COLISTIN
Κολιστίνη
O παλαιότερος αντιπρόσωπος της ομάδος, το ναλιδιξικό οξύ, χορηγήθηκε κυρίως στη θεραπεία των λοιμώξεων του κατωτέρου ουροποιητικού συστήματος, η χρήση του όμως περιορίστηκε γρήγορα σαν συνέπεια της πτωχής φαρμακοκινητικής του και της ταχείας ανάπτυξης αντοχής των παθογόνων …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
ΕΟΦ
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
block
ΕΟΦ
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
warning
ΕΟΦ
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
ΕΟΦ
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
ΕΟΦ
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Σχηματισμός κρυστάλλων στα ούρα, ιδιαίτερα σε ασθενείς με αλκαλικό pH ούρων (αν παίρνουν διττανθρακικά), σε ασθενείς με ουρολοίμωξη από πρωτείς ή επί ηυξημένης απεκκρίσεως στα ούρα ιόντων Ca++ και Mg++. 2. Eμφάνιση εξανθήματος που μπορεί να αφορά αλ
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
DrugBank
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
PubChem
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
ΕΟΦ · 5.1.13
Διάφορα άλλα αντιμικροβιακά
expand_more
Διάφορα άλλα αντιμικροβιακά
O παλαιότερος αντιπρόσωπος της ομάδος, το ναλιδιξικό οξύ, χορηγήθηκε κυρίως στη θεραπεία των λοιμώξεων του κατωτέρου ουροποιητικού συστήματος, η χρήση του όμως περιορίστηκε γρήγορα σαν συνέπεια της πτωχής φαρμακοκινητικής του και της ταχείας ανάπτυξης αντοχής των παθογόνων μικροβίων. Aνάλογα με το ναλιδιξικό οξύ είναι το οξολινικό οξύ, το πιπεμιδικό οξύ και η σινοξασίνη, ουσίες με παρόμοιες ενδείξεις αλλά και μειονεκτήματα σε σχέση με το ναλιδιξικό οξύ.
Όλα τα παλαιότερα αυτά παράγωγα ονομάζονται κινολόνες της α’ γενεάς. Oι κινολόνες της β’ γενεάς (σιπροφλοξασίνη, οφλοξασίνη, πεφλοξασίνη, νορφλοξασίνη) προήλθαν από τροποποίηση του χημικού δακτυλίου του ναλιδιξικού οξέος και χαρακτηρίζονται από φθορίωση του βασικού δακτυλίου γι’ αυτό και αποκαλούνται φθοριο-κινολόνες. H προσθήκη του φθορίου είχε σαν αποτέλεσμα την αύξηση της δραστικότητος έναντι των Gram θετικών, ενώ η προσθήκη ενός δακτυλίου πιπεραζίνης έναντι των Gram αρνητικών μικροοργανισμών.
Kοινά χαρακτηριστικά των νεωτέρων παραγώγων αποτελεί το ευρύ αντιμικροβιακό φάσμα, η πλεονεκτική φαρμακοκινητική, η έλλειψη πλασμιδιακής αντοχής και η μείωση των ανεπιθύμητων ενεργειών.
O μηχανισμός δράσεως είναι η αναστολή της υποομάδος A της γυράσης του DNA.
Oι νεώτερες κινολόνες σε εξαιρετικά χαμηλές πυκνότητες αναστέλλουν Gram αρνητικούς και Gram θετικούς αεροβίους μικροοργανισμούς, ενώ η α’ γενεά έχει περιορισμένη δραστικότητα που αφορά μόνο στελέχη Escherichia coli και Klebsiella sp όπως και ολίγα στελέχη Proteus sp.
Oι κινολόνες της β’ γενεάς είναι βακτηριοκτόνες για όλα τα εντεροβακτηριακά, τις ναϊσσέριες και τους σταφυλοκόκκους. Eν τούτοις δεν είναι δραστικές έναντι των σταφυλοκόκκων που είναι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη ενώ η δραστικότης τους έναντι των στρεπτοκόκκων και των αναεροβίων εν γένει είναι μικρή ή ανύπαρκτη. Στο αντιμικροβιακό τους φάσμα περιλαμβάνονται επίσης πολλά στελέχη Acinetobacter sp όπως και Pseudomonas sp. H Rickettsia conorii και η Coxiella burnetii είναι ευαίσθητες στις νεώτερες κινολόνες. Στην οφλοξασίνη είναι επίσης ευαίσθητα πολλά στελέχη Mycobacterium tuberculosis και μερικά εκ των ατύπων μυκοβακτηριδίων όπως και στελέχη χλαμυδίων και Mycoplasma hominis. Mερικές φαρμακοκινητικές ιδιότητες των κινολών αναφέρονται στον Πίνακα 5.3.
t5.3.jpg:
-
Σχηματισμός κρυστάλλων στα ούρα, ιδιαίτερα σε ασθενείς με αλκαλικό pH ούρων (αν παίρνουν διττανθρακικά), σε ασθενείς με ουρολοίμωξη από πρωτείς ή επί ηυξημένης απεκκρίσεως στα ούρα ιόντων Ca++ και Mg++.
-
Eμφάνιση εξανθήματος που μπορεί να αφορά αλ
Aφορούν:
α) Παράγωγα της ξανθίνης και κατά κύριο λόγο τη θεοφυλλίνη με αποτέλεσμα την αναστολή του μεταβολισμού της (δεν συμβαίνει με οφλοξασίνη). Παρόμοια αλληλοεπίδραση έχει αναφερθεί και με την καφεΐνη εφόσον λαμβάνονται > 220 mg, δόση που ισοδυναμεί
t5.4.jpg:
t5.5.jpg:
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Κυκλικός πολυπεπτιδικός αντιβιοτικός παράγοντας από το Bacillus colistinus. Αποτελείται από τις Πολυμυξίνες Ε1 και Ε2 (ή τις Κολοστινές Α, Β και C) οι οποίες δρουν ως απορρυπαντικά στις κυτταρικές μεμβράνες. Η κολοστίνη είναι λιγότερο τοξική από την Πολυμυξίνη Β, αλλά κατά τα άλλα παρόμοια. Η μεσιλο-θειική μορφή χρησιμοποιείται από του στόματος. [PubChem]
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Για τη θεραπεία οξέων ή χρόνιων λοιμώξεων που οφείλονται σε ευαίσθητα στελέχη ορισμένων gram-αρνητικών βακτηριδίων, ιδιαίτερα του Pseudomonas aeruginosa.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η κολοστίνη είναι πολυπεπτιδικός αντιβιοτικός παράγοντας. Οι πολυμυξίνες είναι κατιονικά πολυπεπτίδια που διαταράσσουν τη βακτηριακή κυτταρική μεμβράνη μέσω ενός μηχανισμού τύπου απορρυπαντικού. Με την ανάπτυξη λιγότερο τοξικών παραγόντων, όπως οι εκτεταμένου φάσματος πενικιλίνες και κεφαλοσπορίνες, η παρεντερική χρήση πολυμυξινών εγκαταλείφθηκε σε μεγάλο βαθμό, εκτός από τη θεραπεία πολυανθεκτικών πνευμονικών λοιμώξεων σε ασθενείς με κυστική ίνωση. Πιο πρόσφατα, ωστόσο, η εμφάνιση πολυανθεκτικών gram-αρνητικών βακτηρίων, όπως η Pseudomonas aeruginosa και η Acinetobacter baumannii, και η έλλειψη νέων αντιμικροβιακών παραγόντων οδήγησαν στην αναβίωση της χρήσης των πολυμυξινών.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Η κολοστίνη είναι ένας επιφανειακά ενεργός παράγοντας που διεισδύει και διαταράσσει την κυτταρική μεμβράνη του βακτηρίου. Η κολοστίνη είναι πολυκaτιονική και διαθέτει τόσο υδρόφοβες όσο και λιπόφιλες ομάδες. Αλληλεπιδρά με την κυτταροπλασματική μεμβράνη του βακτηρίου, αλλάζοντας τη διαπερατότητά της. Αυτή η δράση είναι βακτηριοκτόνος. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι οι πολυμυξίνες εισέρχονται στο κύτταρο και προκαλούν καθίζηση ενδοκυτταρικών συστατικών, κυρίως ριβοσωμάτων.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Πολύ φτωχή απορρόφηση από το γαστρεντερικό σωλήνα.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
5 ώρες
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
null
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
Η LD50 από του στόματος σε αρουραίους είναι 5450 mg/kg. Η υπερδοσολογία με κολιστιμεθάτη μπορεί να προκαλέσει νευρομυϊκό αποκλεισμό που χαρακτηρίζεται από παραισθησία, λήθαργο, σύγχυση, ζάλη, αταξία, νυσταγμό, διαταραχές ομιλίας και άπνοια. Παράλυση των αναπνευστικών μυών μπορεί να οδηγήσει σε άπνοια, αναπνευστική ανακοπή και θάνατο.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η Κολιστίνη είναι ένας επιφανειακά ενεργός παράγοντας που διεισδύει και διαταράσσει τη βακτηριακή κυτταρική μεμβράνη. Η κολιστίνη είναι πολυκτιονική και έχει τόσο υδρόφοβα όσο και λιπόφιλα τμήματα. Αλληλεπιδρά με την κυτταρική μεμβράνη των βακτηρίων, μεταβάλλοντας τη διαπερατότητά της. Αυτό το αποτέλεσμα είναι βακτηριοκτόνο. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι οι πολυμυξίνες εισέρχονται στο κύτταρο και καθιζάνουν κυτταροπλασματικά συστατικά, κυρίως ριβοσώματα.
Η Κολιστίνη δρα σαν κατιονικό απορρυπαντικό και συνδέεται με την κυτταροπλασματική μεμβράνη των ευαίσθητων βακτηρίων, προκαλώντας της βλάβη. Η βλάβη στην κυτταροπλασματική μεμβράνη των βακτηρίων αλλοιώνει το ωσμωτικό φραγμό της μεμβράνης και προκαλεί διαρροή απαραίτητων ενδοκυττάριων μεταβολιτών και νουκλεοσιδίων.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Πολύ κακή απορρόφηση από το γαστρεντερικό σωλήνα.
- Το Κολιστιμεθικό νάτριο απεκκρίνεται στην ούρηση σκύλων σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τη μορφή απλού θειικού άλατος, και θεωρητικά θα έπρεπε να είναι καλύτερο για λοιμώξεις του ουροποιητικού.
- Το φάρμακο περνά από τη μητρική στην εμβρυική κυκλοφορία. Πρόωρα βρέφη στα οποία χορηγείται 1 mg/kg δεν αναπτύσσουν αποτελεσματικές συγκεντρώσεις του αντιβιοτικού στο πλάσμα. Με δόση 2 mg/kg, φτάνει μέγιστη τιμή περίπου 5 μg/mL σε 30 λεπτά.
- Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα είναι υψηλότερες σε άτομα με νεφρική ανεπάρκεια και σχετίζονται με το βαθμό της νεφρικής δυσλειτουργίας. Το κολιστιμεθικό απεκκρίνεται κυρίως με σπειραματική διήθηση. Οι συγκεντρώσεις στα ούρα υπερβαίνουν τα 200 μg/mL κατά τις πρώτες 2 ώρες μετά από τη συνήθη δόση IM.
- Το φάρμακο απεκκρίνεται ταχύτερα σε παιδιά παρά σε ενήλικες. Το κολιστιμεθικό δεν εισέρχεται στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό, ακόμη και όταν οι μηνίγγες είναι φλεγμαίνοντες.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Δεδομένου ότι το 80% της δόσης μπορεί να ανακτηθεί αμετάβλητο στα ούρα, και δεν υπάρχει χολική απέκκριση, μπορεί να υποτεθεί ότι το υπόλοιπο φάρμακο αδρανοποιείται στους ιστούς, αν και ο μηχανισμός είναι άγνωστος.
…υδρολύεται in vivo σε κολιστίνη και πιθανώς άλλους μεταβολίτες με λιγότερες υποκατεστημένες αμινομάδες…
Μετά από IV ένεση σε κουνέλια, 75% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα αμετάβλητο. Μικρή ποσότητα βρέθηκε στη χολή. Βρέθηκε κολιστίνη-Ν-γλυκουρονίδιο στα ούρα (1,7% της δόσης) και στη χολή (6,7% της δόσης).