DIGOXIN
Διγοξίνη
Κύριες ενδείξεις για χορήγηση καρδιακών γλυκοσιδών αποτελούν η καρδιακή ανεπάρκεια και οι υπερκοιλιακές αρρυθμίες με ιδιαίτερη χρησιμότητα στην ρύθμιση της κοιλιακής ανταπόκρισης σε ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή. Τα συμπτώματα της καρδιακής ανεπάρκειας είναι δυνατόν να βελτιωθούν …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-DIGOXIN-SANDOZ
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Δόση έναρξης: 0,75 έως 1,5 mg (3 έως 6 δισκία) για ταχεία φόρτιση; 0,25 έως 0,75 mg (1 έως 3 δισκία) ημερησίως για βραδεία φόρτιση.
- Τιτλοποίηση: Η δόση συντήρησης θα πρέπει να βασίζεται στο ποσοστό των μέγιστων αποθεμάτων διγοξίνης σώματος που αποβάλλονται καθημερινά. Ο τύπος που παρατίθεται έχει ευρεία κλινική χρήση: Δόση συντήρησης = Μέγιστα αποθέματα σώματος x καθημερινή απώλεια (%). Καθημερινή απώλεια (%) = 14 + κάθαρση κρεατινίνης (Clcr)/5. Clcr = (140 - ηλικία σε έτη) / (Scr (σε mg/100ml) x 0,814) για άνδρες (πολλαπλασιάζεται με 0,85 για γυναίκες). Στην πράξη, οι περισσότεροι ασθενείς συντηρούνται με 0,125-0,75mg ημερησίως. Για ευαίσθητους ασθενείς, 0,0625mg ημερησίως ή λιγότερο. Για παιδιά κάτω των 10 ετών: Ημερήσια δόση συντήρησης = 20% (πρόωρα νεογνά) ή 25% (νεογνά και παιδιά έως 10 ετών) της 24ώρου δόσης φόρτισης.
-
Ενήλικες ασθενείς και παιδιά άνω των 10 ετώνΔόση0,75 έως 1,5 mg (3 έως 6 δισκία) για ταχεία φόρτιση; 0,25 mg (1 δισκίο) σε μεσοδιαστήματα 4-6 ωρών για ταχεία φόρτιση; 0,25 έως 0,75 mg (1 έως 3 δισκία) ημερησίως για βραδεία φόρτισηΗ δόση συντήρησης είναι 0,125-0,75mg ημερησίως, ή 0,0625mg ημερησίως ή λιγότερο για ευαίσθητους ασθενείς. Η ταχεία φόρτιση χορηγείται σε 24-36 ώρες, η βραδεία σε 3-5 ημέρες. Σε ηλικιωμένους, η δόση χορηγείται διαιρεμένη ανά 6 ώρες με την πρώτη δόση να είναι το ήμισυ της συνολικής.
-
Νεογνά, βρέφη και παιδιά ηλικίας μέχρι 10 ετώνΔόσηΗ δόση φόρτισης χορηγείται σύμφωνα με τον πίνακα: Πρόωρα νεογνά <1,5 kg -25 μg/kg/24h; Πρόωρα νεογνά 1,5-2,5 kg -30 μg/kg/24h; Νεογνά έως 2 ετών -45 μg/kg/24h; 2-5 ετών -35 μg/kg/24h; 5-10 ετών -25 μg/kg/24h. Η δόση συντήρησης είναι 20% (πρόωρα νεογνά) ή 25% (νεογνά και παιδιά έως 10 ετών) της 24ώρου δόσης φόρτισης.Στα πρόωρα νεογνά η νεφρική κάθαρση είναι ελαττωμένη. Η δόση φόρτισης χορηγείται σε διηρημένες δόσεις με την πρώτη δόση να είναι το ήμισυ της συνολικής. Οι ηλικίες κάτω των 10 ετών λαμβάνουν μεγαλύτερες δόσεις αναλογικά με το βάρος/επιφάνεια από τους ενήλικες. Μικρότερες δόσεις φόρτισης εάν έχουν χορηγηθεί καρδιακοί γλυκοσίδες τις προηγούμενες 2 εβδομάδες.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς (ηλικίας άνω των 65 ετών)Οι δόσεις εξατομικεύονται με βάση τη νεφρική λειτουργία, την ανταπόκριση και τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Συχνά απαιτούνται μικρότερες δόσεις από τους ενήλικες λόγω μειωμένης νεφρικής λειτουργίας και μάζας σώματος. Τα επίπεδα διγοξίνης ορού πρέπει να ελέγχονται τακτικά.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΟι δόσεις εξατομικεύονται με βάση τη νεφρική λειτουργία, την ανταπόκριση και τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
block
SPC-DIGOXIN-SANDOZ
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Γνωστή υπερευαισθησία στη διγοξίνη, σε άλλες καρδιακές γλυκοσίδες ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα.
-
Υποψία τοξικού δακτυλιδισμού.
-
Κολποκοιλιακός αποκλεισμός δευτέρου ή τρίτου βαθμού, δυσλειτουργία φλεβόκομβου (με εξαίρεση ασθενείς με βηματοδότη).
-
Κοιλιακή ταχυκαρδία ή κοιλιακή μαρμαρυγή.
-
Υποψία ή επιβεβαιωμένες παραπληρωματικές κολποκοιλιακές οδοί (π.χ. σύνδρομο Wolff-Parkinson-White).
-
Υποκαλιαιμία, υπερασβεστιαιμία, υπομαγνησιαιμία.
-
Υποξία.
-
Υπερτροφική αποφρακτική μυοκαρδιοπάθεια.
-
Ταυτόχρονη ενδοφλέβια χορήγηση αλάτων ασβεστίουΠληθυσμόςβλ. Δοσολογία και Αλληλεπιδράσεις
warning
SPC-DIGOXIN-SANDOZ
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Παρακολούθηση ασθενούςπαρακολουθείται για την αποφυγή ανεπιθύμητων ενεργειών λόγω υπερδοσολογίας.
-
Τοξικότητα με διγοξίνησυχνή
-
Δυσαπορρόφησημε βάση την κλινική κατάστασηΥψηλότερες δόσεις διγοξίνης μπορεί να είναι απαραίτητες
-
Πνευμονική και Νεφρική δυσλειτουργίαιδιαίτερα σε ηλικιωμένους ασθενείςη δόση θα πρέπει να ελαττώνεται
-
Νεφρική ανεπάρκειαη ρύθμιση της δοσολογίας θα πρέπει να εκτιμάται με βάση τα επίπεδα της διγοξίνης στον ορό
-
Γενικές συμβουλές για δόση σε νεφρική δυσλειτουργίαη δόση θα πρέπει να ελαττώνεται κατά το ίδιο περίπου ποσοστό με το ποσοστό μείωσης της κάθαρσης της κρεατινίνης.
-
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίατα επίπεδα της διγοξίνης στον ορό θα πρέπει να προσδιορίζονται ανά 2 εβδομάδες περίπου, τουλάχιστον στην αρχική περίοδο της θεραπείας.
-
Καρδιαγγειακό σύστημαΗ διγοξίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε μερικό καρδιακό αποκλεισμό
-
Ασθενείς με διαταραχές στο σύστημα παραγωγής και αγωγής των διεγέρσεωνμπορεί να παρουσιάσουν πλήρη αποκλεισμό και κρίσεις ADAM-STOKES
-
Ασθενείς με σύνδρομο Wolf-Parkinson-Whiteμπορεί να εμφανίσουν κοιλιακή μαρμαρυγή.
-
Τοξική δράσησυνήθως παρατηρείται, όταν τα επίπεδα διγοξίνης στον ορό είναι πάνω από 2ng/ml
-
Προσοχήαπαιτείται σε οξεία μυοκαρδίτιδα (όπως η ρευματική καρδίτιδα), σε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, σε προχωρημένη καρδιακή ανεπάρκεια και σε σοβαρή πνευμονική νόσο, λόγω της αυξημένης ευαισθησίας του μυοκαρδίου.
-
Στεφανιαία ανεπάρκειαΗ δόση θα πρέπει να μειώνεται
-
Ηλεκτρική ανάταξηΗ διγοξίνη μπορεί επίσης να επάγει την εμφάνιση αρρυθμιών σε ασθενείς που υποβάλλονται σε καρδιακή ανάταξη δια ηλεκτρικού ρεύματος και, εάν εφαρμόζει, η χορήγησή της θα πρέπει να διακόπτεται 1 έως 2 ημέρες πριν από τέτοιες διαδικασίες. Εάν η καρδιακή ανάταξη δια ηλεκτρικού ρεύματος είναι απαραίτητη και έχει ήδη χορηγηθεί διγοξίνη, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται shock χαμηλής ενέργειας.
-
Παιδιά που λαμβάνουν διγοξίνηΟποιαδήποτε αρρυθμία ή μεταβολή στην καρδιακή αγωγιμότητα η οποία αναπτύσσεται σε ένα παιδί που λαμβάνει διγοξίνη, θα πρέπει αρχικά να θεωρείται ότι είναι συνέπεια της τοξίκωσης από τη διγοξίνη.
-
Διάκριση τοξίκωσης από καρδιακή ανεπάρκειαΌταν η αιτιολογία αυτών των σημείων και συμπτωμάτων δεν είναι σαφής, θα πρέπει να μετρηθούν τα επίπεδα της διγοξίνης στον ορό.
-
Προηγούμενη λήψη καρδιακών γλυκοσιδώνΗ διγοξίνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή, και πιθανώς σε ελαττωμένη δόση, σε ασθενείς που έχουν λάβει διγοξίνη ή άλλες καρδιακές γλυκοσίδες εντός τις προηγούμενες 2 έως 3 εβδομάδες.
-
Διαταραχές των ηλεκτρολυτών και δυσλειτουργία του θυρεοειδούς αδέναΗ προσαρμογή της δόσης θα πρέπει να γίνει με βάση την κλινική κατάσταση.
-
Ενίσχυση δράσης της διγοξίνηςαπό την υποκαλιαιμία, την υπομαγνησιαιμία, την υπερασβεστιαιμία, την υποξία (βλ. Αντενδείξεις) και τον υποθυρεοειδισμό.
-
Αντίσταση στις επιδράσεις της διγοξίνηςμπορεί να εμφανιστεί με τον υπερθυρεοειδισμό και την υποασβεστιαιμία.
-
Υπερκαλιαιμίαμπορεί να μειώσει τη δράση της διγοξίνης.
-
Επανέναρξη αγωγής μετά από διακοπήΗ επανέναρξη της αγωγής με διγοξίνη πρέπει να γίνεται με χαμηλότερες δόσεις που θα ρυθμίζονται ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενούς.
-
Ασθενείς με σύνδρομο δυσαπορόφησης ή με αναστομωτικές επεμβάσεις στο έντεροπιθανόν να χρειάζονται μεγαλύτερες δόσεις διγοξίνης.
-
Φυτικά παρασκευάσματαδεν πρέπει να λαμβάνονται κατά τη λήψη διγοξίνης, λόγω του κινδύνου μείωσης των συγκεντρώσεων στο αίμα και ελάττωσης της κλινικής δράσης της διγοξίνης.
swap_horiz
SPC-DIGOXIN-SANDOZ
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΑσβέστιοπροσοχήΕνισχύει την τοξικότητα των γλυκοσιδώνΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται ενδοφλέβια.
-
Φάρμακα που έχουν επίδραση στην ομοιόσταση των ηλεκτρολυτών (διουρητικά, υπακτικά, βενζυλοπενικιλίνη, αμφοτερικίνη B, καρμπενοξολόνη, κορτικοστεροειδή, ACTH, σαλικυλικά, άλατα λιθίου)προσοχήΕνισχύουν την τοξικότητα των γλυκοσιδών μέσω επαγόμενης υποκαλιαιμίας και υπομαγνησιαιμίας.
-
Αποκλειστές διαύλων ασβεστίου (βεραπαμίλη, φελοδιπίνη, τιαπαμίλη), καπτοπρίλη, σπιρονολακτόνη, ιτρακοναζόλη, κινίνη, ατροπίνη, αντιαρρυθμικοί παράγοντες (κινιδίνη, αμιοδαρόνη, φλεκαϊνίδη, προπαφενόνη), ινδομεθακίνη, αλπραζολάμη, πραζοσίνη, προπανθελίνη, αντιβιοτικά (μακρολιδικά, τετρακυκλίνες, γενταμικίνη, τριμεθοπρίμη), ατορβαστατίνη, κυκλοσπορίνη, κονιβαπτάνη, ριτοναβίρη, σακιναβίρηπροσοχήΑυξάνουν τα επίπεδα της διγοξίνης στον ορό.
-
Βήτα αποκλειστέςπροσοχήΕπιμηκύνουν το χρόνο της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας και ενισχύουν τις βραδυκαρδιακές επιπτώσεις.
-
ΣουκκινυλοχολίνηπροσοχήΕπιδεινώνει την υπερκαλιαιμία.
-
Σουκκινυλοχολίνη χλωριούχος, ρεσερπίνη, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, συμπαθομιμητικά, αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης (θεοφυλλίνη)προσοχήΑυξάνουν τον κίνδυνο αρρυθμιών.
-
ΔιφαινοξυλικόπροσοχήΑυξάνει την απορρόφηση της διγοξίνης μέσω μείωσης της εντερικής κινητικότητας.
-
Αναστολείς του ΜΕΑπροσοχήΜπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα των γλυκοσιδών στον ορό λόγω προκλήσεως νεφρικής ανεπάρκειας.
-
Θυρεοειδικές ορμόνεςπροσοχήΑυξάνουν την ευαισθησία του ατόμου σε τοξικό δακτυλιδισμό.
-
Φάρμακα που αυξάνουν τα επίπεδα καλίου (σπιρονολακτόνη, κανρενόνη καλιούχος, αμιλορίδη, τριαμτερένη, άλατα καλίου)προσοχήΜειώνουν τη θετική ινότροπο δραση της διγοξίνης και αυξάνουν τον κίνδυνο αρρυθμιών.
-
Ενεργός άνθρακας, χολεστυραμίνη, κολεστιπόλη, αντιόξινα, καολίνη, πηκτίνη, ορισμένα υπακτικά κορεσμού, σουκραλφάτηΜειώνουν την απορρόφηση των γλυκοσιδών μέσω πρόσδεσης και διακοπής της εντεροηπατικής επανακυκλοφορίας.ΣύστασηΗ διγοξίνη πρέπει να λαμβάνεται 2 ώρες πριν.
-
Νεομυκίνη, 4-αμινοσαλικυλικό οξύ (PAS), ριφαμπικίνη, κυτταροστατικά φάρμακα, σουλφασαλαζίνη, μετοκλοπραμίδη, αδρεναλίνη, σαλβουταμόλη, φαινυτοΐνη, πενικιλλαμίνη, υπερικό (Hypericum perforatum), ακαρβόζηπροσοχήΜειώνουν τα επίπεδα της διγοξίνης στον ορό.
-
Αναστολείς της P-γλυκοπρωτεΐνηςπροσοχήΜπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα της διγοξίνης στον ορό ενισχύοντας την απορρόφηση και/ή μειώνοντας τη νεφρική κάθαρση.
-
προσοχήΜπορεί να αυξήσει την απορρόφηση της διγοξίνης λόγω μειωμένης εντερικής κινητικότητας και μεταβολής της δράσης της P-γλυκοπρωτεΐνης.
sick
SPC-DIGOXIN-SANDOZ
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Θρομβοπενία
- ακοκκιοκυτταραιμία
- Υπερευαισθησία
- κνίδωση
- Γυναικομαστία
- Μειωμένη όρεξη
- Εφιάλτες
- παραλήρημα
- οξεία ψύχωση
- αποπροσανατολισμός
- παραληρητικού τύπου αντίληψη
- κατάθλιψη
- ψευδαισθήσεις
- Συγχυτική κατάσταση
- αφασία
- κεφαλαλγία
- υπνηλία
- σπασμοί
- Οπτική διαταραχή
- χρωματοψία
- Αρρυθμία
- κατάσπαση του διαστήματος ST στο ηλεκτροκαρδιογράφημα
- αναστροφή του επάρματος T στο ηλεκτροκαρδιογράφημα
- ζάλη
- Ναυτία
- έμετος
- διάρροια
- κοιλιακό άλγος
- εντερική ισχαιμία
- γαστρεντερική νέκρωση
- Εξάνθημα κηλιδώδες
- κνησμός
- εξάνθημα γενικευμένο
- Άλγος προσώπου
- κόπωση
- εξασθένιση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
μη γνωστήΘρομβοπενίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
μη γνωστήΑκοκκιοκυτταραιμίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
μη γνωστήΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό σύστημα
-
μη γνωστήΚνίδωσηΑνοσοποιητικό σύστημα
-
μη γνωστήΓυναικομαστίαΕνδοκρινικό σύστημα
-
μη γνωστήΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός και θρέψη
-
μη γνωστήΕφιάλτεςΨυχιατρικές διαταραχές
-
μη γνωστήΠαραλήρημαΨυχιατρικές διαταραχές
-
μη γνωστήΟξεία ψύχωσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
μη γνωστήΑποπροσανατολισμόςΨυχιατρικές διαταραχές
-
μη γνωστήΠαραληρητικού τύπου αντίληψηΨυχιατρικές διαταραχές
-
μη γνωστήΚατάθλιψηΨυχιατρικές διαταραχές
-
μη γνωστήΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές διαταραχές
-
μη γνωστήΣυγχυτική κατάστασηΝευρικό σύστημα
-
μη γνωστήΑφασίαΝευρικό σύστημα
-
μη γνωστήΚεφαλαλγίαΝευρικό σύστημα
-
μη γνωστήΥπνηλίαΝευρικό σύστημα
-
μη γνωστήΣπασμοίΝευρικό σύστημα
-
μη γνωστήΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές διαταραχές
-
μη γνωστήΧρωματοψίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
μη γνωστήΑρρυθμίαΚαρδιακές διαταραχές
-
μη γνωστήΚατάσπαση του διαστήματος ST στο ηλεκτροκαρδιογράφημαΚαρδιακές διαταραχές
-
μη γνωστήΑναστροφή του επάρματος T στο ηλεκτροκαρδιογράφημαΚαρδιακές διαταραχές
-
μη γνωστήΖάληΚαρδιακές διαταραχές
-
μη γνωστήΝαυτίαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
μη γνωστήΈμετοςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
μη γνωστήΔιάρροιαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
μη γνωστήΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
μη γνωστήΕντερική ισχαιμίαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
μη γνωστήΓαστρεντερική νέκρωσηΓαστρεντερικές διαταραχές
-
μη γνωστήΕξάνθημα κηλιδώδεςΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
μη γνωστήΚνησμόςΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
μη γνωστήΕξάνθημα γενικευμένοΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
μη γνωστήΆλγος προσώπουΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
μη γνωστήΚόπωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
μη γνωστήΕξασθένισηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
SPC-DIGOXIN-SANDOZ
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Άγνωστο
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜόνο εάν τα αναμενόμενα οφέλη υπερτερούν των πιθανών κινδύνωνΥπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της διγοξίνης σε έγκυες γυναίκες. Δεν παρατηρήθηκε καμία αύξηση στη συχνότητα των δυσπλασιών σε απογόνους αρουραίων ή κουνελιών που έλαβαν καρδιακές γλυκοσίδες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης σε δόσεις εκατό φορές μεγαλύτερες από αυτές που χρησιμοποιούνται στον άνθρωπο (βλ. παράγραφο 5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια). Ο κίνδυνος για το έμβρυο/μητέρα είναι άγνωστος.
-
ΓαλουχίαΜπορεί να λαμβάνεταιΗ διγοξίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Μέχρι σήμερα δεν έχουν αναφερθεί βλαβερές επιδράσεις στο βρέφος, καθώς η προσλαμβανόμενη ποσότητα είναι πολύ μικρή (περίπου 1/1000 της δόσης συντήρησης).
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την επίδραση της διγοξίνης στην ανθρώπινη γονιμότητα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-DIGOXIN-SANDOZ
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: γλυκοσίδες δακτυλίτιδας, κωδικός ΑΤC: C01 ΑΑ05. ### Μηχανισμός δράσης Η διγοξίνη προέρχεται από τα φύλλα του Digitalis lanata. Η διγοξίνη αυξάνει τη συσταλτικότητα του μυοκαρδίου, μειώνει τον καρδιακό ρυθμό (μέσω παράτασης…
biotech
SPC-DIGOXIN-SANDOZ
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Η γαστρεντερική απορρόφηση είναι ταχεία και υπολογίζεται στο 70 έως 80%. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα επιτυγχάνεται εντός 1 έως 2 ωρών. Ωστόσο, η έκταση της απορρόφησης και τα επίπεδα της διγοξίνης σε σταθερή κατάσταση παραμένουν…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-DIGOXIN-SANDOZ
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Γενικός πληθυσμός
Όπως με όλες τις καρδιακές γλυκοσίδες, η δοσολογία θα πρέπει να προσαρμόζεται με προσοχή στις απαιτήσεις του κάθε ασθενή. Οι συνιστώμενες δόσεις προτείνονται ως κατευθυντήριες.
(Η διαφορά στην βιοδιαθεσιμότητα μεταξύ της ενέσιμης διγοξίνης και των από του στόματος μορφών, πρέπει να ληφθεί υπόψη όταν γίνονται αλλαγές από τη μία οδό χορήγησης στην άλλη. Για παράδειγμα, αν στους ασθενείς γίνει αλλαγή από την από του στόματος σε ενδοφλέβια οδό χορήγησης, η δόση πρέπει να ελαττωθεί περίπου κατά 33%)
Ενήλικες ασθενείς και παιδιά άνω των 10 ετών
Ταχεία από του στόματος φόρτιση (ταχύς δακτυλιδισμός) (24 έως 36 ώρες) σε επείγοντα περιστατικά
0,75 έως 1,5 mg = 3 έως 6 δισκία, ακολουθούμενα σε μεσοδιαστήματα των 4 έως 6 ωρών από 0,25 mg = 1 δισκίο έως ότου επιτευχθεί κλινική ανταπόκριση.
Όπου λιγότερο επείγουσα ανάγκη δακτυλιδισμού ή μεγαλύτερος κίνδυνος τοξικότητας π.χ. στους ηλικιωμένους, η δόση από του στόματος πρέπει να δίδεται διηρημένη ανά 6 ώρες, με περίπου το ήμισυ της συνολικής δόσης, να δίδεται ως πρώτη δόση. Η κλινική ανταπόκριση πρέπει να αξιολογείται πριν δοθεί κάθε επιπρόσθετη δόση.
Βραδεία από του στόματος φόρτιση (βραδύς δακτυλιδισμός) (3 έως 5 ημέρες)
0,25 έως 0,75 mg = 1 έως 3 δισκία ημερησίως σε διαιρεμένες δόσεις έως ότου επιτευχθεί κλινική ανταπόκριση.
Κλινική ανταπόκριση θα πρέπει να φανεί μέσα σε μία εβδομάδα.
Η επιλογή μεταξύ ταχέος και βραδέος δακτυλισμού εξαρτάται από την κλινική κατάσταση του ασθενούς και το επείγον της κατάστασης.
Θεραπεία συντήρησης
Η δόση συντήρησης θα πρέπει να βασίζεται στο ποσοστό των μέγιστων αποθεμάτων διγοξίνης σώματος που αποβάλλονται καθημερινά. Ο τύπος που παρατίθεται έχει ευρεία κλινική χρήση:
Δόση συντήρησης = Μέγιστα αποθέματα σώματος x καθημερινή απώλεια (%)
όπου:
Μέγιστα αποθέματα διγοξίνης σώματος = δόση φόρτισης (δακτυλιδισμού):
Καθημερινή απώλεια (%) = 14 + κάθαρση κρεατινίνης (Clcr)/5.
Clcr είναι η κάθαρση κρεατινίνης προσαρμοσμένη σε 70 χιλιόγραμμα βάρους σώματος ή 1,73 m² επιφανείας σώματος. Αν διαθέτουμε μόνο τις συγκεντρώσεις της κρεατινίνης του ορού (Scr), ή Clcr (προσαρμοσμένη σε 70 χιλιόγραμμα βάρους σώματος) μπορεί να υπολογισθεί στους άνδρες ως εξής:
Clcr = (140 - ηλικία σε έτη) / (Scr (σε mg/100ml) x 0,814)
- Για τις γυναίκες αυτό το αποτέλεσμα πρέπει να πολλαπλασιάζεται με 0,85.
- Αυτοί οι υπολογισμοί δεν ισχύουν για την κάθαρση κρεατινίνης σε παιδιά.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Για να μετατραπούν οι τιμές της συγκεντρώσεως της κρεατινίνης του ορού (Scr) από μmol/L (SI) σε mg/100ml διαιρούνται τα μmol/L δια του αριθμού 88,4.
Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι οι περισσότεροι ασθενείς θα συντηρούνται με 0,125-0,75mg διγοξίνης καθημερινά.
Όμως σε εκείνους που δείχνουν αυξημένη ευαισθησία στις ανεπιθύμητες ενέργειες της διγοξίνης, μία δόση 0,0625mg ημερησίως ή λιγότερο μπορεί να είναι αρκετή.
Νεογνά, βρέφη και παιδιά ηλικίας μέχρι 10 ετών (αν δεν έχουν χορηγηθεί σε αυτά καρδιακοί γλυκοσίδες τις προηγούμενες εβδομάδες).
Στα νεογνά και ιδιαίτερα στα πρόωρα, η νεφρική κάθαρση της διγοξίνης είναι ελαττωμένη και πρέπει να γίνουν οι κατάλληλες μειώσεις στη δοσολογία, πέρα από τις γενικές δοσολογικές οδηγίες. Αμέσως μετά τη νεογνική περίοδο, τα παιδιά εν γένει χρειάζονται σε αναλογία μεγαλύτερες δόσεις από τους ενήλικες με βάση το βάρος σώματος ή την επιφάνεια σώματος σύμφωνα με τον πιο κάτω πίνακα.
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία
Οι δόσεις θα πρέπει να εξατομικεύονται με βάση τη νεφρική λειτουργία στην αρχή της θεραπείας και στη συνέχεια να τροποποιούνται με βάση την ανταπόκριση και τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα (βλ. παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.
Παιδιατρικοί ασθενείς (ηλικίας άνω των 10 ετών)
Όμοια με τους ενηλίκους ασθενείς σε αναλογία με το βάρος του σώματός τους.
Παιδιατρικοί ασθενείς (ηλικίας κάτω των 10 ετών)
Ταχεία από του στόματος φόρτιση (ταχύς δακτυλιδισμός) (24 έως 36 ώρες) σε επείγοντα περιστατικά
Η δόση φόρτισης (δακτυλισμός) από του στόματος για παιδιά ηλικίας κάτω των 10 ετών χορηγείται σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα:
- Πρόωρα νεογνά <1,5 kg -25 μg/kg ανά 24 ώρες
- Πρόωρα νεογνά 1,5 - 2,5 kg -30 μg/kg ανά 24 ώρες
- Νεογνά έως 2 ετών -45 μg/kg ανά 24 ώρες
- 2 έως 5 ετών -35 μg/kg ανά 24 ώρες
- 5 έως 10 ετών -25 μg/kg ανά 24 ώρες
Η δόση φόρτισης πρέπει να χορηγείται σε διηρημένες δόσεις με περίπου το ήμισυ της συνολικής δόσης να δίνεται ως πρώτη δόση και τα υπόλοιπα κλάσματα της συνολικής δόσης να δίνονται σε μεσοδιαστήματα 4 έως 8 ωρών, αξιολογώντας την κλινική ανταπόκριση πριν δοθεί κάθε περαιτέρω δόση.
Θεραπεία συντήρησης
Η δόση συντήρησης πρέπει να χορηγείται σύμφωνα με τα παρακάτω σχήματα:
- Πρόωρα νεογνά: Ημερήσια δόση = 20% της 24ώρου δόσης φόρτισης
- Νεογνά και παιδιά έως 10 ετών: Ημερήσια δόση = 25% της 24ώρου δόσης φόρτισης
Μετά από μερικές μέρες θεραπείας θα πρέπει να γίνεται έλεγχος και όπου είναι απαραίτητο να προσαρμόζεται η δόση.
Αυτά τα δοσολογικά σχήματα έχουν την έννοια των κατευθυντήριων γραμμών και πρέπει η προσεκτική κλινική παρατήρηση και ο έλεγχος των επιπέδων της διγοξίνης του ορού να χρησιμοποιούνται ως βάση για τη ρύθμιση της δοσολογίας σ’ αυτήν την ομάδα των παιδιατρικών ασθενών.
Αν στις προηγούμενες δύο εβδομάδες από την έναρξη της θεραπείας με διγοξίνη, έχουν χορηγηθεί καρδιακοί γλυκοσίδες, τότε πρέπει να αναμένεται ότι οι ιδανικές δόσεις φόρτισης (δακτυλιδισμού) της διγοξίνης θα είναι μικρότερες από τις παραπάνω συνιστώμενες.
Ηλικιωμένοι ασθενείς (ηλικίας άνω των 65 ετών)
Οι δόσεις θα πρέπει να εξατομικεύονται με βάση τη νεφρική λειτουργία στην αρχή της θεραπείας και στη συνέχεια να τροποποιούνται με βάση την ανταπόκριση και τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα (βλ. παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
Οι ηλικιωμένοι έχουν συχνά μειωμένη νεφρική λειτουργία και χαμηλή μάζα σώματος (αποστεατωμένοι) και αυτό επηρεάζει την φαρμακοκινητική της διγοξίνης, έτσι ώστε υψηλά επίπεδα της διγοξίνης του ορού και η συνεπαγόμενη τοξικότητα μπορεί εύκολα να παρατηρηθούν άμεσα, εκτός αν χορηγηθούν δόσεις διγοξίνης μικρότερες από εκείνες που χρησιμοποιούνται σε ενήλικες ασθενείς.
Τα επίπεδα της διγοξίνης του ορού θα πρέπει να ελέγχονται τακτικά, ενώ πρέπει να αποφεύγεται η υποκαλιαιμία.
Έλεγχος:
Οι συγκεντρώσεις της διγοξίνης στον ορό μπορεί να εκφρασθούν σε Συμβατικές Μονάδες ng/ml ή SI Μονάδες nmol/L. Για να μετατρέψετε τα nmol/L, πολλαπλασιάστε τα ng/ml με 1,28.
Οι συγκεντρώσεις της διγοξίνης στον ορό μπορούν να προσδιορισθούν με ραδιοανοσολογική μέθοδο. Πρέπει να λαμβάνεται αίμα 6 ώρες ή περισσότερο μετά την τελευταία δόση διγοξίνης.
Δεν υπάρχουν αυστηρές κατευθυντήριες γραμμές ως προς το εύρος των συγκεντρώσεων του ορού, οι οποίες είναι οι πιο αποτελεσματικές, αλλά οι περισσότεροι ασθενείς θα ωφεληθούν, με μικρό κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών, με συγκεντρώσεις διγοξίνης από 0,8ng/ml (1,02 nmol/L) έως 2,0ng/ml (2,56 nmol/L). Πάνω από αυτό το εύρος, τα τοξικά συμπτώματα και σημεία γίνονται πιο συχνά και επίπεδα υψηλότερα από 3,0ng/ml (3,84nmol/L) είναι πολύ πιθανό να είναι τοξικά.
Πάντως για να αποφασισθεί αν τα συμπτώματα ενός ασθενούς έχουν ως αίτιο τη διγοξίνη, πρέπει να συνεκτιμηθούν, η κλινική κατάσταση, τα επίπεδα καλίου στον ορό και η λειτουργία του θυρεοειδούς.
Άλλοι γλυκοσίδες, συμπεριλαμβανομένων των μεταβολιτών της διγοξίνης, μπορεί να επηρεάσουν τις μεθόδους προσδιορισμού που διαθέτουμε και μπορεί να δώσουν τιμές οι οποίες δεν συσχετίζονται με την κλινική κατάσταση του ασθενούς.
Τρόπος χορήγησης
Το Digoxin-Sandoz μπορεί να χορηγείται με ή χωρίς τροφή.
block
Αντενδείξεις
SPC-DIGOXIN-SANDOZ
expand_more
Αντενδείξεις
- Γνωστή υπερευαισθησία στη διγοξίνη, σε άλλες καρδιακές γλυκοσίδες ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα.
- Υποψία τοξικού δακτυλιδισμού.
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός δευτέρου ή τρίτου βαθμού, δυσλειτουργία φλεβόκομβου (με εξαίρεση ασθενείς με βηματοδότη).
- Κοιλιακή ταχυκαρδία ή κοιλιακή μαρμαρυγή.
- Υποψία ή επιβεβαιωμένες παραπληρωματικές κολποκοιλιακές οδοί (π.χ. σύνδρομο Wolff-Parkinson-White).
- Υποκαλιαιμία, υπερασβεστιαιμία, υπομαγνησιαιμία.
- Υποξία.
- Υπερτροφική αποφρακτική μυοκαρδιοπάθεια.
- Ταυτόχρονη ενδοφλέβια χορήγηση αλάτων ασβεστίου (βλ. Δοσολογία και Αλληλεπιδράσεις).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-DIGOXIN-SANDOZ
expand_more
Προειδοποιήσεις
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Digoxin-Sandoz, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται για την αποφυγή ανεπιθύμητων ενεργειών λόγω υπερδοσολογίας. Η τοξικότητα με διγοξίνη είναι συχνή και μπορεί να οφείλεται σε αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα ή σε αύξηση της ευαισθησίας στη διγοξίνη.
Δυσαπορρόφηση
Υψηλότερες δόσεις διγοξίνης μπορεί να είναι απαραίτητες εάν η διγοξίνη χορηγείται από το στόμα σε ασθενείς με δυσαπορρόφηση (π.χ. χρόνια διάρροια) ή μετά από χειρουργική επέμβαση στο γαστρεντερικό σύστημα. Η προσαρμογή της δόσης θα πρέπει να βασίζεται στην κλινική κατάσταση.
Πνευμονική και Νεφρική δυσλειτουργία
Σε περιπτώσεις όπου συνυπάρχει χρόνια πνευμονική καρδία στεφανιαία ανεπάρκεια, ηλεκτρολυτικές διαταραχές, και νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία, η δόση θα πρέπει να ελαττώνεται. Αυτό συνεπάγεται προσεκτική ρύθμιση της δοσολογίας, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους ασθενείς, στους οποίους μπορεί να υπάρχει μία ή περισσότερες από αυτές τις καταστάσεις. Καθώς στη νεφρική ανεπάρκεια μπορεί να μεταβάλλεται η φαρμακοκινητική, η ρύθμιση της δοσολογίας θα πρέπει να εκτιμάται με βάση τα επίπεδα της διγοξίνης στον ορό (βλ. Δοσολογία και τρόπος χορήγησης και Φαρμακολογικές ιδιότητες). Όταν αυτό δεν είναι εφικτό, οι ακόλουθες συμβουλές μπορεί να είναι χρήσιμες: Γενικά, η δόση θα πρέπει να ελαττώνεται κατά το ίδιο περίπου ποσοστό με το ποσοστό μείωσης της κάθαρσης της κρεατινίνης. Εάν δεν έχει προσδιοριστεί η κάθαρση της κρεατινίνης, μπορεί να υπολογιστεί στους άνδρες από τη συγκέντρωση της κρεατινίνης στον ορό (scr) με την εφαρμογή του τύπου (140 μείον την ηλικία)/scr. Στις γυναίκες το αποτέλεσμα θα πρέπει να πολλαπλασιάζεται με το 0,85. Σε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, τα επίπεδα της διγοξίνης στον ορό θα πρέπει να προσδιορίζονται ανά 2 εβδομάδες περίπου, τουλάχιστον στην αρχική περίοδο της θεραπείας. Παρά τη νεφρική δυσλειτουργία, σε αυτούς τους ασθενείς, τα επίπεδα κρεατινίνης στον ορό μπορεί να είναι φυσιολογικά λόγω μειωμένης μυϊκής μάζας και χαμηλής παραγωγής κρεατινίνης.
Καρδιαγγειακό σύστημα
Η διγοξίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε μερικό καρδιακό αποκλεισμό, καθώς ο μηχανισμός δράσης της μπορεί να επάγει πλήρη καρδιακό αποκλεισμό. Ειδικά σε ασθενείς με διαταραχές στο σύστημα παραγωγής και αγωγής των διεγέρσεων μπορεί να παρουσιάσουν πλήρη αποκλεισμό και κρίσεις ADAM-STOKES, ενώ ασθενείς με σύνδρομο Wolf-Parkinson-White μπορεί να εμφανίσουν κοιλιακή μαρμαρυγή. Τοξική δράση συνήθως παρατηρείται, όταν τα επίπεδα διγοξίνης στον ορό είναι πάνω από 2ng/ml Επίσης, απαιτείται προσοχή σε οξεία μυοκαρδίτιδα (όπως η ρευματική καρδίτιδα), σε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, σε προχωρημένη καρδιακή ανεπάρκεια και σε σοβαρή πνευμονική νόσο, λόγω της αυξημένης ευαισθησίας του μυοκαρδίου. Η δόση θα πρέπει να μειώνεται σε περίπτωση ασθενούς με στεφανιαία ανεπάρκεια. Η διγοξίνη μπορεί επίσης να επάγει την εμφάνιση αρρυθμιών σε ασθενείς που υποβάλλονται σε καρδιακή ανάταξη δια ηλεκτρικού ρεύματος και, εάν εφαρμόζει, η χορήγησή της θα πρέπει να διακόπτεται 1 έως 2 ημέρες πριν από τέτοιες διαδικασίες. Εάν η καρδιακή ανάταξη δια ηλεκτρικού ρεύματος είναι απαραίτητη και έχει ήδη χορηγηθεί διγοξίνη, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται shock χαμηλής ενέργειας. Οποιαδήποτε αρρυθμία ή μεταβολή στην καρδιακή αγωγιμότητα η οποία αναπτύσσεται σε ένα παιδί που λαμβάνει διγοξίνη, θα πρέπει αρχικά να θεωρείται ότι είναι συνέπεια της τοξίκωσης από τη διγοξίνη. Δεδομένου ότι οι ενήλικες ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια έχουν ορισμένα συμπτώματα τα οποία είναι κοινά με την τοξίκωση από τη διγοξίνη, μπορεί να είναι δύσκολο να διακριθεί η τοξίκωση λόγω διγοξίνης από την καρδιακή ανεπάρκεια. Όταν η αιτιολογία αυτών των σημείων και συμπτωμάτων δεν είναι σαφής, θα πρέπει να μετρηθούν τα επίπεδα της διγοξίνης στον ορό. Η διγοξίνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή, και πιθανώς σε ελαττωμένη δόση, σε ασθενείς που έχουν λάβει διγοξίνη ή άλλες καρδιακές γλυκοσίδες εντός τις προηγούμενες 2 έως 3 εβδομάδες.
Διαταραχές των ηλεκτρολυτών και δυσλειτουργία του
θυρεοειδούς αδένα Οι διαταραχές των ηλεκτρολυτών μπορεί να επηρεάσουν την ευαισθησία στη διγοξίνη, όπως και η δυσλειτουργία του θυρεοειδούς αδένα. Η προσαρμογή της δόσης θα πρέπει να γίνει με βάση την κλινική κατάσταση. Η δράση της διγοξίνης ενισχύεται από την υποκαλιαιμία, την υπομαγνησιαιμία, την υπερασβεστιαιμία, την υποξία (βλ. Αντενδείξεις) και τον υποθυρεοειδισμό. Αντίσταση στις επιδράσεις της διγοξίνης μπορεί να εμφανιστεί με τον υπερθυρεοειδισμό και την υποασβεστιαιμία. Η υπερκαλιαιμία μπορεί να μειώσει τη δράση της διγοξίνης. Η διγοξίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή,και πιθανώς σε ελαττωμένη δόση, σε ασθενείς που έχουν ήδη λάβει διγοξίνη ή άλλες καρδιακές γλυκοσίδες τις προηγούμενες 2 με 3 εβδομάδες. Η διακοπή λήψης της διγοξίνης μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την επιδείνωση της κατάστασης του ασθενούς. Η επανέναρξη της αγωγής με διγοξίνη πρέπει να γίνεται με χαμηλότερες δόσεις που θα ρυθμίζονται ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενούς. Ασθενείς με σύνδρομο δυσαπορόφησης ή με αναστομωτικές επεμβάσεις στο έντερο πιθανόν να χρειάζονται μεγαλύτερες δόσεις διγοξίνης. Φυτικά παρασκευάσματα που περιέχουν υπερικό, St. John;s wort (Hypericum Perforatum) δεν πρέπει να λαμβάνονται κατά τη λήψη διγοξίνης, λόγω του κινδύνου μείωσης των συγκεντρώσεων στο αίμα και ελάττωσης της κλινικής δράσης της διγοξίνης.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-DIGOXIN-SANDOZ
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Οι αλληλεπιδράσεις μπορεί να οφείλονται από επιδράσεις στη νεφρική απέκκριση, στην καθήλωση στους ιστούς, στην κατανομή, στην εντερική απορρόφηση και στην ευαισθησία στη διγοξίνη. Προληπτικά, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα μιας αλληλεπίδρασης, όποτε και θα χορηγείται άλλη επιπρόσθετη θεραπευτική αγωγή. Σε περίπτωση αμφιβολίας, θα πρέπει να ελέγχονται τα επίπεδα της διγοξίνης στον ορό.
Παρατηρούμενες αλληλεπιδράσεις που θα πρέπει να εξετάζονται
Ενίσχυση της φαρμακολογικής δράσης της διγοξίνης και/ή της τοξικότητας
- Ασβέστιο (δεν πρέπει να χορηγείται ενδοφλέβια): ενισχύει την τοξικότητα των γλυκοσιδών
- Φάρμακα που έχουν επίδραση στην ομοιόσταση των ηλεκτρολυτών, π.χ. διουρητικά, υπακτικά (κατάχρηση), βενζυλοπενικιλίνη, αμφοτερικίνη B, καρμπενοξολόνη, κορτικοστεροειδή, φλοιοεπινεφριδιοτρόπος ορμόνη (ACTH), σαλικυλικά, άλατα λιθίου: ενισχύουν την τοξικότητα των γλυκοσιδών μέσω επαγόμενης από το φάρμακο υποκαλιαιμίας και υπομαγνησιαιμίας
- Αποκλειστές διαύλων ασβεστίου (π.χ. βεραπαμίλη, φελοδιπίνη, τιαπαμίλη), καπτοπρίλη, σπιρονολακτόνη, ιτρακοναζόλη, κινίνη, ατροπίνη, αντιαρρυθμικοί παράγοντες (κινιδίνη, αμιοδαρόνη, φλεκαϊνίδη, προπαφενόνη), ινδομεθακίνη, αλπραζολάμη, πραζοσίνη, προπανθελίνη, αντιβιοτικά (π.χ. μακρολιδικά αντιοβιοτικά [κλαριθυρομυκίνη, ερυθρομυκίνη και αζιθρομυκίνη], τετρακυκλίνες, γενταμικίνη, τριμεθοπρίμη), ατορβαστατίνη, κυκλοσπορίνη, κονιβαπτάνη, ριτοναβίρη και σακιναβίρη: αυξάνουν τα επίπεδα της διγοξίνης στον ορό
- Οι Βήτα αποκλειστές μπορεί να επιμηκύνουν το χρόνο της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας και να ενισχύσουν τις βραδυκαρδιακές επιπτώσεις
- Οι ασθενείς που λαμβάνουν διγοξίνη είναι πιο ευαίσθητοι σε επιδεινωθείσα υπερκαλιαιμία από σουκκινυλοχολίνη.
- Σουκκινυλοχολίνη χλωριούχος, ρεσερπίνη, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, συμπαθομιμητικά, αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης (π.χ. θεοφυλλίνη): αυξάνουν τον κίνδυνο αρρυθμιών
- Διφαινοξυλικό: αυξάνει την απορρόφηση της διγοξίνης μέσω μείωσης της εντερικής κινητικότητας.
- Οι αναστολείς του ΜΕΑ μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα των γλυκοσιδών στον ορό λόγω προκλήσεως νεφρικής ανεπάρκειας
- Ταυτόχρονη θεραπεία με θυρεοειδικές ορμόνες (βλέπε συμπαθητικομιμητικά), αυξάνει την ευαισθησία του ατόμου σε τοξικό δακτυλιδισμό.
Εξασθένηση φαρμακολογικής επίδρασης διγοξίνης
- Φάρμακα που αυξάνουν τα επίπεδα καλίου (σπιρονολακτόνη, κανρενόνη καλιούχος, αμιλορίδη, τριαμτερένη, άλατα καλίου): μειώνουν τη θετική ινότροπο δραση της διγοξίνης και αυξάνουν τον κίνδυνο αρρυθμιών
- Ενεργός άνθρακας, χολεστυραμίνη, κολεστιπόλη, αντιόξινα, καολίνη/πηκτίνη, ορισμένα υπακτικά κορεσμού, σουκραλφάτη: μειώνουν την απορρόφηση των γλυκοσιδών μέσω πρόσδεσης και διακοπής της εντεροηπατικής επανακυκλοφορίας - επομένως, η διγοξίνη πρέπει να λαμβάνεται 2 ώρες πριν
- Νεομυκίνη, 4-αμινοσαλικυλικό οξύ (PAS), ριφαμπικίνη, κυτταροστατικά φάρμακα, σουλφασαλαζίνη, μετοκλοπραμίδη, αδρεναλίνη, σαλβουταμόλη, φαινυτοΐνη, πενικιλλαμίνη, υπερικό (Hypericum perforatum), ακαρβόζη: μειώνουν τα επίπεδα της διγοξίνης στον ορό
Παρεμβολή ενδογενών και εξωγενών ουσιών παρόμοιων με τη διγοξίνη στον υπολογισμό των συγκεντρώσεων διγοξίνης στον ορό ή το πλάσμα
Ενδογενείς και εξωγενείς ουσίες (για παράδειγμα Chan Su, Siberian Ginseng, Asian Ginseng, Ashwagandha, Danshen, σπειρονολακτόνη, κανρενόνη και καλιούχος κανρενόνη) μπορούν να παρέμβουν στις τυποποιημένες τεχνικές των ανοσολογικών δοκιμασιών που χρησιμοποιούνται για τη μέτρηση των συγκεντρώσεων της διγοξίνης σε πλάσμα / ορό. Η παρακολούθηση των συγκεντρώσεων της ελεύθερης διγοξίνης αντί για την ολική διγοξίνη μπορεί να μετριάσει την παρεμβολή των παρόμοιων με τη διγοξίνη ενδογενών ουσιών. Προτείνεται η χρήση μεθόδου LC-MS/MS (Liquid Chromatography tandem Mass Spectrometry - Υγρή Χρωματογραφία με διαδοχική Φασματομετρία Μάζας) ώστε να αποφευχθεί η παρεμβολή τόσο από τις ενδογενείς όσο και από τις εξωγενείς ουσίες.
Προβλεπόμενες αλληλεπιδράσεις που θα πρέπει να εξετάζονται
- Η διγοξίνη είναι ένα υπόστρωμα της P-γλυκοπρωτεΐνης (Ρ-gp). Επομένως, οι αναστολείς της P-γλυκοπρωτεΐνης μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα της διγοξίνης στον ορό ενισχύοντας την απορρόφηση και/ή μειώνοντας τη νεφρική κάθαρση
- Η λοπεραμίδη μπορεί να αυξήσει την απορρόφηση της διγοξίνης. Αυτό μπορεί να συμβεί λόγω της μειωμένης εντερικής κινητικότητας και της μεταβολής της δράσης της P-γλυκοπρωτεΐνης (Ρ-gp) από τη λοπεραμίδη.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-DIGOXIN-SANDOZ
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Η μελέτη Ομάδα Διερεύνησης Δακτυλίτιδας (Digitalis Investigation Group - DIG) ήταν μία πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλή τυφλή ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη με σκοπό τη διερεύνηση της επίδρασης της διγοξίνης στη θνησιμότητα κάθε αιτιολογίας (πρωτεύον τελικό σημείο) και στη νοσηλεία για καρδιακή ανεπάρκεια (κύριο δευτερεύον τελικό σημείο) σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας < 0,45 με φυσιολογικό φλεβοκομβικό ρυθμό. Στην κύρια μελέτη εισήχθησαν 6.800 ασθενείς και η μέση διάρκεια παρακολούθησης ήταν 37 μήνες. Τα αποτελέσματα της κύριας μελέτης κατέδειξαν ότι η διγοξίνη δεν μείωσε τη συνολική θνησιμότητα (34,8% στην ομάδα της διγοξίνης έναντι 35,1% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου). Παρατηρήθηκαν σημαντικές μειώσεις στον αριθμό των νοσηλειών συνολικά (6% λιγότερες) και για την επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας (περίπου 8% λιγότερες) στους ασθενείς που έλαβαν διγοξίνη. Η επίπτωση της νοσηλείας για υποπτευόμενη τοξικότητα από διγοξίνη ήταν 2% σε ασθενείς που λάμβαναν διγοξίνη συγκριτικά με 0,9% σε ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο.
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν προέλθει από πολλαπλές πηγές, συμπεριλαμβανομένης και της εμπειρίας μετά την κυκλοφορία του Digoxin-Sandoz. Επειδή αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί εθελοντικά από έναν πληθυσμό αβέβαιου μεγέθους, δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί με αξιοπιστία η συχνότητα τους και για το λόγο αυτό κατηγοριοποιείται ως μη γνωστή. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατατάσσονται σύμφωνα με τις κατηγορίες οργανικού συστήματος στο MedDRA. Εντός κάθε κατηγορίας οργανικού συστήματος, οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατατάσσονται με σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.
Πίνακας 1 Ανεπιθύμητες Ενέργειες (συχνότητα μη γνωστή)
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- Θρομβοπενία, ακοκκιοκυτταραιμία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
- Υπερευαισθησία, κνίδωση
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
- Γυναικομαστία
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
- Μειωμένη όρεξη
Ψυχιατρικές διαταραχές
- Εφιάλτες, παραλήρημα, οξεία ψύχωση, αποπροσανατολισμός*, παραληρητικού τύπου αντίληψη, κατάθλιψη, ψευδαισθήσεις†
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Συγχυτική κατάσταση*, αφασία*, κεφαλαλγία, υπνηλία, σπασμοί
Οφθαλμικές διαταραχές
- Οπτική διαταραχή* χρωματοψία*
Καρδιακές διαταραχές
- Αρρυθμία, κατάσπαση του διαστήματος ST στο ηλεκτροκαρδιογράφημα, αναστροφή του επάρματος T στο ηλεκτροκαρδιογράφημα, ζάλη
Γαστρεντερικές διαταραχές
- Ναυτία, έμετος, διάρροια, κοιλιακό άλγος, εντερική ισχαιμία, γαστρεντερική νέκρωση
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Εξάνθημα κηλιδώδες, κνησμός, εξάνθημα γενικευμένο
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Άλγος προσώπου, κόπωση, εξασθένιση
-
ειδικά σε ηλικιωμένους ασθενείς με αρτηριοσκλήρυνση † συσχετίζεται με τοξικότητα από διγοξίνη
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http:// www. eof. gr
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-DIGOXIN-SANDOZ
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Δεν υπάρχουν ειδικές συστάσεις για τις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία.
Κύηση
Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της διγοξίνης σε έγκυες γυναίκες. Δεν παρατηρήθηκε καμία αύξηση στη συχνότητα των δυσπλασιών σε απογόνους αρουραίων ή κουνελιών που έλαβαν καρδιακές γλυκοσίδες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης σε δόσεις εκατό φορές μεγαλύτερες από αυτές που χρησιμοποιούνται στον άνθρωπο (βλ. παράγραφο 5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια). Ο κίνδυνος για το έμβρυο/μητέρα είναι άγνωστος. Το Digoxin-Sandoz θα πρέπει να δίνεται σε έγκυες γυναίκες μόνο εάν τα αναμενόμενα οφέλη υπερτερούν των πιθανών κινδύνων.
Γαλουχία
Η διγοξίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Μέχρι σήμερα δεν έχουν αναφερθεί βλαβερές επιδράσεις στο βρέφος, καθώς η προσλαμβανόμενη ποσότητα είναι πολύ μικρή (περίπου 1/1000 της δόσης συντήρησης). Η διγοξίνη μπορεί να λαμβάνεται στη διάρκεια του θηλασμού, εάν ενδείκνυται κλινικά.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την επίδραση της διγοξίνης στην ανθρώπινη γονιμότητα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-DIGOXIN-SANDOZ
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: γλυκοσίδες δακτυλίτιδας, κωδικός ΑΤC: C01 ΑΑ05.
Μηχανισμός δράσης
Η διγοξίνη προέρχεται από τα φύλλα του Digitalis lanata. Η διγοξίνη αυξάνει τη συσταλτικότητα του μυοκαρδίου, μειώνει τον καρδιακό ρυθμό (μέσω παράτασης της περιόδου αγωγιμότητας του κολποκοιλιακού κόμβου) και ανακουφίζει τα κλινικά σημάδια και συμπτώματα της καρδιακής ανεπάρκειας (όσον αφορά τη συμφόρηση, το περιφερικό οίδημα, κ.α.). Η θεραπευτική δράση ξεκινά εντός 2 ωρών μετά από χορήγηση από του στόματος. Η μέγιστη δράση επιτυγχάνεται εντός 6 ωρών μετά από χορήγηση από του στόματος.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-DIGOXIN-SANDOZ
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Η γαστρεντερική απορρόφηση είναι ταχεία και υπολογίζεται στο 70 έως 80%. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα επιτυγχάνεται εντός 1 έως 2 ωρών. Ωστόσο, η έκταση της απορρόφησης και τα επίπεδα της διγοξίνης σε σταθερή κατάσταση παραμένουν αμετάβλητα όταν χορηγείται με τροφή.
Κατανομή
Ο σχετικός όγκος κατανομής είναι 5L/kg και η πρωτεϊνική πρόσδεση είναι 25%.
Μεταβολισμός και μεταφορά
Η διγοξίνη είναι ένα υπόστρωμα της P-γλυκοπρωτεΐνης και μεταβολίζεται σε ελάχιστο βαθμό (10%), ώστε να μειωθούν προϊόντα όπως η διυδροδιγοξίνη, μόνο- και δις- διγιτοξοσίδες της διγοξυγενίνης.
Απέκκριση
Η διγοξίνη απεκκρίνεται κυρίως από τα νεφρά, το 60 έως 80% ως αμετάβλητο φάρμακο. Ο χρόνος ημίσειας ζωής απέκκρισης είναι 40 ώρες.
Ειδικοί πληθυσμοί
Γηριατρικοί ασθενείς (ηλικίας άνω των 65 ετών)
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα της διγοξίνης σε ηλικιωμένους ασθενείς. Ωστόσο, απαιτείται προσεκτική κλινική αξιολόγηση και παρακολούθηση των συγκεντρώσεων στον ορό, ώστε να διασφαλιστεί ότι η διγοξίνη χρησιμοποιείται με το βέλτιστο τρόπο σε ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης και παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
Παιδιατρικοί ασθενείς
Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα είναι υψηλότερες και η νεφρική αποβολή της διγοξίνης είναι ελαττωμένη στα νεογνά και τα βρέφη σε σχέση με τα παιδιά (βλ. παράγραφο 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης).
Νεφρική δυσλειτουργία
Ο όγκος κατανομής και η κάθαρση της διγοξίνης μπορεί να μεταβάλλονται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία με βάση τα επίπεδα της συγκέντρωσης στον ορό (βλ. παράγραφο 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης και παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
Ηπατική δυσλειτουργία
Οι συγκεντρώσεις της διγοξίνης στο πλάσμα σε ασθενείς με οξεία ηπατίτιδα είναι συγκρίσιμες με τις συγκεντρώσεις σε υγιή άτομα (βλ. παράγραφο 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης).
Υπερθυρεοειδισμός και υποθυρεοειδισμός
Ο όγκος κατανομής είναι αυξημένος σε ασθενείς με υπερθυρεοειδισμό και μπορεί να μειωθεί σε ασθενείς με υποθυρεοειδισμό.
ΕΟΦ · 2.1.1
Kαρδιακές γλυκοσίδες
expand_more
Kαρδιακές γλυκοσίδες
Κύριες ενδείξεις για χορήγηση καρδιακών γλυκοσιδών αποτελούν η καρδιακή ανεπάρκεια και οι υπερκοιλιακές αρρυθμίες με ιδιαίτερη χρησιμότητα στην ρύθμιση της κοιλιακής ανταπόκρισης σε ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή. Τα συμπτώματα της καρδιακής ανεπάρκειας είναι δυνατόν να βελτιωθούν μετά από χορήγηση δακτυλίτιδας ακόμη και σε περιπτώσεις ασθενών που βρίσκονται σε φλεβοκομβικό ρυθμό. Μοναδική απόλυτη αντένδειξη είναι ο τοξικός δακτυλιδισμός. Η χρήση γλυκοσιδών πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή σε ηλικιωμένους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και φλεβοκομβικό ρυθμό καθώς αυτοί οι ασθενείς είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς σε τοξικό δακτυλιδισμό. Σε συνύπαρξη σχετικών αντενδείξεων η δακτυλίτιδα θα πρέπει να είναι ίσως το τελευταίο από τα φάρμακα που θα χρησιμοποιηθούν (σε μικρότερες πάντα δόσεις) και με στενή παρακολούθηση για τυχόν εμφάνιση πρώιμων σημείων τοξικότητας.
Η αντιαρρυθμική δράση της δακτυλίτιδας οφείλεται κυρίως σε άμεση και έμμεση (διέγερση του πνευμονογαστρικού) αρνητική δρομότροπη επίδραση στην κολποκοιλιακή αγωγή (προστατεύει δηλαδή τις κοιλίες από τα πολλαπλά ερεθίσματα του κολπικού πτερυγισμού ή μαρμαρυγής). Η φλεβοκομβική ταχυκαρδία δεν αποτελεί ένδειξη χορήγησης δακτυλίτιδας. Αν οφείλεται σε καρδιακή ανεπάρκεια, η διόρθωσή της με δακτυλίτιδα θα επιβραδύνει και τον φλεβοκομβικό ρυθμό.
Μεταξύ των καρδιακών γλυκοσιδών η διγοξίνη είναι το φάρμακο εκλογής, κατάλληλη για οξύ και χρόνιο δακτυλιδισμό. Επειδή αποβάλλεται από τους νεφρούς δεν συνιστάται ιδιαιτέρως σε νεφρική ανεπάρκεια. Στην περίπτωση αυτή προτιμάται η διγιτοξίνη που μεταβολίζεται στο ήπαρ.
Σε εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών η καλύτερη αγωγή είναι η διακοπή της δακτυλίτιδας. Όταν συνυπάρχουν σοβαρές κοιλιακές αρρυθμίες μπορούν να χορηγηθούν φαινυτοΐνη ή λιγνοκαΐνη. Σε σοβαρό κολποκοιλιακό αποκλεισμό μπορεί να γίνει βηματοδότηση. Επίσης πρέπει να διορθώνονται τυχόν υπάρχουσες ηλεκτρολυτικές διαταραχές ή υποξαιμία. Σε τοξικό δακτυλιδισμό μπορούν να χρησιμοποιηθούν και ειδικά αντισώματα.
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
- Ένα καρδιοτονικό γλυκοζίδιο που προέρχεται κυρίως από το Digitalis lanata· αποτελείται από τρία σάκχαρα και την αγλυκόνη digoxigenin. Το digoxin έχει θετική ινότροπη και αρνητική χρονοτροπική δράση. Χρησιμοποιείται για τον έλεγχο του ρυθμού κοιλίας σε κολπική μαρμαρυγή και στη διαχείριση της συμφυστικής καρδιακής ανεπάρκειας με κολπική μαρμαρυγή. Η χρήση του σε καρδιακή ανεπάρκεια και σε ρυθμό κόλπων είναι λιγότερο σαφής. Το περιθώριο μεταξύ τοξικών και θεραπευτικών δόσεων είναι μικρό. (Από Martindale, The Extra Pharmacopoeia, 30η έκδοση, σελ. 666).
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
- Για τη θεραπεία και διαχείριση της συμφυστικής καρδιακής ανεπάρκειας, αρρυθμιών και καρδιακής ανεπάρκειας.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η διγοξίνη είναι φάρμακο με θετική inotropic και αρνητική chronotropic δράση, που σημαίνει ότι αυξάνει την ισχύ της καρδιακής συστολής και μειώνει τον καρδιακό ρυθμό. Η μείωση του καρδιακού ρυθμού είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε περιπτώσεις κολπικής μαρμαρυγής, μιας κατάστασης που χαρακτηρίζεται από γρήγορο και ακανόνιστο καρδιακό παλμό. Η ανακούφιση των συμπτωμάτων καρδιακής ανεπάρκειας κατά τη θεραπεία με διγοξίνη έχει τεκμηριωθεί σε κλινικές μελέτες μέσω αυξημένης ικανότητας άσκησης, μειωμένων νοσηλειών λόγω καρδιακής ανεπάρκειας και λιγότερων επισκέψεων στα επείγοντα ιατρικά περιστατικά σχετιζόμενα με καρδιακή ανεπάρκεια. Η διγοξίνη έχει στενό θεραπευτικό παράθυρο.
Σημείωση για τον καρδιαγγειακό κίνδυνο
Η διγοξίνη ενέχει κίνδυνο ταχείας κοιλιακής απόκρισης που μπορεί να προκαλέσει κοιλιακή μαρμαρυγή σε ασθενείς με παραπληρωματική κολποκοιλιακή (AV) οδό. Η καρδιακή ανακοπή ως αποτέλεσμα κοιλιακής μαρμαρυγής είναι θανατηφόρα. Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος θανατηφόρου σοβαρού ή πλήρους κολποκοιλιακού αποκλεισμού σε άτομα με προϋπάρχουσα νόσο του φλεβοκομβικού κόμβου και κολποκοιλιακό αποκλεισμό που λαμβάνουν διγοξίνη.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η διγοξίνη ασκεί αιμοδυναμικά, ηλεκτροφυσιολογικά και νευροορμονικά αποτελέσματα στο καρδιαγγειακό σύστημα. Αναστέλλει αναστρέψιμα το ένζυμο Na-K ATPase, οδηγώντας σε διάφορα ευεργετικά αποτελέσματα. Το ένζυμο Na-K ATPase λειτουργεί για τη διατήρηση του ενδοκυττάριου περιβάλλοντος ρυθμίζοντας την είσοδο και έξοδο νατρίου, καλίου και ασβεστίου (έμμεσα). Το Na-K ATPase είναι επίσης γνωστό ως αντλία νατρίου. Η αναστολή της αντλίας νατρίου από τη διγοξίνη αυξάνει το ενδοκυττάριο νάτριο και αυξάνει το επίπεδο ασβεστίου στα μυοκαρδιακά κύτταρα, προκαλώντας αυξημένη συσταλτική δύναμη της καρδιάς. Αυτό βελτιώνει το κλάσμα εξώθησης της αριστερής κοιλίας (EF), ένα σημαντικό μέτρο της καρδιακής λειτουργίας. Η διγοξίνη επίσης διεγείρει το παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα μέσω του πνευμονογαστρικού νεύρου, οδηγώντας σε αποτελέσματα στον κολποκομβικό (SA) και κολποκοιλιακό (AV) κόμβο, μειώνοντας τον καρδιακό ρυθμό. Μέρος της παθοφυσιολογίας της καρδιακής ανεπάρκειας περιλαμβάνει νευροορμονική ενεργοποίηση, οδηγώντας σε αύξηση της νορεπινεφρίνης. Η διγοξίνη βοηθά στη μείωση των επιπέδων νορεπινεφρίνης μέσω της ενεργοποίησης του παρασυμπαθητικού νευρικού συστήματος.
Οι καρδιακές γλυκοσίδες χρησιμοποιούνται στη θεραπεία των αρρυθμιών για περισσότερα από 200 χρόνια. Τα αμφίδρομα (K2P) κανάλια καλίου ρυθμίζουν την επαναπόλωση του δυναμικού ενέργειας της καρδιάς. Πρόσφατα, το K2P3.1 [δίδυμο περιοχών Ρ σε ένα ασθενές ανορθωτικό κανάλι Κ+ (TWIK)-σχετιζόμενο με οξύ ευαίσθητο κανάλι Κ+ (TASK)-1] έχει εμπλακεί στην παθοφυσιολογία της κολπικής μαρμαρυγής και έχει προταθεί ως στόχος για επιλεκτικά αντιαρρυθμικά φάρμακα για την καρδιά. Υποθέσαμε ότι ο αποκλεισμός των καρδιακών καναλιών K2P συμβάλλει στον μηχανισμό δράσης της διγιτοξίνης και της διγοξίνης. Όλα τα λειτουργικά ανθρώπινα κανάλια K2P ελέγχθηκαν για αλληλεπιδράσεις με καρδιακές γλυκοσίδες. Ανθρώπινες υπομονάδες καναλιών K2P εκφράστηκαν σε ωάρια Xenopus laevis, και χρησιμοποιήθηκε ηλεκτροφυσιολογία κλιμακούμενης τάσης για την καταγραφή ρευμάτων Κ+. Η διγιτοξίνη ανέστειλε σημαντικά τα κανάλια K2P3.1 και K2P16.1. Αντίθετα, η διγοξίνη έδειξε μεμονωμένα ανασταλτικά αποτελέσματα στο K2P3.1. Τα εξωτερικά ρεύματα K2P3.1 μειώθηκαν κατά 80% (διγιτοξίνη, 1 Hz) και 78% (διγοξίνη, 1 Hz). Η διγιτοξίνη ανέστειλε τα ρεύματα K2P3.1 με τιμή IC50 7,4 μΜ. Οι ιδιότητες εξωτερικής ανόρθωσης του καναλιού δεν επηρεάστηκαν. Μελέτες μεταλλάξεων αποκάλυψαν ότι τα αμινοξέα που βρίσκονται στην κυτταροπλασματική θέση του πόρου του καναλιού K2P3.1 αποτελούν μέρος μιας μοριακής θέσης σύνδεσης για τις καρδιακές γλυκοσίδες. Συμπερασματικά, οι καρδιακές γλυκοσίδες στοχεύουν τα ανθρώπινα κανάλια K2P. Η αντιαρρυθμική σημασία του αποκλεισμού του ρεύματος επαναπόλωσης της καρδιάς K2P3.1 από τη διγοξίνη και τη διγιτοξίνη απαιτεί επικύρωση σε μεταφραστικές και κλινικές μελέτες.
Χαμηλές συγκεντρώσεις καρδιακών γλυκοσιδών, συμπεριλαμβανομένης της ουαμπαΐνης, της διγοξίνης και της διγιτοξίνης, αναστέλλουν την ανάπτυξη καρκινικών κυττάρων χωρίς να επηρεάζουν τη δραστηριότητα Na+,K+-ATPase, αλλά ο μηχανισμός αυτής της αντικαρκινικής δράσης δεν είναι πλήρως κατανοητός. Το κανάλι ανιόντων ρυθμιζόμενο από τον όγκο (VRAC) παίζει σημαντικό ρόλο στην οδό σηματοδότησης του κυτταρικού θανάτου, εκτός από τον θεμελιώδη ρόλο του στη διατήρηση του κυτταρικού όγκου. Εδώ, αναφέρουμε μια σηματοδοτική οδό που προκαλείται από καρδιακές γλυκοσίδες, με διασταύρωση μεταξύ Na+,K+-ATPase και VRAC σε ανθρώπινα καρκινικά κύτταρα. Συγκεντρώσεις υπομικρομοριακών επιπέδων ουαμπαΐνης ενίσχυσαν τα ρεύματα VRAC παράλληλα με επιβράδυνση του πολλαπλασιασμού των καρκινικών κυττάρων. Τα αποτελέσματα της ουαμπαΐνης ακυρώθηκαν από έναν ειδικό αναστολέα του VRAC (DCPIB) και τη μειωμένη έκφραση του LRRC8A, ενός ουσιαστικού συστατικού του VRAC, και εξασθένησαν από τη διαταραχή των μεμβρανικών μικροπεριοχών ή την αναστολή της NADPH οξειδάσης. Η διγοξίνη και η διγιτοξίνη έδειξαν επίσης αντι-πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα σε καρκινικά κύτταρα στις θεραπευτικές τους συγκεντρώσεις, και αυτά τα αποτελέσματα αναστέλλονταν από το DCPIB. Σε μεμβρανικές μικροπεριοχές καρκινικών κυττάρων, το LRRC8A βρέθηκε να συν-ανοσοκαταβυθίζεται με την α1-ισομορφή της Na+,K+-ATPase. Αυτά τα αποτελέσματα που προκαλούνται από την ουαμπαΐνη δεν παρατηρήθηκαν σε μη καρκινικά κύτταρα. Επομένως, οι καρδιακές γλυκοσίδες θεωρήθηκαν ότι αλληλεπιδρούν με την Na+,K+-ATPase για να διεγείρουν την παραγωγή αντιδραστικών ειδών οξυγόνου, και επίσης ενεργοποιούσαν προφανώς το VRAC εντός των μεμβρανικών μικροπεριοχών, παράγοντας έτσι αντι-πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα.
Οι καρδιακές γλυκοσίδες αναστέλλουν τη δραστηριότητα της νατριούχου-καλίου-ενεργοποιούμενης αδενοσινο-τριφωσφατάσης (Na+-K+-ATPase), ενός ενζύμου απαραίτητου για την ενεργό μεταφορά νατρίου μέσω των μεμβρανών των καρδιακών κυττάρων. Η αναστολή αυτού του ενζύμου στα καρδιακά κύτταρα οδηγεί σε αύξηση της συσταλτικής κατάστασης της καρδιάς και πιστευόταν ότι τα οφέλη των καρδιακών γλυκοσιδών στην καρδιακή ανεπάρκεια συνδέονταν κυρίως με την inotropic δράση. Ωστόσο, έχει προταθεί ότι τα οφέλη των καρδιακών γλυκοσιδών μπορεί εν μέρει να σχετίζονται με την αναστολή ενζύμων σε μη καρδιακούς ιστούς. Η αναστολή της Na+-K+-ATPase στις πνευμονογαστρικές προσαγωγές ευαισθητοποιεί τους καρδιακούς βαροϋποδοχείς, οι οποίοι με τη σειρά τους μπορεί να μειώσουν τη συμπαθητική εκροή από το ΚΝΣ. Επιπλέον, αναστέλλοντας την Na+-K+-ATPase στα νεφρά, οι καρδιακές γλυκοσίδες μειώνουν την επαναρρόφηση νατρίου από τα νεφρικά σωληνάρια· η επακόλουθη αύξηση της παροχής νατρίου στους άπω σωληνάρια οδηγεί στην καταστολή της έκκρισης ρενίνης από τους νεφρούς. Αυτές οι παρατηρήσεις οδήγησαν στην υπόθεση ότι οι καρδιακές γλυκοσίδες δρουν στην καρδιακή ανεπάρκεια κυρίως με την εξασθένηση της ενεργοποίησης του νευροορμονικού συστήματος, παρά με θετική inotropic δράση. Τοξικές δόσεις καρδιακών γλυκοσιδών προκαλούν εκροή καλίου από το μυοκάρδιο και ταυτόχρονη εισροή νατρίου. Η τοξικότητα οφείλεται εν μέρει στην απώλεια ενδοκυττάριου καλίου που σχετίζεται με την αναστολή της Na+-K+-ATPase. Με θεραπευτικές δόσεις, η αύξηση της εισροής ασβεστίου στις συσταλτικές πρωτεΐνες με επακόλουθη ενίσχυση της σύζευξης διέγερσης-σύσπασης εμπλέκεται στη θετική inotropic δράση των καρδιακών γλυκοσιδών· ο ρόλος της Na+-K+-ATPase σε αυτό το αποτέλεσμα είναι αμφιλεγόμενος. /Καρδιακές γλυκοσίδες/
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η διγοξίνη απορροφάται περίπου 70-80% στο πρώτο τμήμα του λεπτού εντέρου. Η βιοδιαθεσιμότητα μιας από του στόματος δόσης κυμαίνεται από 50-90%, ωστόσο, οι από του στόματος οινοπνευματώδεις κάψουλες διγοξίνης αναφέρεται ότι έχουν βιοδιαθεσιμότητα 100%. Ο χρόνος Tmax, ή ο χρόνος για να επιτευχθεί η μέγιστη συγκέντρωση της διγοξίνης, μετρήθηκε σε 1,0 ώρα σε μία κλινική μελέτη υγιών ασθενών που έλαβαν 0,25 mg διγοξίνης με εικονικό φάρμακο. Η Cmax, ή η μέγιστη συγκέντρωση, ήταν 1,32 ± 0,18 ng/ml-1 στην ίδια μελέτη, και η AUC (εμβαδόν κάτω από την καμπύλη) ήταν 12,5 ± 2,38 ng/ml-1. Εάν η διγοξίνη λαμβάνεται μετά από γεύμα, η απορρόφηση επιβραδύνεται, αλλά αυτό δεν αλλάζει τη συνολική ποσότητα του απορροφηθέντος φαρμάκου. Εάν η διγοξίνη λαμβάνεται με γεύματα που περιέχουν φυτικές ίνες, η απορρόφηση μπορεί να μειωθεί.
Σημείωση για τα εντερικά βακτήρια
Μια από του στόματος δόση διγοξίνης μπορεί να μετασχηματιστεί σε φαρμακολογικά ανενεργά προϊόντα από βακτήρια στο κόλον. Μελέτες έχουν δείξει ότι το 10% των ασθενών που λαμβάνουν δισκία διγοξίνης θα παρουσιάσουν αποικοδόμηση τουλάχιστον 40% μιας ληφθείσας δόσης διγοξίνης από εντερικά βακτήρια. Αρκετά αντιβιοτικά μπορεί να αυξήσουν την απορρόφηση της διγοξίνης σε αυτούς τους ασθενείς, λόγω της εξάλειψης των εντερικών βακτηρίων, τα οποία συνήθως προκαλούν αποικοδόμηση της διγοξίνης.
Σημείωση για τη δυσαπορρόφηση
Ασθενείς με δυσαπορρόφηση λόγω διαφόρων αιτιών μπορεί να έχουν μειωμένη ικανότητα απορρόφησης της διγοξίνης. Η P-γλυκοπρωτεΐνη, που βρίσκεται στα κύτταρα του εντέρου, μπορεί να επηρεάσει τη φαρμακοκινητική της διγοξίνης, καθώς είναι υπόστρωμα αυτού του μεταφορέα εκροής. Η P-γλυκοπρωτεΐνη μπορεί να επάγεται από άλλα φάρμακα, μειώνοντας έτσι τα αποτελέσματα της διγοξίνης αυξάνοντας την εκροή της στο έντερο.
Η απέκκριση της διγοξίνης είναι ανάλογη της συνολικής δόσης, ακολουθώντας κινητική πρώτης τάξης. Μετά από ενδοφλέβια (IV) χορήγηση σε υγιείς εθελοντές, 50-70% της δόσης ανιχνεύεται ως αμετάβλητη διγοξίνη στα ούρα. Περίπου 25 έως 28% της διγοξίνης αποβάλλεται εκτός νεφρών. Η χολική απέκκριση φαίνεται να είναι μικρότερης σημασίας από την νεφρική απέκκριση. Η διγοξίνη δεν απομακρύνεται αποτελεσματικά από τον οργανισμό με αιμοκάθαρση, ανταλλαγή αίματος ή κατά τη διάρκεια εξωσωματικής κυκλοφορίας, επειδή το μεγαλύτερο μέρος του φαρμάκου συνδέεται με εξωαγγειακούς ιστούς.
Αυτό το φάρμακο κατανέμεται ευρέως στον οργανισμό και είναι γνωστό ότι διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και τον πλακούντα. Ο φαινομενικός όγκος κατανομής της διγοξίνης είναι 475-500 L. Μεγάλο μέρος της διγοξίνης κατανέμεται στον σκελετικό μυ, ακολουθούμενο από την καρδιά και τους νεφρούς. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ο ηλικιωμένος πληθυσμός, έχοντας γενικά μειωμένη μυϊκή μάζα, μπορεί να εμφανίσει χαμηλότερο όγκο κατανομής της διγοξίνης.
Η κάθαρση της διγοξίνης συσχετίζεται στενά με την κάθαρση της κρεατινίνης και δεν εξαρτάται από τη ροή των ούρων. Άτομα με νεφρική δυσλειτουργία ή ανεπάρκεια μπορεί να εμφανίσουν εκτεταμένα παρατεταμένες ημιζωές. Επομένως, είναι σημαντικό να τιτλοποιείται η δόση ανάλογα και να παρακολουθούνται τακτικά τα επίπεδα διγοξίνης στο πλάσμα. Μία φαρμακοκινητική μελέτη μέτρησε τη μέση κάθαρση του σώματος από ενδοφλέβια διγοξίνη σε 88 ± 44 ml/min/1,73 m². Μια άλλη μελέτη παρείχε μέσες τιμές κάθαρσης 53 ml/min/1,73 m² σε άνδρες ηλικίας 73-81 ετών και 83 ml/min/1,73 m² σε άνδρες ηλικίας 20-33 ετών μετά από μία ενδοφλέβια δόση διγοξίνης.
/ΓΑΛΑ/ Μέγιστες συγκεντρώσεις στο γάλα 0,96 και 0,61 ng/mL παρατηρήθηκαν 4-6 ώρες μετά τη χορήγηση εφάπαξ δόσης 0,25 mg σε 2 γυναίκες. Η μητρική συγκέντρωση στο πλάσμα ήταν ελαφρώς υψηλότερη από τη συγκέντρωση στο γάλα.
/ΓΑΛΑ/ Η διγοξίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. … Οι λόγοι διγοξίνης γάλα/πλάσματος κυμάνθηκαν από 0,6 έως 0,9. Παρόλο που αυτές οι ποσότητες φαίνονται υψηλές, αντιπροσωπεύουν πολύ μικρές ποσότητες διγοξίνης λόγω της σημαντικής μητρικής πρωτεϊνικής δέσμευσης.
Μετά από από του στόματος χορήγηση, οι μέγιστες συγκεντρώσεις διγοξίνης στο πλάσμα παρατηρούνται σε 1 έως 3 ώρες. Η απορρόφηση της διγοξίνης από δισκία διγοξίνης έχει αποδειχθεί ότι είναι 60 έως 80% πλήρης σε σύγκριση με την ίδια ενδοφλέβια δόση διγοξίνης (απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα). Όταν τα δισκία διγοξίνης λαμβάνονται μετά από γεύματα, ο ρυθμός απορρόφησης επιβραδύνεται, αλλά η συνολική ποσότητα διγοξίνης που απορροφάται είναι συνήθως αμετάβλητη. Όταν λαμβάνεται με γεύματα υψηλά σε φυτικές ίνες πίτουρου, ωστόσο, η ποσότητα που απορροφάται από μια από του στόματος δόση μπορεί να μειωθεί.
/ΓΑΛΑ/ Για να διαπιστωθεί εάν η θεραπεία με διγοξίνη σε θηλάζουσες μητέρες μπορεί να προκαλέσει δυσφορία στα θηλάζοντα βρέφη, διερευνήσαμε την κινητική της μεταφοράς της διγοξίνης από το πλάσμα στο γάλα σε 11 θηλάζουσες μητέρες. Μετά από ενδοφλέβια ή από του στόματος χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης 0,5 mg ή 0,75 mg διγοξίνης, λήφθηκαν ταυτόχρονα δείγματα πλάσματος, πρόσθιου και οπίσθιου γάλακτος. Προφανώς, επήλθε γρήγορη ισορροπία μεταξύ των διαμερισμάτων πλάσματος και γάλακτος και δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ πρόσθιου και οπίσθιου γάλακτος. Και τα τρία προφίλ συγκέντρωσης διγοξίνης έτρεξαν παράλληλα με λόγο γάλα προς πλάσμα 0,6 έως 0,7. Οι καμπύλες προσαρμόστηκαν καλύτερα στο άθροισμα δύο εκθετικών συναρτήσεων. Για την πρόβλεψη της πρόσληψης διγοξίνης στο θηλάζον βρέφος, πραγματοποιήθηκαν προσομοιώσεις με βάση δύο συζευγμένα μοντέλα διαμερισμάτων. Όταν τα κινητικά δεδομένα του γάλακτος, καθώς και τα κινητικά δεδομένα που ελήφθησαν σε βρέφη προσαρμόστηκαν με αυτό το μοντέλο, μπορούσε να αποδειχθεί ότι ακόμη και στην περίπτωση μακρών ημιζωών, μόνο περίπου το 3% των θεραπευτικών επιπέδων του φαρμάκου επιτεύχθηκε στο βρέφος. Έτσι, μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι η συσσώρευση διγοξίνης σε τοξικές συγκεντρώσεις δεν πρέπει να συμβαίνει σε βρέφη γυναικών που λαμβάνουν κατάλληλες δόσεις διγοξίνης.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη Διγοξίνη (19 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
Η απέκκριση της διγοξίνης είναι κυρίως νεφρική. Ένα ποσοστό (περίπου 25-28%) αποβάλλεται με άλλους μηχανισμούς, πιθανώς μέσω του ήπατος/χολής, αλλά σε μικρότερο βαθμό. Η διγοξίνη δεν απομακρύνεται αποτελεσματικά με αιμοκάθαρση.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Δέσμευση
Η πρωτεϊνική δέσμευση της διγοξίνης είναι περίπου 25%. Συνδέεται κυρίως με την αλβουμίνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Περίπου το 13% μιας δόσης διγοξίνης ανιχνεύεται ως μεταβολιζόμενο σε υγιή άτομα. Υπάρχουν διάφοροι μεταβολίτες διγοξίνης στα ούρα, συμπεριλαμβανομένης της διυδροδιγοξίνης και της διγοξιγενίνης διςδιγιτοξιδοσίδης. Οι γλυκουρονιδωμένοι και θειωμένοι συζεύξεις τους θεωρείται ότι παράγονται μέσω της διαδικασίας υδρόλυσης, οξείδωσης και επιπλέον, σύζευξης. Το σύστημα κυτοχρώματος P-450 δεν διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο μεταβολισμό της διγοξίνης, ούτε αυτό το φάρμακο επάγει ή αναστέλλει τα ένζυμα αυτού του συστήματος.
Στους περισσότερους ασθενείς, μόνο μικρές ποσότητες διγοξίνης μεταβολίζονται, αλλά ο βαθμός μεταβολισμού είναι μεταβλητός και μπορεί να είναι σημαντικός σε ορισμένους ασθενείς. Κάποιος μεταβολισμός πιθανώς λαμβάνει χώρα στο ήπαρ, αλλά η διγοξίνη φαίνεται επίσης να μεταβολίζεται από βακτήρια εντός του αυλού του παχέος εντέρου μετά από από του στόματος χορήγηση και πιθανώς μετά από χολική απέκκριση μετά από παρεντερική χορήγηση. Ο βαθμός μεταβολισμού από βακτήρια στο παχύ έντερο μετά από από του στόματος χορήγηση φαίνεται να κυμαίνεται αντιστρόφως ανάλογα με τη βιοδιαθεσιμότητα του σκευάσματος. Η διγοξίνη υφίσταται σταδιακή διάσπαση των σακχαροειδών υπολειμμάτων για να σχηματίσει διγοξιγενίνη-διςδιγιτοξιδοσίδη, διγοξιγενίνη-μονοδιγιτοξιδοσίδη και διγοξιγενίνη· αυτοί οι μεταβολίτες έχουν προοδευτικά μειωμένη καρδιοδραστικότητα. Η διγοξιγενίνη στη συνέχεια επιμερειώνεται ή/και συζευγνύεται για να σχηματίσει καρδιοανενεργές ενώσεις. Η διγοξίνη υφίσταται επίσης αναγωγή του λακτονικού δακτυλίου για να σχηματίσει διυδροδιγοξίνη, η οποία υφίσταται επίσης σταδιακή διάσπαση των σακχαροειδών υπολειμμάτων για να σχηματίσει διυδροδιγοξιγενίνη-διςδιγιτοξιδοσίδη, διυδροδιγοξιγενίνη-μονοδιγιτοξιδοσίδη και διυδροδιγοξιγενίνη· οι αναγμένοι μεταβολίτες είναι ουσιαστικά καρδιοανενεργοί. Μερικοί ασθενείς μπορεί να σχηματίσουν σημαντικές ποσότητες αναγμένων μεταβολιτών· δεδομένα υποδηλώνουν ότι, στο 10% περίπου των ασθενών που λαμβάνουν διγοξίνη, περίπου 40% ή περισσότερο του φαρμάκου που απεκκρίνεται στα ούρα θα αποτελείται από αναγμένους μεταβολίτες. Λόγω της ταχείας και ενισχυμένης απορρόφησης, η χρήση υγρών καψουλών μπορεί να ελαχιστοποιήσει το σχηματισμό αναγμένων μεταβολιτών σε τέτοιους ασθενείς. Σε ασθενείς που σχηματίζουν σημαντικές ποσότητες αναγμένων μεταβολιτών, η αλλαγή της εντερικής βακτηριακής χλωρίδας από ορισμένους αντι-μολυσματικούς παράγοντες (π.χ., ερυθρομυκίνη) μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική αλλαγή της ψηφιοποίησης.
Ηπατική (αλλά όχι εξαρτώμενη από το σύστημα κυτοχρώματος P-450). Οι τελικοί μεταβολίτες, που περιλαμβάνουν 3b-διγοξιγενίνη, 3-κετο-διγοξιγενίνη και τα γλυκουρονιδικά και θειικά συζεύγματά τους, είναι πολικής φύσης και υποτίθεται ότι σχηματίζονται μέσω υδρόλυσης, οξείδωσης και σύζευξης.
Οδός Απέκκρισης: Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση σε υγιείς εθελοντές, 50% έως 70% μιας δόσης διγοξίνης απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα.
Ημιζωή: 3,5 έως 5 ημέρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Η διγοξίνη έχει χρόνο ημιζωής 1,5-2 ημέρες σε υγιή άτομα. Ο χρόνος ημιζωής σε ασθενείς που δεν αποβάλλουν ούρα, συνήθως λόγω νεφρικής ανεπάρκειας, παρατείνεται σε 3,5-5 ημέρες. Δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος του φαρμάκου κατανέμεται εξωαγγειακά, η αιμοκάθαρση και η ανταλλαγή αίματος δεν είναι βέλτιστες μέθοδοι για την απομάκρυνση της διγοξίνης.
Μελετήθηκαν έντεκα μητέρες που έλαβαν διγοξίνη καθ’ όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης λόγω ρευματικής καρδιοπάθειας. Η διγοξίνη αναγνωρίστηκε στον πλακούντα και, για πρώτη φορά, στο γάλα. … Ο χρόνος ημιζωής της διγοξίνης στο νεογνό ήταν 36,2 ± 5,43 ώρες (Μέσος όρος ± Τυπικό Σφάλμα). έτσι, όλη η διγοξίνη που υπήρχε κατά τη γέννηση θα είχε απεκκριθεί εντός 10 έως 11 ημερών.
Υγιείς εθελοντές έλαβαν 0,4 mg IV/ημέρα για 14 ημέρες. Χρόνος ημιζωής 1,54 ημέρες. Όγκος κατανομής 807 L. Νεφρική κάθαρση 191 mL/min, που υποδεικνύει σωληνώδη έκκριση διγοξίνης. 1,8 φορές συσσώρευση μία φορά την ημέρα.
Οι τιμές που αναφέρονται για τον χρόνο ημιζωής απέκκρισης της διγοξίνης σε σκύλους και γάτες έχουν ποικίλει σημαντικά, με τιμές που αναφέρονται από 14,4-56 ώρες για σκύλους, 30-173 ώρες για γάτες. Κατά προσέγγιση χρόνοι ημιζωής απέκκρισης αναφέρονται σε άλλους ειδικούς, συμπεριλαμβανομένων: πρόβατα 7 ώρες, άλογα 17-29 ώρες, βοοειδή 8 ώρες.
Ο αρχικός (κατανομής) χρόνος ημιζωής της διγοξίνης είναι περίπου 30 λεπτά μετά από ενδοφλέβια χορήγηση τόσο σε ανηφρικούς ασθενείς όσο και σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, η διγοξίνη έχει χρόνο ημιζωής απέκκρισης 34-44 ώρες. Ο χρόνος ημιζωής απέκκρισης παρατείνεται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια· σε ανηφρικούς ασθενείς ο χρόνος ημιζωής απέκκρισης είναι περίπου 4,5 ημέρες ή μεγαλύτερος. Ο χρόνος ημιζωής απέκκρισης μειώνεται σε ασθενείς με οξεία υπερδοσολογία διγοξίνης. Ο χρόνος ημιζωής απέκκρισης παρατείνεται σε υποθυρεοειδικούς ασθενείς και μειώνεται σε υπερθυρεοειδικούς ασθενείς. Σε ασθενείς με χολικές συρίγες, ο χρόνος ημιζωής στο πλάσμα παραμένει αμετάβλητος. Σε μη ψηφιοποιημένους ασθενείς, η έναρξη σταθερής ημερήσιας θεραπείας συντήρησης με διγοξίνη χωρίς αρχική δόση φόρτωσης οδηγεί σε σταθερές συγκεντρώσεις στο πλάσμα μετά από 4-5 χρόνους ημιζωής απέκκρισης (περίπου 7 ημέρες σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία).
Μέσος χρόνος ημιζωής στο πλάσμα 35 ώρες σε ώριμα νεογνά και 57 ώρες σε πρόωρα νεογνά.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογική
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή πρόληψη καρδιακών αρρυθμιών. Μπορούν να επηρεάσουν τη φάση επαναπόλωσης-αποπόλωσης του δυναμικού ενέργειας, την διεγερσιμότητα ή την ανερέθιστότητά του, ή την αγωγιμότητα του παλμού ή την ανταπόκριση της μεμβράνης εντός των καρδιακών ινών. Οι αντιαρρυθμικοί παράγοντες ταξινομούνται συχνά σε τέσσερις κύριες ομάδες σύμφωνα με τον μηχανισμό δράσης τους: αποκλεισμός καναλιών νατρίου, αποκλεισμός β-αδρενεργικών, παράταση επαναπόλωσης, ή αποκλεισμός καναλιών ασβεστίου.
Παράγοντες που έχουν ενισχυτική δράση στην καρδιά ή που μπορούν να αυξήσουν την καρδιακή παροχή. Μπορεί να είναι ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΓΛΥΚΟΣΙΔΕΣ, ΣΥΜΠΑΘΗΤΟΜΙΜΗΤΙΚΑ, ή άλλα φάρμακα. Χρησιμοποιούνται μετά από ΕΜΦΡΑΓΜΑ ΤΟΥ ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΥ, ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ, σε ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΟΚ, ή σε συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ).
Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με ένα ένζυμο με τέτοιο τρόπο ώστε να εμποδίζουν τον φυσιολογικό συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου και την καταλυτική αντίδραση.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογική
73K4184T59
ΔΙΓΟΞΙΝΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Καρδιακή Γλυκοσίδη
Χημική Δομή [CS] - Καρδιακές Γλυκοσίδες
Η διγοξίνη είναι Καρδιακή Γλυκοσίδη.
ΔΙΓΟΞΙΝΗ
Καρδιακή Γλυκοσίδη [EPC]; Καρδιακές Γλυκοσίδες [CS]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογική
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή πρόληψη καρδιακών αρρυθμιών. Μπορούν να επηρεάσουν τη φάση επαναπόλωσης-αποπόλωσης του δυναμικού ενέργειας, την διεγερσιμότητα ή την ανερέθιστότητά του, ή την αγωγιμότητα του παλμού ή την ανταπόκριση της μεμβράνης εντός των καρδιακών ινών. Οι αντιαρρυθμικοί παράγοντες ταξινομούνται συχνά σε τέσσερις κύριες ομάδες σύμφωνα με τον μηχανισμό δράσης τους: αποκλεισμός καναλιών νατρίου, αποκλεισμός β-αδρενεργικών, παράταση επαναπόλωσης, ή αποκλεισμός καναλιών ασβεστίου.
Παράγοντες που έχουν ενισχυτική δράση στην καρδιά ή που μπορούν να αυξήσουν την καρδιακή παροχή. Μπορεί να είναι ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΓΛΥΚΟΣΙΔΕΣ, ΣΥΜΠΑΘΗΤΟΜΙΜΗΤΙΚΑ, ή άλλα φάρμακα. Χρησιμοποιούνται μετά από ΕΜΦΡΑΓΜΑ ΤΟΥ ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΥ, ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ, σε ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΟΚ, ή σε συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ).
Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με ένα ένζυμο με τέτοιο τρόπο ώστε να εμποδίζουν τον φυσιολογικό συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου και την καταλυτική αντίδραση.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Ivabradine-or-Digoxin C01AA05Έλεγχος συχνότητας — Ivabradine / DigoxinΚΑ + φλεβοκομβικός ρυθμός με HR ≥ 70 υπό μέγιστη ανεκτή β-αναστολέα — ή κολπική μαρμαρυγήΔοσολογία: 62.5 μg → στόχος 250 μg ×1 · Συνεχής