CAPECITABINE
Καπεσιταβίνη
### Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αντιμεταβολίτης, Κωδικός ATC: L01B C06 ### Μηχανισμός δράσης Η καπεσιταβίνη είναι μία μη-κυτταροτοξική καρβαμιδική φθοριοπυριμιδίνη, η οποία λειτουργεί ως ένας από στόματος χορηγούμενος πρόδρομος της κυτταροτοξικής …
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
C79 Δευτερογενής κακοήθης νεοπλασία άλλων εντοπίσεων
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Μεταστατικός καρκίνος του μαστού
-
C78 Δευτερογενής κακοήθης νεοπλασία του πεπτικού συστήματος και των οργάνων της αναπνοής
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Μεταστατικός κολοορθικός καρκίνος
-
C50 Κακοήθης νεοπλασία του μαστού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Τοπικά προχωρημένος καρκίνος του μαστού
-
C18 Κακοήθης νεοπλασία του παχέος εντέρου
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Καρκίνος παχέος εντέρου
-
C16 Κακοήθης νεοπλασία του στομάχου
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Προχωρημένος γαστρικός καρκίνος
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος CAPECITABINE/MYLAN
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από στόματος
- Χορήγηση: δύο φορές ημερησίως (πρωί και βράδυ)
- Δόση έναρξης: 1250 mg/m2
-
Ενήλικες (Μονοθεραπεία, Καρκίνος παχέος εντέρου, κολοορθικός και μαστού)Δόση1250 mg/m2 δύο φορές ημερησίως για 14 ημέρες ακολουθούμενη από 7ήμερη περίοδο διακοπής.Συνολική ημερήσια δόση 2500 mg/m2. Επικουρική θεραπεία για 6 μήνες σε καρκίνο παχέος εντέρου σταδίου ΙΙΙ.
-
Ενήλικες (Θεραπεία συνδυασμού, Καρκίνος παχέος εντέρου, κολοορθικός και γαστρικός)Δόση800-1000 mg/m2 δύο φορές ημερησίως για 14 μέρες ακολουθούμενη από 7ήμερη περίοδο διακοπής, ή 625 mg/m2 δύο φορές ημερησίως όταν χορηγείται διαρκώς.Για συνδυασμό με ιρινοτεκάνη, συνιστώμενη δόση έναρξης 800 mg/m2 δύο φορές ημερησίως για 14 ημέρες ακολουθούμενη από 7ήμερη περίοδο διακοπής.
-
Ενήλικες (Θεραπεία συνδυασμού, Καρκίνος μαστού με ντοσεταξέλη)Δόση1250 mg/m2 δύο φορές ημερησίως για 14 ημέρες ακολουθούμενη από 7ήμερη περίοδο διακοπής.Σε συνδυασμό με 75 mg/m2 ντοσεταξέλη κάθε 3 εβδομάδες.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στο δραστικό συστατικό ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα ή στην φθοριοουρακίλη
-
Ιστορικό σοβαρών και απρόσμενων αντιδράσεων στη θεραπεία με φθοριοπυριμιδίνη
-
Γνωστή πλήρης έλλειψη διυδροπυριμιδινικής δεϋδρογενάσης (DPD)
-
Κύηση και γαλουχία
-
Σοβαρή λευκοπενία, ουδετεροπενία ή θρομβοπενία
-
Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια
-
Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης κάτω από 30 ml/min)
-
Πρόσφατη ή ταυτόχρονη θεραπεία με βριβουδίνη
-
Αντενδείξεις με οποιοδήποτε από τα φαρμακευτικά προϊόντα που χορηγούνται στο σχήμα συνδυασμού
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Τοξικότητα που περιορίζει τη δόσηΟι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι αναστρέψιμες και δεν απαιτούν μόνιμη διακοπή της θεραπείας, παρόλο που μπορεί να απαιτηθεί παράλειψη ή μείωση δόσεων.
-
ΔιάρροιαΣοβαρή (Βαθμού 2, 3, 4)Πληθυσμόςασθενείς με σοβαρή διάρροιαΘα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και να λαμβάνουν υγρά και αναπλήρωση ηλεκτρολυτών αν αφυδατωθούν. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι συνήθεις αντιδιαρροϊκές αγωγές (π.χ. λοπεραμίδη). Η μείωση της δόσης θα πρέπει να εφαρμόζεται όταν είναι απαραίτητο (βλ. Δοσολογία).
-
ΑφυδάτωσηΔυνητικά θανατηφόραΠληθυσμόςιδιαίτερα σε ασθενείς με προϋπάρχουσα επηρεασμένη νεφρική λειτουργία ή όταν η καπεσιταβίνη χορηγείται συγχρόνως με γνωστά νεφροτοξικά φάρμακαΗ αφυδάτωση θα πρέπει να προλαμβάνεται ή να αντιμετωπίζεται με την πρώτη της εμφάνιση. Εάν εμφανιστεί αφυδάτωση βαθμού 2 (ή μεγαλύτερου), η αγωγή με καπεσιταβίνη θα πρέπει να διακόπτεται άμεσα και η αφυδάτωση να αντιμετωπίζεται. Η αγωγή δεν θα πρέπει να επαναχορηγείται μέχρις ότου ο ασθενής να επανενυδατωθεί και μέχρις ότου αντιμετωπιστεί ή ελεχθεί οποιοσδήποτε προδιαθεσικός παράγοντας. Οι εφαρμοζόμενες τροποποιήσεις της δόσης θα πρέπει να εφαρμόζονται για την προκείμενη ανεπιθύμητη ενέργεια όταν είναι απαραίτητο (βλ. Δοσολογία).
-
Σύνδρομο χειρός-ποδόςΕάν εμφανιστεί σύνδρομο χειρός-ποδός βαθμού 2 ή 3, η χορήγηση της καπεσιταβίνης θα πρέπει να διακοπεί μέχρι υποχώρησης ή μείωσης του βαθμού σοβαρότητας σε 1. Μετά την εμφάνιση συνδρόμου χειρός-ποδός βαθμού 3, οι επόμενες δόσεις της καπεσιταβίνης θα πρέπει να μειωθούν. Δεν συνιστάται η χορήγηση της βιταμίνης Β6 όταν η καπεσιταβίνη και η σισπλατίνη χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό. Η δεξπανθενόλη είναι αποτελεσματική για την προφύλαξη.
-
ΚαρδιοτοξικότηταΠληθυσμόςασθενείς με ιστορικό σημαντικών καρδιακών νοσημάτων, αρρυθμιών και στηθάγχηςΕπιβάλλεται προσοχή (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Υπο- ή υπερασβεστιαιμίαΠληθυσμόςασθενείς με προϋπάρχουσα υπο- ή υπερασβεστιαιμίαΑπαιτείται μεγάλη προσοχή (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Νόσος του Κεντρικού ή Περιφερικού νευρικού συστήματοςΠληθυσμόςασθενείς με νόσο του κεντρικού ή περιφερικού νευρικού συστήματος, π.χ. μετάσταση εγκεφάλου ή νευροπάθειαΑπαιτείται προσοχή (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Σακχαρώδης διαβήτης ή ηλεκτρολυτικές διαταραχέςΠληθυσμόςασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή ηλεκτρολυτικές διαταραχέςΑπαιτείται προσοχή, καθώς αυτές μπορεί να επιδεινωθούν κατά τη διάρκεια της αγωγής με καπεσιταβίνη.
-
Αλληλεπίδραση με αντιπηκτικά κουμαρινικού τύπουΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία καπεσιταβίνης και από στόματος χορηγούμενη θεραπεία με αντιπηκτικά κουμαρινικού τύπουΘα πρέπει να παρακολουθείται στενά η ανταπόκριση στο αντιπηκτικό (INR ή χρόνος προθρομβίνης) και να προσαρμόζεται αντίστοιχα η δόση του αντιπηκτικού (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Αλληλεπίδραση με βριβουδίνηΘάνατος αναφέρθηκεΗ βριβουδίνη δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με την καπεσιταβίνη. Θα πρέπει να μεσολαβεί τουλάχιστον μία περίοδος αναμονής 4-εβδομάδων ανάμεσα στο τέλος της θεραπείας με βριβουδίνη και την έναρξη θεραπείας με καπεσιταβίνη. Η θεραπεία με βριβουδίνη μπορεί να ξεκινάει 24 ώρες μετά την τελευταία δόση καπεσιταβίνης (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις). Σε περίπτωση τυχαίας χορήγησης, άμεση εισαγωγή στο νοσοκομείο και λήψη μέτρων για μείωση τοξικότητας και πρόληψη συστηματικών λοιμώξεων και αφυδάτωσης.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΗ χρήση της καπεσιταβίνης πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά. Η χορήγηση της καπεσιταβίνης θα πρέπει να διακόπτεται αν εμφανιστούν σχετιζόμενες με την αγωγή αυξήσεις της χολερυθρίνης >3,0 x ULN ή σχετιζόμενες με την αγωγή αυξήσεις των ηπατικών αμινοτρανσφερασών (ALT, AST) >2,5 x ULN. Η αγωγή με μονοθεραπεία καπεσιταβίνης μπορεί να επαναχορηγηθεί όταν η χολερυθρίνη μειωθεί σε ≤3,0 x ULN ή οι ηπατικές αμινοτρανσφεράσες μειωθούν σε ≤2,5 x ULN.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με μέτρια νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης 30-50 ml/min)Η συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών βαθμού 3 ή 4 είναι αυξημένη συγκριτικά με το συνολικό πληθυσμό (βλ. Δοσολογία και Αντενδείξεις).
-
Έλλειψη της δεϋδρογονάσης της διϋδροπυριμιδίνης (DPD)Απειλητική για τη ζωή ή θανατηφόρα τοξικότητα (πλήρης έλλειψη), βαριά και δυνητικά απειλητική για τη ζωή τοξικότητα (μερική έλλειψη)Οι ασθενείς με πλήρη έλλειψη DPD δεν πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία. Οι ασθενείς με μερική έλλειψη DPD διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο βαριάς και δυνητικά απειλητικής για τη ζωή τοξικότητας. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης μειωμένης αρχικής δόσης για τον περιορισμό αυτής της τοξικότητας. Συνιστάται η φαινοτυπική και/ή η γονοτυπική εξέταση πριν από την έναρξη της θεραπείας.
-
Οφθαλμολογικές επιπλοκέςΠληθυσμόςασθενείς, ειδικά αν έχουν προηγούμενο ιστορικό οφθαλμικών διαταραχώνΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για οφθαλμολογικές επιπλοκές, όπως κερατίτιδα και διαταραχές του κερατοειδούς. Η θεραπεία για τις οφθαλμικές διαταραχές θα πρέπει να ξεκινάει, όπως κρίνεται κλινικά αναγκαίο.
-
Σοβαρές δερματικές αντιδράσειςΤο Capecitabine / Καπεσιταβίνη θα πρέπει να διακόπτεται οριστικά σε ασθενείς που εκδηλώνουν μία σοβαρή δερματική αντίδραση κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Χειρισμός δισκίων Capecitabine / ΚαπεσιταβίνηΠληθυσμόςασθενείς ή φροντιστέςΤα δισκία δεν πρέπει να συνθλίβονται ή να κόβονται. Σε περίπτωση έκθεσης σε θρυμματισμένα ή κομμένα δισκία, θα μπορούσαν να εμφανιστούν ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αντένδειξηΑναστολή της διϋδροπυριμιδινικής δεϋδρογενάσης (DPD) με δυνητικά θανάσιμη αύξηση της τοξικότητας της φθοριοπυριμιδίνης.ΣύστασηΝα μην χορηγείται ταυτόχρονα. Τουλάχιστον 4 εβδομάδες αναμονής μετά τη βριβουδίνη πριν την καπεσιταβίνη. Η βριβουδίνη μπορεί να ξεκινήσει 24 ώρες μετά την τελευταία δόση καπεσιταβίνης.
-
Υποστρώματα του κυτοχρώματος Ρ-450 2C9 (π.χ. Φαινυτοΐνη)προσοχήΚαπεσιταβίνη ρυθμίζει προς τα κάτω το ισοένζυμο 2C9, επηρεάζοντας τον μεταβολισμό υποστρωμάτων του CYP2C9.ΣύστασηΙδιαίτερη προσοχή κατά τη συγχορήγηση.
-
Αντιπηκτικά κουμαρινικού τύπου (βαρφαρίνη, φαινπροκουμόνη)προσοχήΔιαταραχές των παραμέτρων πήξης και/ή αιμορραγία, αυξημένη AUC της S-warfarin κατά 57% και INR κατά 91%.ΣύστασηΤακτική παρακολούθηση παραμέτρων πήξης (PT ή INR) και προσαρμογή δόσης του αντιπηκτικού.
-
προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις φαινυτοΐνης στο πλάσμα, με συμπτώματα τοξικότητας από φαινυτοΐνη.ΣύστασηΤακτική παρακολούθηση για αυξημένες συγκεντρώσεις φαινυτοΐνης στο πλάσμα.
-
Φολινικό οξύ/φολικό οξύπροσοχήΔεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της καπεσιταβίνης, αλλά ενισχύει την τοξικότητά της (μείωση μέγιστης ανεκτής δόσης).
-
Αντιόξινα (magnesium hydroxide, aluminium hydroxide)παρακολούθησηΜικρή αύξηση στις συγκεντρώσεις της καπεσιταβίνης και του 5’-DFCR στο πλάσμα.
-
προσοχήΠιθανή μείωση της αποτελεσματικότητας της 5-FU.ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται ταυτόχρονη χρήση.
-
Ιντερφερόνη άλφαπροσοχήΜείωση της μέγιστης ανεκτής δόσης της καπεσιταβίνης (από 3000 mg/m2 σε 2000 mg/m2).
-
ΑκτινοθεραπείαπροσοχήΜείωση της μέγιστης ανεκτής δόσης της καπεσιταβίνης (από 3000 mg/m2 σε 2000 mg/m2) σε συνδυασμό για καρκίνο ορθού.
-
παρακολούθησηΔεν υπήρξαν κλινικά σημαντικές διαφοροποιήσεις στην έκθεση της καπεσιταβίνης ή των μεταβολιτών της, ελεύθερη πλατίνα ή ολική πλατίνα.
-
παρακολούθησηΚαμία κλινικά σημαντική επίδραση στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της καπεσιταβίνης ή των μεταβολιτών της.
-
ΤροφήπροσοχήΜειώνει το βαθμό απορρόφησης της καπεσιταβίνης.ΣύστασηΣυνιστάται η καπεσιταβίνη να χορηγείται με τροφή.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Έρπης ζωστήρας
- Ουρολοίμωξη
- Στοματική καντιντίαση
- Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Γρίπη
- Λοίμωξη
- Στοματικός έρπης
- Ρινοφαρυγγίτιδα
- Λοίμωξη κατώτερου αναπνευστικού
- Σήψη
- Κυτταρίτιδα
- Αμυγδαλίτιδα
- Φαρυγγίτιδα
- Γαστρεντερίτιδα
- Μυκητιασική λοίμωξη
- Οδοντικό απόστημα
- Ρινίτιδα
- Δύσπνοια
- Επίσταξη
- Βήχας
- Ρινόρροια
- Λόξυγκας
- Φαρυγγολαρυγγικό άλγος
- Δυσφωνία
- Πνευμονική εμβολή
- Πνευμοθώρακας
- Αιμόπτυση
- Άσθμα
- Δύσπνοια προσπάθειας
- Λοίμωξη από ιό του έρπητα
- Λίπωμα
- Μειωμένη όρεξη
- Αφυδάτωση
- Μείωση σωματικού βάρους
- Υποκαλιαιμία
- Υπονατριαιμία
- Υπομαγνησιαιμία
- Υπασβεστιαιμία
- Υπεργλυκαιμία
- Πλημμελής θρέψη
- Υπερτριγλυκεριδαιμία
- Ουδετεροπενία
- Λευκοπενία
- Αναιμία
- Θρομβοπενία
- Πανκυτταροπενία
- Κοκκιοκυτταροπενία
- Αιμολυτική αναιμία
- Ουδετεροπενικός πυρετός
- Διεθνής ομαλοποιημένη σχέση (INR): Παράταση του χρόνου Προθρομβίνης
- Υπερευαισθησία
- Αγγειοοίδημα
- Πετέχειες
- Σύνδρομο παλαμο-πελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας
- Αλωπεκία
- Εξάνθημα
- Ερύθημα
- Ξηροδερμία
- Κνησμός
- Υπέρχρωση δέρματος
- Κηλιδώδες εξάνθημα
- Απολέπιση δέρματος
- Δερματίτιδα
- Διαταραχή ονύχων
- Υπεριδρωσία
- Ερυθηματώδες εξάνθημα
- Κνίδωση
- Νυχτερινές εφιδρώσεις
- Φλύκταινα
- Δερματικό έλκος
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Πορφύρα
- Δερματικός ερυθηματώδης λύκος
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Διαβήτης
- Διαταραχή της όρεξης
- Αϋπνία
- Κατάθλιψη
- Διαταραχή ύπνου
- Άγχος
- Κατάσταση σύγχυσης
- Κρίση πανικού
- Καταθλιπτική διάθεση
- Μειωμένη γενετήσια ορμή
- Περιφερική νευροπάθεια
- Περιφερική αισθητική νευροπάθεια
- Κεφαλαλγία
- Λήθαργος
- Ζάλη
- Παραισθησία
- Δυσγευσία
- Νευροτοξικότητα
- Τρόμος
- Νευραλγία
- Υπαισθησία
- Δυσαισθησία
- Τοξική λευκοεγκεφαλοπάθεια
- Αφασία
- Διαταραχή μνήμης
- Αταξία
- Συγκοπή
- Διαταραχή ισορροπίας
- Διαταραχή αισθητικότητας
- Ίλιγγος
- Άλγος προσώπου
- Αντίδραση Υπερευαισθησίας
- Αυξημένη δακρύρροια
- Επιπεφυκίτιδα
- Ερεθισμός οφθαλμού
- Ξηροφθαλμία
- Πόνος οφθαλμού
- Οπτική δυσλειτουργία
- Θαμπή όραση
- Μειωμένη οπτική οξύτητα
- Διπλωπία
- Στένωση δακρυϊκού πόρου
- Κερατίτιδα
- Στικτή κερατίτιδα
- Οπτικές Διαταραχές
- Διαταραχές κερατοειδούς
- Εμβοές
- Βαρηκοΐα
- Ωτικό άλγος
- Ισχαιμία του μυοκαρδίου/έμφραγμα
- Κοιλιακή ταχυκαρδία ‘δίκην ριπιδίου’
- Αγγειοσπασμός
- Κολπική μαρμαρυγή
- Ασταθής στηθάγχη
- Στηθάγχη
- Αρρυθμία
- Ταχυκαρδία
- Φλεβοκομβική ταχυκαρδία
- Αίσθημα παλμών
- Κοιλιακή μαρμαρυγή
- Παράταση διαστήματος QT
- Βραδυκαρδία
- Οίδημα κάτω άκρου
- Υπέρταση
- Θρομβοφλεβίτιδα
- Υπόταση
- Υπερτασική κρίση
- Έξαψη
- Φλεβίτιδα
- Περιφερική ψυχρότητα
- Εμβολή και Θρόμβωση
- Αναψοκοκκίνισμα
- Εν τω βάθει θρόμβωση
- Διάρροια
- Έμετος
- Ναυτία
- Στοματίτιδα
- Κοιλιακό άλγος
- Γαστρεντερική αιμορραγία
- Δυσκοιλιότητα
- Δυσπεψία
- Μετεωρισμός
- Ξηροστομία
- Αιμορραγία ανώτερου γαστρεντερικού
- Στοματική εξέλκωση
- Γαστρίτιδα
- Διάταση κοιλίας
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Δυσφαγία
- Στοματική παραισθησία
- Κοιλιακή δυσφορία
- Εντερική απόφραξη
- Ασκίτης
- Εντερίτιδα
- Οισοφαγίτιδα
- Κολίτιδα
- Άλγος επιγαστρίου
- Άλγος στόματος
- Αιμορραγία Ορθού
- Άλγος υπογαστρίου
- Στοματική δυσαισθησία
- Στοματική Υπαισθησία
- Αίμα στα κόπρανα
- Υπερχολερυθριναιμία
- Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
- Ίκτερος
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Χολοστατική ηπατίτιδα
- Διαταραχές των δοκιμασιών της ηπατικής λειτουργίας
- Διαταραχή χρώσης του δέρματος
- Παλαμιαίο ερύθημα
- Σύνδρομο μετά από ακτινοβολία
- Οίδημα προσώπου
- Κόπωση
- Αδυναμία
- Πυρεξία
- Πόνος
- Ρίγη
- Θωρακικό άλγος
- Γριππώδης συνδρομή
- Πυρετός
- Αντίδραση στο σημείο της ένεσης
- Άλγος στη θέση ένεσης
- Οίδημα
- Περιφερικό οίδημα
- Κακουχία
- Αυξημένη θερμοκρασία σώματος
- Φλεγμονή βλεννογόνου
- Άλγος άκρων
- Ραχιαλγία
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Μυϊκοί σπασμοί
- Τρισμός
- Μυϊκή αδυναμία
- Διόγκωση άρθρωσης
- Οστικό άλγος
- Μυοσκελετική δυσκαμψία
- Πόνος άκρου
- Πόνος γνάθου
- Αιματουρία
- Πρωτεϊνουρία
- Δυσουρία
- Υδρονέφρωση
- Ακράτεια ούρων
- Νυκτουρία
- Νεφρική κάθαρση κρεατινίνης μειωμένη
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια, δευτεροπαθής κατά την αφυδάτωση
- Κολπική αιμορραγία
- Δυσανεξία θερμοκρασίας
- Άλγος στο σημείο έγχυσης
- Κρυάδες
- Μη-καρδιακό θωρακικό άλγος
- Αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση
- Μώλωπας
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΟι γυναίκες με αναπαραγωγική ικανότητα να αποφύγουν να καταστούν έγκυες όσο λαμβάνουν αγωγή με καπεσιταβίνη. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 6 μήνες μετά την τελευταία δόση καπεσιταβίνης, θα πρέπει να χρησιμοποιείται μία αποτελεσματική μέθοδος Αντισύλληψης. Αν η ασθενής μείνει έγκυος, πρέπει να της παρέχονται εξηγήσεις για το δυνητικό κίνδυνο για το κύημα.
-
ΚύησηΗ καπεσιταβίνη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης.Μπορεί να προκαλέσει εμβρυϊκή βλάβη. Σε μελέτες τοξικότητας της αναπαραγωγής σε πειραματόζωα, η χορήγηση της καπεσιταβίνης προκάλεσε εμβρυϊκή θνησιμότητα και τερατογένεση.
-
ΓαλουχίαΟ θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της αγωγής με καπεσιταβίνη και για 2 εβδομάδες μετά την τελική δόση.Δεν είναι γνωστό κατά πόσο η καπεσιταβίνη εκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Σε θηλάζοντα θηλυκά ποντικών, βρέθηκαν σημαντικές ποσότητες καπεσιταβίνης και των μεταβολιτών της στο γάλα. Η πιθανότητα βλάβης στο βρέφος που θηλάζει είναι άγνωστη.
-
ΓονιμότηταΟι άνδρες ασθενείς με γυναίκες συντρόφους με δυνατότητα αναπαραγωγής θα πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 3 μήνες μετά την τελευταία δόση καπεσιταβίνης.Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την καπεσιταβίνη και τις επιπτώσεις της στη γονιμότητα. Σε μελέτες σε ζώα παρατηρήθηκαν επιπτώσεις στη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- ναυτία
- έμετο
- διάρροια
- βλεννογονίτιδα
- γαστρεντερικό ερεθισμό
- αιμορραγία
- καταστολή μυελού των οστών
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αντιμεταβολίτης, Κωδικός ATC: L01B C06
Μηχανισμός δράσης
Η καπεσιταβίνη είναι μία μη-κυτταροτοξική καρβαμιδική φθοριοπυριμιδίνη, η οποία λειτουργεί ως ένας από στόματος χορηγούμενος πρόδρομος της κυτταροτοξικής 5-φθοριοουρακίλης (5-FU). Η καπεσιταβίνη ενεργοποιείται μέσω διαφόρων ενζυμικών σταδίων (βλ. Φαρμακοκινητικές). Το ένζυμο που εμπλέκεται στην τελική μετατροπή στο 5-FU, η θυμιδινική φωσφορυλάση (Thy Pase), ανευρίσκεται σε ιστούς όγκων, αλλά επίσης και σε φυσιολογικούς ιστούς, εάν και σε χαμηλότερες συγκεντρώσεις. Σε πειραματόζωα στα οποία μεταμοσχεύθηκαν ανθρώπινα καρκινικά κύτταρα η καπεσιταβίνη απέδειξε συνεργική επίδραση σε συνδυασμό με δοσεταξέλη, η οποία μπορεί να σχετίζεται με την ρύθμιση προς τα πάνω της δράσης της θυμιδινικής φωσφορυλάσης από την δοσεταξέλη.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Υπάρχουν αποδείξεις ότι ο μεταβολισμός του 5-FU στην αναβολική οδό παρεμποδίζει την αντίδραση μεθυλίωσης του δεοξυουριδιλικού οξέος σε θυμιδυλικό οξύ, επηρεάζοντας έτσι περαιτέρω τη σύνθεση του δεοξυριβονουκλεϊκού οξέος (DNA). Η ενσωμάτωση του 5-FU οδηγεί επίσης σε αναστολή του RNA και της πρωτεϊνικής σύνθεσης. Καθώς τα DNA και RNA είναι απαραίτητα για την κυτταρική διαίρεση και ανάπτυξη, η επίδραση του 5-FU μπορεί να είναι η πρόκληση ανεπάρκειας θυμιδίνης που συντελεί στην μη ισορροπημένη ανάπτυξη και το θάνατο του κυττάρου. Οι επιδράσεις της αναστολής της σύνθεσης του DNA και RNA είναι περισσότερο αξιοσημείωτες στα κύτταρα εκείνα που πολλαπλασιάζονται ταχύτερα και τα οποία μεταβολίζουν το 5-FU με ταχύτερο ρυθμό.
Κλινική ασφάλεια και αποτελεσματικότητα
…
Η φαρμακοκινητική της καπεσιταβίνης έχει αξιολογηθεί σε εύρος δόσεων από 5023514 mg/m2/ημέρα. Οι παράμετροι της καπεσιταβίνης, της 5-δεοξυ-5-φθοριοκυτιδίνης (5’-DFCR) και της 5’-deoxy-5-fluorocytidine 5-δεοξυ-5-φθοριοουριδίνης (5’-DFUR) που μετρήθηκαν τις ημέρες 1 και 14 ήταν παρόμοιες. Η AUC του 5-FU ήταν 30-35% υψηλότερη την ημέρα 14. Μείωση της δόσης της καπεσιταβίνης μειώνει τη συστηματική έκθεση στο 5-FU περισσότερο από αναλογικά της δόσης λόγω της μη γραμμικής φαρμακοκινητικής του δραστικού μεταβολίτη.
Απορρόφηση
Μετά την από στόματος χορήγηση, η καπεσιταβίνη απορροφάται ταχέως και εκτενώς, με επακόλουθη εκτεταμένη μετατροπή στους μεταβολίτες, 5’-DFCR και 5’-DFUR. Η χορήγηση με τροφή ελαττώνει το ρυθμό της απορρόφησης της καπεσιταβίνης αλλά έχει ως αποτέλεσμα μία ελάσσονα μόνο επίδραση στην AUC της 5’- DFUR και της AUC του παραγόμενου μεταβολίτη 5-FU. Μετά από χορήγηση της δόσης 1250 mg/m2 την ημέρα 14 με χορήγηση μετά τη λήψη τροφής, οι κορυφαίες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax σε μg/ml) για την καπεσιταβίνη, το 5΄-DFCR, το 5-DFUR, το 5-FU και το FBAL ήταν 4.67, 3.05, 12.1, 0.95 και 5.46 αντίστοιχα. Ο χρόνος επίτευξης των μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα (Tmax σε ώρες) ήταν 1.50, 2.00, 2.00, 2.00 και 3.34. Οι τιμές AUC0-∞ σε μg.h/ml ήταν 7.75, 7.24, 24.6, 2.03 και 36.3.
Κατανομή
In vitro μελέτες σε ανθρώπινο πλάσμα κατέδειξαν ότι η capecitabine, η 5’-DFCR, η 5’-DFUR και η 5-FU συνδέονται κατά 54%, 10%, 62% και 10% με πρωτεΐνες, κυρίως με την λευκωματίνη.
Βιομετασχηματισμός
Η καπεσιταβίνη μεταβολίζεται αρχικά από την ηπατική καρβοξυλεστεράση σε 5’ - DFCR, η οποία στη συνέχεια μετατρέπεται σε 5’ -DFUR από την cytidine deaminase, που βρίσκεται κυρίως στο ήπαρ και στους νεοπλασματικούς ιστούς. Περαιτέρω καταλυτική ενεργοποίηση της 5’-DFUR παρατηρείται στη συνέχεια, από τη thymidine phosphorylase (ThyPase). Τα ένζυμα που συμμετέχουν στην καταλυτική ενεργοποίηση ανευρίσκονται σε ιστούς όγκων αλλά επίσης και σε υγιείς ιστούς εάν και συνήθως σε χαμηλότερα επίπεδα. Η αλληλουχία της ενζυματικής βιολογικής μετατροπής της καπεσιταβίνης σε 5-FU οδηγεί σε υψηλότερες συγκεντρώσεις εντός των νεοπλασματικών ιστών. Στην περίπτωση όγκων του παχέος εντέρου, η παραγωγή 5-FU φαίνεται να εντοπίζεται κατά κύριο λόγο στα στηρικτικά κύτταρα των όγκων. Μετά την από στόματος χορήγηση της καπεσιταβίνης σε ασθενείς με όγκο του παχέος εντέρου, ο λόγος της συγκέντρωσης 5-FU σε όγκους παχέος εντέρου προς γειτονικούς ιστούς ήταν 3,2 (κυμάνθηκε από 0,9 σε 8,0). Ο λόγος της συγκέντρωσης του 5-FU στον όγκο προς το πλάσμα ήταν 21,4 (κυμάνθηκε από 3,9 σε 59,9 n=8), ενώ ο λόγος της συγκέντρωσής του σε υγιείς ιστούς προς το πλάσμα ήταν 8,9 (κυμάνθηκε από 3,0 σε 25,8, n=8). Η δραστηριότητα της thymidine phosphorylase μετρήθηκε και βρέθηκε να είναι 4 φορές μεγαλύτερη σε πρωτοπαθή όγκο παχέος εντέρου από ότι σε γειτονικό φυσιολογικό ιστό. Σύμφωνα με ανοσοϊστοχημικές μελέτες, η thymidine phosphorylase φαίνεται να εντοπίζεται κατά κύριο λόγο στα στρωματικά καρκινικά κύτταρα. Η 5-FU καταβολίζεται περαιτέρω από το ένζυμο dihydropyrimidine dehydrogenase (DPD) στην πολύ λιγότερο τοξική διυδρο-5-φθοριοουρακίλη (FUH2). H dihydropyrimidinase διασπά τον δακτύλιο pyrimidine σε 5-fluoro-ureidopropionic acid (FUPA). Τελικά, η -ureido-propionase διασπά το FUPA σε -fluoro--alanine (FBAL) η οποία αποβάλλεται με τα ούρα. Η δράση της dihydropyrimidine dehydrogenase (DPD) αποτελεί το στάδιο περιορισμού της ταχύτητας καταβολισμού. Ανεπάρκεια της DPD μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη τοξικότητα της καπεσιταβίνης (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Αποβολή
Ο χρόνος ημίσειας ζωής για την αποβολή (t1/2 σε ώρες) της καπεσιταβίνης, της 5’ -DFCR, της 5’ -DFUR, της 5-FU και του FBAL ήταν 0.85, 1.11, 0.66, 0.76 και 3.23 αντίστοιχα. Η καπεσιταβίνη και οι μεταβολίτες της απομακρύνονται κυρίως με αποβολή στα ούρα. Ποσοστό 95,5% της χορηγούμενης δόσης της καπεσιταβίνης ανακτάται στα ούρα. Η απέκκριση δια των κοπράνων είναι αμελητέα (2,6%). Ο κύριος μεταβολίτης που απεκκρίνεται στα ούρα είναι το FBAL, το οποίο αντιπροσωπεύει το 57% της χορηγούμενης δόσης. Περίπου 3% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο.
Θεραπεία συνδυασμού
Μελέτες φάσης Ι που αξιολογούν την επίδρασης της καπεσιταβίνης στη φαρμακοκινητική είτε της δοσεταξέλη είτε της πακλιταξέλης και αντίστροφα, δεν έδειξαν καμία επίδραση της καπεσιταβίνης στη φαρμακοκινητική της δοσεταξέλη ή πακλιταξέλη (Cmax και AUC) και καμία επίδραση της δοσεταξέλη ή της πακλιταξέλης στη φαρμακοκινητική της 5’ - DFUR.
Φαρμακοκινητική σε ιδιαίτερες ομάδες πληθυσμού
**Διενεργήθηκε φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού 505 ασθενών με κολοορθικό καρκίνο κατόπιν αγωγής με καπεσιταβίνη που έλαβαν δόση 1250 mg/m2 δύο φορές την ημέρα. Το γένος, η παρουσία ή απουσία ηπατικής μετάστασης πριν την έναρξη της αγωγής, το επίπεδο απόδοσης κατά Karnofsky (Karnofsky Performance Status), η ολική χολερυθρίνη, η λευκωματίνη ορού, οι ASAT και ALAT δεν είχαν καμία στατιστικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική των 5’-DFUR, 5-FU και FBAL. Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια λόγω ηπατικών μεταστάσεων: Σύμφωνα με μία φαρμακοκινητική μελέτη, σε καρκινοπαθείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, λόγω ηπατικών μεταστάσεων, η βιοδιαθεσιμότητα της καπεσιταβίνης και η έκθεση στην 5-FU μπορεί να αυξηθούν συγκριτικά με ασθενείς χωρίς ηπατική δυσλειτουργία. Δεν υπάρχουν φαρμακοκινητικά δεδομένα για ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια. Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια: Με βάση μία φαρμακοκινητική μελέτη σε καρκινοπαθείς ασθενείς με ήπια έως σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, δεν υπάρχει καμία ένδειξη για επίδραση της κάθαρσης της κρεατινίνης στη φαρμακοκινητική του αρχικού φαρμάκου και της 5-FU. Βρέθηκε ότι η κάθαρση της κρεατινίνης επηρεάζει τη συστηματική έκθεση στην 5΄-DFUR (35% αύξηση της AUC όταν η κάθαρση της κρεατινίνης μειώνεται κατά 50%) και στην FBAL (114% αύξηση στην AUC όταν η κάθαρση της κρεατινίνης μειώνεται κατά 50%). Ο FBAL είναι ένας μεταβολίτης χωρίς δράση στον πολλαπλασιασμό των κυττάρων. Ηλικιωμένοι: Με βάση τη φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού, ο οποίος περιελάμβανε ασθενείς με μεγάλο εύρος ηλικιών (27 μέχρι 86 ετών) και περιελάμβανε 234 (46%) ασθενείς ηλικίας μεγαλύτερης ή ίσης των 65 ετών, η ηλικία δεν είχε καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική της 5’-DFUR και της 5-FU. Η AUC του FBAL αυξήθηκε με την ηλικία (20% αύξηση της ηλικίας έχει ως αποτέλεσμα 15% αύξηση στην AUC του FBAL). Αυτή η αύξηση οφείλεται πιθανότατα σε μεταβολή της νεφρικής λειτουργίας. Φυλετικοί παράγοντες: Κατόπιν από στόματος χορήγησης 825 mg/m2 καπεσιταβίνη δύο φορές ημερησίως για 14 ημέρες, οι Ιάπωνες ασθενείς (n=18) είχαν περίπου κατά 36% χαμηλότερη Cmax και κατά 24% χαμηλότερη AUC για την καπεσιταβίνη από ό,τι οι Καυκάσιοι ασθενείς (n=22). Οι Ιάπωνες ασθενείς επίσης, είχαν περίπου κατά 25% χαμηλότερη Cmax και κατά 34% χαμηλότερη AUC για την FBAL από ό,τι οι Καυκάσιοι ασθενείς. Η κλινική σημασία αυτών των διαφορών είναι άγνωστη. Δεν σημειώθηκαν σημαντικές διαφορές κατά την έκθεση σε άλλους μεταβολίτες (5´-DFCR, 5´-DFUR και 5-FU).
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αντιμεταβολίτης, Κωδικός ATC: L01B C06 ### Μηχανισμός δράσης Η καπεσιταβίνη είναι μία μη-κυτταροτοξική καρβαμιδική φθοριοπυριμιδίνη, η οποία λειτουργεί ως ένας από στόματος χορηγούμενος…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Φαινοτυπική εξέταση DPD · πριν την έναρξη της θεραπείας
- Γονοτυπική εξέταση DPD · πριν την έναρξη της θεραπείας
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αμινοτρανσφεράσες (ALT/AST) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | προσεκτικά | Ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία |
| Χολερυθρίνη | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | προσεκτικά | Ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία |
| Διεθνής Κανονικοποιημένος Λόγος (INR) | water_dropΠηκτικότητα αίματος | στενά | Συγχορήγηση καπεσιταβίνης και αντιπηκτικών κουμαρινικού τύπου |
| Χρόνος προθρομβίνης (PT) | water_dropΠηκτικότητα αίματος | στενά | Συγχορήγηση καπεσιταβίνης και αντιπηκτικών κουμαρινικού τύπου |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Οφθαλμολογική εξέταση | visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος | προσεκτικά | Ασθενείς με ιστορικό οφθαλμικών διαταραχών |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
- Η καπεσιταβίνη είναι από του στόματος χημειοθεραπευτικό φάρμακο που χρησιμοποιείται στη θεραπεία μεταστατικών καρκίνων του μαστού και του παχέος εντέρου.
- Η καπεσιταβίνη είναι προφάρμακο, το οποίο μετατρέπεται ενζυματικά σε fluorouracil (αντιμεταβολίτης) στον όγκο, όπου αναστέλλει τη σύνθεση DNA και επιβραδύνει την ανάπτυξη του ιστού όγκου.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
- Για τη θεραπεία ασθενών με μεταστατικό καρκίνο του μαστού που είναι ανθεκτικοί και στα δύο: paclitaxel και χημειοθεραπεία που περιέχει ανθρατυκλίνες.
- Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με docetaxel για τη θεραπεία μεταστατικού καρκίνου του μαστού σε ασθενείς που δεν ανταποκρίθηκαν ή υποτροπίασαν/εξέλιξαν κατά τη διάρκεια ή μετά από χημειοθεραπεία που περιέχει ανθρακυλίνες.
- Η καπεσιταβίνη χρησιμοποιείται μόνη της ως συμπληρωματική θεραπεία μετά την πλήρη εκτομή του πρωτεύοντος όγκου σε ασθενείς με καρκίνο του παχέος εντέρου σε στάδιο III όταν προτιμάται μονοθεραπεία με fluroprymidine.
- Η χρήση της καπεσιταβίνης σε συνδυαστικά σχήματα για προχωρημένο γαστρικό καρκίνο ερευνάται επί του παρόντος.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
- Η καπεσιταβίνη είναι φθοριοπυριμιδίνη καρβαμίδιο με αντικαρκινική δραστικότητα, ενδείκνυται για τη θεραπεία μεταστατικού καρκίνου μαστού και καρκίνου παχέος εντέρου.
- Είναι από του στόματος χορηγούμενο συστηματικό προφάρμακο που έχει ελάχιστη φαρμακολογική δραστηριότητα έως ότου μετατραπεί σε fluorouracil από ένζυμα που εκφράζονται σε υψηλότερες συγκεντρώσεις σε πολλούς όγκους.
- Ο fluorouracil μεταβολίζεται σε δύο ενεργούς μεταβολίτες, το 5-fluoro-2′-deoxyuridine 5′-monophosphate (FdUMP) και το 5-fluorouridine triphosphate (FUTP).
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός δράσης
- Η καπεσιταβίνη είναι προφάρμακο που ενεργοποιείται επιλεκτικά στους όγκους σε κυτταροτοξική μορφή σε φθοριουραυριλ (fluorouracil) από τη θρυμιδίνη φωσφορυλάση, ένα ένζυμο που βρίσκεται σε υψηλότερες συγκεντρώσεις σε πολλούς όγκους συγκριτικά με υγιείς ιστούς ή πλάσμα.
- Ο φθοριουρακίλη μεταβολίζεται περαιτέρω σε δύο ενεργούς μεταβολίτες, FdUMP και FUTP, εντός κανονικών και όγκων κυττάρων.
- Αυτοί οι μεταβολίτες προκαλούν βλάβη στα κύτταρα με δύο μηχανισμούς: πρώτον, ο FdUMP και ο συνφοδικός θρεπτικός συνένζυμος N5-10-methylenetetrahydrofolate δένονται στη θρυμιδυλαιθυλαιά συνθάση (TS) forming ένα covalently bound ternary complex, εμποδίζοντας τη σύνθεση θιμιδυλάτης από 2′-deoxyuridylate, και επομένως μειώνοντας την παραγωγή θυμιδίνης τριφωσφορικού και την DNA σύνθεση. Δεύτερον, ένζυμα πυρηνικής μεταγραφής μπορεί να ενσωματώσουν FUTP στη θέση του UTP κατά τη σύνθεση RNA, προκαλώντας λανθασμένη RNA μεταφορά και διαταραχές πρωτεϊνοσύνθεσης.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
- Ευρέως απορροφάται μέσω του γαστρεντερικού σωλήνα (~70%).
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Ημιζωή
- 45–60 λεπτά για την καπεσιταβίνη και τους μεταβολίτες της.
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Δέσμευση πρωτεϊνών
- < 60% (κυρίως αλβουμίνη).
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός απέκκρισης
- Η καπεσιταβίνη και οι μεταβολίτες απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα (95,5% της χορηγημένης δόσης). Η απέκκριση κοπράνων είναι ελάχιστη (2,6%). Ο κύριος μεταβολίτης που απεκκρίνεται στα ούρα είναι το FBAL, που αντιπροσωπεύει το 57% της δόσης. Περίπου 3% της δόσης εξέρχεται στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η καπεσιταβίνη είναι ένα καρβαμικό φθοριοπυριμιδίνιο που ανήκει στην ομάδα αντινεοπλαστικών παραγόντων που ονομάζονται αντιμεταβολίτες, οι οποίοι σκοτώνουν τα καρκινικά κύτταρα παρεμβαίνοντας στη σύνθεση του DNA. Είναι ένα από του στόματος χορηγούμενο συστηματικό προφάρμακο που έχει μικρή φαρμακολογική δραστηριότητα έως ότου μετατραπεί σε 5-φθοριοουρακίλη (5-FU) από ένζυμα που εκφράζονται σε υψηλότερες συγκεντρώσεις σε πολλούς όγκους. Η καπεσιταβίνη σχεδιάστηκε ειδικά για να υπερνικήσει τα μειονεκτήματα της 5-FU και να μιμηθεί την φαρμακοκινητική της 5-FU κατά την έγχυση χωρίς την σχετιζόμενη πολυπλοκότητα και τις επιπλοκές της κεντρικής φλεβικής πρόσβασης και των αντλιών έγχυσης. Συγκεκριμένα, αφού τα ένζυμα που μετατρέπουν την 5-FU σε δραστικούς μεταβολίτες υπάρχουν στον γαστρεντερικό σωλήνα, η έγχυση 5-FU μπορεί να προκαλέσει γαστρεντερική τοξικότητα, ενώ παράλληλα χάνεται η αποτελεσματικότητα. Δεδομένου ότι η καπεσιταβίνη μπορεί να μεταφερθεί ακέραια μέσω του εντερικού βλεννογόνου, μπορεί να παραδώσει επιλεκτικά 5-FU στους όγκους μέσω ενζυμικής μετατροπής κατά προτίμηση εντός των καρκινικών κυττάρων. Η 5-FU ασκεί τη φαρμακολογική της δράση μέσω της αναστολής και της παρεμβολής σε 3 κύριους στόχους: θυμιδυλική συνθάση, DNA και RNA, οδηγώντας σε διαταραχή της πρωτεϊνοσύνθεσης και απόπτωση. Οι αναλύσεις έκθεσης-αποτελέσματος που βασίζονται στον πληθυσμό έδειξαν θετική συσχέτιση μεταξύ της AUC της 5-FU και της υπερχολερυθριναιμίας βαθμού 3-4.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η καπεσιταβίνη μεταβολίζεται σε 5-φθοριοουρακίλη in vivo από καρβοξυεστεράσες, κυτιδίνη δεαμινάση και θυμιδυλική συνθάση/ουριδιλική συνθάση διαδοχικά. Η 5-φθοριοουρακίλη μεταβολίζεται περαιτέρω μέσω μιας σειράς ενζυμικών αντιδράσεων σε 3 κύριους δραστικούς μεταβολίτες: 5-φθοριοουριδινο τριφωσφορική (5-FUTP), 5-φθορο-2’-δεοξυουριδινο μονοφωσφορική (5-FdUMP) και 5-φθοροδεοξυουριδινο τριφωσφορική (5-FdUTP). Αυτοί οι μεταβολίτες προκαλούν κυτταρική βλάβη με δύο διαφορετικούς μηχανισμούς. Πρώτον, η FdUMP και ο συμπαράγοντας φολικού οξέος, N5-10-μεθυλενοτετραϋδροφολικό (CH2THF), συνδέονται με τη θυμιδυλική συνθάση (TS) για να σχηματίσουν ένα ομοιοπολικά συνδεδεμένο τριμερές σύμπλοκο. Η TS είναι ένα ένζυμο που καταλύει τη μεθυλίωση της δεοξυουριδινο μονοφωσφορικής (dUMP) σε δεοξυθυμιδινο μονοφωσφορική (dTMP). Υπό φυσιολογικές φυσιολογικές συνθήκες, η dUMP συνδέεται πρώτα με την TS πριν από τη CH2THF, ακολουθούμενη από μια προσθήκη 1,4 ή Michael από το άτομο C (6) του πυριμιδινίου στον πυρηνόφιλο Cys146. Εάν τοποθετηθεί σωστά, η dUMP, η CH2THF και η TS θα σχηματίσουν ένα τριμερές σύμπλοκο για να διευκολύνουν τη δωρεά της μεθυλομάδας από τη CH2THF στην dUMP. Ωστόσο, η υποκατάσταση της dUMP με FdUMP οδηγεί σε ένα νέο, χρονικά εξαρτώμενο σύμπλοκο TS–FdUMP–CH2THF. Δεδομένου ότι η ομάδα φθορίου εμποδίζει τη διάσταση της FdUMP από τον δακτύλιο του πυριμιδινίου, ολόκληρο το σύμπλοκο καθίσταται μη αναστρέψιμα αδρανές, ονομάζοντας αυτή την αντίδραση «αυτοκτονική αναστολή». Η αναστολή της TS εμποδίζει τη μετατροπή της dUMP σε dTMP, εξαντλώντας την δεξαμενή dTMP που θα μπορούσε να φωσφορυλιωθεί σε dTTP για να ενσωματωθεί ως νουκλεοτίδιο DNA. Αυτό διαταράσσει την ισορροπία των νουκλεοτιδίων, ιδιαίτερα την αναλογία ATP/dTTP, παρεμβαίνοντας έτσι στη σύνθεση και επιδιόρθωση του DNA και προκαλώντας απόπτωση. Η 5-FdUMP μπορεί επίσης να φωσφορυλιωθεί σε 5-FdUTP, αυξάνοντας περαιτέρω τη δεξαμενή βάσης dUTP για να υπερβεί πιθανώς τη δραστηριότητα της dUTPase. Σε συνδυασμό με τη μείωση της dTTP, η 5-FdUMP και η 5-FdUTP αυξάνουν την πιθανότητα εσφαλμένης ενσωμάτωσης μιας βάσης ουρακίλης στις αλυσίδες DNA αντί για θυμίνη. Αν και αυτό το λάθος μπορεί συχνά να επιλυθεί από το ένζυμο επιδιόρθωσης απομάκρυνσης βάσης ουρακίλης-DNA-γλυκοσιδάση (UDG), ο υψηλός λόγος (F)dUTP/dTTP θα οδηγήσει σε επανενσωμάτωση ουρακίλης στο DNA, οδηγώντας σε έναν μάταιο κύκλο εσφαλμένης ενσωμάτωσης, απομάκρυνσης και επιδιόρθωσης. Η επαναλαμβανόμενη επιδιόρθωση απομάκρυνσης βάσης μπορεί να οδηγήσει σε θέσεις χωρίς βάση, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν σε μεταλλαξιγένεση του DNA και έτσι σε λανθασμένη κωδικοποίηση πρωτεϊνών, κατάρρευση των διχαλωτών αντιγραφής και κατακερματισμό του DNA μέσω μονομερών ή διπλών θραύσεων αλυσίδας. Ωστόσο, αρκετές αναφορές έχουν διαπιστώσει ότι η ενσωμάτωση ουρακίλης στο γονιδιωματικό DNA δεν επηρεάζει σημαντικά την κυτταροτοξικότητα της 5-FU, υποδηλώνοντας ότι η κυτταροτοξική δράση της 5-FU κυριαρχείται από τη διαταραχή του RNA μέσω της 5-FUTP. Παρόμοια με τη 5-dFUTP, η 5-FUTP μπορεί να ενσωματωθεί εσφαλμένα στο RNA αντί της κανονικής UTP και να διαταράξει την κανονική βιολογία του RNA μέσω διαφόρων μηχανισμών. Η 5-FUTP μπορεί να ενσωματωθεί στα ψευδοουριδυλιωμένα σημεία του σπλαϊνικού U2 snRNA για να εμποδίσει περαιτέρω ψευδοουριδυλίωση και έτσι την προ-mRNA σύνδεση. Η 5-FUTP μπορεί επίσης να αλλάξει τη δομή του U4 και U6 snRNA και να μειώσει τον ρυθμό ανανέωσης του U1 snRNA μετά την ενσωμάτωση. Για το tRNA, η 5-FUTP μπορεί να επηρεάσει τη δραστηριότητα τροποποιήσεων RNA μετά τη μεταγραφή του tRNA, ιδιαίτερα με την αναστολή της ψευδοουριδιλοσυνθάσης μέσω σχηματισμού ομοιοπολικού συμπλόκου. Πρόσφατα, παρατηρήθηκε επίσης η επίδραση της 5-FUTP στα miRNA και lncRNA μέσω βαθιών αλλαγών στην έκφραση, αν και ο ακριβής μηχανισμός είναι ακόμα άγνωστος. Παρόλο που ο κύριος μηχανισμός της κυτταροτοξικότητας της 5-FU θεωρούνταν ότι οφείλεται σε βλάβες του DNA, πρόσφατες αναφορές έδειξαν ότι η πλειονότητα της φαρμακολογικής δράσης της 5-FU μεσολαβείται μέσω του RNA, καθώς η 5-FU συσσωρεύεται ~3000- έως 15.000- φορές περισσότερο στο RNA σε σύγκριση με το DNA.
Η καπεσιταβίνη είναι ένα προφάρμακο και έχει μικρή φαρμακολογική δραστηριότητα έως ότου μετατραπεί σε φθοριοουρακίλη, έναν αντιμεταβολίτη. Επειδή η καπεσιταβίνη μετατρέπεται σε φθοριοουρακίλη από ένζυμα που εκφράζονται σε υψηλότερες συγκεντρώσεις σε πολλούς όγκους παρά σε παρακείμενους φυσιολογικούς ιστούς ή πλάσμα, θεωρείται ότι μπορούν να επιτευχθούν υψηλές συγκεντρώσεις του δραστικού φαρμάκου στον όγκο με λιγότερη συστημική τοξικότητα. Η φθοριοουρακίλη μεταβολίζεται τόσο σε φυσιολογικά όσο και σε καρκινικά κύτταρα σε 5-φθορο-2’-δεοξυουριδινο 5’-μονοφωσφορική (FdUMP) και 5-φθοριοουριδινο τριφωσφορική (FUTP). Αν και οι ακριβείς μηχανισμοί δράσης της φθοριοουρακίλης δεν έχουν πλήρως διευκρινιστεί, ο κύριος μηχανισμός θεωρείται η σύνδεση του δεοξυριβονουκλεοτιδίου του φαρμάκου (FdUMP) και του συμπαράγοντα φολικού οξέος (N5-10-μεθυλενοτετραϋδροφολικό) με τη θυμιδυλική συνθάση (TS) για να σχηματιστεί ένα ομοιοπολικά συνδεδεμένο τριμερές σύμπλοκο, το οποίο αναστέλλει το σχηματισμό θυμιδυλίου από 2’-δεοξυουριδιλικό, παρεμβαίνοντας έτσι στη σύνθεση του DNA. Επιπλέον, η FUTP μπορεί να ενσωματωθεί στο RNA αντί της ουριδινο τριφωσφορικής (UTP), παράγοντας ένα ψευδές RNA και παρεμβαίνοντας στην επεξεργασία του RNA και τη σύνθεση πρωτεϊνών. Η καπεσιταβίνη έχει αποδειχθεί δραστική σε ξενεοπλασματικούς όγκους που είναι ανθεκτικοί στη φθοριοουρακίλη, υποδεικνύοντας ατελή διασταυρούμενη αντίσταση μεταξύ των φαρμάκων.
Σε αυτή την αναφορά, οι συγγραφείς διερεύνησαν εάν η απόπτωση που προκαλείται από την καπεσιταβίνη μεσολαβείται από το σύστημα Fas/FasL. Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, χρησιμοποιήθηκε ένα ειδικό in vitro μοντέλο συν-καλλιέργειας που αναμειγνύει ηπατοκύτταρα και ανθρώπινη κυτταρική σειρά παχέος εντέρου. Παρατηρήθηκε φαινόμενο «παράπλευρης βλάβης» μεταξύ των κυττάρων HepG2 και LS174T που υποβλήθηκαν σε επεξεργασία με καπεσιταβίνη. Εκτός από αυτό, το Xeloda έδειξε 7 φορές υψηλότερη κυτταροτοξικότητα και σημαντικά ισχυρότερο απoπτωτικό δυναμικό στα κύτταρα LS174T-c2 που υπερεκφράζουν θυμιδυλική συνθάση (TP). Η εντυπωσιακή ενίσχυση της αναστολής της θυμιδυλικής συνθάσης που παρατηρήσαμε σε κύτταρα με υψηλή δραστηριότητα TP ήταν πιθανότατα η αιτία της ενίσχυσης της αντι-πολλαπλασιαστικής αποτελεσματικότητας της καπεσιταβίνης. Επιπλέον, αυτή η αύξηση της ευαισθησίας συνοδεύτηκε από ισχυρή υπερέκφραση του υποδοχέα CD95-Fas στην κυτταρική επιφάνεια. Τόσο η έκφραση mRNA των Fas όσο και FasL ενεργοποιήθηκαν μετά την έκθεση των TP+ κυττάρων στο φάρμακο. Αυτή η εμπλοκή του Fas στην απόπτωση που προκαλείται από το Xeloda επιβεβαιώθηκε περαιτέρω χρησιμοποιώντας ανταγωνιστικά αντισώματα anti-Fas και anti-FasL που απέτρεψαν την αντι-πολλαπλασιαστική δράση της καπεσιταβίνης, αναδεικνύοντας έτσι τον βασικό ρόλο που μπορεί να παίξει το Fas στη βελτιστοποίηση της αντικαρκινικής απόκρισης στα φθοριοπυριμιδινικά φάρμακα. Τα δεδομένα, επομένως, δείχνουν ότι η TP παίζει βασικό ρόλο στη δράση της καπεσιταβίνης και ότι το σύστημα Fas/FasL θα μπορούσε να θεωρηθεί ως νέος καθοριστικός παράγοντας για την αποτελεσματικότητα του Xeloda.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η AUC της καπεσιταβίνης και του μεταβολίτη της 5’-DFCR αυξάνεται αναλογικά σε εύρος δόσης 500 mg/m²/ημέρα έως 3.500 mg/m²/ημέρα (0,2 έως 1,4 φορές τη συνιστώμενη εγκεκριμένη δόση). Η AUC των μεταβολιτών της καπεσιταβίνης 5’-DFUR και φθοριοουρακίλης αυξήθηκε μεγαλύτερη από την αναλογία προς τη δόση. Η δια-ασθενής μεταβλητότητα στην Cmax και την AUC της φθοριοουρακίλης ήταν μεγαλύτερη από 85%.
Μετά από από του στόματος χορήγηση καπεσιταβίνης 1.255 mg/m² από του στόματος δύο φορές ημερησίως (η συνιστώμενη δόση όταν χρησιμοποιείται ως μονοθεραπεία), η διάμεση Tmax της καπεσιταβίνης και του μεταβολίτη της φθοριοουρακίλης ήταν περίπου 1,5 ώρες και 2 ώρες, αντίστοιχα.
Μετά τη χορήγηση σημασμένης με ραδιενέργεια καπεσιταβίνης, ανακτήθηκε 96% της χορηγηθείσας δόσης καπεσιταβίνης στα ούρα (3% αμετάβλητο και 57% ως μεταβολίτης FBAL) και 2,6% στα κόπρανα.
Σε ασθενείς με καρκίνο παχέος εντέρου με μέση ηλικία 58 ± 9,5 έτη και ECOG Performance Status 0–1, ο όγκος κατανομής υπολογίζεται σε 186 ± 28 L.
Σε ασθενείς με καρκίνο παχέος εντέρου με μέση ηλικία 58 ± 9,5 έτη και ECOG Performance Status 0–1, η κάθαρση της καπεσιταβίνης υπολογίζεται σε 775 ± 213 mL/min.
Η καπεσιταβίνη απορροφάται εύκολα από τον ΓΕΣ. Κατά μέσο όρο, τουλάχιστον το 70% μιας από του στόματος δόσης του φαρμάκου απορροφάται. Αν και μελέτες in vitro έχουν δείξει ότι η καπεσιταβίνη είναι ασταθής υπό πολύ όξινες συνθήκες, το φάρμακο φαίνεται να απορροφάται ακέραιο αμέσως μετά τη διάλυση χωρίς αποικοδόμηση λόγω του όξινου pH του στομάχου.
Σύμφωνα με τον κατασκευαστή, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα της καπεσιταβίνης εμφανίζονται σε περίπου 1,5 ώρες, και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα της φθοριοουρακίλης, του δραστικού φαρμάκου της, εμφανίζονται ελαφρώς αργότερα στις 2 ώρες.
Σε ενήλικες με καρκίνο που έλαβαν δοσολογία καπεσιταβίνης 2510 mg/τ.μ. ημερησίως σε 2 διαιρεμένες δόσεις, χορηγούμενες περίπου 12 ώρες διαφορά εντός 30 λεπτών μετά το τέλος ενός γεύματος, δείγματα αίματος που λήφθηκαν την 1η ημέρα του κύκλου θεραπείας έδειξαν ότι οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα 3,93 και 0,66 ug/mL για την καπεσιταβίνη και τη φθοριοουρακίλη, αντίστοιχα, επιτεύχθηκαν σε περίπου 2 ώρες.
Σημαντικές δια-ατομικές διακυμάνσεις (δηλ., που υπερβαίνουν το 85%) στις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και τις περιοχές κάτω από τις καμπύλες συγκέντρωσης-χρόνου (AUCs) έχουν αναφερθεί μετά από από του στόματος χορήγηση καπεσιταβίνης.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την CAPECITABINE (12 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος της καπεσιταβίνης και των μεταβολιτών της είναι λιγότερο από 60% και δεν εξαρτάται από τη συγκέντρωση. Η καπεσιταβίνη συνδέθηκε κυρίως με ανθρώπινη αλβουμίνη (περίπου 35%).
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η καπεσιταβίνη υφίσταται μεταβολισμό από καρβοξυεστεράση και υδρολύεται σε 5’-DFCR. Η 5’-DFCR μετατρέπεται στη συνέχεια σε 5’-DFUR από κυτιδίνη δεαμινάση. Η 5’-DFUR στη συνέχεια υδρολύεται από ένζυμα θυμιδυλικής συνθάσης (dThdPase) στον δραστικό μεταβολίτη φθοριοουρακίλη. Η φθοριοουρακίλη μεταβολίζεται στη συνέχεια από διυδροπυριμιδίνη δεϋδρογενάση σε 5-φθορο-5, 6-διυδρο-φθοριοουρακίλη (FUH2). Ο δακτύλιος πυριμιδίνης της FUH2 διασπάται από τη διυδροπυριμιδινάση για να δώσει 5-φθορο-ουρεϊδο-προπιονικό οξύ (FUPA). Τέλος, η FUPA διασπάται από τη β-ουρεϊδο-προπιονάση σε α-φθορο-β-αλανίνη (FBAL).
Η καπεσιταβίνη, ένα αντικαρκινικό προφάρμακο, πιστεύεται ότι βιομετασχηματίζεται σε δραστική 5-φθοριοουρακίλη (5-FU) από τρία ένζυμα. Μετά από από του στόματος χορήγηση, η καπεσιταβίνη μεταβολίζεται πρώτα σε 5’-δεοξυ-5-φθοροκυτιδίνη (5’-DFCR) από καρβοξυεστεράση (CES), στη συνέχεια η 5’-DFCR μετατρέπεται σε 5’-δεοξυ-5-φθοριοουριδίνη (5’-DFUR) από κυτιδίνη δεαμινάση. Η 5’-DFUR ενεργοποιείται σε 5-FU από θυμιδυλική συνθάση. Αν και υψηλές δραστηριότητες ενζύμων μεταβολισμού φαρμάκων εκφράζονται στο ανθρώπινο ήπαρ, η εμπλοκή του ήπατος στο μεταβολισμό της καπεσιταβίνης δεν είναι πλήρως κατανοητή. Σε αυτή τη μελέτη, ο μεταβολισμός της καπεσιταβίνης στο ανθρώπινο ήπαρ διερευνήθηκε in vitro. Η παραγωγή 5’-DFCR, 5’-DFUR και 5-FU από την καπεσιταβίνη διερευνήθηκε σε ανθρώπινο ήπαρ S9, μικροσωμάτια και κυτταρόπλασμα παρουσία του αναστολέα της διυδροπυριμιδίνης δεϋδρογενάσης, 5-χλωρο-2,4-διυδροξυπυριμιδίνης. 5’-DFCR, 5’-DFUR και 5-FU σχηματίστηκαν από καπεσιταβίνη στο κυτταρόπλασμα και στον συνδυασμό μικροσωματίων και κυτταροπλάσματος. Μόνο η παραγωγή 5’-DFCR ανιχνεύθηκε σε μικροσωμάτια. Οι τιμές K(m) και V(max) για την παραγωγή 5-FU που καταλύεται μόνο από το κυτταρόπλασμα και σε συνδυασμό με μικροσωμάτια ήταν 8,1 mM και 106,5 pmol/min/mg πρωτεΐνης, και 4,0 mM και 64,0 pmol/min/mg πρωτεΐνης, αντίστοιχα. Η δια-ατομική μεταβλητότητα στην παραγωγή 5’-DFCR σε μικροσωμάτια και κυτταρόπλασμα μεταξύ 14 δειγμάτων ανθρώπινου ήπατος ήταν 8,3- και 12,3-πλάσια, αντίστοιχα. Η καπεσιταβίνη φαίνεται να μεταβολίζεται σε 5-FU στο ανθρώπινο ήπαρ. Η παραγωγή 5’-DFCR παρατηρήθηκε στο κυτταρόπλασμα με μεγάλη δια-ατομική μεταβλητότητα, αν και η CES βρίσκεται στα μικροσωμάτια στο ανθρώπινο ήπαρ. Στην παρούσα μελέτη, διευκρινίστηκε ότι το κυτταροπλασματικό ένζυμο θα είναι σημαντικό στην παραγωγή 5’-DFCR, όπως και η CES.
Η καπεσιταβίνη (Xeloda; CAP) είναι ένα πρόσφατα αναπτυγμένο από του στόματος αντινεοπλαστικό προφάρμακο της 5-φθοριοουρακίλης (5-FU) με αυξημένη επιλεκτικότητα όγκων. Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι η ενεργοποίηση της CAP ακολουθεί μια οδό με τρία ενζυμικά βήματα και δύο ενδιάμεσους μεταβολίτες, 5’-δεοξυ-5-φθοροκυτιδίνη (5’-DFCR) και 5’-δεοξυ-5-φθοριοουριδίνη (5’-DFUR), για να σχηματιστεί 5-FU κατά προτίμηση σε ιστούς όγκων. Στην παρούσα εργασία, διερευνήθηκαν όλες οι φθοριωμένες ενώσεις που υπάρχουν στο ήπαρ, τη χολή και το μέσο υπερδιήθησης του απομονωμένου ηπατικού πειραματόζωου αρουραίου (IPRL) και στο ήπαρ, το πλάσμα, τους νεφρούς, τη χολή και τα ούρα υγιών αρουραίων. Επιπλέον, τα δεδομένα που ελήφθησαν από ούρα αρουραίων συγκρίθηκαν με αυτά από ούρα ποντικών και ανθρώπων. Λόγω της χαμηλής δραστηριότητας κυτιδίνης δεαμινάσης σε αρουραίους, η 5’-DFCR ήταν μακράν το κύριο προϊόν στο μέσο υπερδιήθησης από IPRL και στο πλάσμα και τα ούρα από αρουραίους. Η 5’-DFCR στο ήπαρ και που κυκλοφορεί στο υπερδιήθημα και το πλάσμα εξισορροπήθηκε στην ίδια τιμή συγκέντρωσης στην περιοχή 25 έως 400 μM, υποστηρίζοντας την εμπλοκή του εσ-τύπου υποδοχέα νουκλεοσιδίων στο ήπαρ. Η 5’-DFUR και η α-φθορο-β-ουρεϊδο-προπιονική οξύ (FUPA) + α-φθορο-β-αλανίνη (FBAL) ήταν τα κύρια προϊόντα στα ούρα ποντικών, αποτελώντας 23 έως 30% της χορηγηθείσας δόσης έναντι 3 έως 4% σε αρουραίους. Στα ανθρώπινα ούρα, η FUPA + FBAL αντιπροσώπευε το 50% της χορηγηθείσας δόσης, η 5’-DFCR 10% και η 5’-DFUR 7%. Δεδομένου ότι η φασματοσκοπία πυρηνικού μαγνητικού συντονισμού φθορίου-19 δίνει μια επισκόπηση όλων των φθοριωμένων ενώσεων που υπάρχουν σε ένα δείγμα, παρατηρήσαμε τους ακόλουθους μη αναφερόμενους μεταβολίτες της CAP: 1) 5-φθοροκυτοσίνη και ο υδροξυλιωμένος μεταβολίτης της, 5-φθορο-6-υδροξυκυτοσίνη, 2) ιόν φθοριούχου, 3) 2-φθορο-3-υδροξυπροπιονικό οξύ και φθοριοοξικό οξύ, και 4) ένα γλυκουρο-συζεύγμα της 5’-DFCR.
Η φθοριοουρακίλη καταβολίζεται σε διυδροφθοριοουρακίλη (FUH2), έναν πολύ λιγότερο τοξικό μεταβολίτη, από τη διυδροπυριμιδίνη δεϋδρογενάση. Η διυδροπυριμιδινάση διασπά τον δακτύλιο πυριμιδίνης της διυδροφθοριοουρακίλης, δίνοντας 5-φθορο-ουρεϊδο-προπιονικό οξύ (FUPA), το οποίο στη συνέχεια διασπάται από τη β-ουρεϊδο-προπιονάση για να σχηματίσει α-φθορο-β-αλανίνη (FBAL).
Μεταβολίζεται από θυμιδυλική συνθάση σε φθοριοουρακίλη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Οι χρόνοι ημίσειας ζωής αποβολής της καπεσιταβίνης και της φθοριοουρακίλης ήταν περίπου 0,75 ώρες.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής στο πλάσμα της καπεσιταβίνης και των μεταβολιτών της, συμπεριλαμβανομένου του δραστικού φαρμάκου, της φθοριοουρακίλης, είναι περίπου 45-60 λεπτά, εκτός από την α-φθορο-β-αλανίνη (FBAL), ένα καταβολίτη της φθοριοουρακίλης, η οποία έχει έναν αρχικό χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 3 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH
Αντιμεταβολίτες χρήσιμοι στην αντικαρκινική χημειοθεραπεία.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση FDA
6804DJ8Z9U
CAPECITABINE
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Σύνθεσης Νουκλεϊκών Οξέων
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Μεταβολισμού Νουκλεοσιδίων
Η καπεσιταβίνη είναι ένας Αναστολέας Μεταβολισμού Νουκλεοσιδίων. Ο μηχανισμός δράσης της καπεσιταβίνης είναι ως Αναστολέας Σύνθεσης Νουκλεϊκών Οξέων.
CAPECITABINE
Αναστολέας Μεταβολισμού Νουκλεοσιδίων [EPC]; Αναστολείς Σύνθεσης Νουκλεϊκών Οξέων [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH
Αντιμεταβολίτες χρήσιμοι στην αντικαρκινική χημειοθεραπεία.