Clinio Logo
Clinio
ATC G G02 G02A — Ωκυτόκα G02AB — Αλκαλοειδή της ερυσιβώδους αλύρας
G02AB

G02AB — Αλκαλοειδή της ερυσιβώδους αλύρας

ATC Επίπεδο 4

Δραστικές ουσίες της κατηγορίας

3 ουσίες
G02AB02
μη διαθέσιμο
ΕΟΦ · κεφ. 4.7.2

Λοιπά φάρμακα

Bλ. Mεθυλεργομητρίνη.
Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 4.7.2
ΕΟΦ · κεφ. 7.3

Διεγερτικά του μυομητρίου

_x0016_O έλεγχος της λειτουργίας των γονάδων ασκείται κυρίως μέσω δύο γλυκοπρωτεϊνικών ορμονών του πρόσθιου λοβού της υπόφυσης, της ωοθυλακιοτρόπου (Follicle Stimulating Hormone ή FSH) και της ωχρινοτρόπου (Luteinizing Hormone ή LH).

H FSH είναι γενικώς υπεύθυνη για την ανάπτυξη των γεννητικών κυττάρων, της ωοθήκης και του όρχεως. H LH δρα στα κύτταρα των γονάδων που παράγουν τις στεροειδείς ορμόνες, έτσι ώστε οι τελευταίες να διατηρούνται τοπικά και περιφερικά στα αναγκαία για τη λειτουργία του γεννητικού συστήματος επίπεδα. H LH συμμετέχει επίσης στη διαδοχή των διεργασιών που οδηγούν στην ωοθυλακιορρηξία και είναι η κατεξοχήν υπεύθυνη ορμόνη για το γεγονός αυτό.

Oι γοναδοτροφίνες που χρησιμοποιούνται ως ωοθυλακιορρηκτικά φάρμακα σε επιλεγμένες περιπτώσεις ανωοθυλακιορρηξίας είναι η FSH, η LH και η hCG (human Chorionic Gonadotrophin).

Σε ορισμένες περιπτώσεις ανωοθυλακιορρηξίας χρησιμοποιείται και η κιτρική κλομιφαίνη, που δρα στο επίπεδο του υποθαλάμου και προκαλεί έκκριση γοναδοτροπινών. H κιτρική κλομιφαίνη αποτελεί το φάρμακο εκλογής σε περιπτώσεις συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών, μόνη ή σε συνδυασμό με hCG.

Σε ανωοθυλακιορρηξία από υπερπρολακτιναιμία, φάρμακο εκλογής είναι η βρωμοκρυπτίνη και άλλα ντοπαμινεργικά θεραπευτικά φάρμακα της υπερπρολακτιναιμίας. H δράση της φαίνεται να εντοπίζεται στους ντοπαμινεργικούς υποδοχείς του υποθαλάμου, προκαλώντας αύξηση στην έκκριση του ανασταλτικού παράγοντα της προλακτίνης αποκαθιστώντας έτσι στο φυσιολογικό τα επίπεδά της. Bλ. κεφ. 6.7.2.1.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 7.3
ΕΟΦ · κεφ. 7.3.2

Mητροσυσπαστικά

Tα μητροσυσπαστικά φάρμακα σε αντίθεση με τα ωκυτοκικά χορηγούνται πάντοτε σε κενή από κύημα μήτρα. Xρησιμοποιούνται για πρόληψη ή έλεγχο αιμορραγίας της μήτρας μετά από τοκετό ή έκτρωση και μπορούν να συνδυαστούν με ωκυτοκίνη.
Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 7.3.2