CARBAMAZEPINE
Καρβαμαζεπίνη
Για την προφύλαξη - πρόληψη των επεισοδίων- υποτροπών των συναισθηματικών διαταραχών και κυρίως της διπολικής διαταραχής (μανιακών-καταθλιπτικών επεισοδίων) και της μονοπολικής κατάθλιψης καθώς και για τη θεραπεία της οξείας μανίας χρησιμοποιούνται τα άλατα λιθίου και τα …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-TEGRETOL
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Χορήγηση: κατά τη διάρκεια, μετά ή μεταξύ των γευμάτων
- Δόση έναρξης: 100 - 200 mg (Ενήλικες, Επιληψία)
- Τιτλοποίηση: Αύξηση της δοσολογίας αργά (200 mg κάθε 4 - 7 ημέρες) μέχρι - γενικά στα 400 mg, 2 - 3 φορές την ημέρα - να επιτευχθεί το βέλτιστο αποτέλεσμα.
-
Επιληψία (Ενήλικες)ΔόσηΑρχικά 100 - 200 mg, μία φορά ή δύο φορές την ημέρα. Αύξηση της δοσολογίας αργά (200 mg κάθε 4 - 7 ημέρες) μέχρι - γενικά στα 400 mg, 2 - 3 φορές την ημέρα - να επιτευχθεί το βέλτιστο αποτέλεσμα.Μέγ. δόση1600 mg/ημέρα
-
Νευραλγία του τριδύμου (Ενήλικες)ΔόσηΗ αρχική δόση των 200 έως 400 mg, πρέπει να αυξάνεται αργά ανά μία ημέρα μέχρι να επιτευχθεί απαλλαγή από τον πόνο (συνήθως με 200 mg, 3 έως 4 φορές την ημέρα). Στη συνέχεια η δοσολογία πρέπει σταδιακά να μειωθεί στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο συντήρησης.Μέγ. δόση1200 mg/ημέρα
-
Πρόληψη υποτροπής διπολικής διαταραχής (Ενήλικες)ΔόσηΗ συνηθισμένη δοσολογία είναι 400 - 600 mg την ημέρα, χορηγούμενα σε 2 - 3 διαιρεμένες δόσεις.
-
Επιληψία (Παιδιά ≤ 4 ετών)ΔόσηΑρχική δόση 20 έως 60 mg/ημέρα, που αυξάνεται κατά 20 έως 60 mg κάθε δεύτερη ημέρα.
-
Επιληψία (Παιδιά > 4 ετών)ΔόσηΗ θεραπεία μπορεί να αρχίσει με 100 mg/ημέρα, που αυξάνεται κατά 100 mg με εβδομαδιαία μεσοδιαστήματα.
-
Επιληψία (Παιδιά, Δόση συντήρησης)Δόση10 - 20 mg/kg σωματικού βάρους την ημέρα, σε διαιρεμένες δόσεις- Mέχρι ηλικία 1 έτους: 100 - 200 mg την ημέρα - Ηλικία 1 - 5 ετών: 200 - 400 mg την ημέρα - Ηλικία 6 - 10 ετών: 400 - 600 mg την ημέρα - Ηλικία 11 - 15 ετών: 600 - 1000 mg την ημέρα - Ηλικία ˃ 15 ετών: 800 - 1200 mg την ημέρα
-
Επιληψία (Παιδιά, Μέγιστη δόση)Μέγ. δόσηΜέχρι την ηλικία των 6 ετών: 35 mg/kg/ημέρα; Ηλικία 6-15 ετών: 1000 mg/ημέρα; ˃ 15 ετών: 1200 mg/ημέρα.
-
Νευραλγία του τριδύμου (Ηλικιωμένοι)ΔόσηΑρχική δόση 100 mg δύο φορές την ημέρα. Η αρχική δόση των 100 mg, δύο φορές την ημέρα, θα πρέπει να αυξάνεται αργά ανά μία ημέρα μέχρι να επιτευχθεί ανακούφιση από τον πόνο (συνήθως με 200 mg, 3 - 4 φορές την ημέρα). Στη συνέχεια, η δοσολογία θα πρέπει να μειώνεται σταδιακά στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο συντήρησης.Μέγ. δόση1200 mg/ημέρα
block
SPC-TEGRETOL
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Γνωστή υπερευαισθησία στην καρβαμαζεπίνη ή στα συγγενή ως προς τη δομή φάρμακα (π.χ. τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά) ή σε άλλα συστατικά του φαρμάκου.
-
Ασθενείς με κολποκοιλιακό αποκλεισμό.
-
Ασθενείς με ιστορικό καταστολής του μυελού των οστών.
-
Ασθενείς με ιστορικό ηπατικής πορφυρίας (π.χ. οξεία διαλείπουσα πορφυρία, επαλλάσσουσα πορφυρία, βραδεία δερματική πορφυρία).
-
Χρήση σε συνδυασμό με αναστολείς της μονοαμινο-οξειδάσης (ΜΑΟ).
warning
SPC-TEGRETOL
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Γενικές προφυλάξειςΤο Τegretol πρέπει να χορηγείται μόνο υπό ιατρική παρακολούθηση. Το Τegretol πρέπει να χορηγείται μόνο μετά από σοβαρή εκτίμηση της αναλογίας οφέλους-κινδύνου και υπό στενό έλεγχο σε ασθενείς με ιστορικό καρδιακής, ηπατικής ή νεφρικής βλάβης, ανεπιθύμητων αιματολογικών αντιδράσεων σε άλλα φάρμακα ή διακεκομμένης θεραπείας με Tegretol.
-
Αιματολογικές επιδράσειςΠρέπει να γίνεται πλήρης αιματολογικός έλεγχος πριν από την έναρξη της θεραπείας, που να περιλαμβάνει αιμοπετάλια (και πιθανόν δικτυοερυθροκύτταρα και σίδηρο ορού) ως εργαστηριακές εξετάσεις αναφοράς και να επαναλαμβάνεται περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Εάν παρατηρηθούν οριστικά χαμηλές ή μειωμένες τιμές των λευκών αιμοσφαιρίων ή των αιμοπεταλίων, ο ασθενής και η πλήρης αιματολογική εικόνα του πρέπει να τεθούν υπό στενή παρακολούθηση. Εάν εμφανισθεί οποιαδήποτε ένδειξη σημαντικής καταστολής του μυελού των οστών, το Τegretol πρέπει να διακοπεί. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τα πρώιμα τοξικά σημεία και συμπτώματα ενός πιθανού αιματολογικού προβλήματος, καθώς επίσης για τα συμπτώματα δερματολογικών ή ηπατικών αντιδράσεων. Εάν εμφανισθούν αντιδράσεις, όπως πυρετός, κυνάγχη, εξάνθημα, έλκη στο στόμα, εύκολη πρόκληση μωλώπων, πετέχειες ή πορφυρικές αιμορραγίες, πρέπει να συστηθεί στον ασθενή να συμβουλευθεί αμέσως τον γιατρό του.
-
Σοβαρές Δερματολογικές αντιδράσειςΕάν εμφανισθούν σημεία και συμπτώματα ενδεικτικά σοβαρών δερματικών αντιδράσεων (π.χ. σύνδρομο Stevens-Johnson, σύνδρομο Lyell (TEN / SJS), το Tegretol πρέπει να διακοπεί αμέσως και να εξετάζεται η περίπτωση εναλλακτικής θεραπείας.
-
Συσχέτιση με το HLA-A*3101Ο έλεγχος για την παρουσία του αλληλόμορφου HLA-A*3101 θα πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς με καταγωγή από πληθυσμούς υψηλού γενετικού κινδύνου [...] πριν από την έναρξη της θεραπείας με Tegretol. Η χρήση του Tegretol θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που είναι θετικοί για HLA-A*3101, εκτός εάν τα οφέλη υπερτερούν σαφώς των κινδύνων. Δεν συνιστάται γενικά έλεγχος για οποιονδήποτε ασθενή χρησιμοποιεί ήδη Tegretol, καθώς ο κίνδυνος εμφάνισης SJS / ΤΕΝ, AGEP, DRESS και κηλιδοβλατιδώδους εξανθήματος περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό στους πρώτους μήνες της θεραπείας, ανεξάρτητα από την παρουσία του HLA-A*3101.
-
Συσχέτιση με το HLA-Β*1502Ο έλεγχος για την παρουσία του αλληλόμορφου HLA- B*1502 θα πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς με καταγωγή από πληθυσμούς υψηλού γενετικού κινδύνου, πριν από την έναρξη της θεραπείας με Tegretol. Η χρήση του Tegretol θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που εξετάσθηκαν και είναι θετικοί για HLA-B*1502, εκτός εάν τα οφέλη υπερτερούν σαφώς των κινδύνων. [...] Ο έλεγχος δε συνιστάται γενικά σε ασθενείς πληθυσμών στους οποίους η επίπτωση του HLA-B*1502 είναι χαμηλή. Ο έλεγχος γενικά δεν συνιστάται για οποιονδήποτε ασθενή που ήδη χρησιμοποιεί Tegretol καθώς ο κίνδυνος για TEN/SJS περιορίζεται κυρίως στους αρχικούς μήνες της θεραπείας, ανεξάρτητα από την παρουσία του HLA-B*1502.
-
Περιορισμός γενετικού ελέγχουΤα αποτελέσματα του γενετικού ελέγχου δεν πρέπει ποτέ να υποκαταστήσουν την πρέπουσα κλινική παρακολούθηση και χειρισμό του ασθενούς.
-
Άλλες δερματολογικές αντιδράσειςΟ ασθενής πρέπει να τίθεται υπό στενή επιτήρηση με στόχο την άμεση διακοπή του φαρμάκου αν η αντίδραση επιδεινωθεί με τη συνέχιση της χρήσης.
-
ΥπερευαισθησίαΑν παρουσιαστούν σημεία και συμπτώματα που υποδηλώνουν υπερευαισθησία, το Τegretol πρέπει να διακόπτεται αμέσως.
-
ΚρίσειςΤο Tegretol πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μικτές κρίσεις, που περιλαμβάνουν αφαιρέσεις, είτε τυπικές, είτε άτυπες. Σε όλες αυτές τις καταστάσεις το Tegretol μπορεί να επιδεινώσει τις κρίσεις. Σε περίπτωση παροξυσμού των κρίσεων το Tegretol πρέπει να διακόπτεται.
-
Ηπατική λειτουργίαΤο φάρμακο θα πρέπει να διακοπεί αμέσως σε περίπτωση επιδεινούμενης ηπατικής δυσλειτουργίας ή ενεργού ηπατικής νόσου.
-
ΥπονατριαιμίαΕάν παρατηρηθεί υπονατριαιμία, ο περιορισμός του νερού είναι ένα σημαντικό μέτρο αντιμετώπισης, εάν ενδείκνυται κλινικά.
-
Αντιχολινεργική δράσηΑσθενείς με αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση και κατακράτηση ούρων θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Ψυχιατρικές επιδράσειςΗ πιθανότητα ενεργοποίησης μίας λανθάνουσας ψύχωσης και σε ηλικιωμένους ασθενείς σύγχυσης ή εκνευρισμού πρέπει να ληφθεί υπόψη.
-
Αυτοκτονικός ιδεασμός και συμπεριφοράΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για συμπτώματα αυτοκτονικού ιδεασμού και συμπεριφοράς και να εξετάζεται το ενδεχόμενο κατάλληλης θεραπείας. Συνιστάται στους ασθενείς (και σε αυτούς που τους φροντίζουν) να αναζητούν ιατρική συμβουλή σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων αυτοκτονικού ιδεασμού ή συμπεριφοράς.
-
Ενδοκρινολογικές επιδράσειςΓυναίκες στην αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να συμβουλεύονται το γιατρό τους για να χρησιμοποιούν άλλους τρόπους αντισύλληψης όσο λαμβάνουν το Tegretol.
-
Παρακολούθηση των επιπέδων στο πλάσμαΟ έλεγχος των επιπέδων στο πλάσμα μπορεί να είναι χρήσιμος στις ακόλουθες καταστάσεις: δραματική αύξηση στη συχνότητα των κρίσεων/επιβεβαίωση της συμμόρφωσης του ασθενή, κατά τη διάρκεια της κύησης, όταν γίνεται θεραπεία σε παιδιά ή εφήβους, σε υποψία διαταραχών απορρόφησης και σε υποψία τοξικότητας, όταν χρησιμοποιούνται περισσότερα από ένα φάρμακα.
-
Μείωση της δόσης και αποτελέσματα διακοπής του φαρμάκουΗ απότομη διακοπή του Tegretol μπορεί να προκαλέσει έκλυση σπασμών και για το λόγο αυτό η καρβαμαζεπίνη θα πρέπει να διακόπτεται σταδιακά σε μια περίοδο 6 μηνών. Εάν πρέπει να σταματήσει απότομα η θεραπεία με Τegretol σε ασθενείς με επιληψία, η μετάβαση στο νέο αντιεπιληπτικό φάρμακο πρέπει να γίνει με κάλυψη ενός κατάλληλου φαρμάκου.
-
ΑλληλεπιδράσειςΗ δοσολογία του Tegretol θα πρέπει να προσαρμόζεται αντίστοιχα ή/και να παρακολουθούνται τα επίπεδα του πλάσματος. Η δοσολογία του Tegretol θα πρέπει να προσαρμόζεται. Συνιστώνται εναλλακτικές μη ορμονικές μορφές αντισύλληψης όταν χρησιμοποιείται το Tegretol.
-
Ειδικά έκδοχαΤο σιρόπι Tegretol περιέχει παραϋδρόξυβενζοικά τα οποία μπορεί να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις (πιθανώς καθυστερημένες). Περιέχει επίσης σορβιτόλη και για το λόγο αυτό δεν θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη.
swap_horiz
SPC-TEGRETOL
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αναστολείς της μονοάμινο-οξειδάσης (ΜΑΟΙs)αντένδειξηΗ χρήση του Tegretol αντενδείκνυται.
-
παρακολούθησηΜπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα.
-
παρακολούθησηΜπορεί να αυξήσει τα επίπεδα καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα.
-
παρακολούθησηΜπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα.
-
παρακολούθησηΜπορεί να αυξήσει τα επίπεδα καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα.
-
παρακολούθησηΠιθανώς αυξάνουν τα επίπεδα καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα.
-
Στιριπεντόλη, βιγκαμπατρίνηπαρακολούθησηΜπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα.
-
παρακολούθησηΜπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα.
-
Λοραταδίνη, τερφεναδίνηπαρακολούθησηΜπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα.
-
παρακολούθησηΜπορεί να αυξήσει τα επίπεδα καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα.
-
παρακολούθησηΜπορεί να αυξήσει τα επίπεδα καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα.
-
Αναστολείς της πρωτεάσης για θεραπεία HIV (π.χ. ριτοναβίρη)παρακολούθησηΜπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα.
-
παρακολούθησηΜπορεί να αυξήσει τα επίπεδα καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα.
-
παρακολούθησηΜπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα.
-
παρακολούθησηΠιθανώς αυξάνουν τα επίπεδα καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα.
-
Οξυβουτινίνη, δαντρολένηπαρακολούθησηΜπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα.
-
παρακολούθησηΜπορεί να αυξήσει τα επίπεδα καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα.
-
Χυμός γκρεϊπφρουτπαρακολούθησηΜπορεί να αυξήσει τα επίπεδα καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα.
-
Νικοτιναμίδιο (μόνο σε υψηλή δοσολογία)παρακολούθησηΜπορεί να αυξήσει τα επίπεδα καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα.
-
παρακολούθησηΜπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα του 10,11-εποξειδίου της καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα.
-
παρακολούθησηΜπορεί να μειώσουν τα επίπεδα καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα.
-
παρακολούθησηΜπορεί να μειώσει τα επίπεδα καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα. Συνιστάται ρύθμιση της φαινυτοΐνης στο πλάσμα σε 13 μg/ml πριν την προσθήκη καρβαμαζεπίνης.
-
παρακολούθησηΠιθανώς μειώνει τα επίπεδα καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα.
-
Σισπλατίνη ή δοξορουμπικίνηπαρακολούθησηΜπορεί να μειώσουν τα επίπεδα καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα.
-
παρακολούθησηΜπορεί να μειώσει τα επίπεδα καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα.
-
παρακολούθησηΜπορεί να μειώσουν τα επίπεδα καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα.
-
παρακολούθησηΜπορεί να μειώσει τα επίπεδα καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα.
-
Hypericum perforatum (st John’s wort)παρακολούθησηΜπορεί να μειώσει τα επίπεδα καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα.
-
παρακολούθησηΗ καρβαμαζεπίνη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα ή τη δράση τους.
-
παρακολούθησηΗ καρβαμαζεπίνη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα ή τη δράση της. Μακροχρόνια χρήση καρβαμαζεπίνης και παρακεταμόλης μπορεί να σχετίζεται με ηπατοτοξικότητα.
-
παρακολούθησηΗ καρβαμαζεπίνη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα ή τη δράση τους.
-
παρακολούθησηΗ καρβαμαζεπίνη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα ή τη δράση τους.
-
παρακολούθησηΗ καρβαμαζεπίνη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα ή τη δράση τους.
-
παρακολούθησηΗ καρβαμαζεπίνη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα ή τη δράση τους.
-
παρακολούθησηΗ καρβαμαζεπίνη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα ή τη δράση του.
-
Κλοβαζάμη, κλοναζεπάμη, αιθοσουξιμίδη, φελμπαμάτη, λαμοτριγίνη, οξκαρβαζεπίνη, πριμιδόνη, τιαγκαμπίνη, τοπιραμάτη, βαλπροικό οξύ, ζονισαμίδηπαρακολούθησηΗ καρβαμαζεπίνη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα ή τη δράση τους.
-
παρακολούθησηΗ καρβαμαζεπίνη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα ή τη δράση της. Υπάρχουν σπάνιες περιπτώσεις αύξησης των επιπέδων της μεφαινυτοΐνης.
-
παρακολούθησηΗ καρβαμαζεπίνη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα ή τη δράση τους.
-
Πραζιγουαντέλη, αλβενδαζόληπαρακολούθησηΗ καρβαμαζεπίνη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα ή τη δράση τους.
-
παρακολούθησηΗ καρβαμαζεπίνη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα ή τη δράση τους.
-
Κλοζαπίνη, αλοπεριδόλη, βρομπεριδόλη, ολανζαπίνη, κουετιαπίνη, ρισπεριδόνη, ζιπρασιδόνη, αριπιπραζόλη, παλιπεριδόνηπαρακολούθησηΗ καρβαμαζεπίνη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα ή τη δράση τους.
-
παρακολούθησηΗ καρβαμαζεπίνη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα ή τη δράση τους.
-
παρακολούθησηΗ καρβαμαζεπίνη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα ή τη δράση τους.
-
παρακολούθησηΗ καρβαμαζεπίνη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα ή τη δράση της.
-
Ορμονικά αντισυλληπτικάπαρακολούθησηΗ καρβαμαζεπίνη μπορεί να μειώσει τη δράση τους. Εξετάστε εναλλακτικές μεθόδους αντισύλληψης.
-
Αναστολείς διαύλων ασβεστίου (διϋδροπυριδινικής ομάδας) π.χ. φελοδιπίνηπαρακολούθησηΗ καρβαμαζεπίνη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα ή τη δράση τους.
-
παρακολούθησηΗ καρβαμαζεπίνη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα ή τη δράση της.
-
παρακολούθησηΗ καρβαμαζεπίνη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα ή τη δράση τους.
-
παρακολούθησηΗ καρβαμαζεπίνη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα ή τη δράση της.
-
Κορτικοστεροειδή (π.χ. πρεδνιζολόνη, δεξαμεθαζόνη)παρακολούθησηΗ καρβαμαζεπίνη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα ή τη δράση τους.
-
ΤadalafilπαρακολούθησηΗ καρβαμαζεπίνη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα ή τη δράση της.
-
παρακολούθησηΗ καρβαμαζεπίνη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα ή τη δράση τους.
-
ΛεβοθυροξίνηπαρακολούθησηΗ καρβαμαζεπίνη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα ή τη δράση της.
-
Προϊόντα που περιέχουν οιστρογόνα και /ή προγεστερόνεςπαρακολούθησηΗ καρβαμαζεπίνη μπορεί να μειώσει τη δράση τους.
-
ΛεβετιρασετάμηπαρακολούθησηΑυξημένη τοξικότητα που προκαλείται από την καρβαμαζεπίνη.
-
παρακολούθησηΑυξημένη ηπατοτοξικότητα που προκαλείται από την ισονιαζίδη.
-
Λίθιο ή μετοκλοπραμίδηπαρακολούθησηΑυξημένες νευρολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες.
-
Νευροληπτικά (αλοπεριδόλη, θειοριδαζίνη)παρακολούθησηΑυξημένες νευρολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες (ακόμη και σε παρουσία "θεραπευτικών επιπέδων στο πλάσμα").
-
Διουρητικά (υδροχλωροθειαζίδη, φουροσεμίδη)παρακολούθησηΣυμπτωματική υπονατριαιμία.
-
Μη αποπολωτικά μυοχαλαρωτικά (π.χ. πανκουρόνιο)παρακολούθησηΗ καρβαμαζεπίνη μπορεί να ανταγωνισθεί τη δράση τους. Μπορεί να χρειασθεί αύξηση της δόσης και στενή παρακολούθηση.
-
ΟινόπνευμαπαρακολούθησηΗ καρβαμαζεπίνη μπορεί να μειώσει την ανοχή στο οινόπνευμα.
sick
SPC-TEGRETOL
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- λευκοπενία
- θρομβοκυτοπενία
- ηωσινοφιλία
- λευκοκυττάρωση
- λεμφαδενοπάθεια
- ακκοκιοκυτταραιμία
- απλαστική αναιμία
- πανκυτταροπενία
- αμιγής απλασία των ερυθροκυττάρων
- αναιμία
- μεγαλοβλαστική αναιμία
- δικτυοερυθροκυττάρωση
- αιμολυτική αναιμία
- καταστολή του μυελού των οστών
- Καθυστερημένη αντίδραση υπερευαισθησίας που αφορά πολλαπλά όργανα με πυρετό, δερματικά εξανθήματα, αγγειίτιδα, λεμφαδενοπάθεια, ψευδολέμφωμα, αρθραλγία, λευκοπενία, ηωσινοφιλία, ηπατο-σπληνομεγαλία, παθολογικές τιμές των δεικτών της ηπατικής λειτουργίας και σύνδρομο εξαφανιζόμενων χοληφόρων οδών
- αναφυλακτική αντίδραση
- αγγειοοίδημα
- υπογαμμασφαιριναιμία
- Φαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)
- Επανενεργοποίηση της λοίμωξης από τον Ανθρώπινο ερπητοϊό 6
- οίδημα
- κατακράτηση υγρών
- αύξηση του βάρους
- υπονατριαιμία
- μειωμένη ωσμωτικότητα του πλάσματος
- δηλητηρίαση εξ ύδατος
- γαλακτόρροια
- γυναικομαστία
- έλλειψη φυλλικού οξέος
- μειωμένη όρεξη
- οξεία πορφυρία (οξεία διαλείπουσα πορφυρία και παραλλάσσουσα πορφυρία)
- μη οξεία πορφυρία (όψιμη δερματική πορφυρία)
- παραισθήσεις (οπτικές ή ακουστικές)
- κατάθλιψη
- επιθετικότητα
- διέγερση
- ανησυχία
- κατάσταση σύγχυσης
- ενεργοποίηση ψύχωσης
- αταξία
- ζάλη
- υπνηλία
- διπλωπία
- πονοκέφαλος
- Μη φυσιολογικές ακούσιες κινήσεις [π.χ. τρόμος, αδυναμία στήριξης, δυστονία, σπασμωδικές κινήσεις (tics)]
- νυσταγμός
- δυσκινησία
- οφθαλμοκινητικές διαταραχές
- διαταραχές του λόγου (π.χ. δυσαρθρία ή τραύλισμα)
- χορειοαθετωσικές διαταραχές
- περιφερική νευροπάθεια
- παραισθησία
- πάρεση
- κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο
- άσηπτη μηνιγγίτιδα με μυόκλωνους και περιφερική ηωσινοφιλία
- δυσγευσία
- καταστολή
- διαταραχή μνήμης
- διαταραχές προσαρμογής (π.χ. θολή όραση)
- θολερότητες του φακού
- επιπεφυκίτιδα
- διαταραχές ακοής, π.χ. εμβοή, υπερακουσία, υποακουσία, αλλαγή στην αντίληψη της ποιότητας του ήχου
- διαταραχές της καρδιακής αγωγιμότητας
- αρρυθμία
- κολποκοιλιακός αποκλεισμός με συγκοπή
- βραδυκαρδία
- συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
- επιδείνωση στεφανιαίας νόσου
- υπέρταση ή υπόταση
- κυκλοφορική κατέρρειψη
- εμβολή (π.χ. πνευμονική εμβολή)
- θρομβοφλεβίτιδα
- πνευμονική υπερευαισθησία, που χαρακτηρίζεται από πυρετό, δύσπνοια, πνευμονίτιδα ή πνευμονία
- έμετος
- ναυτία
- ξηροστομία
- διάρροια
- δυσκοιλιότητα
- κοιλιακός πόνος
- παγκρεατίτιδα
- γλωσσίτιδα
- στοματίτιδα
- κολίτιδα
- ηπατίτιδα χολοστατική, παρεγχυματική (ηπατοκυτταρική) ή μικτού τύπου
- σύνδρομο εξαφάνισης χοληφόρων οδών
- ίκτερος
- ηπατική ανεπάρκεια
- κοκκιωματώδης ηπατική νόσος
- κνίδωση, που μπορεί να είναι σοβαρής μορφής
- αλλεργική δερματίτιδα
- αποφολιδωτική δερματίτιδα
- συστηματικός ερυθηματώδης λύκος
- κνίδωση
- σύνδρομο Stevens-Johnson
- τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- αντίδραση φωτοευαισθησίας
- πολύμορφο ερύθημα
- οζώδες ερύθημα
- διαταραχές χρώσης
- πορφύρα
- ακμή
- υπερίδρωση
- αλωπεκία
- δασυτριχισμός
- Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP)
- λειχηνοειδής κεράτωση
- τελεία πτώση των ονύχων
- μυϊκή αδυναμία
- διαταραχές του οστικού μεταβολισμού (μείωση του ασβεστίου πλάσματος και της 25-ύδροξυ χοληκαλσιφερόλης), που οδηγεί σε οστεομαλακία/οστεοπόρωση
- αρθραλγία
- μυαλγία
- μυϊκοί σπασμοί
- κάταγμα
- διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων
- νεφρική ανεπάρκεια
- νεφρική δυσλειτουργία (π.χ. λευκωματουρία, αιματουρία, ολιγουρία και αυξημένη ουρία/αζωθαιμία)
- κατακράτηση ούρων
- συχνούρια
- σεξουαλική δυσλειτουργία/στυτική δυσλειτουργία
- ανωμαλία στη σπερματογένεση (με μειωμένο αριθμό και/ή κινητικότητα σπερματοζωαρίων)
- κόπωση
- αύξηση της γ-GT (που οφείλεται σε επαγωγή των ηπατικών ενζύμων)
- αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος
- Αυξημένες τρανσαμινάσες
- αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση
- αυξημένη χοληστερόλη
- αυξημένη HDL χοληστερόλη
- αυξημένα τριγλυκερίδια
- Μη φυσιολογικές δοκιμασίες της λειτουργίας του θυρεοειδούς αδένα: μειωμένη L-θυροξίνη (FT4, T4, T3) και αυξημένη TSH, συνήθως χωρίς κλινικές εκδηλώσεις
- αυξημένη προλακτίνη
- Μειωμένη οστική πυκνότητα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΛευκοπενία
-
ΣυχνέςΘρομβοκυτοπενία
-
ΣυχνέςΗωσινοφιλία
-
ΣπάνιεςΛευκοκυττάρωση
-
ΣπάνιεςΛεμφαδενοπάθεια
-
Πολύ σπάνιεςΑκκοκιοκυτταραιμία
-
Πολύ σπάνιεςΑπλαστική αναιμία
-
Πολύ σπάνιεςΠανκυτταροπενία
-
Πολύ σπάνιεςΑμιγής απλασία των ερυθροκυττάρων
-
Πολύ σπάνιεςΑναιμία
-
Πολύ σπάνιεςΜεγαλοβλαστική αναιμία
-
Πολύ σπάνιεςΔικτυοερυθροκυττάρωση
-
Πολύ σπάνιεςΑιμολυτική αναιμία
-
Μη γνωστής συχνότηταςΚαταστολή του μυελού των οστών
-
ΣπάνιεςΚαθυστερημένη αντίδραση υπερευαισθησίας που αφορά πολλαπλά όργανα με πυρετό, δερματικά εξανθήματα, αγγειίτιδα, λεμφαδενοπάθεια, ψευδολέμφωμα, αρθραλγία, λευκοπενία, ηωσινοφιλία, ηπατο-σπληνομεγαλία, παθολογικές τιμές των δεικτών της ηπατικής λειτουργίας και σύνδρομο εξαφανιζόμενων χοληφόρων οδών
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτική αντίδραση
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειοοίδημα
-
Πολύ σπάνιεςΥπογαμμασφαιριναιμία
-
Μη γνωστής συχνότηταςΦαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)
-
Μη γνωστής συχνότηταςΕπανενεργοποίηση της λοίμωξης από τον Ανθρώπινο ερπητοϊό 6
-
ΣυχνέςΟίδημα
-
ΣυχνέςΚατακράτηση υγρών
-
ΣυχνέςΑύξηση του βάρους
-
ΣυχνέςΥπονατριαιμία
-
ΣυχνέςΜειωμένη ωσμωτικότητα του πλάσματος
-
ΣπάνιεςΔηλητηρίαση εξ ύδατος
-
Πολύ σπάνιεςΓαλακτόρροια
-
Πολύ σπάνιεςΓυναικομαστία
-
ΣπάνιεςΈλλειψη φυλλικού οξέος
-
ΣπάνιεςΜειωμένη όρεξη
-
Πολύ σπάνιεςΟξεία πορφυρία (οξεία διαλείπουσα πορφυρία και παραλλάσσουσα πορφυρία)
-
Πολύ σπάνιεςΜη οξεία πορφυρία (όψιμη δερματική πορφυρία)
-
ΣπάνιεςΠαραισθήσεις (οπτικές ή ακουστικές)
-
ΣπάνιεςΚατάθλιψη
-
ΣπάνιεςΕπιθετικότητα
-
ΣπάνιεςΔιέγερση
-
ΣπάνιεςΑνησυχία
-
ΣπάνιεςΚατάσταση σύγχυσης
-
Πολύ σπάνιεςΕνεργοποίηση ψύχωσης
-
Πολύ συχνέςΑταξία
-
Πολύ συχνέςΖάλη
-
Πολύ συχνέςΥπνηλία
-
ΣυχνέςΔιπλωπία
-
ΣυχνέςΠονοκέφαλος
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογικές ακούσιες κινήσεις [π.χ. τρόμος, αδυναμία στήριξης, δυστονία, σπασμωδικές κινήσεις (tics)]
-
Όχι συχνέςΝυσταγμός
-
ΣπάνιεςΔυσκινησία
-
ΣπάνιεςΟφθαλμοκινητικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές του λόγου (π.χ. δυσαρθρία ή τραύλισμα)
-
ΣπάνιεςΧορειοαθετωσικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΠεριφερική νευροπάθεια
-
ΣπάνιεςΠαραισθησία
-
ΣπάνιεςΠάρεση
-
Πολύ σπάνιεςΚακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο
-
Πολύ σπάνιεςΆσηπτη μηνιγγίτιδα με μυόκλωνους και περιφερική ηωσινοφιλία
-
Πολύ σπάνιεςΔυσγευσία
-
Μη γνωστής συχνότηταςΚαταστολή
-
Μη γνωστής συχνότηταςΔιαταραχή μνήμης
-
ΣυχνέςΔιαταραχές προσαρμογής (π.χ. θολή όραση)
-
Πολύ σπάνιεςΘολερότητες του φακού
-
Πολύ σπάνιεςΕπιπεφυκίτιδα
-
Πολύ σπάνιεςΔιαταραχές ακοής, π.χ. εμβοή, υπερακουσία, υποακουσία, αλλαγή στην αντίληψη της ποιότητας του ήχου
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές της καρδιακής αγωγιμότητας
-
Πολύ σπάνιεςΑρρυθμία
-
Πολύ σπάνιεςΚολποκοιλιακός αποκλεισμός με συγκοπή
-
Πολύ σπάνιεςΒραδυκαρδία
-
Πολύ σπάνιεςΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
-
Πολύ σπάνιεςΕπιδείνωση στεφανιαίας νόσου
-
ΣπάνιεςΥπέρταση ή υπόταση
-
Πολύ σπάνιεςΚυκλοφορική κατέρρειψη
-
Πολύ σπάνιεςΕμβολή (π.χ. πνευμονική εμβολή)
-
Πολύ σπάνιεςΘρομβοφλεβίτιδα
-
Πολύ σπάνιεςΠνευμονική υπερευαισθησία, που χαρακτηρίζεται από πυρετό, δύσπνοια, πνευμονίτιδα ή πνευμονία
-
Πολύ συχνέςΈμετος
-
Πολύ συχνέςΝαυτία
-
ΣυχνέςΞηροστομία
-
Όχι συχνέςΔιάρροια
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότητα
-
ΣπάνιεςΚοιλιακός πόνος
-
Πολύ σπάνιεςΠαγκρεατίτιδα
-
Πολύ σπάνιεςΓλωσσίτιδα
-
Πολύ σπάνιεςΣτοματίτιδα
-
Μη γνωστής συχνότηταςΚολίτιδα
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδα χολοστατική, παρεγχυματική (ηπατοκυτταρική) ή μικτού τύπου
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο εξαφάνισης χοληφόρων οδών
-
ΣπάνιεςΊκτερος
-
Πολύ σπάνιεςΗπατική ανεπάρκεια
-
Πολύ σπάνιεςΚοκκιωματώδης ηπατική νόσος
-
Πολύ συχνέςΚνίδωση, που μπορεί να είναι σοβαρής μορφής
-
Πολύ συχνέςΑλλεργική δερματίτιδα
-
Όχι συχνέςΑποφολιδωτική δερματίτιδα
-
ΣπάνιεςΣυστηματικός ερυθηματώδης λύκος
-
ΣπάνιεςΚνίδωση
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-Johnson
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυση
-
Πολύ σπάνιεςΑντίδραση φωτοευαισθησίας
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημα
-
Πολύ σπάνιεςΟζώδες ερύθημα
-
Πολύ σπάνιεςΔιαταραχές χρώσης
-
Πολύ σπάνιεςΠορφύρα
-
Πολύ σπάνιεςΑκμή
-
Πολύ σπάνιεςΥπερίδρωση
-
Πολύ σπάνιεςΑλωπεκία
-
Πολύ σπάνιεςΔασυτριχισμός
-
Μη γνωστής συχνότηταςΟξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP)
-
Μη γνωστής συχνότηταςΛειχηνοειδής κεράτωση
-
Μη γνωστής συχνότηταςΤελεία πτώση των ονύχων
-
ΣπάνιεςΜυϊκή αδυναμία
-
Πολύ σπάνιεςΔιαταραχές του οστικού μεταβολισμού (μείωση του ασβεστίου πλάσματος και της 25-ύδροξυ χοληκαλσιφερόλης), που οδηγεί σε οστεομαλακία/οστεοπόρωση
-
Πολύ σπάνιεςΑρθραλγία
-
Πολύ σπάνιεςΜυαλγία
-
Πολύ σπάνιεςΜυϊκοί σπασμοί
-
Μη γνωστής συχνότηταςΚάταγμα
-
Πολύ σπάνιεςΔιάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων
-
Πολύ σπάνιεςΝεφρική ανεπάρκεια
-
Πολύ σπάνιεςΝεφρική δυσλειτουργία (π.χ. λευκωματουρία, αιματουρία, ολιγουρία και αυξημένη ουρία/αζωθαιμία)
-
Πολύ σπάνιεςΚατακράτηση ούρων
-
Πολύ σπάνιεςΣυχνούρια
-
Πολύ σπάνιεςΣεξουαλική δυσλειτουργία/στυτική δυσλειτουργία
-
Πολύ σπάνιεςΑνωμαλία στη σπερματογένεση (με μειωμένο αριθμό και/ή κινητικότητα σπερματοζωαρίων)
-
Πολύ συχνέςΚόπωση
-
Πολύ συχνέςΑύξηση της γ-GT (που οφείλεται σε επαγωγή των ηπατικών ενζύμων)
-
ΣυχνέςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος
-
Όχι συχνέςΑυξημένες τρανσαμινάσες
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένη ενδοφθάλμια πίεση
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένη χοληστερόλη
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένη HDL χοληστερόλη
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένα τριγλυκερίδια
-
Πολύ σπάνιεςΜη φυσιολογικές δοκιμασίες της λειτουργίας του θυρεοειδούς αδένα: μειωμένη L-θυροξίνη (FT4, T4, T3) και αυξημένη TSH, συνήθως χωρίς κλινικές εκδηλώσεις
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένη προλακτίνη
-
Μη γνωστής συχνότηταςΜειωμένη οστική πυκνότητα
pregnant_woman
SPC-TEGRETOL
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΕίναι γνωστό ότι τα παιδιά επιληπτικών μητέρων είναι πιο επιρρεπή σε αναπτυξιακές διαταραχές, συμπεριλαμβανόμενων δυσπλασιών. Παρότι ελλείπει οριστική ένδειξη από ελεγχόμενες μελέτες με μονοθεραπεία καρβαμαζεπίνης, υπάρχουν αναφορές αναπτυξιακών διαταραχών και δυσπλασιών, περιλαμβανόμενης της δισχιδούς ράχης και επίσης άλλων συγγενών ανωμαλιών π.χ. κρανιοπροσωπικών βλαβών, καρδιαγγειακών δυσπλασιών, υποσπαδίας και ανωμαλίες σε ποικίλα συστήματα που έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη χρήση του Τegretol. Με βάση τα δεδομένα από ένα μητρώο εγκυμοσύνης στη Βόρεια Αμερική, το ποσοστό των μειζόνων συγγενών δυσπλασιών, που ορίζονται ως μια δομική ανωμαλία με χειρουργική, ιατρική ή κοσμητική σημαντικότητα, που είχαν διαγνωστεί μέσα σε 12 εβδομάδες από τη γέννηση ήταν 3,0% (95% CI 2,1 έως 4,2%) μεταξύ των μητέρων που είχαν λάβει μονοθεραπεία με καρβαμαζεπίνη κατά το πρώτο τρίμηνο και 1,1% (95% CI 0,35 έως 2,5%) μεταξύ των εγκύων γυναικών που δεν έλαβαν κανένα αντιεπιληπτικό φάρμακο (σχετικός κίνδυνος 2,7, 95% CI 1,1 έως 7,0). Οι έγκυες γυναίκες με επιληψία πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία με ιδιαίτερη προσοχή. Εάν μία γυναίκα, που παίρνει Τegretol, μείνει έγκυος ή εάν η έναρξη θεραπείας με Tegretol προκύψει κατά την κύηση, πρέπει να εξετασθούν προσεκτικά τα αναμενόμενα οφέλη του φαρμάκου, έναντι των πιθανών κινδύνων, ιδιαίτερα κατά τους 3 πρώτους μήνες της κύησης. Σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, το Τegretol πρέπει, όποτε είναι δυνατό, να χορηγείται ως μονοθεραπεία, γιατί η συχνότητα συγγενών ανωμαλιών στα παιδιά γυναικών, που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με συνδυασμό αντιεπιληπτικών φαρμάκων, είναι μεγαλύτερη από ό,τι σε εκείνες μητέρων, που έπαιρναν το κάθε φάρμακο σαν μονοθεραπεία. Ο κίνδυνος δυσπλασιών μετά από έκθεση σε καρβαμαζεπίνη ως πολυθεραπεία μπορεί να ποικίλει ανάλογα με τα συγκεκριμένα φάρμακα που χρησιμοποιήθηκαν και μπορεί να είναι υψηλότερος σε συνδυασμούς πολυθεραπείας που περιλαμβάνουν βαλπροϊκό. Πρέπει να δίδονται οι ελάχιστες αποτελεσματικές δόσεις και συνιστάται ο έλεγχος των επιπέδων στο πλάσμα. Η συγκέντρωση στο πλάσμα μπορεί να διατηρείται στο κατώτερο όριο του θεραπευτικού εύρους των 4 έως 12 micrograms/ml εφόσον ο έλεγχος των επιληπτικών κρίσεων διατηρείται. Υπάρχουν στοιχεία που καταδεικνύουν ότι ο κίνδυνος δυσπλασιών με την καρβαμαζεπίνη μπορεί να είναι δοσοεξαρτώμενος, εφόσον σε δόση <400 mg ανά ημέρα, τα ποσοστά δυσπλασίας ήταν χαμηλότερα από ότι με υψηλότερες δόσεις καρβαμαζεπίνης. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τη δυνατότητα αυξημένου κινδύνου δυσπλασιών και να τους δίδεται η ευκαιρία προγεννητικού ελέγχου. Κατά τη διάρκεια της κύησης, μια αποτελεσματική αντιεπιληπτική αγωγή δεν θα πρέπει να διακόπτεται, καθώς η επιδείνωση της νόσου βλάπτει τόσο τη μητέρα όσο και το έμβρυο. Είναι γνωστό ότι εμφανίζεται ανεπάρκεια φυλλικού οξέος στην κύηση. Έχει αναφερθεί ότι τα αντιεπιληπτικά φάρμακα επιδεινώνουν την ανεπάρκεια φυλλικού οξέος. Η ανεπάρκεια αυτή μπορεί να συμβάλλει στην αυξημένη συχνότητα γενετικών ανωμαλιών σε παιδιά επιληπτικών μητέρων, που υποβάλλονται σε θεραπεία. Γι’ αυτό συνιστάται η χορήγηση του φυλλικού οξέος πριν και κατά τη διάρκεια της κύησης. Συνιστάται επίσης η χορήγηση βιταμίνης Κ1 στη μητέρα κατά τη διάρκεια των τελευταίων εβδομάδων της κύησης, καθώς επίσης και στο νεογέννητο για να προληφθούν αιμορραγικές διαταραχές στο νεογνό. Εχουν αναφερθεί περιπτώσεις νεογνικών σπασμών και/ή αναπνευστικής δυσχέρειας που σχετίζονται με τη χρήση Tegretol από τη μητέρα ή την ταυτόχρονη χρήση άλλων αντιεπιληπτικών φαρμάκων. Επίσης κατά τη χρήση του Tegretol από τη μητέρα έχουν αναφερθεί λίγες περιπτώσεις εμέτου του νεογνού, διάρροιας και/ή μειωμένης λήψης τροφής από το νεογνά. Αυτές οι αντιδράσεις ίσως εκπροσωπούν το νεογνικό σύνδρομο στέρησης.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΈχουν υπάρξει πολύ σπάνιες αναφορές ελαττωμένης ανδρικής γονιμότητας και/ή ανώμαλης σπερματογένεσης.
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΗ καρβαμαζεπίνη περνά στο μητρικό γάλα (περίπου 25 - 60% των συγκεντρώσεων του πλάσματος). Πρέπει να σταθμίζονται τα οφέλη του θηλασμού απέναντι στη σπάνια πιθανότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών, που συμβαίνουν στο βρέφος. Οι μητέρες, που παίρνουν Τegretol, μπορούν να θηλάζουν τα βρέφη τους, με την προϋπόθεση ότι τα βρέφη παρακολουθούνται για πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. υπερβολική υπνηλία, αλλεργικές δερματικές αντιδράσεις). Υπήρξαν κάποιες αναφορές χολοστατικής ηπατίτιδας σε νεογνά που εκτέθηκαν σε καρβαμαζεπίνη κατά τη διάρκεια της προγεννητικής περιόδου ή και κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Ως εκ τούτου, θηλάζοντα βρέφη των οποίων οι μητέρες λαμβάνουν θεραπεία με καρβαμαζεπίνη θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για ανεπιθύμητες ενέργειες του ήπατος και των χοληφόρων.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-TEGRETOL
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-TEGRETOL
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-TEGRETOL
expand_more
Δοσολογία
Επιληψία Όποτε είναι δυνατό, το Τegretol πρέπει να χορηγείται σαν μονοθεραπεία. Πρέπει να γίνεται έναρξη της θεραπείας με χαμηλή ημερήσια δοσολογία, που στη συνέχεια αυξάνεται αργά μέχρι να επιτευχθεί το άριστο αποτέλεσμα. Η δόση της καρβαμαζεπίνης θα πρέπει να προσαρμόζεται στις ανάγκες του κάθε ασθενούς ώστε να επιτυγχάνεται επαρκής έλεγχος των κρίσεων. Ο προσδιορισμός των επιπέδων στο πλάσμα μπορεί να βοηθήσει στον καθορισμό της άριστης δοσολογίας. Για τη θεραπεία της επιληψίας, η δόση της καρβαμαζεπίνης συνήθως απαιτεί ολική συγκέντρωση καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα από περίπου 4 έως 12 μικρογραμμάρια/mL (17 έως 50 micromoles/L) (βλ. παράγραφο 4.4 Eιδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση). Όταν προστίθεται το Τegretol σε εφαρμοζόμενη ήδη αντιεπιληπτική θεραπεία, αυτό πρέπει να γίνεται σταδιακά, ενώ θα διατηρείται ή, εάν είναι ανάγκη, θα αναπροσαρμόζεται η δοσολογία των άλλων αντιεπιληπτικών (βλ. παράγραφο 4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης και παράγραφο 5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες).
Γενικός πληθυσμός / Ενήλικες Δοσολογία στην επιληψία Μορφές από το στόμα Αρχικά 100 - 200 mg, μία φορά ή δύο φορές την ημέρα. Αύξηση της δοσολογίας αργά (200 mg κάθε 4 - 7 ημέρες) μέχρι - γενικά στα 400 mg, 2 - 3 φορές την ημέρα - να επιτευχθεί το βέλτιστο αποτέλεσμα. Σε ορισμένους ασθενείς 1600 mg την ημέρα μπορεί να είναι κατάλληλα (μέγιστη ημερήσια δόση 1600 mg).
Δοσολογία στη νευραλγία του τριδύμου (μόνον οι από του στόματος μορφές) Η αρχική δόση των 200 έως 400 mg, πρέπει να αυξάνεται αργά ανά μία ημέρα μέχρι να επιτευχθεί απαλλαγή από τον πόνο (συνήθως με 200 mg, 3 έως 4 φορές την ημέρα). Στη συνέχεια η δοσολογία πρέπει σταδιακά να μειωθεί στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο συντήρησης. Η μέγιστη συνιστώμενη δόση είναι 1200 mg/ημέρα. Όταν έχει επιτευχθεί ανακούφιση από τον πόνο, θα πρέπει να γίνονται προσπάθειες για σταδιακή διακοπή της θεραπείας, μέχρι το επόμενο επεισόδιο.
Δοσολογία στην πρόληψη της υποτροπής της διπολικής διαταραχής (μόνον οι από του στόματος μορφές) Δοσολογικό φάσμα: περίπου 400 - 1600 mg την ημέρα. Η συνηθισμένη δοσολογία είναι 400 - 600 mg την ημέρα, χορηγούμενα σε 2 - 3 διαιρεμένες δόσεις. Κατά τη θεραπεία προφύλαξης από διπολική διαταραχή συνιστώνται μικρές αυξήσεις της δοσολογίας για να επιτευχθεί η βέλτιστη δόση.
Ειδικοί πληθυσμοί Νεφρική δυσλειτουργία / Ηπατική δυσλειτουργία Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τη φαρμακοκινητική της καρβαμαζεπίνης σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία.
Παιδιατρικός πληθυσμός / Παιδιά και έφηβοι Δοσολογία στην επιληψία Μορφές από του στόματος Για παιδιά ηλικίας 4 ετών ή μικρότερα, συνιστάται μία αρχική δόση 20 έως 60 mg/ημέρα, που αυξάνεται κατά 20 έως 60 mg κάθε δεύτερη ημέρα. Για παιδιά ηλικίας άνω των 4 ετών, η θεραπεία μπορεί να αρχίσει με 100 mg/ημέρα, που αυξάνεται κατά 100 mg με εβδομαδιαία μεσοδιαστήματα. Δόση συντήρησης: 10 - 20 mg/kg σωματικού βάρους την ημέρα, σε διαιρεμένες δόσεις δηλ.:
- Mέχρι ηλικία 1 έτους: 100 - 200 mg την ημέρα (= 5 - 10 ml = 1 - 2 μεζούρες σιροπιού)
- Ηλικία 1 - 5 ετών: 200 - 400 mg την ημέρα (= 10 - 20 ml = 2x1-2 μεζούρες σιροπιού)
- Ηλικία 6 - 10 ετών: 400 - 600 mg την ημέρα (= 20 - 30 ml = 2-3 x 2 μεζούρες σιροπιού)
- Ηλικία 11 - 15 ετών: 600 - 1000 mg την ημέρα (= 30 - 50 ml = 3 x 2-3 μεζούρες σιροπιού) (συν μία επιπρόσθετη μεζούρα των 5 ml στην περίπτωση χορήγησης 1000 mg).
- Ηλικία ˃ 15 ετών: 800 - 1200 mg την ημέρα (όμοια με τη δόση των ενηλίκων). Μέγιστη συνιστώμενη δόση Μέχρι την ηλικία των 6 ετών: 35 mg/kg/ημέρα Ηλικία 6-15 ετών: 1000 mg/ημέρα ˃ 15 ετών: 1200 mg/ημέρα.
Ηλικιωμένοι ασθενείς Δοσολογία στη νευραλγία του τριδύμου (μόνον οι από του στόματος μορφές) Λόγω των φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων και των διαφορών στη φαρμακοκινητική των αντιεπιληπτικών φαρμάκων, η δοσολογία του Tegretol θα πρέπει να επιλέγεται με προσοχή στους ηλικιωμένους ασθενείς. Σε ηλικιωμένους ασθενείς συνιστάται μία αρχική δόση 100 mg δύο φορές την ημέρα. Η αρχική δόση των 100 mg, δύο φορές την ημέρα, θα πρέπει να αυξάνεται αργά ανά μία ημέρα μέχρι να επιτευχθεί ανακούφιση από τον πόνο (συνήθως με 200 mg, 3 - 4 φορές την ημέρα). Στη συνέχεια, η δοσολογία θα πρέπει να μειώνεται σταδιακά στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο συντήρησης. Η μέγιστη συνιστώμενη δόση είναι 1200 mg/ημέρα. Όταν έχει επιτευχθεί ανακούφιση από τον πόνο, θα πρέπει να γίνονται προσπάθειες για σταδιακή διακοπή της θεραπείας, μέχρι το επόμενο επεισόδιο.
Τρόπος χορήγησης Τα δισκία και το σιρόπι (να ανακινείται πριν από τη χρήση) μπορούν να ληφθούν κατά τη διάρκεια, μετά ή μεταξύ των γευμάτων. Τα δισκία θα πρέπει να λαμβάνονται με λίγο υγρό. Τα δισκία ελεγχόμενης αποδέσμευσης, επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο (είτε ολόκληρα, είτε μόνο μισό δισκίο εάν έτσι ορισθεί από τον ιατρό) πρέπει να καταπίνονται αμάσητα με λίγο υγρό. Το σιρόπι (μία μεζούρα = 5 ml = 100 mg, μισή μεζούρα = 2,5 ml = 50 mg) είναι ιδιαίτερα κατάλληλο για ασθενείς, που έχουν δυσκολία στην κατάποση δισκίων ή που χρειάζονται προσεκτική αρχική προσαρμογή της δοσολογίας. Εξαιτίας της βραδείας, ελεγχόμενης αποδέσμευσης της δραστικής ουσίας από τα δισκία ελεγχόμενης αποδέσμευσης, επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο αυτά σχεδιάστηκαν ώστε να λαμβάνονται σύμφωνα με δοσολογικό σχήμα δύο χορηγήσεων την ημέρα. Επειδή μία συγκεκριμένη δόση Tegretol σιρόπι θα επιφέρει μεγαλύτερες μέγιστες συγκεντρώσεις από ό,τι η ίδια δόση σε μορφή δισκίων, συνιστάται η έναρξη με χαμηλές δόσεις, οι οποίες στη συνέχεια αυξάνονται αργά, ώστε να αποφεύγονται οι ανεπιθύμητες ενέργειες. Μετάβαση ασθενών από Τegretol δισκία σε σιρόπι: Αυτό πρέπει να γίνεται με τη χορήγηση του ίδιου αριθμού mg την ημέρα σε μικρότερες, συχνότερες δόσεις (π.χ. σιρόπι τρεις φορές την ημέρα αντί δισκίων δύο φορές την ημέρα). Μετάβαση ασθενών από συμβατικά δισκία σε δισκία ελεγχόμενης αποδέσμευσης, επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο: Η κλινική εμπειρία αποδεικνύει ότι σε μερικούς ασθενείς η δοσολογία στη μορφή δισκίων ελεγχόμενης αποδέσμευσης, επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο μπορεί να πρέπει να αυξηθεί. Πριν αποφασισθεί η έναρξη της θεραπείας, οι ασθενείς ταϊλανδικής και κινεζικής καταγωγής της φυλής Han θα πρέπει να εξετάζονται για παρουσία Ανθρώπινου Λευκοκυτταρικού Αντιγόνου (HLA) -Β*1502, καθώς το αλληλόμορφο αυτό αποτελεί ισχυρό παράγοντα πρόγνωσης κινδύνου εμφάνισης σοβαρού συνδρόμου Stevens-Johnson σχετιζόμενου με την καρβαμαζεπίνη (βλ. παράγραφο 4.4).
block
Αντενδείξεις
SPC-TEGRETOL
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-TEGRETOL
expand_more
Προειδοποιήσεις
Το Τegretol πρέπει να χορηγείται μόνο υπό ιατρική παρακολούθηση. Το Τegretol πρέπει να χορηγείται μόνο μετά από σοβαρή εκτίμηση της αναλογίας οφέλους-κινδύνου και υπό στενό έλεγχο σε ασθενείς με ιστορικό καρδιακής, ηπατικής ή νεφρικής βλάβης, ανεπιθύμητων αιματολογικών αντιδράσεων σε άλλα φάρμακα ή διακεκομμένης θεραπείας με Tegretol.
Αιματολογικές επιδράσεις
Ακοκκιοκυτταραιμία και απλαστική αναιμία έχουν συσχετισθεί με τη χρήση του Tegretol. Εντούτοις λόγω της πολύ μικρής συχνότητας εμφάνισης αυτών των καταστάσεων, είναι δύσκολο να γίνει ουσιαστική εκτίμηση κινδύνου για το Tegretol. Ο συνολικός κίνδυνος στο γενικό πληθυσμό που δεν υποβλήθηκε σε θεραπεία έχει υπολογισθεί σε 4,7 άτομα ανά εκατομμύριο το χρόνο για την ακοκκιοκυτταραιμία και 2 άτομα ανά εκατομμύριο το χρόνο για την απλαστική αναιμία. Παροδική ή επίμονη μείωση των αιμοπεταλίων ή των λευκών αιμοσφαιρίων εμφανίζεται περιστασιακά έως συχνά, σε σχέση με τη χρήση του Tegretol. Ωστόσο, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, αυτές οι επιδράσεις αποδεικνύονται παροδικές και δεν είναι πιθανόν να αποτελούν ένδειξη έναρξης, είτε απλαστικής αναιμίας, είτε ακοκκιοκυτταραιμίας. Παρόλα αυτά, πρέπει να γίνεται πλήρης αιματολογικός έλεγχος πριν από την έναρξη της θεραπείας, που να περιλαμβάνει αιμοπετάλια (και πιθανόν δικτυοερυθροκύτταρα και σίδηρο ορού) ως εργαστηριακές εξετάσεις αναφοράς και να επαναλαμβάνεται περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Εάν κατά τη διάρκεια της θεραπείας παρατηρηθούν οριστικά χαμηλές ή μειωμένες τιμές των λευκών αιμοσφαιρίων ή των αιμοπεταλίων, ο ασθενής και η πλήρης αιματολογική εικόνα του πρέπει να τεθούν υπό στενή παρακολούθηση. Εάν εμφανισθεί οποιαδήποτε ένδειξη σημαντικής καταστολής του μυελού των οστών, το Τegretol πρέπει να διακοπεί. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τα πρώιμα τοξικά σημεία και συμπτώματα ενός πιθανού αιματολογικού προβλήματος, καθώς επίσης για τα συμπτώματα δερματολογικών ή ηπατικών αντιδράσεων. Εάν εμφανισθούν αντιδράσεις, όπως πυρετός, κυνάγχη, εξάνθημα, έλκη στο στόμα, εύκολη πρόκληση μωλώπων, πετέχειες ή πορφυρικές αιμορραγίες, πρέπει να συστηθεί στον ασθενή να συμβουλευθεί αμέσως τον γιατρό του.
Σοβαρές Δερματολογικές αντιδράσεις
Σοβαρές δερματολογικές αντιδράσεις, περιλαμβανομένης τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (ΤΕΝ ή σύνδρομο Lyell) και συνδρόμου Stevens-Johnson (SJS), έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια με το Tegretol. Οι ασθενείς με σοβαρές δερματολογικές αντιδράσεις μπορεί να χρειασθεί να εισαχθούν σε νοσοκομείο, καθώς αυτές οι καταστάσεις μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή και μπορεί να αποβούν μοιραίες. Οι περισσότερες περιπτώσεις συνδρόμου Lyell’s (TEN) και συνδρόμου Stevens-Johnson (SJS), παρουσιάζονται στους αρχικούς μήνες της θεραπείας με Tegretol. Αυτές οι αντιδράσεις εκτιμάται ότι συμβαίνουν σε 1 έως 6 ανά 10.000 νέους χρήστες σε χώρες με Καυκάσιους πληθυσμούς κυρίως. Εάν εμφανισθούν σημεία και συμπτώματα ενδεικτικά σοβαρών δερματικών αντιδράσεων (π.χ. σύνδρομο Stevens-Johnson, σύνδρομο Lyell (TEN / SJS), το Tegretol πρέπει να διακοπεί αμέσως και να εξετάζεται η περίπτωση εναλλακτικής θεραπείας.
Φαρμακογονιδιωματική
Υπάρχουν όλο και περισσότερα στοιχεία για το ρόλο των διαφόρων αλληλόμορφων HLA στην προδιάθεση των ασθενών για εκδήλωση ανεπιθύμητων ενεργειών από το ανοσοποιητικό σύστημα.
Συσχέτιση με το HLA-A*3101
Το αλληλόμορφο του Ανθρώπινου Λευκοκυτταρικού αντιγόνου (HLA)-A3101 μπορεί να αποτελέσει παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση δερματικών ανεπιθύμητων ενεργειών, όπως η SJS, ΤΕΝ, DRESS, AGEP και κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα. Αναδρομικές ευρείες μελέτες γονιδιώματος σε πληθυσμούς από την Ιαπωνία και τη Βόρεια Ευρώπη κατέδειξαν συσχέτιση μεταξύ των σοβαρών δερματικών αντιδράσεων (SJS, ΤΕΝ, DRESS, AGEP και κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα) που σχετίζονται με τη χρήση καρβαμαζεπίνης και την παρουσία του αλληλόμορφου HLA-A3101 σε αυτούς τους ασθενείς. Η συχνότητα του αλληλόμορφου HLA-A3101 ποικίλλει ευρέως μεταξύ των εθνοτικών πληθυσμών και η συχνότητά του είναι περίπου 2 έως 5% σε Ευρωπαϊκούς πληθυσμούς και περίπου 10% σε Ιαπωνικούς πληθυσμούς. Η συχνότητα αυτού του αλληλόμορφου γονιδίου εκτιμάται ότι είναι μικρότερη από το 5% στην πλειονότητα των πληθυσμών της Αυστραλίας, της Ασίας, της Αφρικής και της Βόρειας Αμερικής με ορισμένες εξαιρέσεις στο 5-12%. Συχνότητα άνω του 15% έχει εκτιμηθεί σε μερικές ομάδες εθνικοτήτων στη Νότια Αμερική (Αργεντινή και Βραζιλία), στη Βόρεια Αμερική (ΗΠΑ Ναβάχο και Sioux, και στο Μεξικό Sonora Seri) και στη Νότια Ινδία (Ταμίλ Nadu) και συχνότητα μεταξύ 10% -15% σε άλλους αυτόχθονες πληθυσμούς σε αυτές τις ίδιες περιοχές. Οι συχνότητες των αλληλομόρφων που αναφέρονται εδώ αντιπροσωπεύουν το ποσοστό των χρωμοσωμάτων στον καθορισμένο πληθυσμό που φέρει το εν λόγω αλληλόμορφο, γεγονός που σημαίνει ότι το ποσοστό των ασθενών που φέρουν ένα αντίγραφο του αλληλόμορφου σε τουλάχιστον ένα από τα δύο χρωμοσώματά τους (δηλ. η «συχνότητα φορέα») είναι σχεδόν διπλάσιο από τη συχνότητα του αλληλόμορφου. Ως εκ τούτου, το ποσοστό των ασθενών που μπορεί να είναι σε κίνδυνο είναι σχεδόν διπλάσιο από τη συχνότητα του αλληλόμορφου. Ο έλεγχος για την παρουσία του αλληλόμορφου HLA-A3101 θα πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς με καταγωγή από πληθυσμούς υψηλού γενετικού κινδύνου (για παράδειγμα, σε ασθενείς από Ιαπωνικούς και Καυκάσιους πληθυσμούς, σε ασθενείς που ανήκουν στους αυτόχθονες πληθυσμούς της Αμερικής, σε Ισπανόφωνους πληθυσμούς, σε άτομα από τη Νότια Ινδία και σε άτομα με αραβική καταγωγή), πριν από την έναρξη της θεραπείας με Tegretol (βλέπε παρακάτω Πληροφορίες για επαγγελματίες υγείας). Η χρήση του Tegretol θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που είναι θετικοί για HLA-A3101, εκτός εάν τα οφέλη υπερτερούν σαφώς των κινδύνων. Δεν συνιστάται γενικά έλεγχος για οποιονδήποτε ασθενή χρησιμοποιεί ήδη Tegretol, καθώς ο κίνδυνος εμφάνισης SJS / ΤΕΝ, AGEP, DRESS και κηλιδοβλατιδώδους εξανθήματος περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό στους πρώτους μήνες της θεραπείας, ανεξάρτητα από την παρουσία του HLA-A3101.
Συσχέτιση με το HLA-Β*1502
Αναδρομικές μελέτες απέδειξαν ότι η παρουσία του αλληλόμορφου Ανθρώπινου Λευκοκυτταρικού Αντιγόνου (HLA)-B1502 συνδέεται στενά με τον κίνδυνο ανάπτυξης των σοβαρών δερματικών ανεπιθύμητων ενεργειών που είναι γνωστές ως σύνδρομο Stevens-Johnson σε ασθενείς κινεζικής-Han και ταϊλανδικής καταγωγής, που υποβάλλονται σε θεραπεία με καρβαμαζεπίνη. Η συχνότητα του αλληλόμορφου HLA-B1502 κυμαίνεται από 2 έως 12% στους κινεζικούς πληθυσμούς Han και είναι περίπου 8% στους πληθυσμούς Thai. Υψηλότερες συχνότητες αναφοράς συνδρόμου Stevens-Johnson (σπάνια, αντί για πολύ σπάνια) αναφέρθηκαν σε μερικές χώρες της Ασίας (π.χ. Ταϊβάν, Μαλαισία και Φιλιππίνες) στις οποίες η συχνότητα του αλληλόμορφου HLA-B1502 στον πληθυσμό είναι υψηλότερη (π.χ. άνω του 15% στις Φιλιππίνες και ορισμένους πληθυσμούς της Μαλαισίας). Συχνότητες του αλληλόμορφου έως περίπου 2% και 6% έχουν αναφερθεί στην Κορέα και την Ινδία, αντίστοιχα. Η συχνότητα του αλληλόμορφου HLA-B1502 είναι αμελητέα σε άτομα Ευρωπαϊκής καταγωγής, σε αρκετούς Αφρικανικούς πληθυσμούς, αυτόχθονες Αμερικανούς, Ισπανικούς πληθυσμούς που εξετάσθηκαν και σε Ιάπωνες (<1%). Οι συχνότητες του αλληλόμορφου που αναφέρονται εδώ αντιπροσωπεύουν το ποσοστό των χρωμοσωμάτων στους συγκεκριμένους πληθυσμούς που φέρουν το εν λόγω αλληλόμορφο, γεγονός που σημαίνει ότι το ποσοστό των ασθενών που φέρουν ένα αντίγραφο του αλληλόμορφου σε τουλάχιστον ένα από τα χρωμοσώματά τους (π.χ. η «συχνότητα φορέα») είναι σχεδόν διπλάσιο της συχνότητας του αλληλόμορφου. Συνεπώς, το ποσοστό των ασθενών που πιθανόν να είναι υψηλού κινδύνου είναι σχεδόν διπλάσιο της συχνότητας του αλληλόμορφου. Ο έλεγχος για την παρουσία του αλληλόμορφου HLA- B1502 θα πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς με καταγωγή από πληθυσμούς υψηλού γενετικού κινδύνου, πριν από την έναρξη της θεραπείας με Tegretol (βλέπε παρακάτω Πληροφορίες για επαγγελματίες υγείας). Η χρήση του Tegretol θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που εξετάσθηκαν και είναι θετικοί για HLA-B1502, εκτός εάν τα οφέλη υπερτερούν σαφώς των κινδύνων. Το αλληλόμορφο HLA-B1502 μπορεί να αποτελεί παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση TEN/SJS σε Κινέζους ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν άλλα αντιεπιληπτικά φάρμακα τα οποία σχετίζονται με TEN/SJS. Θα πρέπει να δίδεται η ανάλογη προσοχή ώστε να αποφεύγεται η χρήση άλλων φαρμάκων που σχετίζονται με TEN/SJS σε ασθενείς θετικούς στο HLA-B1502, όταν εναλλακτικές θεραπείες είναι εξίσου αποδοτικές. Ο έλεγχος δε συνιστάται γενικά σε ασθενείς πληθυσμών στους οποίους η επίπτωση του HLA-B1502 είναι χαμηλή. Ο έλεγχος γενικά δεν συνιστάται για οποιονδήποτε ασθενή που ήδη χρησιμοποιεί Tegretol καθώς ο κίνδυνος για TEN/SJS περιορίζεται κυρίως στους αρχικούς μήνες της θεραπείας, ανεξάρτητα από την παρουσία του HLA-B1502. Ο εντοπισμός των ατόμων που φέρουν το HLA-B*1502 αλληλόμορφο και η αποφυγή της θεραπείας με καρβαμαζεπίνη σε αυτά τα άτομα έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τη συχνότητα εμφάνισης των SJS / ΤΕΝ που προκαλούνται από τη χρήση καρβαμαζεπίνης.
Περιορισμός γενετικού ελέγχου
Τα αποτελέσματα του γενετικού ελέγχου δεν πρέπει ποτέ να υποκαταστήσουν την πρέπουσα κλινική παρακολούθηση και χειρισμό του ασθενούς. Πολλοί Ασιάτες ασθενείς θετικοί στο ΗLA-B1502 που υποβάλλονται σε θεραπεία με Tegretol δεν θα παρουσιάσουν TEN/SJS, ενώ ασθενείς αρνητικοί στο HLA-B1502 κάθε εθνικότητας μπορεί να παρουσιάσουν TEN/SJS. Ομοίως, πολλοί ασθενείς θετικοί στο ΗLA-Α3101 που υποβάλλονται σε θεραπεία με Tegretol δεν θα παρουσιάσουν SJS, ΤΕΝ, DRESS, AGEP ή κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα, ενώ ασθενείς αρνητικοί στο HLA-Α3101 κάθε εθνικότητας μπορεί να παρουσιάσουν αυτές τις σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Ο ρόλος άλλων πιθανών παραγόντων στην εμφάνιση, και νοσηρότητα από αυτές τις σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως η δοσολογία των αντιεπιληπτικών φαρμάκων, η συμμόρφωση, τα συγχορηγούμενα φάρμακα, άλλες συνυπάρχουσες νόσοι και το επίπεδο της δερματολογικής παρακολούθησης δεν έχουν μελετηθεί.
Πληροφορίες για τους Επαγγελματίες της Υγείας
Εάν γίνεται έλεγχος για την παρουσία του αλληλόμορφου HLA-B1502 συνιστάται απεικόνιση γονότυπου HLA-B1502 υψηλής ανάλυσης. Ο έλεγχος είναι θετικός εάν ανιχνευτεί είτε ένα, είτε και τα δύο από τα δύο αλληλόμορφα του HLA-B1502 και αρνητικός αν δεν ανιχνευτεί κανένα από τα δύο αλληλόμορφα του HLA-B1502. Ομοίως, εάν γίνεται έλεγχος για την παρουσία του αλληλόμορφου HLA-A3101 συνιστάται απεικόνιση γονότυπου HLA-A3101 υψηλής ανάλυσης, αντίστοιχα. Ο έλεγχος είναι θετικός εάν ανιχνευτεί είτε ένα, είτε και τα δύο από τα δύο HLA-Α3101 αλληλόμορφα και αρνητικός αν δεν ανιχνευτεί κανένα από τα δύο αλληλόμορφα του HLA-A3101.
Άλλες δερματολογικές αντιδράσεις
Ήπιες δερματικές αντιδράσεις, π.χ. μεμονωμένο κηλιδώδες ή κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα, μπορεί επίσης να προκληθούν και είναι κατά το πλείστο παροδικές και ακίνδυνες. Συνήθως εξαφανίζονται μέσα σε λίγες ημέρες ή εβδομάδες, είτε κατά τη συνέχιση της θεραπείας ή μετά από μείωση της δοσολογίας. Παρόλα αυτά, καθώς μπορεί να είναι δύσκολη η διαφοροποίηση των πρώιμων σημείων σοβαρότερων δερματικών αντιδράσεων από άλλες ήπιας και παροδικής μορφής, ο ασθενής πρέπει να τίθεται υπό στενή επιτήρηση με στόχο την άμεση διακοπή του φαρμάκου αν η αντίδραση επιδεινωθεί με τη συνέχιση της χρήσης. Το αλληλόμορφο HLA-A3101 έχει βρεθεί ότι συσχετίζεται με λιγότερο σοβαρές ανεπιθύμητες δερματικές αντιδράσεις από την καρβαμαζεπίνη και μπορεί να προβλέψει τον κίνδυνο αυτών των αντιδράσεων από την καρβαμαζεπίνη, όπως σύνδρομο υπερευαισθησίας αντισυσπαστικών ή μη σοβαρό εξάνθημα (κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα). Ωστόσο, δεν έχει αποδειχθεί ότι το αλληλόμορφο HLA-B1502 προβλέπει τον κίνδυνο αυτών των προαναφερθέντων δερματικών αντιδράσεων.
Υπερευαισθησία
Το Τegretol μπορεί να πυροδοτήσει αντιδράσεις υπερευαισθησίας, μεταξύ των οποίων φαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS), επανενεργοποίηση του HHV6 που σχετίζεται με DRESS, μία καθυστερημένη πολυοργανική διαταραχή υπερευαισθησίας με πυρετό, εξάνθημα, αγγειίτιδα, λεμφαδενοπάθεια, ψευδο-λέμφωμα, αρθραλγία, λευκοπενία, ηωσινοφιλία, ηπατο-σπληνομεγαλία, παθολογικές τιμές των δεικτών της ηπατικής λειτουργίας και σύνδρομο εξαφάνισης ενδοηπατικών χοληφόρων οδών (καταστροφή και εξαφάνιση των ενδοηπατικών χοληφόρων οδών), τα οποία μπορεί να συμβούν σε διάφορους συνδυασμούς. Επίσης, μπορεί να επηρεαστούν και άλλα όργανα (π.χ. πνεύμονες, νεφροί, πάγκρεας, μυοκάρδιο, παχύ έντερο) (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Το αλληλόμορφο HLA-A*3101 έχει βρεθεί ότι συσχετίζεται με την εμφάνιση του συνδρόμου υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένου του κηλιδοβλατιδώδους εξανθήματος. Οι ασθενείς που παρουσίασαν αντιδράσεις υπερευαισθησίας στην καρβαμαζεπίνη πρέπει να ενημερώνονται ότι περίπου 25 με 30% αυτών των ασθενών μπορεί να παρουσιάσουν αντιδράσεις υπερευαισθησίας με την οξκαρβαζεπίνη (Trileptal). Διασταυρούμενη υπερευαισθησία μπορεί να προκύψει μεταξύ καρβαμαζεπίνης και φαινυτοΐνης. Γενικά, αν παρουσιαστούν σημεία και συμπτώματα που υποδηλώνουν υπερευαισθησία, το Τegretol πρέπει να διακόπτεται αμέσως.
Κρίσεις
Το Τegretol πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μικτές κρίσεις, που περιλαμβάνουν αφαιρέσεις, είτε τυπικές, είτε άτυπες. Σε όλες αυτές τις καταστάσεις το Tegretol μπορεί να επιδεινώσει τις κρίσεις. Σε περίπτωση παροξυσμού των κρίσεων το Tegretol πρέπει να διακόπτεται. Μπορεί να εμφανισθεί αύξηση στη συχνότητα των κρίσεων κατά τη μετάβαση από κάποιας από του στόματος μορφή σε υπόθετα.
Ηπατική λειτουργία
Αρχικές και περιοδικές αξιολογήσεις της ηπατικής λειτουργίας πρέπει να γίνονται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Tegretol, ειδικά σε ασθενείς με ιστορικό ηπατικής νόσου και σε ηλικιωμένους ασθενείς. Το φάρμακο θα πρέπει να διακοπεί αμέσως σε περίπτωση επιδεινούμενης ηπατικής δυσλειτουργίας ή ενεργού ηπατικής νόσου.
Νεφρική λειτουργία
Συνιστάται πλήρης ανάλυση ούρων και προσδιορισμοί BUN, τόσο πρίν την έναρξη της θεραπείας όσο και περιοδικά.
Υπονατριαιμία
Υπονατριαιμία είναι γνωστό ότι εμφανίζεται με την καρβαμαζεπίνη. Σε ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική κατάσταση που συνδέεται με χαμηλό νάτριο ή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με φάρμακα που μειώνουν το νάτριο (π.χ. διουρητικά, φαρμακευτικά προϊόντα που σχετίζονται με μη φυσιολογική έκκριση ADH), τα επίπεδα του νατρίου στον ορό θα πρέπει να μετρώνται πριν από την έναρξη της θεραπείας με καρβαμαζεπίνη. Στη συνέχεια, τα επίπεδα του νατρίου στον ορό θα πρέπει να μετρώνται μετά από περίπου δύο εβδομάδες και στη συνέχεια σε μηνιαία διαστήματα για τους πρώτους τρεις μήνες κατά τη διάρκεια της θεραπείας, ή ανάλογα με την κλινική ανάγκη. Αυτοί οι παράγοντες κινδύνου μπορεί να ισχύουν κυρίως σε ηλικιωμένους ασθενείς. Εάν παρατηρηθεί υπονατριαιμία, ο περιορισμός του νερού είναι ένα σημαντικό μέτρο αντιμετώπισης, εάν ενδείκνυται κλινικά.
Υποθυρεοειδισμός
Η καρβαμαζεπίνη μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις των θυρεοειδικών ορμονών στον ορό μέσω ενζυμικής επαγωγής και απαιτείται αύξηση της δόσης της θεραπείας υποκατάστασης της θυρεοειδικής λειτουργίας σε ασθενείς με υποθυρεοειδισμό. Ως εκ τούτου, προτείνεται η παρακολούθηση της λειτουργίας του θυρεοειδούς ώστε να προσαρμοστεί η δοσολογία της θεραπείας υποκατάστασης της θυρεοειδικής λειτουργίας.
Αντιχολινεργική δράση
Το Τegretol εμφανίζει ήπια αντιχολινεργική δράση. Ασθενείς με αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση και κατακράτηση ούρων θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Ψυχιατρικές επιδράσεις
Η πιθανότητα ενεργοποίησης μίας λανθάνουσας ψύχωσης και σε ηλικιωμένους ασθενείς σύγχυσης ή εκνευρισμού πρέπει να ληφθεί υπόψη.
Αυτοκτονικός ιδεασμός και συμπεριφορά
Αυτοκτονικός ιδεασμός και συμπεριφορά έχουν αναφερθεί σε ασθενείς υπό αγωγή με αντιεπιληπτικά φάρμακα για διάφορες ενδείξεις. Μια μετα-ανάλυση των τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο κλινικών μελετών αντιεπιληπτικών φαρμάκων έχει δείξει μικρή αύξηση του κινδύνου εκδήλωσης αυτοκτονικού ιδεασμού και συμπεριφοράς. Οι μηχανισμοί ανάπτυξης αυτού του κινδύνου δεν είναι γνωστοί. Κατά συνέπεια, οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για συμπτώματα αυτοκτονικού ιδεασμού και συμπεριφοράς και να εξετάζεται το ενδεχόμενο κατάλληλης θεραπείας. Συνιστάται στους ασθενείς (και σε αυτούς που τους φροντίζουν) να αναζητούν ιατρική συμβουλή σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων αυτοκτονικού ιδεασμού ή συμπεριφοράς.
Ενδοκρινολογικές επιδράσεις
Εχουν αναφερθεί αιμορραγίες διαφυγής σε γυναίκες που παίρνουν Tegretol και χρησιμοποιούν ορμονικά αντισλληπτικά δισκία. Η αποτελεσματικότητα των από του στόματος αντισυλληπτικών μπορεί να επηρεασθεί αρνητικά από το Τegretol. Γυναίκες στην αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να συμβουλεύονται το γιατρό τους για να χρησιμοποιούν άλλους τρόπους αντισύλληψης όσο λαμβάνουν το Tegretol.
Παρακολούθηση των επιπέδων στο πλάσμα
Aν και οι συσχετίσεις μεταξύ δοσολογίας και επιπέδων καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα και μεταξύ επιπέδων στο πλάσμα και κλινικής αποτελεσματικότητας ή ανοχής είναι μάλλον ασήμαντες, ο έλεγχος των επιπέδων στο πλάσμα μπορεί να είναι χρήσιμος στις ακόλουθες καταστάσεις: δραματική αύξηση στη συχνότητα των κρίσεων/επιβεβαίωση της συμμόρφωσης του ασθενή, κατά τη διάρκεια της κύησης, όταν γίνεται θεραπεία σε παιδιά ή εφήβους, σε υποψία διαταραχών απορρόφησης και σε υποψία τοξικότητας, όταν χρησιμοποιούνται περισσότερα από ένα φάρμακα (βλ. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης).
Μείωση της δόσης και αποτελέσματα διακοπής του φαρμάκου
Η απότομη διακοπή του Tegretol μπορεί να προκαλέσει έκλυση σπασμών και για το λόγο αυτό η καρβαμαζεπίνη θα πρέπει να διακόπτεται σταδιακά σε μια περίοδο 6 μηνών. Εάν πρέπει να σταματήσει απότομα η θεραπεία με Τegretol σε ασθενείς με επιληψία, η μετάβαση στο νέο αντιεπιληπτικό φάρμακο πρέπει να γίνει με κάλυψη ενός κατάλληλου φαρμάκου.
Αλληλεπιδράσεις
Η συγχορήγηση αναστολέων του CYP 3Α4 ή των αναστολέων της εποξειδο-υδρολάσης με καρβαμαζεπίνη μπορεί να επιφέρει ανεπιθύμητες ενέργειες (αύξηση των συγκεντρώσεων της καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα ή του 10,11 εποξειδίου της καρβαμαζεπίνης, αντίστοιχα). Η δοσολογία του Tegretol θα πρέπει να προσαρμόζεται αντίστοιχα ή/και να παρακολουθούνται τα επίπεδα του πλάσματος. Η συγχορήγηση επαγωγέων του CYP 3Α4 με καρβαμαζεπίνη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα της καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα και το θεραπευτικό της αποτέλεσμα, ενώ η διακοπή των επαγωγέων του CYP 3Α4 μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα της καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα. Η δοσολογία του Tegretol θα πρέπει να προσαρμόζεται. Η καρβαμαζεπίνη είναι ισχυρός επαγωγέας του CYP 3Α4 και άλλων ενζυμικών συστημάτων φάσης Ι και φάσης ΙΙ στο ήπαρ και για το λόγο αυτό μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα συγχορηγούμενων φαρμάκων που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP 3Α4 επάγοντας το μεταβολισμό τους (βλ. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης). Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να ενημερώνονται ότι η ταυτόχρονη χρήση του Tegretol με ορμονικά αντισλληπτικά μπορεί να καταστήσει αυτόν τον τύπο αντισύλληψης αναποτελεσματικό (βλ. Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία). Συνιστώνται εναλλακτικές μη ορμονικές μορφές αντισύλληψης όταν χρησιμοποιείται το Tegretol.
Ειδικά έκδοχα
Το σιρόπι Tegretol περιέχει παραϋδρόξυβενζοικά τα οποία μπορεί να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις (πιθανώς καθυστερημένες). Περιέχει επίσης σορβιτόλη και για το λόγο αυτό δεν θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-TEGRETOL
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Το κυτόχρωμα Ρ450 3 Α4 (CYP 3A4) είναι το κύριο ένζυμο που καταλύει τον σχηματισμό του εποξειδίου της καρβαμαζεπίνης - 10,11. Η συγχορήγηση των αναστολέων του CYP 3Α4, πιθανά έχει ως αποτέλεσμα τις αυξημένες συγκεντρώσεις πλάσματος οι οποίες μπορεί να επιφέρουν ανεπιθύμητες αντιδράσεις. Η συγχορήγηση των επαγωγέων του CYP 3Α4 μπορεί να αυξήσει το ρυθμό μεταβολισμού της καρβαμαζεπίνης, οδηγώντας έτσι σε πιθανή μείωση του επιπέδου της καρβαμαζεπίνης στον ορό και πιθανή μείωση του θεραπευτικού αποτελέσματος. Παρομοίως η διακοπή ενός επαγωγέα του CYP 3Α4 μπορεί να μειώσει το ρυθμό μεταβολισμού της καρβαμαζεπίνης, οδηγώντας σε αύξηση των επιπέδων της καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα. Η καρβαμαζεπίνη είναι ισχυρός επαγωγέας του CYP 3Α4 και άλλων ενζυμικών συστημάτων φάσης Ι και φάσης ΙΙ στο ήπαρ και για το λόγο αυτό μπορεί να μειώσει το επίπεδο στο πλάσμα συγχορηγούμενων φαρμάκων που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP 3Α4 επάγοντας το μεταβολισμό τους. Η ανθρώπινη μικροσωμική εποξειδο-υδρολάση έχει αναγνωριστεί ως το υπεύθυνο ένζυμο για τον σχηματισμό του 10,11 τανσδιολ-παραγώγου από το 10,11 εποξείδιο της καρβαμαζεπίνης. Η συγχορήγηση αναστολέων της ανθρώπινης μικροσωμικής εποξειδο-υδρολάσης μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις του10,11 εποξείδιου της καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα.
Αλληλεπιδράσεις που έχουν ως αποτέλεσμα αντένδειξη Η χρήση του Tegretol αντενδείκνυται σε συνδυασμό με αναστολείς της μονοάμινο-οξειδάσης (ΜΑΟΙs). Οι ΜΑΟΙs πρέπει να διακόπτονται το λιγότερο για δύο εβδομάδες πριν χορηγηθεί το Tegretol, ή για περισσότερο εάν η κλινική κατάσταση το επιτρέπει (βλέπε παράγραφο 4.3 Αντενδείξεις)
Ουσίες που μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα της καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα Επειδή τα αυξημένα επίπεδα καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα μπορεί να έχουν σαν αποτέλεσμα ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. ίλιγγος, υπνηλία, αταξία, διπλωπία) η δοσολογία του Tegretol πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα ή/και να ελέγχονται τα επίπεδα στο πλάσμα όταν χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με τις δραστικές ουσίες που περιγράφονται παρακάτω: Αναλγητικά και αντιφλεγμονώδη φάρμακα: δεξτροπροποξυφαίνη, ιβουπροφαίνη Ανδρογόνα: δαναζόλη Αντιβιοτικά: μακρολιδικά αντιβιοτικά (ερυθρομυκίνη, τρολεανδομυκίνη, ζοσαμυκίνη, κλαριθρομυκίνη, σιπροφλοξασίνη) Αντικαταθλιπτικά: πιθανά η δεσιπραμίνη, φλουοξετίνη, φλουβοξαμίνη, νεφαδοζόνη, παροξετίνη, τραζοδόνη, βιλοξαζίνη Αντιεπιληπτικά: στιριπεντόλη, βιγκαμπατρίνη Αντιμυκητιασικά: αζόλες (π.χ. ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, φλουκοναζόλη, βορικοναζόλη). Εναλλακτικά αντιεπιληπτικά φάρμακα μπορεί να συνιστώνται σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με βορικοναζόλη ή ιτρακοναζόλη. Αντιϊσταμινικά: λοραταδίνη, τερφεναδίνη Αντιψυχωσικά: ολανζαπίνη Αντιφυματικά: ισονιαζίδη Αντιϊκα: αναστολείς της πρωτεάσης για θεραπεία HIV (π.χ. ριτοναβίρη) Αναστολείς της καρβονικής ανυδράσης: ακεταζολαμίδη Φάρμακα του καρδιαγγειακού: διλτιαζέμη, βεραπαμίλη Φάρμακα του γαστρεντερικού: πιθανά η σιμετιδίνη, ομεπραζόλη Μυοχαλαρωτικά: οξυβουτινίνη, δαντρολένη Αναστολείς της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων: τικλοπιδίνη Άλλες αλληλεπιδράσεις: χυμός γκρεϊπφρουτ, νικοτιναμίδιο (μόνο σε υψηλή δοσολογία).
Ουσίες που μπορούν να αυξήσουν τα επίπεδα του ενεργού μεταβολίτη 10,11 εποξείδιο της καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα Επειδή τα αυξημένα επίπεδα του 10,11 εποξειδίου της καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα μπορεί να έχουν σαν αποτέλεσμα ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. ζάλη, υπνηλία, αταξία, διπλωπία) η δοσολογία του Tegretol θα πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα ή/και να ελέγχονται τα επίπεδα στο πλάσμα όταν χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με τις δραστικές ουσίες που περιγράφονται παρακάτω: Λοξαπίνη, κουετιαπίνη, πριμιδόνη, προγκαμπίδη, βαλπροϊκό οξύ, βαλνοκταμίδη και βαλπρομίδη.
Ουσίες που πιθανά μειώνουν τα επίπεδα καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα Η δοσολογία του Tegretol μπορεί να χρειασθεί να προσαρμοσθεί όταν χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με τις ουσίες που περιγράφονται παρακάτω: Αντιεπιληπτικά: φελμπαμάτη, μεθοσουξιμίδη, οξκαρβαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, φαινοσουξιμίδη, φαινυτοΐνη (για να αποφευχθεί η τοξικότητα από φαινυτοΐνη και οι υποθεραπευτικές συγκεντρώσεις της καρβαμαζεπίνης, συνιστάται να ρυθμίζεται η συγκέντρωση της φαινυτοΐνης στο πλάσμα σε 13 micrograms / ml πριν από την προσθήκη της καρβαμαζεπίνης στη θεραπεία) και φωσφαινυτοΐνη, πριμιδόνη και παρόλο που τα στοιχεία είναι εν μέρει αντιφατικά, πιθανώς επίσης η κλοναζεπάμη Αντινεοπλασματικά: σισπλατίνη ή δοξορουμπικίνη Αντιφυματικά: ριφαμπικίνη Βρογχοδιασταλτικά ή αντιασθματικά φάρμακα: θεοφυλλίνη, αμινοφυλλίνη Δερματολογικά φάρμακα: ισοτρετινοΐνη Άλλες αλληλεπιδράσεις: σκευάσματα από βότανα που περιέχουν Hypericum perforatum (st John’s wort).
Επίδραση του Tegretol στα επίπεδα συγχορηγούμενων ουσιών στο πλάσμα Η καρβαμαζεπίνη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα στο πλάσμα ή να μειώσει ή ακόμα και να εξουδετερώσει τη δράση ορισμένων φαρμάκων. Η δοσολογία των παρακάτω φαρμάκων μπορεί να χρειασθεί να προσαρμοσθεί ανάλογα με τις κλινικές απαιτήσεις. Αναλγητικοί και αντιφλεγμονώδεις παράγοντες: βουπρενορφίνη, μεθαδόνη, παρακεταμόλη (μακροχρόνια χορήγηση καρβαμαζεπίνης και παρακεταμόλης (ακεταμινοφαίνη) μπορεί να σχετίζεται με ηπατοτοξικότητα), φεναζόνη (αντιπυρίνη), τραμαδόλη Αντιβιοτικά: δοξυκυκλίνη, ριφαμπουτίνη Αντιπηκτικά: από του στόματος αντιπηκτικά (π.χ. βαρφαρίνη, φενπροκουμόνη, δικουμαρόλη και ασενοκουμαρόλη) Αντικαταθλιπτικά: βουπροπιόνη, σιταλοπράμη, μιανσερίνη, νεφαζοδόνη, σερτραλίνη, τραζοδόνη, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (π.χ. ιμιπραμίνη, αμιτριπτυλίνη, νορτριπτυλίνη, κλομιπραμίνη). Αντιεμετικά: απρεπιτάντη Αντιεπιληπτικά: κλοβαζάμη, κλοναζεπάμη, αιθοσουξιμίδη, φελμπαμάτη, λαμοτριγίνη, οξκαρβαζεπίνη, πριμιδόνη, τιαγκαμπίνη, τοπιραμάτη, βαλπροικό οξύ, ζονισαμίδη. Για να αποφευχθεί η τοξικότητα από φαινυτοΐνη και οι υποθεραπευτικές συγκεντρώσεις της καρβαμαζεπίνης, συνιστάται να ρυθμίζεται η συγκέντρωση της φαινυτοΐνης στο πλάσμα σε 13 micrograms / ml πριν από την προσθήκη της καρβαμαζεπίνης στη θεραπεία. Υπάρχουν σπάνιες περιπτώσεις όπου τα επίπεδα της μεφαινυτοΐνης στο πλάσμα αυξάνονται. Αντιμυκητικά: ιτρακοναζόλη, βορικοναζόλη. Εναλλακτικά αντιεπιληπτικά φάρμακα μπορεί να συνιστώνται σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με βορικοναζόλη ή ιτρακοναζόλη. Ανθελμινθικά: πραζιγουαντέλη, αλβενδαζόλη Αντινεοπλασματικά: ιμαντινίμπη, κυκλοφωσφαμίδη, λαπατινίδη, τεμσιρόλιμους Αντιψυχωσικά: κλοζαπίνη, αλοπεριδόλη και βρομπεριδόλη, ολανζαπίνη, κουετιαπίνη, ρισπεριδόνη, ζιπρασιδόνη, αριπιπραζόλη, παλιπεριδόνη. Αντιϊκά: αναστολείς της πρωτεάσης για θεραπεία HIV (π.χ. ιντιναβίρη, ριτοναβίρη, σακουιναβίρη) Αγχολυτικά: αλπραζολάμη, μιδαζολάμη Βρογχοδιασταλτικά ή αντιασθματικά φάρμακα: θεοφυλλίνη Αντισυλληπτικά: ορμονικά αντισυλληπτικά (πρέπει να εξετασθούν εναλλακτικές μέθοδοι αντισύλληψης) Καρδιαγγειακά φάρμακα: αναστολείς διαύλων ασβεστίου (διϋδροπυριδινικής ομάδας) π.χ. φελοδιπίνη, διγοξίνη, σιμβαστατίνη, ατορβαστατίνη, λοβαστατίνη, σεριβαστατίνη, ιβαμπραδίνη. Κορτικοστεροειδή: κορτικοστεροειδή (π.χ. πρεδνιζολόνη, δεξαμεθαζόνη) Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας: ταδαλαφίλη Ανοσοκατασταλτικά: κυκλοσπορίνη, εβερόλιμους, τακρόλιμους, σιρόλιμους. Θυρεοειδικοί παράγοντες: λεβοθυροξίνη Άλλες φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις: προϊόντα που περιέχουν οιστρογόνα και /ή προγεστερόνες.
Συνδυασμοί που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη: Η ταυτόχρονη χρήση καρβαμαζεπίνης και λεβετιρασετάμης έχει αναφερθεί ότι αυξάνει την τοξικότητα που προκαλείται από την καρβαμαζεπίνη. Η ταυτόχρονη χρήση καρβαμαζεπίνης και ισονιαζίδης έχει αναφερθεί ότι αυξάνει την ηπατοτοξικότητα που προκαλείται από την ισονιαζίδη. Η συνδυασμένη χρήση καρβαμαζεπίνης και λιθίου ή μετοκλοπραμίδης από τη μία πλευρά και καρβαμαζεπίνης και νευροληπτικών (αλοπεριδόλη, θειοριδαζίνη) από την άλλη πλευρά μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένες νευρολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες (με τον τελευταίο συνδυασμό, ακόμη και σε παρουσία “θεραπευτικών επιπέδων στο πλάσμα”). Η ταυτόχρονη φαρμακευτική αγωγή με Tegretol και ορισμένα διουρητικά (υδροχλωροθειαζίδη, φουροσεμίδη) μπορεί να οδηγήσει σε συμπτωματική υπονατριαιμία. Η καρβαμαζεπίνη μπορεί να ανταγωνισθεί τη δράση των μη αποπολωτικών μυοχαλαρωτικών (π.χ. πανκουρόνιο), η δοσολογία των οποίων μπορεί να χρειασθεί να αυξηθεί και οι ασθενείς να πρέπει να παρακολουθούνται στενά για ταχύτερη ανάρρωση από το νευρομυϊκό αποκλεισμό, από ότι αναμένεται. Όπως και άλλα ψυχοδραστικά φάρμακα, η καρβαμαζεπίνη μπορεί να μειώσει την ανοχή στο οινόπνευμα. Γι’ αυτό το λόγο κρίνεται σκόπιμο ο ασθενής να απέχει από τα οινοπνευματώδη.
Παρεμβολή σε ορολογικές δοκιμασίες Η καρβαμαζεπίνη μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα ψευδώς θετικές συγκεντρώσεις περφεναζίνης στη δοκιμασία HPLC λόγω παρεμβολών. Η καρβαμαζεπίνη και ο 10,11-εποξειδικός μεταβολίτης μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα ψευδώς θετικές συγκεντρώσεις τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών στη μέθοδο ανοσολογικής δοκιμασίας με πολωμένο φθορισμό.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-TEGRETOL
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
- Ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας με Tegretol, ή όταν η αρχική
- δοσολογία είναι πολύ υψηλή, ή όταν υποβάλλονται σε θεραπεία
- ηλικιωμένοι ασθενείς, εμφανίζονται συχνά ή πολύ συχνά ορισμένοι τύποι
- ανεπιθύμητων ενεργειών, όπως ανεπιθύμητες ενέργειες από το Κ.Ν.Σ.
- (ζάλη, πονοκέφαλος, αταξία, υπνηλία, κόπωση, διπλωπία), γαστρεντερικές
- διαταραχές (ναυτία, έμετος), καθώς επίσης αλλεργικές δερματικές
- αντιδράσεις.
- Οι δοσοεξαρτώμενες ανεπιθύμητες ενέργειες, υποχωρούν συνήθως μέσα σε
- λίγες ημέρες, είτε αυτόματα ή μετά από παροδική μείωση της δοσολογίας.
- Η εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών από το Κ.Ν.Σ. μπορεί να είναι
- εκδήλωση σχετικής υπερδοσολογίας ή σημαντικής διακύμανσης στα
- επίπεδα του πλάσματος. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι σκόπιμο να
- παρακολουθούνται τα επίπεδα του πλάσματος.
- Συνοπτικός πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών που προέρχονται
- από κλινικές μελέτες και αυθόρμητες αναφορές.
- Οι ανεπιθύμητες ενέργειες από κλινικές μελέτες ταξινομούνται με βάση την
- κατηγορία οργανικού συστήματος κατά MedDRA. Εντός κάθε κατηγορίας
- οργανικού συστήματος, οι ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομούνται με βάση
- τη σειρά συχνότητας, με τις συχνότερες να εμφανίζονται πρώτα. Εντός
- κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες
- παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας. Επίσης, η αντίστοιχη
- κατηγορία συχνότητας για κάθε ανεπιθύμητη ενέργεια βασίζεται στην
- ακόλουθη συνθήκη: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι
- συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ
- σπάνιες (<1/10.000).
- Ανεπιθύμητες Ενέργειες
- Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- Πολύ συχνές: λευκοπενία.
- Συχνές: θρομβοκυτοπενία, ηωσινοφιλία.
- Σπάνιες: λευκοκυττάρωση, λεμφαδενοπάθεια.
- Πολύ σπάνιες: ακκοκιοκυτταραιμία, απλαστική αναιμία,
- πανκυτταροπενία, αμιγής απλασία των ερυθροκυττάρων, αναιμία,
- μεγαλοβλαστική αναιμία, δικτυοερυθροκυττάρωση και αιμολυτική αναιμία.
- Μη γνωστής συχνότητας
- **
- καταστολή του μυελού των οστών Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Σπάνιες: Καθυστερημένη αντίδραση υπερευαισθησίας που αφορά πολλαπλά όργανα με πυρετό, δερματικά εξανθήματα, αγγειίτιδα, λεμφαδενοπάθεια, ψευδολέμφωμα, αρθραλγία, λευκοπενία, ηωσινοφιλία, ηπατο-σπληνομεγαλία, παθολογικές τιμές των δεικτών της ηπατικής λειτουργίας και σύνδρομο εξαφανιζόμενων χοληφόρων οδών (καταστροφή και εξαφάνιση ενδοηπατικών χοληφόρων οδών). Τα παραπάνω εμφανίζονται σε διάφορους συνδυασμούς. Άλλα όργανα μπορεί να επηρεασθούν επίσης (π.χ. πνεύμονες, νεφροί, πάγκρεας, μυοκάρδιο, παχύ έντερο). Πολύ σπάνιες: αναφυλακτική αντίδραση, αγγειοοίδημα, υπογαμμασφαιριναιμία. Μη γνωστής συχνότητας **
- Φαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS) Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Μη γνωστής συχνότητας **
- Επανενεργοποίηση της λοίμωξης από τον Ανθρώπινο ερπητοϊό 6. Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος Συχνές: οίδημα, κατακράτηση υγρών, αύξηση του βάρους, υπονατριαιμία και μειωμένη ωσμωτικότητα του πλάσματος, που οφείλεται σε δράση, που μοιάζει με αυτήν της αντιδιουρητικής ορμόνης (ADH) και οδηγεί, σε σπάνιες περιπτώσεις, σε δηλητηρίαση εξ ύδατος συνοδευόμενη από λήθαργο, έμετο, πονοκέφαλο, νοητική σύγχυση, νευρολογικές ανωμαλίες. Πολύ σπάνιες: γαλακτόρροια, γυναικομαστία. Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Σπάνιες: έλλειψη φυλλικού οξέος, μειωμένη όρεξη. Πολύ σπάνιες: οξεία πορφυρία (οξεία διαλείπουσα πορφυρία και παραλλάσσουσα πορφυρία), μη οξεία πορφυρία (όψιμη δερματική πορφυρία), Ψυχιατρικές διαταραχές Σπάνιες: παραισθήσεις (οπτικές ή ακουστικές), κατάθλιψη, επιθετικότητα, διέγερση, ανησυχία, κατάσταση σύγχυσης. Πολύ σπάνιες: ενεργοποίηση ψύχωσης. Διαταραχές του νευρικού συστήματος Πολύ συχνές: αταξία, ζάλη, υπνηλία. Συχνές: διπλωπία, πονοκέφαλος. Όχι συχνές: Μη φυσιολογικές ακούσιες κινήσεις [π.χ. τρόμος, αδυναμία στήριξης, δυστονία, σπασμωδικές κινήσεις (tics)], νυσταγμός. Σπάνιες: δυσκινησία, οφθαλμοκινητικές διαταραχές, διαταραχές του λόγου (π.χ. δυσαρθρία ή τραύλισμα), χορειοαθετωσικές διαταραχές, περιφερική νευροπάθεια, παραισθησία, πάρεση. Πολύ σπάνιες: κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο, άσηπτη μηνιγγίτιδα με μυόκλωνους και περιφερική ηωσινοφιλία, δυσγευσία. Μη γνωστής συχνότητας **
- καταστολή, διαταραχή μνήμης Οφθαλμικές διαταραχές Συχνές: διαταραχές προσαρμογής (π.χ. θολή όραση) Πολύ σπάνιες: θολερότητες του φακού, επιπεφυκίτιδα. Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου Πολύ σπάνιες: διαταραχές ακοής, π.χ. εμβοή, υπερακουσία, υποακουσία, αλλαγή στην αντίληψη της ποιότητας του ήχου. Καρδιακές διαταραχές Σπάνιες: διαταραχές της καρδιακής αγωγιμότητας. Πολύ σπάνιες: αρρυθμία, κολποκοιλιακός αποκλεισμός με συγκοπή, βραδυκαρδία, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, επιδείνωση στεφανιαίας νόσου. Αγγειακές διαταραχές Σπάνιες: υπέρταση ή υπόταση Πολύ σπάνιες: κυκλοφορική κατέρρειψη, εμβολή (π.χ. πνευμονική εμβολή), θρομβοφλεβίτιδα. Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου Πολύ σπάνιες: πνευμονική υπερευαισθησία, που χαρακτηρίζεται από πυρετό, δύσπνοια, πνευμονίτιδα ή πνευμονία. Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος Πολύ συχνές: έμετος, ναυτία. Συχνές: ξηροστομία. Όχι συχνές: διάρροια, δυσκοιλιότητα. Σπάνιες: κοιλιακός πόνος. Πολύ σπάνιες: παγκρεατίτιδα, γλωσσίτιδα, στοματίτιδα. Μη γνωστής συχνότητας **
- κολίτιδα Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Σπάνιες: ηπατίτιδα χολοστατική, παρεγχυματική (ηπατοκυτταρική) ή μικτού τύπου, σύνδρομο εξαφάνισης χοληφόρων οδών, ίκτερος. Πολύ σπάνιες: ηπατική ανεπάρκεια, κοκκιωματώδης ηπατική νόσος. Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Πολύ συχνές: κνίδωση, που μπορεί να είναι σοβαρής μορφής, αλλεργική δερματίτιδα. Όχι συχνές: αποφολιδωτική δερματίτιδα. Σπάνιες: συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, κνίδωση. Πολύ σπάνιες: σύνδρομο Stevens-Johnson*, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, αντίδραση φωτοευαισθησίας, πολύμορφο ερύθημα, οζώδες ερύθημα, διαταραχές χρώσης, πορφύρα, ακμή, υπερίδρωση, αλωπεκία, δασυτριχισμός.
- Σε μερικές Ασιατικές χώρες αναφέρεται επίσης ως σπάνιο. Βλ. επίσης παράγραφο 4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης). Μη γνωστής συχνότητας**: Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP) ** , λειχηνοειδής κεράτωση, τελεία πτώση των ονύχων. Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Σπάνιες: μυϊκή αδυναμία Πολύ σπάνιες: διαταραχές του οστικού μεταβολισμού (μείωση του ασβεστίου πλάσματος και της 25-ύδροξυ χοληκαλσιφερόλης), που οδηγεί σε οστεομαλακία/οστεοπόρωση, αρθραλγία, μυαλγία, μυϊκοί σπασμοί. Μη γνωστής συχνότητας ** : κάταγμα Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Πολύ σπάνιες: διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων, νεφρική ανεπάρκεια, νεφρική δυσλειτουργία (π.χ. λευκωματουρία, αιματουρία, ολιγουρία και αυξημένη ουρία/αζωθαιμία), κατακράτηση ούρων, συχνουρία. Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος Πολύ σπάνιες: σεξουαλική δυσλειτουργία/στυτική δυσλειτουργία, ανωμαλία στη σπερματογένεση (με μειωμένο αριθμό και/ή κινητικότητα σπερματοζωαρίων). Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Πολύ συχνές: κόπωση. Παρακλινικές εξετάσεις Πολύ συχνές: αύξηση της γ-GT (που οφείλεται σε επαγωγή των ηπατικών ενζύμων), συνήθως μη κλινικά σημαντική. Συχνές: αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος. Όχι συχνές: Αυξημένες τρανσαμινάσες. Πολύ σπάνιες: αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση, αυξημένη χοληστερόλη, αυξημένη HDL χοληστερόλη, αυξημένα τριγλυκερίδια. Μη φυσιολογικές δοκιμασίες της λειτουργίας του θυρεοειδούς αδένα: μειωμένη L-θυροξίνη (FT4, T4, T3) και αυξημένη TSH, συνήθως χωρίς κλινικές εκδηλώσεις, αυξημένη προλακτίνη. Μη γνωστής συχνότητας ** : Μειωμένη οστική πυκνότητα ** Επιπρόσθετες ανεπιθύμητες ενέργειες από αυθόρμητες αναφορές (μη γνωστή συχνότητα) Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες προέρχονται από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του Tegretol μέσω αυθόρμητων αναφορών περιστατικών και βιβλιογραφικών αναφορών. Καθώς αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκαν εθελοντικά από έναν πληθυσμό αβέβαιου μεγέθους, δεν είναι εφικτό να εκτιμηθεί αξιόπιστα η συχνότητά τους, και επομένως κατηγοριοποιούνται ως μη γνωστής συχνότητας. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται σύμφωνα με την κατηγορία οργάνου συστήματος MedDRA. Εντός κάθε κατηγορίας οργανικού συστήματος, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας. Σε ασθενείς που βρίσκονται υπό μακροχρόνια θεραπεία με καρβαμαζεπίνη, έχουν υπάρξει αναφορές για περιστατικά με μειωμένη οστική πυκνότητα, οστεοπενία, οστεοπόρωση και κατάγματα. Δεν έχει διαπιστωθεί ο μηχανισμός με τον οποίο η καρβαμαζεπίνη επηρεάζει των μεταβολισμό των οστών. Υπάρχουν αυξημένες ενδείξεις που καταδεικνύουν τη συσχέτιση γενετικών δεικτών και την εμφάνιση δερματικών ανεπιθύμητων ενεργειών όπως SJS, TEN, DRESS, AGEP και κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα. Σε ασθενείς Ιαπωνικής και Ευρωπαικής προέλευσης, οι αντιδράσεις αυτές φαίνεται να συσχετίζονται με τη χρήση καρβαμαζεπίνης και την παρουσία του αλληλόμορφου HLA-A
- Ένας άλλος δείκτης, το αλληλόμορφο HLA- B
1502 φαίνεται να σχετίζεται ισχυρά με την εμφάνιση SJS και TEN σε ασθενείς κινέζικης-Han καταγωγής, ταιλανδικής καταγωγής καθώς και σε κάποιους άλλους πληθυσμούς ασιατικής προέλευσης (βλέπε παράγραφο 4.2 και 4.4 για περισσότερες πληροφορίες). Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς: Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-TEGRETOL
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Είναι γνωστό ότι τα παιδιά επιληπτικών μητέρων είναι πιο επιρρεπή σε αναπτυξιακές διαταραχές, συμπεριλαμβανόμενων δυσπλασιών. Παρότι ελλείπει οριστική ένδειξη από ελεγχόμενες μελέτες με μονοθεραπεία καρβαμαζεπίνης, υπάρχουν αναφορές αναπτυξιακών διαταραχών και δυσπλασιών, περιλαμβανόμενης της δισχιδούς ράχης και επίσης άλλων συγγενών ανωμαλιών π.χ. κρανιοπροσωπικών βλαβών, καρδιαγγειακών δυσπλασιών, υποσπαδίας και ανωμαλίες σε ποικίλα συστήματα που έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη χρήση του Τegretol. Με βάση τα δεδομένα από ένα μητρώο εγκυμοσύνης στη Βόρεια Αμερική, το ποσοστό των μειζόνων συγγενών δυσπλασιών, που ορίζονται ως μια δομική ανωμαλία με χειρουργική, ιατρική ή κοσμητική σημαντικότητα, που είχαν διαγνωστεί μέσα σε 12 εβδομάδες από τη γέννηση ήταν 3,0% (95% CI 2,1 έως 4,2%) μεταξύ των μητέρων που είχαν λάβει μονοθεραπεία με καρβαμαζεπίνη κατά το πρώτο τρίμηνο και 1,1% (95% CI 0,35 έως 2,5%) μεταξύ των εγκύων γυναικών που δεν έλαβαν κανένα αντιεπιληπτικό φάρμακο (σχετικός κίνδυνος 2,7, 95% CI 1,1 έως 7,0). Λαμβάνοντας υπόψη αυτά τα δεδομένα:
- Οι έγκυες γυναίκες με επιληψία πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία με ιδιαίτερη προσοχή.
- Εάν μία γυναίκα, που παίρνει Τegretol, μείνει έγκυος ή εάν η έναρξη θεραπείας με Tegretol προκύψει κατά την κύηση, πρέπει να εξετασθούν προσεκτικά τα αναμενόμενα οφέλη του φαρμάκου, έναντι των πιθανών κινδύνων, ιδιαίτερα κατά τους 3 πρώτους μήνες της κύησης.
- Σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, το Τegretol πρέπει, όποτε είναι δυνατό, να χορηγείται ως μονοθεραπεία, γιατί η συχνότητα συγγενών ανωμαλιών στα παιδιά γυναικών, που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με συνδυασμό αντιεπιληπτικών φαρμάκων, είναι μεγαλύτερη από ό,τι σε εκείνες μητέρων, που έπαιρναν το κάθε φάρμακο σαν μονοθεραπεία. Ο κίνδυνος δυσπλασιών μετά από έκθεση σε καρβαμαζεπίνη ως πολυθεραπεία μπορεί να ποικίλει ανάλογα με τα συγκεκριμένα φάρμακα που χρησιμοποιήθηκαν και μπορεί να είναι υψηλότερος σε συνδυασμούς πολυθεραπείας που περιλαμβάνουν βαλπροϊκό.
- Πρέπει να δίδονται οι ελάχιστες αποτελεσματικές δόσεις και συνιστάται ο έλεγχος των επιπέδων στο πλάσμα. Η συγκέντρωση στο πλάσμα μπορεί να διατηρείται στο κατώτερο όριο του θεραπευτικού εύρους των 4 έως 12 micrograms/ml εφόσον ο έλεγχος των επιληπτικών κρίσεων διατηρείται. Υπάρχουν στοιχεία που καταδεικνύουν ότι ο κίνδυνος δυσπλασιών με την καρβαμαζεπίνη μπορεί να είναι δοσοεξαρτώμενος, εφόσον σε δόση <400 mg ανά ημέρα, τα ποσοστά δυσπλασίας ήταν χαμηλότερα από ότι με υψηλότερες δόσεις καρβαμαζεπίνης.
- Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τη δυνατότητα αυξημένου κινδύνου δυσπλασιών και να τους δίδεται η ευκαιρία προγεννητικού ελέγχου.
- Κατά τη διάρκεια της κύησης, μια αποτελεσματική αντιεπιληπτική αγωγή δεν θα πρέπει να διακόπτεται, καθώς η επιδείνωση της νόσου βλάπτει τόσο τη μητέρα όσο και το έμβρυο. Παρακολούθηση και πρόληψη: Είναι γνωστό ότι εμφανίζεται ανεπάρκεια φυλλικού οξέος στην κύηση. Έχει αναφερθεί ότι τα αντιεπιληπτικά φάρμακα επιδεινώνουν την ανεπάρκεια φυλλικού οξέος. Η ανεπάρκεια αυτή μπορεί να συμβάλλει στην αυξημένη συχνότητα γενετικών ανωμαλιών σε παιδιά επιληπτικών μητέρων, που υποβάλλονται σε θεραπεία. Γι’ αυτό συνιστάται η χορήγηση του φυλλικού οξέος πριν και κατά τη διάρκεια της κύησης. Στο νεογνό: Συνιστάται επίσης η χορήγηση βιταμίνης Κ1 στη μητέρα κατά τη διάρκεια των τελευταίων εβδομάδων της κύησης, καθώς επίσης και στο νεογέννητο για να προληφθούν αιμορραγικές διαταραχές στο νεογνό. Εχουν αναφερθεί περιπτώσεις νεογνικών σπασμών και/ή αναπνευστικής δυσχέρειας που σχετίζονται με τη χρήση Tegretol από τη μητέρα ή την ταυτόχρονη χρήση άλλων αντιεπιληπτικών φαρμάκων. Επίσης κατά τη χρήση του Tegretol από τη μητέρα έχουν αναφερθεί λίγες περιπτώσεις εμέτου του νεογνού, διάρροιας και/ή μειωμένης λήψης τροφής από το νεογνά. Αυτές οι αντιδράσεις ίσως εκπροσωπούν το νεογνικό σύνδρομο στέρησης. Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία και μέτρα αντισύλληψης Λόγω της επαγωγής ενζύμων, το Tegretol μπορεί να αναστείλει τη δράση των από του στόματος αντισυλληπτικών φαρμάκων που περιέχουν οιστρογόνα ή/και προγεστερόνη. Στις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να δίνονται οδηγίες να χρησιμοποιούν εναλλακτικές μεθόδους αντισύλληψης κατά τη θεραπεία με Tegretol. Θηλασμός: Η καρβαμαζεπίνη περνά στο μητρικό γάλα (περίπου 25 - 60% των συγκεντρώσεων του πλάσματος). Πρέπει να σταθμίζονται τα οφέλη του θηλασμού απέναντι στη σπάνια πιθανότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών, που συμβαίνουν στο βρέφος. Οι μητέρες, που παίρνουν Τegretol, μπορούν να θηλάζουν τα βρέφη τους, με την προϋπόθεση ότι τα βρέφη παρακολουθούνται για πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. υπερβολική υπνηλία, αλλεργικές δερματικές αντιδράσεις). Υπήρξαν κάποιες αναφορές χολοστατικής ηπατίτιδας σε νεογνά που εκτέθηκαν σε καρβαμαζεπίνη κατά τη διάρκεια της προγεννητικής περιόδου ή και κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Ως εκ τούτου, θηλάζοντα βρέφη των οποίων οι μητέρες λαμβάνουν θεραπεία με καρβαμαζεπίνη θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για ανεπιθύμητες ενέργειες του ήπατος και των χοληφόρων. Γονιμότητα: Έχουν υπάρξει πολύ σπάνιες αναφορές ελαττωμένης ανδρικής γονιμότητας και/ή ανώμαλης σπερματογένεσης.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-TEGRETOL
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-TEGRETOL
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Όταν χορηγείται σε δισκία η καρβαμαζεπίνη απορροφάται σχετικά αργά αλλά σχεδόν πλήρως. Μετά από εφάπαξ δόση απλών δισκίων από το στόμα, η μέση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα της αναλλοίωτης ουσίας επιτυγχάνεται μέσα σε 12 ώρες. Με το σιρόπι η μέση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα επιτυγχάνεται σε 2 ώρες και με τα υπόθετα κατά μέσο όρο σε 12 ώρες. Σχετικά με την ποσότητα της δραστικής ουσίας που απορροφάται δεν υπάρχει κλινικά σημαντική διαφορά μεταξύ των δοσολογιών των από του στόματος μορφών. Μετά από μία εφάπαξ δόση 400 mg καρβαμαζεπίνης από το στόμα (δισκία) οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις της αναλλοίωτης καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα είναι περίπου 4,5 μg/ml. Όταν τα δισκία ελεγχόμενης αποδέσμευσης χορηγούνται εφάπαξ και επανειλημμένως επιτυγχάνουν μέγιστες συγκεντρώσεις της δραστικής ουσίας στο πλάσμα σε 24 ώρες, αλλά η μέση τιμή τους είναι κατά 25% κατώτερη από αυτήν των απλών δισκίων. Τα δισκία ελεγχόμενης αποδέσμευσης προκαλούν ένα στατιστικά σημαντικά μειωμένο δείκτη διακύμανσης, αλλά όχι σημαντικά μειωμένη Cmin σε σταθερή κατάσταση (steady state). Η διακύμανση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα σε ένα δοσολογικό σχήμα δύο φορές την ημέρα είναι μικρή. Η βιοδιαθεσιμότητα των δισκίων Tegretol ελεγχόμενης αποδέσμευσης είναι περίπου 15% χαμηλότερη από αυτήν των άλλων από το στόμα δοσολογικών μορφών. Όταν χορηγούνται υπόθετα, η ποσότητα της καρβαμαζεπίνης, που απορροφάται είναι κατά 25% περίπου χαμηλότερη από ό,τι με δισκία. Δε βρέθηκε μεταβολή του δείκτη διακύμανσης, παρά μόνον ελαφρά μείωση της Cmax και Cmin σε σύγκριση με τα δισκία σε σταθερή κατάσταση (steady state). Για δόσεις μέχρι 300mg καρβαμαζεπίνης, το 75% περίπου της συνολικής ποσότητας που απορροφάται φθάνει στη γενική κυκλοφορία του αίματος μέσα σε 6 ώρες μετά τη χορήγηση. Αυτό το αποτέλεσμα οδήγησε στην υπόδειξη να περιορίζεται η μέγιστη ημερήσια δόση σε 250 mg, 4 φορές την ημέρα. Οι συγκεντρώσεις καρβαμαζεπίνης στη σταθεροποιημένη κατάσταση (steady state) σταθεροποιούνται στο πλάσμα μέσα σε 1-2 εβδομάδες και εξαρτώνται σε ατομική βάση από την αυτοεπαγωγή της καρβαμαζεπίνης και την ετεροεπαγωγή άλλων ενζυμοεπαγωγικών φαρμάκων, καθώς επίσης και από την φυσική κατάσταση του ασθενή πριν από τη θεραπεία, τη δοσολογία και τη διάρκεια της θεραπείας. Οι συγκεντρώσεις της καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα στη σταθεροποιημένη κατάσταση (steady state) θεωρούνται ως «θεραπευτικού εύρους» και ποικίλλουν σημαντικά μεταξύ των ασθενών: για την πλειοψηφία των ασθενών έχει αναφερθεί ένα εύρος που κυμαίνεται μεταξύ 4 έως 12 μικρογραμμάρια/ml και το οποίο αντιστοιχεί σε 17 έως 50 micromol/L. Οι συγκεντρώσεις του 10,11-εποξειδίου της καρβαμαζεπίνης (φαρμακολογικά ενεργός μεταβολίτης): περίπου στο 30% των επιπέδων της καρβαμαζεπίνης. Η λήψη τροφής δεν έχει σημαντική επίδραση στο ρυθμό και στο βαθμό απορρόφησης, ανεξάρτητα από τη δοσολογική μορφή του Tegretol.
Κατανομή Η καρβαμαζεπίνη δεσμεύεται από τις πρωτεΐνες του ορού μέχρι ποσοστό 70-80%. Οι συγκεντρώσεις της αναλλοίωτης ουσίας στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό και στο σίελο αντανακλούν το μη πρωτεϊνικό δεσμευμένο τμήμα της στο πλάσμα (20-30%). Οι συγκεντρώσεις στο μητρικό γάλα βρέθηκαν ότι είναι ισοδύναμες με το 25-60% των αντίστοιχων επιπέδων στο πλάσμα. Η καρβαμαζεπίνη διαπερνά το φραγμό του πλακούντα. Εάν ληφθεί υπόψη η πλήρης απορρόφηση της καρβαμαζεπίνης, ο εμφανής όγκος κατανομής κυμαίνεται από 0,8 έως 1,9 L/kg.
Βιομετασχηματισμός Η καρβαμαζεπίνη μεταβολίζεται στο ήπαρ, όπου η οδός βιοσχηματισμού δια μέσου των εποξειδίων είναι η πλέον σημαντική και οδηγεί στο σχηματισμό του 10,11 τρανσδιόλ- παραγώγου και του γλυκουρονιδίου του, που αποτελούν τους κύριους μεταβολίτες. Το κυτόχρωμα Ρ450 3Α4 έχει αναγνωριστεί σαν το κύριο ισομερές που ευθύνεται για τον σχηματισμό του 10,11 εποξειδίου της καρβαμαζεπίνης από την καρβαμαζεπίνη. Η ανθρώπινη μικροσωμική εποξειδο-υδρολάση έχει αναγνωριστεί ως το ένζυμο που είναι υπεύθυνο για το σχηματισμό του 10,11 τρανσδιόλ- παραγώγου από το 10,11 εποξείδιο της καρβαμαζεπίνης. Το 9-Hydroxy-methyl- 10-carbamoyl acridan είναι ο λιγότερο σημαντικός μεταβολίτης, που έχει σχέση με αυτήν την οδό. Μετά από μία εφάπαξ δόση καρβαμαζεπίνης από το στόμα το 30% περίπου εμφανίζεται στα ούρα ως τελικό προϊόν της οδού των εποξειδίων. Άλλες σημαντικές οδοί βιοσχηματισμού για την καρβαμαζεπίνη οδηγούν σε διάφορες μονο-υδροξυλιωμένες ενώσεις, καθώς επίσης και στο Ν- γλυκουρονίδιο της καρβαμαζεπίνης το οποίο παράγεται από το UGΤ2Β7.
Αποβολή Ο χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής της αναλλοίωτης καρβαμαζεπίνης είναι 36 ώρες περίπου μετά από μία εφάπαξ δόση από το στόμα, ενώ μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση είναι μόνο 16-24 ώρες (αυτοεπαγωγή του ηπατικού συστήματος της μονο-οξυγονάσης) και εξαρτάται από τη διάρκεια της αγωγής. Σε ασθενείς που κάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με άλλα φάρμακα, που προκαλούν επαγωγή των ηπατικών ενζύμων (όπως φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη), οι χρόνοι ημιζωής κατέρχονται κατά μέσο όρο σε 9-10 ώρες. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής του μεταβολίτη 10,11- εποξειδίου στο πλάσμα είναι περίπου 6 ώρες μετά από εφάπαξ δόσεις από το στόμα του ίδιου του εποξείδιου. Μετά από χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 400 mg καρβαμαζεπίνης από το στόμα, το 72% απεκκρίνεται από τα ούρα και το 28% από τα κόπρανα. Στα ούρα το 2% περίπου της δόσης απεκκρίνεται σαν αναλλοίωτο φάρμακο και το 1% περίπου σαν ο φαρμακολογικά δραστικός μεταβολίτης το 10,11- εποξείδιο.
Ειδικοί πληθυσμοί Παιδιά Λόγω της αυξημένης αποβολής καρβαμαζεπίνης, τα παιδιά μπορεί να χρειασθούν υψηλότερες δόσεις καρβαμαζεπίνης (σε mg/kg) από ό,τι οι ενήλικες.
Ηλικιωμένοι Δεν υπάρχει ένδειξη μεταβολής της φαρμακοκινητικής της καρβαμαζεπίνης σε ηλικιωμένους ασθενείς σε σύγκριση με νέους ενήλικες.
Ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για τη φαρμακοκινητική της καρβαμαζεπίνης σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία.
ΕΟΦ · 4.3
Φάρμακα κατά της μανίας και της διπολικής διαταραχής
expand_more
Φάρμακα κατά της μανίας και της διπολικής διαταραχής
ΕΟΦ · 4.5
Aντιεπιληπτικά
expand_more
Aντιεπιληπτικά
Σκοπός της θεραπείας είναι ο έλεγχος των επιληπτικών κρίσεων με τη συνεχή διατήρηση δραστικών επιπέδων του φαρμάκου στο πλάσμα και από εκεί στον εγκεφαλικό ιστό. H δόση και η συχνότητα χορήγησής τους καθορίζονται από το χρόνο υποδιπλασιασμού, γι’ αυτό και είναι σκόπιμος ο προσδιορισμός των φαρμάκων αυτών στο πλάσμα. Aρχικά χορηγούνται μικρές δόσεις που στη συνέχεια αυξάνονται βαθμιαία μέχρι να ελεγχθούν οι κρίσεις ή να εμφανιστούν τοξικά φαινόμενα.
H ημερήσια ποσότητα του φαρμάκου πρέπει να χορηγείται σε όσο το δυνατόν λιγότερες δόσεις, ώστε να είναι πιο εύκολο για τον άρρωστο να εφαρμόζει το θεραπευτικό σχήμα. Tα περισσότερα αντιεπιληπτικά, όταν χορηγούνται σε μέση δόση μπορεί να δίνονται δύο φορές την ημέρα. H φαινοβαρβιτάλη, που έχει μεγάλο χρόνο ημίσειας ζωής, μπορεί να δίνεται μόνο μια φορά την ημέρα πριν από τον ύπνο. Όταν όμως τα αντιεπιληπτικά χορηγούνται σε μεγάλες δόσεις μπορεί να χρειασθεί η κατανομή τους σε 3 ή 4 δόσεις την ημέρα για να ελαχιστοποιηθούν οι ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδίως η υπνηλία, που σχετίζονται με υψηλές συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο αίμα.
Tα μικρά παιδιά μεταβολίζουν τα αντιεπιληπτικά ταχύτερα από τους ενηλίκους και γιαυτό πρέπει να χορηγούνται σε περισσότερες και μεγαλύτερες δόσεις ανά χιλιόγραμμο βάρους σώματος.
H έναρξη της θεραπείας πρέπει να γίνεται κατά κανόνα με ένα φάρμακο, που στις περισσότερες περιπτώσεις αρκεί για τον έλεγχο των κρίσεων. Προσθήκη δεύτερου φαρμάκου δικαιολογείται μόνο όταν οι κρίσεις συνεχίζονται παρά τις υψηλές συγκεντρώσεις στο αίμα του πρώτου ή όταν εμφανιστούν τοξικά φαινόμενα. Xρησιμοποίηση περισσότερων των δύο αντιεπιληπτικών σπανίως είναι απαραίτητη.
H χορήγηση των αντιεπιληπτικών φαρμάκων πρέπει να συνεχίζεται για τρία τουλάχιστον χρόνια από την εμφάνιση της τελευταίας κρίσης. Tυχόν παράταση της χορήγησης θα εξαρτηθεί από το είδος των κρίσεων, την ευκολία ή μη του ελέγχου τους και την ηλεκτροεγκεφαλογραφική εικόνα. Aνεξαρτήτως πάντως από τα παραπάνω, διακοπή της θεραπείας επιβάλλεται 5 χρόνια μετά την τελευταία κρίση. Πιθανότητα υποτροπής υπάρχει στο 15% περίπου των περιπτώσεων. Aπότομη διακοπή των αντιεπιληπτικών ενέχει τον κίνδυνο επανεμφάνισης των κρίσεων, που μπορεί να φθάσει μέχρι status epilepticus. Για τον λόγο αυτό πρέπει να γίνεται βαθμιαίως σε διάστημα μηνών. Tο ίδιο ισχύει και στην περίπτωση αλλαγής από ένα φάρμακο σε άλλο που πρέπει επίσης να γίνεται βαθμιαίως σε διάστημα εβδομάδων. Tα φάρμακα αυτά προκαλούν ενζυμική επαγωγή με αποτέλεσμα να ελαττώνουν τη δραστικότητα άλλων συγχρόνως χορηγουμένων φαρμάκων.
Για ορισμένα αντιεπιληπτικά έχει αποδειχθεί τερατογόνος δράση στα πειραματόζωα. Στον άνθρωπο εντούτοις ο κίνδυνος πρόκλησης συγγενών ανωμαλιών του εμβρύου είναι πρακτικά μικρός. Eπίσης τυχόν διακοπή της θεραπείας στη διάρκεια της κύησης θα προκαλέσει υποτροπή των κρίσεων, που η επίδρασή τους στο έμβρυο δεν είναι γνωστή και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι είναι λιγότερο επιβλαβής από τη φαρμακευτική αγωγή. Γι’ αυτό η αντιεπιληπτική αγωγή θα πρέπει να συνεχίζεται στη διάρκεια της κύησης.
Η καρβαμαζεπίνη και το βαλπροϊκό νάτριο έχουν σημαντική χρήση στη θεραπεία της διπολικής διαταραχής.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Ο μηχανισμός δράσης της καρβαμαζεπίνης δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί και συζητείται ευρέως. Μία κύρια υπόθεση είναι ότι η καρβαμαζεπίνη αναστέλλει την εκπόλωση των καναλιών νατρίου, αντιμετωπίζοντας τη δραστηριότητα των επιληπτικών κρίσεων. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ότι η καρβαμαζεπίνη ασκεί τις δράσεις της μειώνοντας την πολυσυναπτική νευρική απόκριση και αναστέλλοντας την μετα-τετανική ενίσχυση. Τόσο σε γάτες όσο και σε αρουραίους, η καρβαμαζεπίνη έδειξε να μειώνει τον πόνο που προκαλείται από διέγερση του νεύρου infraorbital. Μείωση του δυναμικού ενέργειας στον πυρήνα ventralis του θαλάμου στον εγκέφαλο και αναστολή του αντανακλαστικού lingual-mandibular παρατηρήθηκαν σε άλλες μελέτες μετά τη χρήση καρβαμαζεπίνης. Η καρβαμαζεπίνη προκαλεί τις παραπάνω επιδράσεις δεσμευόμενη σε κανάλια νατρίου εξαρτώμενα από την τάση και αποτρέποντας τα δυναμικά ενέργειας, τα οποία φυσιολογικά οδηγούν σε διεγερτικές επιδράσεις στα νεύρα. Στη διπολική διαταραχή, η καρβαμαζεπίνη πιστεύεται ότι αυξάνει τον κύκλο εργασιών της ντοπαμίνης και αυξάνει τη μετάδοση GABA, αντιμετωπίζοντας τα μανιακά και καταθλιπτικά συμπτώματα. Ένα κοινό πρόβλημα που έχει προκύψει είναι η αντοχή σε αυτό το φάρμακο σε έως και 30% των επιληπτικών ασθενών, η οποία μπορεί να οφείλεται σε αλλαγμένο μεταβολισμό σε ασθενείς με παραλλαγές γονότυπων. Ένας πιθανός θεραπευτικός στόχος για την καταπολέμηση της αντοχής στην καρβαμαζεπίνη έχει εντοπιστεί πρόσφατα ως ο προαγωγέας του γονιδίου EPHX1, που δυνητικά προσδίδει αντοχή στην καρβαμαζεπίνη μέσω μεθυλίωσης.
- Αντιεπιληπτικό: Ακριβής μηχανισμός άγνωστος· μπορεί να δρα ποστασυμναπτικά μειώνοντας την ικανότητα των νευρώνων να διατηρούν την εκπόλωση υψηλής συχνότητας μέσω ενίσχυσης της αδρανοποίησης των καναλιών νατρίου· εκτός από την αλλοίωση της νευρωνικής ευερεθιστότητας, μπορεί να δρα προ-συμναπτικά για να μπλοκάρει την απελευθέρωση νευροδιαβιβαστή εμποδίζοντας τα προ-συμναπτικά κανάλια νατρίου και την εκπόλωση των δυναμικών ενέργειας, η οποία με τη σειρά της μειώνει τη συναπτική μετάδοση.
- Αντι-νευραλγικό: Ακριβής μηχανισμός άγνωστος· μπορεί να εμπλέκει τους υποδοχείς γάμα-αμινοβουτυρικού οξέος (GABAB), οι οποίοι μπορεί να συνδέονται με κανάλια ασβεστίου.
- Αντι-μανιακό, αντι-ψυχωσικό: Ακριβής μηχανισμός άγνωστος· μπορεί να σχετίζεται είτε με τις αντι-επιληπτικές είτε με τις αντι-νευραλγικές δράσεις της καρβαμαζεπίνης, είτε με τις δράσεις της σε συστήματα διαμόρφωσης νευροδιαβιβαστών.
- Αντι-διουρητικό: Ακριβής μηχανισμός άγνωστος· μπορεί να ασκεί μια υποθαλαμική επίδραση στους οσμωτικούς υποδοχείς που μεσολαβείται μέσω της έκκρισης αντι-διουρητικής ορμόνης (ADH), ή μπορεί να έχει άμεση επίδραση στο νεφρικό σωληνάριο.
Για περισσότερα δεδομένα Μηχανισμού Δράσης (Πλήρη) για την ΚΑΡΒΑΜΑΖΕΠΙΝΗ (8 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Η βιοδιαθεσιμότητα της καρβαμαζεπίνης κυμαίνεται από 75-85% της λαμβανόμενης δόσης. Μετά από μία από του στόματος χορηγούμενη παρατεταμένης αποδέσμευσης δόση 200 mg καρβαμαζεπίνης σε φαρμακοκινητική μελέτη, η Cmax καρβαμαζεπίνης μετρήθηκε σε 1,9 ± 0,3 mcg/mL. Η Tmax ήταν 19 ± 7 ώρες. Μετά από πολλαπλές δόσεις 800 mg κάθε 12 ώρες, οι μέγιστες συγκεντρώσεις καρβαμαζεπίνης μετρήθηκαν σε 11,0 ± 2,5 mcg/mL. Η Tmax μειώθηκε σε 5,9 ± 1,8 ώρες. Η καρβαμαζεπίνη παρατεταμένης αποδέσμευσης έδειξε γραμμική φαρμακοκινητική σε εύρος 200-800 mg. Επίδραση τροφής στην απορρόφηση Ένα γεύμα πλούσιο σε λιπαρά αύξησε τον ρυθμό απορρόφησης μίας δόσης 400 mg, αλλά όχι την AUC της καρβαμαζεπίνης. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής παρέμεινε αμετάβλητος μεταξύ της κατάστασης με τροφή και νηστείας. Η φαρμακοκινητική μιας δόσης καρβαμαζεπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης αποδείχθηκε παρόμοια όταν χορηγήθηκε σε κατάσταση νηστείας ή με τροφή. Με βάση αυτά τα ευρήματα, η πρόσληψη τροφής είναι απίθανο να έχει σημαντικές επιδράσεις στην απορρόφηση της καρβαμαζεπίνης.
Μετά από από του στόματος δόση ραδιοσημασμένης καρβαμαζεπίνης, το 72% της χορηγηθείσας ραδιενεργής δόσης ανιχνεύθηκε στα ούρα και το υπόλοιπο της λαμβανόμενης δόσης βρέθηκε στα κόπρανα. Η καρβαμαζεπίνη απεκκρίνεται κυρίως ως υδροξυλιωμένοι και συζευγμένοι μεταβολίτες, και ελάχιστες ποσότητες αμετάβλητου φαρμάκου.
Ο όγκος κατανομής της καρβαμαζεπίνης βρέθηκε να είναι 1,0 L/kg σε μία φαρμακοκινητική μελέτη. Μια άλλη μελέτη υποδεικνύει ότι ο όγκος κατανομής της καρβαμαζεπίνης κυμαίνεται μεταξύ 0,7 και 1,4 L/kg. Η καρβαμαζεπίνη διαπερνά τον πλακούντα, και υψηλότερες συγκεντρώσεις αυτού του φαρμάκου βρίσκονται στο ήπαρ και τα νεφρά σε αντίθεση με τον πνεύμονα και τον εγκεφαλικό ιστό. Η καρβαμαζεπίνη διαπερνά μεταβλητά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.
Σε φαρμακοκινητική μελέτη, η εμφανής κάθαρση από του στόματος της καρβαμαζεπίνης ήταν 25 ± 5 mL/min μετά από μία δόση καρβαμαζεπίνης και 80 ± 30 mL/min μετά από πολλαπλές δόσεις.
Απορρόφηση: Αργή και μεταβλητή, αλλά σχεδόν πλήρως απορροφάται από το γαστρεντερικό σωλήνα.
Ασθενείς στους οποίους η μονοθεραπεία με καρβαμαζεπίνη διακόπτεται για προεγχειρητική παρακολούθηση ΗΕΓ/βίντεο συχνά εμφανίζουν τοξικότητα εάν επαναληφθεί η προηγούμενη δόση συντήρησης, ακόμη και μετά από λίγες ημέρες χωρίς καρβαμαζεπίνη. Για να προσδιοριστεί εάν αυτό οφείλεται σε ταχεία αναστρεψιμότητα της αυτο-επαγωγής του μεταβολισμού της καρβαμαζεπίνης, πραγματοποιήθηκαν μελέτες μονοδόσης της φαρμακοκινητικής της καρβαμαζεπίνης πριν και μετά τη διακοπή για παρακολούθηση σε 6 ενήλικες που λάμβαναν μονοθεραπεία με καρβαμαζεπίνη. Η περίοδος χωρίς καρβαμαζεπίνη ήταν 5,7 ± 1,1 ημέρες (μέσος όρος ± Τυπική Απόκλιση). Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της καρβαμαζεπίνης πριν και μετά τη διακοπή ήταν όγκος κατανομής 1,28 ± 0,29 έναντι 1,22 ± 0,33 L/kg, χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής (t½) 13,7 ± 1,67 έναντι 22,2 ± 2,36 ώρες (p < 0,001), και κάθαρση 1,54 ± 0,39 έναντι 0,92 ± 0,32 L/kg/ημέρα (p = 0,012). Υποθέτοντας ότι η απο-επαγωγή είναι μια διαδικασία πρώτης τάξης, ένας χρόνος ημίσειας ζωής απο-επαγωγής 3,84 ημερών λήφθηκε από ανάλυση λογαριθμικής γραμμικής παλινδρόμησης. Δείξαμε ότι μετά τη διακοπή της καρβαμαζεπίνης, η μισή ενζυμική αυτο-επαγωγή έχει ήδη χαθεί μετά από 3,84 ημέρες, υποδεικνύοντας πολύ ταχεία απο-επαγωγή. Τα αποτελέσματά μας παρέχουν επίσης τις απαραίτητες πληροφορίες για την πρόβλεψη της κάθαρσης και τη μείωση της κατάλληλης δόσης για την καρβαμαζεπίνη κατά τον χρόνο επανεισαγωγής.
Αυτή η μελέτη σχεδιάστηκε για να αξιολογήσει τη χρησιμότητα της καρβαμαζεπίνης ως ανιχνευτή για τον έλεγχο των επιδράσεων των παραγόντων του ξενιστή στον ανθρώπινο μεταβολισμό φαρμάκων. Εννέα υγιείς εθελοντές που δεν κάπνιζαν έλαβαν μία εφάπαξ από του στόματος δόση καρβαμαζεπίνης σε δόσεις που κυμαίνονται από 400 έως 500 χιλιοστόγραμμα. Μετρήσεις συγκεντρώσεων καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα και υπερδιηθημάτων πλάσματος από 0 έως 48 ώρες μετά τη χορήγηση, χρησιμοποιώντας ανοσοδοκιμασία με φθορισμό-πολωσιμότητα, χρησιμοποιήθηκαν για τον υπολογισμό της κάθαρσης, του όγκου κατανομής και της κάθαρσης του ελεύθερου φαρμάκου στο πλάσμα. Δείγματα αίματος που συλλέχθηκαν 48 ώρες μετά τη χορήγηση έδωσαν εκτιμήσεις μονο-δείγματος της κάθαρσης καρβαμαζεπίνης που ήταν πιο κοντά στις τιμές πολλαπλών δειγμάτων για την κάθαρση. Αυτό ίσχυε επίσης για την καρβαμαζεπίνη πλάσματος (ολική) και την ελεύθερη καρβαμαζεπίνη πλάσματος. Κατά τον υπολογισμό όλων των εκτιμήσεων μονο-δείγματος της κάθαρσης, χρησιμοποιήθηκε τιμή 1,1 L/kg για V και τιμή 4,3 L/kg χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό των εκτιμήσεων μονο-δείγματος της κάθαρσης του ελεύθερου φαρμάκου στο πλάσμα. Το μέσο σφάλμα πρόβλεψης ήταν λιγότερο από 5% σφάλμα για την κάθαρση και λιγότερο από 1% σφάλμα για την κάθαρση του ελεύθερου φαρμάκου στο πλάσμα όταν οι παράμετροι υπολογίστηκαν από συγκεντρώσεις 48 ωρών καρβαμαζεπίνης πλάσματος (ολική) ή ελεύθερης καρβαμαζεπίνης πλάσματος, αντίστοιχα. …
Αναφέρθηκε θανατηφόρα υπερδοσολογία καρβαμαζεπίνης με έγκαιρες προ-θανάτου και μετα-θανάτου συγκεντρώσεις καρβαμαζεπίνης. Οι συγκεντρώσεις καρβαμαζεπίνης ήταν 47,7 ug/mL 2 ώρες προ-θανάτου και 53 ug/mL στις 9 ώρες μετα-θανάτου. Η μικρή αύξηση στη συγκέντρωση του φαρμάκου μπορεί να αντικατοπτρίζει συνεχιζόμενη απορρόφηση του φαρμάκου τις τελευταίες 2 ώρες πριν από τον θάνατο. Οι μετα-θανάτου συγκεντρώσεις καρβαμαζεπίνης που λήφθηκαν από περιφερικό αγγείο σε αυτόν τον ασθενή φάνηκε να αντικατοπτρίζουν τις συγκεντρώσεις του φαρμάκου κατά τον χρόνο του θανάτου.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την ΚΑΡΒΑΜΑΖΕΠΙΝΗ (15 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η καρβαμαζεπίνη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ. Το ηπατικό ένζυμο CYP3A4 είναι το κύριο ένζυμο που μεταβολίζει την καρβαμαζεπίνη στον ενεργό μεταβολίτη της, την καρβαμαζεπίνη-10,11-εποξείδιο, η οποία περαιτέρω μεταβολίζεται στην τρανς-διόλη μορφή της από το ένζυμο εποξειδική υδρολάση. Άλλα ηπατικά κυτοχρωμικά ένζυμα που συμβάλλουν στον μεταβολισμό της καρβαμαζεπίνης είναι τα CYP2C8, CYP3A5 και CYP2B6. Η καρβαμαζεπίνη υφίσταται επίσης ηπατική συζεύξη μέσω της ουριδιλ-τρανσφεράσης UGT2B7 και συμβαίνουν διάφορες άλλες μεταβολικές αντιδράσεις, οδηγώντας στο σχηματισμό ελάσσονων υδροξυ-μεταβολιτών και κινονικών μεταβολιτών. Ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι η καρβαμαζεπίνη επάγει τον δικό της μεταβολισμό. Αυτό οδηγεί σε αυξημένη κάθαρση, μειωμένο χρόνο ημίσειας ζωής και μείωση των επιπέδων καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα.
Η φαρμακοκινητική μίας εφάπαξ από του στόματος δόσης καρβαμαζεπίνης-10,11-εποξειδίου, (100 mg) συγκρίθηκε σε 10 ασθενείς υπό χρόνια μονοθεραπεία με λαμοτριγίνη, (200-300 mg/ημέρα) και σε 10 υγιείς μάρτυρες που δεν έλαβαν φάρμακα. Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της καρβαμαζεπίνης-10,11-εποξειδίου σε ασθενείς που έλαβαν λαμοτριγίνη ήταν παρόμοιες με αυτές που παρατηρήθηκαν στους μάρτυρες (χρόνος ημίσειας ζωής: 7,2 ± 1,6 έναντι 6,1 ± 0,9 ώρες· εμφανής κάθαρση από του στόματος: 110,8 ± 53,1 έναντι 120,5 ± 29,9 ml/h/kg· εμφανής όγκος κατανομής: 1,08 ± 0,37 έναντι 1,04 ± 0,25 L/kg αντίστοιχα· μέσοι όροι ± τυπική απόκλιση). Αυτά τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι, σε αντίθεση με προηγούμενες υποθέσεις, η λαμοτριγίνη δεν έχει καμία επίδραση στη μεταβολική διάθεση της καρβαμαζεπίνης-10,11-εποξειδίου.
Η πλακουντιακή μεταφορά και ο μεταβολισμός της καρβαμαζεπίνης μελετήθηκαν σε σύστημα διάχυτης διασωλήνωσης πλακουντιακού κοτυληδόνα και αξιολογήθηκαν επίσης σε 16 ζεύγη μητρικών φλεβικών και ομφαλικών δειγμάτων αίματος. … Η καρβαμαζεπίνη που προστέθηκε στην μητρική κυκλοφορία διαπερνά τον πλακούντα αρχικά ταχύτερα από την αντιπυρίνη, γεγονός που συμφωνεί με τις διαφορετικές λιπόφιλες διαλυτότητες αυτών των ενώσεων. Δεδομένου ότι οι ρυθμοί μεταφοράς της αντιπυρίνης και της καρβαμαζεπίνης ήταν περίπου ίδιοι, ο μηχανισμός μεταφοράς της καρβαμαζεπίνης είναι πιθανώς παρόμοιος με αυτόν της αντιπυρίνης (παθητική διάχυση). Δεν ανιχνεύθηκαν μεταβολίτες της καρβαμαζεπίνης στο διαλύτη με χρωματογραφία υγρών υψηλής απόδοσης ή αεριοχρωματογραφία/φασματομετρία μάζας. Με τη βελτιωμένη μεθοδολογία HPLC για μεταβολίτες καρβαμαζεπίνης, ανιχνεύθηκαν έξι μεταβολίτες σε κλινικά δείγματα, συμπεριλαμβανομένης της 10-υδροξυ-10,11-διυδρο-καρβαμαζεπίνης (10-OH-CBZ), η οποία είχε περιγραφεί νωρίτερα μόνο σε 1 ουραιμικό ασθενή. Τα σχετιζόμενα επίπεδα μεταβολιτών έδειξαν σημαντικές ατομικές διαφορές. Η καρβαμαζεπίνη διαπερνά τον διασωληνωμένο πλακούντα ταχέως, αλλά αυτό δεν συμβάλλει στους μεταβολίτες καρβαμαζεπίνης που ανιχνεύονται στην μητρική και εμβρυική κυκλοφορία.
Ο στόχος αυτής της εργασίας ήταν να μελετηθεί η μεταφορά μέσω του αιματοεγκεφαλικού φραγμού, η κινητική κατανομής αίματος και ήπατος, η μεταβολική αλληλεπίδραση και ο τοπικός ηπατικός μεταβολισμός της καρβαμαζεπίνης στον αρουραίο, χρησιμοποιώντας μικροδιάχυση με την τεχνική του εσωτερικού προτύπου ως μέθοδο βαθμονόμησης in vivo. Η καρβαμαζεπίνη και ο κύριος μεταβολίτης της, η καρβαμαζεπίνη-10,11-εποξείδιο, κατανέμονται ομοιογενώς στον ιππόκαμπο και την παρεγκεφαλίδα. Οι λόγοι των περιοχών κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου για τις δύο εγκεφαλικές περιοχές προς τις περιοχές του αίματος κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου δεν διέφεραν από τη μονάδα για την καρβαμαζεπίνη· ήταν 0,46 ± 0,08 (ιππόκαμπος) και 0,45 ± 0,05 (παρεγκεφαλίδα) για την καρβαμαζεπίνη-10,11-εποξείδιο. Επιπλέον, η διάθεση της καρβαμαζεπίνης και της καρβαμαζεπίνης-10,11-εποξειδίου στο αίμα και το ήπαρ, μετά από εφάπαξ δόση καρβαμαζεπίνης, μελετήθηκε σε ελέγχους ζώων και σε αρουραίους μετά από προεπεξεργασία με κλομιπραμίνη. Αύξηση κατά 2 φορές των περιοχών του αίματος κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης της καρβαμαζεπίνης και μείωση στο 33% των περιοχών του αίματος κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης της καρβαμαζεπίνης-10,11-εποξειδίου στην ομάδα που έλαβε προεπεξεργασία δείχνουν την αναστολή του μεταβολισμού του σχηματισμού καρβαμαζεπίνης-10,11-εποξειδίου από την κλομιπραμίνη. Οι λόγοι των περιοχών κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης καρβαμαζεπίνης-10,11-εποξειδίου προς τις περιοχές κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης της καρβαμαζεπίνης, ως μέτρο σχηματισμού καρβαμαζεπίνης-10,11-εποξειδίου, δεν διέφεραν για το αίμα και το ήπαρ εντός των ομάδων ελέγχου και κλομιπραμίνης, αλλά οι λόγοι ήταν σημαντικά χαμηλότεροι για το ήπαρ και το αίμα στην ομάδα κλομιπραμίνης σε σύγκριση με τα ζώα ελέγχου. Επιπλέον, καρβαμαζεπίνη χορηγήθηκε τοπικά στο ενδοκυτταρικό υγρό του ήπατος μέσω του καθετήρα μικροδιάχυσης. Ο λόγος μεταβολισμού στο ήπαρ, εκφραζόμενος ως ο λόγος της συγκέντρωσης του σχηματιζόμενου καρβαμαζεπίνη-10,11-εποξειδίου προς τη συγκέντρωση καρβαμαζεπίνης που χορηγήθηκε, κυμάνθηκε από 18,2 ± 1,2% έως 19,6 ± 1,6%.
Η καρβαμαζεπίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την 3-υδροξυκαρβαμαζεπίνη, την 2-υδροξυκαρβαμαζεπίνη, την 9-υδροξυκαρβαμαζεπίνη και την καρβαμαζεπίνη 10,11-εποξείδιο.
Ηπατικό: Το CYP3A4 είναι η κύρια ισομορφή που είναι υπεύθυνη για τον σχηματισμό της καρβαμαζεπίνης-10,11-εποξειδίου. Αυτός ο μεταβολίτης είναι ενεργός και ισοδύναμος με την καρβαμαζεπίνη ως αντι-επιληπτικό. Η καρβαμαζεπίνη μεταβολίζεται ταχύτερα στον προαναφερθέντα μεταβολίτη σε νεότερους ασθενείς παρά σε ενήλικες. Επίσης υφίσταται συζεύξη μέσω της UGT2B7, αν και αυτό το εύρημα έχει αμφισβητηθεί. Οδός Απέκκρισης: Το 72% της δόσης βρίσκεται στα ούρα, ενώ το 28% στα κόπρανα. Υδροξυλιωμένοι και συζευγμένοι μεταβολίτες ανακτήθηκαν σε μεγάλο βαθμό στα ούρα. Το 3% της δόσης ανακτάται ως αμετάβλητη καρβαμαζεπίνη. Χρόνος Ημίσειας Ζωής: Οι αρχικές τιμές χρόνου ημίσειας ζωής κυμαίνονται από 25-65 ώρες, μειούμενες σε 12-17 ώρες σε επαναλαμβανόμενες δόσεις.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της καρβαμαζεπίνης ήταν 35 έως 40 ώρες μετά από μία εφάπαξ δόση καρβαμαζεπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης. Ο χρόνος ημίσειας ζωής κυμάνθηκε από 12-17 ώρες μετά από πολλαπλές δόσεις καρβαμαζεπίνης. Μία φαρμακοκινητική μελέτη προσδιόρισε τον χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής της καρβαμαζεπίνης να κυμαίνεται μεταξύ 27 έως 36,8 ώρες σε υγιείς εθελοντές.
Αρχική εφάπαξ δόση: Μπορεί να κυμαίνεται από 25 έως 65 ώρες. Χρόνια χορήγηση: Μπορεί να μειωθεί σε 8 έως 29 ώρες (μέσος όρος 12 έως 17 ώρες) λόγω αυτο-επαγωγής του μεταβολισμού.
Καρβαμαζεπίνη-10,11-εποξείδιο: 5 έως 8 ώρες. /Καρβαμαζεπίνη-10,11-εποξείδιο/
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη των ΕΠΙΛΗΠΤΙΚΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ ή τη μείωση της σοβαρότητάς τους.
- Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία διαταραχών της διάθεσης ή της μανίας που σχετίζονται με άλλες διαταραχές της διάθεσης.
- Μια υποκατηγορία αναλγητικών παραγόντων που συνήθως δεν δεσμεύονται σε ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΟΠΙΟΕΙΔΩΝ και δεν προκαλούν εθισμό. Πολλά μη-ναρκωτικά αναλγητικά προσφέρονται ως ΜΗ ΣΥΝΤΑΓΟΓΡΑΦΟΥΜΕΝΑ ΦΑΡΜΑΚΑ.
- Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν μέσω της αναστολής της εισόδου νατρίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών. Ο αποκλεισμός των καναλιών νατρίου επιβραδύνει τον ρυθμό και το πλάτος της αρχικής ταχείας εκπόλωσης, μειώνει την κυτταρική ευερεθιστότητα και μειώνει την ταχύτητα αγωγιμότητας.
- Φάρμακα και ενώσεις που προκαλούν τη σύνθεση του ΚΥΤΟΧΡΩΜΑΤΟΣ P-450 CYP3A.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
33CM23913M
ΚΑΡΒΑΜΑΖΕΠΙΝΗ
Φυσιολογικές Επιδράσεις [PE] - Μειωμένη Αποδιοργανωμένη Ηλεκτρική Δραστηριότητα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος
Καθορισμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Σταθεροποιητής Διάθεσης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 3A4
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 1A2
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 2B6
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 2C9
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 2C19
Η καρβαμαζεπίνη είναι Σταθεροποιητής Διάθεσης. Ο μηχανισμός δράσης της καρβαμαζεπίνης είναι ως Επαγωγέας Κυτοχρώματος P450 3A4, και Επαγωγέας Κυτοχρώματος P450 1A2, και Επαγωγέας Κυτοχρώματος P450 2B6, και Επαγωγέας Κυτοχρώματος P450 2C9, και Επαγωγέας Κυτοχρώματος P450 2C19. Η φυσιολογική επίδραση της καρβαμαζεπίνης γίνεται μέσω της Μειωμένης Αποδιοργανωμένης Ηλεκτρικής Δραστηριότητας Κεντρικού Νευρικού Συστήματος.
ΚΑΡΒΑΜΑΖΕΠΙΝΗ
Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 1A2 [MoA]· Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 2C9 [MoA]· Σταθεροποιητής Διάθεσης [EPC]· Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 2B6 [MoA]· Μειωμένη Αποδιοργανωμένη Ηλεκτρική Δραστηριότητα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος [PE]· Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 2C19 [MoA]· Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 3A4 [MoA]
ΚΑΡΒΑΜΑΖΕΠΙΝΗ ER
Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 1A2 [MoA]· Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 2C9 [MoA]· Σταθεροποιητής Διάθεσης [EPC]· Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 2B6 [MoA]· Μειωμένη Αποδιοργανωμένη Ηλεκτρική Δραστηριότητα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος [PE]· Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 2C19 [MoA]· Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 3A4 [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη των ΕΠΙΛΗΠΤΙΚΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ ή τη μείωση της σοβαρότητάς τους.
- Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία διαταραχών της διάθεσης ή της μανίας που σχετίζονται με άλλες διαταραχές της διάθεσης.
- Μια υποκατηγορία αναλγητικών παραγόντων που συνήθως δεν δεσμεύονται σε ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΟΠΙΟΕΙΔΩΝ και δεν προκαλούν εθισμό. Πολλά μη-ναρκωτικά αναλγητικά προσφέρονται ως ΜΗ ΣΥΝΤΑΓΟΓΡΑΦΟΥΜΕΝΑ ΦΑΡΜΑΚΑ.
- Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν μέσω της αναστολής της εισόδου νατρίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών. Ο αποκλεισμός των καναλιών νατρίου επιβραδύνει τον ρυθμό και το πλάτος της αρχικής ταχείας εκπόλωσης, μειώνει την κυτταρική ευερεθιστότητα και μειώνει την ταχύτητα αγωγιμότητας.
- Φάρμακα και ενώσεις που προκαλούν τη σύνθεση του ΚΥΤΟΧΡΩΜΑΤΟΣ P-450 CYP3A.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Α1 N03AF01Ενήλικες — Εστιακές κρίσεις: Μονοθεραπεία (1η/2η επιλογή)
- Εστιακής έναρξης κρίσεις με ή χωρίς αμφοτερόπλευρη επέκταση
- Ενήλικες > 16 ετών — αρχική αγωγή
Δοσολογία: Τιτλοποίηση έως μικρότερη αποτελεσματική δόση · Συνεχής