεις έκβασης εγκυμοσύνης λιγότερες από 300) από τη χρήση της ιοβιτριδόλης σε έγκυες γυναίκες.
Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις σε σχέση με την τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. παράγραφο 5.3).
Ως προληπτικό μέτρο, είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση του Xenetix κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Η παροδική υπερφόρτωση ιωδίου μετά από χορήγηση στη μητέρα μπορεί να προκαλέσει εμβρυϊκό δυσθυρεοειδισμό αν η εξέταση πραγματοποιηθεί μετά από περισσότερες από 14 εβδομάδες κύησης. Ωστόσο, αν λάβουμε υπόψη την αναστρεψιμότητα του αποτελέσματος και το αναμενόμενο όφελος για τη μητέρα, η μεμονωμένη χορήγηση ενός ιωδιούχου σκιαγραφικού μέσου είναι δικαιολογημένη εφόσον η ακτινολογική εξέταση στην έγκυο γυναίκα έχει αξιολογηθεί προσεκτικά.
Σε νεογνά που έχουν εκτεθεί στην ιοβιτριδόλη στη μήτρα, συνιστάται η παρακολούθηση της λειτουργίας του θυρεοειδούς (βλ. παράγραφο 4.4).
Θηλασμός Τα ιωδιούχα σκιαγραφικά μέσα απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα μόνο σε πολύ μικρές ποσότητες. Επομένως, η μεμονωμένη χορήγηση στη μητέρα ενέχει μικρό κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών στο βρέφος. Συνιστάται η διακοπή του θηλασμού για 24 ώρες μετά τη χορήγηση του ιωδιούχου σκιαγραφικού.
Γονιμότητα Μελέτη σε αρουραίους δεν υποδεικνύει επιδράσεις στην αναπαραγωγική λειτουργία.
4.7 Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Δεν υπάρχουν.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών σε 905 ασθενείς, το 11% των ασθενών εμφάνισαν ανεπιθύμητη ενέργεια που σχετιζόταν με τη χορήγηση Xenetix (εκτός του αισθήματος θερμότητας), με πιο συνηθισμένη την εμφάνιση άλγους στη θέση έγχυσης, άσχημης γεύσης και ναυτίας.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη χρήση του Xenetix είναι σε γενικές γραμμές ήπιες έως μέτριας σοβαρότητας, και παροδικές.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται πιο συχνά κατά τη χορήγηση του Xenetix από την κυκλοφορία του στην αγορά είναι το αίσθημα θερμότητας και άλγος και οίδημα στη θέση έγχυσης.
Οι αντιδράσεις υπερευαισθησίας παρουσιάζονται συνήθως αμέσως (κατά την ένεση ή εντός μίας ώρας μετά την έναρξη της ένεσης) ή ορισμένες φορές με καθυστέρηση (μίας ώρας έως αρκετών ημερών μετά την ένεση), και στην περίπτωση αυτή εμφανίζονται με τη μορφή δερματικών ανεπιθύμητων αντιδράσεων.
Οι άμεσες αντιδράσεις περιλαμβάνουν μία ή περισσότερες, διαδοχικές ή ταυτόχρονες επιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων συνήθως δερματικών αντιδράσεων, αναπνευστικών ή/και καρδιαγγειακών διαταραχών, που αποτελούν τις πρώτες ενδείξεις καταπληξίας και σπάνια μπορεί να είναι μοιραίες.
Πολύ σπάνια έχουν αναφερθεί σοβαρές διαταραχές του καρδιακού ρυθμού συμπεριλαμβανομένης της κοιλιακής μαρμαρυγής σε ασθενείς που έπασχαν από καρδιακές νόσους, στο πλαίσιο καθώς και εκτός του πλαισίου αντίδρασης υπερευαισθησίας (βλ.
παράγραφο 4.4 Προφυλάξεις κατά τη χρήση).
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες καταγράφονται στον παρακάτω πίνακα ανά κατηγορία οργάνου συστήματος και συχνότητα με τις παρακάτω κατευθυντήριες οδηγίες: πολύ συχνές (1/10), συχνές (1/100 έως 1<1/10), όχι συχνές (1/1.000 έως 1<1/100), σπάνιες (1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Οι συχνότητες που παρουσιάζονται προκύπτουν από δεδομένα μιας μελέτης παρακολούθησης που διεξήχθη σε 352.255 ασθενείς.
| Κατηγορία οργάνου συστήματος | Συχνότητα: ανεπιθύμητη ενέργεια | ||
|---|---|---|---|
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Σπάνιες: υπερευαισθησία Πολύ σπάνιες: αναφυλακτική καταπληξία, αναφυλακτική αντίδραση, αναφυλακτοειδής αντίδραση | ||
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | Πολύ σπάνιες: διαταραχή θυρεοειδούς Μη γνωστές: παροδικός νεογνικός υποθυρεοειδισμός, υποθυρεοειδισμός*** | ||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Σπάνιες: προσυγκοπή (βαγοτονική αντίδραση), | ||
| τρόμος*, παραισθησία* | |||
| Πολύ σπάνιες: κώμα*, επιληπτική κρίση*, | |||
| συγχυτική κατάσταση*, διαταραχές της οπτικής | |||
| οδού*, αμνησία*, φωτοφοβία*, τύφλωση | |||
| παροδική*, υπνηλία*, διέγερση*, ανησυχία*, | |||
| κεφαλαλγία | |||
| Μη γνωστές: ζάλη | |||
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Σπάνιες: ίλιγγος | ||
| Πολύ σπάνιες: υπακουσία | |||
| Καρδιακές διαταραχές | Σπάνιες: ταχυκαρδία, βραδυκαρδία Πολύ σπάνιες: καρδιακή ανακοπή, έμφραγμα του μυοκαρδίου (πιο συχνά μετά από ενδοστεφανιαία έγχυση), αρρυθμία, κοιλιακή μαρμαρυγή, στηθάγχη, κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου, αγγειόσπασμος στεφανιαίας | ||
| Αγγειακές διαταραχές | Σπάνιες: υπόταση, υπέρταση Πολύ σπάνιες: κυκλοφορική κατάρρευση Μη γνωστές: κυάνωση** | ||
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του | Σπάνιες: δύσπνοια, βήχας, συσφιγκτικό αίσθημα στο λαιμό, πταρμός |
| μεσοθωράκιου | Πολύ σπάνιες: αναπνευστική ανακοπή, πνευμονικό οίδημα, βρογχόσπασμος, λαρυγγόσπασμος, οίδημα λάρυγγα | |
|---|---|---|
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Όχι συχνές: ναυτία | |
| Σπάνιες: έμετος | ||
| Πολύ σπάνιες: κοιλιακό άλγος | ||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Σπάνιες: αγγειοοίδημα, κνίδωση (τοπική ή εκτεταμένη), ερύθημα, κνησμός Πολύ σπάνιες: Οξεία Γενικευμένη Εξανθηματική Φλυκταίνωση, σύνδρομο Stevens-Johnson, Τοξική επιδερμική νεκρόλυση, έκζεμα, εξάνθημα κηλιδοβλατιδώδες (όλες ως καθυστερημένες αντιδράσεις υπερευαισθησίας) (βλ. παράγραφο 4.4) Μη γνωστές: Αντίδραση σε φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS) (βλ. παράγραφο 4.4) | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Πολύ σπάνιες: οξεία νεφρική βλάβη, ανουρία | Πολύ σπάνιες: οξεία νεφρική βλάβη, ανουρία |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Όχι συχνές: αίσθηση θερμού Σπάνιες: οίδημα προσώπου, αίσθημα κακουχίας, ρίγη, άλγος στη θέση ένεσης Πολύ σπάνιες: νέκρωση στη θέση ένεσης μετά από εξαγγείωση, φλεγμονή στη θέση ένεσης μετά από εξαγγείωση, οίδημα στη θέση ένεσης | |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Πολύ σπάνιες: κρεατινίνη αίματος αυξημένη |
*Εξετάσεις κατά τη διάρκεια των οποίων υπάρχει υψηλή συγκέντρωση ιωδιούχου σκιαγραφικού στο αρτηριακό αίμα του εγκεφάλου ** Αναφέρθηκαν περισσότερο συχνά στο πλαίσιο αντίδρασης υπερευαισθησίας *** Έχει παρατηρηθεί παροδικός υποθυρεοειδισμός σε μικρότερα παιδιά μετά από έκθεση σε ιωδιούχα σκιαγραφικά μέσα (βλ. παράγραφο 4.4)
Ενδέχεται να παρατηρηθεί σύνδρομο διαμερίσματος μετά από εξαγγείωση, όπως περιγράφεται στην παράγραφο 4.4 Οι παρακάτω ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκαν για άλλα υδατοδιαλυτά ιωδιούχα σκιαγραφικά.
| Κατηγορία οργάνου συστήματος | Συχνότητα: ανεπιθύμητη ενέργεια | |
|---|---|---|
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Παράλυση, πάρεση, διαταραχές του λόγου | |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Ψευδαισθήσεις | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Παγκρεατίτιδα οξεία (μετά από Ενδοσκοπική Παλίνδρομο Χολαγγειο- παγκρεατογραφία, ERCP), κοιλιακό άλγος, διάρροια, διόγκωση παρωτίδας, υπερέκκριση σιέλου, δυσγευσία |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Πολύμορφο ερύθημα | |
|---|---|---|
| Αγγειακές διαταραχές | Θρομβοφλεβίτιδα | |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Μη φυσιολογικό ηλεκτροεγκεφαλογράφημα, αμυλάση αίματος αυξημένη | |
| Καρδιαγγειακή κατάρρευση ποικίλης σοβαρότητας ενδέχεται να παρατηρηθεί αμέσως χωρίς | ||
| προειδοποιητικά σημεία ή μπορεί να περιπλέξει τις καρδιαγγειακές εκδηλώσεις που | ||
| αναφέρθηκαν στον παραπάνω πίνακα. | ||
| Το κοιλιακό άλγος σχετιζόμενο με διάρροια, το οποίο δεν έχει αναφερθεί για το Xenetix, | ||
| συνδέεται κυρίως με τη χορήγηση μέσω της στοματικής ή της ορθικής οδού. | ||
| Ενδέχεται να παρατηρηθεί τοπικό άλγος και οίδημα στη θέση ένεσης του εγχυόμενου | ||
| προϊόντος χωρίς εξαγγείωση και είναι καλοήθη και παροδικά. | ||
| Κατά τη διάρκεια της ενδαρτηριακής χορήγησης, η αίσθηση του άλγους στη θέση ένεσης | ||
| εξαρτάται από την ωσμωτικότητα του εγχυόμενου προϊόντος. | ||
Ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με συγκεκριμένες εξετάσεις:
- Αρθρογραφία: Η αρθραλγία ήταν συχνά παρατηρούμενη κατά τη διάρκεια των κλινικών δοκιμών (4%).
- Υστεροσαλπιγγογραφία: Ο πυελικός πόνος ήταν συχνά παρατηρούμενος κατά τη διάρκεια των κλινικών δοκιμών (3%).
Παιδιατρικός πληθυσμός Η αναμενόμενη φύση των ανεπιθύμητων ενεργειών που συνδέονται με το Xenetix είναι παρόμοια με εκείνη των ανεπιθύμητων ενεργειών που αναφέρονται σε ενήλικες. Η συχνότητά τους δεν μπορεί να εκτιμηθεί βάσει των διαθέσιμων δεδομένων.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
4.9 Υπερδοσολογία
Σε περίπτωση χορήγησης πολύ υψηλής δόσης σκιαγραφικού, η απώλεια νερού και ηλεκτρολυτών πρέπει να αντισταθμιστεί με κατάλληλη επανυδάτωση. Η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται για τουλάχιστον τρεις ημέρες. Μπορεί να πραγματοποιηθεί αιμοκάθαρση, εάν απαιτείται.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Yδατοδιαλυτά, νεφροτρόπα, χαμηλής ωσμωτικότητας σκιαγραφικά ακτίνων «X», Ιωδιούχα Κωδικός ATC: V08AB11
Το Xenetix 300 είναι μη ιονικό, υδατοδιαλυτό, τρι-ιωδιούχο χαμηλής οσμωτικότητας σκιαγραφικό μέσο για ουροαγγειακές και αγγειογραφικές εξετάσεις. Το μόριο της ιοβιτριδόλης χαρακτηρίζεται από την εξισορροπημένη και τη σταθερή υδροφιλία του.
Περιεκτικότητα σε Ιώδιο: 300 mg/ml Οσμωτικότητα: 695 mOsm/kg Ιξώδες στους 37°C 6 mpa.s Η μελέτη για τη συνολική ασφάλεια όσον αφορά στις αιμοδυναμικές, καρδιαγγειακές, βρογχοπνευμονικές, νεφρικές, νευρολογικές και ρεολογικές παραμέτρους, έδειξε ότι το προφίλ της ιοβιτριδόλης είναι ίδιο ή ανώτερο αυτού των μη ιονικών υδατοδιαλυτών τρι- ιωδιούχων χαμηλής οσμωτικότητας σκιαγραφικών μέσων, κυρίως ως προς τις καρδιαγγειακές και νευρολογικές παραμέτρους ή συγκρίσιμο με εκείνο ενός διαλύματος αναφοράς (νεφρική ασφάλεια).
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Όταν ενίεται ενδοφλεβίως, η ιοβιτριδόλη κατανέμεται στο αγγειακό σύστημα και το διάμεσο χώρο. Αποβάλλεται ταχύτατα στην αμετάβλητη μορφή της μέσω ουρικής απέκκρισης (σπειραματική διήθηση χωρίς σωληναριακή επαναρρόφηση ή έκκριση).
Σε περίπτωση νεφρικής ανεπάρκειας, συμβαίνει απέκκριση δια άλλης οδού, δια μέσου της χολικής οδού. Η ιοβιτριδόλη μπορεί να απομακρυνθεί με αιμοκάθαρση.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Τοξικολογικές μελέτες μέσω της ενδοφλέβιας οδού, δεν απεκάλυψαν καμία δράση εκτός από όταν η ουσία, χορηγήθηκε υπό συνθήκες που αξιοσημείωτα διέφεραν εκείνων των κλινικών (δόσεις, επανάληψη). Στην περίπτωση της ιοβιτριδόλης, όπως και με όλους τους υδατοδιαλυτούς μη ιονικούς τρι-ιωδιούχους σκιαγραφικούς παράγοντες που χορηγούνται σε μεγάλες ποσότητες (25 έως 50 ml/kg) σε εφάπαξ δόσεις, αυτές οι δράσεις εμφανίζονται ως παροδικά σημεία υποθερμίας, αναπνευστικής καταστολής ή δοσοεξαρτώμενα ιστολογικά ευρήματα στα όργανα στόχους (ήπαρ, νεφρούς), όπως σχηματισμός ηπατοκυτταρικών κενοτοπίων και σωληναριακή εκτασία.
Επαναλαμβανόμενη χορήγηση μεγάλων δόσεων (8 ml/kg) σε σκύλους για 28 ημέρες, είχε ως αποτέλεσμα κοκκιώδη κενοτοπιώδη σωληναριακή εκφύλιση, η οποία ήταν αναστρέψιμη μετά τη διακοπή της θεραπείας.
Τοπικός ερεθισμός μπορεί να παρατηρηθεί σε περιπτώσεις περιαγγειακής διήθησης. Η ουσία δεν βρέθηκε να είναι μεταλλαξιογόνος στις συνθήκες που δοκιμάστηκε. Μελέτες σε ζωα δεν έδειξαν τοξική επίδραση στη γονιμότητα, την αναπαραγωγική ικανότητα και την εμβρυϊκή/νεογνική ανάπτυξη.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Αιθυλενοδιαμινοτετραοξικό νάτριο-ασβέστιο Τρομεταμόλη Υδροχλωρική τρομεταμόλη Υδροχλωρικό οξύ ή υδροξείδιο του νατρίου (για τη ρύθμιση του pH)
Ύδωρ για ενέσιμα
6.2 Ασυμβατότητες
Ελλείψει μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, το παρόν φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.
6.3 Διάρκεια ζωής
Πριν ανοιχτεί: 3 χρόνια.
Το προϊόν μετά το άνοιγμα πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως και να μην αποθηκεύεται.
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος
Φιάλες: Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 30ο C. Φυλάσσετε τον περιέκτη στο εξωτερικό κουτί για να προστατεύεται από το φως.
Σάκκοι: Φυλάσσετε τον σάκκο στο εξωτερικό κουτί για να προστατεύεται από το φως.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
- Γυάλινες φιάλες από γυαλί τύπου ΙΙ (20 ml, 50 ml, 60 ml, 100 ml, 150 ml, 200 ml, 500 ml) με πώματα από ελαστικό χλωροβουτύλιο.
- Πλαστική σύριγγα (από πολυπροπυλένιο).
- Πλαστική (από πολυβινυλοχλωρίδιο) συσκευή έγχυσης καθετήρας και σετ επέκτασης.
- Σάκκοι πολυπροπυλενίου των 100 ml, 150 ml, 200 ml ή 500 ml.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Για μία μόνο χρήση. Απορρίψτε τυχόν υπόλοιπο περιεχόμενο.
Ειδικές προφυλάξεις για τη χρήση του περιέκτη των 500 ml:
Συνιστάται η εξαγωγή του σκιαγραφικού μετά την πρώτη διάτρηση του πώματος με την κατάλληλη συσκευή.
Πρέπει να τηρούνται με ακρίβεια οι Οδηγίες για τη Χρήση που παρέχονται από τον κατασκευαστή όλων των αναλώσιμων υλικών που χρησιμοποιούνται.
Στο τέλος της ημέρας, κάθε αχρησιμοποίητο προϊόν πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες τοπικές απαιτήσεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
GUERBET, FRANCE BP 57400 95943 Roissy CdG cedex Γαλλία Τηλ. +33 1 45 91 50 00
8. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
32979/95/07-03-96
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 07 Μαρτίου 1996
Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 06 Φεβρουαρίου 2007