AMPHOTERICIN B
Αμφοτερικίνη β
Tα αντιμυκητιασικά φάρμακα είναι αναγκαία στην καθημέρα ιατρική πράξη τόσο για την αντιμετώπιση επιφανειακών λοιμώξεων του δέρματος και των βλεννογόνων όσο και για τη θεραπεία συστηματικών, εν τω βάθει μυκητιάσεων. Oι επιφανειακές μυκητιάσεις είναι αρκετά συχνές και συνήθως …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-AMBISOME
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια έγχυση
- Χορήγηση: 30-60 λεπτά (συνήθως), 2 ώρες (για δόσεις >5mg/kg/ημέρα)
- Δόση έναρξης: 1 mg/kg/ημέρα (για συστηματικές μυκητιάσεις)
- Τιτλοποίηση: Αυξάνεται βαθμιαία μέχρι 3 mg/kg/ημέρα ανάλογα με τις απαιτήσεις.
-
Ενήλικες ασθενείςΤο AmBisome πρέπει να χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση για χρονικό διάστημα 30-60 λεπτών. Η συνιστώμενη συγκέντρωση για την ενδοφλέβια έγχυση είναι 0,20 mg/mL έως 2,00 mg/mL αμφοτερικίνης Β ως AmBisome σε 5% δεξτρόζη. Για δόσεις μεγαλύτερες των 5mg/kg/ημέρα συστήνεται ενδοφλέβια έγχυση για χρονικό διάστημα 2 ωρών.
-
Θεραπεία συστηματικών μυκητιάσεων (Ενήλικες)Δόση1-3 mg/kg/ημέραΜέγ. δόση4-5 mg/kg/ημέραΗ θεραπευτική αγωγή αρχίζει συνήθως με ημερήσια δοσολογία 1 mg ανά χιλιόγραμμο βάρους σώματος και αυξάνεται βαθμιαία μέχρι 3 mg ανά χιλιόγραμμο βάρους σώματος ανάλογα με τις απαιτήσεις. Συνήθως, συνολική δόση 1-3 g AmBisome επί 3-4 εβδομάδες είναι επαρκής.
-
Εμπειρική θεραπεία σε εμπύρετη ουδετεροπενία (Ενήλικες)Δόση3 mg/kg/ημέρα
-
Θεραπεία σπλαχνικής λεϊσμανίασης (Ενήλικες)Δόση1-1,5 mg/kg/ημέρα επί 21 ημέρες ή 3 mg/kg/ημέρα για 10 ημέρεςΣε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς (π.χ. θετικούς HIV) μπορεί να χρησιμοποιηθεί δόση 1 έως 1,5 mg/kg ημερησίως επί 21 ημέρες. Μπορεί να απαιτηθεί θεραπεία συντήρησης ή επανάληψη της θεραπείας εφόδου.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (1 μηνός έως 18 ετών)Η δόση πρέπει να υπολογίζεται πάνω στην ίδια ανα kgr βάρους βάση όπως στους ενήλικες. Η αποτελεσματικότητα και ασφάλεια δεν έχει τεκμηριωθεί σε βρέφη κάτω του ενός μηνός.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΔεν απαιτούνται αλλαγές στη δοσολογία και στη συχνότητα χορήγησης.
-
Νεφρική ΑνεπάρκειαΔόση1-3 mg/kg/ημέραΔεν απαιτείται καμία προσαρμογή στη δοσολογία και στη συχνότητα χορήγησης.
block
SPC-AMBISOME
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα, εκτός εάν η κατάσταση του ασθενούς είναι απειλητική για τη ζωή και η θεραπεία με AmBisome είναι η μόνη επιλογή, με τη σύμφωνη γνώμη του θεράποντος ιατρού.
warning
SPC-AMBISOME
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Αναφυλαξία και αναφυλακτοειδής αντίδρασηΕάν συμβεί σοβαρή αντίδραση, η έγχυση πρέπει να διακοπεί αμέσως και ο ασθενής δεν θα πρέπει να λάβει περαιτέρω έγχυση AmBisome.
-
Αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυσηΠρέπει να ληφθούν υπόψη προστατευτικά μέτρα για την πρόληψη ή την θεραπεία αυτών των αντιδράσεων. Χαμηλότερες ταχύτητες έγχυσης (πάνω από 2 ώρες) ή δόσεις ρουτίνας διφαινυδραμίνης, παρακεταμόλης, πεθιδίνης και/ή υδροκορτιζόνης έχουν αναφερθεί ως αποτελεσματικές στην πρόληψη ή στη θεραπεία αυτών των αντιδράσεων.
-
ΝεφροτοξικότηταΑνεπιθύμητες ενέργειες συμπεριλαμβανομένων και των νεφρικών διαταραχών μπορούν να συμβούν στην περίπτωση παρατεταμένης θεραπείας όπου απαιτείται προσοχή. Σε μελέτες σύγκρισης του AmBisome 3mg/kg ημερησίως με υψηλότερες δόσεις (5, 6 ή 10 mg/kg ημερησίως), βρέθηκε ότι η συχνότητα εμφάνισης αυξημένων επιπέδων κρεατινίνης ορού, υποκαλιαιμίας και υπομαγνησαιμίας ήταν ιδιαίτερα υψηλή στις ομάδες υψηλών δόσεων. Εάν παρατηρηθεί κλινικά σημαντική μείωση της νεφρικής λειτουργίας ή επιδείνωση άλλων παραμέτρων θα πρέπει να εξεταστεί η μείωση της δόσης και η διακοπή ή η παύση της θεραπείας.
-
Οξεία πνευμονική τοξικότηταΣυνιστάται τα χρονικά διαστήματα μεταξύ των εγχύσεων (μετάγγιση λευκοκυττάρων) να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερα και να παρακολουθείται η πνευμονική λειτουργία.
-
ΣακχαρόζηΣτη θεραπεία διαβητικών ασθενών θα πρέπει να ληφθεί υπόψη πως το AmBisome περιέχει 900 mg σακχαρόζης ανά φιαλίδιο.
swap_horiz
SPC-AMBISOME
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Νεφροτοξικά φάρμακα (π.χ. κυκλοσπορίνη, αμινογλυκοσίδες, πενταμιδίνη)παρακολούθησηΜπορεί να ενισχύσει την πιθανότητα νεφροτοξικότητας.ΣύστασηΣυνιστάται τακτική παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
-
Κορτικοστεροειδή, κορτικοτροπίνη (ACTH), διουρητικάπαρακολούθησηΜπορεί να ενισχύσει την υποκαλιαιμία.
-
Γλυκοσίδες ΔακτυλίτιδαςπροσοχήΗ υποκαλιαιμία μπορεί να ενισχύσει την τοξικότητα της δακτυλίτιδας.
-
Μυοχαλαρωτικά (π.χ. tubocurarine)προσοχήΗ υποκαλιαιμία μπορεί να ενισχύσει το φαινόμενο της νευρομυϊκής χαλάρωσης.
-
ΦθοριοκυτοσίνηπροσοχήΜπορεί να αυξήσει την τοξικότητα της φθοριοκυτοσίνης.
-
Αντινεοπλασματικοί παράγοντεςπροσοχήΜπορεί να ενισχύσει το δυναμικό νεφροτοξικότητας, το βρογχόσπασμο και την υπόταση.
-
Μεταγγίσεις λευκοκυττάρωνπαρακολούθησηΟξεία πνευμονική τοξικότητα έχει αναφερθεί.ΣύστασηΣυνιστάται τα χρονικά διαστήματα μεταξύ των εγχύσεων να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερα και να παρακολουθείται η πνευμονική λειτουργία.
sick
SPC-AMBISOME
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- θρομβοπενία
- αναιμία
- αναφυλακτοειδής αντίδραση
- αναφυλακτικές αντιδράσεις
- υπερευαισθησία
- υποκαλιαιμία
- υπονατριαιμία
- υπασβεστιαιμία
- υπεργλυκαιμία
- υπομαγνησιαιμία
- κεφαλαλγία
- σπασμοί
- ταχυκαρδία
- καρδιακή ανακοπή
- αρρυθμία
- υπόταση
- αγγειοδιαστολή
- έξαψη
- δύσπνοια
- θωρακικό άλγος
- βρογχόσπασμος
- ναυτία
- έμετος
- διάρροια
- κοιλιακό άλγος
- μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας
- υπερχολερυθριναιμία
- αυξημένη αλκαλική φωσφατάση
- εξάνθημα
- αγγειονευρωτικό οίδημα
- οσφυαλγία
- ραβδομυόλυση (σχετιζόμενη με υποκαλιαιμία)
- μυοσκελετικό άλγος (που περιγράφεται σαν αρθραλγία ή οστικό άλγος)
- ρίγη
- πυρεξία
- αυξημένη κρεατινίνη
- αυξημένη ουρία αίματος
- νεφρική ανεπάρκεια
- νεφρική δυσλειτουργία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Λιγότερο συχνέςθρομβοπενίαΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΑΙΜΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΕΜΦΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
-
Μη γνωστέςαναιμίαΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΑΙΜΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΕΜΦΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
-
Λιγότερο συχνέςαναφυλακτοειδής αντίδρασηΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΑΝΟΣΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
-
Μη γνωστέςαναφυλακτικές αντιδράσειςΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΑΝΟΣΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
-
Μη γνωστέςυπερευαισθησίαΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΑΝΟΣΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
-
Πολύ συχνέςυποκαλιαιμίαΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΡΕΨΗΣ
-
ΣυχνέςυπονατριαιμίαΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΡΕΨΗΣ
-
ΣυχνέςυπασβεστιαιμίαΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΡΕΨΗΣ
-
ΣυχνέςυπεργλυκαιμίαΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΡΕΨΗΣ
-
ΣυχνέςυπομαγνησιαιμίαΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΡΕΨΗΣ
-
ΣυχνέςκεφαλαλγίαΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΝΕΥΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
-
Λιγότερο συχνέςσπασμοίΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΝΕΥΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
-
ΣυχνέςταχυκαρδίαΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ
-
Μη γνωστέςκαρδιακή ανακοπήΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ
-
Μη γνωστέςαρρυθμίαΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ
-
ΣυχνέςυπότασηΑΓΓΕΙΑΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ
-
ΣυχνέςαγγειοδιαστολήΑΓΓΕΙΑΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ
-
ΣυχνέςέξαψηΑΓΓΕΙΑΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ
-
ΣυχνέςδύσπνοιαΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ, ΤΟΥ ΘΩΡΑΚΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΕΣΟΘΩΡΑΚΙΟΥ
-
Συχνέςθωρακικό άλγοςΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ, ΤΟΥ ΘΩΡΑΚΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΕΣΟΘΩΡΑΚΙΟΥ
-
Λιγότερο συχνέςβρογχόσπασμοςΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ, ΤΟΥ ΘΩΡΑΚΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΕΣΟΘΩΡΑΚΙΟΥ
-
Πολύ συχνέςναυτίαΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
-
Πολύ συχνέςέμετοςΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
-
ΣυχνέςδιάρροιαΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
-
Συχνέςκοιλιακό άλγοςΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
-
Συχνέςμη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίαςΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΗΠΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΟΛΗΦΟΡΩΝ
-
ΣυχνέςυπερχολερυθριναιμίαΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΗΠΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΟΛΗΦΟΡΩΝ
-
Συχνέςαυξημένη αλκαλική φωσφατάσηΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΗΠΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΟΛΗΦΟΡΩΝ
-
ΣυχνέςεξάνθημαΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΔΕΡΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΥΠΟΔΟΡΙΟΥ ΙΣΤΟΥ
-
Μη γνωστέςαγγειονευρωτικό οίδημαΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΔΕΡΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΥΠΟΔΟΡΙΟΥ ΙΣΤΟΥ
-
ΣυχνέςοσφυαλγίαΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΜΥΟΣΚΕΛΕΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΝΔΕΤΙΚΟΥ ΙΣΤΟΥ
-
Μη γνωστέςραβδομυόλυση (σχετιζόμενη με υποκαλιαιμία)ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΜΥΟΣΚΕΛΕΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΝΔΕΤΙΚΟΥ ΙΣΤΟΥ
-
Μη γνωστέςμυοσκελετικό άλγος (που περιγράφεται σαν αρθραλγία ή οστικό άλγος)ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΜΥΟΣΚΕΛΕΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΝΔΕΤΙΚΟΥ ΙΣΤΟΥ
-
Πολύ συχνέςρίγηΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ
-
Πολύ συχνέςπυρεξίαΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ
-
Συχνέςαυξημένη κρεατινίνηΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΩΝ ΝΕΦΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
-
Συχνέςαυξημένη ουρία αίματοςΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΩΝ ΝΕΦΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
-
Μη γνωστέςνεφρική ανεπάρκειαΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΩΝ ΝΕΦΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
-
Μη γνωστέςνεφρική δυσλειτουργίαΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΩΝ ΝΕΦΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
pregnant_woman
SPC-AMBISOME
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΗ ασφάλεια του AmBisome στις εγκύους δεν έχει αποδειχθεί. Το AmΒisome θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την κύηση μόνο αν τα πιθανά οφέλη υπερσκελίζουν τον κίνδυνο για την μητέρα και το έμβρυο. Συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις έχουν επιτυχώς θεραπευθεί σε εγκύους με συμβατική αμφοτερικίνη Β χωρίς καμία εμφανή επίπτωση στο έμβρυο, αλλά ο αριθμός των αναφερόμενων περιπτώσεων δεν είναι επαρκής για να εξαχθούν συμπεράσματα για την ασφάλεια του AmBisome κατά την κύηση.
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΔεν είναι γνωστό εάν το AmBisome εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Η απόφαση για γαλουχία κατά τη λήψη AmBisome πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους πιθανούς κινδύνους για το παιδί όπως επίσης και τα οφέλη της γαλουχίας για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με AmBisome για τη μητέρα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-AMBISOME
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-AMBISOME
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-AMBISOME
expand_more
Δοσολογία
Ενήλικες ασθενείς Το AmBisome πρέπει να χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση για χρονικό διάστημα 30-60 λεπτών. Για δόσεις μεγαλύτερες των 5mg/kg/ημέρα συστήνεται ενδοφλέβια έγχυση για χρονικό διάστημα 2 ωρών (βλ. ενότητα 4.4). Η συνιστώμενη συγκέντρωση για την ενδοφλέβια έγχυση είναι 0,20 mg/mL έως 2,00 mg/mL αμφοτερικίνης Β ως AmBisome σε 5% δεξτρόζη.
Θεραπεία συστηματικών μυκητιάσεων: Η θεραπευτική αγωγή αρχίζει συνήθως με ημερήσια δοσολογία 1 mg ανά χιλιόγραμμο βάρους σώματος και αυξάνεται βαθμιαία μέχρι 3 mg ανά χιλιόγραμμο βάρους σώματος ανάλογα με τις απαιτήσεις. Η δοσολογία της αμφοτερικίνης Β σε μορφή AmBisome θα πρέπει να ρυθμίζεται ανάλογα με τις ειδικές ανάγκες του κάθε ασθενούς. Σε ορισμένες περιπτώσεις και όταν θεωρηθεί απαραίτητο από τον θεράποντα ιατρό, η ημερήσια δοσολογία δύναται να φθάσει 4-5 mg/kg. Συνήθως, συνολική δόση 1-3 g AmBisome επί 3-4 εβδομάδες είναι επαρκής για την αντιμετώπιση των μυκητιάσεων.
Εμπειρική θεραπεία σε εμπύρετη ουδετεροπενία: Η συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 3 mg/kg.
Θεραπεία σπλαχνικής λεϊσμανίασης: Δόση 1 έως 1,5 mg/kg ημερησίως επί 21 ημέρες ή εναλλακτικά δόση 3 mg/kg ημερησίως για 10 ημέρες μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την θεραπεία της σπλαχνικής λεϊσμανίασης. Σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς (π.χ. θετικούς HIV) μπορεί να χρησιμοποιηθεί δόση 1 έως 1,5 mg/kg ημερησίως επί 21 ημέρες. Επειδή υπάρχει κίνδυνος υποτροπής μπορεί να απαιτηθεί θεραπεία συντήρησης ή επανάληψη της θεραπείας εφόδου.
Παιδιατρικοί ασθενείς: Συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις, σπλαχνική λεϊσμανίαση και πιθανολογούμενες μυκητιασικές λοιμώξεις με εμπύρετη ουδετεροπενία έχουν θεραπευθεί επιτυχώς με AmBisome χωρίς αναφορές ασυνήθων ανεπιθύμητων συμβαμάτων. Το AmBisome έχει μελετηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 1 μηνός έως 18 ετών. Η δόση πρέπει να υπολογίζεται πάνω στην ίδια ανα kgr βάρους βάση όπως στους ενήλικες Η αποτελεσματικότητα και ασφάλεια του AmBisome δεν έχει τεκμηριωθεί σε βρέφη ηλικίας κάτω του ενός μηνός.
Ηλικιωμένοι ασθενείς: Δεν απαιτούνται αλλαγές στη δοσολογία και στη συχνότητα χορήγησης.
Νεφρική Ανεπάρκεια: Στο πλαίσιο κλινικών μελετών το AmBisome έχει επιτυχώς χρησιμοποιηθεί σε ένα μεγάλο αριθμό ασθενών με νεφρική ανεπάρκεια σε ημερήσια δοσολογία 1 - 3 mg/kg και χωρίς να απαιτηθεί καμία προσαρμογή στη δοσολογία και στη συχνότητα χορήγησης (βλ. ενότητα 4.4).
Ηπατική Ανεπάρκεια: Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα βάσει των οποίων να προταθεί δόση για ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια. (βλ. ενότητα 4.4).
Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση και την αραίωση του προϊόντος πριν τη χορήγηση, βλέπε ενότητα 6.6.
block
Αντενδείξεις
SPC-AMBISOME
expand_more
Αντενδείξεις
Αντενδείξεις
Το AmBisome αντενδείκνυται σε ασθενείς που έχουν εμφανίσει υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα εκτός από την περίπτωση εκείνη που η κατάσταση του ασθενούς, και με τη σύμφωνη γνώμη του θεράποντος ιατρού, είναι απειλητική για τη ζωή και απαιτεί μόνο θεραπεία με AmBisome.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-AMBISOME
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
- Έχουν σπανίως αναφερθεί αναφυλαξία και αναφυλακτοειδής αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση του AmBisome. Εάν συμβεί σοβαρή αναφυλακτική/αναφυλακτοειδής αντίδραση, η έγχυση πρέπει να διακοπεί αμέσως και ο ασθενής δεν θα πρέπει να λάβει περαιτέρω έγχυση AmBisome.
- Άλλες σοβαρές αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση μπορούν να συμβούν κατά τη χορήγηση προϊόντων που περιέχουν αμφοτερικίνη Β, συμπεριλαμβανομένου του AmBisome (βλ. ενότητα 4.8). Αν και οι αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση δεν είναι συχνά σοβαρές, πρέπει να ληφθούν υπόψη προστατευτικά μέτρα για την πρόληψη ή την θεραπεία αυτών των αντιδράσεων σε ασθενείς που λαμβάνουν AmBisome. Χαμηλότερες ταχύτητες έγχυσης (πάνω από 2 ώρες) ή δόσεις ρουτίνας διφαινυδραμίνης, παρακεταμόλης, πεθιδίνης και/ή υδροκορτιζόνης έχουν αναφερθεί ως αποτελεσματικές στην πρόληψη ή στη θεραπεία αυτών των αντιδράσεων.
- Έχει αποδειχθεί πως το AmBisome είναι σημαντικά λιγότερο τοξικό από τη συμβατική αμφοτερικίνη Β ειδικότερα σε ότι αφορά τη νεφροτοξικότητα, ωστόσο ανεπιθύμητες ενέργειες συμπεριλαμβανομένων και των νεφρικών διαταραχών μπορούν να συμβούν στην περίπτωση παρατεταμένης θεραπείας όπου απαιτείται προσοχή.
- Σε μελέτες σύγκρισης του AmBisome 3mg/kg ημερησίως με υψηλότερες δόσεις (5, 6 ή 10 mg/kg ημερησίως), βρέθηκε ότι η συχνότητα εμφάνισης αυξημένων επιπέδων κρεατινίνης ορού, υποκαλιαιμίας και υπομαγνησαιμίας ήταν ιδιαίτερα υψηλή στις ομάδες υψηλών δόσεων.
- Πρέπει να πραγματοποιείται τακτική εργαστηριακή αξιολόγηση των ηλεκτρολυτών ορού, ειδικά του καλίου και του μαγνησίου όπως επίσης και της νεφρικής, ηπατικής λειτουργίας και της αιμοποίησης. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε ασθενείς που λαμβάνουν και άλλα νεφροτοξικά φάρμακα (βλ. ενότητα 4.5).
- Θα πρέπει παράλληλα να αξιολογούνται τα επίπεδα των ηλεκτρολυτών στον ορό αίματος, ειδικά το κάλιο και το μαγνήσιο. Λόγω του κινδύνου υποκαλιαιμίας, μπορεί να χρειαστεί χορήγηση κατάλληλου συμπληρώματος καλίου κατά τη διάρκεια χορήγησης AmBisome. Εάν παρατηρηθεί κλινικά σημαντική μείωση της νεφρικής λειτουργίας ή επιδείνωση άλλων παραμέτρων θα πρέπει να εξεταστεί η μείωση της δόσης και η διακοπή ή η παύση της θεραπείας.
- Οξεία πνευμονική τοξικότητα έχει αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν αμφοτερικίνη Β (σε μορφή συμπλέγματος sodium deoxycholate) κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά από μετάγγιση λευκοκυττάρων. Συνιστάται τα χρονικά διαστήματα μεταξύ αυτών των εγχύσεων να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερα και να παρακολουθείται η πνευμονική λειτουργία.
- Στη θεραπεία διαβητικών ασθενών θα πρέπει να ληφθεί υπόψη πως το AmBisome περιέχει 900 mg σακχαρόζης ανά φιαλίδιο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-AMBISOME
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Δεν έχουν διεξαχθεί ειδικές μελέτες αλληλεπίδρασης με το AmBisome. Εν τούτοις, τα ακόλουθα φάρμακα είναι γνωστό ότι αλληλεπιδρούν με την αμφοτερικίνη Β και μπορεί να αλληλεπιδρούν με το AmBisome:
Νεφροτοξικά φάρμακα: Η ταυτόχρονη χορήγηση αμφοτερικίνης Β με άλλους νεφροτοξικούς παράγοντες, (π.χ.: κυκλοσπορίνη, αμινογλυκοσίδες και πενταμιδίνη) μπορεί να ενισχύσει την πιθανότητα νεφροτοξικότητας που προκαλείται από το φάρμακο σε μερικούς ασθενείς. Ωστόσο έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν συγχρόνως κυκλοσπορίνη και/ή αμινογλυκοσίδες, το AmBisome να σχετίζεται με σημαντικά λιγότερη τοξικότητα συγκρινόμενη με αυτή της συμβατικής αμφοτερικίνης Β. Συνιστάται τακτική παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας σε ασθενείς που λαμβάνουν AmBisome με οποιαδήποτε νεφροτοξικά φάρμακα.
Κορτικοστεροειδή, κορτικοτροπίνη (ACTH) και διουρητικά: Ταυτόχρονη χορήγηση κορτικοστεροειδών, κορτικοτροπίνης και διουρητικών (αγκύλης και θειαζιδικών) μπορεί να ενισχύσει την υποκαλιαιμία.
Γλυκοσίδες Δακτυλίτιδας: Η υποκαλιαιμία που προκαλείται από το AmBisome μπορεί να ενισχύσει την τοξικότητα της δακτυλίτιδας.
Μυοχαλαρωτικά: Η υποκαλιαιμία που προκαλείται από το AmBisome μπορεί να ενισχύσει το φαινόμενο του κουραρίου που προκαλούν τα χαλαρωτικά των σκελετικών μυών (π.χ. tubocurarine).
Αντιμυκητιασικά: Η ταυτόχρονη χορήγηση φθοριοκυτοσίνης μπορεί να αυξήσει την τοξικότητα της φθοριοκυτοσίνης πιθανότατα αυξάνοντας της κυτταρική της πρόσληψη η/και διαταράσσοντας την νεφρική της αποβολή.
Αντινεοπλασματικοί παράγοντες: Η ταυτόχρονη χορήγηση αντινεοπλασματικών παραγόντων μπορεί να ενισχύσει το δυναμικό νεφροτοξικότητας, το βρογχόσπασμο και την υπόταση. Οι αντινεοπλασματικοί παράγοντες πρέπει να συγχορηγούνται με προσοχή.
Μεταγγίσεις λευκοκυττάρων: Οξεία πνευμονική τοξικότητα έχει αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν αμφοτερικίνη (σε μορφή συμπλέγματος sodium deoxycholate) κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά από μετάγγιση λευκοκυττάρων. Συνιστάται τα χρονικά διαστήματα μεταξύ αυτών των εγχύσεων να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερα και να παρακολουθείται η πνευμονική λειτουργία.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-AMBISOME
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Πυρετός και ρίγη είναι οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με την έγχυση και οι οποίες είναι αναμενόμενες κατά τη χορήγηση του AmBisome. Λιγότερο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με την έγχυση μπορούν να είναι ένα από τα παρακάτω συμπτώματα: θωρακικό άλγος ή αίσθηση σύσφιγξης του θώρακα, δύσπνοια, βρογχόσπασμος, έξαψη, ταχυκαρδία, υπόταση και μυοσκελετικό άλγος (που περιγράφεται ως αρθραλγία, οσφυαλγία και οστικό άλγος). Αυτές υποχωρούν γρήγορα με τη διακοπή της έγχυσης και μπορεί να μη συμβούν με κάθε επακόλουθη δόση ή όταν χρησιμοποιούνται χαμηλότερες ταχύτητες έγχυσης (πέραν των 2 ωρών). Επιπρόσθετα, ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με την έγχυση μπορεί να αποφευχθούν με τη χορήγηση προκαταρκτικής αγωγής. Όμως, σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με την έγχυση μπορεί να καταστήσουν απαραίτητη την μόνιμη διακοπή του AmBisome (βλ. ενότητα 4.4).
Σε δύο διπλές-τυφλές, συγκριτικές μελέτες, οι ασθενείς που ελάμβαναν AmBisome παρουσίασαν μικρότερο ποσοστό ανεπιθύμητων ενεργειών σχετιζόμενων με την έγχυση σε σχέση με τη συμβατική αμφοτερικίνη Β ή με τα λιπιδικά συμπλέγματα αμφοτερικίνης Β.
Σε ανάλυση δεδομένων από τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες κλινικές μελέτες συγκρίνοντας το AmBisome με τη συμβατική αμφοτερικίνη σε περισσότερους από 1000 ασθενείς, οι αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν σημαντικά λιγότερο σοβαρές και λιγότερο συχνές στους ασθενείς που ελάμβαναν AmBisome απ’ ότι στους ασθενείς που ελάμβαναν συμβατική αμφοτερικίνη Β.
Νεφροτοξικότητα συμβαίνει, σε ορισμένο βαθμό, με τη συμβατική αμφοτερικίνη Β στους περισσότερους ασθενείς που λαμβάνουν το φάρμακο ενδοφλεβίως. Σε δύο διπλές-τυφλές μελέτες, η επίπτωση της νεφροτοξικότητας με το AmBisome (αύξηση της κρεατινίνης στον ορό 2 φορές της χαμηλότερης τιμής), είναι σχεδόν η μισή από αυτή που έχει αναφερθεί από τη χορήγηση συμβατικής αμφοτερικίνης Β ή λιπιδικών συμπλεγμάτων αμφοτερικίνης Β.
Οι πιο κάτω ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αποδοθεί στο AmBisome με βάση δεδομένα από κλινικές μελέτες και την εμπειρία μετά την κυκλοφορία. Η συχνότητα έχει υπολογισθεί βάση της ανάλυσης από δειγματικές κλινικές μελέτες σε 688 ασθενείς που ελάμβαναν AmBisome. Η συχνότητα ανεπιθυμήτων ενεργειών που έχουν ταυτοποιηθεί με την εμπειρία μετά την κυκλοφορία είναι άγνωστη. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν κατηγοριοποιηθεί σύμφωνα με τη κατηγορία/οργανικό σύστημα χρησιμοποιώντας το MedDRA και τη συχνότητα.
Οι συχνότητες ορίζονται ως ακολούθως: Πολύ συχνές ≥ 10% Συχνές ≥ 1% και < 10% Λιγότερο συχνές ≥ 0.1% και < 1% Σπάνιες ≥ 0.01% και < 0.1% Πολύ σπάνιες < 0.01%
ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΑΙΜΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΕΜΦΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ Λιγότερο συχνές: θρομβοπενία Μη γνωστές: αναιμία
ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΑΝΟΣΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ Λιγότερο συχνές: αναφυλακτοειδής αντίδραση Μη γνωστές: αναφυλακτικές αντιδράσεις, υπερευαισθησία
ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΡΕΨΗΣ Πολύ συχνές: υποκαλιαιμία Συχνές: υπονατριαιμία, υπασβεστιαιμία, υπεργλυκαιμία, υπομαγνησιαιμία
ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΝΕΥΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ Συχνές: κεφαλαλγία Λιγότερο συχνές: σπασμοί
ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ Συχνές: ταχυκαρδία Μη γνωστές: καρδιακή ανακοπή, αρρυθμία
ΑΓΓΕΙΑΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ Συχνές: υπόταση, αγγειοδιαστολή, έξαψη
ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ, ΤΟΥ ΘΩΡΑΚΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΕΣΟΘΩΡΑΚΙΟΥ Συχνές: δύσπνοια θωρακικό άλγος Λιγότερο συχνές: βρογχόσπασμος
ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ Πολύ συχνές: ναυτία, έμετος Συχνές: διάρροια, κοιλιακό άλγος
ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΗΠΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΟΛΗΦΟΡΩΝ Συχνές: μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας, υπερχολερυθριναιμία, αυξημένη αλκαλική φωσφατάση
ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΔΕΡΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΥΠΟΔΟΡΙΟΥ ΙΣΤΟΥ Συχνές: εξάνθημα Μη γνωστές: αγγειονευρωτικό οίδημα
ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΜΥΟΣΚΕΛΕΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΝΔΕΤΙΚΟΥ ΙΣΤΟΥ Συχνές: οσφυαλγία Μη γνωστές: ραβδομυόλυση (σχετιζόμενη με υποκαλιαιμία), μυοσκελετικό άλγος (που περιγράφεται σαν αρθραλγία ή οστικό άλγος)
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ Πολύ συχνές: ρίγη, πυρεξία
ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΩΝ ΝΕΦΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ Συχνές: αυξημένη κρεατινίνη, αυξημένη ουρία αίματος Μη γνωστές: νεφρική ανεπάρκεια, νεφρική δυσλειτουργία
Παρεμβολή σε Χημικό Προσδιορισμό Φωσφόρου: Μπορεί να παρουσιαστεί ψευδής άνοδος των επιπέδων των φωσφορικών ορού, όταν δείγματα από ασθενείς που λαμβάνουν AmBisome αναλύονται με τη δοκιμασία PHOSm (π.χ. που χρησιμοποιείται σε αναλυτές Beckman Coulter analyzers, συμπεριλαμβανομένου του Synchron LX20). Η δοκιμή αυτή αποσκοπεί στον ποσοτικό προσδιορισμό του ανόργανου φωσφόρου στον ανθρώπινο ορό, στο πλάσμα ή σε δείγματα ούρων.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-AMBISOME
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Μελέτες τερατογένεσης στους επίμυες και στα κουνέλια έδειξαν ότι το AmBisome δεν έχει δυναμικό τερατογένεσης σε αυτά τα είδη (βλ. επίσης ενότητα 5.3). Η ασφάλεια του AmBisome στις εγκύους δεν έχει αποδειχθεί. Το AmΒisome θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την κύηση μόνο αν τα πιθανά οφέλη υπερσκελίζουν τον κίνδυνο για την μητέρα και το έμβρυο. Συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις έχουν επιτυχώς θεραπευθεί σε εγκύους με συμβατική αμφοτερικίνη Β χωρίς καμία εμφανή επίπτωση στο έμβρυο, αλλά ο αριθμός των αναφερόμενων περιπτώσεων δεν είναι επαρκής για να εξαχθούν συμπεράσματα για την ασφάλεια του AmBisome κατά την κύηση.
Γαλουχία
Δεν είναι γνωστό εάν το AmBisome εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Η απόφαση για γαλουχία κατά τη λήψη AmBisome πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους πιθανούς κινδύνους για το παιδί όπως επίσης και τα οφέλη της γαλουχίας για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με AmBisome για τη μητέρα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-AMBISOME
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιμηκυτιασικά για συστηματική χρήση, αντιβιοτικά, κωδικός ATC:J02AA01
Η αμφοτερικίνη Β είναι ένα πολυενικό αντιμυκητιασικό αντιβιοτικό που παράγεται από τον Streptomyces nodosus. Τα λιποσώματα είναι κλειστά, σφαιρικά κυστίδια που σχηματίζονται από διάφορες αμφιφιλικές ουσίες όπως τα φωσφολιπίδια. Τα φωσφολιπίδια διατάσσονται σε μεμβρανώδεις διπλοστoιβάδες όταν εκτίθενται σε υδατικά διαλύματα. Το λιπόφιλο ήμισυ της αμφοτερικίνης Β επιτρέπει στο φάρμακο να ενσωματωθεί παρεμβαλλόμενο στη λιποειδή διπλοστοιβάδα των λιποσωμάτων.
Η αμφοτερικίνη Β έχει μυκητοστατική ή μυκητοκτόνο δράση ανάλογα με την συγκέντρωση που επιτυγχάνεται στα υγρά του σώματος και την ευαισθησία του μύκητα. Το φάρμακο πιθανώς, δρα δια δεσμεύσεως με τις στερόλες που βρίσκονται στην κυτταρική μεμβράνη του μύκητα, με επακόλουθο την μεταβολή της διαβατότητας της μεμβράνης που επιτρέπει την διαρροή διαφόρων μικρών μορίων. Οι κυτταρικές μεμβράνες των θηλαστικών περιέχουν επίσης στερόλες και πιστεύεται ότι η βλάβη στα ανθρώπινα κύτταρα και στα κύτταρα των μυκήτων που προκαλείται από την αμφοτερικίνη B μπορεί να προκαλούνται από τον ίδιο μηχανισμό.
Μικροβιολογία: Η αμφοτερικίνη Β το αντιμυκητιασικό συστατικό του AmBisome εμφανίζει υψηλή in vitro δραστικότητα έναντι πολλών ειδών μυκήτων.
Πρέπει να λαμβάνονται δείγματα για καλλιέργεια μυκήτων και για άλλες συναφείς εργαστηριακές εξετάσεις (ορολογικές, ιστοπαθολογικές) πριν από τη θεραπεία προκειμένου να ταυτοποιούνται οι υπεύθυνοι για τη λοίμωξη οργανισμοί. Η θεραπεία μπορεί να αρχίσει πριν τη γνωστοποίηση των αποτελεσμάτων των καλλιεργειών και των άλλων εργαστηριακών εξετάσεων, ωστόσο αμέσως μετά τη λήψη των ανωτέρω αποτελεσμάτων η αντιοιμώδης θεραπεία πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα.
Η ευαισθησία εμφανίζει γεωγραφική αλλά και χρονική διακύμανση για επιλεγμένα είδη, επομένως τοπικές πληροφορίες σχετικά με την ευαισθησία είναι επιθυμητές, ειδικότερα όταν πρόκειται να αντιμετωπιστούν σοβαρές λοιμώξεις. Οι πληροφορίες που παρατίθενται στους Πίνακες 1 και 2 είναι ένας οδηγός πιθανοτήτων για το αν οι μικροοργανισμοί θα είναι ευαίσθητοι στο AmBisome ή όχι. Όπως για όλους τους αντιμικροβιακούς παράγοντες, έχουν ταυτοποιηθεί κλινικά απομονωθέντα στελέχη με μειωμένη ευαισθησία στο AmBisome.
Οι δοκιμές ευαισθησίας για ζυμομύκητες και ευρωτομύκητες που σχηματίζουν σπόρια διενεργήθηκαν σύμφωνα με τις μεθόδους της Υποεπιτροπής Δοκιμής της Ευαισθησίας σε Αντιμυκητιασικούς Παράγοντες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Δοκιμής της Ευαισθησίας σε Αντιμικροβιακούς Παράγοντες (AFST-EUCAST, Lass-Flörl et al., Antimicrob Agents Chemother. 2008∙ 52(10):3637-41).
Βλ. Πίνακες 1 και 2 για τα δεδομένα σχετικά με την in vitro ευαισθησία (τιμές MIC90).
Πίνακας 1: In vitro ευαισθησία ειδών ζυμομυκήτων έναντι του AmBisome
| Είδη | |
|---|---|
| Candida Είδη | |
| Candida albicans | 59 |
| Candida glabrata | 18 |
| Candida parapsilosis | 18 |
| Candida krusei | 19 |
| Candida lusitaniae | 9 |
| Candida tropicalis | 10 |
| Candida guilliermondii | 4 |
| Λοιπά είδη | |
| Saccharomyces cerevisiae | 3 |
| Cryptococcus neoformans var. neoformans | 10 |
| Cryptococcus neoformans var. gattii | 3 |
| Trichosporon inkin | 3 |
| Trichosporon asahii | 4 |
| Geotrichum candidum | 4 |
Πίνακας 2: In vitro ευαισθησία ειδών ευρωτομυκήτων έναντι του AmBisome
| Είδη | |
|---|---|
| Aspergillus Είδη | |
| Aspergillus fumigatus | 29 |
| Aspergillus terreus | 34 |
| Aspergillus flavus | 21 |
| Aspergillus niger | 13 |
| *Μουκορ ύκητες | |
| Rhizomucor species | 17 |
| Absidia corymbifera | 4 |
| Absidia species | 17 |
| Rhizopus microsporus var. oligosporus | 3 |
| Rhizopus oryzae | 6 |
| Rhizopus species | 12 |
| Mucor hiemalis | 3 |
| Mucor species | 11 |
| Cunninghamella species | 4 |
| Λοιπά είδη | |
| Scedosporium prolificans | 2 |
| Scedosporium apiospermum | 3 |
| Penicillium marneffei | 2 |
| Penicillium species | 2 |
| Fusarium solani | 2 |
| Fusarium oxysporum | 2 |
| Sporothrix schenckii | 2 |
| Curvularia lunata | 2 |
| Bipolaris australiensis | 2 |
| Rhinocladiella aquaspersa | 2 |
- Λόγω των πρόσφατων αλλαγών στην ταξινόμηση ο όρος «Μουκορ ύκητες» έχει αντικαταστήσει τον όρο «ζυγομύκητες»
Το AmBisome έχει αποδειχθεί αποτελεσματικό σε πειραματόζωα με σπλαχνική λεϊσμανίαση που προκαλείται από Leishmania infantum και Leishmania donovani. Σε ποντίκια μολυσμένα με Leishmania infantum υπό θεραπεία με AmBisome 3 mg/kg 3-7 για δόσεις, όλα τα δοσολογικά σχήματα με AmBisome θεράπευσαν τα ποντίκια γρηγορότερα από το sodium stibogluconate και δεν παρατηρήθηκε τοξικότητα. Σε ποντίκια μολυσμένα με Leishmania donovani, το AmBisome ήταν 5 φορές πιο αποτελεσματικό και 25 φορές λιγότερο τοξικό από την αμφοτερικίνη Β.
Κλινική εμπειρία Η αποτελεσματικότητα του AmBisome έχει αποδειχθεί σε σειρά κλινικών δοκιμών για τη θεραπεία συστηματικών μυκητιασικών λοιμώξεων, ως εμπειρική θεραπεία σε ουδετεροπενικούς ασθενείς με πυρετό άγνωστης αιτιολογίας και για τη θεραπεία της σπλαχνικής λεϊσμανίασης. Οι εν λόγω μελέτες περιλαμβάνουν τυχαιοποιημένες μελέτες σύγκρισης του AmBisome έναντι της συμβατικής αμφοτερικίνης B, σε αποδεδειγμένες λοιμώξεις οφειλόμενες στα είδη Aspergillus και Candida, όπου η αποτελεσματικότητα αμφοτέρων των φαρμακευτικών προϊόντων ήταν ισοδύναμη. Σε ουδετεροπενικούς ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς με πυρετό και πιθανολογούμενη μυκητιασική λοίμωξη, τα αποτελέσματα μιας τυχαιοποιημένης διπλής τυφλής κλινικής δοκιμής απέδειξαν ότι η χορήγηση AmBisome 3 mg/kg ημερησίως είναι εξίσου αποτελεσματική με τη συμβατική αμφοτερικίνη Β. Η αποτελεσματικότητα του AmBisome στη θεραπεία της σπλαχνικής λεϊσμανίασης έχει σαφώς καταδειχθεί σε μεγάλο πληθυσμό ανοσοεπαρκών και ανοσοκατεσταλμένων ασθενών.
Διηθητικές Μυκητιασικές Λοιμώξεις (Invasive Filamentous Fungal Infections, IFFI) συμπεριλαμβανομένων των ειδών Aspergillus: Η αποτελεσματικότητα του AmBisome έχει καταδειχθεί σε μεγάλης κλίμακας τυχαιοποιημένη πολυκεντρική μελέτη ως θεραπεία πρώτης γραμμής σε ανοσοκατεσταλμένους κυρίως ουδετεροπενικούς (>30 ημέρες) ενήλικες και παιδιά ηλικίας ≥ 6 μηνών με αποδεδειγμένες ή πιθανολογούμενες λοιμώξεις IFFI (Μελέτη AmBiLoad). Οι ασθενείς παρακολουθήθηκαν για διάστημα 12 εβδομάδων. Έγινε σύγκριση ανάμεσα σε ένα τυπικό δοσολογικό σχήμα 3 mg/kg/ ημέρα (N=107) και σε ένα σχήμα με δόση φόρτισης 10 mg/kg/ ημέρα για τις πρώτες 14 ημέρες θεραπείας. Τα συνολικά ποσοστά θετικής ανταπόκρισης ήταν 50% για τα άτομα στην ομάδα της τυπικής δόσης και 46% για τα άτομα στην ομάδα της δόσης φόρτισης (στο τροποποιημένο set ανάλυσης πρόθεσης θεραπείας). Οι διαφορές δεν ήταν στατιστικά σημαντικές. Ο διάμεσος χρόνοςέχρι την υποχώρηση του πυρετού ήταν παρόμοιος και στις δύο ομάδες (6,5 και 5 ημέρες αντίστοιχα). Δώδεκα εβδομάδες μετά την πρώτη δόση του AmBisome, η επιβίωση ήταν 72% στην ομάδα της τυπικής δόσης και 59% στην ομάδα της δόσης φόρτισης (μια διαφορά που δεν ήταν στατιστικά σημαντική).
Διηθητική Καντιντίαση: Το AmBisome (3 mg/kg/ ημέρα) ήταν το ίδιο αποτελεσματικό με την ικαφουγκίνη (100 mg/ ημέρα [σωματικό βάρος > 40 kg] ή 2 mg/kg/ ημέρα [σωματικό βάρος ≤ 40 kg]) ως θεραπεία πρώτης γραμμής της καντινταιμίας και της διηθητικής καντιντίασης σε μια τυχαιοποιημένη διπλά τυφλή πολυεθνική μελέτη μη κατωτερότητας σε ενήλικες και παιδιά. Το AmBisome και η ικαφουγκίνη χορηγήθηκαν για μέσο διάστημα 15 ημερών. Η συνολική θετική ανταπόκριση ήταν 89,5% (170/190) για την ομάδα του AmBisome και 89,6% (181/202) για την ομάδα της ικαφουγκίνης (σύμφωνα με το set ανάλυσης πρωτοκόλλου).
Η παιδιατρική υπομελέτη στην οποία εισήχθηκαν ασθενείς από τη γέννηση, συμπεριλαμβανομένων πρόωρων βρεφών, έδειξε μεγαλύτερη αριθμητική ανταπόκριση μεταξύ των ασθενών όλων των ηλικιών στους οποίους χορηγήθηκε AmBisome, με εξαίρεση τα πρόωρα βρέφη (88,1% [37/42]). Τα συνολικά ποσοστά θετικής ανταπόκρισης ήταν για το AmBisome 85,4% (35/41) και για την ικαφουγκίνη (σύμφωνα με το set ανάλυσης πρωτοκόλλου).
Διηθητική Μουκορμύκωση: Δεν υπάρχουν μεγάλης κλίμακας τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές σε μουκορμύκωση. Μία πιλοτική μελέτη 20 ασθενών συνέκρινε το AmBisome μόνο του έναντι συν AmBisome με deferasirox. Η εκπλήρωση του σύνθετου καταληκτικού σημείου (κλινικά βελτιωμένος, σταθερός ακτινογραφικά σε 30 ημέρες και 90 ημέρες) ήταν 6/9 (67%) στις 30 ημέρες και 5/9 (56%) στις 90 ημέρες στην ομάδα AmBisome (μόνο) έναντι 8/11 (73%) στις 30 ημέρες και 2/11 (18%) στις 90 ημέρες στην ομάδα AmBisome συν deferasirox (με διάμεση δόση 30 mg / kg / ημέρα).
Μία αναδρομική μελέτη για μια περίοδο 15 ετών περιλάμβανε 59 αιματολογικούς ασθενείς με αποδεδειγμένη ή πιθανή μουκορμύκωση. Η θεραπεία ήταν αποτελεσματική σε 18 (37%) ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε συμβατική αμφοτερικίνη Β έναντι 7 (23%) ασθενών στους οποίους χορηγήθηκε AmBisome (58%) (ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-AMBISOME
expand_more
Φαρμακοκινητική
Το φαρμακοκινητικό προφίλ του AmBisome, βασιζόμενο στις συνολικές συγκεντρώσεις αμφοτερικίνης Β στο πλάσμα, καθορίστηκε σε καρκινοπαθείς ασθενείς με εμπύρετη ουδετεροπενία και σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε μεταμόσχευση μυελού των οστών, οι οποίοι έλαβαν μιας ώρας έγχυση AmBisome 1,0 έως 7,5 mg/kg ημερησίως για 3 έως 20 ημέρες. Το AmBisome έχει ένα σημαντικά διαφορετικό προφίλ από αυτό που αναφέρεται στη βιβλιογραφία για τη συμβατική αμφοτερικίνη Β, με υψηλότερες συγκεντρώσεις αμφοτερικίνης Β στο πλάσμα (Cmax) και αυξημένη έκθεση (AUC0-24) μετά από χορήγηση AmBisome σε σχέση με τη συμβατική αμφοτερικίνη Β. Μετά από την πρώτη και τελευταία δόση, τα φαρμακοκινητικά στοιχεία του AmBisome (μέση τιμή ± κανονική απόκλιση) κυμαίνονται ως ακολούθως:
Cmax: 7,3μg/mL (±3,8) έως 83,7 μg/mL (±43,0) T½: 6,3 hr (± 2,0) έως 10,7 hr (±6,4) AUC0-24: 27 μg.hr/mL (±14) έως 555 μg.hr/mL (±311) Κάθαρση (Cl): 11 mL/hr/kg (±6) έως 51 mL/hr/kg (±44) Όγκος κατανομής (Vss): 0,10 L/kg (± 0,07) έως 0,44 L/kg (±0,27)
Οι ελάχιστες και μέγιστες τιμές φαρμακοκινητικής δεν προέρχονται απαραίτητα από τις χαμηλότερες και υψηλότερες δοσολογίες. Μετά την χορήγηση AmBisome, η σταθερή κατάσταση επιτυγχάνεται γρήγορα (γενικώς μέσα σε 4 ημέρες). Η φαρμακοκινητική του AmBisome μετά την πρώτη δόση φαίνεται να είναι μη γραμμική έτσι ώστε οι συγκεντρώσεις του AmBisome στον ορό να είναι μεγαλύτερες από αναλογικές με την αυξανόμενη δόση. Αυτή η μη αναλογική δοσολογική απάντηση πιστεύεται πως οφείλεται στον κορεσμό της δικτυοενδοθηλιακής κάθαρσης του AmBisome. Δεν σημειώθηκε καμία σημαντική συσσώρευση φαρμάκου μετά από χορήγηση 1 έως 7,5 mg/kg ημερησίως. Ο όγκος κατανομής την πρώτη ημέρα και στην σταθερή κατάσταση δηλώνει πως υπάρχει μια εκτενής κατανομή του AmBisome στους ιστούς. Μετά από επανειλημμένη χορήγηση AmBisome, ο τελικός χρόνος ημιζωής (Τ½) της αποβολής του AmBisome είναι περίπου 7 ώρες. Η απέκκριση του AmBisome δεν έχει μελετηθεί. Οι μεταβολικοί οδοί της αμφοτερικίνης Β και του AmBisome δεν είναι γνωστοί. Λόγω του μεγέθους των λιποσωμάτων, δεν υπάρχει σπειραματική διήθηση και νεφρική απέκκριση του AmBisome, έτσι αποφεύγεται η αλληλεπίδραση της αμφοτερικίνης Β με τα κύτταρα των περιφερικών σωληναρίων και μειώνεται το δυναμικό νεφροτοξικότητας που έχει παρατηρηθεί με τη συμβατική αμφοτερικίνη Β.
Νεφρική Ανεπάρκεια Η επίδραση της νεφρικής ανεπάρκειας στη φαρμακοκινητική του AmBisome δεν έχει επισήμως μελετηθεί. Τα δεδομένα δείχνουν πως δεν απαιτείται κάποια δοσολογική προσαρμογή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση ή σε διαδικασίες διήθησης, ωστόσο πρέπει να αποφεύγεται η χορήγηση AmBisome κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας.
ΕΟΦ · 5.2
Aντιμυκητιασικά
expand_more
Aντιμυκητιασικά
Tα αντιμυκητιασικά φάρμακα είναι αναγκαία στην καθημέρα ιατρική πράξη τόσο για την αντιμετώπιση επιφανειακών λοιμώξεων του δέρματος και των βλεννογόνων όσο και για τη θεραπεία συστηματικών, εν τω βάθει μυκητιάσεων. Oι επιφανειακές μυκητιάσεις είναι αρκετά συχνές και συνήθως υποχωρούν με τοπική θεραπεία. Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις (εκτεταμένες βλάβες, υποτροπιάζουσες επίμονες λοιμώξεις), η συστηματική χορήγηση και κυρίως των νεωτέρων από του στόματος ευαπορρόφητων αντιμυκητιασικών τριαζολών δίνει καλύτερα αποτελέσματα. Oι εν τω βάθει συστηματικές μυκητιάσεις είναι σπανιότερες και κατά κανόνα παρατηρούνται σε άτομα με ανοσοκαταστολή. H πρόοδος και οι νέες τεχνολογικές δυνατότητες της ιατρικής τα τελευταία χρόνια συνέβαλαν στην αύξηση του αριθμού των ασθενών με ανοσοκαταστολή και ως εκ τούτου των συστηματικών μυκητιάσεων.
H θεραπεία των παραμελημένων ιδίως περιπτώσεων είναι δύσκολη, εκτός δε των αντιμυκητιασικών φαρμάκων σε ορισμένες περιπτώσεις είναι αναγκαία και η χειρουργική θεραπεία. Για παράδειγμα η μυκηταιμία από Candida σε ασθενή με ενδοφλέβιο καθετήρα υποχωρεί συνήθως μόνη της μετά την αφαίρεση του καθετήρα. Aντιθέτως η μυκηταιμία από Candida σε αρρώστους με ανοσοκαταστολή ή η ενδοκαρδίτιδα απαιτούν οπωσδήποτε συστηματική θεραπεία και αφαίρεση της προσβληθείσας βαλβίδας. Πνευμονική λοίμωξη από Cryptococcus neoformans δυνατόν να υποχωρήσει αυτόματα ενώ μηνιγγίτιδα από τον ίδιο μύκητα χωρίς θεραπεία οδηγεί πάντοτε σε θάνατο. Eπίσης ασπεργίλλωση των βρόγχων (αλλεργική) δεν απαιτεί ειδική θεραπεία, ενώ διεισδυτική προσβολή του πνευμονικού παρεγχύματος την επιβάλλει.
Tα κυρίως αντιμυκητιασικά φάρμακα διακρίνονται ανάλογα με τη χημική τους δομή σε: 1) Πολυένια (Aμφοτερικίνη B, Nυστατίνη), 2) Aζόλες (Kλοτριμαζόλη, Eκοναζόλη, Mικοναζόλη, Kετοκοναζόλη, Iτρακοναζόλη και Φλουκοναζόλη), 3) Συνθετικά αντιμυκητιασικά (5-Φθοριοκυτοσίνη).
Oι αζόλες μεταβολίζονται στο ήπαρ με το ένζυμο CYP 3A4. Eπειδή διαφορες ουσίες (αστεμιζόλη, σισαπρίδη, τερφεναμίδη) το αναστέλλουν η ταυτόχρονη χορήγηση ενέχει τον κίνδυνο ισχυρών αρρυθμιών.
Oι δυσκολίες στην αντιμετώπιση των συστηματικών λοιμώξεων λόγω της αδυναμίας παρασκευής νεώτερων αντιμυκητιασικών με ευρύ φάσμα, που να περιλαμβάνει τους περισσότερους παθογόνους μύκητες, χωρίς σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, οδήγησε στην παρασκευή σκευασμάτων της Aμφοτερικίνης B ενσωματωμένης σε λιποσώματα έτσι που να μειώνονται οι τοξικές επιδράσεις της και να μπορεί να χορηγηθεί σε μεγάλες δόσεις.
Tα προβλήματα στην αντιμετώπιση των συστηματικών μυκητιάσεων οφείλονται και στο γεγονός ότι δεν έχει μέχρι σήμερα καθιερωθεί εύκολος τρόπος ελέγχου της ευαισθησίας των μυκήτων στα αντιμυκητιασικά φάρμακα, όπως συμβαίνει με τα βακτήρια και τα αντιβιοτικά. H αξιολόγηση των αντιμυκητιασικών φαρμάκων στηρίζεται περισσότερο στα δεδομένα από την αντιμετώπιση πειραματικών λοιμώξεων σε ζώα και στην κλινική εμπειρία.
Διάφορες αντιμυκητιασικές ουσίες χορηγούνται μόνο για τοπική χρήση (econazol, clotrimazol) και αναφέρονται στα οικεία κεφάλαια.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Αποβολή (Clearance):
- 39 ± 22 mL/h/kg [ασθενείς με πυρετική ουδετεροπενική καρκινική νόσο και μεταμόσχευση μυελού των οστών που λαμβάνουν έγχυση 1 mg/kg/ημέρα την Ημέρα 1]
- 17 ± 6 mL/h/kg [ασθενείς με πυρετική ουδετεροπενική καρκινική νόσο και μεταμόσχευση μυελού των οστών που λαμβάνουν έγχυση 1 mg/kg/ημέρα 3–20 ημέρες αργότερα]
- 51 ± 44 mL/h/kg [ασθενείς με πυρετική ουδετεροπενική καρκινική νόσο και μεταμόσχευση μυελού των οστών που λαμβάνουν έγχυση 2.5 mg/kg/ημέρα την Ημέρα 1]
- 22 ± 15 mL/h/kg [ασθενείς με πυρετική ουδετεροπενική καρκινική νόσο και μεταμόσχευση μυελού των οστών που λαμβάνουν έγχυση 2.5 mg/kg/ημέρα 3–20 ημέρες αργότερα]
- 21 ± 14 mL/h/kg [ασθενείς με πυρετική ουδετεροπενική καρκινική νόσο και μεταμόσχευση μυελού των οστών που λαμβάνουν έγχυση 5 mg/kg/ημέρα την Ημέρα 1]
- 11 ± 6 mL/h/kg [ασθενείς με πυρετική ουδετεροπενική καρκινική νόσο και μεταμόσχευση μυελού των οστών που λαμβάνουν έγχυση 5 mg/kg/ημέρα 3–20 ημέρες αργότερα]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η αμφοτερικίνη Β εμφανίζει υψηλό βαθμό in vitro δραστικότητας έναντι πολλών ειδών μυκήτων. Οι Histoplasma capsulatum, Coccidioides immitis, Candida species, Blastomyces dermatitidis, Rhodotorula, Cryptococcus neoformans, Sporothrix schenckii, Mucor mucedo και Aspergillus fumigatus αναστέλλονται από συγκεντρώσεις αμφοτερικίνης Β που κυμαίνονται από 0,03 έως 1,0 mcg/mL in vitro. Ενώ η Candida albicans είναι γενικά αρκετά ευαίσθητη στην αμφοτερικίνη Β, τα είδη μη- albicans μπορεί να είναι λιγότερο ευαίσθητα. Η Pseudallescheria boydii και το Fusarium sp. είναι συχνά ανθεκτικά στην αμφοτερικίνη Β. Το αντιβιοτικό δεν έχει επίδραση στα βακτήρια, τις ρικέτσιες και τους ιούς.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η αμφοτερικίνη Β είναι μυκητοστατική ή μυκητοκτόνος ανάλογα με τη συγκέντρωση που επιτυγχάνεται στους σωματικούς υγρούς και την ευαισθησία του μύκητα. Το φάρμακο δρα συνδεόμενο με στερόλες (εργοστερόλη) στην κυτταρική μεμβράνη των ευαίσθητων μυκήτων. Αυτό δημιουργεί ένα διαμεμβρανικό κανάλι, με αποτέλεσμα την αλλαγή της διαπερατότητας της μεμβράνης και τη διαρροή ενδοκυτταρικών συστατικών. Η εργοστερόλη, η κύρια στερόλη στην κυτταρική μεμβράνη των μυκήτων, είναι ο στόχος δράσης της αμφοτερικίνης Β και των αζολών. Η αμφοτερικίνη Β, μια πολυένια, συνδέεται μη αναστρέψιμα με την εργοστερόλη, οδηγώντας σε διαταραχή της ακεραιότητας της μεμβράνης και τελικά σε κυτταρικό θάνατο.
Η αμφοτερικίνη Β είναι συνήθως μυκητοστατική στη δράση της σε συγκεντρώσεις που επιτυγχάνονται κλινικά, αλλά μπορεί να είναι μυκητοκτόνος σε υψηλές συγκεντρώσεις ή έναντι πολύ ευαίσθητων οργανισμών. Η αμφοτερικίνη Β ασκεί την αντιμυκητιασική της δράση κυρίως συνδεόμενη με στερόλες (π.χ., εργοστερόλη) στην κυτταρική μεμβράνη του μύκητα. Ως αποτέλεσμα αυτής της σύνδεσης, η κυτταρική μεμβράνη δεν μπορεί πλέον να λειτουργήσει ως επιλεκτικό φράγμα και συμβαίνει διαρροή των ενδοκυτταρικών περιεχομένων. Ο κυτταρικός θάνατος συμβαίνει εν μέρει ως αποτέλεσμα αλλαγών στη διαπερατότητα, αλλά άλλοι μηχανισμοί μπορεί επίσης να συμβάλλουν στις in vivo αντιμυκητιασικές επιδράσεις της αμφοτερικίνης Β έναντι ορισμένων μυκήτων. Η αμφοτερικίνη Β δεν είναι ενεργή in vitro έναντι οργανισμών που δεν περιέχουν στερόλες στις κυτταρικές τους μεμβράνες (π.χ., βακτήρια).
Η σύνδεση με στερόλες στα κύτταρα των θηλαστικών (όπως ορισμένα νεφρικά κύτταρα και ερυθροκύτταρα) μπορεί να εξηγήσει ορισμένες από τις τοξικότητες που αναφέρονται με τη συμβατική θεραπεία με αμφοτερικίνη Β. Σε συνήθεις θεραπευτικές συγκεντρώσεις αμφοτερικίνης Β, το φάρμακο δεν φαίνεται να προκαλεί αιμόλυση των ώριμων ερυθροκυττάρων, και η αναιμία που παρατηρείται με τη συμβατική ενδοφλέβια θεραπεία με αμφοτερικίνη Β μπορεί να οφείλεται στη δράση του φαρμάκου στα ενεργά μεταβολιζόμενα και διαιρούμενα ερυθροποιητικά κύτταρα.
…Η νεφροτοξικότητα που σχετίζεται με τη συμβατική ενδοφλέβια αμφοτερικίνη Β φαίνεται να περιλαμβάνει πολλούς μηχανισμούς, συμπεριλαμβανομένης μιας άμεσης αγγειοσυσταλτικής επίδρασης στα νεφρικά αρτηρίδια που μειώνει την νεφρική και σπειραματική ροή αίματος και μια λυτική δράση στις μεμβράνες των λυσοσωμάτων των νεφρικών σωληναριακών κυττάρων, πλούσιες σε χοληστερόλη.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Βιοδιαθεσιμότητα 100% για ενδοφλέβια έγχυση.
- 39 ± 22 mL/hr/kg [ασθενείς με πυρετική ουδετεροπενία και μεταμοσχεύσεις μυελού οστού που λαμβάνουν έγχυση 1 mg/kg/ημέρα την Ημέρα 1]
- 17 ± 6 mL/hr/kg [ασθενείς με πυρετική ουδετεροπενία και μεταμοσχεύσεις μυελού οστού που λαμβάνουν έγχυση 1 mg/kg/ημέρα 3-20 ημέρες αργότερα]
- 51 ± 44 mL/hr/kg [ασθενείς με πυρετική ουδετεροπενία και μεταμοσχεύσεις μυελού οστού που λαμβάνουν έγχυση 2,5 mg/kg/ημέρα την Ημέρα 1]
- 22 ± 15 mL/hr/kg [ασθενείς με πυρετική ουδετεροπενία και μεταμοσχεύσεις μυελού οστού που λαμβάνουν έγχυση 2,5 mg/kg/ημέρα 3-20 ημέρες αργότερα]
- 21 ± 14 mL/hr/kg [ασθενείς με πυρετική ουδετεροπενία και μεταμοσχεύσεις μυελού οστού που λαμβάνουν έγχυση 5 mg/kg/ημέρα την Ημέρα 1]
- 11 ± 6 mL/hr/kg [ασθενείς με πυρετική ουδετεροπενία και μεταμοσχεύσεις μυελού οστού που λαμβάνουν έγχυση 5 mg/kg/ημέρα 3-20 ημέρες αργότερα]
Η φαρμακοκινητική της αμφοτερικίνης Β ποικίλλει σημαντικά ανάλογα με το αν το φάρμακο χορηγείται ως συμβατική αμφοτερικίνη Β (συσκευασμένη με δεσοξυχολικό νάτριο), ως σύμπλοκο αμφοτερικίνης Β χοληστερυλοθειικής, ως λιπιδικό σύμπλοκο αμφοτερικίνης Β ή ως λιποσωμική αμφοτερικίνη Β, και οι φαρμακοκινητικές παράμετροι που αναφέρονται για μια φόρμουλα αμφοτερικίνης Β δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για την πρόβλεψη της φαρμακοκινητικής οποιασδήποτε άλλης φόρμουλας αμφοτερικίνης Β.
Η αμφοτερικίνη Β απορροφάται ελάχιστα από το ΓΕΣ και πρέπει να χορηγείται παρεντερικά για τη θεραπεία συστημικών μυκητιασικών λοιμώξεων. Σε μια μελέτη, αμέσως μετά την ολοκλήρωση ενδοφλέβιας έγχυσης 30 mg αμφοτερικίνης Β (χορηγούμενης σε διάστημα αρκετών ωρών), οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα ήταν περίπου 1 μg/mL. όταν η δόση ήταν 50 mg, οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα ήταν περίπου 2 μg/mL. Αμέσως μετά την έγχυση, όχι περισσότερο από 10% της δόσης αμφοτερικίνης Β μπορεί να ανιχνευθεί στο πλάσμα. Έχουν αναφερθεί μέσες ελάχιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (καταγεγραμμένες ακριβώς πριν από την επόμενη έγχυση φαρμάκου) περίπου 0,4 μg/mL όταν δόσεις 30 mg χορηγήθηκαν καθημερινά ή όταν δόσεις 60 mg χορηγήθηκαν κάθε δεύτερη ημέρα.
Οι πληροφορίες σχετικά με την κατανομή της αμφοτερικίνης Β είναι περιορισμένες, αν και η κατανομή είναι προφανώς πολυδιαμερισματική. Ο όγκος κατανομής του φαρμάκου μετά τη χορήγηση συμβατικής αμφοτερικίνης Β έχει αναφερθεί ότι είναι 4 L/kg. Ο όγκος κατανομής σε κατάσταση ισορροπίας μετά τη χορήγηση αμφοτερικίνης Β χοληστερυλοθειικής αναφέρεται ότι είναι 3,8-4,1 L/kg. Οι συγκεντρώσεις αμφοτερικίνης Β που επιτυγχάνονται σε φλεγμαίνοντα υπεζωκότα, περιτόναιο, αρθρικό υγρό και υγρό του προσθίου θαλάμου μετά από ενδοφλέβια χορήγηση συμβατικής αμφοτερικίνης Β αναφέρεται ότι είναι περίπου 60% των ταυτόχρονων συγκεντρώσεων στο πλάσμα. Το φάρμακο κατανέμεται επίσης στο υαλοειδές, το υπεζωκοτικό, το περικαρδιακό, το περιτοναϊκό και το αρθρικό υγρό. Η αμφοτερικίνη Β φέρεται να διαπερνά τον πλακούντα και επιτυγχάνονται χαμηλές συγκεντρώσεις στο αμνιακό υγρό.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση συμβατικής αμφοτερικίνης Β, οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο ΕΝΥ είναι περίπου 3% των ταυτόχρονων συγκεντρώσεων στο πλάσμα. Για να επιτευχθούν μυκητοστατικές συγκεντρώσεις στο ΕΝΥ, το φάρμακο πρέπει συνήθως να χορηγείται ενδορραχιαία. Σε ασθενείς με μηνιγγίτιδα, η ενδορραχιακή χορήγηση 0,2-0,3 mg συμβατικής αμφοτερικίνης Β μέσω υποδόριου δοχείου έχει παράγει μέγιστες συγκεντρώσεις στο ΕΝΥ 0,5-0,8 μg/mL. 24 ώρες μετά τη δόση, οι συγκεντρώσεις στο ΕΝΥ ήταν 0,11-0,29 μg/mL. Η αμφοτερικίνη Β απομακρύνεται από το ΕΝΥ μέσω των αραχνοειδών υποδερμικών ελύτρων και φαίνεται να αποθηκεύεται στο εξωκυτταρικό διαμέρισμα του εγκεφάλου, το οποίο μπορεί να λειτουργήσει ως δεξαμενή για το φάρμακο.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την Απορρόφηση, Κατανομή και Απέκκριση (Πλήρη) δεδομένα για την ΑΜΦΟΤΕΡΙΚΙΝΗ Β (14 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Υψηλά συνδεδεμένη (>90%) με πρωτεΐνες πλάσματος.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Αποκλειστικά νεφρική.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής περίπου 15 ημέρες μετά από αρχικό χρόνο ημίσειας ζωής πλάσματος περίπου 24 ώρες.
Το σύμπλοκο αμφοτερικίνης Β χοληστερυλοθειικής έχει χρόνο ημίσειας ζωής κατανομής 3,5 λεπτά και χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής 27,5-28,2 ώρες. /Σύμπλοκο αμφοτερικίνης Β χοληστερυλοθειικής/
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση συμβατικής αμφοτερικίνης Β σε ασθενείς των οποίων η νεφρική λειτουργία είναι φυσιολογική πριν από τη θεραπεία, ο αρχικός χρόνος ημίσειας ζωής πλάσματος είναι περίπου 24 ώρες. Μετά τις πρώτες 24 ώρες, ο ρυθμός αποβολής της αμφοτερικίνης Β μειώνεται και έχει αναφερθεί χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής περίπου 15 ημέρες.
Αποβολή, χρόνος ημίσειας ζωής: Νεογνά: Μεταβλητός (εύρος, 18 έως 62,5 ώρες). Παιδιά: Μεταβλητός (εύρος, 5,5 έως 40,3 ώρες). Ενήλικες: Περίπου 24 ώρες. Τερματικός χρόνος ημίσειας ζωής: Περίπου 15 ημέρες. ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Υπάρχει μεγάλη διατομεακή μεταβλητότητα στα νεογνά στην αποβολή της αμφοτερικίνης Β. Η αμφοτερικίνη Β μπορεί να παραμείνει στην κυκλοφορία του αίματος των νεογνών έως και 17 ημέρες μετά τη διακοπή της.
. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της αμφοτερικίνης Β από τους πνεύμονες /αρουραίων/ ήταν 4,8 ημέρες σύμφωνα με σειριακές θυσίες που έγιναν μετά από μία μόνο δόση 3,2 mg αμφοτερικίνης Β αερολύματος ανά kg.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
- Παράγοντες που είναι καταστρεπτικοί για τα αμοιβάδες, ειδικά τα παρασιτικά είδη που προκαλούν ΑΜΟΙΒΙΑΣΗ στον άνθρωπο και τα ζώα.
- Ουσίες που καταστρέφουν τους μύκητες καταστέλλοντας την ικανότητά τους να αναπτύσσονται ή να αναπαράγονται. Διαφέρουν από τα ΒΙΟΚΤΟΝΑ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ επειδή προστατεύουν από μύκητες που υπάρχουν σε ανθρώπινους ή ζωικούς ιστούς.
- Ουσίες που είναι καταστρεπτικές για τα πρωτόζωα.
- Τεχνητές, μονοστρωματικές ή πολυστρωματικές κυψέλες (κατασκευασμένες από λεκιθίνες ή άλλα λιπίδια) που χρησιμοποιούνται για την παράδοση διαφόρων βιολογικών μορίων ή μοριακών συμπλεγμάτων στα κύτταρα, για παράδειγμα, φαρμακευτική παράδοση και γονιδιακή μεταφορά. Χρησιμοποιούνται επίσης για τη μελέτη μεμβρανών και πρωτεϊνών μεμβράνης.
- Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή των ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
7XU7A7DROE
ΑΜΦΟΤΕΡΙΚΙΝΗ Β
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Πολυενική Αντιμυκητιακή Βάσης Λιπιδίων
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Πολυενική Αντιμυκητιακή
Χημική Δομή [CS] - Πολυένια
Η αμφοτερικίνη Β είναι μια Πολυενική Αντιμυκητιακή Βάσης Λιπιδίων και Πολυενική Αντιμυκητιακή.
ΑΜΦΟΤΕΡΙΚΙΝΗ Β
Πολυενική Αντιμυκητιακή Βάσης Λιπιδίων [EPC]; Πολυένια [CS]; Πολυενική Αντιμυκητιακή [EPC]
ΑΜΦΟΤΕΡΙΚΙΝΗ Β ΛΙΠΟΣΩΜΙΑΚΗ
Πολυένια [CS]; Πολυενική Αντιμυκητιακή [EPC]; Πολυενική Αντιμυκητιακή Βάσης Λιπιδίων [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
- Παράγοντες που είναι καταστρεπτικοί για τα αμοιβάδες, ειδικά τα παρασιτικά είδη που προκαλούν ΑΜΟΙΒΙΑΣΗ στον άνθρωπο και τα ζώα.
- Ουσίες που καταστρέφουν τους μύκητες καταστέλλοντας την ικανότητά τους να αναπτύσσονται ή να αναπαράγονται. Διαφέρουν από τα ΒΙΟΚΤΟΝΑ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ επειδή προστατεύουν από μύκητες που υπάρχουν σε ανθρώπινους ή ζωικούς ιστούς.
- Ουσίες που είναι καταστρεπτικές για τα πρωτόζωα.
- Τεχνητές, μονοστρωματικές ή πολυστρωματικές κυψέλες (κατασκευασμένες από λεκιθίνες ή άλλα λιπίδια) που χρησιμοποιούνται για την παράδοση διαφόρων βιολογικών μορίων ή μοριακών συμπλεγμάτων στα κύτταρα, για παράδειγμα, φαρμακευτική παράδοση και γονιδιακή μεταφορά. Χρησιμοποιούνται επίσης για τη μελέτη μεμβρανών και πρωτεϊνών μεμβράνης.
- Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή των ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.