ACETYLCYSTEINE(Ακετυλοκυστεΐνη)
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.
Κατά την πηγή: Πλάσμα: ~1 ώρα (έως 8 ώρες με μειωμένη ηπατική λειτουργία). Ενδοφλέβια: 30-40 λεπτά.
- PubChem: 5.6 ώρες (ενήλικες), 11 ώρες (νεογνά)
Δέσμευση πρωτεϊνών
Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.
Απέκκριση
Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.
Καθαρίζει (~5×t½)
Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.
Σκευάσματα και τιμές
Ενδείξεις κατά έγγραφο
Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση
- Φόρτωση…
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Ρευστοποίηση των βλεννωδών εκκρίσεων της αναπνευστικής οδού
σε: Σε περιπτώσεις οξειών και χρόνιων βρογχοπνευμονικών παθήσεων (βρογχίτιδα, εμφύσημα, τραχειοβρογχίτιδα, χρόνια ασθματική βρογχίτιδα)
Εάν απαιτείται, κατά τη διάρκεια οξειών εξάρσεων των βρογχίτιδων να χορηγείται ταυτόχρονα κατάλληλο αντιβιοτικό.
-
Τοξικότητα από παρακεταμόλη
Στις περιπτώσεις δηλητηρίασης από παρακεταμόλη προτιμάται η ενδοφλέβια χορήγηση ακετυλοκυστεΐνης, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό πρωτόκολλο PRESCOTT και σε περίπτωση που αυτή δεν είναι διαθέσιμη γίνεται χορήγηση από το στόμα.
- T39 Δηλητηρίαση από, ανεπιθύμητη ενέργεια και υπερδοσολογία από μη-οπιοειδή αναλγητικά, αντιπυρετικά και αντιρρευματικά
Πορτοκαλί = ο κωδικός προέρχεται από τον πληθυσμό της ένδειξης, όχι από το κείμενό της.
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: μετά από τα γεύματα. Το αναβράζον δισκίο το πρωί για ασθενείς με μειωμένο αντανακλαστικό βήχα.
- Δόση έναρξης: 200 mg δύο-τρεις φορές την ημέρα
-
Παιδιά ηλικίας από 2-5 ετώνΔόση100 mgδύο-τρεις φορές την ημέρα
-
Παιδιά ηλικίας από 2-6 ετώνχορηγείται υπό ιατρική επίβλεψη
-
Παιδιά κάτω των 2 ετώνΑντενδείκνυται η χορήγηση
-
Παιδιά ηλικίας από 6-12 ετώνΔόση100 mg τρεις-τέσσερις φορές την ημέρα ή 200 mg δύο φορές την ημέρα
-
Παιδιά κάτω των 6 ετών (για 200 mg ακετυλοκυστεΐνη)δεν πρέπει να χρησιμοποιείται λόγω υψηλής περιεκτικότητας σε δραστική ουσία. Υπάρχει διαθέσιμη κατάλληλη περιεκτικότητα των 100 mg.
-
Ενήλικες και Παιδιά ηλικίας από 12 ετών και άνωΔόση200 mg δύο-τρεις φορές την ημέρα ή 600 mg μία φορά την ημέρα
-
Παιδιά κάτω των 12 ετών (για 600 mg ακετυλοκυστεΐνη)δεν πρέπει να χρησιμοποιείται λόγω υψηλής περιεκτικότητας σε δραστική ουσία. Υπάρχουν διαθέσιμες άλλες κατάλληλες περιεκτικότητες των 200 mg ή 100 mg.
-
Ασθενείς με τοξικότητα από παρακεταμόλη (για 600 mg)ΔόσηΔόση εφόδου: 140 mg/Kg βάρους σώματος. Δόση συντήρησης: 70 mg/Kg βάρους σώματος, ανά 4 ώρες μέχρι 17 δόσεις.Δόση εφόδου κατά προτίμηση στο 1ο δεκάωρο της δηλητηρίασης.
-
Ασθενείς με μειωμένο αντανακλαστικό βήχα (ηλικιωμένοι και εξασθενημένοι ασθενείς)συνιστάται να λαμβάνεται το αναβράζον δισκίο το πρωί
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία (ακετυλοκυστεΐνη), ή σε άλλη χημικώς όμοια ουσία (για παράδειγμα καρβοκυστεΐνη ή κυστεΐνη) ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Σπάνιες περιπτώσεις κληρονομικών καταστάσεων, στις οποίες ο ασθενής μπορεί να εμφανίζει ασυμβατότητα με κάποιο από τα έκδοχα του προϊόντος
-
Παροξυσμός σοβαρού άσθματος
-
Χρόνιο γαστροδωδεκαδακτυλικό έλκος
-
Κύηση και γαλουχία
-
Παιδιά ηλικίας μικρότερης των 2 ετών
-
Χρήση ακετυλοκυστεΐνης 200 mgΠληθυσμόςΠαιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών
-
Χρήση ακετυλοκυστεΐνης 600 mgΠληθυσμόςΠαιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Αποτελεσματικότητα αγωγήςΝα ζητηθεί η συμβουλή του θεράποντος ιατρού εάν τα συμπτώματα δεν υποχωρούν μετά από 4-5 ημέρες ή χειροτερεύουν.
-
Χορήγηση σε παιδιά 2-6 ετώνΠληθυσμόςΠαιδιά ηλικίας από 2 έως 6 ετώνΗ ακετυλοκυστεΐνη 100 mg θα πρέπει να χορηγείται υπό ιατρική επίβλεψη.
-
Βρογχική απόφραξηΠληθυσμόςΠαιδιά ηλικίας μικρότερης των 2 ετώνΤα βλεννολυτικά μπορεί να προκαλέσουν βρογχική απόφραξη. Δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται.
-
Αύξηση βρογχικών εκκρίσεωνΠληθυσμόςΑσθενείς χωρίς επαρκή ικανότητα απόχρεμψηςΗ χρήση μπορεί να οδηγήσει σε ρευστοποίηση και αύξηση του όγκου των βρογχικών εκκρίσεων. Θα πρέπει να πραγματοποιηθούν οι κατάλληλες διαδικασίες (π.χ. παροχέτευση σε ειδική στάση και αναρρόφηση).
-
Κλινική κατάστασηΗ εκ νέου αξιολόγηση της κλινικής κατάστασης είναι απαραίτητη σε περιπτώσεις παχύρρευστης, πυώδους απόχρεμψης, παρουσία πυρετού ή στην περίπτωση χρόνιας βρογχοπνευμονικής ασθένειας.
-
Βρογχόσπασμος, αναπνευστική ανεπάρκεια, φυματίωσηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθματικοί ασθενείς με ιστορικό βρογχόσπασμου ή βαριά αναπνευστική ανεπάρκεια ή ενεργό φυματίωσηΠρέπει να χορηγείται με προσοχή.
-
Σχηματισμός σπηλαίουΠληθυσμόςΑσθενείς με βρογχικό άσθμα και με ιστορικό έλκουςΈχει παρατηρηθεί σχηματισμός σπηλαίου.
-
Κίνδυνος βρογχόσπασμουπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με άσθμαΠρέπει να χορηγείται με προσοχή. Εάν εμφανισθεί βρογχόσπασμος, να διακόπτεται αμέσως η χρήση.
-
Συνδυασμένη χρήση με βρογχικά αποχρεμπτικά, αντιβηχικά ή ουσίες με ατροπινική δράσηΔεν συνιστάται η συνδυασμένη χρήση.
-
Δυσανεξία στην ισταμίνηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με δυσανεξία στην ισταμίνηΣυνιστάται προσοχή. Η μεγαλύτερης διάρκειας θεραπεία θα πρέπει να αποφεύγεται.
-
Πεπτικό έλκος / Γαστρεντερική αιμορραγίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό πεπτικού έλκους, ηλικιωμένοι, ασθενείς με ιστορικό γαστροδωδεκαδακτυλικών ελκών, ή λαμβάνοντες φάρμακα που προκαλούν γαστρεντερική αιμορραγίαΠρέπει να χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή. Εάν εμφανιστεί γαστρεντερική αιμορραγία, οι ασθενείς πρέπει να διακόπτουν την αγωγή.
-
Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις (πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση)Εάν υπάρχουν συμπτώματα ή σημεία εξελισσόμενου δερματικού εξανθήματος, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί αμέσως και να αναζητηθεί ιατρική συμβουλή. Εάν εμφανιστούν νέες αλλοιώσεις του δέρματος ή των βλεννογόνων, θα πρέπει να ζητηθεί αμέσως ιατρική συμβουλή και να διακοπεί η αγωγή.
-
Νεφρική δυσλειτουργία ή σοβαρή ηπατοπάθειαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία ή σοβαρή ηπατοπάθειαΜπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο μετά από ιατρική συμβουλή. Ενδέχεται να εμφανιστεί συσσώρευση μεταβολιτών σε σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια.
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοΠληθυσμόςΑσθενείς υπό δίαιτα με ελεγχόμενη ποσότητα ή ελεύθερη νατρίουΤο Ακετυλοκυστεΐνη-N 600 mg Αναβράζον δισκίο περιέχει 165,6mg νατρίου ανά δισκίο. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
-
Περιεκτικότητα σε σορβιτόληΠληθυσμόςΑσθενείς με κληρονομική δυσανεξία στη φρουκτόζη (HFI)Το Ακετυλοκυστεΐνη-N 600 mg Αναβράζον δισκίο, καθώς και τα κοκκία για πόσιμο εναιώρημα (100, 200, 600 mg/Ακετυλοκυστεΐνη) περιέχουν σορβιτόλη. Δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν. Η αθροιστική επίδραση και η επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα άλλων φαρμάκων πρέπει να ληφθούν υπόψη.
-
Περιεκτικότητα σε γλυκόζηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης / Ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτηΤο Ακετυλοκυστεΐνη-N κόνεως για πόσιμο εναιώρημα 100 mg/5ml και 200 mg/5ml περιέχει 0,78g γλυκόζης. Δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη. Σε χρόνια χρήση μπορεί να είναι επιβλαβές για τα δόντια.
-
Υδροξυβενζοϊκό μεθυλεστέρα του βενζοϊκού νατρίου (Ε215)Μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις (πιθανόν με καθυστέρηση).
-
Αζώχρωμα Ponceau 4R red/Cochineal Red A (Ε124)Μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις (μόνο στην περιεκτικότητα των 100 mg/Ακετυλοκυστεΐνη κοκκίων για πόσιμο εναιώρημα).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Βρογχικά αποχρεμπτικά + Αντιβηχικά ή/και ουσίες που ξηραίνουν τις βρογχικές εκκρίσεις ή φάρμακα με ατροπινική δράσηπροσοχήΣοβαρή εκκριτική συμφόρηση λόγω μειωμένου αντανακλαστικού του βήχαΣύστασηΔεν συνιστάται η συνδυασμένη χρήση. Απαιτείται ιδιαίτερα προσεκτική διάγνωση.
-
Άλατα μεταλλικών στοιχείων (π.χ. ασβέστιο, σίδηρος, χρυσός)προσοχήΜείωση της βιοδιαθεσιμότητας της ακετυλοκυστεΐνηςΣύστασηΧορήγηση αφού μεσολαβήσει διάστημα τουλάχιστον 2 ωρών.
-
Αντιβιοτικά (τετρακυκλίνες, αμινογλυκοσίδες, πενικιλλίνες) – (Δεν ισχύει για κεφιξίμη, λορακαρμπέφη)προσοχήΑπενεργοποίηση αντιβιοτικών (σε in vitro πειράματα)ΣύστασηΤα αντιβιοτικά από το στόμα θα πρέπει να λαμβάνονται χωριστά και αφού μεσολαβήσει διάστημα τουλάχιστον 2 ωρών.
-
Ενεργός άνθρακαςπροσοχήΠεριορισμός της δράσης της ακετυλοκυστεΐνης
-
Τρινιτρική γλυκερίνη (νιτρογλυκερίνη)προσοχήΕνίσχυση της αγγειοδιασταλτικής και αντιαιμοπεταλιακής δράσης, κίνδυνος υπότασης και κεφαλαλγίαςΣύστασηΟ ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται για τυχόν διαπίστωση υπότασης.
-
προσοχήΥποθεραπευτικά επίπεδα καρβαμαζεπίνης
-
ΣαλικυλικάπροσοχήΕπηρεασμός της χρωματομετρικής ανάλυσης
-
Κετονικά σώματα (σε εξετάσεις ούρων)προσοχήΕπηρεασμός του προσδιορισμού
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
- Αναφυλακτική καταπληξία
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Κεφαλαλγία
- Εμβοές
- Ταχυκαρδία
- Υπόταση
- Αιμορραγία
- Δύσπνοια
- Βρογχόσπασμος
- Στοματίτιδα
- Κοιλιακό άλγος
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Δυσπεψία
- Κνίδωση
- Αγγειοοίδημα
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Οίδημα προσώπου
- Πυρετός
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑντιδράσεις υπερευαισθησίαςΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠυρετόςΓενικές
-
Όχι συχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΑιμορραγίαΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτική καταπληξίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΟίδημα προσώπουΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις στη γονιμότητα σε μελέτες σε πειραματόζωα.
-
ΚύησηΜε προσοχήΔεν υπάρχουν διαθέσιμα επαρκή κλινικά δεδομένα από εγκύους που έχουν εκτεθεί στην ακετυλοκυστεΐνη. Οι μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί σε πειραματόζωα δε δείχνουν άμεσες ή έμμεσες βλαβερές επιδράσεις στην εγκυμοσύνη, την εμβρυονική/εμβρυϊκή ανάπτυξη, τον τοκετό ή τη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, η ακετυλοκυστεΐνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται μετά από αυστηρή εκτίμηση του λόγου οφέλους-κινδύνου.
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΔεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με την απέκκριση στο μητρικό γάλα. Κατά τη διάρκεια του θηλασμού η ακετυλοκυστεΐνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο μετά από αυστηρή εκτίμηση του λόγου οφέλους-κινδύνου.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- ναυτία
- έμετο
- διάρροια
- υπερεκκρίσεις (σε βρέφη)
- εξάνθημα με ή χωρίς πυρετό
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Σκευάσματα για τον βήχα και το κρύωμα Βλεννολυτικά Κωδικός ATC: R05CB01
Για την περιεκτικότητα των 600 mg επιπλέον: Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Διάφορα άλλα φάρμακα - Αντίδοτα Κωδικός ATC: V03AB23
Μηχανισμός δράσης
Το δραστικό συστατικό του φαρμάκου είναι η ακετυλοκυστεΐνη, που παράγεται με ακετυλίωση της κυστεΐνης, ενός φυσικού αμινοξέος. Η ακετυλοκυστεΐνη χρησιμοποιείται σαν βλεννολυτικός παράγων τόσο στην πυώδη όσο και στην μη πυώδη βλέννα, μειώνοντας το ιξώδες της χωρίς να αλλοιώνει το βλεννογόνο.
Το ιξώδες του πνευμονικού εκκρίματος εξαρτάται από τη συγκέντρωση των βλεννοπρωτεϊνών και σε μικρότερη έκταση από το DNA. Η βλεννολυτική δράση της ακετυλοκυστεΐνης οφείλεται στη σουλφυδρυλική ομάδα (-SH), η οποία βοηθάει στη διάσπαση των δισουλφιδικών δεσμών που συνδέουν μεταξύ τους τις αλύσους των βλεννοπολυσακχαριτών και προκαλεί αποπολυμερισμό των αλύσων του DNA της πυώδους βλέννας, μειώνοντας το ιξώδες της. Η βλεννολυτική δράση της ακετυλοκυστεΐνης δεν αλλάζει με την παρουσία DNA και αυξάνει με την αύξηση του pH, σημαντική δε είναι σε pH 7 έως 9.
Η ακετυλοκυστεΐνη in vivo υπόκειται σε αποακετυλίωση δίνοντας κυστεΐνη, ή οξείδωση δίνοντας διακετυλοκυστεΐνη.
Η ακετυλοκυστεΐνη χορηγούμενη μαζί με αντιβιοτικά συμβάλλει στη μείωση των υποτροπών που οφείλονται στη στάση των βρογχικών εκκρίσεων και στην ανεπάρκεια των αεροφόρων οδών. Με την ακετυλοκυστεΐνη ευνοείται επίσης η απόχρεμψη, διότι αυξάνεται η δραστηριότητα του κροσσωτού επιθηλίου και ελαττώνεται ο βήχας. Η ακετυλοκυστεΐνη βοηθάει στην αποβολή των παχύρρευστων εκκριμάτων, ιδιαίτερα των βρογχοπνευμονικών και έτσι μειώνει τον κίνδυνο επιπλοκών από την κατακράτηση της βλέννας. Η βλεννολυτική δράση της είναι παρόμοια στην πυώδη και στη μη πυώδη βλέννα.
Σε ασθενείς με χρόνια βρογχίτιδα/βλεννογλοιοείδωση, έχει αναφερθεί προστατευτική επίδραση στη συχνότητα και τη σοβαρότητα παροξύνσεων προκαλούμενων από βακτήρια, όταν η ακετυλοκυστεΐνη χορηγείται προφυλακτικά.
Ένας εναλλακτικός μηχανισμός της ακετυλοκυστεΐνης υποτίθεται ότι βασίζεται στην ικανότητα της αντιδρώσας SH ομάδας να δεσμεύει χημικές ρίζες και με αυτό τον τρόπο να αποτοξινώνει τον οργανισμό από αυτές. Επιπλέον, η ακετυλοκυστεΐνη συμβάλλει στην αύξηση της σύνθεσης της γλουταθειόνης που είναι σημαντική για την αποτοξίνωση από δηλητηριώδεις ουσίες, καθώς χρησιμεύει ως υπόστρωμα για τη σύνθεσή της στο σώμα. Αυτό εξηγεί τη δράση της ως αντιδότου στη δηλητηρίαση από παρακεταμόλη.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Απορρόφηση
Μετά τη χορήγησή της από το στόμα, η ακετυλοκυστεΐνη απορροφάται ταχέως από το γαστρεντερικό σωλήνα και σχεδόν ολοκληρωτικά και υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό. Μεταβολίζεται στο ήπαρ σε κυστεΐνη, τον φαρμακολογικά ενεργό μεταβολίτη της, καθώς και σε διακετυλοκυστίνη, κυστίνη και άλλα μεικτά δισουλφίδια.
Κατανομή
Μετά τη χορήγησή της από το στόμα, η ακετυλοκυστεΐνη απορροφάται ταχέως και κατανέμεται σε ολόκληρο τον οργανισμό, με τις υψηλότερες συγκεντρώσεις να επιτυγχάνονται στο ήπαρ, στους νεφρούς και στους πνεύμονες.
Λόγω του έντονου φαινομένου πρώτης διόδου, η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα είναι πολύ χαμηλή (περίπου 10%).
Στον άνθρωπο, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται μετά από 1-3 ώρες, ενώ η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα του κύριου μεταβολίτη, της κυστεΐνης, ανέρχεται περίπου σε 2 μmol/l. Προσδιορίστηκε ότι η πρόσδεση της ακετυλοκυστεΐνης στις πρωτεΐνες είναι περίπου 50%.
Βιομετασχηματισμός
Η ακετυλοκυστεΐνη μπορεί να εμφανίζεται στο πλάσμα ή με τη μορφή της μητρικής ουσίας ή τη μορφή διαφόρων μεταβολιτών της, όπως διακετυλοκυστεΐνη και κυστεΐνη, είτε ελεύθερη, είτε συνδεδεμένη με τις πρωτεΐνες του πλάσματος με ασταθείς δισουλφιδικούς δεσμούς είτε σαν κλάσμα ενσωματωμένο με τις αλύσους των πρωτεϊνικών πεπτιδίων. Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα είναι χαμηλή και οι μέσες τιμές κυμάνθηκαν από 4 μέχρι 10% εξαρτώμενες από το αν μετρήθηκε η ολική ακετυλοκυστεΐνη ή μόνο οι αναχθείσες μορφές αυτής. Η χαμηλή από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα οφείλεται στο μεταβολισμό στα τοιχώματα του εντέρου και στο μεταβολισμό πρώτης διόδου στο ήπαρ.
Η ακετυλοκυστεΐνη απεκκρίνεται σχεδόν αποκλειστικά υπό μορφή ανενεργών μεταβολιτών (ανόργανων θειικών αλάτων, διακετυλοκυστεΐνης) μέσω των νεφρών. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της ακετυλοκυστεΐνης στο πλάσμα είναι περίπου 1 ώρα και προσδιορίζεται κυρίως από τον γρήγορο ηπατικό βιομετασχηματισμό της. Γι’ αυτό και η μειωμένη ηπατική λειτουργία οδηγεί σε παράταση του χρόνου ημίσειας ζωής στο πλάσμα που φτάνει έως και τις 8 ώρες.
Αποβολή
Φαρμακοκινητικές μελέτες με ενδοφλέβια χορήγηση ακετυλοκυστεΐνης αποκάλυψαν ότι ο όγκος κατανομής είναι 0,47 L/kg (συνολικός) ή 0,59 L/kg (ανηγμένος). Η κάθαρση από το πλάσμα προσδιορίστηκε ότι είναι 0,11 L/h/kg (συνολική) και 0,84 L/h/kg (ανηγμένη), αντίστοιχα. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι 30-40 λεπτά ενώ η απέκκριση ακολουθεί κινητική τριών φάσεων (άλφα, βήτα και τερματική φάση γάμμα).
Η ακετυλοκυστεΐνη διαπερνά τον πλακούντα και ανιχνεύεται στο αίμα του ομφάλιου λώρου. Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με την απέκκρισή της στο μητρικό γάλα.
Δεν υπάρχει διαθέσιμη γνώση σχετικά με τη συμπεριφορά της ακετυλοκυστεΐνης στον αιματοεγκεφαλικό φραγμό στους ανθρώπους.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Σκευάσματα για τον βήχα και το κρύωμα Βλεννολυτικά Κωδικός ATC: R05CB01 Για την περιεκτικότητα των 600 mg επιπλέον: Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Διάφορα άλλα φάρμακα - Αντίδοτα Κωδικός ATC: V03AB23 ### Μηχανισμός…
Απορρόφηση Μετά τη χορήγησή της από το στόμα, η ακετυλοκυστεΐνη απορροφάται ταχέως από το γαστρεντερικό σωλήνα και σχεδόν ολοκληρωτικά και υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό. Μεταβολίζεται στο ήπαρ σε κυστεΐνη, τον φαρμακολογικά ενεργό μεταβολίτη της,…
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ακετυλκυστεΐνη ενδείκνυται για τη βλεννολυτική θεραπεία και στη διαχείριση της υπερδοσολογίας ακεταμινοφαίνης. Έχει βραχεία διάρκεια δράσης, καθώς χορηγείται κάθε 1-8 ώρες ανάλογα με τη διαδρομή χορήγησης, και έχει ευρύ θεραπευτικό παράθυρο. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με την αραίωση των από του στόματος διαλυμάτων σε κόλα για την κάλυψη της γεύσης, τον κίνδυνο υπερευαισθησίας και τον κίνδυνο αιμορραγίας από το ανώτερο γαστρεντερικό σύστημα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Έχουν προταθεί διάφοροι πιθανοί μηχανισμοί για τη βλεννολυτική δράση της ακετυλκυστεΐνης. Οι σουλφυδρυλικές ομάδες της ακετυλκυστεΐνης μπορεί να υδρολύσουν τους δεσμούς δισουλφιδίου εντός της μուκίνης, διασπώντας τους ολιγομερείς και καθιστώντας τη μυκίνη λιγότερο παχύρρευστη. Η ακετυλκυστεΐνη έχει επίσης αποδειχθεί ότι μειώνει την έκκριση μυκίνης σε ζωικά μοντέλα. Λειτουργεί ως αντιοξειδωτικό από μόνη της, αλλά επίσης αποακετυλιώνεται σε κυστεΐνη, η οποία συμμετέχει στη σύνθεση της αντιοξειδωτικής γλουταθειόνης. Η αντιοξειδωτική δράση μπορεί επίσης να τροποποιήσει τις ενδοκυτταρικές οξειδοαναγωγικές αντιδράσεις, μειώνοντας τη φωσφορυλίωση του EGFR και του MAPK, οι οποίες μειώνουν τη μεταγραφή του γονιδίου MUC5AC που παράγει μυκίνη. Στην περίπτωση υπερδοσολογίας ακεταμινοφαίνης, ένα μέρος του φαρμάκου μεταβολίζεται από το CYP2E1 για να σχηματίσει τον δυνητικά τοξικό μεταβολίτη N-ακετυλ-p-βενζοκινονιμίνη (NAPQI). Η ποσότητα NAPQI που παράγεται σε υπερδοσολογία κορεάζει και εξαντλεί τα αποθέματα γλουταθειόνης. Το ελεύθερο NAPQI συνδέεται ανεπιτρέπτως με πρωτεΐνες στα ηπατοκύτταρα, οδηγώντας σε κυτταρική νέκρωση. Η ακετυλκυστεΐνη μπορεί να συζευχθεί άμεσα με το NAPQI ή να παρέχει κυστεΐνη για την παραγωγή γλουταθειόνης και τη σύζευξη του NAPQI.
Η ακετυλκυστεΐνη ασκεί τη βλεννολυτική της δράση μέσω της ελεύθερης σουλφυδρυλικής της ομάδας, η οποία ανοίγει τους δεσμούς δισουλφιδίου και μειώνει το ιξώδες της βλέννας. Αυτή η δράση αυξάνεται με την αύξηση του pH και είναι πιο σημαντική σε pH 7 έως 9. Η βλεννολυτική δράση της ακετυλκυστεΐνης δεν επηρεάζεται από την παρουσία DNA.
Η ακετυλκυστεΐνη μπορεί να προστατεύει από την ηπατοτοξικότητα που προκαλείται από υπερδοσολογία ακεταμινοφαίνης, διατηρώντας ή αποκαθιστώντας τις ηπατικές συγκεντρώσεις γλουταθειόνης. Η γλουταθειόνη απαιτείται για την αδρανοποίηση ενός ενδιάμεσου μεταβολίτη της ακεταμινοφαίνης που θεωρείται ηπατοτοξικός. Στην υπερδοσολογία ακεταμινοφαίνης, σχηματίζονται υπερβολικές ποσότητες αυτού του μεταβολίτη επειδή οι κύριες μεταβολικές οδοί (σύζευξη γλυκουρονιδίου και θειικού άλατος) κορεάζονται. Η ακετυλκυστεΐνη μπορεί να δράσει μειώνοντας τον μεταβολίτη στην μητρική ένωση ή/και παρέχοντας σουλφυδρύλιο για τη σύζευξη του μεταβολίτη. Πειραματικά στοιχεία υποδηλώνουν επίσης ότι μια ένωση που περιέχει σουλφυδρύλιο, όπως η ακετυλκυστεΐνη, μπορεί να αδρανοποιήσει άμεσα τον μεταβολίτη.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μια δόση 11 g με τη μορφή αναβράζοντος δισκίου για διάλυμα φτάνει σε μέση Cmax 26,5 μg/mL, με Tmax 2 ώρες και AUC 186 μg*h/mL.
Μια από του στόματος δόση ραδιοσημασμένης ακετυλκυστεΐνης ανακτάται κατά 13-38% στα ούρα εντός των πρώτων 24 ωρών, ενώ το 3% ανακτάται στα κόπρανα.
Ο όγκος κατανομής της ακετυλκυστεΐνης είναι 0,47 L/kg.
Η ακετυλκυστεΐνη έχει μέση κάθαρση 0,11 L/hr/kg.
Μετά από από του στόματος χορήγηση (π.χ., όταν χρησιμοποιείται ως αντίδοτο για υπερδοσολογία ακεταμινοφαίνης), η ακετυλκυστεΐνη απορροφάται από το γαστρεντερικό σωλήνα.
Η από του στόματος ακετυλκυστεΐνη απορροφάται ταχέως, αλλά η βιοδιαθεσιμότητα είναι χαμηλή (10-30%) λόγω σημαντικού μεταβολισμού πρώτης διόδου. Η άθικτη ακετυλκυστεΐνη έχει σχετικά μικρό όγκο κατανομής (0,5 L/kg). Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση αρχικής δόσης εφόδου 150 mg/kg εντός 15 λεπτών είναι περίπου 500 mg/L. Μια σταθερή συγκέντρωση στο πλάσμα 35 mg/L (10-90 mg/L) επιτεύχθηκε σε περίπου 12 ώρες μετά τη δόση εφόδου με συνεχή έγχυση 50 mg/kg για 4 ώρες και 100 mg/kg για τις επόμενες 16 ώρες.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σ δέσμευση σε Πρωτεΐνες
Η ακετυλκυστεΐνη είναι 66-97% δεσμευμένη σε πρωτεΐνες στον ορό, συνήθως στην αλβουμίνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η ακετυλκυστεΐνη μπορεί να αποακετυλιωθεί από την αμινοακυλάση 1 ή άλλες μη καθορισμένες αποακετυλάσες πριν υποβληθεί στον φυσιολογικό μεταβολισμό της κυστεΐνης.
Μετά από εισπνοή ή ενδοτραχειακή χορήγηση, το μεγαλύτερο μέρος του χορηγούμενου φαρμάκου φαίνεται να συμμετέχει στην αντίδραση σουλφυδρυλίου-δισουλφιδίου· το υπόλοιπο απορροφάται από το πνευμονικό επιθήλιο, αποακετυλιώνεται από το ήπαρ σε κυστεΐνη και στη συνέχεια μεταβολίζεται.
Η ακετυλκυστεΐνη υφίσταται ταχεία αποακετυλίωση in vivo για να αποδώσει κυστεΐνη ή οξείδωση για να αποδώσει διακετυλκυστίνη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Ο μέσος τερματικός χρόνος ημιζωής της ακετυλκυστεΐνης σε ενήλικες είναι 5,6 ώρες και σε νεογνά πρόωρα είναι 11 ώρες.
Μετά από IV χορήγηση ακετυλκυστεΐνης, έχουν αναφερθεί μέσοι χρόνοι ημιζωής αποβολής 5,6 και 11 ώρες σε ενήλικες και νεογνά, αντίστοιχα. Ο μέσος χρόνος ημιζωής αποβολής αυξήθηκε κατά 80% σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική βλάβη (δηλ., αλκοολική κίρρωση (βαθμολογία Child-Pugh 7-13) ή πρωτοπαθής ή/και δευτεροπαθής χολική κίρρωση (βαθμολογία Child-Pugh 5-11)).
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται στην πρόληψη ή θεραπεία VIRAL ΝΟΣΩΝ. Ορισμένοι από τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να δράσουν περιλαμβάνουν την πρόληψη της ιικής αναπαραγωγής αναστέλλοντας την ιική DNA πολυμεράση· τη σύνδεση με ειδικούς υποδοχείς κυτταρικής επιφάνειας και την αναστολή της διείσδυσης ή απογύμνωσης του ιού· την αναστολή της σύνθεσης ιικών πρωτεϊνών· ή το μπλοκάρισμα των τελικών σταδίων της συναρμολόγησης του ιού.
Παράγοντες που αυξάνουν την έκκριση βλέννας. Βλεννολυτικοί παράγοντες, δηλαδή φάρμακα που ρευστοποιούν τις εκκρίσεις βλέννας, περιλαμβάνονται επίσης εδώ.
Ουσίες που εξαλείφουν τις ελεύθερες ρίζες. Μεταξύ άλλων επιδράσεων, προστατεύουν τα ΠΑΝΚΡΕΑΤΙΚΑ ΝΗΣΙΔΙΑ από βλάβη από ΚΥΤΟΚΙΝΕΣ και προλαμβάνουν τον καρδιακό και πνευμονικό ΕΠΑΝΑΣΦΥΣΙΣΜΟ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογίας
WYQ7N0BPYC
ACETYLCYSTEINE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντίδοτο
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντίδοτο για Υπερδοσολογία Ακεταμινοφαίνης
Φυσιολογικές Επιδράσεις [PE] - Μείωση του Ιξώδους των Αναπνευστικών Εκκρίσεων
Φυσιολογικές Επιδράσεις [PE] - Αύξηση της Συγκέντρωσης Γλουταθειόνης
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Βλεννολυτικό
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Δράση Μείωσης
Η ακετυλκυστεΐνη είναι Αντίδοτο, και Αντίδοτο για Υπερδοσολογία Ακεταμινοφαίνης, και Βλεννολυτικό. Ο μηχανισμός δράσης της ακετυλκυστεΐνης είναι ως Δράση Μείωσης. Η φυσιολογική επίδραση της ακετυλκυστεΐνης είναι μέσω της Μείωσης του Ιξώδους των Αναπνευστικών Εκκρίσεων και της Αύξησης της Συγκέντρωσης Γλουταθειόνης.
ACETYLCYSTEINE
Αντίδοτο [EPC]; Βλεννολυτικό [EPC]; Μείωση του Ιξώδους των Αναπνευστικών Εκκρίσεων [PE]; Δράση Μείωσης [MoA]; Αύξηση της Συγκέντρωσης Γλουταθειόνης [PE]; Αντίδοτο για Υπερδοσολογία Ακεταμινοφαίνης [EPC]
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται στην πρόληψη ή θεραπεία VIRAL ΝΟΣΩΝ. Ορισμένοι από τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να δράσουν περιλαμβάνουν την πρόληψη της ιικής αναπαραγωγής αναστέλλοντας την ιική DNA πολυμεράση· τη σύνδεση με ειδικούς υποδοχείς κυτταρικής επιφάνειας και την αναστολή της διείσδυσης ή απογύμνωσης του ιού· την αναστολή της σύνθεσης ιικών πρωτεϊνών· ή το μπλοκάρισμα των τελικών σταδίων της συναρμολόγησης του ιού.
Παράγοντες που αυξάνουν την έκκριση βλέννας. Βλεννολυτικοί παράγοντες, δηλαδή φάρμακα που ρευστοποιούν τις εκκρίσεις βλέννας, περιλαμβάνονται επίσης εδώ.
Ουσίες που εξαλείφουν τις ελεύθερες ρίζες. Μεταξύ άλλων επιδράσεων, προστατεύουν τα ΠΑΝΚΡΕΑΤΙΚΑ ΝΗΣΙΔΙΑ από βλάβη από ΚΥΤΟΚΙΝΕΣ και προλαμβάνουν τον καρδιακό και πνευμονικό ΕΠΑΝΑΣΦΥΣΙΣΜΟ.