ACARBOSE
Ακαρβόζη
Η ακαρβόζη και η μιγλιτόλη είναι αναστολείς της α-γλυκοσιδάσης, η οποία φυσιολογικώς προκαλεί αποικοδόμηση των πολυ- και ολιγοσακχαριτών της τροφής. Συνεπεία της αναστολής παρεμποδίζεται η αύξηση της γλυκόζης που ακολουθεί ένα υδατανθρακούχο γεύμα. Η πιογλυταζόνη και η …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-GLUCOBAY
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Καταποθούν ολόκληρα με λίγο υγρό ακριβώς πριν από το γεύμα ή μασηθούν με τις πρώτες μπουκιές του γεύματος.
- Χορήγηση: Ακριβώς πριν από το γεύμα ή με τις πρώτες μπουκιές του γεύματος
- Δόση έναρξης: 3 x 1 δισκίο των 50 mg /ημερησίως ή 3 x 1/2 δισκίο των 100 mg /ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Η δόση μπορεί να αυξάνεται σε χρονικά διαστήματα 4-8 εβδομάδων
-
ΕνήλικεςΔόση3 x 1 δισκίο των 50 mg /ημερησίως ή 3 x 1/2 δισκίο των 100 mg /ημερησίωςΜέγ. δόση3 x 200 mg ημερησίως (3 x 2 δισκία των 100mg)Η δόση μπορεί να αυξάνεται σε χρονικά διαστήματα 4-8 εβδομάδων, εάν οι ασθενείς παρουσιάσουν μη ικανοποιητική ανταπόκριση. Αν παρουσιασθούν ενοχλητικά συμπτώματα, παρά το ότι ακολουθείται πιστά η δίαιτα, η δόση δε θα πρέπει να αυξηθεί περισσότερο, αλλά θα πρέπει να μειωθεί, αν απαιτείται.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς (ηλικίας άνω των 65 ετών)Δε συνιστάται τροποποίηση της δόσης ή της συχνότητας χορήγησης.
-
Παιδιά και έφηβοιH ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Glucobay σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί. Δε συστήνεται σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών.
block
SPC-GLUCOBAY
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην ακαρβόζη ή/και σε κάποιο από τα έκδοχα.
-
Φλεγμονώδης νόσος του εντέρου, έλκος παχέος εντέρου, ατελής εντερική απόφραξη ή προδιάθεση για εντερική απόφραξη.
-
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 25 ml/min).
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (όπως η κίρρωση του ήπατος).
warning
SPC-GLUCOBAY
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Ηπατική βλάβηΕάν παρατηρηθεί αύξηση στα ηπατικά ένζυμα, μπορεί να ενδείκνυται είτε μείωση της δόσης ή διακοπή της θεραπείας, ειδικά εάν η αύξηση παραμένει.
-
Έλεγχος ηπατικών ενζύμωνθα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο ελέγχου των επιπέδων των ηπατικών ενζύμων τους πρώτους 6-12 μήνες θεραπείας
-
ΥπογλυκαιμίαΑν τo Glucobay συνταγογραφηθεί επιπρόσθετα με άλλα φάρμακα που μειώνουν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα (π.χ. σουλφονυλουρίες, μετφορμίνη ή ινσουλίνη), μια πτώση των τιμών γλυκόζης του αίματος στο υπογλυκαιμικό επίπεδο μπορεί να απαιτεί μια αντίστοιχη προσαρμογή της δόσης του αντίστοιχου συγχορηγούμενου φαρμάκου.
-
Οξεία υπογλυκαιμίαθα πρέπει να γίνει χρήση γλυκόζης για άμεση αντιστάθμιση της υπογλυκαιμίας
-
Χρήση σε παιδιάΠληθυσμόςΑσθενείς κάτω των 18 ετώνΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί.
swap_horiz
SPC-GLUCOBAY
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Σουλφονυρουρίες, μετφορμίνη ή ινσουλίνηΠροσοχήΟι τιμές γλυκόζης αίματος μπορεί να μειωθούν σε υπογλυκαιμικά επίπεδα. Μπορεί να είναι απαραίτητη μια δόση προσαρμογή αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις μπορεί να προκύψει υπογλυκαιμικό κώμα.ΣύστασηΕάν τα συμπτώματα είναι σοβαρά, μπορεί να ληφθεί υπόψη μια προσωρινή μείωση της δόσης του Glucobay. Σε περίπτωση οξείας υπογλυκαιμίας, πρέπει να χρησιμοποιείται γλυκόζη (δεξτρόζη) αντί για επιτραπέζια ζάχαρη.
-
ΠαρακολούθησηΗ ακαρβόζη μπορεί να επηρεάσει τη βιοδιαθεσιμότητα της διγοξίνης.ΣύστασηΜπορεί να απαιτηθεί προσαρμογή της δόσης της διγοξίνης.
-
ΑποφεύγεταιΠιθανότητα επηρεασμού της δράσης του Glucobay.ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση πρέπει να αποφεύγεται.
-
Από του στόματος νεομυκίνηΠροσοχήΕυρύτερες μειώσεις της γλυκόζης στο αίμα μετά το γεύμα και αύξηση στη συχνότητα και σοβαρότητα των γαστρεντερικών ανεπιθύμητων ενεργειών.ΣύστασηΕάν τα συμπτώματα είναι σοβαρά, μπορεί να ληφθεί υπόψη μια προσωρινή μείωση της δόσης του Glucobay.
sick
SPC-GLUCOBAY
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Θρομβοκυτοπενία
- Υπερευαισθησία στο φάρμακο και Υπερευαισθησία (κνησμός, ερύθημα, εξάνθημα, κνίδωση)
- Οίδημα
- Μετεωρισμός
- Διάρροια
- Γαστρεντερικοί και κοιλιακοί πόνοι
- Ναυτία
- Έμετος
- Δυσπεψία
- Ατελής ειλεός / ειλεός
- Κυστοειδής πνευμάτωση του εντέρου
- Αύξηση τρανσαμινασών
- Ίκτερος
- Ηπατίτιδα
- Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣπάνιεςΘρομβοκυτοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησία στο φάρμακο και Υπερευαισθησία (κνησμός, ερύθημα, εξάνθημα, κνίδωση)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΟίδημαΑγγειακές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικές Διαταραχές
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικές Διαταραχές
-
ΣυχνέςΓαστρεντερικοί και κοιλιακοί πόνοιΓαστρεντερικές Διαταραχές
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικές Διαταραχές
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικές Διαταραχές
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικές Διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑτελής ειλεός / ειλεόςΓαστρεντερικές Διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚυστοειδής πνευμάτωση του εντέρουΓαστρεντερικές Διαταραχές
-
ΣυχνέςΑύξηση τρανσαμινασώνΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΊκτεροςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΟξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
pregnant_woman
SPC-GLUCOBAY
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΔεν υπάρχουν πληροφορίες για τη χρήση του από έγκυες γυναίκες.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΕπειδή δεν έχει αποκλεισθεί η πιθανότητα να υπάρχει κάποια επίδραση από την ακαρβόζη στο βρέφος από γάλα της μητέρας συνιστάται γενικά, να μη χορηγείται το Glucobay κατά τη διάρκεια της περιόδου θηλασμού.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-GLUCOBAY
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-GLUCOBAY
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-GLUCOBAY
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Επειδή η αποτελεσματικότητα και η ανοχή μπορεί να διαφέρουν από ασθενή σε ασθενή, η δοσολογία πρέπει να καθορίζεται από το γιατρό ξεχωριστά για κάθε άτομο.
Ενήλικες: Εκτός εάν ορισθεί διαφορετικά, η συνιστώμενη δόση είναι η ακόλουθη: Αρχικά 3 x 1 δισκίο των 50 mg Glucobay /ημερησίως ή 3 x 1/2 δισκίο των 100 mg Glucobay /ημερησίως.
Ανώτατη δόση: έως και 3 x 2 δισκία των 50 mg Glucobay /ημερησίως ή 3 x 1 δισκίο των 100 mg Glucobay /ημερησίως. Μπορεί ενίοτε να είναι απαραίτητη μια περαιτέρω αύξηση στη δοσολογία έως 3 x 200 mg Glucobay (3 x 2 δισκία των 100mg) ημερησίως.
Η δόση μπορεί να αυξάνεται σε χρονικά διαστήματα 4-8 εβδομάδων, εάν οι ασθενείς παρουσιάσουν μη ικανοποιητική ανταπόκριση, και επίσης αργότερα κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Αν παρουσιασθούν ενοχλητικά συμπτώματα, παρά το ότι ακολουθείται πιστά η δίαιτα, η δόση δε θα πρέπει να αυξηθεί περισσότερο, αλλά θα πρέπει να μειωθεί, αν απαιτείται.
Η μέση δόση είναι 300 mg Glucobay την ημέρα (που αντιστοιχούν σε 3 x 2 δισκία Glucobay των 50mg/ ημέρα ή 3 x 1 δισκίο Glucobay των 100mg/ ημέρα).
Τρόπος χορήγησης Τα δισκία Glucobay είναι αποτελεσματικά μόνο εάν καταποθούν ολόκληρα με λίγο υγρό ακριβώς πριν από το γεύμα ή εάν μασηθούν με τις πρώτες μπουκιές του γεύματος.
Ηλικιωμένοι ασθενείς (ηλικίας άνω των 65 ετών): Δε συνιστάται τροποποίηση της δόσης ή της συχνότητας χορήγησης.
Παιδιά και έφηβοι: H ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Glucobay σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί. Βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση. Το Glucobay δε συστήνεται σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία: H ακαρβόζη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία όπως η κίρρωση του ήπατος (Βλ. Αντενδείξεις).
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία: Βλ. Αντενδείξεις.
Διάρκεια της χρήσης Δεν έχει προβλεφθεί ότι θα πρέπει να υπάρχει κάποιος χρονικός περιορισμός στη χρήση των δισκίων Glucobay.
block
Αντενδείξεις
SPC-GLUCOBAY
expand_more
Αντενδείξεις
ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ
- Υπερευαισθησία στην ακαρβόζη ή/και σε κάποιο από τα έκδοχα.
- Φλεγμονώδης νόσος του εντέρου, έλκος παχέος εντέρου, ατελής εντερική απόφραξη ή προδιάθεση για εντερική απόφραξη.
- Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 25 ml/min).
- Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (όπως η κίρρωση του ήπατος).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-GLUCOBAY
expand_more
Προειδοποιήσεις
ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ
- Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις κεραυνοβόλου ηπατίτιδας κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Glucobay. Ο μηχανισμός δεν είναι γνωστός, αλλά το Glucobay μπορεί να συμβάλει σε πολυπαραγοντικής παθοφυσιολογίας ηπατική βλάβη. Εάν παρατηρηθεί αύξηση στα ηπατικά ένζυμα, μπορεί να ενδείκνυται είτε μείωση της δόσης ή διακοπή της θεραπείας, ειδικά εάν η αύξηση παραμένει.
- Επομένως, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο ελέγχου των επιπέδων των ηπατικών ενζύμων τους πρώτους 6-12 μήνες θεραπείας (δείτε παράγραφο 4.8).
- To Glucobay έχει μια αντιυπεργλυκαιμική δράση, αλλά το φάρμακο αυτό δεν προκαλεί υπογλυκαιμία.
- Αν τo Glucobay συνταγογραφηθεί επιπρόσθετα με άλλα φάρμακα που μειώνουν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα (π.χ. σουλφονυλουρίες, μετφορμίνη ή ινσουλίνη), μια πτώση των τιμών γλυκόζης του αίματος στο υπογλυκαιμικό επίπεδο μπορεί να απαιτεί μια αντίστοιχη προσαρμογή της δόσης του αντίστοιχου συγχορηγούμενου φαρμάκου.
- Εάν αναπτυχθεί οξεία υπογλυκαιμία θα πρέπει να γίνει χρήση γλυκόζης για άμεση αντιστάθμιση της υπογλυκαιμίας (δείτε παρ.4.5).
- H ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Glucobay σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-GLUCOBAY
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Glucobay, η επιτραπέζια ζάχαρη (καλαμοσάκχαρο) καθώς και οι τροφές που περιέχουν ζάχαρη συχνά προκαλούν εντερικά συμπτώματα ακόμα και διάρροια (βλ. παρενέργειες), ως αποτέλεσμα της αυξημένης ζύμωσης υδατανθράκων στο κόλον, κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Glucobay.
Το Glucobay έχει μια αντιυπεργλυκαιμική δράση, αλλά το φάρμακο αυτό δεν προκαλεί υπογλυκαιμία. Σε ασθενείς που θεραπεύονται ταυτόχρονα με Glucobay και σουλφονυρουρίες, μετφορμίνη ή ινσουλίνη, οι τιμές γλυκόζης αίματος μπορεί να μειωθούν σε υπογλυκαιμικά επίπεδα και συνεπώς μπορεί να είναι απαραίτητη μια δόση προσαρμογής αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις μπορεί να προκύψει υπογλυκαιμικό κώμα.
Σε περίπτωση οξείας υπογλυκαιμίας πρέπει να ληφθεί υπόψη, ότι κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ακαρβόζη η επιτραπέζια ζάχαρη (καλαμοσάκχαρο) διασπάται σε φρουκτόζη και γλυκόζη πιο αργά και επομένως είναι ακατάλληλη για την ταχεία εξάλειψη της υπογλυκαιμίας. Συνεπώς πρέπει να χρησιμοποιείται γλυκόζη (δεξτρόζη) αντί για επιτραπέζια ζάχαρη (καλαμοσάκχαρο).
Σε μεμονωμένες περιπτώσεις η ακαρβόζη μπορεί να επηρεάσει τη βιοδιαθεσιμότητα της διγοξίνης, κατά τρόπο ώστε να απαιτηθεί προσαρμογή της δόσης της διγοξίνης.
Λόγω της πιθανότητας επηρεασμού της δράσης του Glucobay η ταυτόχρονη χορήγηση χολεστυραμίνης, προσροφητικών του γαστρεντερικού και φαρμακευτικών προϊόντων με πεπτικά ένζυμα πρέπει να αποφεύγεται.
Η ταυτόχρονη χορήγηση του Glucobay και της από του στόματος νεομυκίνης μπορεί να οδηγήσει σε ευρύτερες μειώσεις της γλυκόζης στο αίμα μετά το γεύμα και σε μια αύξηση στη συχνότητα και σοβαρότητα των γαστρεντερικών ανεπιθύμητων ενεργειών.
Εάν τα συμπτώματα είναι σοβαρά, μπορεί να ληφθεί υπόψη μια προσωρινή μείωση της δόσης του Glucobay.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-GLUCOBAY
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι συχνότητες των ανεπιθύμητων ενεργειών που έχουν αναφερθεί με το Glucobay με βάση μελέτες ελεγχόμενες με placebo, κατηγοριοποιημένες κατά CIOMS III κατηγορίες ανά συχνότητα (βάση δεδομένων ελεγχόμενων με Placebo κλινικών μελετών: Glucobay Ν=8.595, placebo N= 7.278. Status: 10 Φεβρ. 2006) φαίνονται στο συνοπτικό πίνακα παρακάτω.
Ανάμεσα σε κάθε συχνότητα ομαδοποίησης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με σειρά μείωσης σοβαρότητας. Οι συχνότητες ορίζονται ως πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1000 έως <1/100) και σπάνιες (≥ 1/10000 έως < 1/1000).
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες προσδιορίζονται μόνο κατά τη διάρκεια της επίβλεψης μετά την κυκλοφορία (status: 31 Dec 2005) και για τις οποίες η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί αναγράφονται παρακάτω ως ‘ μη γνωστές’.
| Κατηγορία οργάνου συστήματος κατά MedDRA | Πολύ συχνές | Συχνές | Όχι συχνές | Σπάνιες | Mη γνωστές |
|---|---|---|---|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Θρομβοκυτοπενία | ||||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία στο φάρμακο και Υπερευαισθησία (κνησμός, ερύθημα, εξάνθημα, κνίδωση) | ||||
| Αγγειακές διαταραχές | Οίδημα | ||||
| Γαστρεντερικές Διαταραχές | Μετεωρισμός | Διάρροια, Γαστρεντερικοί και κοιλιακοί πόνοι, Ναυτία | Έμετος, Δυσπεψία | Ατελής ειλεός / ειλεός, Κυστοειδής πνευμάτωση του εντέρου | |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Αύξηση τρανσαμινασών | Ίκτερος | Ηπατίτιδα | ||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση |
Στην παρακολούθηση μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις ηπατικής διαταραχής, παθολογικής ηπατικής λειτουργίας και ηπατικής βλάβης. Έχουν επίσης αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις κεραυνοβόλου ηπατίτιδας με μοιραία έκβαση, κυρίως στην Ιαπωνία.
Εάν δεν ακολουθηθεί η συνταγογραφούμενη διαβητική δίαιτα, οι εντερικές ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να ενταθούν. Εάν αυτές εμφανισθούν παρά την προσκόλληση στην συνταγογραφούμενη διαβητική δίαιτα, πρέπει να ζητηθεί η ιατρική συμβουλή και η δόση να μειωθεί προσωρινά ή μόνιμα.
Σε ασθενείς που λαμβάνουν τη συνιστώμενη ημερήσια δόση των 150 με 300mg Glucobay, σπάνια έχουν παρατηρηθεί κλινικά σχετιζόμενοι παθολογικοί έλεγχοι ηπατικής δυσλειτουργίας (τρείς φορές πάνω από το ανώτερο φυσιολογικό). Οι παθολογικές τιμές μπορεί να είναι παροδικές υπό τη συνεχιζόμενη θεραπεία με Glucobay (βλ. Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-GLUCOBAY
expand_more
Κύηση / γαλουχία
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-GLUCOBAY
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αναστολέας της α-γλυκοσιδάσης Κωδικός ΑΤC: Α10ΒF01
Η δραστική ουσία των δισκίων Glucobay, ακαρβόζη, είναι ένας ψευδοτετρασακχαρίτης μικροβιακής προέλευσης. To Glucobay μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βοηθητικό φάρμακο για τη θεραπεία του ινσουλινοεξαρτώμενου διαβήτη (τύπου 1) και μη ινσουλινοεξαρτώμενου διαβήτη (τύπου 2).
Σε όλα τα είδη που εξετάσθηκαν η ακαρβόζη ασκεί τη δραστικότητά της στο έντερο.
Η ακαρβόζη δρα αναστέλλοντας τα εντερικά ένζυμα (α-γλυκοσιδάσες) που εμπλέκονται στην αποικοδόμηση των δισακχαριτών, των ολιγοσακχαριτών ή των πολυσακχαριτών στη διατροφή.
Αυτό οδηγεί σε δοσοεξαρτώμενη καθυστέρηση της πέψης αυτών των υδατανθράκων. Συνεπώς η γλυκόζη που προέρχεται από αυτούς τους υδατάνθρακες απελευθερώνεται και προσλαμβάνεται από το αίμα πιο αργά.
Με τον τρόπο αυτό η ακαρβόζη μειώνει την μεταγευματική αύξηση της γλυκόζης στο αίμα και ως επακόλουθο, μειώνονται οι διακυμάνσεις της γλυκόζης στο αίμα.
Η ακαρβόζη μειώνει τις παθολογικά υψηλές συγκεντρώσεις της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης.
Σε μία μετα-ανάλυση 7 διπλά τυφλών μελετών ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο, σε 2180 ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, η ακαρβόζη μείωσε σημαντικά τα καρδιαγγειακά επεισόδια, ειδικά τον κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου, κατά τη διάρκεια θεραπείας τουλάχιστον 52 εβδομάδων.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-GLUCOBAY
expand_more
Φαρμακοκινητική
A πορρόφηση και βιοδιαθεσιμότητα Μετά από χορήγηση, μόνο το 1-2% του ενεργού αναστολέα απορροφάται. Η φαρμακοκινητική της ακαρβόζης ερευνήθηκε μετά από χορήγηση από το στόμα ραδιενεργά επισημασμένης ουσίας - C -(200mg) σε υγιείς εθελοντές.
Απορρόφηση Κατά μέσο όρο, το 35% της ολικής ραδιενέργειας (άθροισμα της ανασταλτικής ουσίας και των προϊόντων αποικοδόμησης) εκκρίθηκε από τα νεφρά μέσα σε 96 ώρες. Η πορεία της ολικής συγκέντρωσης της ραδιενέργειας στο πλάσμα, εμφανίστηκε σε δύο κορυφές. Η πρώτη κορυφή με μία μέση ισοδύναμη συγκέντρωση ακαρβόζης του 52.2 15.7μg/l μετά από 1.1 0.3h, είναι σε συμφωνία με τα αντίστοιχα δεδομένα για την πορεία συγκέντρωσης για την ουσία του αναστολέα (49.5 26.9μg/l μετά από 2.11.6h). Η δεύτερη κορυφή είναι κατά μέσο όρο 586.3 282.7μg/l και φτάνει μετά από 20.75.2h. Σε αντίθεση με την ολική ραδιενέργεια, η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα της ουσίας του αναστολέα είναι χαμηλότερη κατά ένα συντελεστή 10-20. Η δεύτερη, υψηλότερη κορυφή μετά από 14-24 h πιστεύεται ότι είναι εξαιτίας της απορρόφησης των βακτηριακά διασπώμενων προϊόντων από πιο απομακρυσμένα σημεία του εντέρου.
Κατανομή Ο σχετικός όγκος κατανομής (0.32l/kg βάρους σώματος) υπολογίσθηκε σε υγιείς εθελοντές από την πορεία συγκέντρωσης στο πλάσμα (ενδοφλέβια χορήγηση 0.4mg/kg βάρους σώματος).
Βιοδιαθεσιμότητα Η βιοδιαθεσιμότητα είναι μόνο 1-2%. Αυτό το υπερβολικά χαμηλό συστηματικά διαθέσιμο ποσοστό της ανασταλτικής ουσίας είναι επιθυμητό, λόγω του ότι η ακαρβόζη δρα τοπικά στο έντερο. Συνεπώς αυτή η χαμηλή βιοδιαθεσιμότητα δεν έχει σχέση με το θεραπευτικό αποτέλεσμα.
Μεταβολισμός και απέκκριση Η ημιπερίοδος ζωής απέκκρισης από το πλάσμα της ανασταλτικής ουσίας ήταν 3.7±2.7 h για την περίοδο κατανομής και 9.6±4.4h για τη φάση απέκκρισης.
Η αναλογία της ανασταλτικής ουσίας που εκκρίθηκε στα ούρα ήταν 1.7% της χορηγηθείσας δόσης. Το 51% της δραστικότητας απομακρύνθηκε μέσα σε 96 ώρες από τα κόπρανα.
ΕΟΦ · 6.1.2.3
Αλλα αντιδιαβητικά
expand_more
Αλλα αντιδιαβητικά
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ακαρβόζη είναι ένα σύνθετο ολιγοσακχαρίτης που ανταγωνιστικά αναστέλλει την ικανότητα των ενζύμων άλφα-γλυκοσιδάσης του ακραίου χείλους να διασπούν τους προσλαμβανόμενους υδατάνθρακες σε απορροφήσιμους μονοσακχαρίτες, μειώνοντας την απορρόφηση υδατανθράκων και τα επακόλουθα μεταγευματικά επίπεδα ινσουλίνης. Η ακαρβόζη απαιτεί την ταυτόχρονη χορήγηση υδατανθράκων για να ασκήσει τη θεραπευτική της δράση, και ως εκ τούτου πρέπει να λαμβάνεται με την πρώτη μπουκιά ενός γεύματος τρεις φορές ημερησίως. Δεδομένου του μηχανισμού δράσης της, η ακαρβόζη από μόνη της παρουσιάζει μικρό κίνδυνο συμβολής στη γλυκοπενία - αυτός ο κίνδυνος είναι πιο έντονος, ωστόσο, όταν η ακαρβόζη χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλες αντιδιαβητικές θεραπείες (π.χ. σουλφονυλουρίες, ινσουλίνη). Οι ασθενείς που λαμβάνουν ακαρβόζη επιπρόσθετα με άλλους αντιδιαβητικούς παράγοντες θα πρέπει να γνωρίζουν τα συμπτώματα και τους κινδύνους της υπογλυκαιμίας και πώς να αντιμετωπίζουν τα επεισόδια υπογλυκαιμίας. Έχουν αναφερθεί σπάνιες αναφορές μετά την κυκλοφορία για την ανάπτυξη πνευμάτωσης κυστοειδούς εντερικής νόσου μετά από θεραπεία με αναστολείς άλφα-γλυκοσιδάσης - οι ασθενείς που εμφανίζουν σημαντική διάρροια/δυσκοιλιότητα, βλεννώδη έκκριση ή/και αιμορραγία από το ορθό θα πρέπει να διερευνώνται και, εάν υπάρχει υποψία πνευμάτωσης κυστοειδούς εντερικής νόσου, θα πρέπει να διακόπτουν τη θεραπεία.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Οι α-γλυκοσιδάσες εντοπίζονται στο ακραίο χείλος του εντερικού βλεννογόνου και μεταβολίζουν ολιγο-, τρι- και δισακχαρίτες (π.χ. σακχαρόζη) σε μικρότερους μονοσακχαρίτες (π.χ. γλυκόζη, φρουκτόζη) που απορροφώνται ευκολότερα. Αυτά δρουν σε συνεργασία με την παγκρεατική α-αμυλάση, ένα ένζυμο που βρίσκεται στον αυλό του εντέρου και υδρολύει τους σύνθετους αμύλους σε ολιγοσακχαρίτες. Η ακαρβόζη είναι ένας σύνθετος ολιγοσακχαρίτης που ανταγωνιστικά και αναστρέψιμα αναστέλλει τόσο την παγκρεατική α-αμυλάση όσο και τις α-γλυκοσιδάσες που συνδέονται με την μεμβράνη - από τις α-γλυκοσιδάσες, η ανασταλτική ισχύς φαίνεται να ακολουθεί μια τάξη κατάταξης: γλυκοαμυλάση > σουκράση > μαλτάση > ισομαλτάση. Με την πρόληψη του μεταβολισμού και της επακόλουθης απορρόφησης των διαιτητικών υδατανθράκων, η ακαρβόζη μειώνει τα μεταγευματικά επίπεδα γλυκόζης και ινσουλίνης.
Σε αντίθεση με τις σουλφονυλουρίες, η ακαρβόζη δεν ενισχύει την έκκριση ινσουλίνης. Η αντιϋπεργλυκαιμική δράση της ακαρβόζης προκύπτει από την ανταγωνιστική, αναστρέψιμη αναστολή της παγκρεατικής α-αμυλάσης και των ενζύμων υδρολάσης α-γλυκοσιδίων που συνδέονται με τη μεμβράνη. Η παγκρεατική α-αμυλάση υδρολύει τους σύνθετους αμύλους σε ολιγοσακχαρίτες στον αυλό του λεπτού εντέρου, ενώ οι α-γλυκοσιδάσες που συνδέονται με τη μεμβράνη υδρολύουν ολιγοσακχαρίτες, τρισακχαρίτες και δισακχαρίτες σε γλυκόζη και άλλους μονοσακχαρίτες στο ακραίο χείλος του λεπτού εντέρου. Σε διαβητικούς ασθενείς, αυτή η αναστολή ενζύμων οδηγεί σε καθυστερημένη απορρόφηση γλυκόζης και μείωση της μεταγευματικής υπεργλυκαιμίας. Επειδή ο μηχανισμός δράσης της είναι διαφορετικός, η επίδραση της ακαρβόζης στη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου είναι αθροιστική με αυτή των σουλφονυλουριών, της ινσουλίνης ή της μετφορμίνης όταν χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό. Επιπλέον, η ακαρβόζη μειώνει τις ινσουλινοτρόπες και τις αυξητικές ως προς το βάρος επιδράσεις των σουλφονυλουριών. Η ακαρβόζη δεν έχει ανασταλτική δραστηριότητα κατά της λακτάσης και, κατά συνέπεια, δεν αναμένεται να προκαλέσει δυσανεξία στη λακτόζη.
Η ακαρβόζη αντιπροσωπεύει μια φαρμακολογική προσέγγιση για την επίτευξη των μεταβολικών οφελών μιας πιο αργής απορρόφησης υδατανθράκων στο διαβήτη, δρα ως ισχυρός, ανταγωνιστικός αναστολέας των εντερικών α-γλυκοσιδασών. Τα μόρια της ακαρβόζης συνδέονται με τις θέσεις δέσμευσης υδατανθράκων των α-γλυκοσιδασών, με σταθερά συγγένειας πολύ υψηλότερη από αυτή του φυσιολογικού υποστρώματος. Λόγω της αναστρέψιμης φύσης της αλληλεπίδρασης αναστολέα-ενζύμου, η μετατροπή των ολιγοσακχαριτών σε μονοσακχαρίτες μόνο καθυστερεί παρά διακόπτεται πλήρως. Η ακαρβόζη έχει δομικά χαρακτηριστικά τετρασακχαρίτη και δεν διαπερνά τα εντεροκύτταρα μετά την κατάποση. Έτσι, οι φαρμακοκινητικές της ιδιότητες είναι κατάλληλες για τη φαρμακολογική δράση που κατευθύνεται αποκλειστικά προς τις εντερικές γλυκοσιδάσες. …
Στόχος της παρούσας μελέτης ήταν να αποκαλυφθεί η πιθανή εμπλοκή των θυρεοειδικών ορμονών στις αντιϋπεργλυκαιμικές και αντι-οξειδωτικές επιδράσεις της ακαρβόζης. Διερευνήθηκαν οι επιδράσεις της ακαρβόζης στις μεταβολές της συγκέντρωσης στο πλάσμα των θυρεοειδικών ορμονών, της ινσουλίνης και της γλυκόζης σε ποντίκια με διαβήτη τύπου 2 που προκλήθηκε από δεξαμεθαζόνη. Ταυτόχρονα, διερευνήθηκαν οι μεταβολές στην υπεροξείδωση των λιπιδίων (LPO), στην περιεκτικότητα σε μειωμένη γλουταθειόνη (GSH) και στη δραστηριότητα των σχετιζόμενων ενδογενών αντι-οξειδωτικών ενζύμων, όπως η υπεροξειδική δισμουτάση (SOD) και η καταλάση (CAT), σε νεφρικούς και καρδιακούς ιστούς, οι οποίοι επηρεάζονται συχνά στον διαβήτη mellitus. Παρόλο που η χορήγηση δεξαμεθαζόνης (1,0 mg/kg, i.m., για 22 ημέρες) προκάλεσε υπεργλυκαιμία με παράλληλη αύξηση της ινσουλίνης στο πλάσμα και της LPO στους ιστούς, μείωσε τις συγκεντρώσεις των θυρεοειδικών ορμονών και τη δραστηριότητα των SOD και CAT. Όταν τα υπεργλυκαιμικά ποντίκια που προκλήθηκαν από δεξαμεθαζόνη θεραπεύτηκαν με ακαρβόζη (10 mg/kg ημερησίως, p.o., για 15 ημέρες), τα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών αυξήθηκαν και οι περισσότερες από τις ανωμαλίες, συμπεριλαμβανομένων των επιπέδων ινσουλίνης και γλυκόζης στο πλάσμα, της LPO στους ιστούς, της δραστηριότητας SOD και CAT και της περιεκτικότητας σε GSH, αντιστράφηκαν. Αυτά τα ευρήματα υποδηλώνουν την εμπλοκή των θυρεοειδικών ορμονών στον τρόπο δράσης της ακαρβόζης στην ύφεση του διαβήτη τύπου 2 mellitus.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της ακαρβόζης είναι εξαιρετικά ελάχιστη, με λιγότερο από 1-2% του αρχικού φαρμάκου που χορηγείται από του στόματος να φτάνει στη συστηματική κυκλοφορία. Παρά το γεγονός αυτό, περίπου το 35% της συνολικής ραδιενέργειας από μια ραδιοσημασμένη και από του στόματος χορηγηθείσα δόση ακαρβόζης φτάνει στη συστηματική κυκλοφορία, με τη μέγιστη ραδιενέργεια στο πλάσμα να παρατηρείται 14-24 ώρες μετά τη χορήγηση - αυτή η καθυστέρηση πιθανότατα αντικατοπτρίζει την απορρόφηση μεταβολιτών παρά την απορρόφηση του αρχικού φαρμάκου. Καθώς η ακαρβόζη προορίζεται να δρα εντός του εντέρου, ο ελάχιστος βαθμός από του στόματος βιοδιαθεσιμότητάς της είναι θεραπευτικά επιθυμητός.
Περίπου το ήμισυ μιας από του στόματος χορηγηθείσας δόσης απεκκρίνεται στα κόπρανα εντός 96 ωρών από τη χορήγηση. Όση μικρή ποσότητα φαρμακευτικής ουσίας απορροφάται στη συστηματική κυκλοφορία (περίπου 34% μιας από του στόματος χορηγηθείσας δόσης) απεκκρίνεται κυρίως από τους νεφρούς, υποδηλώνοντας ότι η νεφρική απέκκριση θα ήταν σημαντική οδός αποβολής εάν το αρχικό φάρμακο απορροφούταν ευκολότερα - αυτό υποστηρίζεται περαιτέρω από δεδομένα στα οποία περίπου το 89% μιας ενδοφλεβίως χορηγηθείσας δόσης ακαρβόζης απεκκρίθηκε στα ούρα ως δραστικό φάρμακο (σε σύγκριση με <2% μετά από από του στόματος χορήγηση) εντός 48 ωρών.
Σε μια μελέτη 6 υγιών ανδρών, λιγότερο από 2% μιας από του στόματος δόσης ακαρβόζης απορροφήθηκε ως δραστικό φάρμακο, ενώ περίπου το 35% της συνολικής ραδιενέργειας από μια 14C-σημασμένη από του στόματος δόση απορροφήθηκε. Κατά μέσο όρο, το 51% μιας από του στόματος δόσης απεκκρίθηκε στα κόπρανα ως μη απορροφηθείσα ραδιενέργεια σχετιζόμενη με το φάρμακο εντός 96 ωρών από την κατάποση. Επειδή η ακαρβόζη δρα τοπικά εντός του γαστρεντερικού σωλήνα, αυτή η χαμηλή συστηματική βιοδιαθεσιμότητα της αρχικής ένωσης είναι θεραπευτικά επιθυμητή.
Μετά από από του στόματος χορήγηση σε υγιείς εθελοντές με 14C-σημασμένη ακαρβόζη, οι μέγιστες συγκεντρώσεις ραδιενέργειας στο πλάσμα επιτεύχθηκαν 14-24 ώρες μετά τη χορήγηση, ενώ οι μέγιστες συγκεντρώσεις δραστικού φαρμάκου στο πλάσμα επιτεύχθηκαν περίπου 1 ώρα μετά. Η καθυστερημένη απορρόφηση της ραδιενέργειας που σχετίζεται με την ακαρβόζη αντανακλά την απορρόφηση μεταβολιτών που μπορεί να σχηματιστούν είτε από εντερικά βακτήρια είτε από εντερική ενζυμική υδρόλυση.
Η ακαρβόζη μεταβολίζεται αποκλειστικά εντός του γαστρεντερικού σωλήνα, κυρίως από εντερικά βακτήρια, αλλά και από πεπτικά ένζυμα. Ένα κλάσμα αυτών των μεταβολιτών (περίπου 34% της δόσης) απορροφήθηκε και στη συνέχεια απεκκρίθηκε στα ούρα.
Το κλάσμα της ακαρβόζης που απορροφάται ως άθικτο φάρμακο απεκκρίνεται σχεδόν πλήρως από τους νεφρούς. Όταν η ακαρβόζη χορηγήθηκε ενδοφλεβίως, το 89% της δόσης ανακτήθηκε στα ούρα ως δραστικό φάρμακο εντός 48 ωρών. Αντιθέτως, λιγότερο από 2% μιας από του στόματος δόσης ανακτήθηκε στα ούρα ως δραστικό (δηλαδή, αρχική ένωση και δραστικός μεταβολίτης) φάρμακο. Αυτό είναι σύμφωνο με τη χαμηλή βιοδιαθεσιμότητα του αρχικού φαρμάκου.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την Ακαρβόζη (6 συνολικά), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Συγγένεια Πρωτεϊνών
Καθώς μόνο 1-2% μιας από του στόματος χορηγηθείσας δόσης απορροφάται στην κυκλοφορία, η ακαρβόζη είναι απίθανο να υπόκειται σε κλινικά σημαντική δέσμευση πρωτεϊνών.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η ακαρβόζη μεταβολίζεται εκτενώς εντός του γαστρεντερικού σωλήνα, κυρίως από εντερικά βακτήρια και σε μικρότερο βαθμό από πεπτικά ένζυμα, σε τουλάχιστον 13 αναγνωρισμένους μεταβολίτες. Περίπου το 1/3 αυτών των μεταβολιτών απορροφάται στην κυκλοφορία, όπου στη συνέχεια απεκκρίνεται νεφρικά. Οι κύριοι μεταβολίτες φαίνεται να είναι συζεύξεις μεθυλίου, θειικού άλατος και γλυκουρονιδίου της 4-μεθυλπυρογαλλόλης. Μόνο ένας μεταβολίτης - που προκύπτει από τη διάσπαση ενός μορίου γλυκόζης από την ακαρβόζη - έχει αναγνωριστεί ότι έχει δραστηριότητα αναστολέα α-γλυκοσιδάσης.
Η ακαρβόζη μεταβολίζεται αποκλειστικά εντός του γαστρεντερικού σωλήνα, κυρίως από εντερικά βακτήρια, αλλά και από πεπτικά ένζυμα. … Τουλάχιστον 13 μεταβολίτες έχουν διαχωριστεί χρωματογραφικά από δείγματα ούρων. Οι κύριοι μεταβολίτες έχουν ταυτοποιηθεί ως παράγωγα 4-μεθυλπυρογαλλόλης (δηλαδή, συζεύξεις θειικού άλατος, μεθυλίου και γλυκουρονιδίου). Ένας μεταβολίτης (που σχηματίζεται από τη διάσπαση ενός μορίου γλυκόζης από την ακαρβόζη) έχει επίσης δραστηριότητα αναστολέα α-γλυκοσιδάσης. Αυτός ο μεταβολίτης, μαζί με την αρχική ένωση, που ανακτήθηκε από τα ούρα, αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 2% της συνολικής χορηγηθείσας δόσης.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Σε υγιείς εθελοντές, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της ακαρβόζης από το πλάσμα είναι περίπου 2 ώρες.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της δραστικότητας της ακαρβόζης από το πλάσμα είναι περίπου 2 ώρες σε υγιείς εθελοντές.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Ενώσεις που αναστέλλουν ή μπλοκάρουν τη δραστηριότητα των GLYCOSIDE HYDROLASES όπως οι ALPHA-AMYLASES και ALPHA-GLUCOSIDASES.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογίας
T58MSI464G
ACARBOSE
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Alpha Glucosidase
Καθορισμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Alpha-Glucosidase
Η ακαρβόζη είναι ένας αναστολέας Alpha-Glucosidase. Ο μηχανισμός δράσης της ακαρβόζης είναι ως αναστολέας Alpha Glucosidase.
ACARBOSE
Αναστολείς Alpha Glucosidase [MoA]; Αναστολέας Alpha-Glucosidase [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Ενώσεις που αναστέλλουν ή μπλοκάρουν τη δραστηριότητα των GLYCOSIDE HYDROLASES όπως οι ALPHA-AMYLASES και ALPHA-GLUCOSIDASES.