AZELASTINE
Αζελαστίνη
Για την συμπτωματική θεραπεία της εποχικής αλλεργικής ρινίτιδας και μη αλλεργικής ρινίτιδας, καθώς και για συμπτωματική ανακούφιση του οφθαλμικού κνησμού που σχετίζεται με την αλλεργική επιπεφυκίτιδα.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-AFLUON
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ρινική
- Χορήγηση: δύο φορές την ημέρα
- Δόση έναρξης: Μια εφαρμογή (0,14 ml = 0,14 mg azelastine hydrocholoride) μέσα σε κάθε ρουθούνι
-
ΕνήλικεςΔόσηΜια εφαρμογή (0,14 ml = 0,14 mg azelastine hydrocholoride) μέσα σε κάθε ρουθούνι, δύο φορές την ημέραισοδυναμεί με ημερήσια δόση 0,56 mg azelastine hydrocholoride
-
ΗλικιωμένοιΔεν έχουν διενεργηθεί μελέτες ειδικές για τους ηλικιωμένους.
-
ΠαιδιάΔεν έχουν διενεργηθεί μελέτες ειδικές για τα παιδιά.
block
SPC-AFLUON
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Αποδεδειγμένη αλλεργία σε οποιοδήποτε από τα συστατικά του AFLUON.
-
Το φάρμακο δεν πρέπει επίσης να χρησιμοποιείται σε παιδιά κάτω των 6 ετών.Πληθυσμόςπαιδιά κάτω των 6 ετών
warning
SPC-AFLUON
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
SPC-AFLUON
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
οινόπνευμαπροσοχήΚατασταλτικό του Κ.Ν.Σ.ΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη λήψη
-
φάρμακα κατασταλτικά του Κ.Ν.Σ.προσοχήΚατασταλτικό του Κ.Ν.Σ.ΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη λήψη
-
προσοχήΑύξηση των επιπέδων azelastine στο πλάσμαΣύστασηΣε ασθενείς που χρειάζονται ταυτόχρονη θεραπεία με ανταγωνιστές των Η2 υποδοχέων, θα πρέπει να συνταγογραφείται κάποιος ανταγωνιστής των Η2 υποδοχέων διαφορετικός από την σιμετιδίνη (π.χ. ρανιτιδίνη).
sick
SPC-AFLUON
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- ερεθισμός του ρινικού βλεννογόνου
- αιμορραγία από τη μύτη
- αίσθημα καύσου στη μύτη
- ρινίτις
- αίσθημα πικρής γεύσης
- υπνηλία
- κεφαλαλγία
- ζάλη
- ξηροστομία
- ναυτία
- αίσθημα κόπωσης
- αύξηση βάρους
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Μη γνωστέςερεθισμός του ρινικού βλεννογόνου
-
Μη γνωστέςαίσθημα πικρής γεύσηςΓενικά
-
Μη γνωστέςυπνηλίαΝευρικό σύστημα
-
Μη γνωστέςκεφαλαλγίαΝευρικό σύστημα
-
Μη γνωστέςαιμορραγία από τη μύτηΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςαίσθημα καύσου στη μύτηΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςρινίτιςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςξηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςναυτίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςαίσθημα κόπωσηςΓενικά
-
Μη γνωστέςζάληΝευρικό σύστημα
-
Μη γνωστέςαύξηση βάρουςΜεταβολισμός
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-AFLUON
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-AFLUON
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-AFLUON
expand_more
Δοσολογία
Ενήλικες Μια εφαρμογή (0,14 ml = 0,14 mg azelastine hydrocholoride) μέσα σε κάθε ρουθούνι δύο φορές την ημέρα (ισοδυναμεί με ημερήσια δόση 0,56 mg azelastine hydrocholoride)
Ηλικιωμένοι Δεν έχουν διενεργηθεί μελέτες ειδικές για τους ηλικιωμένους.
Παιδιά Δεν έχουν διενεργηθεί μελέτες ειδικές για τα παιδιά.
block
Αντενδείξεις
SPC-AFLUON
expand_more
Αντενδείξεις
- Αποδεδειγμένη αλλεργία σε οποιοδήποτε από τα συστατικά του AFLUON.
- Το φάρμακο δεν πρέπει επίσης να χρησιμοποιείται σε παιδιά κάτω των 6 ετών.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-AFLUON
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-AFLUON
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπίδρασης ειδικές για το ρινικό εκνέφωμα, διάλυμα AFLUON. Δεν συνιστάται η ταυτόχρονη λήψη με οινόπνευμα ή φάρμακα κατασταλτικά του Κ.Ν.Σ.
Μετά από του στόματος χορήγηση azelastine hydrocholoride σε δόση 4,4 mg δυο φορές την ημέρα, δημιουργήθηκε η υποψία ότι η σιμετιδίνη δυνατόν να αλληλεπιδρά με την azelastine, με αποτέλεσμα την αύξηση των επιπέδων της τελευταίας στο πλάσμα. Τούτο αποδίδεται στην προκαλούμενη από την σιμετιδίνη αναστολή του μεταβολισμού της azelastine, μέσω αλληλεπίδρασης με το σύστημα του κυτοχρώματος P450 στο ήπαρ. Σε ασθενείς που χρειάζονται ταυτόχρονη θεραπεία με ανταγωνιστές των Η2 υποδοχέων, θα πρέπει να συνταγογραφείται κάποιος ανταγωνιστής των Η2 υποδοχέων διαφορετικός από την σιμετιδίνη (πχ ρανιτιδίνη).
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-AFLUON
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Έχουν αναφερθεί οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες, μετά από χορήγηση ημερήσιας δόση 0,56 mg azelastine hydrochloride:
- ερεθισμός του ρινικού βλεννογόνου
- αίσθημα πικρής γεύσης πιθανόν οφειλόμενο σε λανθασμένο τρόπο χορήγησης του φαρμάκου δηλ. υπερβολική κάμψη της κεφαλής προς τα πίσω
- υπνηλία
- κεφαλαλγία
- αιμορραγία από τη μύτη
- αίσθημα καύσου στη μύτη
- ρινίτις
- ξηροστομία
- ναυτία
- αίσθημα κόπωσης
- ζάλη
- αύξηση βάρους.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-AFLUON
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Η azelastine είναι ένα παράγωγο της φθαλαζινόνης με πρωτότυπη δομή. Η ουσία ανήκει στις αντιαλλεργικές ουσίες, με έντονη και μακρά δράση και ιδιαίτερα έντονες ανταγωνιστικές ιδιότητες.
Τα δεδομένα από μελέτες σε πειραματόζωα δείχνουν πως η επίτευξη υψηλών συγκεντρώσεων azelastine προκαλεί αναστολή της σύνθεσης ή της απελευθέρωσης χημικών μεσολαβητών, οι οποίοι σχετίζονται με τις αλλεργικές αντιδράσεις πχ λευκοτριένια, ισταμίνη και σεροτονίνη.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-AFLUON
expand_more
Φαρμακοκινητική
α) Γενικά χαρακτηριστικά Μετά από του στόματος χορήγηση, η azelastine απορροφάται ταχέως, παρουσιάζοντας απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα 81%. Η τροφή δεν επηρεάζει την απορρόφηση της ουσίας. Ο όγκος κατανομής είναι υψηλός, γεγονός ενδεικτικό του ότι η κατανομή λαμβάνει χώρα κυρίως στους περιφερικούς ιστούς. Η σύνδεση με πρωτεΐνες είναι σχετικά χαμηλή (80-90%, δηλ. επίπεδο πολύ χαμηλό για την δημιουργία ανησυχίας σχετικά με την εκτόπιση άλλων φαρμάκων).
Ο χρόνος ημισείας απομάκρυνσης από το πλάσμα μετά από εφ’άπαξ δόση azelastine, ανέρχεται σε 20 περίπου ώρες για την azelastine και 45 περίπου ώρες για τον θεραπευτικώς ενεργό μεταβολίτη της, Ν-Desmethyl azelastine. H απομάκρυνση πραγματοποιείται κυρίως δια των κοπράνων. Η παρατεταμένη αποβολή μικρών ποσοτήτων της δόσης στα κόπρανα, υποδεικνύει ότι ενδεχομένως λαμβάνει χώρα σε κάποιο βαθμό εντεροηπατική κυκλοφορία.
Μετά από επανειλημμένη ρινική εφαρμογή azelastine hydrochloride σε υγιείς εθελοντές και με ημερήσια δόση 0,56 mg (αντιστοιχεί σε ένα ψεκασμό ανά ρουθούνι, δύο φορές την ημέρα), η Cmax της azelastine στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση, ήταν περίπου 0,27 ng/ml. Τα επίπεδα του ενεργού μεταβολίτη Ν-Desmethyl azelastine ανιχνεύονται στο όριο του ποσοτικού προσδιορισμού ή και κάτω από αυτό (0,12 ng/ml).
β) Χαρακτηριστικά σε ασθενείς Η επανειλημμένη ρινική εφαρμογή σε ασθενείς με αλλεργική ρινίτιδα οδήγησε σε αυξημένα επίπεδα της azelastine στο πλάσμα, συγκριτικά με εκείνα που παρατηρούνται σε υγιή άτομα, γεγονός που υποδεικνύει υψηλότερο βαθμό συστηματικής απορρόφησης (πιθανότητα λόγω βελτιωμένης διείσδυσης μέσα από τον φλεγμαίνοντα ρινικό βλεννογόνο).
Μετά από χορήγηση συνολικής ημερήσιας δόσης 0,56 mg azelastine hydrochloride (π.χ. ένας ψεκασμός ανά ρουθούνι, δύο φορές ημερησίως), η μέση συγκέντρωση azelastine στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση ήταν δυο ώρες μετά την χορήγηση, περίπου 0,65 ng/ml.
Διπλασιασμός της ολικής ημερήσιας δόσης σε 1,12 mg azelastine hydrochloride (δηλ. δυο ψεκασμοί ανά ρουθούνι, δύο φορές ημερησίως) οδήγησε, σε σταθεροποιημένη κατάσταση, σε μέση συγκέντρωση 1,09 ng/ml azelastine στο πλάσμα, γεγονός που υποδεικνύει την ύπαρξη αναλογικότητας με τα πλαίσια διακύμανσης των δόσεων.
Πάντως, παρ’όλη την σχετικώς αυξημένη απορρόφηση της στους ασθενείς, η συστηματική έκθεση σ’αυτήν μετά από ρινική χορήγηση, υπολογίζεται πως είναι περίπου 8 φορές χαμηλότερη από ό,τι με την από του στόματος θεραπεία με 4,4 mg azelestine hydrochloride την ημέρα (που αντιπροσωπεύει την θεραπευτική από του στόματος δόση για την θεραπεία της αλλεργικής ρινίτιδας).
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
- 14.5 L/kg
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- 0.5 L/h/kg [ασθενείς με συμπτώματα]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Azelastine (Αζελαστίνη) ανταγωνίζεται τις δράσεις της ισταμίνης, με αποτέλεσμα την ανακούφιση των συμπτωμάτων αλλεργίας που προκαλούνται από την ισταμίνη. Η έναρξη δράσης συμβαίνει εντός 15 λεπτών με ενδορρινικά σκευάσματα και τόσο γρήγορα όσο 3 λεπτά με οφθαλμικές διαλυτικές ουσίες. Τα ενδορρινικά σκευάσματα έχουν σχετικά μεγάλη διάρκεια δράσης, με τις μέγιστες επιδράσεις να παρατηρούνται 4-6 ώρες μετά την αρχική δόση και η αποτελεσματικότητα να διατηρείται καθ’ όλη τη διάρκεια του τυπικού διαστήματος χορήγησης 12 ωρών.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η Αζελαστίνη είναι πρωτίστως ένας εκλεκτικός ανταγωνιστής των υποδοχέων ισταμίνης H1, με μικρότερη συγγένεια για τους υποδοχείς H2, και χρησιμοποιείται για την συμπτωματική θεραπεία των αλλεργιών. Οι υποδοχείς ισταμίνης H1 είναι G-πρωτεϊνικοί συνδεδεμένοι υποδοχείς με 7 διαμεμβρανικά τμήματα που βρίσκονται σε νευρικές απολήξεις, κύτταρα λείων μυών και αδενικά κύτταρα. Μετά την έκθεση στο αλλεργιογόνο σε ευαισθητοποιημένα άτομα, η διασταυρούμενη σύνδεση του υποδοχέα IgE στα μαστοκύτταρα οδηγεί στην απελευθέρωση ισταμίνης, η οποία συνδέεται με τους υποδοχείς H1 και συμβάλλει στα τυπικά αλλεργικά συμπτώματα όπως ο κνησμός, το φτέρνισμα και η συμφόρηση.
Παρόλο που ο κύριος τρόπος δράσης πιστεύεται ότι είναι μέσω του ανταγωνισμού των υποδοχέων H1, η αζελαστίνη (όπως και άλλα αντιισταμινικά δεύτερης γενιάς) φαίνεται να επηρεάζει άλλους μεσολαβητές της αλλεργικής συμπτωματολογίας. Η αζελαστίνη έχει ιδιότητες σταθεροποίησης των μαστοκυττάρων που εμποδίζουν την απελευθέρωση ιντερλευκίνης-6, τρυπτάσης, ισταμίνης και TNF-άλφα από τα μαστοκύτταρα, και έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τους μεσολαβητές της μαστοκυτταρικής αποκοκκίωσης, όπως οι λευκοτριένες, στο ρινικό έκπλυμα ασθενών με ρινίτιδα, καθώς και αναστέλλει την παραγωγή και απελευθέρωσή τους από τα ηωσινόφιλα (πιθανώς μέσω αναστολής της φωσφολιπάσης Α2 και της λευκοτριενίου C4 συνθάσης).
Επιπλέον, σε ασθενείς που λάμβαναν από του στόματος αζελαστίνη παρατηρήθηκαν σημαντικά μειωμένες συγκεντρώσεις ουσίας P και βραδυκινίνης στις ρινικές εκκρίσεις, οι οποίες ενδέχεται να παίζουν ρόλο στον ρινικό κνησμό και το φτέρνισμα σε ασθενείς με αλλεργική ρινίτιδα.
Η αζελαστίνη είναι ένας ανταγωνιστής των υποδοχέων ισταμίνης H1. Η αζελαστίνη, ένα παράγωγο της φθαλαιζιδανόνης, είναι δομικά άσχετη με άλλα διαθέσιμα αντιισταμινικά και έχει χαρακτηριστεί ως εκλεκτικός ανταγωνιστής των υποδοχέων H1. Παρόλο που η αζελαστίνη αναφέρεται ως αντιισταμινικό δεύτερης γενιάς (“μη υπνωτικό”), μπορεί να εμφανιστούν ανεπιθύμητες ενέργειες στο ΚΝΣ (π.χ. υπνηλία), ιδιαίτερα σε σχετικά υψηλές δόσεις ή όταν χορηγείται με κατασταλτικά του ΚΝΣ (π.χ. αλκοόλ).
Ο μεταβολίτης δεσμεθυλαζελαστίνη έχει επίσης αντιισταμινική δράση. Επιπλέον, η αζελαστίνη αναστέλλει άλλους μεσολαβητές (π.χ. λευκοτριένες, παραγοντικός παράγοντας ενεργοποίησης αιμοπεταλίων (PAF)) που εμπλέκονται σε αλλεργικές αντιδράσεις. Η αζελαστίνη μπορεί να αναστείλει τη συσσώρευση ηωσινόφιλων στον τόπο της αλλεργικής φλεγμονής και να εμποδίσει την αποκοκκίωση των ηωσινόφιλων.
Η αζελαστίνη, ένας από του στόματος αποτελεσματικός αντιασθματικός παράγοντας, έχει αναφερθεί ότι αναστέλλει την ανθεκτική στα αντιισταμινικά, μεσολαβούμενη από λευκοτριένες, αλλεργική βρογχοσυστολή σε ιν ινδικά χοιρίδια. Αυτό υποδηλώνει ότι η αζελαστίνη μπορεί να δρα μέσω της αναστολής της σύνθεσης λευκοτριενίου (LT) C4/D4.
Ερευνητές εξέτασαν την επίδραση της αζελαστίνης στην αλλεργική και μη αλλεργική έκκριση ισταμίνης και τον σχηματισμό LTC4. Η αζελαστίνη και οι γνωστοί αναστολείς 5-λιποξυγενάσης, βορδιυδρογαιαρετική οξύ και AA-861, επέδειξαν συγκεντρωτικά-εξαρτώμενη αναστολή του σχηματισμού αλλεργικού LTC4 σε τεμαχισμένο ιστό πνεύμονα από ενεργά ευαισθητοποιημένα ιν ινδικά χοιρίδια και σύνθεση LTC4 διεγερμένη από ιοντοφόρο ασβεστίου Α23187 σε μικτά περιτοναϊκά κύτταρα από αρουραίους. Η αζελαστίνη προκάλεσε επίσης συγκεντρωτικά-εξαρτώμενη αναστολή της αλλεργικής και μη αλλεργικής έκκρισης ισταμίνης από περιτοναϊκά μαστοκύτταρα αρουραίων. Η ικανότητα της αζελαστίνης να αναστέλλει την αλλεργική και μη αλλεργική έκκριση ισταμίνης και την παραγωγή LTC4 μπορεί να συμβάλλει στον τρόπο δράσης της και τη θεραπευτική της αποτελεσματικότητα.
Οι λευκοτριένες έχουν προταθεί ως σημαντικοί χημικοί μεσολαβητές της αλλεργικής φλεγμονής, και υπάρχουν ενδείξεις ότι η αζελαστίνη (Astelin) μπορεί να επηρεάσει τις μεσολαβούμενες από λευκοτριένες αλλεργικές αποκρίσεις. Ένα από τα ένζυμα που απαιτούνται για τη σύνθεση λευκοτριενών από το αραχιδονικό οξύ είναι η 5-λιποξυγενάση (5-LO). Η αζελαστίνη, η οποία προσλαμβάνεται κατά προτίμηση από τον πνεύμονα και τα κυψελιδικά μακροφάγα, αναστέλλει την παραγωγή λευκοτριενών στις αεραγωγούς. Αυτή η ιδιότητα της αζελαστίνης μπορεί να συμβάλλει στη θεραπευτική της αποτελεσματικότητα στη μακροχρόνια θεραπεία και διαχείριση της ρινίτιδας και του άσθματος.
Η αζελαστίνη δεν αναστέλλει άμεσα την 5-LO σε διαταραγμένα περιτοναϊκά κύτταρα ποντικών και κυτταρικές γραμμές λευχαιμίας αρουραίων (IC50 > 100 μM), αλλά έχει μέτρια ανασταλτική δραστηριότητα 5-LO σε άθικτα περιτοναϊκά κύτταρα ποντικών (IC50 = 10 μM, 5 λεπτά) και σε τεμαχισμένο ήπαρ ιν ινδικού χοιριδίου (IC50 = 14 μM, 2 ώρες). Η παραγωγή και απελευθέρωση λευκοτριενών σε ανθρώπινα ουδετερόφιλα και ηωσινόφιλα αναστέλλεται επίσης από την αζελαστίνη (IC50 = 0.9-1.1 μM).
Επιπλέον, η αζελαστίνη είναι ένας ισχυρός και ειδικός αναστολέας της παραγωγής λευκοτριενών που προκαλείται από αλλεργιογόνα στη μύτη του ιν ινδικού χοιριδίου (ID50 < 100 μg/kg, im, 20 λεπτά) καθώς και σε ασθενείς με ρινίτιδα (2 mg, po, 4 ώρες, ID50 < 30 μg/kg). Η αζελαστίνη αναστέλλει επίσης τη μεσολαβούμενη από λευκοτριένες, πυριλαμίνη-ανθεκτική βρογχοσυστολή που προκαλείται από αλλεργιογόνο (από του στόματος ID50 = 60 μg/kg, 2 ώρες και 120 μg/kg, 24 ώρες).
Αυτό το προφίλ υποδηλώνει ότι η αζελαστίνη μπορεί να είναι ένας νέος αναστολέας της μετατόπισης της 5-λιποξυγενάσης που εξαρτάται από το Ca(2+) από το κυτταρόπλασμα στην πυρηνική μεμβράνη ή ένας αναστολέας της πρωτεΐνης που σχετίζεται με τη δραστηριότητα της 5-λιποξυγενάσης (FLAP) αντί ενός άμεσου αναστολέα 5-LO.
Η αζελαστίνη, η οξατομίδη και η κετοτιφαίνη χρησιμοποιούνται για ασθενείς με αλλεργικές παθήσεις. Αυτά τα φάρμακα αναστέλλουν την απελευθέρωση χημικών μεσολαβητών, συμπεριλαμβανομένων των λευκοτριενών· ωστόσο, ο εμπλεκόμενος μηχανισμός είναι ασαφής.
Για να διευκρινιστεί ο μηχανισμός της αναστολής, διερευνήθηκε η επίδραση τριών φαρμάκων στη λειτουργία της φωσφολιπάσης Α2, της 5-λιποξυγενάσης, της λευκοτριενίου C4 συνθάσης και της λευκοτριενίου Α4 υδρολάσης, τα οποία είναι όλα καταβολικά ένζυμα που εμπλέκονται στη σύνθεση λευκοτριενίου C4 και λευκοτριενίου Β4 σε κύτταρα λευχαιμίας RBL-1 αρουραίων. Η παραγωγή λευκοτριενίου C4 και λευκοτριενίου Β4 μετρήθηκε με χρωματογραφία υγρής υψηλής απόδοσης (HPLC). Και τα τρία φάρμακα ανέστειλαν την παραγωγή λευκοτριενίου C4 και λευκοτριενίου Β4 όταν τα κύτταρα διεγέρθηκαν με A23187. Και τα τρία φάρμακα ανέστειλαν επίσης την διεγερμένη από A23187 απελευθέρωση 3H-αραχιδονικού οξέος από φωσφολιπίδια της μεμβράνης.
Η αζελαστίνη ανέστειλε την παραγωγή λευκοτριενίου C4, αλλά όχι λευκοτριενίου Β4, όταν χρησιμοποιήθηκε είτε αραχιδονικό οξύ είτε ελεύθερο οξύ λευκοτριενίου Α4 ως υπόστρωμα στο σύστημα χωρίς κύτταρα. Η οξατομίδη και η κετοτιφαίνη δεν ανέστειλαν τη σύνθεση λευκοτριενίου C4 ή λευκοτριενίου Β4 στην ίδια μελέτη χωρίς κύτταρα.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η οξατομίδη και η κετοτιφαίνη αναστέλλουν την παραγωγή λευκοτριενίου C4 και λευκοτριενίου Β4 αναστέλλοντας τη δραστηριότητα της φωσφολιπάσης Α2, ενώ η αζελαστίνη αναστέλλει την παραγωγή λευκοτριενίου C4 αναστέλλοντας τη φωσφολιπάση Α2 και τη λευκοτριενίου C4 συνθάση.
Για περισσότερα δεδομένα Μηχανισμού Δράσης (Πλήρη) για την Azelastine (12 σύνολο), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η συστηματική βιοδιαθεσιμότητα της υδροχλωρικής αζελαστίνης μετά από ενδορρινική χορήγηση είναι περίπου 40%, με επίτευξη Cmax εντός 2-3 ωρών. Όταν χορηγείται σε δόσεις μεγαλύτερες από τη συνιστώμενη μέγιστη, παρατηρήθηκαν μεγαλύτερες από την αναμενόμενη αυξήσεις τόσο στην Cmax όσο και στην AUC.
Μετά από από του στόματος χορήγηση ραδιοσημασμένης υδροχλωρικής αζελαστίνης, περίπου το 75% απεκκρίθηκε στα κόπρανα, με λιγότερο από 10% ως αμετάβλητη υδροχλωρική αζελαστίνη.
Μετά από ενδοφλέβια και από του στόματος χορήγηση, ο σταθερός όγκος κατανομής είναι 14,5 L/kg.
Βάσει ενδοφλέβιας και από του στόματος χορήγησης, η αζελαστίνη παρουσίασε κάθαρση πλάσματος 0,5 L/h/kg.
Μετά από ενδορρινική χορήγηση, η συστηματική βιοδιαθεσιμότητα της υδροχλωρικής αζελαστίνης είναι περίπου 40%. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) επιτυγχάνονται σε 2-3 ώρες.
Με βάση μελέτες μονής δόσης από του στόματος, η νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης <50 mL/min) οδήγησε σε 70-75% υψηλότερη Cmax και AUC σε σύγκριση με φυσιολογικά άτομα. Ο χρόνος προς τη μέγιστη συγκέντρωση δεν άλλαξε.
Βάσει ενδοφλέβιας και από του στόματος χορήγησης, ο σταθερός όγκος κατανομής και η κάθαρση πλάσματος είναι 14,5 L/kg και 0,5 L/h/kg, αντίστοιχα.
Μελέτες in vitro με ανθρώπινο πλάσμα υποδεικνύουν ότι η πρωτεϊνική δέσμευση της αζελαστίνης και της δεσμεθυλαζελαστίνης είναι περίπου 88% και 97%, αντίστοιχα.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την Azelastine (10 σύνολο), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Δέσμευση
Μελέτες in vitro σε ανθρώπινο πλάσμα υποδεικνύουν ότι η πρωτεϊνική δέσμευση της αζελαστίνης και της δεσμεθυλαζελαστίνης είναι περίπου 88% και 97%, αντίστοιχα.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η υδροχλωρική αζελαστίνη μεταβολίζεται οξειδωτικά στον κύριο, και βιολογικά ενεργό, μεταβολίτη δεσμεθυλαζελαστίνη από το σύστημα ενζύμων κυτοχρώματος P450. Αν και οι ετικέτες για την αζελαστίνη αναφέρουν ότι η ειδική εμπλοκή ενζύμων CYP δεν έχει διευκρινιστεί, έχει προταθεί ότι η N-απομεθυλίωση της αζελαστίνης καταλύεται κυρίως από τις CYP3A4, CYP2D6 και CYP1A2.
Η αζελαστίνη μεταβολίζεται οξειδωτικά στον κύριο ενεργό μεταβολίτη, τη δεσμεθυλαζελαστίνη, από το σύστημα ενζύμων κυτοχρώματος P450. Οι ειδικές ισομορφές P450 που είναι υπεύθυνες για τη βιομετατροπή της αζελαστίνης δεν έχουν προσδιοριστεί.
Ο κύριος ενεργός μεταβολίτης, δεσμεθυλαζελαστίνη, δεν ήταν ανιχνεύσιμος (κάτω από τα όρια ανάλυσης) μετά από εφάπαξ ενδορρινική χορήγηση υδροχλωρικής αζελαστίνης. Μετά από ενδορρινική χορήγηση υδροχλωρικής αζελαστίνης σε σταθερή κατάσταση, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της δεσμεθυλαζελαστίνης κυμαίνονται από 20-50% των συγκεντρώσεων αζελαστίνης.
Οι φαρμακοκινητικές της υδροχλωρικής αζελαστίνης μετά από εφάπαξ και πολλαπλή χορήγηση (4,4 mg ως δισκίο, τ = 12 ώρες) διερευνήθηκαν σε 14 εθελοντές (6 γυναίκες, 8 άνδρες) άνω των 65 ετών (70 +/- 5 έτη, μέσος όρος +/- SD).
Η RIA ανιχνεύει παράλληλα με την αζελαστίνη και τον φαρμακοδυναμικά ενεργό μεταβολίτη N-δεμεθυλ-αζελαστίνη, και επομένως, οι παράμετροι περιγράφουν τη φαρμακοκινητική συμπεριφορά ως αποτέλεσμα και των δύο ενώσεων, δηλαδή της “ενεργού αρχής”. Οι N-δεμεθυλιωμένοι μεταβολίτες είναι γνωστό ότι έχουν συνήθως μεγαλύτερο χρόνο ημίσειας ζωής από τις μητρικές τους ενώσεις και επομένως, συσσωρεύονται σε μεγαλύτερο βαθμό κατά τη διάρκεια πολλαπλής χορήγησης.
Η υδροχλωρική αζελαστίνη μεταβολίζεται οξειδωτικά στον κύριο μεταβολίτη, N-δεμεθυλαζελαστίνη, από το σύστημα ενζύμων κυτοχρώματος P450, ωστόσο το ακριβές ισοένζυμο κυτοχρώματος P450 που εμπλέκεται δεν έχει προσδιοριστεί. Ο κύριος μεταβολίτης, δεσμεθυλαζελαστίνη, έχει επίσης δραστηριότητα ανταγωνιστή H1-υποδοχέα.
Οδός Απέκκρισης: Περίπου το 75% μιας από του στόματος δόσης ραδιοσημασμένης υδροχλωρικής αζελαστίνης απεκκρίθηκε στα κόπρανα με λιγότερο από 10% ως αμετάβλητη υδροχλωρική αζελαστίνη. Η υδροχλωρική αζελαστίνη μεταβολίζεται οξειδωτικά στον κύριο μεταβολίτη, N-δεμεθυλαζελαστίνη, από το σύστημα ενζύμων κυτοχρώματος P450.
Χρόνος Ημίσειας Ζωής: Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής (βάσει ενδοφλέβιας και από του στόματος χορήγησης) είναι 22 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής του ενεργού μεταβολίτη, δεσμεθυλαζελαστίνης, είναι 54 ώρες (μετά από από του στόματος χορήγηση αζελαστίνης).
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Με βάση την ενδοφλέβια και από του στόματος χορήγηση, η αζελαστίνη παρουσίασε χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής 22 ώρες. Ο κύριος ενεργός μεταβολίτης της, η δεσμεθυλαζελαστίνη, έχει χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής 54 ώρες.
Βάσει ενδοφλέβιας και από του στόματος χορήγησης, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής είναι 22 ώρες…
Όταν η υδροχλωρική αζελαστίνη χορηγείται από του στόματος, η δεσμεθυλαζελαστίνη έχει χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής 54 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
- Παράγοντες που προκαλούν αύξηση της διάτασης ενός βρόγχου ή βρογχικών σωλήνων.
- Ενώσεις που συνδέονται και αναστέλλουν την ενζυμική δραστηριότητα των ΛΙΠΟΞΥΓΕΝΑΣΩΝ. Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται αναστολείς που είναι ειδικοί για υποτύπους λιποξυγενάσης και δρουν μειώνοντας την παραγωγή ΛΕΥΚΟΤΡΙΕΝΩΝ.
- Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία αλλεργικών αντιδράσεων. Τα περισσότερα από αυτά τα φάρμακα δρουν εμποδίζοντας την απελευθέρωση φλεγμονωδών μεσολαβητών ή αναστέλλοντας τις δράσεις των απελευθερωμένων μεσολαβητών στα κύτταρα-στόχους τους (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, σ.475).
- Μια κατηγορία μη υπνωτικών φαρμάκων που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους υποδοχείς ισταμίνης (ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΦΑΡΜΑΚΟΥ), εμποδίζοντας έτσι τις δράσεις της ισταμίνης ή των αγωνιστών της ισταμίνης. Αυτά τα αντιισταμινικά αντιπροσωπεύουν μια ετερογενή ομάδα ενώσεων με διαφορετικές χημικές δομές, ανεπιθύμητες ενέργειες, κατανομή και μεταβολισμό. Σε σύγκριση με τα πρώιμα (πρώτης γενιάς) αντιισταμινικά, αυτά τα μη υπνωτικά αντιισταμινικά έχουν μεγαλύτερη ειδικότητα υποδοχέων, χαμηλότερη διείσδυση στον ΑΙΜΟΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ ΦΡΑΓΜΟ, και είναι λιγότερο πιθανό να προκαλέσουν υπνηλία ή ψυχοκινητική δυσλειτουργία.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογίας
ZQI909440X
AZELASTINE
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Υποδοχέων Ισταμίνης H1
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ανταγωνιστής Υποδοχέων Ισταμίνης-1
Η Αζελαστίνη είναι Ανταγωνιστής Υποδοχέων Ισταμίνης-1. Ο μηχανισμός δράσης της αζελαστίνης είναι ως Ανταγωνιστής Υποδοχέων Ισταμίνης H1.
AZELASTINE
Ανταγωνιστής Υποδοχέων Ισταμίνης-1 [EPC]; Ανταγωνιστές Υποδοχέων Ισταμίνης H1 [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
- Παράγοντες που προκαλούν αύξηση της διάτασης ενός βρόγχου ή βρογχικών σωλήνων.
- Ενώσεις που συνδέονται και αναστέλλουν την ενζυμική δραστηριότητα των ΛΙΠΟΞΥΓΕΝΑΣΩΝ. Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται αναστολείς που είναι ειδικοί για υποτύπους λιποξυγενάσης και δρουν μειώνοντας την παραγωγή ΛΕΥΚΟΤΡΙΕΝΩΝ.
- Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία αλλεργικών αντιδράσεων. Τα περισσότερα από αυτά τα φάρμακα δρουν εμποδίζοντας την απελευθέρωση φλεγμονωδών μεσολαβητών ή αναστέλλοντας τις δράσεις των απελευθερωμένων μεσολαβητών στα κύτταρα-στόχους τους (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, σ.475).
- Μια κατηγορία μη υπνωτικών φαρμάκων που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους υποδοχείς ισταμίνης (ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΦΑΡΜΑΚΟΥ), εμποδίζοντας έτσι τις δράσεις της ισταμίνης ή των αγωνιστών της ισταμίνης. Αυτά τα αντιισταμινικά αντιπροσωπεύουν μια ετερογενή ομάδα ενώσεων με διαφορετικές χημικές δομές, ανεπιθύμητες ενέργειες, κατανομή και μεταβολισμό. Σε σύγκριση με τα πρώιμα (πρώτης γενιάς) αντιισταμινικά, αυτά τα μη υπνωτικά αντιισταμινικά έχουν μεγαλύτερη ειδικότητα υποδοχέων, χαμηλότερη διείσδυση στον ΑΙΜΟΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ ΦΡΑΓΜΟ, και είναι λιγότερο πιθανό να προκαλέσουν υπνηλία ή ψυχοκινητική δυσλειτουργία.