1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
ZINCTIN 45 mg δισκία επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε δισκίο περιέχει 45 mg στοιχειακού ψευδαργύρου (ισοδύναμα με 125 mg μονοϋδρικού θειικού ψευδαργύρου).
Έκδοχα με γνωστή δράση:
Κάθε δισκίο περιέχει νάτριο.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Δισκία επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο, για από του στόματος χρήση.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1. Θεραπευτικές ενδείξεις
Το ZINCTIN ενδείκνυται σε ενήλικες και παιδιά για τη θεραπεία:
• της ανεπάρκειας ψευδαργύρου και ιατρικές καταστάσεις που σχετίζονται με αυτή
• της νόσου του Wilson
4.2. Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Η συνιστώμενη δόση είναι:
Ενήλικες:
• Στη θεραπεία της ανεπάρκειας ψευδαργύρου: ένα δισκίο, μία έως τρεις φορές ημερησίως.
• Στην νόσο Wilson: 1 δισκίο τρεις έως τέσσερις φορές ημερησίως με μέγιστη δόση τα 5 δισκία ημερησίως.
Παιδιατρικός πληθυσμός
• Για τη θεραπεία της ανεπάρκειας ψευδαργύρου Άνω των 30 κιλών: Όπως και για τους ενήλικες.
Κάτω των 30 κιλών: Το ZINCTIN είναι διαθέσιμο και στη φαρμακοτεχνική μορφή πόσιμου διαλύματος. Για τον παιδιατρικό πληθυσμό κάτω των 30kg, θα πρέπει να χορηγείται το πόσιμο διάλυμα.
• Για τη θεραπεία της νόσου του Wilson Για παιδία ηλικίας από 1 έως 16 ετών και με βάρος μικρότερο των 57 κιλών: Το ZINCTIN είναι διαθέσιμο και στη φαρμακοτεχνική μορφή πόσιμου διαλύματος. Για τον παιδιατρικό πληθυσμό κάτω των 16 ετών και με βάρος μικρότερο των 57 κιλών, θα πρέπει να χορηγείται το πόσιμο διάλυμα.
Για παιδία ηλικίας άνω των 16 ετών ή με βάρος μεγαλύτερο των 57 κιλών: 1 δισκίο που αντιστοιχεί σε 45 mg, τρεις φορές ημερησίως.
Κυοφορούσες γυναίκες
• Για τη θεραπεία της νόσου του Wilson: Το ZINCTIN είναι διαθέσιμο και στη φαρμακοτεχνική μορφή πόσιμου διαλύματος. Για τις κυοφορούσες γυναίκες με τη νόσο του Wilson, θα πρέπει να χορηγείται το πόσιμο διάλυμα.
Τρόπος χορήγησης Το ZINCTIN πρέπει να λαμβάνεται με άδειο στομάχι, τουλάχιστον 1 ώρα πριν ή 2-3 ώρες μετά τα γεύματα. Σε περίπτωση γαστρικής δυσανεξίας, που συμβαίνει συχνά με την πρωινή δόση, αυτή η δόση μπορεί να καθυστερήσει, και να χορηγηθεί μεταξύ πρωινού και μεσημεριανού γεύματος. Είναι επίσης δυνατό το ZINCTIN να λαμβάνεται με λίγη πρωτεΐνη, όπως κρέας (βλέπε παράγραφο 4.5).
Σε ασθενείς με νόσο του Wilson στους οποίους γίνεται μεταφορά από θεραπεία με χηλικούς παράγοντες σε θεραπεία συντήρησης με ZINCTIN, η θεραπεία με χηλικούς παράγοντες θα πρέπει να διατηρηθεί και να συγχορηγείται για 2 έως 3 εβδομάδες εφόσον αυτό είναι το χρονικό διάστημα που χρειάζεται η θεραπεία με ψευδάργυρο προκειμένου να προκαλέσει μέγιστη επαγωγή της μεταλλοθειονίνης και πλήρη αναστολή της απορρόφησης χαλκού. Ανάμεσα στη θεραπεία με χηλικούς παράγοντες και τη χορήγηση του ZINCTIN θα πρέπει να μεσολαβεί τουλάχιστον 1 ώρα.
4.3. Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Ανεπάρκεια χαλκού (βλέπε παράγραφο 4.5).
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Συσσώρευση ψευδαργύρου μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις νεφρικής ανεπάρκειας.
Νεφρική ανεπάρκεια: Δεν συνιστάται αλλαγή δοσολογίας Ηπατική ανεπάρκεια: Δεν συνιστάται αλλαγή δοσολογίας Αν και δεν έχει εμφανιστεί οποιαδήποτε αρνητική επίδραση από την χορήγηση θεραπευτικών δόσεων θειικού ψευδαργύρου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους, η παρατεταμένη λήψη σκευασμάτων ψευδαργύρου μπορεί να οδηγήσει σε ανεπάρκεια χαλκού (υποχαλκιαιμία). Προκειμένου να αποφευχθούν πιθανά φαινόμενα συσσώρευσης και τοξικότητας, οφειλόμενα στην επαγόμενη από ψευδάργυρο υποχαλκιαμία, σε παρατεταμένη χορήγηση θειικού ψευδαργύρου πρέπει να γίνεται περιοδικός έλεγχος των επιπέδων ψευδαργύρου στο αίμα.
Σε συμπτωματικούς ασθενείς πρέπει αρχικά να χορηγείται ένας χηλικός παράγοντας. Μόλις τα επίπεδα του χαλκού είναι κατώτερα των τοξικών ορίων και οι ασθενείς είναι κλινικώς σταθεροποιημένοι, μπορεί να μελετηθεί το ενδεχόμενο χορήγησης θεραπείας συντήρησης με ΖINCTIN.
Μολονότι είναι σπάνιο, πιθανό να επέλθει κλινική επιδείνωση στην αρχή της θεραπείας, όπως έχει επίσης αναφερθεί στην περίπτωση της χορήγησης χηλικών παραγόντων. Εξακολουθεί να παραμένει ασαφές αν αυτό σχετίζεται με την κινητοποίηση των αποθηκών χαλκού ή με τη φυσική πορεία της νόσου. Σε αυτή την περίπτωση ενδείκνυται αλλαγή θεραπείας Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή όταν ασθενείς με νόσο του Wilson και πυλαία υπέρταση υπό θεραπεία με χηλικούς παράγοντες μεταφέρονται σε θεραπεία με ΖINCTIN, όταν αυτοί οι ασθενείς έχουν καλά αποτελέσματα και επιδεικνύουν ανοχή στη θεραπεία. Δύο ασθενείς σε μια σειρά από 16 πέθαναν από ρήξη της ηπατικής αντιρρόπησης και προχωρημένου βαθμού πυλαία υπέρταση μετά την αλλαγή θεραπείας από πενικιλλαμίνη σε ψευδάργυρο.
Έκδοχα με γνωστή δράση Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Η απορρόφηση του ψευδαργύρου μπορεί να μειωθεί με συμπληρώματα σιδήρου και ασβεστίου, τετρακυκλίνες και ενώσεις που περιέχουν φώσφορο, ενώ ο ψευδάργυρος μπορεί να μειώσει την απορρόφηση σιδήρου, τετρακυκλίνης και φθοροκινολόνης.
Χαλκός:
Ο ψευδάργυρος μπορεί να αναστείλει την απορρόφηση του χαλκού (βλέπε παράγραφο 4.3).
Αντιβακτηριακά τύπου τετρακυκλίνης:
Ο ψευδάργυρος μπορεί να μειώσει την απορρόφηση των ταυτόχρονα χορηγούμενων τετρακυκλινών, επίσης η απορρόφηση του ψευδαργύρου μπορεί να μειωθεί από τις τετρακυκλίνες· όταν συγχορηγούνται θα πρέπει να μεσολαβεί ένα διάστημα τουλάχιστον τριών ωρών ανάμεσα στις χορηγήσεις των δύο φαρμάκων.
Αντιβακτηριακά τύπου κινολόνης:
Ο ψευδάργυρος μπορεί να μειώσει την απορρόφηση των κινολονών· σιπροφλοξασίνη, λεβοφλοξασίνη, μοξιφλοξασίνη, νορφλοξασίνη και οφλοξασίνη.
Άλατα ασβεστίου:
Η απορρόφηση του ψευδαργύρου μπορεί να μειωθεί από άλατα ασβεστίου.
Σίδηρος:
Η απορρόφηση του ψευδαργύρου μπορεί να μειωθεί από τη χορήγηση σιδήρου από το στόμα, επίσης η απορρόφηση του από το στόματος χορηγούμενου σιδήρου μπορεί να μειωθεί από τον ψευδάργυρο.
Πενικιλλαμίνη:
Η απορρόφηση του ψευδαργύρου μπορεί να μειωθεί από την πενικιλλαμίνη, επίσης η απορρόφηση της πενικιλλαμίνης μπορεί να μειωθεί από τον ψευδάργυρο.
Τριεντίνη:
Η απορρόφηση του ψευδαργύρου μπορεί να μειωθεί από την τριεντίνη, επίσης η απορρόφηση της τριεντίνης μπορεί να μειωθεί από τον ψευδάργυρο.
Διουρητικά Τα θειαζιδικά διουρητικά όπως η χλωροθαλιδόνη και η υδροχλωροθειαζίδη αυξάνουν την έκκριση ψευδαργύρου στα ούρα έως και 60% Σε παρατεταμένη χρήση θειαζιδικών διουρητικών οι κλινικοί γιατροί πρέπει να παρακολουθούν την κατάσταση του ψευδαργύρου.
Τροφή Η απορρόφηση του ψευδαργύρου μειώνεται σημαντικά (μέχρι 90%) από πολλά τρόφιμα (συμπεριλαμβανομένων του ψωμιού, των βραστών αυγών, του καφέ και του γάλακτος) διότι διάφορες ουσίες στα τρόφιμα, πχ φυτικές ίνες, δεσμεύουν τον ψευδάργυρο και εμποδίζουν την απορρόφηση. Ωστόσο, η πρωτεΐνη φαίνεται να παρεμβαίνει λιγότερο.
-Αντισυλληπτικά: Τα από του στόματος αντισυλληπτικά μπορεί να μειώσουν τα επίπεδα ψευδαργύρου στο πλάσμα.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση
Οι μελέτες σε ζώα, όσον αφορά την αναπαραγωγική τοξικότητα, έδειξαν ότι ο ψευδάργυρος έως 4 mg/kg/ημέρα (ισοδύναμο με το διπλάσιο της μέγιστης δόσης που χρησιμοποιείται στους ανθρώπους), δεν έχει τοξικές επιδράσεις στο έμβρυο.
Τα δεδομένα σχετικά με περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων έκθεσης στον ψευδάργυρο κατά την εγκυμοσύνη σε ασθενείς με νόσο του Wilson δεν καταδεικνύουν οποιεσδήποτε βλαβερές επιδράσεις στο έμβρυο/στο νεογνό και στη μητέρα. Αναφέρθηκαν πέντε αποβολές και 2 συγγενείς ανωμαλίες (μικροκεφαλία και διορθώσιμη συγγενής καρδιοπάθεια) σε 42 εγκυμοσύνες.
Σε έγκυες γυναίκες με τη νόσο του Wilson, ο θειικός ψευδάργυρος χρησιμοποιήθηκε καθ’όλη τη διάρκεια της κύησης σε δόση 600 - 800 mg επταϋδρικού θειικού ψευδαργύρου που αντιστοιχεί σε 135 - 180 mg στοιχειακού ψευδαργύρου ημερησίως.
Είναι εξαιρετικά σημαντικό οι έγκυες γυναίκες με τη νόσο του Wilson να συνεχίσουν τη θεραπεία τους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Το είδος της θεραπείας που θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί, δηλαδή ψευδάργυρος ή χηλικός παράγοντας, θα πρέπει να αποφασιστεί από τον γιατρό. Το ZINCTIN θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο όταν είναι σαφώς απαραίτητο. Πρέπει να γίνουν δοσολογικές προσαρμογές για να διασφαλιστεί ότι το έμβρυο δεν θα παρουσιάσει ανεπάρκεια χαλκού και είναι υποχρεωτική η στενή παρακολούθηση της ασθενούς.
Θηλασμός Δεδομένου ότι ο ψευδάργυρος εκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα και ότι το θηλάζον βρέφος μπορεί να παρουσιάσει ανεπάρκεια χαλκού λόγω ψευδαργύρου, ο θηλασμός θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ZINCTIN.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Το ZINCTIN δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Όπως όλα τα φάρμακα, έτσι και αυτό το φάρμακο μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες, αν και δεν παρουσιάζονται σε όλους. Οι συχνότητες ορίζονται ως εξής: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥1/100, <1/10), όχι συχνές (≥1/1,000, <1/100), σπάνιες (≥ 1/10,000 έως < 1/1,000), πολύ σπάνιες (< 1/10,000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Έχουν αναφερθεί οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες:
| Κατηγορία οργανικού συστήματος | Συχνότητα |
|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Σιδηροβλαστική αναιμία, λευκοπενία | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος: Γαστρικός ερεθισμός | Συχνές |
| Εξετάσεις Αυξημένα επίπεδα αμυλάσης, λιπάσης και αλκαλικής φωσφατάσης αίματος | Συχνές |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος και διαταραχές του δέρματος Κνίδωση, κνησμός, εξάνθημα, ερυθρότητα ή αλλεργικές αντιδράσεις | Πολύ σπάνιες |
Έχουν της παρατηρηθεί περιπτώσεις ευερεθιστότητας, κεφαλαλγίας και λήθαργος.
Ο ψευδάργυρος μπορεί να επηρεάσει την απορρόφηση του χαλκού, οδηγώντας σε μειωμένα επίπεδα χαλκού και ενδεχομένως σε ανεπάρκεια χαλκού. Ο κίνδυνος ανεπάρκειας χαλκού μπορεί να είναι μεγαλύτερος σε μακροχρόνια θεραπεία και/ή με υψηλότερες δόσεις ψευδαργύρου.
Η αναιμία μπορεί να είναι μικρο-, νορμο- ή μακροκυτταρική και συχνά συσχετίζεται με λευκοπενία. Η εξέταση μυελού των οστών συνήθως αποκαλύπτει χαρακτηριστικούς «δακτυλιοειδείς σιδηροβλάστες» (δηλ. αναπτυσσόμενα ερυθροκύτταρα που περιέχουν παραπυρηνικά μιτοχόνδρια ενσωματωμένα στο σίδηρο). Αυτές μπορεί να είναι πρώιμες εκδηλώσεις της ανεπάρκειας χαλκού και μπορεί να υποχωρούν ταχέως μετά την μείωση της δοσολογίας ψευδαργύρου. Ωστόσο, θα πρέπει να γίνει διάκριση από την αιμολυτική αναιμία η οποία επέρχεται συνήθως όταν υπάρχουν αυξημένα επίπεδα ελεύθερου χαλκού στον ορό του αίματος σε περιπτώσεις μη-ελεγχόμενης νόσου του Wilson.
Η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια είναι ο γαστρικός ερεθισμός. Ο γαστρικός ερεθισμός είναι συνήθως στη χειρότερή του μορφή με την πρώτη πρωινή δόση και εξαφανίζεται μετά της πρώτες ημέρες θεραπείας. Η καθυστέρηση της χορήγησης της πρώτης δόσης μέχρι τα μέσα του πρωινού ή η λήψη της δόσης με λίγη πρωτεΐνη συνήθως μπορεί να ανακουφίσει τα συμπτώματα.
Μπορεί να εμφανιστεί πόνος στο στομάχι και κοιλιακές κράμπες κατά τη διάρκεια της θεραπείας οι οποίες είναι συνήθως ήπιες και παροδικές, μαζί με ναυτία, έμετο, δυσκοιλιότητα ή διάρροια όταν λαμβάνονται σε μεγάλες δόσεις συνήθως εντός 3 έως 10 ωρών από τη χορήγηση. Τα συμπτώματα εξαφανίζονται αμέσως μετά τη διακοπή.
Οι αυξήσεις της αλκαλικής φωσφατάσης, της αμυλάσης και της λιπάσης ορού μπορεί να εμφανιστούν μετά από μερικές εβδομάδες θεραπείας, και τα επίπεδα συνήθως επιστρέφουν σε ψηλές φυσιολογικές τιμές εντός του ενός ή δύο ετών θεραπείας.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων:
Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr
4.9 Υπερδοσολογία
Ο θειικός ψευδάργυρος είναι διαβρωτικός σε υπερδοσολογία (>12g). Τα συμπτώματα είναι διάβρωση και φλεγμονή του βλεννογόνου του στόματος και του στομάχου· μπορεί να εμφανιστεί εξέλκωση του στομάχου που ακολουθείται από διάτρηση. Πρέπει να αποφεύγονται η γαστρική πλύση και ο έμετος. Θα πρέπει να χορηγηθούν μαλακτικοί παράγοντες όπως το γάλα. Χηλικοί παράγοντες όπως το αιθυλενοδιαμινο τετραοξικό ασβέστιο νάτριο μπορεί να είναι χρήσιμοι.
Στην εντεροπαθητική ακροδερματίτιδα, δεδομένου ότι η έλλειψη ψευδαργύρου οφείλεται σε γενετική ανωμαλία στην εντερική απορρόφηση του ιχνοστοιχείου, είναι απίθανο να συμβούν τοξικά ή συσσωρευτικά φαινόμενα.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Κωδικός ATC: A12CB01 Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Συμπλήρωμα μεταλλικών στοιχείων.
Η χορήγηση ψευδαργύρου σε περιπτώσεις έλλειψης έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τη διάρκεια και τη σοβαρότητα της διάρροιας σε πληθυσμούς παιδιών με υψηλή συχνότητα ανεπάρκειας
ψευδαργύρου και επίσης μειώνει τη συχνότητα των υποτροπών τους επόμενους 2-3 μήνες. Οι ευεργετικές δράσεις του ψευδαργύρου πιθανόν σχετίζονται με την ενίσχυση της ανοσολογικής απόκρισης, ωστόσο έχουν αναφερθεί και άμεσες ανασταλτικές επιδράσεις του ψευδαργύρου σε εντερικά παθογόνα.
Ο ψευδάργυρος είναι ένα απαραίτητο ιχνοστοιχείο που εμπλέκεται σε πολλά ενζυμικά συστήματα εκτελώντας διάφορες σημαντικές λειτουργίες στον οργανισμό, όπως συνοψίζονται παρακάτω:
• ως συνενζυματικός παράγοντας σε περισσότερα από 90 μεταλλοένζυμα παρεμβαίνει στην πρωτεϊνική σύνθεση
• σταθεροποίηση των πλασματικών μεμβρανών μέσω της αναστολής της ATPάσης και της φωσφορυλάσης, απελευθέρωση ισταμίνης από τα βασεόφιλα και υπεροξείδωση των μεμβρανικών λιπιδίων
• ανοσοτροποποιητική δράση σε επίπεδο θύμου, κοκκιοκυττάρων και λεμφοκυττάρων Η σοβαρή ανεπάρκεια προκαλεί δερματικές βλάβες, αλωπεκία, διάρροια, αυξημένη ευαισθησία σε λοιμώξεις και αναστολή της ανάπτυξης των παιδιών. Συμπτώματα λιγότερο σοβαρής ανεπάρκειας περιλαμβάνουν αλλοιωμένη ή απούσα αντίληψη της γεύσης και της όσφρησης και ανεπαρκή επούλωση τραυμάτων. Η έλλειψη ψευδαργύρου μπορεί να προκαλέσει διάφορους τύπους δερματοπάθειας, όπως περι-στοματικές πλακώδεις βλάβες, ψευδο-σμηγματορροϊκές παθήσεις του προσώπου και ψωριασικές παθήσεις του σώματος και των άκρων, φλυκταινώδεις περιγλωσσικές βλάβες και αλωπεκία, που μπορεί να σχετίζονται με γενετικές βλάβες, διάρροια, στοματίτιδα, αυξημένη ευαισθησία σε λοιμώξεις, αλλαγές στη γεύση και τη όσφρηση, καθώς και στη διαδικασία επούλωσης πληγών.
Κλινικές μελέτες έχουν δείξει στατιστικά σημαντική αποτελεσματικότητα της θεραπείας με θειικό ψευδάργυρο σε διάφορες κλινικές καταστάσεις που οφείλονται σε έλλειψη ψευδαργύρου, όπως εντεροπαθητική ακροδερματίτιδα, καθυστέρηση ανάπτυξης, χειρουργικές πληγές, έλκη των κάτω άκρων, δερματοπάθειες σε ασθενείς με αλκοολική κίρρωση και νόσο του Crohn, διαταραχές της σεξουαλικής λειτουργίας και γεύσης σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, ανδρική υπογονιμότητα, υποτροπιάζοντα αφθώδη έλκη της στοματικής κοιλότητας και οξύ σύνδρομο ανεπάρκειας ψευδαργύρου με νευροψυχιατρικές εκδηλώσεις.
Ανεπάρκεια ψευδαργύρου έχει επίσης παρατηρηθεί σε ασθενείς με γενικευμένη φλυκταινώδη μορφή ψωρίασης, έλκη πίεσης, φυσαλιδώδες πεμφιγοειδές, αλωπεκία, σακχαρώδη διαβήτη τύπου Ι και ΙΙ, νόσο του Crohn, εγκαύματα, μετά από κάποια χειρουργική επέμβαση και με δρεπανοκυτταρική αναιμία.
Η χορήγηση ψευδαργύρου προκαλεί αρνητικό ισοζύγιο χαλκού. Αυτό το χαρακτηριστικό αποτελεί την παθοφυσιολογική βάση της θεραπείας του ηπατοπυρηνικού εκφυλισμού (νόσος Wilson).
Πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι η θεραπεία με ψευδάργυρο είναι μια έγκυρη εναλλακτική λύση αντί της πενικιλλαμίνης στη θεραπεία της νόσου του Wilson.
5.2. Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Ο ψευδάργυρος απορροφάται από το γαστρεντερικό σωλήνα και κατανέμεται σε όλο το σώμα.
Περίπου το 90% του ψευδαργύρου στον οργανισμό αποθηκεύεται στους σκελετικούς μύες και στα οστά ενώ το 5% στο ήπαρ. Στο αίμα το 80% βρίσκεται στα ερυθροκύτταρα. Τα επίπεδα ψευδαργύρου στο πλάσμα κυμαίνονται από 70 έως 110 μg/dL και περίπου 60-70% αυτού συνδέεται ασθενώς με αλβουμίνη. Περίπου το 1% είναι δεσμευμένο σε αμινοξέα (κυρίως ιστιδίνη και κυστείνη) και το υπόλοιπο, περίπου 30% -40% είναι ισχυρά συνδεδεμένο με άλφα 2-μακροσφαιρίνες και άλλες πρωτεΐνες.
Απορρόφηση O ψευδάργυρος χορηγούμενος σε υδατικό διάλυμα απορροφάται σε ποσοστό 60-70% όταν λαμβάνεται με άδειο στομάχι ενώ η απορρόφηση μειώνεται με τη λήψη τροφής (ιδιαίτερα οι φυτικές ίνες συνδέονται με τον ψευδάργυρο, με αποτέλεσμα τα συμπλέγματα ψευδαργύρου να απορροφώνται ελάχιστα). Γενικά υπολογίζεται ότι μια μέση απορρόφηση είναι 33% του προσλαμβανομένου ψευδαργύρου με μέγιστη συγκέντρωση σε 2 ώρες. Φυσιολογικές τιμές στο αίμα κυμαίνονται από 10.7 -18.3 μmol/l (70-120 μg/dl) και έλλειψη καθορίζεται όταν τα επίπεδα είναι <9 μmol/l (60 μg/dl).
Κατανομή Περίπου το 60% του κυκλοφορούντος ψευδαργύρου δεσμεύεται με λευκωματίνη και περίπου 30% δεσμεύεται με μακροσφαιρίνη.
Απέκκριση Σε ενήλικες, έχει υπολογιστεί ότι περίπου 0,5 έως 1,0 mg/ημέρα εκκρίνεται στη χοληφόρο οδό και απεκκρίνεται στα κόπρανα, ενώ 0,5 έως 0,8 mg/ημέρα μέχρι 2 mg/ημέρα απεκκρίνεται στα ούρα.
Χρόνος ημιζωής απέκκρισης (Plasma elimination half life) είναι περίπου 1 ώρα μετά από δόση 45 mg.
5.3. Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Έχουν πραγματοποιηθεί προκλινικές μελέτες με άλατα του ψευδαργύρου. Τα φαρμακολογικά και τα τοξικολογικά στοιχεία που είναι διαθέσιμα έδειξαν μεγάλες ομοιότητες μεταξύ των διαφόρων αλάτων ψευδαργύρου και ανάμεσα στα διάφορα ζωϊκά είδη.
Η από του στόματος LD50 είναι περίπου 300 mg ψευδαργύρου/kg σωματικού βάρους (κάπου 100 ως 150 φορές την ανθρώπινη θεραπευτική δόση). Μελέτες τοξικότητας επαναλαμβανόμενης δόσης έχουν καθορίσει ότι το επίπεδο μη παρατηρηθείσας επίδρασης NOEL (No Observed Effect Level) είναι γύρω στα 95 mg ψευδαργύρου/kg σωματικού βάρους (κάπου 48 φορές την ανθρώπινη θεραπευτική δόση).
Το βάρος των στοιχείων, από δοκιμές in vitro και in vivo, υποδηλοί ότι ο ψευδάργυρος δεν έχει κλινικώς συναφή γονοτοξική δράση.
Μελέτες αναπαραγωγικής τοξικολογίας που διενεργήθηκαν με διάφορα άλατα ψευδαργύρου δεν έδειξαν οποιαδήποτε κλινικώς συναφή στοιχεία εμβρυοτοξικότητας ή τερατογένεσης.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Πυρήνας δισκίου: Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη, Νατριούχος κροσκαρμελλόζη, Γλυκολικό άμυλο νατρίου (Τύπου A), Προζελατινοποιημένο άμυλο, Πυρίτιο, κολλοειδές άνυδρο, Στεατικό μαγνήσιο.
Επικάλυψη δισκίου Opadry II White 85F18422: Πολυβινυλική αλκοόλη, Διοξείδιο του τιτανίου, Μακρογόλη/Πολυαιθυλενογλυκόλη, Τάλκης.
6.2 Ασυμβατότητες
Καμία γνωστή.
6.3 Διάρκεια ζωής
36 μήνες.
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος
Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη ή ίση των 25°C.
Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από την υγρασία.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία ZINCTIN συσκευάζονται σε κυψέλες Alu- PVC/PVDC των 10 δισκίων. Περιεκτικότητα: 45mg Το προϊόν διατίθεται σε συσκευασίες που περιέχουν 30 δισκία.
6.6 Ειδικές προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Καμία ειδική υποχρέωση.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Nassington Ltd Ιπποκράτους 3Α, Ακρόπολη, 2006 Λευκωσία, Κύπρος