Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ A01AB04 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

AMPHOTERICIN B

Αμφοτερικίνη β

Tα αντιμυκητιασικά φάρμακα είναι αναγκαία στην καθημέρα ιατρική πράξη τόσο για την αντιμετώπιση επιφανειακών λοιμώξεων του δέρματος και των βλεννογόνων όσο και για τη θεραπεία συστηματικών, εν τω βάθει μυκητιάσεων. Oι επιφανειακές μυκητιάσεις είναι αρκετά συχνές και συνήθως …

Chemical structure of AMPHOTERICIN B

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
DrugBank

Ενδείξεις

expand_more
Χρησιμοποιείται για τη θεραπεία μυκητιακών λοιμώξεων που απειλούν τη ζωή.
medication
SPC-AMBISOME

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Ενδοφλέβια έγχυση
Χορήγηση:
30-60 λεπτά (συνήθως), 2 ώρες (για δόσεις >5mg/kg/ημέρα)
Δόση έναρξης:
1 mg/kg/ημέρα (για συστηματικές μυκητιάσεις)
Τιτλοποίηση:
Αυξάνεται βαθμιαία μέχρι 3 mg/kg/ημέρα ανάλογα με τις απαιτήσεις.
  • Ενήλικες ασθενείς
    Το AmBisome πρέπει να χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση για χρονικό διάστημα 30-60 λεπτών. Η συνιστώμενη συγκέντρωση για την ενδοφλέβια έγχυση είναι 0,20 mg/mL έως 2,00 mg/mL αμφοτερικίνης Β ως AmBisome σε 5% δεξτρόζη. Για δόσεις μεγαλύτερες των 5mg/kg/ημέρα συστήνεται ενδοφλέβια έγχυση για χρονικό διάστημα 2 ωρών.
  • Θεραπεία συστηματικών μυκητιάσεων (Ενήλικες)
    Δόση1-3 mg/kg/ημέρα
    Μέγ. δόση4-5 mg/kg/ημέρα
    Η θεραπευτική αγωγή αρχίζει συνήθως με ημερήσια δοσολογία 1 mg ανά χιλιόγραμμο βάρους σώματος και αυξάνεται βαθμιαία μέχρι 3 mg ανά χιλιόγραμμο βάρους σώματος ανάλογα με τις απαιτήσεις. Συνήθως, συνολική δόση 1-3 g AmBisome επί 3-4 εβδομάδες είναι επαρκής.
  • Εμπειρική θεραπεία σε εμπύρετη ουδετεροπενία (Ενήλικες)
    Δόση3 mg/kg/ημέρα
  • Θεραπεία σπλαχνικής λεϊσμανίασης (Ενήλικες)
    Δόση1-1,5 mg/kg/ημέρα επί 21 ημέρες ή 3 mg/kg/ημέρα για 10 ημέρες
    Σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς (π.χ. θετικούς HIV) μπορεί να χρησιμοποιηθεί δόση 1 έως 1,5 mg/kg ημερησίως επί 21 ημέρες. Μπορεί να απαιτηθεί θεραπεία συντήρησης ή επανάληψη της θεραπείας εφόδου.
  • Παιδιατρικοί ασθενείς (1 μηνός έως 18 ετών)
    Η δόση πρέπει να υπολογίζεται πάνω στην ίδια ανα kgr βάρους βάση όπως στους ενήλικες. Η αποτελεσματικότητα και ασφάλεια δεν έχει τεκμηριωθεί σε βρέφη κάτω του ενός μηνός.
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς
    Δεν απαιτούνται αλλαγές στη δοσολογία και στη συχνότητα χορήγησης.
  • Νεφρική Ανεπάρκεια
    Δόση1-3 mg/kg/ημέρα
    Δεν απαιτείται καμία προσαρμογή στη δοσολογία και στη συχνότητα χορήγησης.
block
SPC-AMBISOME

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα, εκτός εάν η κατάσταση του ασθενούς είναι απειλητική για τη ζωή και η θεραπεία με AmBisome είναι η μόνη επιλογή, με τη σύμφωνη γνώμη του θεράποντος ιατρού.
warning
SPC-AMBISOME

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Αναφυλαξία και αναφυλακτοειδής αντίδραση
    Εάν συμβεί σοβαρή αντίδραση, η έγχυση πρέπει να διακοπεί αμέσως και ο ασθενής δεν θα πρέπει να λάβει περαιτέρω έγχυση AmBisome.
  • Αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση
    Πρέπει να ληφθούν υπόψη προστατευτικά μέτρα για την πρόληψη ή την θεραπεία αυτών των αντιδράσεων. Χαμηλότερες ταχύτητες έγχυσης (πάνω από 2 ώρες) ή δόσεις ρουτίνας διφαινυδραμίνης, παρακεταμόλης, πεθιδίνης και/ή υδροκορτιζόνης έχουν αναφερθεί ως αποτελεσματικές στην πρόληψη ή στη θεραπεία αυτών των αντιδράσεων.
  • Νεφροτοξικότητα
    Ανεπιθύμητες ενέργειες συμπεριλαμβανομένων και των νεφρικών διαταραχών μπορούν να συμβούν στην περίπτωση παρατεταμένης θεραπείας όπου απαιτείται προσοχή. Σε μελέτες σύγκρισης του AmBisome 3mg/kg ημερησίως με υψηλότερες δόσεις (5, 6 ή 10 mg/kg ημερησίως), βρέθηκε ότι η συχνότητα εμφάνισης αυξημένων επιπέδων κρεατινίνης ορού, υποκαλιαιμίας και υπομαγνησαιμίας ήταν ιδιαίτερα υψηλή στις ομάδες υψηλών δόσεων. Εάν παρατηρηθεί κλινικά σημαντική μείωση της νεφρικής λειτουργίας ή επιδείνωση άλλων παραμέτρων θα πρέπει να εξεταστεί η μείωση της δόσης και η διακοπή ή η παύση της θεραπείας.
  • Οξεία πνευμονική τοξικότητα
    Συνιστάται τα χρονικά διαστήματα μεταξύ των εγχύσεων (μετάγγιση λευκοκυττάρων) να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερα και να παρακολουθείται η πνευμονική λειτουργία.
  • Σακχαρόζη
    Στη θεραπεία διαβητικών ασθενών θα πρέπει να ληφθεί υπόψη πως το AmBisome περιέχει 900 mg σακχαρόζης ανά φιαλίδιο.
swap_horiz
SPC-AMBISOME

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Νεφροτοξικά φάρμακα (π.χ. κυκλοσπορίνη, αμινογλυκοσίδες, πενταμιδίνη)
    παρακολούθηση
    Μπορεί να ενισχύσει την πιθανότητα νεφροτοξικότητας.
    ΣύστασηΣυνιστάται τακτική παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
  • Κορτικοστεροειδή, κορτικοτροπίνη (ACTH), διουρητικά
    παρακολούθηση
    Μπορεί να ενισχύσει την υποκαλιαιμία.
  • Γλυκοσίδες Δακτυλίτιδας
    προσοχή
    Η υποκαλιαιμία μπορεί να ενισχύσει την τοξικότητα της δακτυλίτιδας.
  • Μυοχαλαρωτικά (π.χ. tubocurarine)
    προσοχή
    Η υποκαλιαιμία μπορεί να ενισχύσει το φαινόμενο της νευρομυϊκής χαλάρωσης.
  • Φθοριοκυτοσίνη
    προσοχή
    Μπορεί να αυξήσει την τοξικότητα της φθοριοκυτοσίνης.
  • Αντινεοπλασματικοί παράγοντες
    προσοχή
    Μπορεί να ενισχύσει το δυναμικό νεφροτοξικότητας, το βρογχόσπασμο και την υπόταση.
  • Μεταγγίσεις λευκοκυττάρων
    παρακολούθηση
    Οξεία πνευμονική τοξικότητα έχει αναφερθεί.
    ΣύστασηΣυνιστάται τα χρονικά διαστήματα μεταξύ των εγχύσεων να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερα και να παρακολουθείται η πνευμονική λειτουργία.
sick
SPC-AMBISOME

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΑΙΜΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΕΜΦΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
  • θρομβοπενία
  • αναιμία
ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΑΝΟΣΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
  • αναφυλακτοειδής αντίδραση
  • αναφυλακτικές αντιδράσεις
  • υπερευαισθησία
ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΡΕΨΗΣ
  • υποκαλιαιμία
  • υπονατριαιμία
  • υπασβεστιαιμία
  • υπεργλυκαιμία
  • υπομαγνησιαιμία
ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΝΕΥΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
  • κεφαλαλγία
  • σπασμοί
ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ
  • ταχυκαρδία
  • καρδιακή ανακοπή
  • αρρυθμία
ΑΓΓΕΙΑΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ
  • υπόταση
  • αγγειοδιαστολή
  • έξαψη
ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ, ΤΟΥ ΘΩΡΑΚΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΕΣΟΘΩΡΑΚΙΟΥ
  • δύσπνοια
  • θωρακικό άλγος
  • βρογχόσπασμος
ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
  • ναυτία
  • έμετος
  • διάρροια
  • κοιλιακό άλγος
ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΗΠΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΟΛΗΦΟΡΩΝ
  • μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας
  • υπερχολερυθριναιμία
  • αυξημένη αλκαλική φωσφατάση
ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΔΕΡΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΥΠΟΔΟΡΙΟΥ ΙΣΤΟΥ
  • εξάνθημα
  • αγγειονευρωτικό οίδημα
ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΜΥΟΣΚΕΛΕΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΝΔΕΤΙΚΟΥ ΙΣΤΟΥ
  • οσφυαλγία
  • ραβδομυόλυση (σχετιζόμενη με υποκαλιαιμία)
  • μυοσκελετικό άλγος (που περιγράφεται σαν αρθραλγία ή οστικό άλγος)
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ
  • ρίγη
  • πυρεξία
ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΩΝ ΝΕΦΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
  • αυξημένη κρεατινίνη
  • αυξημένη ουρία αίματος
  • νεφρική ανεπάρκεια
  • νεφρική δυσλειτουργία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • θρομβοπενία
    ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΑΙΜΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΕΜΦΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
    Λιγότερο συχνές
  • αναιμία
    ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΑΙΜΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΕΜΦΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
    Μη γνωστές
  • αναφυλακτοειδής αντίδραση
    ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΑΝΟΣΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
    Λιγότερο συχνές
  • αναφυλακτικές αντιδράσεις
    ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΑΝΟΣΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
    Μη γνωστές
  • υπερευαισθησία
    ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΑΝΟΣΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
    Μη γνωστές
  • υποκαλιαιμία
    ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΡΕΨΗΣ
    Πολύ συχνές
  • υπονατριαιμία
    ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΡΕΨΗΣ
    Συχνές
  • υπασβεστιαιμία
    ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΡΕΨΗΣ
    Συχνές
  • υπεργλυκαιμία
    ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΡΕΨΗΣ
    Συχνές
  • υπομαγνησιαιμία
    ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΡΕΨΗΣ
    Συχνές
  • κεφαλαλγία
    ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΝΕΥΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
    Συχνές
  • σπασμοί
    ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΝΕΥΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
    Λιγότερο συχνές
  • ταχυκαρδία
    ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ
    Συχνές
  • καρδιακή ανακοπή
    ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ
    Μη γνωστές
  • αρρυθμία
    ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ
    Μη γνωστές
  • υπόταση
    ΑΓΓΕΙΑΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ
    Συχνές
  • αγγειοδιαστολή
    ΑΓΓΕΙΑΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ
    Συχνές
  • έξαψη
    ΑΓΓΕΙΑΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ
    Συχνές
  • δύσπνοια
    ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ, ΤΟΥ ΘΩΡΑΚΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΕΣΟΘΩΡΑΚΙΟΥ
    Συχνές
  • θωρακικό άλγος
    ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ, ΤΟΥ ΘΩΡΑΚΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΕΣΟΘΩΡΑΚΙΟΥ
    Συχνές
  • βρογχόσπασμος
    ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ, ΤΟΥ ΘΩΡΑΚΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΕΣΟΘΩΡΑΚΙΟΥ
    Λιγότερο συχνές
  • ναυτία
    ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
    Πολύ συχνές
  • έμετος
    ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
    Πολύ συχνές
  • διάρροια
    ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
    Συχνές
  • κοιλιακό άλγος
    ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
    Συχνές
  • μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας
    ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΗΠΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΟΛΗΦΟΡΩΝ
    Συχνές
  • υπερχολερυθριναιμία
    ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΗΠΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΟΛΗΦΟΡΩΝ
    Συχνές
  • αυξημένη αλκαλική φωσφατάση
    ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΗΠΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΟΛΗΦΟΡΩΝ
    Συχνές
  • εξάνθημα
    ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΔΕΡΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΥΠΟΔΟΡΙΟΥ ΙΣΤΟΥ
    Συχνές
  • αγγειονευρωτικό οίδημα
    ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΔΕΡΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΥΠΟΔΟΡΙΟΥ ΙΣΤΟΥ
    Μη γνωστές
  • οσφυαλγία
    ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΜΥΟΣΚΕΛΕΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΝΔΕΤΙΚΟΥ ΙΣΤΟΥ
    Συχνές
  • ραβδομυόλυση (σχετιζόμενη με υποκαλιαιμία)
    ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΜΥΟΣΚΕΛΕΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΝΔΕΤΙΚΟΥ ΙΣΤΟΥ
    Μη γνωστές
  • μυοσκελετικό άλγος (που περιγράφεται σαν αρθραλγία ή οστικό άλγος)
    ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΜΥΟΣΚΕΛΕΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΝΔΕΤΙΚΟΥ ΙΣΤΟΥ
    Μη γνωστές
  • ρίγη
    ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ
    Πολύ συχνές
  • πυρεξία
    ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ
    Πολύ συχνές
  • αυξημένη κρεατινίνη
    ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΩΝ ΝΕΦΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
    Συχνές
  • αυξημένη ουρία αίματος
    ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΩΝ ΝΕΦΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
    Συχνές
  • νεφρική ανεπάρκεια
    ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΩΝ ΝΕΦΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
    Μη γνωστές
  • νεφρική δυσλειτουργία
    ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΩΝ ΝΕΦΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
    Μη γνωστές
pregnant_woman
SPC-AMBISOME

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Με προσοχή
    Η ασφάλεια του AmBisome στις εγκύους δεν έχει αποδειχθεί. Το AmΒisome θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την κύηση μόνο αν τα πιθανά οφέλη υπερσκελίζουν τον κίνδυνο για την μητέρα και το έμβρυο. Συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις έχουν επιτυχώς θεραπευθεί σε εγκύους με συμβατική αμφοτερικίνη Β χωρίς καμία εμφανή επίπτωση στο έμβρυο, αλλά ο αριθμός των αναφερόμενων περιπτώσεων δεν είναι επαρκής για να εξαχθούν συμπεράσματα για την ασφάλεια του AmBisome κατά την κύηση.
  • Γαλουχία
    Με προσοχή
    Δεν είναι γνωστό εάν το AmBisome εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Η απόφαση για γαλουχία κατά τη λήψη AmBisome πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους πιθανούς κινδύνους για το παιδί όπως επίσης και τα οφέλη της γαλουχίας για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με AmBisome για τη μητέρα.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Η amphotericin B είναι μυκητοστατική ή μυκητοκτόνος ανάλογα με τη συγκέντρωση που επιτυγχάνεται στα υγρά του σώματος και την ευαισθησία του μύκητα. Ο φαρμακευτικός ουσία δρα συνδέοντας στερόλες στην κυτταρική μεμβράνη ευπαθών μυκήτων, με αποτέλεσμα μεταβολή…
monitor_heart
SPC-AMBISOME

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιμηκυτιασικά για συστηματική χρήση, αντιβιοτικά, κωδικός ATC:J02AA01 Η αμφοτερικίνη Β είναι ένα πολυενικό αντιμυκητιασικό αντιβιοτικό που παράγεται από τον Streptomyces nodosus. Τα λιποσώματα είναι κλειστά, σφαιρικά κυστίδια…
biotech
SPC-AMBISOME

Φαρμακοκινητική

expand_more
Το φαρμακοκινητικό προφίλ του AmBisome, βασιζόμενο στις συνολικές συγκεντρώσεις αμφοτερικίνης Β στο πλάσμα, καθορίστηκε σε καρκινοπαθείς ασθενείς με εμπύρετη ουδετεροπενία και σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε μεταμόσχευση μυελού των οστών, οι οποίοι έλαβαν…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Αποκλειστικά νεφρική.
bloodtype
PubChem

Απέκκριση

expand_more
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Βιοδιαθεσιμότητα 100% για ενδοφλέβια έγχυση. * 39 ± 22 mL/hr/kg [ασθενείς με πυρετική ουδετεροπενία και μεταμοσχεύσεις μυελού οστού που λαμβάνουν έγχυση 1 mg/kg/ημέρα την Ημέρα 1] * 17 ± 6 mL/hr/kg [ασθενείς με πυρετική…

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-AMBISOME
expand_more

Ενήλικες ασθενείς Το AmBisome πρέπει να χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση για χρονικό διάστημα 30-60 λεπτών. Για δόσεις μεγαλύτερες των 5mg/kg/ημέρα συστήνεται ενδοφλέβια έγχυση για χρονικό διάστημα 2 ωρών (βλ. ενότητα 4.4). Η συνιστώμενη συγκέντρωση για την ενδοφλέβια έγχυση είναι 0,20 mg/mL έως 2,00 mg/mL αμφοτερικίνης Β ως AmBisome σε 5% δεξτρόζη.

Θεραπεία συστηματικών μυκητιάσεων: Η θεραπευτική αγωγή αρχίζει συνήθως με ημερήσια δοσολογία 1 mg ανά χιλιόγραμμο βάρους σώματος και αυξάνεται βαθμιαία μέχρι 3 mg ανά χιλιόγραμμο βάρους σώματος ανάλογα με τις απαιτήσεις. Η δοσολογία της αμφοτερικίνης Β σε μορφή AmBisome θα πρέπει να ρυθμίζεται ανάλογα με τις ειδικές ανάγκες του κάθε ασθενούς. Σε ορισμένες περιπτώσεις και όταν θεωρηθεί απαραίτητο από τον θεράποντα ιατρό, η ημερήσια δοσολογία δύναται να φθάσει 4-5 mg/kg. Συνήθως, συνολική δόση 1-3 g AmBisome επί 3-4 εβδομάδες είναι επαρκής για την αντιμετώπιση των μυκητιάσεων.

Εμπειρική θεραπεία σε εμπύρετη ουδετεροπενία: Η συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 3 mg/kg.

Θεραπεία σπλαχνικής λεϊσμανίασης: Δόση 1 έως 1,5 mg/kg ημερησίως επί 21 ημέρες ή εναλλακτικά δόση 3 mg/kg ημερησίως για 10 ημέρες μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την θεραπεία της σπλαχνικής λεϊσμανίασης. Σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς (π.χ. θετικούς HIV) μπορεί να χρησιμοποιηθεί δόση 1 έως 1,5 mg/kg ημερησίως επί 21 ημέρες. Επειδή υπάρχει κίνδυνος υποτροπής μπορεί να απαιτηθεί θεραπεία συντήρησης ή επανάληψη της θεραπείας εφόδου.

Παιδιατρικοί ασθενείς: Συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις, σπλαχνική λεϊσμανίαση και πιθανολογούμενες μυκητιασικές λοιμώξεις με εμπύρετη ουδετεροπενία έχουν θεραπευθεί επιτυχώς με AmBisome χωρίς αναφορές ασυνήθων ανεπιθύμητων συμβαμάτων. Το AmBisome έχει μελετηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 1 μηνός έως 18 ετών. Η δόση πρέπει να υπολογίζεται πάνω στην ίδια ανα kgr βάρους βάση όπως στους ενήλικες Η αποτελεσματικότητα και ασφάλεια του AmBisome δεν έχει τεκμηριωθεί σε βρέφη ηλικίας κάτω του ενός μηνός.

Ηλικιωμένοι ασθενείς: Δεν απαιτούνται αλλαγές στη δοσολογία και στη συχνότητα χορήγησης.

Νεφρική Ανεπάρκεια: Στο πλαίσιο κλινικών μελετών το AmBisome έχει επιτυχώς χρησιμοποιηθεί σε ένα μεγάλο αριθμό ασθενών με νεφρική ανεπάρκεια σε ημερήσια δοσολογία 1 - 3 mg/kg και χωρίς να απαιτηθεί καμία προσαρμογή στη δοσολογία και στη συχνότητα χορήγησης (βλ. ενότητα 4.4).

Ηπατική Ανεπάρκεια: Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα βάσει των οποίων να προταθεί δόση για ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια. (βλ. ενότητα 4.4).

Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση και την αραίωση του προϊόντος πριν τη χορήγηση, βλέπε ενότητα 6.6.

block

Αντενδείξεις

SPC-AMBISOME
expand_more

Αντενδείξεις

Το AmBisome αντενδείκνυται σε ασθενείς που έχουν εμφανίσει υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα εκτός από την περίπτωση εκείνη που η κατάσταση του ασθενούς, και με τη σύμφωνη γνώμη του θεράποντος ιατρού, είναι απειλητική για τη ζωή και απαιτεί μόνο θεραπεία με AmBisome.

warning

Προειδοποιήσεις

SPC-AMBISOME
expand_more

Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

  • Έχουν σπανίως αναφερθεί αναφυλαξία και αναφυλακτοειδής αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση του AmBisome. Εάν συμβεί σοβαρή αναφυλακτική/αναφυλακτοειδής αντίδραση, η έγχυση πρέπει να διακοπεί αμέσως και ο ασθενής δεν θα πρέπει να λάβει περαιτέρω έγχυση AmBisome.
  • Άλλες σοβαρές αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση μπορούν να συμβούν κατά τη χορήγηση προϊόντων που περιέχουν αμφοτερικίνη Β, συμπεριλαμβανομένου του AmBisome (βλ. ενότητα 4.8). Αν και οι αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση δεν είναι συχνά σοβαρές, πρέπει να ληφθούν υπόψη προστατευτικά μέτρα για την πρόληψη ή την θεραπεία αυτών των αντιδράσεων σε ασθενείς που λαμβάνουν AmBisome. Χαμηλότερες ταχύτητες έγχυσης (πάνω από 2 ώρες) ή δόσεις ρουτίνας διφαινυδραμίνης, παρακεταμόλης, πεθιδίνης και/ή υδροκορτιζόνης έχουν αναφερθεί ως αποτελεσματικές στην πρόληψη ή στη θεραπεία αυτών των αντιδράσεων.
  • Έχει αποδειχθεί πως το AmBisome είναι σημαντικά λιγότερο τοξικό από τη συμβατική αμφοτερικίνη Β ειδικότερα σε ότι αφορά τη νεφροτοξικότητα, ωστόσο ανεπιθύμητες ενέργειες συμπεριλαμβανομένων και των νεφρικών διαταραχών μπορούν να συμβούν στην περίπτωση παρατεταμένης θεραπείας όπου απαιτείται προσοχή.
  • Σε μελέτες σύγκρισης του AmBisome 3mg/kg ημερησίως με υψηλότερες δόσεις (5, 6 ή 10 mg/kg ημερησίως), βρέθηκε ότι η συχνότητα εμφάνισης αυξημένων επιπέδων κρεατινίνης ορού, υποκαλιαιμίας και υπομαγνησαιμίας ήταν ιδιαίτερα υψηλή στις ομάδες υψηλών δόσεων.
  • Πρέπει να πραγματοποιείται τακτική εργαστηριακή αξιολόγηση των ηλεκτρολυτών ορού, ειδικά του καλίου και του μαγνησίου όπως επίσης και της νεφρικής, ηπατικής λειτουργίας και της αιμοποίησης. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε ασθενείς που λαμβάνουν και άλλα νεφροτοξικά φάρμακα (βλ. ενότητα 4.5).
  • Θα πρέπει παράλληλα να αξιολογούνται τα επίπεδα των ηλεκτρολυτών στον ορό αίματος, ειδικά το κάλιο και το μαγνήσιο. Λόγω του κινδύνου υποκαλιαιμίας, μπορεί να χρειαστεί χορήγηση κατάλληλου συμπληρώματος καλίου κατά τη διάρκεια χορήγησης AmBisome. Εάν παρατηρηθεί κλινικά σημαντική μείωση της νεφρικής λειτουργίας ή επιδείνωση άλλων παραμέτρων θα πρέπει να εξεταστεί η μείωση της δόσης και η διακοπή ή η παύση της θεραπείας.
  • Οξεία πνευμονική τοξικότητα έχει αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν αμφοτερικίνη Β (σε μορφή συμπλέγματος sodium deoxycholate) κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά από μετάγγιση λευκοκυττάρων. Συνιστάται τα χρονικά διαστήματα μεταξύ αυτών των εγχύσεων να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερα και να παρακολουθείται η πνευμονική λειτουργία.
  • Στη θεραπεία διαβητικών ασθενών θα πρέπει να ληφθεί υπόψη πως το AmBisome περιέχει 900 mg σακχαρόζης ανά φιαλίδιο.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-AMBISOME
expand_more

Δεν έχουν διεξαχθεί ειδικές μελέτες αλληλεπίδρασης με το AmBisome. Εν τούτοις, τα ακόλουθα φάρμακα είναι γνωστό ότι αλληλεπιδρούν με την αμφοτερικίνη Β και μπορεί να αλληλεπιδρούν με το AmBisome:

Νεφροτοξικά φάρμακα: Η ταυτόχρονη χορήγηση αμφοτερικίνης Β με άλλους νεφροτοξικούς παράγοντες, (π.χ.: κυκλοσπορίνη, αμινογλυκοσίδες και πενταμιδίνη) μπορεί να ενισχύσει την πιθανότητα νεφροτοξικότητας που προκαλείται από το φάρμακο σε μερικούς ασθενείς. Ωστόσο έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν συγχρόνως κυκλοσπορίνη και/ή αμινογλυκοσίδες, το AmBisome να σχετίζεται με σημαντικά λιγότερη τοξικότητα συγκρινόμενη με αυτή της συμβατικής αμφοτερικίνης Β. Συνιστάται τακτική παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας σε ασθενείς που λαμβάνουν AmBisome με οποιαδήποτε νεφροτοξικά φάρμακα.

Κορτικοστεροειδή, κορτικοτροπίνη (ACTH) και διουρητικά: Ταυτόχρονη χορήγηση κορτικοστεροειδών, κορτικοτροπίνης και διουρητικών (αγκύλης και θειαζιδικών) μπορεί να ενισχύσει την υποκαλιαιμία.

Γλυκοσίδες Δακτυλίτιδας: Η υποκαλιαιμία που προκαλείται από το AmBisome μπορεί να ενισχύσει την τοξικότητα της δακτυλίτιδας.

Μυοχαλαρωτικά: Η υποκαλιαιμία που προκαλείται από το AmBisome μπορεί να ενισχύσει το φαινόμενο του κουραρίου που προκαλούν τα χαλαρωτικά των σκελετικών μυών (π.χ. tubocurarine).

Αντιμυκητιασικά: Η ταυτόχρονη χορήγηση φθοριοκυτοσίνης μπορεί να αυξήσει την τοξικότητα της φθοριοκυτοσίνης πιθανότατα αυξάνοντας της κυτταρική της πρόσληψη η/και διαταράσσοντας την νεφρική της αποβολή.

Αντινεοπλασματικοί παράγοντες: Η ταυτόχρονη χορήγηση αντινεοπλασματικών παραγόντων μπορεί να ενισχύσει το δυναμικό νεφροτοξικότητας, το βρογχόσπασμο και την υπόταση. Οι αντινεοπλασματικοί παράγοντες πρέπει να συγχορηγούνται με προσοχή.

Μεταγγίσεις λευκοκυττάρων: Οξεία πνευμονική τοξικότητα έχει αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν αμφοτερικίνη (σε μορφή συμπλέγματος sodium deoxycholate) κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά από μετάγγιση λευκοκυττάρων. Συνιστάται τα χρονικά διαστήματα μεταξύ αυτών των εγχύσεων να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερα και να παρακολουθείται η πνευμονική λειτουργία.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-AMBISOME
expand_more

Πυρετός και ρίγη είναι οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με την έγχυση και οι οποίες είναι αναμενόμενες κατά τη χορήγηση του AmBisome. Λιγότερο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με την έγχυση μπορούν να είναι ένα από τα παρακάτω συμπτώματα: θωρακικό άλγος ή αίσθηση σύσφιγξης του θώρακα, δύσπνοια, βρογχόσπασμος, έξαψη, ταχυκαρδία, υπόταση και μυοσκελετικό άλγος (που περιγράφεται ως αρθραλγία, οσφυαλγία και οστικό άλγος). Αυτές υποχωρούν γρήγορα με τη διακοπή της έγχυσης και μπορεί να μη συμβούν με κάθε επακόλουθη δόση ή όταν χρησιμοποιούνται χαμηλότερες ταχύτητες έγχυσης (πέραν των 2 ωρών). Επιπρόσθετα, ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με την έγχυση μπορεί να αποφευχθούν με τη χορήγηση προκαταρκτικής αγωγής. Όμως, σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με την έγχυση μπορεί να καταστήσουν απαραίτητη την μόνιμη διακοπή του AmBisome (βλ. ενότητα 4.4).

Σε δύο διπλές-τυφλές, συγκριτικές μελέτες, οι ασθενείς που ελάμβαναν AmBisome παρουσίασαν μικρότερο ποσοστό ανεπιθύμητων ενεργειών σχετιζόμενων με την έγχυση σε σχέση με τη συμβατική αμφοτερικίνη Β ή με τα λιπιδικά συμπλέγματα αμφοτερικίνης Β.

Σε ανάλυση δεδομένων από τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες κλινικές μελέτες συγκρίνοντας το AmBisome με τη συμβατική αμφοτερικίνη σε περισσότερους από 1000 ασθενείς, οι αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν σημαντικά λιγότερο σοβαρές και λιγότερο συχνές στους ασθενείς που ελάμβαναν AmBisome απ’ ότι στους ασθενείς που ελάμβαναν συμβατική αμφοτερικίνη Β.

Νεφροτοξικότητα συμβαίνει, σε ορισμένο βαθμό, με τη συμβατική αμφοτερικίνη Β στους περισσότερους ασθενείς που λαμβάνουν το φάρμακο ενδοφλεβίως. Σε δύο διπλές-τυφλές μελέτες, η επίπτωση της νεφροτοξικότητας με το AmBisome (αύξηση της κρεατινίνης στον ορό 2 φορές της χαμηλότερης τιμής), είναι σχεδόν η μισή από αυτή που έχει αναφερθεί από τη χορήγηση συμβατικής αμφοτερικίνης Β ή λιπιδικών συμπλεγμάτων αμφοτερικίνης Β.

Οι πιο κάτω ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αποδοθεί στο AmBisome με βάση δεδομένα από κλινικές μελέτες και την εμπειρία μετά την κυκλοφορία. Η συχνότητα έχει υπολογισθεί βάση της ανάλυσης από δειγματικές κλινικές μελέτες σε 688 ασθενείς που ελάμβαναν AmBisome. Η συχνότητα ανεπιθυμήτων ενεργειών που έχουν ταυτοποιηθεί με την εμπειρία μετά την κυκλοφορία είναι άγνωστη. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν κατηγοριοποιηθεί σύμφωνα με τη κατηγορία/οργανικό σύστημα χρησιμοποιώντας το MedDRA και τη συχνότητα.

Οι συχνότητες ορίζονται ως ακολούθως: Πολύ συχνές ≥ 10% Συχνές ≥ 1% και < 10% Λιγότερο συχνές ≥ 0.1% και < 1% Σπάνιες ≥ 0.01% και < 0.1% Πολύ σπάνιες < 0.01%

ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΑΙΜΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΕΜΦΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ Λιγότερο συχνές: θρομβοπενία Μη γνωστές: αναιμία

ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΑΝΟΣΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ Λιγότερο συχνές: αναφυλακτοειδής αντίδραση Μη γνωστές: αναφυλακτικές αντιδράσεις, υπερευαισθησία

ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΡΕΨΗΣ Πολύ συχνές: υποκαλιαιμία Συχνές: υπονατριαιμία, υπασβεστιαιμία, υπεργλυκαιμία, υπομαγνησιαιμία

ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΝΕΥΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ Συχνές: κεφαλαλγία Λιγότερο συχνές: σπασμοί

ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ Συχνές: ταχυκαρδία Μη γνωστές: καρδιακή ανακοπή, αρρυθμία

ΑΓΓΕΙΑΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ Συχνές: υπόταση, αγγειοδιαστολή, έξαψη

ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ, ΤΟΥ ΘΩΡΑΚΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΕΣΟΘΩΡΑΚΙΟΥ Συχνές: δύσπνοια θωρακικό άλγος Λιγότερο συχνές: βρογχόσπασμος

ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ Πολύ συχνές: ναυτία, έμετος Συχνές: διάρροια, κοιλιακό άλγος

ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΗΠΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΟΛΗΦΟΡΩΝ Συχνές: μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας, υπερχολερυθριναιμία, αυξημένη αλκαλική φωσφατάση

ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΔΕΡΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΥΠΟΔΟΡΙΟΥ ΙΣΤΟΥ Συχνές: εξάνθημα Μη γνωστές: αγγειονευρωτικό οίδημα

ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΜΥΟΣΚΕΛΕΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΝΔΕΤΙΚΟΥ ΙΣΤΟΥ Συχνές: οσφυαλγία Μη γνωστές: ραβδομυόλυση (σχετιζόμενη με υποκαλιαιμία), μυοσκελετικό άλγος (που περιγράφεται σαν αρθραλγία ή οστικό άλγος)

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ Πολύ συχνές: ρίγη, πυρεξία

ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΩΝ ΝΕΦΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ Συχνές: αυξημένη κρεατινίνη, αυξημένη ουρία αίματος Μη γνωστές: νεφρική ανεπάρκεια, νεφρική δυσλειτουργία

Παρεμβολή σε Χημικό Προσδιορισμό Φωσφόρου: Μπορεί να παρουσιαστεί ψευδής άνοδος των επιπέδων των φωσφορικών ορού, όταν δείγματα από ασθενείς που λαμβάνουν AmBisome αναλύονται με τη δοκιμασία PHOSm (π.χ. που χρησιμοποιείται σε αναλυτές Beckman Coulter analyzers, συμπεριλαμβανομένου του Synchron LX20). Η δοκιμή αυτή αποσκοπεί στον ποσοτικό προσδιορισμό του ανόργανου φωσφόρου στον ανθρώπινο ορό, στο πλάσμα ή σε δείγματα ούρων.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-AMBISOME
expand_more

Κύηση

Μελέτες τερατογένεσης στους επίμυες και στα κουνέλια έδειξαν ότι το AmBisome δεν έχει δυναμικό τερατογένεσης σε αυτά τα είδη (βλ. επίσης ενότητα 5.3). Η ασφάλεια του AmBisome στις εγκύους δεν έχει αποδειχθεί. Το AmΒisome θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την κύηση μόνο αν τα πιθανά οφέλη υπερσκελίζουν τον κίνδυνο για την μητέρα και το έμβρυο. Συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις έχουν επιτυχώς θεραπευθεί σε εγκύους με συμβατική αμφοτερικίνη Β χωρίς καμία εμφανή επίπτωση στο έμβρυο, αλλά ο αριθμός των αναφερόμενων περιπτώσεων δεν είναι επαρκής για να εξαχθούν συμπεράσματα για την ασφάλεια του AmBisome κατά την κύηση.

Γαλουχία

Δεν είναι γνωστό εάν το AmBisome εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Η απόφαση για γαλουχία κατά τη λήψη AmBisome πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους πιθανούς κινδύνους για το παιδί όπως επίσης και τα οφέλη της γαλουχίας για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με AmBisome για τη μητέρα.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-AMBISOME
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιμηκυτιασικά για συστηματική χρήση, αντιβιοτικά, κωδικός ATC:J02AA01

Η αμφοτερικίνη Β είναι ένα πολυενικό αντιμυκητιασικό αντιβιοτικό που παράγεται από τον Streptomyces nodosus. Τα λιποσώματα είναι κλειστά, σφαιρικά κυστίδια που σχηματίζονται από διάφορες αμφιφιλικές ουσίες όπως τα φωσφολιπίδια. Τα φωσφολιπίδια διατάσσονται σε μεμβρανώδεις διπλοστoιβάδες όταν εκτίθενται σε υδατικά διαλύματα. Το λιπόφιλο ήμισυ της αμφοτερικίνης Β επιτρέπει στο φάρμακο να ενσωματωθεί παρεμβαλλόμενο στη λιποειδή διπλοστοιβάδα των λιποσωμάτων.

Η αμφοτερικίνη Β έχει μυκητοστατική ή μυκητοκτόνο δράση ανάλογα με την συγκέντρωση που επιτυγχάνεται στα υγρά του σώματος και την ευαισθησία του μύκητα. Το φάρμακο πιθανώς, δρα δια δεσμεύσεως με τις στερόλες που βρίσκονται στην κυτταρική μεμβράνη του μύκητα, με επακόλουθο την μεταβολή της διαβατότητας της μεμβράνης που επιτρέπει την διαρροή διαφόρων μικρών μορίων. Οι κυτταρικές μεμβράνες των θηλαστικών περιέχουν επίσης στερόλες και πιστεύεται ότι η βλάβη στα ανθρώπινα κύτταρα και στα κύτταρα των μυκήτων που προκαλείται από την αμφοτερικίνη B μπορεί να προκαλούνται από τον ίδιο μηχανισμό.

Μικροβιολογία: Η αμφοτερικίνη Β το αντιμυκητιασικό συστατικό του AmBisome εμφανίζει υψηλή in vitro δραστικότητα έναντι πολλών ειδών μυκήτων.

Πρέπει να λαμβάνονται δείγματα για καλλιέργεια μυκήτων και για άλλες συναφείς εργαστηριακές εξετάσεις (ορολογικές, ιστοπαθολογικές) πριν από τη θεραπεία προκειμένου να ταυτοποιούνται οι υπεύθυνοι για τη λοίμωξη οργανισμοί. Η θεραπεία μπορεί να αρχίσει πριν τη γνωστοποίηση των αποτελεσμάτων των καλλιεργειών και των άλλων εργαστηριακών εξετάσεων, ωστόσο αμέσως μετά τη λήψη των ανωτέρω αποτελεσμάτων η αντιοιμώδης θεραπεία πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα.

Η ευαισθησία εμφανίζει γεωγραφική αλλά και χρονική διακύμανση για επιλεγμένα είδη, επομένως τοπικές πληροφορίες σχετικά με την ευαισθησία είναι επιθυμητές, ειδικότερα όταν πρόκειται να αντιμετωπιστούν σοβαρές λοιμώξεις. Οι πληροφορίες που παρατίθενται στους Πίνακες 1 και 2 είναι ένας οδηγός πιθανοτήτων για το αν οι μικροοργανισμοί θα είναι ευαίσθητοι στο AmBisome ή όχι. Όπως για όλους τους αντιμικροβιακούς παράγοντες, έχουν ταυτοποιηθεί κλινικά απομονωθέντα στελέχη με μειωμένη ευαισθησία στο AmBisome.

Οι δοκιμές ευαισθησίας για ζυμομύκητες και ευρωτομύκητες που σχηματίζουν σπόρια διενεργήθηκαν σύμφωνα με τις μεθόδους της Υποεπιτροπής Δοκιμής της Ευαισθησίας σε Αντιμυκητιασικούς Παράγοντες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Δοκιμής της Ευαισθησίας σε Αντιμικροβιακούς Παράγοντες (AFST-EUCAST, Lass-Flörl et al., Antimicrob Agents Chemother. 2008∙ 52(10):3637-41).

Βλ. Πίνακες 1 και 2 για τα δεδομένα σχετικά με την in vitro ευαισθησία (τιμές MIC90).

Πίνακας 1: In vitro ευαισθησία ειδών ζυμομυκήτων έναντι του AmBisome

Είδη
Candida Είδη
Candida albicans 59
Candida glabrata 18
Candida parapsilosis 18
Candida krusei 19
Candida lusitaniae 9
Candida tropicalis 10
Candida guilliermondii 4
Λοιπά είδη
Saccharomyces cerevisiae 3
Cryptococcus neoformans var. neoformans 10
Cryptococcus neoformans var. gattii 3
Trichosporon inkin 3
Trichosporon asahii 4
Geotrichum candidum 4

Πίνακας 2: In vitro ευαισθησία ειδών ευρωτομυκήτων έναντι του AmBisome

Είδη
Aspergillus Είδη
Aspergillus fumigatus 29
Aspergillus terreus 34
Aspergillus flavus 21
Aspergillus niger 13
*Μουκορ ύκητες
Rhizomucor species 17
Absidia corymbifera 4
Absidia species 17
Rhizopus microsporus var. oligosporus 3
Rhizopus oryzae 6
Rhizopus species 12
Mucor hiemalis 3
Mucor species 11
Cunninghamella species 4
Λοιπά είδη
Scedosporium prolificans 2
Scedosporium apiospermum 3
Penicillium marneffei 2
Penicillium species 2
Fusarium solani 2
Fusarium oxysporum 2
Sporothrix schenckii 2
Curvularia lunata 2
Bipolaris australiensis 2
Rhinocladiella aquaspersa 2
  • Λόγω των πρόσφατων αλλαγών στην ταξινόμηση ο όρος «Μουκορ ύκητες» έχει αντικαταστήσει τον όρο «ζυγομύκητες»

Το AmBisome έχει αποδειχθεί αποτελεσματικό σε πειραματόζωα με σπλαχνική λεϊσμανίαση που προκαλείται από Leishmania infantum και Leishmania donovani. Σε ποντίκια μολυσμένα με Leishmania infantum υπό θεραπεία με AmBisome 3 mg/kg 3-7 για δόσεις, όλα τα δοσολογικά σχήματα με AmBisome θεράπευσαν τα ποντίκια γρηγορότερα από το sodium stibogluconate και δεν παρατηρήθηκε τοξικότητα. Σε ποντίκια μολυσμένα με Leishmania donovani, το AmBisome ήταν 5 φορές πιο αποτελεσματικό και 25 φορές λιγότερο τοξικό από την αμφοτερικίνη Β.

Κλινική εμπειρία Η αποτελεσματικότητα του AmBisome έχει αποδειχθεί σε σειρά κλινικών δοκιμών για τη θεραπεία συστηματικών μυκητιασικών λοιμώξεων, ως εμπειρική θεραπεία σε ουδετεροπενικούς ασθενείς με πυρετό άγνωστης αιτιολογίας και για τη θεραπεία της σπλαχνικής λεϊσμανίασης. Οι εν λόγω μελέτες περιλαμβάνουν τυχαιοποιημένες μελέτες σύγκρισης του AmBisome έναντι της συμβατικής αμφοτερικίνης B, σε αποδεδειγμένες λοιμώξεις οφειλόμενες στα είδη Aspergillus και Candida, όπου η αποτελεσματικότητα αμφοτέρων των φαρμακευτικών προϊόντων ήταν ισοδύναμη. Σε ουδετεροπενικούς ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς με πυρετό και πιθανολογούμενη μυκητιασική λοίμωξη, τα αποτελέσματα μιας τυχαιοποιημένης διπλής τυφλής κλινικής δοκιμής απέδειξαν ότι η χορήγηση AmBisome 3 mg/kg ημερησίως είναι εξίσου αποτελεσματική με τη συμβατική αμφοτερικίνη Β. Η αποτελεσματικότητα του AmBisome στη θεραπεία της σπλαχνικής λεϊσμανίασης έχει σαφώς καταδειχθεί σε μεγάλο πληθυσμό ανοσοεπαρκών και ανοσοκατεσταλμένων ασθενών.

Διηθητικές Μυκητιασικές Λοιμώξεις (Invasive Filamentous Fungal Infections, IFFI) συμπεριλαμβανομένων των ειδών Aspergillus: Η αποτελεσματικότητα του AmBisome έχει καταδειχθεί σε μεγάλης κλίμακας τυχαιοποιημένη πολυκεντρική μελέτη ως θεραπεία πρώτης γραμμής σε ανοσοκατεσταλμένους κυρίως ουδετεροπενικούς (>30 ημέρες) ενήλικες και παιδιά ηλικίας ≥ 6 μηνών με αποδεδειγμένες ή πιθανολογούμενες λοιμώξεις IFFI (Μελέτη AmBiLoad). Οι ασθενείς παρακολουθήθηκαν για διάστημα 12 εβδομάδων. Έγινε σύγκριση ανάμεσα σε ένα τυπικό δοσολογικό σχήμα 3 mg/kg/ ημέρα (N=107) και σε ένα σχήμα με δόση φόρτισης 10 mg/kg/ ημέρα για τις πρώτες 14 ημέρες θεραπείας. Τα συνολικά ποσοστά θετικής ανταπόκρισης ήταν 50% για τα άτομα στην ομάδα της τυπικής δόσης και 46% για τα άτομα στην ομάδα της δόσης φόρτισης (στο τροποποιημένο set ανάλυσης πρόθεσης θεραπείας). Οι διαφορές δεν ήταν στατιστικά σημαντικές. Ο διάμεσος χρόνοςέχρι την υποχώρηση του πυρετού ήταν παρόμοιος και στις δύο ομάδες (6,5 και 5 ημέρες αντίστοιχα). Δώδεκα εβδομάδες μετά την πρώτη δόση του AmBisome, η επιβίωση ήταν 72% στην ομάδα της τυπικής δόσης και 59% στην ομάδα της δόσης φόρτισης (μια διαφορά που δεν ήταν στατιστικά σημαντική).

Διηθητική Καντιντίαση: Το AmBisome (3 mg/kg/ ημέρα) ήταν το ίδιο αποτελεσματικό με την ικαφουγκίνη (100 mg/ ημέρα [σωματικό βάρος > 40 kg] ή 2 mg/kg/ ημέρα [σωματικό βάρος ≤ 40 kg]) ως θεραπεία πρώτης γραμμής της καντινταιμίας και της διηθητικής καντιντίασης σε μια τυχαιοποιημένη διπλά τυφλή πολυεθνική μελέτη μη κατωτερότητας σε ενήλικες και παιδιά. Το AmBisome και η ικαφουγκίνη χορηγήθηκαν για μέσο διάστημα 15 ημερών. Η συνολική θετική ανταπόκριση ήταν 89,5% (170/190) για την ομάδα του AmBisome και 89,6% (181/202) για την ομάδα της ικαφουγκίνης (σύμφωνα με το set ανάλυσης πρωτοκόλλου).

Η παιδιατρική υπομελέτη στην οποία εισήχθηκαν ασθενείς από τη γέννηση, συμπεριλαμβανομένων πρόωρων βρεφών, έδειξε μεγαλύτερη αριθμητική ανταπόκριση μεταξύ των ασθενών όλων των ηλικιών στους οποίους χορηγήθηκε AmBisome, με εξαίρεση τα πρόωρα βρέφη (88,1% [37/42]). Τα συνολικά ποσοστά θετικής ανταπόκρισης ήταν για το AmBisome 85,4% (35/41) και για την ικαφουγκίνη (σύμφωνα με το set ανάλυσης πρωτοκόλλου).

Διηθητική Μουκορμύκωση: Δεν υπάρχουν μεγάλης κλίμακας τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές σε μουκορμύκωση. Μία πιλοτική μελέτη 20 ασθενών συνέκρινε το AmBisome μόνο του έναντι συν AmBisome με deferasirox. Η εκπλήρωση του σύνθετου καταληκτικού σημείου (κλινικά βελτιωμένος, σταθερός ακτινογραφικά σε 30 ημέρες και 90 ημέρες) ήταν 6/9 (67%) στις 30 ημέρες και 5/9 (56%) στις 90 ημέρες στην ομάδα AmBisome (μόνο) έναντι 8/11 (73%) στις 30 ημέρες και 2/11 (18%) στις 90 ημέρες στην ομάδα AmBisome συν deferasirox (με διάμεση δόση 30 mg / kg / ημέρα).

Μία αναδρομική μελέτη για μια περίοδο 15 ετών περιλάμβανε 59 αιματολογικούς ασθενείς με αποδεδειγμένη ή πιθανή μουκορμύκωση. Η θεραπεία ήταν αποτελεσματική σε 18 (37%) ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε συμβατική αμφοτερικίνη Β έναντι 7 (23%) ασθενών στους οποίους χορηγήθηκε AmBisome (58%) (ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία).

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-AMBISOME
expand_more

Το φαρμακοκινητικό προφίλ του AmBisome, βασιζόμενο στις συνολικές συγκεντρώσεις αμφοτερικίνης Β στο πλάσμα, καθορίστηκε σε καρκινοπαθείς ασθενείς με εμπύρετη ουδετεροπενία και σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε μεταμόσχευση μυελού των οστών, οι οποίοι έλαβαν μιας ώρας έγχυση AmBisome 1,0 έως 7,5 mg/kg ημερησίως για 3 έως 20 ημέρες. Το AmBisome έχει ένα σημαντικά διαφορετικό προφίλ από αυτό που αναφέρεται στη βιβλιογραφία για τη συμβατική αμφοτερικίνη Β, με υψηλότερες συγκεντρώσεις αμφοτερικίνης Β στο πλάσμα (Cmax) και αυξημένη έκθεση (AUC0-24) μετά από χορήγηση AmBisome σε σχέση με τη συμβατική αμφοτερικίνη Β. Μετά από την πρώτη και τελευταία δόση, τα φαρμακοκινητικά στοιχεία του AmBisome (μέση τιμή ± κανονική απόκλιση) κυμαίνονται ως ακολούθως:

Cmax: 7,3μg/mL (±3,8) έως 83,7 μg/mL (±43,0) T½: 6,3 hr (± 2,0) έως 10,7 hr (±6,4) AUC0-24: 27 μg.hr/mL (±14) έως 555 μg.hr/mL (±311) Κάθαρση (Cl): 11 mL/hr/kg (±6) έως 51 mL/hr/kg (±44) Όγκος κατανομής (Vss): 0,10 L/kg (± 0,07) έως 0,44 L/kg (±0,27)

Οι ελάχιστες και μέγιστες τιμές φαρμακοκινητικής δεν προέρχονται απαραίτητα από τις χαμηλότερες και υψηλότερες δοσολογίες. Μετά την χορήγηση AmBisome, η σταθερή κατάσταση επιτυγχάνεται γρήγορα (γενικώς μέσα σε 4 ημέρες). Η φαρμακοκινητική του AmBisome μετά την πρώτη δόση φαίνεται να είναι μη γραμμική έτσι ώστε οι συγκεντρώσεις του AmBisome στον ορό να είναι μεγαλύτερες από αναλογικές με την αυξανόμενη δόση. Αυτή η μη αναλογική δοσολογική απάντηση πιστεύεται πως οφείλεται στον κορεσμό της δικτυοενδοθηλιακής κάθαρσης του AmBisome. Δεν σημειώθηκε καμία σημαντική συσσώρευση φαρμάκου μετά από χορήγηση 1 έως 7,5 mg/kg ημερησίως. Ο όγκος κατανομής την πρώτη ημέρα και στην σταθερή κατάσταση δηλώνει πως υπάρχει μια εκτενής κατανομή του AmBisome στους ιστούς. Μετά από επανειλημμένη χορήγηση AmBisome, ο τελικός χρόνος ημιζωής (Τ½) της αποβολής του AmBisome είναι περίπου 7 ώρες. Η απέκκριση του AmBisome δεν έχει μελετηθεί. Οι μεταβολικοί οδοί της αμφοτερικίνης Β και του AmBisome δεν είναι γνωστοί. Λόγω του μεγέθους των λιποσωμάτων, δεν υπάρχει σπειραματική διήθηση και νεφρική απέκκριση του AmBisome, έτσι αποφεύγεται η αλληλεπίδραση της αμφοτερικίνης Β με τα κύτταρα των περιφερικών σωληναρίων και μειώνεται το δυναμικό νεφροτοξικότητας που έχει παρατηρηθεί με τη συμβατική αμφοτερικίνη Β.

Νεφρική Ανεπάρκεια Η επίδραση της νεφρικής ανεπάρκειας στη φαρμακοκινητική του AmBisome δεν έχει επισήμως μελετηθεί. Τα δεδομένα δείχνουν πως δεν απαιτείται κάποια δοσολογική προσαρμογή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση ή σε διαδικασίες διήθησης, ωστόσο πρέπει να αποφεύγεται η χορήγηση AmBisome κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

περίπου 15 ημέρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

Υψηλά συνδεδεμένο (>90%) με πρωτεΐνες πλάσματος
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

100%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά
PubChem
science

Scientific Profile

CID
5280965
Μοριακός τύπος
C47H73NO17
Μοριακό βάρος
924.1
IUPAC
(1R,3S,5R,6R,9R,11R,15S,16R,17R,18S,19E,21E,23E,25E,27E,29E,31E,33R,35S,36R,37S)-33-[(2R,3S,4S,5S,6R)-4-amino-3,5-dihydroxy-6-methyloxan-2-yl]oxy-1,3,5,6,9,11,17,37-octahydroxy-15,16,18-trimethyl-13-oxo-14,39-dioxabicyclo[33.3.1]nonatriaconta-19,21,23,25,27,29,31-heptaene-36-carboxylic acid
InChIKey
APKFDSVGJQXUKY-INPOYWNPSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

  • Παράγοντες που είναι καταστρεπτικοί για τα αμοιβάδες, ειδικά τα παρασιτικά είδη που προκαλούν ΑΜΟΙΒΙΑΣΗ στον άνθρωπο και τα ζώα.
  • Ουσίες που καταστρέφουν τους μύκητες καταστέλλοντας την ικανότητά τους να αναπτύσσονται ή να αναπαράγονται. Διαφέρουν από τα ΒΙΟΚΤΟΝΑ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ επειδή προστατεύουν από μύκητες που υπάρχουν σε ανθρώπινους ή ζωικούς ιστούς.
  • Ουσίες που είναι καταστρεπτικές για τα πρωτόζωα.
  • Τεχνητές, μονοστρωματικές ή πολυστρωματικές κυψέλες (κατασκευασμένες από λεκιθίνες ή άλλα λιπίδια) που χρησιμοποιούνται για την παράδοση διαφόρων βιολογικών μορίων ή μοριακών συμπλεγμάτων στα κύτταρα, για παράδειγμα, φαρμακευτική παράδοση και γονιδιακή μεταφορά. Χρησιμοποιούνται επίσης για τη μελέτη μεμβρανών και πρωτεϊνών μεμβράνης.
  • Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή των ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.

Σχετικά Εργαλεία

Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →