DIGOXIN(Διγοξίνη)
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.
Κατά την πηγή: 40 ώρες
- DrugBank: 3,5 έως 5 ημέρες
- PubChem: 1.5-2 ημέρες (υγιείς), 3.5-5 ημέρες (νεφρική ανεπάρκεια)
Δέσμευση πρωτεϊνών
Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.
Απέκκριση
Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.
Καθαρίζει (~5×t½)
Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.
Σκευάσματα και τιμές
Ενδείξεις κατά έγγραφο
Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση
- Φόρτωση…
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Καρδιακή ανεπάρκεια
- I50 Καρδιακή ανεπάρκεια
-
Κολπικός πτερυγισμός
- I48 Κολπική μαρμαρυγή και πτερυγισμός
-
Κολπική μαρμαρυγή
- I48 Κολπική μαρμαρυγή και πτερυγισμός
-
Παροξυσμική κολπική ταχυκαρδία
- I47 Παροξυσμική ταχυκαρδία
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος DIGOXIN-SANDOZ
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: ημερησίως σε διαιρεμένες δόσεις
- Δόση έναρξης: 0,75 έως 1,5 mg
- Τιτλοποίηση: Για ενήλικες και παιδιά άνω των 10 ετών, η ταχεία φόρτιση (δακτυλιδισμός) σε 24-36 ώρες αρχίζει με 0,75 έως 1,5 mg, ακολουθούμενα από 0,25 mg κάθε 4-6 ώρες έως κλινική ανταπόκριση. Σε περιπτώσεις λιγότερης επείγουσας ανάγκης ή κινδύνου τοξικότητας (π.χ. ηλικιωμένοι), η δόση χορηγείται διηρημένη ανά 6 ώρες, με το ήμισυ της συνολικής δόσης ως πρώτη δόση. Η βραδεία φόρτιση σε 3-5 ημέρες είναι 0,25 έως 0,75 mg ημερησίως σε διαιρεμένες δόσεις έως κλινική ανταπόκριση. Για παιδιά κάτω των 10 ετών, η δόση φόρτισης υπολογίζεται με βάση το βάρος και χορηγείται σε διηρημένες δόσεις. Η δόση συντήρησης βασίζεται στον υπολογισμό των ημερήσιων απωλειών από τα μέγιστα αποθέματα διγοξίνης σώματος.
-
Γενικός πληθυσμόςΗ δοσολογία θα πρέπει να προσαρμόζεται με προσοχή στις απαιτήσεις του κάθε ασθενή. Οι συνιστώμενες δόσεις προτείνονται ως κατευθυντήριες. Η διαφορά στην βιοδιαθεσιμότητα μεταξύ της ενέσιμης διγοξίνης και των από του στόματος μορφών, πρέπει να ληφθεί υπόψη όταν γίνονται αλλαγές από τη μία οδό χορήγησης στην άλλη. Για παράδειγμα, αν στους ασθενείς γίνει αλλαγή από την από του στόματος σε ενδοφλέβια οδό χορήγησης, η δόση πρέπει να ελαττωθεί περίπου κατά 33%.
-
Ενήλικες ασθενείς και παιδιά άνω των 10 ετώνΗ κλινική ανταπόκριση πρέπει να αξιολογείται πριν δοθεί κάθε επιπρόσθετη δόση.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΟι δόσεις θα πρέπει να εξατομικεύονται με βάση τη νεφρική λειτουργία στην αρχή της θεραπείας και στη συνέχεια να τροποποιούνται με βάση την ανταπόκριση και τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (ηλικίας άνω των 10 ετών)Όμοια με τους ενηλίκους ασθενείς σε αναλογία με το βάρος του σώματός τους.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (ηλικίας κάτω των 10 ετών)Στα νεογνά και ιδιαίτερα στα πρόωρα, η νεφρική κάθαρση της διγοξίνης είναι ελαττωμένη και πρέπει να γίνουν οι κατάλληλες μειώσεις στη δοσολογία, πέρα από τις γενικές δοσολογικές οδηγίες. Αμέσως μετά τη νεογνική περίοδο, τα παιδιά εν γένει χρειάζονται σε αναλογία μεγαλύτερες δόσεις από τους ενήλικες με βάση το βάρος σώματος ή την επιφάνεια σώματος. Η δόση φόρτισης πρέπει να χορηγείται σε διηρημένες δόσεις με περίπου το ήμισυ της συνολικής δόσης να δίνεται ως πρώτη δόση και τα υπόλοιπα κλάσματα της συνολικής δόσης να δίνονται σε μεσοδιαστήματα 4 έως 8 ωρών, αξιολογώντας την κλινική ανταπόκριση πριν δοθεί κάθε περαιτέρω δόση. Μετά από μερικές μέρες θεραπείας θα πρέπει να γίνεται έλεγχος και όπου είναι απαραίτητο να προσαρμόζεται η δόση. Αυτά τα δοσολογικά σχήματα έχουν την έννοια των κατευθηντήριων γραμμών και πρέπει η προσεκτική κλινική παρατήρηση και ο έλεγχος των επιπέδων της διγοξίνης του ορού να χρησιμοποιούνται ως βάση για τη ρύθμιση της δοσολογίας σε αυτή την ομάδα των παιδιατρικών ασθενών. Αν στις προηγούμενες δύο εβδομάδες από την έναρξη της θεραπείας με διγοξίνη, έχουν χορηγηθεί καρδιακοί γλυκοσίδες, τότε πρέπει να αναμένεται ότι οι ιδανικές δόσεις φόρτισης (δακτυλιδισμού) της διγοξίνης θα είναι μικρότερες από τις παραπάνω συνιστώμενες.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς (ηλικίας άνω των 65 ετών)Οι δόσεις θα πρέπει να εξατομικεύονται με βάση τη νεφρική λειτουργία στην αρχή της θεραπείας και στη συνέχεια να τροποποιούνται με βάση την ανταπόκριση και τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Οι ηλικιωμένοι έχουν συχνά μειωμένη νεφρική λειτουργία και χαμηλή μάζα σώματος (αποστεατωμένοι) και αυτό επηρεάζει την φαρμακοκινητική της διγοξίνης, έτσι ώστε υψηλά επίπεδα της διγοξίνης του ορού και η συνεπαγόμενη τοξικότητα μπορεί εύκολα να παρατηρηθούν άμεσα, εκτός αν χορηγηθούν δόσεις διγοξίνης μικρότερες από εκείνες που χρησιμοποιούνται σε ενήλικες ασθενείς. Τα επίπεδα της διγοξίνης του ορού θα πρέπει να ελέγχονται τακτικά, ενώ πρέπει να αποφεύγεται η υποκαλιαιμία.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Γνωστή υπερευαισθησία στη διγοξίνη, σε άλλες καρδιακές γλυκοσίδες ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα
-
Υποψία τοξικού δακτυλιδισμού
-
Κολποκοιλιακός αποκλεισμός δευτέρου ή τρίτου βαθμού
-
Δυσλειτουργία φλεβόκομβουΠληθυσμός(με εξαίρεση ασθενείς με βηματοδότη)
-
Κοιλιακή ταχυκαρδία
-
Κοιλιακή μαρμαρυγή
-
Υποψία ή επιβεβαιωμένες παραπληρωματικές κολποκοιλιακές οδοί (π.χ. σύνδρομο Wolff-Parkinson-White)
-
Υποκαλιαιμία
-
Υπερασβεστιαιμία
-
Υπομαγνησιαιμία
-
Υποξία
-
Υπερτροφική αποφρακτική μυοκαρδιοπάθεια
-
Ταυτόχρονη ενδοφλέβια χορήγηση αλάτων ασβεστίου
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Γενική παρακολούθηση τοξικότηταςπροσοχήΟ ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται για την αποφυγή ανεπιθύμητων ενεργειών λόγω υπερδοσολογίας.
-
Δυσαπορρόφηση / Χειρουργική επέμβαση στο γαστρεντερικόπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με δυσαπορρόφηση (π.χ. χρόνια διάρροια) ή μετά από χειρουργική επέμβαση στο γαστρεντερικό σύστημαΕνδεχομένως υψηλότερες δόσεις, προσαρμογή δόσης βάσει κλινικής κατάστασης
-
Συνυπάρχουσες καταστάσειςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια πνευμονική καρδία στεφανιαία ανεπάρκεια, ηλεκτρολυτικές διαταραχές, νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργίαΗ δόση θα πρέπει να ελαττώνεται
-
Δοσολογία σε ηλικιωμένουςπροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείςΠροσεκτική ρύθμιση δοσολογίας (ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους ασθενείς, στους οποίους μπορεί να υπάρχει μία ή περισσότερες από τις αναφερόμενες συνυπάρχουσες καταστάσεις)
-
Μερικός καρδιακός αποκλεισμόςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με μερικό καρδιακό αποκλεισμόΧορήγηση με προσοχή, καθώς ο μηχανισμός δράσης της μπορεί να επάγει πλήρη καρδιακό αποκλεισμό
-
Διαταραχές στο σύστημα παραγωγής και αγωγής διεγέρσεωνπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με διαταραχές στο σύστημα παραγωγής και αγωγής των διεγέρσεωνΜπορεί να παρουσιάσουν πλήρη αποκλεισμό και κρίσεις ADAM-STOKES
-
Σύνδρομο Wolff-Parkinson-WhiteπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σύνδρομο Wolff-Parkinson-WhiteΜπορεί να εμφανίσουν κοιλιακή μαρμαρυγή
-
Αυξημένη ευαισθησία μυοκαρδίουπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με οξεία μυοκαρδίτιδα (όπως η ρευματική καρδίτιδα), οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, προχωρημένη καρδιακή ανεπάρκεια, σοβαρή πνευμονική νόσοΑπαιτείται προσοχή
-
Στεφανιαία ανεπάρκειαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με στεφανιαία ανεπάρκειαΗ δόση θα πρέπει να μειώνεται
-
Καρδιακή ανάταξη δια ηλεκτρικού ρεύματοςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε καρδιακή ανάταξη δια ηλεκτρικού ρεύματοςΕάν εφαρμόζει, η χορήγησή της θα πρέπει να διακόπτεται 1 έως 2 ημέρες πριν από τέτοιες διαδικασίες.
-
Επείγουσα καρδιακή ανάταξη δια ηλεκτρικού ρεύματοςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν λάβει διγοξίνη και χρειάζονται επείγουσα καρδιακή ανάταξηΘα πρέπει να χρησιμοποιούνται shock χαμηλής ενέργειας
-
Τοξίκωση από διγοξίνη σε παιδιάπροσοχήΠληθυσμόςΠαιδιά που λαμβάνουν διγοξίνηΟποιαδήποτε αρρυθμία ή μεταβολή στην καρδιακή αγωγιμότητα θα πρέπει αρχικά να θεωρηθεί συνέπεια της τοξίκωσης από τη διγοξίνη.
-
Προηγούμενη χορήγηση καρδιακών γλυκοσιδώνπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν λάβει διγοξίνη ή άλλες καρδιακές γλυκοσίδες εντός των προηγούμενων 2 έως 3 εβδομάδωνΧορήγηση με προσοχή, και πιθανώς σε ελαττωμένη δόση
-
Διαταραχές ηλεκτρολυτών / Δυσλειτουργία θυρεοειδούςπροσοχήΟι διαταραχές των ηλεκτρολυτών και η δυσλειτουργία του θυρεοειδούς αδένα μπορεί να επηρεάσουν την ευαισθησία στη διγοξίνη. Η προσαρμογή της δόσης θα πρέπει να γίνει με βάση την κλινική κατάσταση.
-
Παράγοντες ενίσχυσης δράσης διγοξίνηςπροσοχήΗ δράση της διγοξίνης ενισχύεται από την υποκαλιαιμία, την υπομαγνησιαιμία, την υπερασβεστιαιμία, την υποξία (βλ. Αντενδείξεις) και τον υποθυρεοειδισμό.
-
Παράγοντες μείωσης δράσης διγοξίνηςπροσοχήΑντίσταση στις επιδράσεις της διγοξίνης μπορεί να εμφανιστεί με τον υπερθυρεοειδισμό και την υποασβεστιαιμία. Η υπερκαλιαιμία μπορεί να μειώσει τη δράση της διγοξίνης.
-
Διακοπή αγωγής / ΕπανέναρξηπροσοχήΗ διακοπή λήψης της διγοξίνης μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την επιδείνωση της κατάστασης του ασθενούς. Η επανέναρξη της αγωγής με διγοξίνη πρέπει να γίνεται με χαμηλότερες δόσεις που θα ρυθμίζονται ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενούς.
-
Φυτικά παρασκευάσματα (π.χ. υπερικό)αντένδειξηΔεν πρέπει να λαμβάνονται ταυτόχρονα λόγω του κινδύνου μείωσης των συγκεντρώσεων στο αίμα και ελάττωσης της κλινικής δράσης της διγοξίνης.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ασβέστιο (ενδοφλέβια)αντένδειξηΕνίσχυση της τοξικότητας των γλυκοσιδών
-
Φάρμακα που έχουν επίδραση στην ομοιόσταση των ηλεκτρολυτών (διουρητικά, υπακτικά [κατάχρηση], βενζυλοπενικιλίνη, αμφοτερικίνη B, καρμπενοξολόνη, κορτικοστεροειδή, φλοιοεπινεφριδιοτρόπος ορμόνη [ACTH], σαλικυλικά, άλατα λιθίου)προσοχήΕνισχύουν την τοξικότητα των γλυκοσιδών μέσω επαγόμενης από το φάρμακο υποκαλιαιμίας και υπομαγνησιαιμίας
-
Αποκλειστές διαύλων ασβεστίου (βεραπαμίλη, φελοδιπίνη, τιαπαμίλη), καπτοπρίλη, σπιρονολακτόνη, ιτρακοναζόλη, κινίνη, ατροπίνη, αντιαρρυθμικοί παράγοντες (κινιδίνη, αμιοδαρόνη, φλεκαϊνίδη, προπαφενόνη), ινδομεθακίνη, αλπραζολάμη, πραζοσίνη, προπανθελίνη, αντιβιοτικά (μακρολιδικά αντιβιοτικά [κλαριθυρομυκίνη, ερυθρομυκίνη, αζιθρομυκίνη], τετρακυκλίνες, γενταμικίνη, τριμεθοπρίμη), ατορβαστατίνη, κυκλοσπορίνη, κονιβαπτάνη, ριτοναβίρη, σακιναβίρηπροσοχήΑυξάνουν τα επίπεδα της διγοξίνης στον ορό
-
Βήτα αποκλειστέςπροσοχήΜπορεί να επιμηκύνουν το χρόνο της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας και να ενισχύσουν τις βραδυκαρδιακές επιπτώσεις
-
ΣουκκινυλοχολίνηπροσοχήΑυξημένη ευαισθησία σε επιδεινωθείσα υπερκαλιαιμία
-
Σουκκινυλοχολίνη χλωριούχος, ρεσερπίνη, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, συμπαθομιμητικά, αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης (π.χ. θεοφυλλίνη)προσοχήΑυξάνουν τον κίνδυνο αρρυθμιών
-
ΔιφαινοξυλικόπροσοχήΑυξάνει την απορρόφηση της διγοξίνης μέσω μείωσης της εντερικής κινητικότητας
-
Αναστολείς του ΜΕΑπροσοχήΜπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα των γλυκοσιδών στον ορό λόγω προκλήσεως νεφρικής ανεπάρκειας
-
Θυρεοειδικές ορμόνεςπροσοχήΑυξάνει την ευαισθησία του ατόμου σε τοξικό δακτυλιδισμό
-
Φάρμακα που αυξάνουν τα επίπεδα καλίου (σπιρονολακτόνη, κανρενόνη καλιούχος, αμιλορίδη, τριαμτερένη, άλατα καλίου)προσοχήΜειώνουν τη θετική ινότροπο δράση της διγοξίνης και αυξάνουν τον κίνδυνο αρρυθμιών
-
Ενεργός άνθρακας, χολεστυραμίνη, κολεστιπόλη, αντιόξινα, καολίνη, πηκτίνη, ορισμένα υπακτικά κορεσμού, σουκραλφάτηπροσοχήΜειώνουν την απορρόφηση των γλυκοσιδών μέσω πρόσδεσης και διακοπής της εντεροηπατικής επανακυκλοφορίαςΣύστασηΗ διγοξίνη πρέπει να λαμβάνεται 2 ώρες πριν
-
Νεομυκίνη, 4-αμινοσαλικυλικό οξύ (PAS), ριφαμπικίνη, κυτταροστατικά φάρμακα, σουλφασαλαζίνη, μετοκλοπραμίδη, αδρεναλίνη, σαλβουταμόλη, φαινυτοΐνη, πενικιλλαμίνη, υπερικό (Hypericum perforatum), ακαρβόζηπροσοχήΜειώνουν τα επίπεδα της διγοξίνης στον ορό
-
Αναστολείς της P-γλυκοπρωτεΐνηςπροσοχήΜπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα της διγοξίνης στον ορό ενισχύοντας την απορρόφηση και/ή μειώνοντας τη νεφρική κάθαρση
-
προσοχήΜπορεί να αυξήσει την απορρόφηση της διγοξίνης λόγω της μειωμένης εντερικής κινητικότητας και της μεταβολής της δράσης της P-γλυκοπρωτεΐνης (Ρ-gp)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Θρομβοπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Υπερευαισθησία
- Κνίδωση
- Κηλιδώδες εξάνθημα
- Κνησμός
- Γενικευμένο εξάνθημα
- Γυναικομαστία
- Μειωμένη όρεξη
- Εφιάλτες
- Παραλήρημα
- Οξεία ψύχωση
- Αποπροσανατολισμός
- Παραληρητικού τύπου αντίληψη
- Κατάθλιψη
- Ψευδαισθήσεις
- Συγχυτική κατάσταση
- Αφασία
- Κεφαλαλγία
- Υπνηλία
- Σπασμοί
- Ζάλη
- Άλγος προσώπου
- Οπτική διαταραχή
- Χρωματοψία
- Αρρυθμία
- Κατάσπαση διαστήματος ST στο ΗΚΓ
- Αναστροφή επάρματος Τ στο ΗΚΓ
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Εντερική ισχαιμία
- Γαστρεντερική νέκρωση
- Κόπωση
- Εξασθένιση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Μη γνωστέςΆλγος προσώπουΝευρικό
-
Μη γνωστέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΑναστροφή επάρματος Τ στο ΗΚΓΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑποπροσανατολισμόςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑφασίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΓαστρεντερική νέκρωσηΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΓενικευμένο εξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΕντερική ισχαιμίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΕξασθένισηΓενικές
-
Μη γνωστέςΕφιάλτεςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΖάληΝευρικό
-
Μη γνωστέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΚατάσπαση διαστήματος ST στο ΗΚΓΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΚηλιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚνησμόςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΚόπωσηΓενικές
-
Μη γνωστέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΟξεία ψύχωσηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΠαραλήρημαΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΠαραληρητικού τύπου αντίληψηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΣπασμοίΝευρικό
-
Μη γνωστέςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΧρωματοψίαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Άγνωστο
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο Digoxin-Διγοξίνη θα πρέπει να δίνεται σε έγκυες γυναίκες μόνο εάν τα αναμενόμενα οφέλη υπερτερούν των πιθανών κινδύνων.Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της διγοξίνης σε έγκυες γυναίκες. Δεν παρατηρήθηκε καμία αύξηση στη συχνότητα των δυσπλασιών σε απογόνους αρουραίων ή κουνελιών που έλαβαν καρδιακές γλυκοσίδες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης σε δόσεις εκατό φορές μεγαλύτερες από αυτές που χρησιμοποιούνται στον άνθρωπο. Ο κίνδυνος για το έμβρυο/μητέρα είναι άγνωστος.
-
ΓαλουχίαΗ διγοξίνη μπορεί να λαμβάνεται στη διάρκεια του θηλασμού, εάν ενδείκνυται κλινικά.Η διγοξίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Μέχρι σήμερα δεν έχουν αναφερθεί βλαβερές επιδράσεις στο βρέφος, καθώς η προσλαμβανόμενη ποσότητα είναι πολύ μικρή (περίπου 1/1000 της δόσης συντήρησης).
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την επίδραση της διγοξίνης στην ανθρώπινη γονιμότητα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- καρδιακές αρρυθμίες
- συμπτώματα από το γαστρεντερικό
- συμπτώματα από το ΚΝΣ
- υπερκαλιαιμία
- καρδιακή ανακοπή από ασυστολία
- κοιλιακή μαρμαρυγή
- κοιλιακή ταχυκαρδία
- προϊούσες βραδυαρρυθμίες
- καρδιακός αποκλεισμός
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: γλυκοσίδες δακτυλίτιδας, κωδικός ΑΤC: C01 ΑΑ05.
Μηχανισμός δράσης
Η διγοξίνη προέρχεται από τα φύλλα του Digitalis lanata. Η διγοξίνη αυξάνει τη συσταλτικότητα του μυοκαρδίου, μειώνει τον καρδιακό ρυθμό (μέσω παράτασης της περιόδου αγωγιμότητας του κολποκοιλιακού κόμβου) και ανακουφίζει τα κλινικά σημάδια και συμπτώματα της καρδιακής ανεπάρκειας (όσον αφορά τη συμφόρηση, το περιφερικό οίδημα, κ.α.).
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η θεραπευτική δράση ξεκινά εντός 2 ωρών μετά από χορήγηση από του στόματος. Η μέγιστη δράση επιτυγχάνεται εντός 6 ωρών μετά από χορήγηση από του στόματος.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Απορρόφηση
Η γαστρεντερική απορρόφηση είναι ταχεία και υπολογίζεται στο 70 έως 80%. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα επιτυγχάνεται εντός 1 έως 2 ωρών. Ωστόσο, η έκταση της απορρόφησης και τα επίπεδα της διγοξίνης σε σταθερή κατάσταση παραμένουν αμετάβλητα όταν χορηγείται με τροφή.
Κατανομή
Ο σχετικός όγκος κατανομής είναι 5L/kg και η πρωτεϊνική πρόσδεση είναι 25%.
Μεταβολισμός και μεταφορά
Η διγοξίνη είναι ένα υπόστρωμα της P-γλυκοπρωτεΐνης και μεταβολίζεται σε ελάχιστο βαθμό (10%), ώστε να μειωθούν προϊόντα όπως η διυδροδιγοξίνη, μόνο- και δις- διγιτοξοσίδες της διγοξυγενίνης.
Απέκκριση
Η διγοξίνη απεκκρίνεται κυρίως από τα νεφρά, το 60 έως 80% ως αμετάβλητο φάρμακο. Ο χρόνος ημίσειας ζωής απέκκρισης είναι 40 ώρες.
Ειδικοί πληθυσμοί
Γηριατρικοί ασθενείς (ηλικίας άνω των 65 ετών) Δεν υπάρχουν διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα της διγοξίνης σε ηλικιωμένους ασθενείς. Ωστόσο, απαιτείται προσεκτική κλινική αξιολόγηση και παρακολούθηση των συγκεντρώσεων στον ορό, ώστε να διασφαλιστεί ότι η διγοξίνη χρησιμοποιείται με το βέλτιστο τρόπο σε ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Παιδιατρικοί ασθενείς Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα είναι υψηλότερες και η νεφρική αποβολή της διγοξίνης είναι ελαττωμένη στα νεογνά και τα βρέφη σε σχέση με τα παιδιά (βλ. Δοσολογία).
Νεφρική δυσλειτουργία Ο όγκος κατανομής και η κάθαρση της διγοξίνης μπορεί να μεταβάλλονται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία με βάση τα επίπεδα της συγκέντρωσης στον ορό (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ηπατική δυσλειτουργία Οι συγκεντρώσεις της διγοξίνης στο πλάσμα σε ασθενείς με οξεία ηπατίτιδα είναι συγκρίσιμες με τις συγκεντρώσεις σε υγιή άτομα (βλ. Δοσολογία).
Υπερθυρεοειδισμός και υποθυρεοειδισμός Ο όγκος κατανομής είναι αυξημένος σε ασθενείς με υπερθυρεοειδισμό και μπορεί να μειωθεί σε ασθενείς με υποθυρεοειδισμό.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Απορρόφηση Η γαστρεντερική απορρόφηση είναι ταχεία και υπολογίζεται στο 70 έως 80%. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα επιτυγχάνεται εντός 1 έως 2 ωρών. Ωστόσο, η έκταση της απορρόφησης και τα επίπεδα της διγοξίνης σε σταθερή κατάσταση παραμένουν…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Διγοξίνη (TDM) | medicationΕπίπεδα φαρμάκου (TDM) | — | Νεφρική ανεπάρκεια (για ρύθμιση δοσολογίας) |
| ανά 2 εβδομάδες περίπου | Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (στην αρχική περίοδο της θεραπείας) | ||
| — | Όταν η αιτιολογία των σημείων και συμπτωμάτων σε ενήλικες ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια δεν είναι σαφής (για διάκριση τοξίκωσης/καρδιακής ανεπάρκειας) |
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
- Ένα καρδιοτονικό γλυκοζίδιο που προέρχεται κυρίως από το Digitalis lanata· αποτελείται από τρία σάκχαρα και την αγλυκόνη digoxigenin. Το digoxin έχει θετική ινότροπη και αρνητική χρονοτροπική δράση. Χρησιμοποιείται για τον έλεγχο του ρυθμού κοιλίας σε κολπική μαρμαρυγή και στη διαχείριση της συμφυστικής καρδιακής ανεπάρκειας με κολπική μαρμαρυγή. Η χρήση του σε καρδιακή ανεπάρκεια και σε ρυθμό κόλπων είναι λιγότερο σαφής. Το περιθώριο μεταξύ τοξικών και θεραπευτικών δόσεων είναι μικρό. (Από Martindale, The Extra Pharmacopoeia, 30η έκδοση, σελ. 666).
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
- Για τη θεραπεία και διαχείριση της συμφυστικής καρδιακής ανεπάρκειας, αρρυθμιών και καρδιακής ανεπάρκειας.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η διγοξίνη είναι φάρμακο με θετική inotropic και αρνητική chronotropic δράση, που σημαίνει ότι αυξάνει την ισχύ της καρδιακής συστολής και μειώνει τον καρδιακό ρυθμό. Η μείωση του καρδιακού ρυθμού είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε περιπτώσεις κολπικής μαρμαρυγής, μιας κατάστασης που χαρακτηρίζεται από γρήγορο και ακανόνιστο καρδιακό παλμό. Η ανακούφιση των συμπτωμάτων καρδιακής ανεπάρκειας κατά τη θεραπεία με διγοξίνη έχει τεκμηριωθεί σε κλινικές μελέτες μέσω αυξημένης ικανότητας άσκησης, μειωμένων νοσηλειών λόγω καρδιακής ανεπάρκειας και λιγότερων επισκέψεων στα επείγοντα ιατρικά περιστατικά σχετιζόμενα με καρδιακή ανεπάρκεια. Η διγοξίνη έχει στενό θεραπευτικό παράθυρο.
Σημείωση για τον καρδιαγγειακό κίνδυνο
Η διγοξίνη ενέχει κίνδυνο ταχείας κοιλιακής απόκρισης που μπορεί να προκαλέσει κοιλιακή μαρμαρυγή σε ασθενείς με παραπληρωματική κολποκοιλιακή (AV) οδό. Η καρδιακή ανακοπή ως αποτέλεσμα κοιλιακής μαρμαρυγής είναι θανατηφόρα. Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος θανατηφόρου σοβαρού ή πλήρους κολποκοιλιακού αποκλεισμού σε άτομα με προϋπάρχουσα νόσο του φλεβοκομβικού κόμβου και κολποκοιλιακό αποκλεισμό που λαμβάνουν διγοξίνη.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η διγοξίνη ασκεί αιμοδυναμικά, ηλεκτροφυσιολογικά και νευροορμονικά αποτελέσματα στο καρδιαγγειακό σύστημα. Αναστέλλει αναστρέψιμα το ένζυμο Na-K ATPase, οδηγώντας σε διάφορα ευεργετικά αποτελέσματα. Το ένζυμο Na-K ATPase λειτουργεί για τη διατήρηση του ενδοκυττάριου περιβάλλοντος ρυθμίζοντας την είσοδο και έξοδο νατρίου, καλίου και ασβεστίου (έμμεσα). Το Na-K ATPase είναι επίσης γνωστό ως αντλία νατρίου. Η αναστολή της αντλίας νατρίου από τη διγοξίνη αυξάνει το ενδοκυττάριο νάτριο και αυξάνει το επίπεδο ασβεστίου στα μυοκαρδιακά κύτταρα, προκαλώντας αυξημένη συσταλτική δύναμη της καρδιάς. Αυτό βελτιώνει το κλάσμα εξώθησης της αριστερής κοιλίας (EF), ένα σημαντικό μέτρο της καρδιακής λειτουργίας. Η διγοξίνη επίσης διεγείρει το παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα μέσω του πνευμονογαστρικού νεύρου, οδηγώντας σε αποτελέσματα στον κολποκομβικό (SA) και κολποκοιλιακό (AV) κόμβο, μειώνοντας τον καρδιακό ρυθμό. Μέρος της παθοφυσιολογίας της καρδιακής ανεπάρκειας περιλαμβάνει νευροορμονική ενεργοποίηση, οδηγώντας σε αύξηση της νορεπινεφρίνης. Η διγοξίνη βοηθά στη μείωση των επιπέδων νορεπινεφρίνης μέσω της ενεργοποίησης του παρασυμπαθητικού νευρικού συστήματος.
Οι καρδιακές γλυκοσίδες χρησιμοποιούνται στη θεραπεία των αρρυθμιών για περισσότερα από 200 χρόνια. Τα αμφίδρομα (K2P) κανάλια καλίου ρυθμίζουν την επαναπόλωση του δυναμικού ενέργειας της καρδιάς. Πρόσφατα, το K2P3.1 [δίδυμο περιοχών Ρ σε ένα ασθενές ανορθωτικό κανάλι Κ+ (TWIK)-σχετιζόμενο με οξύ ευαίσθητο κανάλι Κ+ (TASK)-1] έχει εμπλακεί στην παθοφυσιολογία της κολπικής μαρμαρυγής και έχει προταθεί ως στόχος για επιλεκτικά αντιαρρυθμικά φάρμακα για την καρδιά. Υποθέσαμε ότι ο αποκλεισμός των καρδιακών καναλιών K2P συμβάλλει στον μηχανισμό δράσης της διγιτοξίνης και της διγοξίνης. Όλα τα λειτουργικά ανθρώπινα κανάλια K2P ελέγχθηκαν για αλληλεπιδράσεις με καρδιακές γλυκοσίδες. Ανθρώπινες υπομονάδες καναλιών K2P εκφράστηκαν σε ωάρια Xenopus laevis, και χρησιμοποιήθηκε ηλεκτροφυσιολογία κλιμακούμενης τάσης για την καταγραφή ρευμάτων Κ+. Η διγιτοξίνη ανέστειλε σημαντικά τα κανάλια K2P3.1 και K2P16.1. Αντίθετα, η διγοξίνη έδειξε μεμονωμένα ανασταλτικά αποτελέσματα στο K2P3.1. Τα εξωτερικά ρεύματα K2P3.1 μειώθηκαν κατά 80% (διγιτοξίνη, 1 Hz) και 78% (διγοξίνη, 1 Hz). Η διγιτοξίνη ανέστειλε τα ρεύματα K2P3.1 με τιμή IC50 7,4 μΜ. Οι ιδιότητες εξωτερικής ανόρθωσης του καναλιού δεν επηρεάστηκαν. Μελέτες μεταλλάξεων αποκάλυψαν ότι τα αμινοξέα που βρίσκονται στην κυτταροπλασματική θέση του πόρου του καναλιού K2P3.1 αποτελούν μέρος μιας μοριακής θέσης σύνδεσης για τις καρδιακές γλυκοσίδες. Συμπερασματικά, οι καρδιακές γλυκοσίδες στοχεύουν τα ανθρώπινα κανάλια K2P. Η αντιαρρυθμική σημασία του αποκλεισμού του ρεύματος επαναπόλωσης της καρδιάς K2P3.1 από τη διγοξίνη και τη διγιτοξίνη απαιτεί επικύρωση σε μεταφραστικές και κλινικές μελέτες.
Χαμηλές συγκεντρώσεις καρδιακών γλυκοσιδών, συμπεριλαμβανομένης της ουαμπαΐνης, της διγοξίνης και της διγιτοξίνης, αναστέλλουν την ανάπτυξη καρκινικών κυττάρων χωρίς να επηρεάζουν τη δραστηριότητα Na+,K+-ATPase, αλλά ο μηχανισμός αυτής της αντικαρκινικής δράσης δεν είναι πλήρως κατανοητός. Το κανάλι ανιόντων ρυθμιζόμενο από τον όγκο (VRAC) παίζει σημαντικό ρόλο στην οδό σηματοδότησης του κυτταρικού θανάτου, εκτός από τον θεμελιώδη ρόλο του στη διατήρηση του κυτταρικού όγκου. Εδώ, αναφέρουμε μια σηματοδοτική οδό που προκαλείται από καρδιακές γλυκοσίδες, με διασταύρωση μεταξύ Na+,K+-ATPase και VRAC σε ανθρώπινα καρκινικά κύτταρα. Συγκεντρώσεις υπομικρομοριακών επιπέδων ουαμπαΐνης ενίσχυσαν τα ρεύματα VRAC παράλληλα με επιβράδυνση του πολλαπλασιασμού των καρκινικών κυττάρων. Τα αποτελέσματα της ουαμπαΐνης ακυρώθηκαν από έναν ειδικό αναστολέα του VRAC (DCPIB) και τη μειωμένη έκφραση του LRRC8A, ενός ουσιαστικού συστατικού του VRAC, και εξασθένησαν από τη διαταραχή των μεμβρανικών μικροπεριοχών ή την αναστολή της NADPH οξειδάσης. Η διγοξίνη και η διγιτοξίνη έδειξαν επίσης αντι-πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα σε καρκινικά κύτταρα στις θεραπευτικές τους συγκεντρώσεις, και αυτά τα αποτελέσματα αναστέλλονταν από το DCPIB. Σε μεμβρανικές μικροπεριοχές καρκινικών κυττάρων, το LRRC8A βρέθηκε να συν-ανοσοκαταβυθίζεται με την α1-ισομορφή της Na+,K+-ATPase. Αυτά τα αποτελέσματα που προκαλούνται από την ουαμπαΐνη δεν παρατηρήθηκαν σε μη καρκινικά κύτταρα. Επομένως, οι καρδιακές γλυκοσίδες θεωρήθηκαν ότι αλληλεπιδρούν με την Na+,K+-ATPase για να διεγείρουν την παραγωγή αντιδραστικών ειδών οξυγόνου, και επίσης ενεργοποιούσαν προφανώς το VRAC εντός των μεμβρανικών μικροπεριοχών, παράγοντας έτσι αντι-πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα.
Οι καρδιακές γλυκοσίδες αναστέλλουν τη δραστηριότητα της νατριούχου-καλίου-ενεργοποιούμενης αδενοσινο-τριφωσφατάσης (Na+-K+-ATPase), ενός ενζύμου απαραίτητου για την ενεργό μεταφορά νατρίου μέσω των μεμβρανών των καρδιακών κυττάρων. Η αναστολή αυτού του ενζύμου στα καρδιακά κύτταρα οδηγεί σε αύξηση της συσταλτικής κατάστασης της καρδιάς και πιστευόταν ότι τα οφέλη των καρδιακών γλυκοσιδών στην καρδιακή ανεπάρκεια συνδέονταν κυρίως με την inotropic δράση. Ωστόσο, έχει προταθεί ότι τα οφέλη των καρδιακών γλυκοσιδών μπορεί εν μέρει να σχετίζονται με την αναστολή ενζύμων σε μη καρδιακούς ιστούς. Η αναστολή της Na+-K+-ATPase στις πνευμονογαστρικές προσαγωγές ευαισθητοποιεί τους καρδιακούς βαροϋποδοχείς, οι οποίοι με τη σειρά τους μπορεί να μειώσουν τη συμπαθητική εκροή από το ΚΝΣ. Επιπλέον, αναστέλλοντας την Na+-K+-ATPase στα νεφρά, οι καρδιακές γλυκοσίδες μειώνουν την επαναρρόφηση νατρίου από τα νεφρικά σωληνάρια· η επακόλουθη αύξηση της παροχής νατρίου στους άπω σωληνάρια οδηγεί στην καταστολή της έκκρισης ρενίνης από τους νεφρούς. Αυτές οι παρατηρήσεις οδήγησαν στην υπόθεση ότι οι καρδιακές γλυκοσίδες δρουν στην καρδιακή ανεπάρκεια κυρίως με την εξασθένηση της ενεργοποίησης του νευροορμονικού συστήματος, παρά με θετική inotropic δράση. Τοξικές δόσεις καρδιακών γλυκοσιδών προκαλούν εκροή καλίου από το μυοκάρδιο και ταυτόχρονη εισροή νατρίου. Η τοξικότητα οφείλεται εν μέρει στην απώλεια ενδοκυττάριου καλίου που σχετίζεται με την αναστολή της Na+-K+-ATPase. Με θεραπευτικές δόσεις, η αύξηση της εισροής ασβεστίου στις συσταλτικές πρωτεΐνες με επακόλουθη ενίσχυση της σύζευξης διέγερσης-σύσπασης εμπλέκεται στη θετική inotropic δράση των καρδιακών γλυκοσιδών· ο ρόλος της Na+-K+-ATPase σε αυτό το αποτέλεσμα είναι αμφιλεγόμενος. /Καρδιακές γλυκοσίδες/
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η διγοξίνη απορροφάται περίπου 70-80% στο πρώτο τμήμα του λεπτού εντέρου. Η βιοδιαθεσιμότητα μιας από του στόματος δόσης κυμαίνεται από 50-90%, ωστόσο, οι από του στόματος οινοπνευματώδεις κάψουλες διγοξίνης αναφέρεται ότι έχουν βιοδιαθεσιμότητα 100%. Ο χρόνος Tmax, ή ο χρόνος για να επιτευχθεί η μέγιστη συγκέντρωση της διγοξίνης, μετρήθηκε σε 1,0 ώρα σε μία κλινική μελέτη υγιών ασθενών που έλαβαν 0,25 mg διγοξίνης με εικονικό φάρμακο. Η Cmax, ή η μέγιστη συγκέντρωση, ήταν 1,32 ± 0,18 ng/ml-1 στην ίδια μελέτη, και η AUC (εμβαδόν κάτω από την καμπύλη) ήταν 12,5 ± 2,38 ng/ml-1. Εάν η διγοξίνη λαμβάνεται μετά από γεύμα, η απορρόφηση επιβραδύνεται, αλλά αυτό δεν αλλάζει τη συνολική ποσότητα του απορροφηθέντος φαρμάκου. Εάν η διγοξίνη λαμβάνεται με γεύματα που περιέχουν φυτικές ίνες, η απορρόφηση μπορεί να μειωθεί.
Σημείωση για τα εντερικά βακτήρια
Μια από του στόματος δόση διγοξίνης μπορεί να μετασχηματιστεί σε φαρμακολογικά ανενεργά προϊόντα από βακτήρια στο κόλον. Μελέτες έχουν δείξει ότι το 10% των ασθενών που λαμβάνουν δισκία διγοξίνης θα παρουσιάσουν αποικοδόμηση τουλάχιστον 40% μιας ληφθείσας δόσης διγοξίνης από εντερικά βακτήρια. Αρκετά αντιβιοτικά μπορεί να αυξήσουν την απορρόφηση της διγοξίνης σε αυτούς τους ασθενείς, λόγω της εξάλειψης των εντερικών βακτηρίων, τα οποία συνήθως προκαλούν αποικοδόμηση της διγοξίνης.
Σημείωση για τη δυσαπορρόφηση
Ασθενείς με δυσαπορρόφηση λόγω διαφόρων αιτιών μπορεί να έχουν μειωμένη ικανότητα απορρόφησης της διγοξίνης. Η P-γλυκοπρωτεΐνη, που βρίσκεται στα κύτταρα του εντέρου, μπορεί να επηρεάσει τη φαρμακοκινητική της διγοξίνης, καθώς είναι υπόστρωμα αυτού του μεταφορέα εκροής. Η P-γλυκοπρωτεΐνη μπορεί να επάγεται από άλλα φάρμακα, μειώνοντας έτσι τα αποτελέσματα της διγοξίνης αυξάνοντας την εκροή της στο έντερο.
Η απέκκριση της διγοξίνης είναι ανάλογη της συνολικής δόσης, ακολουθώντας κινητική πρώτης τάξης. Μετά από ενδοφλέβια (IV) χορήγηση σε υγιείς εθελοντές, 50-70% της δόσης ανιχνεύεται ως αμετάβλητη διγοξίνη στα ούρα. Περίπου 25 έως 28% της διγοξίνης αποβάλλεται εκτός νεφρών. Η χολική απέκκριση φαίνεται να είναι μικρότερης σημασίας από την νεφρική απέκκριση. Η διγοξίνη δεν απομακρύνεται αποτελεσματικά από τον οργανισμό με αιμοκάθαρση, ανταλλαγή αίματος ή κατά τη διάρκεια εξωσωματικής κυκλοφορίας, επειδή το μεγαλύτερο μέρος του φαρμάκου συνδέεται με εξωαγγειακούς ιστούς.
Αυτό το φάρμακο κατανέμεται ευρέως στον οργανισμό και είναι γνωστό ότι διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και τον πλακούντα. Ο φαινομενικός όγκος κατανομής της διγοξίνης είναι 475-500 L. Μεγάλο μέρος της διγοξίνης κατανέμεται στον σκελετικό μυ, ακολουθούμενο από την καρδιά και τους νεφρούς. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ο ηλικιωμένος πληθυσμός, έχοντας γενικά μειωμένη μυϊκή μάζα, μπορεί να εμφανίσει χαμηλότερο όγκο κατανομής της διγοξίνης.
Η κάθαρση της διγοξίνης συσχετίζεται στενά με την κάθαρση της κρεατινίνης και δεν εξαρτάται από τη ροή των ούρων. Άτομα με νεφρική δυσλειτουργία ή ανεπάρκεια μπορεί να εμφανίσουν εκτεταμένα παρατεταμένες ημιζωές. Επομένως, είναι σημαντικό να τιτλοποιείται η δόση ανάλογα και να παρακολουθούνται τακτικά τα επίπεδα διγοξίνης στο πλάσμα. Μία φαρμακοκινητική μελέτη μέτρησε τη μέση κάθαρση του σώματος από ενδοφλέβια διγοξίνη σε 88 ± 44 ml/min/1,73 m². Μια άλλη μελέτη παρείχε μέσες τιμές κάθαρσης 53 ml/min/1,73 m² σε άνδρες ηλικίας 73-81 ετών και 83 ml/min/1,73 m² σε άνδρες ηλικίας 20-33 ετών μετά από μία ενδοφλέβια δόση διγοξίνης.
/ΓΑΛΑ/ Μέγιστες συγκεντρώσεις στο γάλα 0,96 και 0,61 ng/mL παρατηρήθηκαν 4-6 ώρες μετά τη χορήγηση εφάπαξ δόσης 0,25 mg σε 2 γυναίκες. Η μητρική συγκέντρωση στο πλάσμα ήταν ελαφρώς υψηλότερη από τη συγκέντρωση στο γάλα.
/ΓΑΛΑ/ Η διγοξίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. … Οι λόγοι διγοξίνης γάλα/πλάσματος κυμάνθηκαν από 0,6 έως 0,9. Παρόλο που αυτές οι ποσότητες φαίνονται υψηλές, αντιπροσωπεύουν πολύ μικρές ποσότητες διγοξίνης λόγω της σημαντικής μητρικής πρωτεϊνικής δέσμευσης.
Μετά από από του στόματος χορήγηση, οι μέγιστες συγκεντρώσεις διγοξίνης στο πλάσμα παρατηρούνται σε 1 έως 3 ώρες. Η απορρόφηση της διγοξίνης από δισκία διγοξίνης έχει αποδειχθεί ότι είναι 60 έως 80% πλήρης σε σύγκριση με την ίδια ενδοφλέβια δόση διγοξίνης (απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα). Όταν τα δισκία διγοξίνης λαμβάνονται μετά από γεύματα, ο ρυθμός απορρόφησης επιβραδύνεται, αλλά η συνολική ποσότητα διγοξίνης που απορροφάται είναι συνήθως αμετάβλητη. Όταν λαμβάνεται με γεύματα υψηλά σε φυτικές ίνες πίτουρου, ωστόσο, η ποσότητα που απορροφάται από μια από του στόματος δόση μπορεί να μειωθεί.
/ΓΑΛΑ/ Για να διαπιστωθεί εάν η θεραπεία με διγοξίνη σε θηλάζουσες μητέρες μπορεί να προκαλέσει δυσφορία στα θηλάζοντα βρέφη, διερευνήσαμε την κινητική της μεταφοράς της διγοξίνης από το πλάσμα στο γάλα σε 11 θηλάζουσες μητέρες. Μετά από ενδοφλέβια ή από του στόματος χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης 0,5 mg ή 0,75 mg διγοξίνης, λήφθηκαν ταυτόχρονα δείγματα πλάσματος, πρόσθιου και οπίσθιου γάλακτος. Προφανώς, επήλθε γρήγορη ισορροπία μεταξύ των διαμερισμάτων πλάσματος και γάλακτος και δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ πρόσθιου και οπίσθιου γάλακτος. Και τα τρία προφίλ συγκέντρωσης διγοξίνης έτρεξαν παράλληλα με λόγο γάλα προς πλάσμα 0,6 έως 0,7. Οι καμπύλες προσαρμόστηκαν καλύτερα στο άθροισμα δύο εκθετικών συναρτήσεων. Για την πρόβλεψη της πρόσληψης διγοξίνης στο θηλάζον βρέφος, πραγματοποιήθηκαν προσομοιώσεις με βάση δύο συζευγμένα μοντέλα διαμερισμάτων. Όταν τα κινητικά δεδομένα του γάλακτος, καθώς και τα κινητικά δεδομένα που ελήφθησαν σε βρέφη προσαρμόστηκαν με αυτό το μοντέλο, μπορούσε να αποδειχθεί ότι ακόμη και στην περίπτωση μακρών ημιζωών, μόνο περίπου το 3% των θεραπευτικών επιπέδων του φαρμάκου επιτεύχθηκε στο βρέφος. Έτσι, μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι η συσσώρευση διγοξίνης σε τοξικές συγκεντρώσεις δεν πρέπει να συμβαίνει σε βρέφη γυναικών που λαμβάνουν κατάλληλες δόσεις διγοξίνης.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη Διγοξίνη (19 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
Η απέκκριση της διγοξίνης είναι κυρίως νεφρική. Ένα ποσοστό (περίπου 25-28%) αποβάλλεται με άλλους μηχανισμούς, πιθανώς μέσω του ήπατος/χολής, αλλά σε μικρότερο βαθμό. Η διγοξίνη δεν απομακρύνεται αποτελεσματικά με αιμοκάθαρση.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Δέσμευση
Η πρωτεϊνική δέσμευση της διγοξίνης είναι περίπου 25%. Συνδέεται κυρίως με την αλβουμίνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Περίπου το 13% μιας δόσης διγοξίνης ανιχνεύεται ως μεταβολιζόμενο σε υγιή άτομα. Υπάρχουν διάφοροι μεταβολίτες διγοξίνης στα ούρα, συμπεριλαμβανομένης της διυδροδιγοξίνης και της διγοξιγενίνης διςδιγιτοξιδοσίδης. Οι γλυκουρονιδωμένοι και θειωμένοι συζεύξεις τους θεωρείται ότι παράγονται μέσω της διαδικασίας υδρόλυσης, οξείδωσης και επιπλέον, σύζευξης. Το σύστημα κυτοχρώματος P-450 δεν διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο μεταβολισμό της διγοξίνης, ούτε αυτό το φάρμακο επάγει ή αναστέλλει τα ένζυμα αυτού του συστήματος.
Στους περισσότερους ασθενείς, μόνο μικρές ποσότητες διγοξίνης μεταβολίζονται, αλλά ο βαθμός μεταβολισμού είναι μεταβλητός και μπορεί να είναι σημαντικός σε ορισμένους ασθενείς. Κάποιος μεταβολισμός πιθανώς λαμβάνει χώρα στο ήπαρ, αλλά η διγοξίνη φαίνεται επίσης να μεταβολίζεται από βακτήρια εντός του αυλού του παχέος εντέρου μετά από από του στόματος χορήγηση και πιθανώς μετά από χολική απέκκριση μετά από παρεντερική χορήγηση. Ο βαθμός μεταβολισμού από βακτήρια στο παχύ έντερο μετά από από του στόματος χορήγηση φαίνεται να κυμαίνεται αντιστρόφως ανάλογα με τη βιοδιαθεσιμότητα του σκευάσματος. Η διγοξίνη υφίσταται σταδιακή διάσπαση των σακχαροειδών υπολειμμάτων για να σχηματίσει διγοξιγενίνη-διςδιγιτοξιδοσίδη, διγοξιγενίνη-μονοδιγιτοξιδοσίδη και διγοξιγενίνη· αυτοί οι μεταβολίτες έχουν προοδευτικά μειωμένη καρδιοδραστικότητα. Η διγοξιγενίνη στη συνέχεια επιμερειώνεται ή/και συζευγνύεται για να σχηματίσει καρδιοανενεργές ενώσεις. Η διγοξίνη υφίσταται επίσης αναγωγή του λακτονικού δακτυλίου για να σχηματίσει διυδροδιγοξίνη, η οποία υφίσταται επίσης σταδιακή διάσπαση των σακχαροειδών υπολειμμάτων για να σχηματίσει διυδροδιγοξιγενίνη-διςδιγιτοξιδοσίδη, διυδροδιγοξιγενίνη-μονοδιγιτοξιδοσίδη και διυδροδιγοξιγενίνη· οι αναγμένοι μεταβολίτες είναι ουσιαστικά καρδιοανενεργοί. Μερικοί ασθενείς μπορεί να σχηματίσουν σημαντικές ποσότητες αναγμένων μεταβολιτών· δεδομένα υποδηλώνουν ότι, στο 10% περίπου των ασθενών που λαμβάνουν διγοξίνη, περίπου 40% ή περισσότερο του φαρμάκου που απεκκρίνεται στα ούρα θα αποτελείται από αναγμένους μεταβολίτες. Λόγω της ταχείας και ενισχυμένης απορρόφησης, η χρήση υγρών καψουλών μπορεί να ελαχιστοποιήσει το σχηματισμό αναγμένων μεταβολιτών σε τέτοιους ασθενείς. Σε ασθενείς που σχηματίζουν σημαντικές ποσότητες αναγμένων μεταβολιτών, η αλλαγή της εντερικής βακτηριακής χλωρίδας από ορισμένους αντι-μολυσματικούς παράγοντες (π.χ., ερυθρομυκίνη) μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική αλλαγή της ψηφιοποίησης.
Ηπατική (αλλά όχι εξαρτώμενη από το σύστημα κυτοχρώματος P-450). Οι τελικοί μεταβολίτες, που περιλαμβάνουν 3b-διγοξιγενίνη, 3-κετο-διγοξιγενίνη και τα γλυκουρονιδικά και θειικά συζεύγματά τους, είναι πολικής φύσης και υποτίθεται ότι σχηματίζονται μέσω υδρόλυσης, οξείδωσης και σύζευξης.
Οδός Απέκκρισης: Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση σε υγιείς εθελοντές, 50% έως 70% μιας δόσης διγοξίνης απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα.
Ημιζωή: 3,5 έως 5 ημέρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Η διγοξίνη έχει χρόνο ημιζωής 1,5-2 ημέρες σε υγιή άτομα. Ο χρόνος ημιζωής σε ασθενείς που δεν αποβάλλουν ούρα, συνήθως λόγω νεφρικής ανεπάρκειας, παρατείνεται σε 3,5-5 ημέρες. Δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος του φαρμάκου κατανέμεται εξωαγγειακά, η αιμοκάθαρση και η ανταλλαγή αίματος δεν είναι βέλτιστες μέθοδοι για την απομάκρυνση της διγοξίνης.
Μελετήθηκαν έντεκα μητέρες που έλαβαν διγοξίνη καθ’ όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης λόγω ρευματικής καρδιοπάθειας. Η διγοξίνη αναγνωρίστηκε στον πλακούντα και, για πρώτη φορά, στο γάλα. … Ο χρόνος ημιζωής της διγοξίνης στο νεογνό ήταν 36,2 ± 5,43 ώρες (Μέσος όρος ± Τυπικό Σφάλμα). έτσι, όλη η διγοξίνη που υπήρχε κατά τη γέννηση θα είχε απεκκριθεί εντός 10 έως 11 ημερών.
Υγιείς εθελοντές έλαβαν 0,4 mg IV/ημέρα για 14 ημέρες. Χρόνος ημιζωής 1,54 ημέρες. Όγκος κατανομής 807 L. Νεφρική κάθαρση 191 mL/min, που υποδεικνύει σωληνώδη έκκριση διγοξίνης. 1,8 φορές συσσώρευση μία φορά την ημέρα.
Οι τιμές που αναφέρονται για τον χρόνο ημιζωής απέκκρισης της διγοξίνης σε σκύλους και γάτες έχουν ποικίλει σημαντικά, με τιμές που αναφέρονται από 14,4-56 ώρες για σκύλους, 30-173 ώρες για γάτες. Κατά προσέγγιση χρόνοι ημιζωής απέκκρισης αναφέρονται σε άλλους ειδικούς, συμπεριλαμβανομένων: πρόβατα 7 ώρες, άλογα 17-29 ώρες, βοοειδή 8 ώρες.
Ο αρχικός (κατανομής) χρόνος ημιζωής της διγοξίνης είναι περίπου 30 λεπτά μετά από ενδοφλέβια χορήγηση τόσο σε ανηφρικούς ασθενείς όσο και σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, η διγοξίνη έχει χρόνο ημιζωής απέκκρισης 34-44 ώρες. Ο χρόνος ημιζωής απέκκρισης παρατείνεται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια· σε ανηφρικούς ασθενείς ο χρόνος ημιζωής απέκκρισης είναι περίπου 4,5 ημέρες ή μεγαλύτερος. Ο χρόνος ημιζωής απέκκρισης μειώνεται σε ασθενείς με οξεία υπερδοσολογία διγοξίνης. Ο χρόνος ημιζωής απέκκρισης παρατείνεται σε υποθυρεοειδικούς ασθενείς και μειώνεται σε υπερθυρεοειδικούς ασθενείς. Σε ασθενείς με χολικές συρίγες, ο χρόνος ημιζωής στο πλάσμα παραμένει αμετάβλητος. Σε μη ψηφιοποιημένους ασθενείς, η έναρξη σταθερής ημερήσιας θεραπείας συντήρησης με διγοξίνη χωρίς αρχική δόση φόρτωσης οδηγεί σε σταθερές συγκεντρώσεις στο πλάσμα μετά από 4-5 χρόνους ημιζωής απέκκρισης (περίπου 7 ημέρες σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία).
Μέσος χρόνος ημιζωής στο πλάσμα 35 ώρες σε ώριμα νεογνά και 57 ώρες σε πρόωρα νεογνά.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογική
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή πρόληψη καρδιακών αρρυθμιών. Μπορούν να επηρεάσουν τη φάση επαναπόλωσης-αποπόλωσης του δυναμικού ενέργειας, την διεγερσιμότητα ή την ανερέθιστότητά του, ή την αγωγιμότητα του παλμού ή την ανταπόκριση της μεμβράνης εντός των καρδιακών ινών. Οι αντιαρρυθμικοί παράγοντες ταξινομούνται συχνά σε τέσσερις κύριες ομάδες σύμφωνα με τον μηχανισμό δράσης τους: αποκλεισμός καναλιών νατρίου, αποκλεισμός β-αδρενεργικών, παράταση επαναπόλωσης, ή αποκλεισμός καναλιών ασβεστίου.
Παράγοντες που έχουν ενισχυτική δράση στην καρδιά ή που μπορούν να αυξήσουν την καρδιακή παροχή. Μπορεί να είναι ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΓΛΥΚΟΣΙΔΕΣ, ΣΥΜΠΑΘΗΤΟΜΙΜΗΤΙΚΑ, ή άλλα φάρμακα. Χρησιμοποιούνται μετά από ΕΜΦΡΑΓΜΑ ΤΟΥ ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΥ, ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ, σε ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΟΚ, ή σε συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ).
Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με ένα ένζυμο με τέτοιο τρόπο ώστε να εμποδίζουν τον φυσιολογικό συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου και την καταλυτική αντίδραση.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογική
73K4184T59
ΔΙΓΟΞΙΝΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Καρδιακή Γλυκοσίδη
Χημική Δομή [CS] - Καρδιακές Γλυκοσίδες
Η διγοξίνη είναι Καρδιακή Γλυκοσίδη.
ΔΙΓΟΞΙΝΗ
Καρδιακή Γλυκοσίδη [EPC]; Καρδιακές Γλυκοσίδες [CS]
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Ivabradine-or-Digoxin C01AA05Έλεγχος συχνότητας — Ivabradine / DigoxinΚΑ + φλεβοκομβικός ρυθμός με HR ≥ 70 υπό μέγιστη ανεκτή β-αναστολέα — ή κολπική μαρμαρυγήΔοσολογία: 62.5 μg → στόχος 250 μg ×1 · Συνεχής
Απόσυρση / Deprescribing
Διγοξίνη
Εάν λαμβάνεται καθημερινά για περισσότερο από 3 έως 4 εβδομάδες, μειώστε τη δόση κατά 50% κάθε 1 έως 2 εβδομάδες. Μόλις φτάσετε στο 25% της αρχικής δόσης και δεν έχουν παρατηρηθεί συμπτώματα στέρησης, διακόψτε το φάρμακο. Εάν εμφανιστούν συμπτώματα στέρησης, επιστρέψτε περίπου στο 75% της προηγούμενης ανεκτής δόσης.
⚠ Η διγοξίνη συνδέεται συχνά με ανεπιθύμητες ενέργειες εάν διακοπεί απότομα.
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογική
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή πρόληψη καρδιακών αρρυθμιών. Μπορούν να επηρεάσουν τη φάση επαναπόλωσης-αποπόλωσης του δυναμικού ενέργειας, την διεγερσιμότητα ή την ανερέθιστότητά του, ή την αγωγιμότητα του παλμού ή την ανταπόκριση της μεμβράνης εντός των καρδιακών ινών. Οι αντιαρρυθμικοί παράγοντες ταξινομούνται συχνά σε τέσσερις κύριες ομάδες σύμφωνα με τον μηχανισμό δράσης τους: αποκλεισμός καναλιών νατρίου, αποκλεισμός β-αδρενεργικών, παράταση επαναπόλωσης, ή αποκλεισμός καναλιών ασβεστίου.
Παράγοντες που έχουν ενισχυτική δράση στην καρδιά ή που μπορούν να αυξήσουν την καρδιακή παροχή. Μπορεί να είναι ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΓΛΥΚΟΣΙΔΕΣ, ΣΥΜΠΑΘΗΤΟΜΙΜΗΤΙΚΑ, ή άλλα φάρμακα. Χρησιμοποιούνται μετά από ΕΜΦΡΑΓΜΑ ΤΟΥ ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΥ, ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ, σε ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΟΚ, ή σε συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ).
Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με ένα ένζυμο με τέτοιο τρόπο ώστε να εμποδίζουν τον φυσιολογικό συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου και την καταλυτική αντίδραση.