Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C08CA12 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

BARNIDIPINE

Βαρνιδιπίνη

Οι ανταγωνιστές ασβεστίου παρεμποδίζουν την είσοδο ιόντων ασβεστίου από τους διαύλους των κυτταρικών μεμβρανών. Η δράση αυτή ασκείται κυρίως στον καρδιακό μυ και τις λείες μυϊκές ίνες των αγγείων. Στον καρδιακό μυ προκαλούν ελάττωση της συσπαστικότητας, η οποία όμως …

Chemical structure of BARNIDIPINE

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Ήπια έως μέτρια ιδιοπαθής υπέρταση.
medication
ΕΟΦ

Δοσολογία

expand_more
Έναρξη με 10mg ημερησίως και πιθανή αύξηση έως 20mg εάν κριθεί απαραίτητο. Να μη χορηγείται σε παιδιά <18 ετών (δεν υπάρχει εμπειρία).
block
ΕΟΦ

Αντενδείξεις

expand_more
Ηπατική και σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, ασταθής στηθάγχη και έμφραγμα μυοκαρδίου (κατά τις πρώτες 4 εβδομάδες), μη θεραπευόμενη καρδιακή ανεπάρκεια. Συγχορήγηση με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4.
warning
ΕΟΦ

Προειδοποιήσεις

expand_more
Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια, με δυσλειτουργία ή στένωση του χώρου εξώθησης της αριστερής κοιλίας, με δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια και με νόσο του φλεβοκόμβου. Να μη συγχορηγείται με φάρμακα που εμφανίζουν αρνητική ινότροπη δράση.
swap_horiz
ΕΟΦ

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
Η συγχορήγηση με άλλα αντιυπερτασικά φάρμακα ενισχύει το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα. Μεταβολίζεται από το κυτόχρωμα CYP 3 A4 και δεν πρέπει να συγχορηγείται με ισχυρούς αναστολείς του (αντιπρωτεάσες, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη)….
sick
ΕΟΦ

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Περιφερικό οίδημα, κεφαλαλγία, ζάλη, αίσθημα παλμών (ελαττώνονται ή εξαφανίζονται κατά τη διάρκεια της θεραπείας). Σπανίως παροδική αύξηση των ηπατικών ενζύμων, προκάρδιο άλγος ή στηθάγχη, υπερτροφία των ούλων.
neurology
PubChem

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός Δράσης Η βαρνιδιπίνη είναι ένας λιπόφιλος ανταγωνιστής ασβεστίου 1,4-διυδροπυριδίνης που χαρακτηρίζεται από αργή έναρξη δράσης και ισχυρή και μακράς διάρκειας δέσμευση στους διαύλους ασβεστίου τύπου L. Εμφανίζει υψηλή συγγένεια για τους…
monitor_heart
PubChem

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοδυναμική Η βαρνιδιπίνη μειώνει την περιφερική αντίσταση και χαμηλώνει την αρτηριακή πίεση. Η χρόνια χρήση του φαρμάκου δεν αναφέρεται ότι οδηγεί σε αύξηση της βασικής καρδιακής συχνότητας. Τα αντιυπερτασικά αποτελέσματα της βαρνιδιπίνης αναφέρεται…
biotech
PubChem

Φαρμακοκινητική

expand_more
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Μετά από μία εφάπαξ δόση τροποποιημένης αποδέσμευσης 10mg βαρνιδιπίνης, η μέγιστη πλασματική συγκέντρωση ήταν περίπου 0,48 µg/L και η περιοχή υπό την καμπύλη (AUC) ήταν 2,85 µg/Lxh. Οι μέγιστες πλασματικές συγκεντρώσεις…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Η βαρνιδιπίνη αναμένεται να υποστεί ηπατικό μεταβολισμό. Ο πρωταρχικός μεταβολισμός της βαρνιδιπίνης περιλαμβάνει την οξείδωση του δακτυλίου 1,4-διυδροπυριδίνης και την υδρόλυση του μεθυλεστέρα. Ο δευτεροπαθής μεταβολισμός περιλαμβάνει την…
bloodtype
PubChem

Απέκκριση

expand_more
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Μετά από μία εφάπαξ δόση τροποποιημένης αποδέσμευσης 10mg βαρνιδιπίνης, η μέγιστη πλασματική συγκέντρωση ήταν περίπου 0,48 µg/L και η περιοχή υπό την καμπύλη (AUC) ήταν 2,85 µg/Lxh. Οι μέγιστες πλασματικές συγκεντρώσεις…

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

ΕΟΦ · 2.6.2

Αποκλειστές διαύλων ασβεστίου

expand_more
Περιγραφή

Οι ανταγωνιστές ασβεστίου παρεμποδίζουν την είσοδο ιόντων ασβεστίου από τους διαύλους των κυτταρικών μεμβρανών. Η δράση αυτή ασκείται κυρίως στον καρδιακό μυ και τις λείες μυϊκές ίνες των αγγείων. Στον καρδιακό μυ προκαλούν ελάττωση της συσπαστικότητας, η οποία όμως αντισταθμίζεται από την ελάττωση του μεταφορτίου από την αγγειοδιαστολή. Στα αγγεία προκαλείται ελάττωση του μυϊκού τόνου και αγγειοδιαστολή τόσο στα περιφερικά όσο και στα στεφανιαία αγγεία. Τέλος, στο ερεθισματαγωγό σύστημα προκαλούν ελάττωση της ταχύτητας αγωγής του ερεθίσματος. Για τους παραπάνω λόγους θα πρέπει να αποφεύγονται στην καρδιακή ανεπάρκεια την οποία ενδέχεται να επιδεινώσουν.

Οι εκπρόσωποι της ομάδας αυτής διαφέρουν αρκετά ως προς τα σημεία στα οποία ασκεί ο καθένας την κύρια δράση του. Οι διαφορές που παρουσιάζουν μεταξύ τους ως προς τη δράση τους οι ποικίλοι ανταγωνιστές ασβεστίου είναι μεγαλύτερες σε σχέση με εκείνες μεταξύ β-αποκλειστών. Υπάρχουν ως εκ τούτου σημαντικές διαφορές μεταξύ βεραπαμίλης και ανταγωνιστών ασβεστίου που είναι παράγωγα της διυδροπυριδίνης όπως η νιφεδιπίνη, η νικαρδιπίνη και η ισραδιπίνη. Η βεραπαμίλη χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της στηθάγχης, της υπέρτασης και των αρρυθμιών. Μειώνει την καρδιακή παροχή, επιβραδύνει την καρδιακή συχνότητα και πιθανόν να επηρεάσει την κολποκοιλιακή αγωγιμότητα. Μπορεί να προκαλέσει καρδιακή ανεπάρκεια σε ασθενείς με δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας, να επιδεινώσει διαταραχές της αγωγιμότητας και να προκαλέσει υπόταση. Κατά κανόνα, δεν πρέπει να χορηγείται μαζί με β-αποκλειστές. Η δυσκοιλιότητα αποτελεί την πλέον κοινή ανεπιθύμητη ενέργεια.

Η νιφεδιπίνη μειώνει τον τόνο των λείων μυικών ινών και διαστέλλει τις στεφανιαίες και περιφερικές αρτηρίες. Έχει μεγαλύτερη δράση στα αγγεία και μικρότερη στο μυοκάρδιο σε σχέση με τη βεραπαμίλη και δεν έχει αντιαρρυθμική δράση. Σπάνια προκαλεί καρδιακή ανεπάρκεια γιατί ακόμα και η μάλλον ασήμαντη αρνητική ινότροπη δράση της αντιρροπείται από την αγγειοδιασταλτική της. Η αμλοδιπίνη και η φελοδιπίνη μοιάζουν με την νιφεδιπίνη και δεν έχουν αρνητική ινότροπη δράση. Έχουν μακρότερο χρόνο δράσης και μπορούν να χορηγηθούν άπαξ ημερησίως. Η νιφεδιπίνη, η αμλοδιπίνη και η φελοδιπίνη χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της στηθάγχης και της υπέρτασης. Είναι πολύτιμα φάρμακα στην αγωγή των μορφών στηθάγχης που σχετίζονται με σπασμό των στεφανιαίων αγγείων. Χρησιμοποιούνται σαν φάρμακα επικουρικά των β-αποκλειστών και σε ασθενείς που δεν ανέχονται τους β-αποκλειστές. Κοινές ανεπιθύμητες ενέργειες των φαρμάκων αυτών είναι οι εξάψεις και η κεφαλαλγία (μειώνεται μετά από μερικές μέρες) καθώς και το οίδημα των κάτω άκρων (δεν ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στη χορήγηση διουρητικών). Οι ανεπιθύμητες ενέργειες οφείλονται στην αγγειοδιασταλτική δράση των φαρμάκων αυτών.

Η ισραδιπίνη και η λασιδιπίνη έχουν παρόμοια δράση με εκείνη της νιφεδιπίνης. Έχουν ένδειξη μόνο για την αγωγή της αρτηριακής υπέρτασης.

Η διλτιαζέμη έχει δράση ενδιάμεση μεταξύ βεραπαμίλης και διυδροπυριδινών. Είναι δραστική στις περισσότερες μορφές της στηθάγχης. Η συσκευασία μακράς δράσης του φαρμάκου αυτού χρησιμοποιείται επίσης για την αγωγή της υπέρτασης. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς στους οποίους οι β-αποκλειστές είτε αντενδείκνυνται είτε είναι αναποτελεσματικοί. Έχει μικρότερη αρνητική ινότροπη δράση σε σχέση με την βεραπαμίλη. Η από κοινού χρήση του φαρμάκου με β-αποκλειστές απαιτεί προσοχή.

Οι ανταγωνιστές ασβεστίου δεν μειώνουν τον κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου σε ασθενείς με ασταθή στηθάγχη. Πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο σε ασθενείς που έχουν συμπτώματα ανθεκτικά μετά από χορήγηση β-αποκλειστών, νιτρωδών, ασπιρίνης και ηπαρίνης.

Υπάρχουν ενδείξεις ότι η απότομη διακοπή φαρμάκου αυτής της κατηγορίας μπορεί να προκαλέσει αύξηση των στηθαγχικών συμπτωμάτων.

Ενδείξεις
Ήπια έως μέτρια ιδιοπαθής υπέρταση.
Αντενδείξεις
Ηπατική και σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, ασταθής στηθάγχη και έμφραγμα μυοκαρδίου (κατά τις πρώτες 4 εβδομάδες), μη θεραπευόμενη καρδιακή ανεπάρκεια. Συγχορήγηση με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4.
Ανεπιθύμητες
Περιφερικό οίδημα, κεφαλαλγία, ζάλη, αίσθημα παλμών (ελαττώνονται ή εξαφανίζονται κατά τη διάρκεια της θεραπείας). Σπανίως παροδική αύξηση των ηπατικών ενζύμων, προκάρδιο άλγος ή στηθάγχη, υπερτροφία των ούλων.
Αλληλεπιδράσεις
Η συγχορήγηση με άλλα αντιυπερτασικά φάρμακα ενισχύει το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα. Μεταβολίζεται από το κυτόχρωμα CYP 3 A4 και δεν πρέπει να συγχορηγείται με ισχυρούς αναστολείς του (αντιπρωτεάσες, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη). Η κυκλοσπορίνη μπορεί να αναστείλει τον μεταβολισμό της. Αύξηση της στάθμης της παρατηρήθηκε με σιμετιδίνη και μείωση με διάφορους ενζυμικούς επαγωγείς (φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, ριφαμπικίνη).
Προειδοποιήσεις
Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια, με δυσλειτουργία ή στένωση του χώρου εξώθησης της αριστερής κοιλίας, με δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια και με νόσο του φλεβοκόμβου. Να μη συγχορηγείται με φάρμακα που εμφανίζουν αρνητική ινότροπη δράση.
Δοσολογία
Έναρξη με 10mg ημερησίως και πιθανή αύξηση έως 20mg εάν κριθεί απαραίτητο. Να μη χορηγείται σε παιδιά <18 ετών (δεν υπάρχει εμπειρία).
Σκευάσματα
Barnidipine Hydrochloride VASEXTEN/Yamanouchi: con. r.caps 10mg x 28, 20mg x 28
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

20 ώρες
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

92.4-98.9%
PubChem

Απέκκριση

Κόπρανα/Νεφρά
PubChem
science

Scientific Profile

CID
443869
Μοριακός τύπος
C27H29N3O6
Μοριακό βάρος
491.5
IUPAC
5-O-[(3S)-1-benzylpyrrolidin-3-yl] 3-O-methyl (4S)-2,6-dimethyl-4-(3-nitrophenyl)-1,4-dihydropyridine-3,5-dicarboxylate
InChIKey
VXMOONUMYLCFJD-DHLKQENFSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας

Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν μέσω επιλεκτικής αναστολής της εισόδου ασβεστίου μέσω κυτταρικών μεμβρανών.