ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ
B02BD08
SPC
ΕΟΦ
DrugBank
PubChem
Σκευάσματα
COAGULATION FACTOR VIIA
Παράγοντας πήξεως VIIa
Θεραπευτικός παράγοντας σε κλινική χρήση. Δείτε το κλινικό και φαρμακολογικό προφίλ για περισσότερες λεπτομέρειες.
Εμπορικά Ονόματα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
Η έναρξη της θεραπείας πρέπει να γίνεται υπό την επίβλεψη ενός ιατρού έμπειρου στη θεραπεία της
αιμορροφιλίας ή/και των διαταραχών αιμορραγίας.
Για τη διαχείριση της σοβαρής αιμορραγίας μετά τον τοκετό, πρέπει να ζητείται η συμβουλή
κατάλληλων εμπειρογνωμόνων διαφόρων ειδικοτήτων. Επιπροσθέτως των μαιευτήρων, αυτοί
περιλαμβάνουν αναισθησιολόγους, εντατικολόγους ή/και αιματολόγους. Πρέπει να εφαρμόζονται οι
ενδεδειγμένες πρακτικές διαχείρισης, με βάση τις εξατομικευμένες απαιτήσεις κάθε ασθενή.
Συνιστάται η διατήρηση της συγκέντρωσης ινωδογόνου και του αριθμού αιμοπεταλίων σε επαρκή
επίπεδα, προκειμένου να αποκομίζεται το μέγιστο όφελος από τη θεραπεία με NovoSeven.
Δοσολογία
Αιμορροφιλία Α ή Β με αναστολείς ή αιμορροφιλία η οποία αναμένεται να έχει υψηλή αναμνηστική
ανταπόκριση
Δόση
Το NovoSeven πρέπει να χορηγείται το συντομότερο δυνατό μετά την έναρξη ενός αιμορραγικού
επεισοδίου. Η συνιστώμενη αρχική δόση, χορηγούμενη με ενδοφλέβια ένεση εφόδου (bolus), είναι
90 µg ανά kg βάρους σώµατος.
Μετά από την αρχική δόση του NovoSeven, ενδέχεται να χρειαστούν επιπλέον ενέσεις. Η διάρκεια
της θεραπείας και το διάστημα μεταξύ των ενέσεων ποικίλουν ανάλογα µε τη σοβαρότητα της
αιµορραγίας και τον τύπο των επεμβατικών διαδικασιών ή της χειρουργικής επέμβασης.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η παρούσα κλινική εμπειρία δε δικαιολογεί μία γενική διαφοροποίηση στη δοσολογία μεταξύ παιδιών
και ενηλίκων, παρόλο που τα παιδιά έχουν γρηγορότερη κάθαρση από ότι οι ενήλικες. Συνεπώς,
προκειμένου να επιτευχθούν παρόμοιες συγκεντρώσεις στο πλάσμα, ενδέχεται να χρειαστούν
μεγαλύτερες δόσεις rFVIIa στους ασθενείς σε παιδική ηλικία από ότι στους ενήλικες (βλ. παράγραφο
5.2).
Διαστήματα μεταξύ των δόσεων
Αρχικά 2 - 3 ώρες µέχρις ότου επιτευχθεί αιµόσταση.
Εάν είναι αναγκαία η συνέχιση της θεραπείας, τα διαστήµατα µεταξύ των δόσεων µπορούν να
αυξηθούν διαδοχικά κάθε 4, 6, 8 ή 12 ώρες εφόσον έχει επιτευχθεί ικανοποιητική αιμόσταση για το
σύνολο της περιόδου θεραπείας που κρίνεται ότι ενδείκνυται.
Ήπια έως µέτρια αιµορραγικά επεισόδια (συμπεριλαμβανομένης της θεραπείας κατ’ οίκον)
Η πρώιμη παρέμβαση έχει αποδειχθεί αποτελεσματική στη θεραπεία ήπιων έως μέτριων αιμορραγιών
των αρθρώσεων, των μυών και του δερματικού βλεννογόνου. Δύο δοσολογικά σχήματα μπορούν να
προταθούν:
1)
2)
Δύο έως τρεις ενέσεις των 90 µg ανά kg βάρους σώµατος χορηγούμενες σε διαστήματα τριών
ωρών.
Εάν απαιτηθεί περαιτέρω θεραπεία, μπορεί να χορηγηθεί μια επιπλέον δόση των 90 µg ανά kg
βάρους σώµατος.
Εφάπαξ ένεση των 270 µg ανά kg βάρους σώµατος.
3 Η διάρκεια της θεραπείας κατ’ οίκον δε θα πρέπει να υπερβαίνει τις 24 ώρες. Μόνο ύστερα από
διαβούλευση με το κέντρο αιμορροφιλίας μπορεί να εκτιμηθεί η συνεχής κατ’ οίκον θεραπεία.
Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία για τη χορήγηση εφάπαξ δόσης των 270 μg ανά kg σωματικού βάρους
σε ηλικιωμένους ασθενείς.
Σοβαρά αιµορραγικά επεισόδια
Συνιστάται αρχική δόση 90 µg ανά kg βάρους σώµατος η οποία µπορεί να χορηγηθεί καθ’ οδόν προς
το νοσοκοµείο όπου ο ασθενής συνήθως υποβάλλεται σε θεραπεία. Η ακόλουθη δόση ποικίλλει
ανάλογα µε τον τύπο και τη σοβαρότητα της αιµορραγίας. Η συχνότητα των δόσεων πρέπει αρχικά να
είναι κάθε δύο ώρες µέχρις ότου παρατηρηθεί κλινική βελτίωση. Εάν ενδείκνυται συνέχιση της
θεραπείας, τότε το διάστηµα µεταξύ των δόσεων µπορεί να αυξηθεί στις 3 ώρες για 1 - 2 ηµέρες. Στη
συνέχεια, το διάστηµα µεταξύ των δόσεων µπορεί να αυξηθεί διαδοχικά σε 4, 6, 8 ή 12 ώρες για το
χρονικό διάστημα θεραπείας που έχει κριθεί ότι πρέπει να χορηγείται το φάρµακο. Ένα μείζον
αιμορραγικό επεισόδιο συνήθως υποβάλλεται σε θεραπεία για διάστημα 2 - 3 εβδομάδων αλλά η
θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί και για μεγαλύτερο διάστημα εάν αυτό κριθεί κλινικά απαραίτητο.
Επεμβατικές διαδικασίες/χειρουργική
Μία αρχική δόση 90 µg ανά kg βάρους σώµατος πρέπει να χορηγείται αµέσως πριν την επεμβατική
διαδικασία. Η ίδια δόση πρέπει να επαναλαµβάνεται µετά από 2 ώρες και στη συνέχεια σε
διαστήµατα 2 - 3 ωρών για τις πρώτες 24 - 48 ώρες αναλόγως της χειρουργικής επέμβασης και της
κλινικής κατάστασης του ασθενή. Σε µείζονες χειρουργικές επεµβάσεις η δόση πρέπει να συνεχίζεται
µε διαστήµατα µεταξύ των δόσεων 2 - 4 ωρών για 6 - 7 ηµέρες. Τα διαστήµατα µεταξύ των δόσεων
µπορεί στη συνέχεια να αυξηθούν σε 6 - 8 ώρες για 2 επιπλέον εβδοµάδες θεραπείας. Η θεραπεία
ασθενών που υφίστανται µείζονες χειρουργικές επεµβάσεις πρέπει να διαρκεί 2 - 3 εβδοµάδες µέχρις
ότου παρατηρηθεί επούλωση του τραύµατος.
Επίκτητη Αιμορροφιλία
Δοσολογία και διαστήματα μεταξύ των δόσεων
Το NovoSeven πρέπει να χορηγείται το ταχύτερο δυνατό μετά την έναρξη ενός αιμορραγικού
επεισοδίου. Η συνιστώμενη αρχική δόση, χορηγούμενη με ενδοφλέβια ένεση εφόδου είναι 90 µg για
κάθε kg βάρους σώµατος. Ακολούθως της αρχικής δόσης NovoSeven είναι δυνατό να χορηγηθούν
περαιτέρω ενέσεις εάν χρειαστεί. Η διάρκεια της θεραπείας και το διάστημα μεταξύ των ενέσεων θα
μεταβάλεται ανάλογα με τη βαρύτητα της αιμορραγίας, τις επεμβατικές διαδικασίες ή το χειρουργείο
το οποίο διεξάγεται.
Το διάστημα της αρχικής δόσης θα πρέπει να είναι 2 - 3 ώρες. Με την επίτευξη της αιμόστασης, το
διάστημα μεταξύ των δόσεων μπορεί να αυξηθεί διαδοχικά σε κάθε 4, 6, 8 ή 12 ώρες για το σύνολο
της περιόδου θεραπείας που κρίνεται ότι ενδείκνυται
Έλλειψη Παράγοντα VII
Δοσολογία, εύρος δόσεων και διαστήματα μεταξύ των δόσεων
Το συνιστώμενο εύρος δόσεων στους ενήλικες και στα παιδιά για τη θεραπεία αιμορραγικών
επεισοδίων και για την πρόληψη αιμορραγιών σε ασθενείς που υποβάλλονται σε χειρουργική
επέμβαση ή σε επεμβατικές διαδικασίες είναι 15 - 30 µg / kg βάρους σώματος κάθε 4 - 6 ώρες μέχρις
ότου επιτευχθεί αιμόσταση. Η δόση και η συχνότητα των ενέσεων πρέπει να προσαρμόζεται σε κάθε
άτομο.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Περιορισμένη κλινική εμπειρία για την μακροχρόνια προφύλαξη έχει συγκεντρωθεί για τον
παιδιατρικό πληθυσμό ηλικίας κάτω των 12 ετών, με σοβαρό κλινικό φαινότυπο (βλ. παράγραφο 5.1).
Η δόση και η συχνότητα των ενέσεων για προφύλαξη πρέπει να βασίζονται στην κλινική ανταπόκριση
και να προσαρμόζονται ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε ατόμου.
4 Θρομβασθένεια του Glanzmann
Δοσολογία, εύρος δόσεων και διαστήματα μεταξύ των δόσεων
Το συνιστώμενο εύρος δόσεων για τη θεραπεία αιμορραγικών επεισοδίων και για την πρόληψη
αιμορραγίας σε ασθενείς που υποβάλλονται σε χειρουργική επέμβαση ή σε επεμβατικές διαδικασίες
είναι 90 μg (εύρος 80 - 120 µg) ανά kg βάρους σώματος µε διάστηµα δύο ωρών (1,5 - 2,5 ώρες)
μεταξύ των δόσεων. Πρέπει να χορηγηθούν τουλάχιστον 3 δόσεις για την εξασφάλιση ικανοποιητικής
αιμόστασης. Η συνιστώμενη οδός χορήγησης είναι ένεση εφόδου (bolus) γιατί έλλειψη
αποτελεσματικότητας μπορεί να εμφανισθεί σε συνάρτηση με τη συνεχή έγχυση.
Για αυτούς τους ασθενείς που δεν είναι ανθεκτικοί στη θεραπευτική αγωγή, τα αιμοπετάλια είναι η
θεραπεία πρώτης γραμμής για τη θρομβασθένεια του Glanzmann.
Σοβαρή αιμορραγία μετά τον τοκετό
Εύρος δόσεων και διαστήματα μεταξύ των δόσεων
Το συνιστώμενο εύρος δόσεων για τη θεραπεία της αιμορραγίας είναι 60 - 90 µg ανά kg σωματικού
βάρους χορηγούμενα μέσω ενδοφλέβιας ένεσης εφόδου (bolus). Η μέγιστη πηκτική δράση μπορεί να
αναμένεται στα 10 λεπτά. Μπορεί να χορηγηθεί μια δεύτερη δόση με βάση την κλινική ανταπόκριση
του συγκεκριμένου ασθενή.
Σε περίπτωση ανεπαρκούς αιμοστατικής ανταπόκρισης, συνιστάται η δυνατότητα χορήγησης μιας
δεύτερης δόσης μετά από 30 λεπτά.
Τρόπος χορήγησης
Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ.
παράγραφο 6.6. Χορηγείστε το διάλυμα µε ενδοφλέβια ένεση εφόδου (bolus) μέσα σε διάστημα 2 5 λεπτών.
Παρακολούθηση της θεραπείας - εργαστηριακές εξετάσεις
Δεν είναι απαραίτητη η παρακολούθηση της θεραπείας με το NovoSeven. Η σοβαρότητα της
κατάστασης της αιμορραγίας και η κλινική ανταπόκριση στη χορήγηση του NovoSeven πρέπει να
καθοδηγούν τις δοσολογικές απαιτήσεις.
Μετά τη χορήγηση του rFVIIa, έχει παρατηρηθεί βράχυνση του χρόνου προθρομβίνης (PT) και του
χρόνου ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης (aPTT), ωστόσο δεν έχει αποδειχθεί συσχέτιση
μεταξύ του PT και του aPTT και της κλινικής αποτελεσματικότητας του rFVIIa.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο
6.1 ή σε πρωτεΐνες ποντικών, χάµστερς ή βοοειδών.
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
Σε παθολογικές καταστάσεις κατά τις οποίες ο παράγοντας των ιστών αναµένεται ενδεχοµένως να
εµφανιστεί σε µεγαλύτερη έκταση του φυσιολογικού, υπάρχει ο πιθανός κίνδυνος να εµφανιστούν
θροµβωτικά επεισόδια ή να προκληθεί Διάχυτη Ενδαγγειακή Πήξη (Disseminated Intravascular
Coagulation - DIC) σε συσχετισµό µε τη θεραπεία µε NovoSeven.
Τέτοιες καταστάσεις µπορεί να αφορούν ασθενείς µε προχωρηµένη αθηροσκληρωτική νόσο,
σοβαρούς τραυµατισµούς, σηψαιµία ή Διάχυτη Ενδαγγειακή Πήξη (DIC). Εξαιτίας του κινδύνου
θρομβοεμβολικών επιπλοκών, συνιστάται προσοχή κατά τη χορήγηση NovoSeven σε ασθενείς με
ιστορικό στεφανιαίας νόσου, σε ασθενείς με ηπατικές διαταραχές, σε μετεγχειρητικούς ασθενείς, σε
εγκυμονούσες ή σε ετοιμόγεννες γυναίκες, σε νεογνά ή σε ασθενείς με κίνδυνο θρομβοεμβολικών
5 επεισοδίων ή DIC. Σε κάθε μία από τις παραπάνω καταστάσεις, το πιθανό όφελος της θεραπείας με
NovoSeven πρέπει να αντισταθμίζεται με τον κίνδυνο αυτών των επιπλοκών.
Σε σοβαρή αιμορραγία μετά τον τοκετό και εγκυμοσύνη, οι κλινικές καταστάσεις (τοκετός, σοβαρή
αιμορραγία, μετάγγιση, DIC, χειρουργικές/επεμβατικές διαδικασίες και διαταραχές πηκτικότητας)
αποτελούν γνωστούς παράγοντες που συμβάλλουν στον κίνδυνο θρομβοεμβολής και ιδιαιτέρως στον
κίνδυνο φλεβικής θρομβοεμβολής που σχετίζεται με τη χορήγηση του NovoSeven (βλ. παράγραφο
4.8).
Επειδή ο Ανασυνδυασµένος Παράγοντας Πήξης VIIa του NovoSeven ενδέχεται να περιέχει ίχνη IgG
ποντικού, βόεια IgG και άλλα υπόλοιπα καλλιέργειας πρωτεϊνών (πρωτεΐνες ορού χάµστερ και βόειας
προέλευσης), υπάρχει µία οριακή πιθανότητα οι ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία µε το
συγκεκριµένο προϊόν, να αναπτύξουν υπερευαισθησία σε αυτές τις πρωτεΐνες. Σε αυτές τις
περιπτώσεις, πρέπει να εξετάζεται η θεραπεία με ενδοφλέβια αντι-ισταμινικά.
Εάν εμφανιστούν αλλεργικές ή αναφυλακτικού τύπου αντιδράσεις, η χορήγηση πρέπει να διακοπεί
αμέσως. Σε περίπτωση σοκ, πρέπει να χρησιμοποιηθεί η ενδεδειγμένη ιατρική αγωγή. Οι ασθενείς
πρέπει να ενημερωθούν για πρώιμα σημεία αντιδράσεων υπερευαισθησίας. Εάν εμφανιστούν τέτοια
συμπτώματα, ο ασθενής πρέπει να συμβουλευθεί για την άμεση διακοπή της αγωγής και να
επικοινωνήσει με τον ιατρό του.
Σε περίπτωση σοβαρών αιμορραγιών, το προϊόν πρέπει να χορηγείται σε νοσοκομεία κατά προτίμηση
ειδικευμένα στη θεραπεία αιμορροφιλικών ασθενών με αναστολείς των παραγόντων πήξης VIII ή IX
ή, εάν αυτό δεν είναι δυνατό, σε στενή συνεργασία με ιατρό ειδικευμένο στη θεραπεία αιμορροφιλίας.
Eάν η αιµορραγία δεν ελέγχεται, η νοσοκοµειακή φροντίδα είναι υποχρεωτική. Οι ασθενείς ή τα
άτομα που τους φροντίζουν πρέπει να αναφέρουν όλες τις χρήσεις του NovoSeven το συντομότερο
δυνατό στον θεράποντα ιατρό ή το επιβλέπον νοσοκοµείο.
Ασθενείς με έλλειψη παράγοντα VII πρέπει να ελέγχονται για τον χρόνο προθρομβίνης και την
πηκτική δράση του παράγοντα VII πριν και μετά τη χορήγηση του NovoSeven. Σε περίπτωση που η
δράση του παράγοντα VIIa αποτυγχάνει να φθάσει στο αναμενόμενο επίπεδο ή η αιμορραγία δεν
ελέγχεται μετά τη χορήγηση των προτεινόμενων δόσεων, ο σχηματισμός αντισωμάτων μπορεί να
πιθανολογηθεί και πρέπει να διεξαχθεί ανάλυση για αντισώματα. Έχει αναφερθεί θρόμβωση σε
ασθενείς με ανεπάρκεια FVII που λαμβάνουν NovoSeven κατά τη διάρκεια της χειρουργικής
επέμβασης αλλά ο κίνδυνος θρόμβωσης σε ασθενείς με ανεπάρκεια παράγοντα VII που λαμβάνουν ως
θεραπεία NovoSeven είναι άγνωστος (βλ. παράγραφο 5.1).
Περιεχόμενο σε νάτριο
Το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά ένεση, που σημαίνει ότι
ουσιαστικά είναι «ελεύθερο νατρίου».
Ιχνηλασιμότητα
Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα
και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
Παραµένει άγνωστος ο κίνδυνος πιθανής αλληλεπίδρασης µεταξύ του NovoSeven και
συµπυκνωµάτων παραγόντων πήξης. Η ταυτόχρονη χορήγηση συµπυκνωµάτων συµπλόκων
προθροµβίνης ενεργοποιηµένων ή µη πρέπει να αποφεύγεται.
Έχει αναφερθεί ότι τα αντιινωδολυτικά φάρµακα µειώνουν την απώλεια αίµατος που συσχετίζονται
με χειρουργικές επεµβάσεις αιµορροφιλικών ασθενών, ιδιαίτερα σε ορθοπεδικές επεμβάσεις και σε
επεμβάσεις σε περιοχές πλούσιες σε ινωδολυτική δραστηριότητα, όπως η στοµατική κοιλότητα.
Αντιινωδολυτικά χρησιμοποιούνται επίσης για τον περιορισμό της απώλειας αίματος σε γυναίκες με
6 αιμορραγία μετά τον τοκετό. Ωστόσο, η εµπειρία σχετικά με την ταυτόχρονη χορήγηση
αντιινωδολυτικών και θεραπείας με rFVIIa είναι περιορισμένη.
Με βάση μία μη κλινική μελέτη (βλ. παράγραφο 5.3) δε συνιστάται να συνδυάζονται οι παράγοντες
rFVIIa και rFXIII. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για την αλληλεπίδραση μεταξύ των
παραγόντων rFVIIa και rFXIII.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου είναι μειωμένη θεραπευτική απόκριση, πυρεξία, εξάνθημα, φλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδια, κνησμός και κνίδωση. Αυτές οι αντιδράσεις αναφέρονται ως όχι συχνές (≥ 1/1.000, < 1/100). Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα Ο πίνακας 1 καταγράφει τις ανεπιθύμητες ενέργειες οι οποίες αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών και από αυθόρμητες (μετά την κυκλοφορία) αναφορές. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται κατά σειρά φθίνουσας σοβαρότητας, εντός της κάθε ομάδας συχνότητας. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες οι οποίες αναφέρθηκαν μόνο ύστερα από την κυκλοφορία (δηλαδή όχι στις κλινικές δοκιμές) παρουσιάζονται με τη συχνότητα «Μη γνωστές». Οι κλινικές δοκιμές οι οποίες διεξήχθησαν σε 484 ασθενείς (περιλαμβανομένων 4297 επεισοδίων κατά τη θεραπεία) με αιμορροφιλία Α και Β, επίκτητη αιμορροφιλία, έλλειψη παράγοντα VII ή θρομβασθένεια του Glanzmann έχουν δείξει ότι οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10). Καθώς ο συνολικός αριθμός των επεισοδίων κατά τη θεραπεία στις κλινικές δοκιμές είναι 7 κάτω από 10.000, η χαμηλότερη δυνατή συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών στην οποία μπορεί να ταξινομηθεί είναι η σπάνια (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000). Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι η πυρεξία και το εξάνθημα (όχι συχνές: ≥ 1/1.000 έως < 1/100) και οι σοβαρότερες ανεπιθύμητες ενέργειες συμπεριλαμβάνουν φλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδια (όχι συχνές: ≥ 1/1.000 έως < 1/100) και αρτηριακά θρομβοεμβολικά επεισόδια (σπάνιες: ≥ 1/10.000 έως < 1/1.000). Οι συχνότητες των σοβαρών και μη σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών καταγράφονται κατά κατηγορίες ανά οργανικό σύστημα στον παρακάτω πίνακα. Πίνακας 1 Ανεπιθύμητες ενέργειες από κλινικές δοκιμές και αυθόρμητες (μετά την κυκλοφορία) αναφορές Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100) Kατηγορία/οργανικό σύστημα κατά MedDRA Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000)
Διάχυτη ενδαγγειακή πήξη (βλ. παράγραφο 4.4)
Σχετικά εργαστηριακά ευρήματα συμπεριλαμβανομένων των αυξημένων επιπέδων D-διμερών και μειωμένων επιπέδων AT, (βλ. παράγραφο 4.4)
Διαταραχή της πηκτικότητας
Ναυτία
Αντίδραση στη θέση της ένεσης περιλαμβανομένου άλγους στη θέση της ένεσης Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Υπερευαισθησία, (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4) Παρακλινικές εξετάσεις
Αυξημένα προϊόντα αποδόμησης του ινώδους
Αύξηση επιπέδων αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης, της Διαταραχές του γαστρεντερικού Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Μειωμένη θεραπευτική απόκριση *
Πυρεξία 8 Συχνότητα Μη γνωστές
Αναφυλακτική αντίδραση αλκαλικής φωσφατάσης, της γαλακτικής δεϋδρογενάσης και της προθρομβίνης Διαταραχές του νευρικού συστήματος Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Αγγειακές διαταραχές
Κεφαλαλγία Εξάνθημα (συμπεριλαμβανομένης αλλεργικής δερματίτιδας και ερυθηματώδους εξανθήματος)
Κνησμός και κνίδωση
Φλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδια: (θρόμβωση εν τω βάθει φλεβών, θρόμβωση στη θέση της ενδοφλέβιας χορήγησης, πνευμονική εμβολή, ηπατικά θρομβοεμβολικά επεισόδια συμπεριλαμβανομένης θρόμβωσης της πυλαίας φλέβας, θρόμβωση νεφρικών φλεβών, θρομβοφλεβίτιδα, επιφανειακή θρομβοφλεβίτιδα και εντερική ισχαιμία)
Αρτηριακά θρομβοεμβολικά επεισόδια: (μυοκαρδιακό έμφραγμα, εγκεφαλικό έμφραγμα, εγκεφαλική ισχαιμία, απόφραξη εγκεφαλικών αρτηριών, εγκεφαλοαγγειακό ατύχημα, θρόμβωση νεφρικών αρτηριών, περιφερική ισχαιμία, περιφερική αρτηριακή θρόμβωση και εντερική ισχαιμία)
Στηθάγχη
Ερύθημα προσώπου
Αγγειονευρωτικό οίδημα
Ενδοκαρδιακός θρόμβος
- Έχει αναφερθεί έλλειψη αποτελεσματικότητας (μειωμένη θεραπευτική απόκριση). Είναι σημαντικό η ποσότητα της δόσης του NovoSeven να συμμορφώνεται με τη συνιστώμενη δοσολογία, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 4.2. Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Ανασταλτικός σχηματισμός αντισωμάτων Μετά την κυκλοφορία του προϊόντος, δεν υπάρχουν αναφορές ανασταλτικών αντισωμάτων έναντι του NovoSeven ή του FVII σε ασθενείς με αιμορροφιλία Α ή Β. Η ανάπτυξη ανασταλτικών αντισωμάτων στο NovoSeven έχει αναφερθεί σε ένα μετεγκριτικό μητρώο παρατήρησης ασθενών με συγγενή ανεπάρκεια FVII. 9 Σε κλινικές μελέτες ασθενών με έλλειψη του παράγοντα VII, ο σχηματισμός αντισωμάτων έναντι του NovoSeven και του FVII είναι η μοναδική αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια (συχνότητα: συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10)). Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα αντισώματα παρουσίασαν ανασταλτική επίδραση σε in vitro συνθήκες. Παράγοντες κινδύνου που θα μπορούσαν να είχαν συμβάλει στην ανάπτυξη αντισωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της προηγούμενης θεραπείας με ανθρώπινο πλάσμα ή/και παράγοντα VII παραγόμενο από το πλάσμα, της σοβαρής μεταλλαγής του γονιδίου για τον FVII και της υπερδοσολογίας NovoSeven, ήταν παρόντες. Ασθενείς με έλλειψη στον παράγοντα VII που υποβάλλονται σε θεραπεία με NovoSeven πρέπει να ελέγχονται για αντισώματα έναντι του παράγοντα VII, (βλ. παράγραφο 4.4). Θρομβοεμβολικά επεισόδια - αρτηριακά και φλεβικά Όταν το NovoSeven χορηγείται σε ασθενείς που δεν περιλαμβάνονται στις ομάδες ασθενών οι οποίες αναφέρονται στις θεραπευτικές ενδείξεις, εμφανίζονται συχνά αρτηριακά θρομβοεμβολικά επεισόδια (≥ 1/100 έως <1/10). Υψηλότερος κίνδυνος εμφάνισης αρτηριακών θρομβοεμβολικών ανεπιθύμητων ενεργειών (βλ. πίνακα: Αγγειακές διαταραχές) (5,6% σε ασθενείς λαμβάνοντες το NovoSeven έναντι 3,0% σε ασθενείς λαμβάνοντες θεραπεία με εικονικό φάρμακο) έχει παρουσιαστεί σε μεταγενέστερη ανάλυση των συγκεντρωμένων στοιχείων από κλινικές δοκιμές ελέγχου εικονικού φαρμάκου που διεξήχθησαν εκτός των τρέχουσων θεραπευτικών ενδείξεων σε διάφορες κλινικές συνθήκες, κάθε μία από τις οποίες έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά ασθενή και ως εκ τούτου διαφορετικά ελλοχεύοντα σχεδιαγράμματα κινδύνου. Το NovoSeven δεν πρέπει να χορηγείται εκτός των εγκεκριμένων ενδείξεων αφού η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητά του δεν έχει τεκμηριωθεί. Θρομβοεμβολικά επεισόδια θα μπορούσαν να προκαλέσουν καρδιακή ανακοπή. Λοιποί ειδικοί πληθυσμοί Ασθενείς με επίκτητη αιμορροφιλία Κλινικές δοκιμές που έγιναν σε 61 ασθενείς με επίκτητη αιμορροφιλία σε ένα σύνολο 100 επεισοδίων, έδειξαν ότι ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκαν ως πιο συχνές (1% επί των θεραπευόμενων επεισοδίων): Αρτηριακά θρομβοεμβολικά επεισόδια (απόφραξη εγκεφαλικών αρτηριών, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο), φλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδια (πνευμονική εμβολή και θρόμβωση εν τω βάθει φλεβών), στηθάγχη, ναυτία, πυρεξία, ερυθηματώδες εξάνθημα και διερεύνηση των αυξημένων προϊόντων αποδόμησης του ινώδους. Γυναίκες με σοβαρή αιμορραγία μετά τον τοκετό Σε μια τυχαιοποιημένη ανοιχτής επισήμανσης κλινική δοκιμή, αναφέρθηκαν φλεβικά θρομβοεβολικά επεισόδια σε 2 από τους 51 ασθενείς που λάμβαναν εφάπαξ δόση NovoSeven (διάμεση δόση 58 μg/kg) και σε κανέναν από τους 33 ασθενείς που δε λάμβαναν αγωγή με NovoSeven. Δεν αναφέρθηκαν αρτηριακά θρομβοεβολικά επεισόδια σε καμία ομάδα. Σε 4 μη παρεμβατικές μελέτες, αναφέρθηκαν φλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδια σε 3 από τους 358 (0,8%) ασθενείς που λάμβαναν NovoSeven (διάμεσο εύρος δόσης 63-105 µg/kg) και αναφέρθηκαν αρτηριακά θρομβοεβολικά επεισόδια σε 1 (0,3%) ασθενή που λάμβανε NovoSeven. Για γνωστούς παράγοντες που συμβάλλουν στον κίνδυνο θρομβοεμβολής που σχετίζεται με την εγκυμοσύνη και τη σοβαρή αιμορραγία μετά τον τοκετό, βλ. παράγραφο 4.4. Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V. 10
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Κύηση
Ως μέτρο προφύλαξης, προτιμάται να αποφεύγεται η χρήση του NovoSeven κατά τη διάρκεια της
εγκυμοσύνης. Δεδομένα σε περιορισμένο αριθμό εκτεθειμένων εγκυμοσυνών με εγκεκριμένες
ενδείξεις δεν έδειξαν κάποια ανεπιθύμητη ενέργεια του παράγοντα rFVIIa σε εγκυμοσύνη ή στην
υγεία του νεογνού/νεογέννητου παιδιού. Μέχρι στιγμής, δεν υπάρχουν διαθέσιμα άλλα σχετικά
επιδημιολογικά δεδομένα. Μελέτες σε ζώα δε δείχνουν άμεσα ή έμμεσα επιβλαβείς επιδράσεις σε
σχέση με την εγκυμοσύνη, την εμβρυϊκή ανάπτυξη, τον τοκετό ή τη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ.
παράγραφο 5.3).
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό κατά πόσο ο rFVIIa απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Η απέκκριση του
rFVIIa στο γάλα δεν έχει μελετηθεί σε ζώα. Στην απόφαση για το κατά πόσο πρέπει να
συνεχιστεί/διακοπεί ο θηλασμός ή να συνεχιστεί/διακοπεί η θεραπεία με NovoSeven, πρέπει να
λαμβάνεται υπόψη το όφελος του θηλασμού στο παιδί και το όφελος της θεραπείας με NovoSeven
στη μητέρα.
Γονιμότητα
Τα δεδομένα από μη κλινικές μελέτες καθώς και τα δεδομένα μετά την κυκλοφορία δε δείχνουν καμία
ένδειξη ότι ο rFVIIa έχει επιβλαβή επίδραση στην ανδρική ή γυναικεία γονιμότητα.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Παράγοντες πήξης αίματος, κωδικός ATC: B02BD08
Μηχανισμός δράσης
To NovoSeven περιέχει ενεργοποιηµένο ανασυνδυασµένο παράγοντα πήξης VII. Ο µηχανισµός
δράσης περιλαµβάνει τη σύνδεση του παράγοντα VIIa με τον εκτεθειµένο παράγοντα των ιστών.
Αυτό το σύµπλοκο θα ενεργοποιήσει απευθείας τον παράγοντα IX σε παράγοντα IXa και τον
παράγοντα X σε παράγοντα Xa, με αποτέλεσμα την αρχική µετατροπή μικρών ποσοτήτων
προθροµβίνης σε θροµβίνη. Η θρομβίνη οδηγεί στην ενεργοποίηση των αιμοπεταλίων και των
παραγόντων V και VIII στο σημείο τραυματισμού και στον σχηµατισµό αιµοστατικού θρόµβου µε τη
µετατροπή του ινωδογόνου σε ινώδες. Οι φαρμακολογικές δόσεις του NovoSeven ενεργοποιούν τον
παράγοντα X απευθείας στην επιφάνεια των ενεργοποιημένων αιμοπεταλίων, που εντοπίζονται στη
θέση τραυματισμού, ανεξαρτήτως του παράγοντα των ιστών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μετατροπή
της προθρομβίνης σε μεγάλες ποσότητες θρομβίνης ανεξάρτητα από τον παράγοντα των ιστών.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Το αποτέλεσµα της φαρµακοδυναµικής δράσης του παράγοντα VIIa πρέπει να προκαλεί αυξηµένο
τοπικό σχηµατισµό του παράγοντα Xa, της θρομβίνης και του ινώδους.
Ο χρόνος μέχρι να επιτευχθεί η μέγιστη πηκτική δράση μετά τη χορήγηση του NovoSeven ήταν
περίπου 10 λεπτά σε υγιή άτομα και ασθενείς με αιμορροφιλία.
Ένας θεωρητικός κίνδυνος για την ανάπτυξη συστηµατικής ενεργοποίησης του συστήµατος πήξης σε
ασθενείς µε υποκείµενες νόσους προδιαθέτοντάς τους σε Διάχυτη Ενδαγγειακή Πήξη (DIC) δεν
µπορεί εξ ολοκλήρου να αποκλειστεί.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Συγγενής ανεπάρκεια FVII
Σε ένα μητρώο παρατήρησης (F7HAEM-3578) που καλύπτει άτομα με συγγενή ανεπάρκεια FVII, η
μέση δόση για τη μακροχρόνια προφύλαξη έναντι της αιμορραγίας σε 22 παιδιατρικούς ασθενείς
(ηλικίας κάτω των 12 ετών) με έλλειψη Παράγοντα VII και σοβαρό κλινικό φαινότυπο ήταν 30 µg/kg
11
(στο εύρος 17 µg/kg έως 200 µg/kg, η δόση που χρησιμοποιήθηκε συχνότερα ήταν 30 µg/kg σε 10
ασθενείς) με μια μέση δόση συχνότητας 3 δόσεων εβδομαδιαίως (στο εύρος 1 έως 7, η συχνότητα
δόσης που αναφέρθηκε συχνότερα ήταν 3 εβδομαδιαίως σε 13 ασθενείς).
Στο ίδιο μητρώο, 3 από τους 91 χειρουργικούς ασθενείς εμφάνισαν θρομβοεμβολικά επεισόδια.
Θρομβασθένεια του Glanzmann
Ένα μητρώο παρατήρησης (F7HAEM-3521) κάλυψε 133 άτομα με θρομβασθένεια του Glanzmann
υπό αγωγή με NovoSeven. Η μέση δόση ανά έγχυση για τη θεραπεία 333 αιμορραγικών επεισοδίων
ήταν 90 µg/kg (έυρος 28 έως 450 µg/kg). Το NovoSeven χρησιμοποιήθηκε σε 157 χειρουργικές
επεμβάσεις, σε μέση δόση 92 µg/kg (έως 270 µg/kg). Η θεραπεία με NovoSeven, ως μονοθεραπεία ή
σε συνδυασμό με αντιινωδολυτικά ή/και αιμοπετάλια, ορίστηκε ως αποτελεσματική όταν η
αιμορραγία σταμάτησε για τουλάχιστον 6 ώρες. Τα ποσοστά αποτελεσματικότητας ήταν 81% και
82%, αντίστοιχα, σε ασθενείς με θετική ή αρνητική ανθεκτικότητα σε μεταγγίσεις αιμοπεταλίων και
77% και 85%, αντίστοιχα, σε ασθενείς που βρέθηκαν θετικοί ή αρνητικοί για αντισώματα κατά
αιμοπεταλίων. Η θετική κατάσταση υποδεικνύει μία τουλάχιστον θετική δοκιμασία σε οποιαδήποτε
εισρροή.
Σοβαρή αιμορραγία μετά τον τοκετό
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του NovoSeven αξιολογήθηκε σε 84 γυναίκες με σοβαρή
αιμορραγία μετά τον τοκετό σε μια πολυκεντρική κλινική δοκιμή ανοιχτής επισήμανσης. Οι ασθενείς
τυχαιοποιήθηκαν είτε σε θεραπεία με εφάπαξ δόση NovoSeven 60 µg/kg (επιπροσθέτως της
ενδεδειγμένης φροντίδας, Ν=42) είτε σε θεραπεία αναφοράς (μόνο ενδεδειγμένη φροντίδα, Ν=42),
όταν τα μητροσυσπαστικά (σουλπροστόνη) έχουν αποτύχει. Οι ομάδες θεραπείας ήταν καλά
εξισορροπημένες ως προς τα δημογραφικά χαρακτηριστικά και τη θεραπεία της αιμορραγίας μετά τον
τοκετό, πριν από την τυχαιοποίηση. Το ινωδογόνο και το τρανεξαμικό οξύ συμπεριλαμβάνονταν στην
ενδεδειγμένη φροντίδα. Πληροφορίες σχετικά με τη χρήση του ινωδογόνου/τρανεξαμικού οξέος ήταν
διαθέσιμες από το 57% περίπου των ασθενών στην ομάδα του NovoSeven και το 43% των ασθενών
στην ομάδα αναφοράς. Από αυτούς, ποσοστό περίπου 40% των ασθενών και στις δύο ομάδες έλαβαν
ινωδογόνο ή/και τρανεξαμικό οξύ. Η αιμορραγία θεωρήθηκε ότι έχει σταματήσει (δηλ. επιτυχής
θεραπεία) όταν η εκτιμώμενη ροή αίματος ελαττώθηκε σε επίπεδα κάτω από 50 ml ανά 10 λεπτά
εντός 30 λεπτών μετά από την τυχαιοποίηση. Σε περίπτωση μη ελεγχόμενης ή απειλητικής για τη ζωή
αιμορραγίας, εξετάστηκε το ενδεχόμενο επεμβατικών διαδικασιών.
Στην πρωτεύουσα ανάλυση, λιγότερες γυναίκες στην ομάδα του NovoSeven (21 έναντι 35) είχαν
τουλάχιστον μία εμβολή ή/και απολίνωση σε σύγκριση με την ομάδα αναφοράς, που αντιστοιχεί σε
στατιστικά σημαντική μείωση σχετικού κινδύνου 40% για την ομάδα του NovoSeven συγκριτικά με
την ομάδα αναφοράς (σχετικός κίνδυνος = 0,60 (διάστημα εμπιστοσύνης 95%: 0,43 - 0,84,
p=0,0012)).
Στην ομάδα αναφοράς, 8 από τους 42 ασθενείς έλαβαν καθυστερημένα NovoSeven ως παρηγορητική
θεραπεία σε μια προσπάθεια να αποφύγουν την υστερεκτομή διάσωσης, η οποία ήταν επιτυχής σε 2
περιπτώσεις.
Φαρμακοκινητική
Υγιή άτομα
Κατανομή, αποβολή και γραμμικότητα
Η φαρμακοκινητική του rFVIIa εξετάσθηκε σε 35 υγιή άτομα Καυκάσιας και Ιαπωνικής καταγωγής,
με τη χρήση μεθόδου προσδιορισμού του παράγοντα πήξης FVII σε μία μελέτη κλιμάκωσης της
δόσης. Οι συμμετέχοντες διαστρωματώθηκαν ανάλογα με το φύλο και την εθνική τους ομάδα και
έλαβαν 40, 80 και 160 μg rFVIIa ανά kg σωματικού βάρους (3 δόσεις ο καθένας) ή/και εικονικό
φάρμακο. Η φαρμακοκινητική ήταν παρόμοια ως προς το φύλο και την εθνική ομάδα.
12
Ο μέσος όγκος κατανομής στην κατάσταση ηρεμίας κυμαινόταν από 130 έως 165 ml/kg, οι μέσες
τιμές της κάθαρσης κυμαίνονταν από 33,3 έως 37,2 ml/h×kg.
Η μέση τελική ημιζωή κυμαινόταν από 3,9 έως 6,0 ώρες.
Τα φαρμακοκινητικά προφίλ αναδείχθηκαν αναλογικά προς τη δόση.
Αιμορροφιλία A και B με αναστολείς
Κατανομή, αποβολή και γραμμικότητα
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του rFVIIa μελετήθηκαν σε 12 παιδιατρικούς (2 - 12 ετών) και
5 ενήλικες ασθενείς που δεν αιμορραγούσαν, με τη χρήση μεθόδου προσδιορισμού του παράγοντα
πήξης FVIIa.
Ο μέσος όγκος κατανομής στην κατάσταση ηρεμίας ήταν 196 ml/kg στους παιδιατρικούς ασθενείς
έναντι 159 ml/kg στους ενήλικες.
Η μέση κάθαρση ήταν κατά προσέγγιση 50% υψηλότερη στους παιδιατρικούς ασθενείς σε σχέση με
τους ενήλικες (78 έναντι 53 ml/h×kg), ενώ η μέση τελική ημιζωή καθορίσθηκε στις 2,3 ώρες και στις
δύο ομάδες. Η κάθαρση φαίνεται ότι συσχετίζεται με την ηλικία και ως εκ τούτου σε νεότερους
ασθενείς η κάθαρση δύναται να είναι αυξημένη κατά ποσοστό μεγαλύτερο από 50%.
Αναλογικότητα με τη δόση θεσπίστηκε στα παιδιά για τις εξεταζόμενες δόσεις των 90 και 180 µg ανά
kg σωματικού βάρους, γεγονός σύμφωνο με παλαιότερα ευρήματα για χαμηλότερες δόσεις (17,5 70 µg/kg rFVIIa).
Έλλειψη Παράγοντα VII
Κατανομή και αποβολή
Η φαρμακοκινητική μεμονωμένων δόσεων του rFVIIa, 15 και 30 µg/kg βάρους σώματος, δεν έδειξε
σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο δόσεων που χρησιμοποιήθηκαν, όσον αφορά τις
δοσο-εξαρτώμενες παραμέτρους:
Όγκος κατανομής στη σταθεροποιημένη κατάσταση (steady state) (280 - 290 ml/kg), ημίσεια ζωή
(2,82 - 3,11 ώρες), συνολική κάθαρση σώματος (70,8 - 79,1 ml/h kg) και μέσος χρόνος παραμονής
(3,75 - 3,80 ώρες).
Η in vivo μέση ανάκτηση των επιπέδων πλάσματος ήταν περίπου 20%.
Θρομβασθένεια του Glanzmann
Η φαρμακοκινητική του NovoSeven σε ασθενείς με θρομβασθένεια του Glanzmann δεν έχει
διερευνηθεί, αλλά αναμένεται ότι θα είναι παρόμοια με τη φαρμακοκινητική στους ασθενείς με
αιμορροφιλία A και B.
Σοβαρή αιμορραγία μετά τον τοκετό
Η φαρμακοκινητική του NovoSeven σε ασθενείς με σοβαρή αιμορραγία μετά τον τοκετό δεν έχει
διερευνηθεί.
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...
query_stats
Κρίσιμα Στοιχεία
Οδός χορήγησης
parenteral
Μορφή
injectable
Σκευάσματα σε κυκλοφορία
1
science