Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ J01MA02 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

CIPROFLOXACIN

Σιπροφλοξασίνη

H χρήση τους σήμερα είναι περιορισμένη. Eξαίρεση αποτελούν οι σταθεροί συνδυασμοί μερικών από αυτές, όπως της σουλφαμεθοξαζόλης και σουλφαμετρόλης με τριμεθοπρίμη (ανταγωνιστής του φυλλικού οξέος). H παρουσία της τριμεθοπρίμης στον συνδυασμό ενισχύει την αντιμικροβιακή τους …

Chemical structure of CIPROFLOXACIN

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Σοβαρές λοιμώξεις από ευαίσθητα Gram+ βακτήρια, όταν δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική θεραπεία και ειδικότερα σε: νοσοκομειακή πνευμονία, λοιμώξεις δέρματος και μαλακών μορίων και σε οφειλόμενες σε Enterococcus faecium ανθεκτικό στη βανκομυκίνη.
medication
SPC-CIPROFLOXACIN-TEVA

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Από του στόματος
Χορήγηση:
Ανεξάρτητα από τα γεύματα. Εάν λαμβάνονται με άδειο στομάχι, η δραστική ουσία απορροφάται ταχύτερα.
Δόση έναρξης:
500 mg δύο φορές ημερησίως
Τιτλοποίηση:
Όχι διαθέσιμο
  • Ενήλικες
    Δόση500 mg δύο φορές ημερησίως έως 750 mg δύο φορές ημερησίως
    Για λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού, του ανώτερου αναπνευστικού, οξεία έξαρση χρόνιας ιγμορίτιδας, χρόνια πυώδη μέση ωτίτιδα. Διάρκεια: 7 έως 14 ημέρες.
  • Ενήλικες
    Δόση750 mg δύο φορές ημερησίως
    Για κακοήθη εξωτερική ωτίτιδα. Διάρκεια: 28 ημέρες έως 3 μήνες.
  • Ενήλικες
    Δόση250 mg δύο φορές ημερησίως έως 500 mg δύο φορές ημερησίως
    Για μη επιπεπλεγμένη κυστίτιδα. Διάρκεια: 3 ημέρες. Σε γυναίκες προ-εμμηνόπαυσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί δόση 500mg εφάπαξ.
  • Ενήλικες
    Δόση500 mg δύο φορές ημερησίως
    Για επιπεπλεγμένη κυστίτιδα, μη επιπεπλεγμένη πυελονεφρίτιδα. Διάρκεια: 7 ημέρες.
  • Ενήλικες
    Δόση500 mg δύο φορές ημερησίως έως 750 mg δύο φορές ημερησίως
    Για επιπεπλεγμένη πυελονεφρίτιδα. Διάρκεια: τουλάχιστον για 10 ημέρες, ενώ μπορεί να συνεχιστεί για περισσότερο από 21 ημέρες σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις (όπως αποστήματα).
  • Ενήλικες
    Δόση500 mg δύο φορές ημερησίως έως 750 mg δύο φορές ημερησίως
    Για προστατίτιδα. Διάρκεια: 2 έως 4 εβδομάδες (οξεία) έως 4 έως 6 εβδομάδες (χρόνια).
  • Ενήλικες
    Δόση500 mg ως εφάπαξ δόση
    Για γοννοκοκική ουριθρίτιδα και τραχηλίτιδα. Διάρκεια: 1 ημέρα (εφάπαξ δόση).
  • Ενήλικες
    Δόση500 mg δύο φορές ημερησίως έως 750 mg δύο φορές ημερησίως
    Για επιπιδυμοορχίτιδα και φλεγμονώδεις νόσους της πυέλου. Διάρκεια: τουλάχιστον για 14 ημέρες.
  • Ενήλικες
    Δόση500 mg δύο φορές ημερησίως
    Για διάρροια προκαλούμενη από βακτηριακά παθογόνα (εκτός Shigella dysenteria τύπου 1) και εμπειρική θεραπεία της σοβαρής διάρροιας των ταξιδιωτών. Διάρκεια: 1 ημέρα. Για διάρροια προκαλούμενη από Shigella dysenteriae τύπου 1, διάρκεια 5 ημέρες. Για διάρροια προκαλούμενη από Vibrio cholerae, διάρκεια 3 ημέρες.
  • Ενήλικες
    Δόση500 mg δύο φορές ημερησίως
    Για τυφοειδή πυρετό. Διάρκεια: 7 ημέρες.
  • Ενήλικες
    Δόση500 mg δύο φορές ημερησίως έως 750 mg δύο φορές ημερησίως
    Για ενδοκοιλιακές λοιμώξεις λόγω Gram αρνητικών βακτηρίων. Διάρκεια: 5 έως 14 ημέρες.
  • Ενήλικες
    Δόση500 mg δύο φορές ημερησίως έως 750 mg δύο φορές ημερησίως
    Για λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων. Διάρκεια: 7 έως 14 ημέρες.
  • Ενήλικες
    Δόση500 mg δύο φορές ημερησίως έως 750 mg δύο φορές ημερησίως
    Για λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων. Διάρκεια: μεγ. 3 μήνες.
  • Ενήλικες
    Δόση500 mg δύο φορές ημερησίως έως 750 mg δύο φορές ημερησίως
    Για θεραπεία λοιμώξεων ή προφύλαξη από λοιμώξεις σε ουδετεροπενικούς ασθενείς. Η θεραπεία πρέπει να συνεχιστεί καθ' όλη τη διάρκεια της ουδετεροπενίας.
  • Ενήλικες
    Δόση500 mg εφάπαξ δόση
    Για προφύλαξη διηθητικών λοιμώξεων λόγω Neisseria meningitidis. Διάρκεια: 1 ημέρα (εφάπαξ δόση).
  • Ενήλικες
    Δόση500 mg δύο φορές ημερησίως
    Για προφύλαξη μετά από έκθεση και θεραπευτική αγωγή για πνευμονικό άνθρακα. Διάρκεια: 60 ημέρες από την επιβεβαιωμένη έκθεση σε Bacillus anthracis.
  • Παιδιά και έφηβοι
    Δόση20 mg/kg βάρους σώματος δυο φορές ημερησίως με μέγιστο τα 750 mg ανά δόση.
    Για κυστική ίνωση. Διάρκεια: 10 έως 14 ημέρες.
  • Παιδιά και έφηβοι
    Δόση10 mg/kg βάρους σώματος δύο φορές ημερησίως έως 20 mg/kg βάρους σώματος δυο φορές ημερησίως με μέγιστο τα 750 mg ανά δόση.
    Για επιπλεγμένες λοιμώξεις των ουροφόρων οδών και πυελονεφρίτιδα. Διάρκεια: 10 έως 21 ημέρες.
  • Παιδιά και έφηβοι
    Δόση10 mg/kg βάρους σώματος δύο φορές ημερησίως έως 15 mg/kg βάρους σώματος δυο φορές ημερησίως με μέγιστο τα 500 mg ανά δόση.
    Για προφύλαξη μετά από έκθεση και θεραπευτική αγωγή για πνευμονικό άνθρακα. Διάρκεια: 60 ημέρες από την επιβεβαιωμένη έκθεση σε Bacillus anthracis.
  • Παιδιά και έφηβοι
    Δόση20mg/kg βάρους σώματος δυο φορές ημερησίως με μέγιστο τα 750mg ανα δόση
    Για άλλες σοβαρές λοιμώξεις. Διάρκεια: Σύμφωνα με τον τύπο των λοιμώξεων.
  • Γηριατρικοί ασθενείς
    Οι γηριατρικοί ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν μια δόση επιλεγμένη ανάλογα με τη σοβαρότητα της λοίμωξης και την κάθαρση κρεατινίνης του ασθενή.
  • Ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία
    Δόσεις έναρξης και διατήρησης: - Κάθαρση κρεατινίνης > 60 ml/min/1,73m² (< 124 µmol/l κρεατινίνη ορού): Βλ. Συνήθης δοσολογία. - Κάθαρση κρεατινίνης 30-60 ml/min/1,73m² (124 έως 168 µmol/l κρεατινίνη ορού): 250-500 mg κάθε 12 h. - Κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min/1,73m² (> 169 µmol/l κρεατινίνη ορού): 250-500 mg κάθε 24 h. - Ασθενείς υπό αιμοδιάλυση (> 169 µmol/l κρεατινίνη ορού): 250-500 mg κάθε 24 h (μετά την αιμοδιάλυση). - Ασθενείς υπό περιτοναϊκή κάθαρση (> 169 µmol/l κρεατινίνη ορού): 250-500 mg κάθε 24 h.
  • Ασθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Παιδιά με μειωμένη νεφρική και/ή ηπατική λειτουργία
    Η δοσολογία δεν έχει μελετηθεί.
block
SPC-CIPROFLOXACIN-TEVA

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, σε άλλες κινολόνες, ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Συγχορήγηση σιπροφλοξασίνης και τιζανιδίνης
warning
SPC-CIPROFLOXACIN-TEVA

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Σοβαρές λοιμώξεις και μικτές λοιμώξεις με Gram θετικά και αναερόβια παθογόνα
    Η σιπροφλοξασίνη ως μονοθεραπεία δεν είναι κατάλληλη για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων και λοιμώξεων οι οποίες μπορεί να οφείλονται σε Gram θετικά ή αναερόβια παθογόνα. Σε τέτοιες λοιμώξεις, η σιπροφλοξασίνη πρέπει να συγχορηγείται με άλλους κατάλληλους αντιβακτηριακούς παράγοντες.
  • Λοιμώξεις απο στρεπτόκοκκο (συμπεριλαμβανομένου Streptococcus pneumoniae)
    H σιπροφλοξασίνη δεν συνιστάται για τη θεραπεία λοιμώξεων από στρεπτόκοκο, λόγω της μη επαρκούς αποτελεσματικότητάς της.
  • Λοιμώξεις των γεννητικών οδών
    Επιδιδυμοορχίτιδα και φλεγμονώδεις νόσοι της πυέλου μπορεί να προκληθούν από ανθεκτικό στις φθοροκινολόνες Neisseria gonorrhoeae. Η σιπροφλοξασίνη πρέπει να συγχορηγείται με άλλο κατάλληλο αντιβακτηριακό παράγοντα, εκτός εάν η ανθεκτικότητα του Neisseria gonorrhoeae στη σιπροφλοξασίνη μπορεί να αποκλειστεί. Εάν δεν επιτευχθεί κλινική βελτίωση εντός 3 ημερών θεραπείας, η θεραπεία πρέπει να επανεξεταστεί.
  • Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις
    Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για την αποτελεσματικότητα της σιπροφλοξασίνης σε θεραπεία μετεγχειρητικών ενδοκοιλιακών λοιμώξεων.
  • Διάρροια των ταξιδιωτών
    Στην επιλογή της σιπροφλοξασίνης θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν πληροφορίες ανθεκτικότητας στη σιπροφλοξασίνη στα ανάλογα παθογόνα των χωρών που έχει γίνει επίσκεψη.
  • Λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων
    Η σιπροφλοξασίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλους αντιμικροβιακούς παράγοντες ανάλογα με τα αποτελέσματα της μικροβιολογικής τεκμηρίωσης.
  • Εισπνοή ενεργού άνθρακα
    Η χρήση σε ανθρώπους βασίζεται σε in vitro δεδομένα ευαισθησίας και σε δεδομένα δοκιμών σε ζώα μαζί με περιορισμένα δεδομένα για ανθρώπους. Οι θεράποντες ιατροί θα πρέπει να αναφέρονται σε εθνικά και / ή διεθνή έγγραφα σχετικά με τη θεραπεία του ενεργού άνθρακα.
  • Παιδιά και έφηβοι
    H χρήση της σιπροφλοξασίνης στα παιδιά και στους εφήβους πρέπει να ακολουθεί τις διαθέσιμες επίσημες οδηγίες. Η θεραπεία με σιπροφλοξασίνη θα πρέπει να ξεκινάει μόνο από γιατρούς που έχουν εμπειρία στη θεραπεία της κυστικής ίνωσης και /ή στις σοβαρές λοιμώξεις σε παιδιά και εφήβους. Η σιπροφλοξασίνη έχει καταδειχθεί ότι προκαλεί αρθροπάθεια στις φέρουσες το βάρος του σώματος αρθρώσεις ανώριμων ζώων. Τα δεδομένα ασφάλειας από μια τυχαιοποιημένη διπλή-τυφλή μελέτη για τη χρήση της σιπροφλοξασίνης σε παιδιά (σιπροφλοξασίνη: n=335, μέση ηλικία = 6,3 έτη, συγκριτές: n=349, μέση ηλικία = 6,2 έτη, ηλικιακό εύρος = 1 έως 17 έτη) αποκάλυψαν επίπτωση υποπτευόμενης αρθροπάθειας σχετιζόμενης με το φάρμακο (διακρινόμενη από σχετιζόμενα με τις αρθρώσεις κλινικά σημεία και συμπτώματα) από την Ημέρα +42 της τάξης του 7,2% και 4,6%. Αντίστοιχα, η επίπτωση της σχετιζόμενης με το φάρμακο αρθροπάθειας κατά την παρακολούθηση στο 1 έτος ήταν 9,0% και 5,7%. Η αύξηση των υποπτευόμενων σχετιζόμενων με το φάρμακο περιπτώσεων αρθροπάθειας με το χρόνο δεν ήταν στατιστικά σημαντική μεταξύ των ομάδων. Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση οφέλους-κινδύνου, λόγω των ενδεχόμενων ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με τις αρθρώσεις ή/και τον περιβάλλοντα ιστό.
  • Βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις στην κυστική ίνωση
    Οι κλινικές δοκιμές συμπεριέλαβαν παιδιά και εφήβους ηλικίας 5-17 ετών. Η εμπειρία από τη θεραπεία παιδιών ηλικίας μεταξύ 1 και 5 ετών είναι πιο περιορισμένη.
  • Επιπεπλεγμένες λοιμώξεις των ουροφόρων οδών και πυελονεφρίτιδα
    Η θεραπεία λοιμώξεων των ουροφόρων οδών με σιπροφλοξασίνη πρέπει να εξετάζεται, όταν δεν είναι δυνατή η χρήση άλλων θεραπειών, και πρέπει να βασίζεται στα αποτελέσματα της μικροβιολογικής τεκμηρίωσης. Οι κλινικές δοκιμές συμπεριέλαβαν παιδιά και εφήβους ηλικίας 1-17 ετών.
  • Άλλες ειδικές σοβαρές λοιμώξεις
    Άλλες σοβαρές λοιμώξεις σύμφωνα με τις επίσημες οδηγίες, ή μετά από προσεκτική αξιολόγηση οφέλους-κινδύνου όταν δεν είναι δυνατή η χρήση άλλων θεραπειών, ή μετά από αποτυχία της συμβατικής θεραπείας και όταν η μικροβιολογική τεκμηρίωση μπορεί να δικαιολογήσει τη χρήση της σιπροφλοξασίνης. Η χρήση της σιπροφλοξασίνης για ειδικές σοβαρές λοιμώξεις εκτός από αυτές που αναφέρονται παραπάνω δεν έχει αξιολογηθεί σε κλινικές δοκιμές και η κλινική εμπειρία είναι περιορισμένη. Συνεπώς, συνιστάται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών με τις συγκεκριμένες λοιμώξεις.
  • Υπερευαισθησία
    Υπερευαισθησία και αλλεργικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων της αναφύλαξιας και αναφυλακτοειδών αντιδράσεων, μπορεί να εμφανιστούν μετά από μονήρη δόση (βλ. **Ανεπιθύμητες ενέργειες**) και μπορεί να είναι επικίνδυνες για τη ζωή. Σε περίπτωση εμφάνισης τέτοιας αντίδρασης, η σιπροφλοξασίνη θα πρέπει να διακόπτεται και μια επαρκής ιατρική θεραπεία απαιτείται.
  • Μυοσκελετικό σύστημα
    Η σιπροφλοξασίνη δεν πρέπει γενικά να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με ιστορικό νόσου/διαταραχής των τενόντων σχετιζόμενης με θεραπεία με κινολόνη. Εντούτοις, σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, μετά από μικροβιολογική τεκμηρίωση των υπεύθυνων οργανισμών και αξιολόγηση της ισορροπίας οφέλους-κινδύνου, η σιπροφλοξασίνη μπορεί να συνταγογραφηθεί στους συγκεκριμένους ασθενείς για τη θεραπεία ορισμένων σοβαρών λοιμώξεων, ειδικά σε περίπτωση αποτυχίας της τυπικής θεραπείας ή βακτηριακής αντίστασης, όταν τα μικροβιολογικά δεδομένα δικαιολογούν τη χρήση σιπροφλοξασίνης. Τενοντίτιδα και ρήξη τενόντων (ειδικά του Αχίλλειου τένοντα), ορισμένες φορές αμφοτερόπλευρη, μπορεί να συμβεί με την σιπροφλοξασίνη, ακόμη και εντός 48 ωρών από την έναρξη της θεραπείας. Φλεγμονή και ρήξεις του τένοντα μπορεί να συμβούν ακόμα και σε διάστημα αρκετών μηνών μετά τη διακοπή της θεραπείας με σιπροφλοξασίνη. Ο κίνδυνος τενοντοπάθειας μπορεί να είναι αυξημένος σε ηλικιωμένους ασθενείς ή σε ασθενείς στους οποίους συγχορηγούνται κορτικοστεροειδή (βλ. **Ανεπιθύμητες ενέργειες**). Στην εμφάνιση οποιουδήποτε σημείου τενοντίτιδας (π.χ. οδυνηρό οίδημα, φλεγμονή), η θεραπεία με σιπροφλοξασίνη πρέπει να διακόπτεται. Απαιτείται μέριμνα για την ανάπαυση του μέλους που έχει επηρεαστεί. Η σιπροφλοξασίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μυασθένεια gravis (βλ. **Ανεπιθύμητες ενέργειες**).
  • Φωτοευαισθησία
    Η σιπροφλοξασίνη έχει καταδειχθεί ότι προκαλεί αντιδράσεις φωτοευαισθησίας. Ασθενείς που λαμβάνουν σιπροφλοξασίνη πρέπει να αποφεύγουν την άμεση έκθεση σε παρατεταμένη ηλιακή ή υπεριώδη ακτινοβολία κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. **Ανεπιθύμητες ενέργειες**).
  • Κεντρικό νευρικό σύστημα
    Η σιπροφλοξασίνη όπως και άλλες κινολόνες είναι γνωστό ότι προκαλούν σπασμούς ή ελαττώνουν την ουδό σπασμών. Περιπτώσεις επιληπτικής κατάστασης (status epilepticus) έχουν αναφερθεί. Η σιπροφλοξασίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με διαταραχές του ΚΝΣ, οι οποίοι μπορεί να έχουν προδιάθεση σε σπασμούς. Σε περίπτωση εμφάνισης σπασμών, η σιπροφλοξασίνη πρέπει να διακοπεί (βλ. **Ανεπιθύμητες ενέργειες**). Ψυχιατρικές αντιδράσεις μπορεί να εμφανιστούν ακόμα και μετά την πρώτη χορήγηση της σιπροφλοξασίνης. Σε σπάνιες περιπτώσεις, κατάθλιψη ή ψύχωση μπορεί να εξελιχθούν σε αυτοκτονικό ιδεασμό/σκέψεις με αποκορύφωμα την απόπειρα αυτοκτονίας ή ολοκλήρωση αυτοκτονίας. Στην εμφάνιση τέτοιων περιπτώσεων, η σιπροφλοξασίνη πρέπει να διακοπεί. Σε ασθενείς που λάμβαναν σιπροφλοξασίνη έχουν αναφερθεί περιπτώσεις πολυνευροπάθειας (με βάση νευρολογικά συμπτώματα όπως πόνος, αίσθημα καύσου, αισθητήριες διαταραχές ή μυϊκή αδυναμία, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό). Η σιπροφλοξασίνη πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς που εμφανίζουν συμπτώματα νευροπάθειας, όπως πόνος, αίσθημα καύσου, μυρμηκίαση, μούδιασμα ή/και αδυναμία, για να αποτραπεί η ανάπτυξη μη αναστρέψιμης κατάστασης (βλ. **Ανεπιθύμητες ενέργειες**).
  • Καρδιακές διαταραχές
    Πρέπει να δίδεται προσοχή όταν χρησιμοποιούνται φθοριοκινολόνες, συμπεριλαμβανομένης της σιπροφλοξασίνης, σε ασθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για παράταση του διαστήματος QT όπως για παράδειγμα: - συγγενές σύνδρομο μακρού διαστήματος QT - ταυτόχρονη χρήση φαρμάκων που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT (π.χ. αντιαρρυθμικά τάξης ΙΑ και ΙΙΙ, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, μακρολίδια, αντιψυχωσικά) - μη διορθωμένες ηλεκτρολυτικές διαταραχές (π.χ. υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία) - καρδιοπάθεια (π.χ. καρδιακή ανεπάρκεια, έμφραγμα του μυοκαρδίου, βραδυκαρδία) Οι ηλικιωμένοι ασθενείς και οι γυναίκες ενδέχεται να είναι πιο ευαίσθητοι στις αγωγές που παρατείνουν το διάστημα QT. Ως εκ τούτου πρέπει να λαμβάνεται προσοχή κατά τη χρήση φθοριοκινολονών, συμπεριλαμβανομένης και της σιπροφλοξασίνης, σε αυτούς τους πληθυσμούς. (Βλέπε **Δοσολογία** Ηλικιωμένοι, **Αλληλεπιδράσεις**, **Ανεπιθύμητες ενέργειες**, **Υπερδοσολογία**).
  • Γαστρεντερικό σύστημα
    Η εμφάνιση σοβαρής και επίμονης διάρροιας κατά τη διάρκεια ή μετά τη θεραπεία (συμπεριλαμβανομένων αρκετών εβδομάδων μετά τη θεραπεία), μπορεί να είναι ενδεικτικό κολίτιδας σχετιζόμενης με αντιβιοτικά (απειλητική για τη ζωή με ενδεχόμενη θανατηφόρα έκβαση), η οποία απαιτεί άμεση θεραπεία (βλ. **Ανεπιθύμητες ενέργειες**). Σε τέτοιες περιπτώσεις, η σιπροφλοξασίνη πρέπει να διακοπεί και να ξεκινήσει η κατάλληλη θεραπεία. Αντιπερισταλτικά φάρμακα αντενδείκνυνται σε αυτήν την περίπτωση.
  • Νεφρικό και ουροποιητικό σύστημα
    Έχει αναφερθεί κρυσταλλουρία σχετιζόμενη με τη χρήση της σιπροφλοξασίνης (βλ. **Ανεπιθύμητες ενέργειες**). Ασθενείς που λαμβάνουν σιπροφλοξασίνη πρέπει να ενυδατώνονται καλά και να αποφεύγεται η υπερβολική αλκαλικότητα των ούρων.
  • Εξασθενημένη νεφρική λειτουργία
    Δεδομένου ότι η σιπροφλαξασίνη αποβάλλεται σε μεγάλο βαθμό δια της νεφρικής οδού, χρειάζεται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με εξασθενημένη νεφρική λειτουργία όπως περιγράφεται στην παράγραφο 4.2 προς αποφυγήν αυξημένων αντιδράσεων ένεκα της συσσώρευσης της σιπροφλοξασίνης.
  • Ηπατοχολικό σύστημα
    Περιπτώσεις ηπατικής νέκρωσης και απειλητική για τη ζωή ηπατική ανεπάρκεια έχουν αναφερθεί με τη σιπροφλοξασίνη (βλ. **Ανεπιθύμητες ενέργειες**). Σε περίπτωση οποιωνδήποτε σημείων και συμπτωμάτων ηπατικής νόσου (όπως ανορεξία, ίκτερος, σκουρόχρωμα ούρα, κνησμός ή ευαισθησία στην κοιλιακή χώρα), η θεραπεία πρέπει να διακοπεί.
  • Έλλειψη γλυκόζης-6-φωσφορικής δεϋδρογενάσης
    Έχουν αναφερθεί αιμολυτικές αντιδράσεις με τη σιπροφλοξασίνη σε ασθενείς με έλλειψη γλυκόζη -6- φωσφορικής δεϋδρογενάσης. Η σιπροφλοξασίνη θα πρέπει να αποφεύγεται σε αυτούς τους ασθενείς εκτός εάν το πιθανό όφελος εκτιμάται να υπερτερεί του πιθανού κινδύνου. Σε αυτή την περίπτωση, πρέπει να παρακολουθείται το ενδεχόμενο εμφάνισης αιμόλυσης.
  • Αντίσταση
    Κατά τη διάρκεια ή σε συνέχεια μιας θεραπείας με σιπροφλοξασίνη τα βακτήρια που παρουσιάζουν αντίσταση στη σιπροφλοξασίνη μπορεί να απομονωθούν, με ή χωρίς μια κλινικά φαινομενική υπερλοίμωξη. Μπορεί να υπάρξει ιδιαίτερος κίνδυνος στην επιλογή βακτηρίων με αντοχή στη σιπροφλοξασίνη κατά τη διάρκεια παρατεταμένης διάρκειας θεραπείας και όταν θεραπεύονται νοσοκομειακές λοιμώξεις και /ή λοιμώξεις προκαλούμενες από είδη Staphylococcus και Pseudomonas.
  • Κυτόχρωμα P450
    Η σιπροφλοξασίνη αναστέλλει το CYP1A2 και συνεπώς μπορεί να προκαλέσει αυξημένη συγκέντρωση ορού των συγχορηγούμενων ουσιών που μεταβολίζονται από αυτό το ένζυμο (π.χ. θεοφυλλίνη, κλοζαπίνη, ολανζαπίνη, ροπινιρόλη, τιζανιδίνη, ντουλοξετίνη). Η συγχορήγηση της σιπροφλοξασίνης και της τιζανιδίνης αντενδείκνυται. Συνεπώς, ασθενείς που λαμβάνουν αυτές τις ουσίες ταυτόχρονα με τη σιπροφλοξασίνη πρέπει να παρακολουθούνται στενά για κλινικά σημεία υπερδοσολογίας, και μπορεί να απαιτείται προσδιορισμός των συγκεντρώσεων ορού (π.χ. της θεοφυλλίνης) (βλ. **Αλληλεπιδράσεις**).
  • Μεθοτρεξάτη
    Η ταυτόχρονη χρήση της σιπροφλοξασίνης με μεθοτρεξάτη δεν συνιστάται (βλ. **Αλληλεπιδράσεις**).
  • Αλληλεπίδραση με δοκιμές
    Η in-vitro δράση της σιπροφλοξασίνης έναντι του Mycobacterium tuberculosis μπορεί να δώσει λανθασμένα αρνητικά αποτελέσματα βακτηριολογικών δοκιμών σε δείγματα απο ασθενείς που λαμβάνουν συγχρόνως σιπροφλοξασίνη.
swap_horiz
SPC-CIPROFLOXACIN-TEVA

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Φάρμακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT
    παρακολούθηση
    Απαιτείται προσοχή.
    ΣύστασηΧρήση με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT (π.χ. αντιαρρυθμικά τάξης ΙΑ και ΙΙΙ, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, μακρολίδια, αντιψυχωσικά) (βλέπε παράγραφο 4.4).
  • Φάρμακα που περιέχουν πολυσθενή κατιόντα και συμπληρώματα μετάλλων (π.χ. ασβέστιο, μαγνήσιο, αργίλιο, σίδηρος), πολυμερείς φωσφορικούς δεσμευτές (π.χ. σεβελαμέρη), σουκραλφάτη ή αντιόξινα, και υψηλού βαθμού βραδείας απελευθέρωσης φάρμακα (π.χ. δισκία διδανοσίνης) που περιέχουν μαγνήσιο, αργίλιο ή ασβέστιο
    παρακολούθηση
    Μειώνει την απορρόφηση της σιπροφλοξασίνης.
    ΣύστασηΗ σιπροφλοξασίνη πρέπει να χορηγείται είτε 1-2 ώρες πριν ή τουλάχιστον 4 ώρες μετά από αυτά τα σκευάσματα. Ο περιορισμός δεν εφαρμόζεται σε αντιόξινα που ανήκουν στην τάξη των αποκλειστών H2 υποδοχέων.
  • Γαλακτοκομικά προϊόντα ή ποτά ενισχυμένα με μέταλλα (π.χ. γάλα, γιαούρτι, χυμός πορτοκάλι ενισχυμένος με ασβέστιο)
    παρακολούθηση
    Μπορεί να μειωθεί η απορρόφηση της σιπροφλοξασίνης.
    ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη λήψη.
  • Προβενεσίδη
    παρακολούθηση
    Αυξάνει τις συγκεντρώσεις ορού της σιπροφλοξασίνη.
    ΣύστασηΗ προβενεσίδη παρεμβάλλεται στη νεφρική απέκκριση της σιπροφλοξασίνης.
  • παρακολούθηση
    Επιταχύνει την απορρόφηση της σιπροφλοξασίνης (από το στόμα) με αποτέλεσμα μικρότερο χρονικό διάστημα για την επίτευξη μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα. Δεν έχει παρατηρηθεί επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα.
  • παρακολούθηση
    Ελαφριά ελάττωση των Cmax και AUC της σιπροφλοξασίνης.
  • αντένδειξη
    Αντένδειξη.
    ΣύστασηΔεν πρέπει να συγχορηγείται με σιπροφλοξασίνη (βλ. παράγραφο 4.3).
  • προσοχή
    Αυξημένα επίπεδα της μεθοτρεξάτης στο πλάσμα και αύξηση κινδύνου τοξικών αντιδράσεων.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.4). Η νεφρική σωληναριακή μεταφορά της μεθοτρεξάτης μπορεί να ανασταλεί.
  • προσοχή
    Ανεπιθύμητη αύξηση στη συγκέντρωση ορού της θεοφυλλίνης, που μπορεί να οδηγήσει σε ανεπιθύμητες ενέργειες επαγόμενες από τη θεοφυλλίνη (σπάνια απειλητικές για τη ζωή ή θανατηφόρες).
    ΣύστασηΠρέπει να ελέγχεται η συγκέντρωση ορού της θεοφυλλίνης και η δόση της να μειώνεται όταν είναι απαραίτητο (βλ. παράγραφο 4.4).
  • Καφεΐνη ή πεντοξιφυλλίνη (οξπεντιφυλλίνη)
    παρακολούθηση
    Αυξημένες συγκεντρώσεις ορού αυτών των παραγώγων ξανθίνης.
  • παρακολούθηση
    Αυξημένα ή μειωμένα επίπεδα φαινυτοΐνης στον ορό.
    ΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση των επιπέδων του φαρμάκου.
  • παρακολούθηση
    Παροδική αύξηση της συγκέντρωσης της κρεατινίνης στον ορό.
    ΣύστασηΕίναι ανάγκη να ελέγχεται συχνά (δύο φορές την εβδομάδα) η συγκέντρωση της κρεατινίνης στον ορό.
  • Ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ
    προσοχή
    Αύξηση των αντιπηκτικών ιδιοτήτων.
    ΣύστασηΤο INR πρέπει να παρακολουθείται συχνά κατά τη διάρκεια και σύντομα μετά τη συγχορήγηση.
  • Ενίσχυση της δράσης της γλιβενκλαμίδης (υπογλυκαιμία).
    ΣύστασηΣε ειδικές περιπτώσεις.
  • προσοχή
    Αναμένεται αύξηση των Cmax και AUC της ντουλοξετίνης.
    Σύσταση(βλ παράγραφο 4.4).
  • προσοχή
    Αύξηση της Cmax και AUC της ροπινιρόλης κατά 60% και 84%, αντίστοιχα.
    ΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση της ροπινιρόλης σε σχέση με τις ανεπιθύμητες ενέργειες και η κατάλληλη προσαρμογή της δόσης, κατά τη διάρκεια και σύντομα μετά τη συγχορήγηση με σιπροφλοξασίνη (βλ. παράγραφο 4.4).
  • παρακολούθηση
    Ελάττωση της κάθαρσης της ενδοφλέβιας λιδοκαΐνης κατά 22%.
    ΣύστασηΕίναι δυνατό να συμβεί μια πιθανή αλληλεπίδραση σχετιζόμενη με τη σιπροφλοξασίνη.
  • προσοχή
    Αύξηση των συγκεντρώσεων ορού της κλοζαπίνης και της N-δεσμεθυλκλοζαπίνης κατά 29% και 31%, αντίστοιχα.
    ΣύστασηΣυνιστάται κλινική παρακολούθηση και κατάλληλη ρύθμιση της δοσολογίας της κλοζαπίνης κατά τη διάρκεια και σύντομα μετά τη συγχορήγηση της θεραπείας με σιπροφλοξασίνη (βλ. παράγραφο 4.4).
  • προσοχή
    Οι Cmax και AUC της σιλδεναφίλης αυξήθηκαν κατά δύο φορές.
    ΣύστασηΧρειάζεται προσοχή η ταυτόχρονη συνταγογράφηση, λαμβάνοντας υπόψη τους κινδύνους και τα οφέλη.
sick
SPC-CIPROFLOXACIN-TEVA

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • Μυκητιασικές επιλοιμώξεις
  • Κολίτιδα σχετιζόμενη με αντιβιοτικά (πολύ σπάνια με πιθανή θανατηφόρα έκβαση) (βλ. παράγραφο 4.4)
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Ηωσινοφιλία
  • Λευκοπενία
  • Αναιμία
  • Ουδετεροπενία
  • Αιμολυτική αναιμία
  • Ακοκκιοκυττάρωση
  • Πανκυτταροπενία (απειλητική για τη ζωή)
  • Καταστολή του μυελού των οστών (απειλητική για τη ζωή)
  • Λευκοκυττάρωση
  • Θρομβοπενία
  • Θρομβοκυτταραιμία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Αλλεργική αντίδραση
  • Αλλεργικό οίδημα / αγγειοοίδημα
  • Αναφυλακτική αντίδραση
  • Αναφυλακτικό σοκ (απειλητικό για τη ζωή) (βλ. παράγραφο 4.4 )
  • Αντίδραση τύπου ορονοσίας
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Ανορεξία
  • Υπεργλυκαιμία
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • Ψυχοκινητική υπερδιέγερση/ταραχή
  • Σύγχυση και αποπροσανατολισμός
  • Αγχωτικές αντιδράσεις
  • Αφύσικα όνειρα
  • Κατάθλιψη (δυνητικά με αποκορύφωμα τον αυτοκτονικό ιδεασμό/σκέψεις ή τις απόπειρες αυτοκτονίας και ολοκλήρωση αυτοκτονίας) (βλ παράγραφο 4.4)
  • Ψευδαισθήσεις
  • Ψυχωτικές αντιδράσεις (δυνητικά με αποκορύφωμα τον αυτοκτονικό ιδεασμό/σκέψεις ή τις απόπειρες αυτοκτονίας και ολοκλήρωση αυτοκτονίας) (βλ παράγραφο 4.4)
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
  • Διαταραχές ύπνου
  • Διαταραχές γεύσης
  • Παραισθησία και δυσαισθησία
  • Υπαισθησία
  • Τρόμος
  • Σπασμοί (συμπεριλαμβανομένου status epilepticus βλ. παράγραφο 4.4)
  • Ίλιγγος
  • Ημικρανία
  • Διαταραγμένος συντονισμός
  • Διαταραχές βάδισης
  • Διαταραχές του νεύρου όσφρησης
  • Ενδοκρανιακή υπέρταση
  • Περιφερική νευροπάθεια (βλ. παράγραφο 4.4 )
Οφθαλμικές διαταραχές
  • Οπτικές διαταραχές (π.χ. διπλωπία)
  • Οπτική χρωματική στρέβλωση
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
  • Εμβοές
  • Απώλεια ακοής / Μείωση ακοής
Καρδιακές διαταραχές
  • Ταχυκαρδία
  • Κοιλιακή αρρυθμία και κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (έχουν αναφερθεί κυρίως σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για παράταση του διαστήματος QT)
  • ΗΚΓ διάστημα QT παρατεταμένο (βλέπε παράγραφο 4.4 και 4.9)
Αγγειακές διαταραχές
  • Αγγειοδιαστολή
  • Υπόταση
  • Συγκοπή
  • Αγγειίτιδα
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
  • Δύσπνοια (συμπεριλαμβανομένης ασθματικής κατάστασης)
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • Ναυτία
  • Διάρροια
  • Έμετος
  • Γαστρεντερικοί και κοιλιακοί πόνοι
  • Δυσπεψία
  • Μετεωρισμός
  • Παγκρεατίτιδα
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Αύξηση στις τρανσαμινάσες
  • Αυξημένη χολερυθρίνη
  • Μείωση της ηπατικής λειτουργίας
  • Χολοστατικός ίκτερος
  • Ηπατίτιδα
  • Νέκρωση του ήπατος (πολύ σπάνια εξελισσόμενη σε απειλητική για τη ζωή ηπατική ανεπάρκεια) (βλ. παράγραφο 4.4)
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Κνίδωση
  • Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας (βλ. παράγραφο 4.4)
  • Πετέχεια
  • Πολύμορφο ερύθημα
  • Οζώδες ερύθημα
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson (δυνάμει απειλητικό για τη ζωή)
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση (δυνάμει απειλητική για τη ζωή)
  • Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος, του συνδετικού ιστού και των οστών
  • Μυοσκελετικός πόνος (π.χ. πόνος των άκρων, ραχιαλγία, θωρακικός πόνος)
  • Αρθραλγία
  • Μυαλγία
  • Αρθρίτιδα
  • Αυξημένος μυϊκός τόνος και κράμπες
  • Μυϊκή αδυναμία
  • Τενοντίτιδα
  • Ρήξη τενόντων (κυρίως του Αχίλλειου τένοντα) (βλ. παράγραφο 4.4 )
  • Επιδείνωση των συμπτωμάτων της μυασθένειας gravis (βλ. παράγραφο 4.4 )
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • Μειωμένη νεφρική λειτουργία
  • Νεφρική ανεπάρκεια
  • Αιματουρία
  • Κρυσταλλουρία (βλ. παράγραφο 4.4)
  • Διάμεση σωληναριακή νεφρίτιδα
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Αδυναμία
  • Πυρετός
  • Οίδημα
  • Εφίδρωση (υπεριδρωσία)
Έρευνες
  • Αύξηση στην αλκαλική φωσφατάση αίματος
  • Αυξημένη αμυλάση
  • Διεθνής ομαλοποιημένη σχέση αυξημένη (σε ασθενείς με θεραπεία με ανταγωνιστές βιταμίνης Κ)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Μυκητιασικές επιλοιμώξεις
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Συχνές
  • Κολίτιδα σχετιζόμενη με αντιβιοτικά
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Πολύ Σπάνιες
  • Ηωσινοφιλία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Συχνές
  • Λευκοπενία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Συχνές
  • Αναιμία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Ουδετεροπενία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Αιμολυτική αναιμία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Ακοκκιοκυττάρωση
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Πανκυτταροπενία (απειλητική για τη ζωή)
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Πολύ Σπάνιες
  • Καταστολή του μυελού των οστών (απειλητική για τη ζωή)
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Πολύ Σπάνιες
  • Λευκοκυττάρωση
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Θρομβοπενία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Θρομβοκυτταραιμία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Αλλεργική αντίδραση
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Συχνές
  • Αλλεργικό οίδημα / αγγειοοίδημα
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Αναφυλακτική αντίδραση
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Αναφυλακτικό σοκ (απειλητικό για τη ζωή)
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Πολύ Σπάνιες
  • Αντίδραση τύπου ορονοσίας
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Συχνότητα μη γνωστή
  • Ανορεξία
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Συχνές
  • Υπεργλυκαιμία
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Όχι συχνές
  • Ψυχοκινητική υπερδιέγερση/ταραχή
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Συχνές
  • Σύγχυση και αποπροσανατολισμός
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Αγχωτικές αντιδράσεις
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Αφύσικα όνειρα
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Κατάθλιψη (δυνητικά με αποκορύφωμα τον αυτοκτονικό ιδεασμό/σκέψεις ή τις απόπειρες αυτοκτονίας και ολοκλήρωση αυτοκτονίας)
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Ψευδαισθήσεις
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Ψυχωτικές αντιδράσεις (δυνητικά με αποκορύφωμα τον αυτοκτονικό ιδεασμό/σκέψεις ή τις απόπειρες αυτοκτονίας και ολοκλήρωση αυτοκτονίας)
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Κεφαλαλγία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνές
  • Ζάλη
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνές
  • Διαταραχές ύπνου
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Διαταραχές γεύσης
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Παραισθησία και δυσαισθησία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Υπαισθησία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Τρόμος
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Σπασμοί (συμπεριλαμβανομένου status epilepticus)
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Ίλιγγος
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Ημικρανία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνότητα μη γνωστή
  • Διαταραγμένος συντονισμός
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνότητα μη γνωστή
  • Διαταραχές βάδισης
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνότητα μη γνωστή
  • Διαταραχές του νεύρου όσφρησης
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνότητα μη γνωστή
  • Ενδοκρανιακή υπέρταση
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνότητα μη γνωστή
  • Περιφερική νευροπάθεια
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνότητα μη γνωστή
  • Οπτικές διαταραχές (π.χ. διπλωπία)
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Συχνές
  • Οπτική χρωματική στρέβλωση
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Εμβοές
    Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
    Όχι συχνές
  • Απώλεια ακοής / Μείωση ακοής
    Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
    Σπάνιες
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιακές διαταραχές
    Συχνές
  • Κοιλιακή αρρυθμία και κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου
    Καρδιακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • ΗΚΓ διάστημα QT παρατεταμένο
    Καρδιακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Αγγειοδιαστολή
    Αγγειακές διαταραχές
    Συχνές
  • Υπόταση
    Αγγειακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Συγκοπή
    Αγγειακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Αγγειίτιδα
    Αγγειακές διαταραχές
    Συχνότητα μη γνωστή
  • Δύσπνοια (συμπεριλαμβανομένης ασθματικής κατάστασης)
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
    Όχι συχνές
  • Ναυτία
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Συχνές
  • Διάρροια
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Συχνές
  • Έμετος
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Όχι συχνές
  • Γαστρεντερικοί και κοιλιακοί πόνοι
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Όχι συχνές
  • Δυσπεψία
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Όχι συχνές
  • Μετεωρισμός
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Όχι συχνές
  • Παγκρεατίτιδα
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Σπάνιες
  • Αύξηση στις τρανσαμινάσες
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Συχνές
  • Αυξημένη χολερυθρίνη
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Όχι συχνές
  • Μείωση της ηπατικής λειτουργίας
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Σπάνιες
  • Χολοστατικός ίκτερος
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Σπάνιες
  • Ηπατίτιδα
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Σπάνιες
  • Νέκρωση του ήπατος (πολύ σπάνια εξελισσόμενη σε απειλητική για τη ζωή ηπατική ανεπάρκεια)
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Πολύ Σπάνιες
  • Εξάνθημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Συχνές
  • Κνησμός
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Συχνές
  • Κνίδωση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Πετέχεια
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Πολύμορφο ερύθημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Οζώδες ερύθημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson (δυνάμει απειλητικό για τη ζωή)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ Σπάνιες
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση (δυνάμει απειλητική για τη ζωή)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ Σπάνιες
  • Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Συχνότητα μη γνωστή
  • Μυοσκελετικός πόνος (π.χ. πόνος των άκρων, ραχιαλγία, θωρακικός πόνος)
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος, του συνδετικού ιστού και των οστών
    Συχνές
  • Αρθραλγία
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος, του συνδετικού ιστού και των οστών
    Όχι συχνές
  • Μυαλγία
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος, του συνδετικού ιστού και των οστών
    Όχι συχνές
  • Αρθρίτιδα
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος, του συνδετικού ιστού και των οστών
    Σπάνιες
  • Αυξημένος μυϊκός τόνος και κράμπες
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος, του συνδετικού ιστού και των οστών
    Σπάνιες
  • Μυϊκή αδυναμία
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος, του συνδετικού ιστού και των οστών
    Σπάνιες
  • Τενοντίτιδα
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος, του συνδετικού ιστού και των οστών
    Σπάνιες
  • Ρήξη τενόντων (κυρίως του Αχίλλειου τένοντα)
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος, του συνδετικού ιστού και των οστών
    Σπάνιες
  • Επιδείνωση των συμπτωμάτων της μυασθένειας gravis
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος, του συνδετικού ιστού και των οστών
    Συχνότητα μη γνωστή
  • Μειωμένη νεφρική λειτουργία
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Συχνές
  • Νεφρική ανεπάρκεια
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Όχι συχνές
  • Αιματουρία
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Σπάνιες
  • Κρυσταλλουρία
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Σπάνιες
  • Διάμεση σωληναριακή νεφρίτιδα
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Συχνότητα μη γνωστή
  • Αδυναμία
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • Πυρετός
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • Οίδημα
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • Εφίδρωση (υπεριδρωσία)
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • Αύξηση στην αλκαλική φωσφατάση αίματος
    Έρευνες
    Συχνές
  • Αυξημένη αμυλάση
    Έρευνες
    Όχι συχνές
  • Διεθνής ομαλοποιημένη σχέση αυξημένη (σε ασθενείς με θεραπεία με ανταγωνιστές βιταμίνης Κ)
    Έρευνες
    Σπάνιες
pregnant_woman
SPC-CIPROFLOXACIN-TEVA

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Αποφεύγεται
    Ως προληπτικό μέτρο, θα πρέπει κατά προτίμηση να αποφεύγεται η χρήση της σιπροφλοξασίνης κατά τη διάρκεια της κύησης. Τα διαθέσιμα δεδομένα κατά τη χορήγηση με σιπροφλοξασίνη από έγκυες γυναίκες δεν δείχνουν δυσπλασική ή εμβρυϊκή/νεογνική τοξικότητα απο την σιπροφλοξασίνη. Οι μελέτες σε ζώα δεν δείχνουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις σε σχέση με την τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα. Σε νεαρά και προ του τοκετού ζώα που εκτέθηκαν σε κινολόνες, παρατηρήθηκαν επιδράσεις στον ανώριμο χόνδρο συνεπώς, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι το φάρμακο θα μπορούσε να προκαλέσει βλάβη στον αρθρικό χόνδρο στον ανώριμο ανθρώπινο οργανισμό/έμβρυο (βλ. παράγραφο 5.3).
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Η σιπροφλοξασίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Λόγω του ενδεχόμενου κινδύνου αρθρικής βλάβης, η σιπροφλοξασίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός δράσης: Η βακτηριοκτόνος δράση του ciprofloxacin προέρχεται από την αναστολή των ενζύμων topoisomerase II (DNA gyrase) και topoisomerase IV, τα οποία είναι απαραίτητα για την αντιγραφή, τη μεταγραφή, την επιδιόρθωση, την επανασύνθεση και την…
monitor_heart
SPC-CIPROFLOXACIN-TEVA

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φθοριοκινολόνες Κωδικός ATC: J01M A02 Μηχανισμός δράσης Ως αντιβακτηριακός παράγοντας φθοροκινολόνης, η βακτηριοκτόνος δράση της σιπροφλοξασίνης προκύπτει από την αναστολή τόσο της τοποϊσομεράσης τύπου II (DNA-γυράση) όσο και…
biotech
SPC-CIPROFLOXACIN-TEVA

Φαρμακοκινητική

expand_more
Απορρόφηση Μετά την από στόματος χορήγηση εφάπαξ δόσεων 250 mg, 500 mg και 750 mg δισκίων σιπροφλοξασίνη, η σιπροφλοξασίνη απορροφάται ταχέως και εκτεταμένα, κυρίως από το λεπτό έντερο, φθάνοντας σε μέγιστες συγκεντρώσεις ορού 1-2 ώρες αργότερα. Εφάπαξ…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Η σιπροφλοξασίνη μεταβολίζεται κυρίως από το CYP1A2. Οι κύριοι μεταβολίτες, οξοξιπροφλοξασίνη και σουλφοξιπροφλοξασίνη, αποτελούν περίπου 3-8% της συνολικής δόσης ο καθένας. Η σιπροφλοξασίνη μετατρέπεται επίσης στους ελάσσονες μεταβολίτες δεσιθελέν…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-CIPROFLOXACIN-TEVA
expand_more

Η δοσολογία καθορίζεται από την ένδειξη, τη σοβαρότητα και το σημείο της λοίμωξης, τη ευαισθησία στη σιπροφλοξασίνη των οργανισμών που προκαλούν τη λοίμωξη, τη νεφρική λειτουργία του ασθενούς και το σωματικό βάρος στα παιδιά και στους εφήβους. Η διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται από τη σοβαρότητα της νόσου και την κλινική και βακτηριολογική πορεία. Η θεραπεία των λοιμώξεων λόγω συγκεκριμένων βακτηρίων (π.χ. Pseudomonas aeruginosa, Acinetobacter, ή Staphylococci) μπορεί να απαιτεί υψηλότερες δόσεις σιπροφλοξασίνης και συγχορήγηση με άλλους κατάλληλους αντιβακτηριακούς παράγοντες. Η θεραπεία κάποιων λοιμώξεων (π.χ. φλεγμονώδης νόσος της πυέλου, ενδοκοιλιακές λοιμώξεις, λοιμώξεις σε ουδετεροπενικούς ασθενείς και λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων) μπορεί να χρειάζεται συγχορήγηση με άλλους κατάλληλους αντιβακτηριακούς παράγοντες ανάλογα με τα εμπλεκόμενα παθογόνα. Ενήλικες Ενδείξεις Ημερήσια δόση σε mg Συνολική διάρκεια της θεραπείας (ενδεχομένως συμπεριλαμβανομένης παρεντερικής έναρξης της θεραπείας με σιπροφλοξασίνη) Λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού 500 mg δύο φορές ημερησίως έως 750 mg δύο φορές ημερησίως 7 έως 14 ημέρες Λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού Οξεία έξαρση χρόνιας ιγμορίτιδας 500 mg δύο φορές ημερησίως έως 750 mg δύο φορές ημερησίως 7 έως 14 ημέρες Χρόνια πυώδης μέση ωτίτιδα 500 mg δύο φορές ημερησίως έως 750 mg δύο φορές ημερησίως 7 έως 14 ημέρες Κακοήθης εξωτερική ωτίτιδα 750 mg δύο φορές ημερησίως 28 ημέρες έως 3 μήνες Λοιμώξεις των ουροφόρων οδών Μη επιπεπλεγμένη κυστίτιδα 250 mg δύο φορές ημερησίως έως 500 mg δύο φορές ημερησίως 3 ημέρες Σε γυναίκες προ- εμμηνόπαυσης μπορεί να χρησιμοποιοηθεί δόση 500mg εφάπαξ Επιπεπλεγμένη κυστίτιδα, Μη επιπεπλεγμένη πυελονεφρίτιδα 500 mg δύο φορές ημερησίως 7 ημέρες Επιπεπλεγμένη πυελονεφρίτιδα 500 mg δύο φορές ημερησίως έως 750 mg δύο φορές ημερησίως τουλάχιστον για 10 ημέρες, ενώ μπορεί να συνεχιστεί για περισσότερο από 21 ημέρες σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις (όπως αποστήματα) Προστατίτιδα 500 mg δύο φορές ημερησίως έως 750 mg δύο φορές ημερησίως 2 έως 4 εβδομάδες (οξεία) έως 4 έως 6 εβδομάδες (χρόνια) Λοιμώξεις των γεννητικών οδών Γοννοκοκική ουριθρίτιδα και τραχηλίτιδα 500 mg ως εφάπαξ δόση 1 ημέρα (εφάπαξ δόση) Επιδιδυμοορχίτιδα και φλεγμονώδεις νόσοι της πυέλου 500 mg δύο φορές ημερησίως έως 750 mg δύο φορές ημερησίως τουλάχιστον για 14 ημέρες Λοιμώξεις του γαστρεντερικού και ενδοκοιλιακές Λοιμώξεις Διάρροια προκαλούμενη από βακτηριακά παθογόνα συμπεριλαμβανομένου του Shigella spp. εκτός από Shigella dysenteria τύπου 1 και εμπειρική θεραπεία της σοβαρής διάρροιας των ταξιδιωτών 500 mg δύο φορές ημερησίως 1 ημέρα Διάρροια προκαλούμενη από Shigella dysenteriae τύπου 1 500 mg δύο φορές ημερησίως 5 ημέρες Διάρροια προκαλούμενη από Vibrio cholerae 500 mg δύο φορές ημερησίως 3 ημέρες Τυφοειδής πυρετός 500 mg δύο φορές ημερησίως 7 ημέρες Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις λόγω Gram αρνητικών βακτηρίων 500 mg δύο φορές ημερησίως έως 750 mg δύο φορές ημερησίως 5 έως 14 ημέρες Λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων 500 mg δύο φορές ημερησίως έως 750 mg δύο φορές ημερησίως 7 έως 14 ημέρες Λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων 500 mg δύο φορές ημερησίως έως 750 mg δύο φορές ημερησίως μεγ. 3 μήνες Θεραπεία λοιμώξεων ή προφύλαξη από λοιμώξεις σε ουδετεροπενικούς ασθενείς H σιπροφλοξασίνη πρέπει να συγχορηγείται με τον κατάλληλο αντιβακτηριακό παράγοντα(ες) σύμφωνα με τις επίσημες οδηγίες. 500 mg δύο φορές ημερησίως έως 750 mg δύο φορές ημερησίως Η θεραπεία πρέπει να συνεχιστεί καθ’ όλη τη διάρκεια της ουδετεροπενίας Προφύλαξη διηθητικών λοιμώξεων λόγω Neisseria meningitidis 500 mg εφάπαξ δόση 1 ημέρα (εφάπαξ δόση) Προφύλαξη μετά από έκθεση και θεραπευτική αγωγή για πνευμονικό άνθρακα για άτομα που είναι ικανά να λάβουν θεραπεία από του στόματος όταν ενδείκνυται κλινικά. Η χορήγηση του φαρμάκου θα πρέπει να αρχίσει το συντομότερο δυνατό μετά την υποψία ή επιβεβαίωση της έκθεσης. 500 mg δύο φορές ημερησίως 60 ημέρες από την επιβεβαιωμένη έκθεση σε Bacillus anthracis Παιδιά και έφηβοι Ενδείξεις Ημερήσια δόση σε mg Συνολική διάρκεια της θεραπείας (ενδεχομένως συμπεριλαμβανομένης παρεντερικής έναρξης της θεραπείας με σιπροφλοξασίνη) Κυστική ίνωση 20 mg/kg βάρους σώματος δυο φορές ημερησίως με μέγιστο τα 750 mg ανά δόση. 10 έως 14 ημέρες Επιπεπλεγμένες λοιμώξεις των ουροφόρων οδών και πυελονεφρίτιδα 10 mg/kg βάρους σώματος δύο φορές ημερησίως έως 20 mg/kg βάρους σώματος δυο φορές ημερησίως με μέγιστο τα 750 mg ανά δόση. 10 έως 21 ημέρες Προφύλαξη μετά από έκθεση και θεραπευτική αγωγή για πνευμονικό άνθρακα σε άτομα που είναι ικανά να λάβουν θεραπεία από του στόματος όταν ενδείκνυται κλινικά. Η χορήγηση του φαρμάκου θα πρέπει να αρχίσει το συντομότερο δυνατό μετά την υποψία ή επιβεβαίωση της έκθεσης. 10 mg/kg βάρους σώματος δύο φορές ημερησίως έως 15 mg/kg βάρους σώματος δυο φορές ημερησίως με μέγιστο τα 500 mg ανά δόση. 60 ημέρες από την επιβεβαιωμένη έκθεση σε Bacillus anthracis Άλλες σοβαρές λοιμώξεις 20mg/kg βάρους σώματος δυο φορές ημερησίως με μέγιστο τα 750mg ανα δόση Σύμφωνα με τον τύπο των λοιμώξεων Γηριατρικοί ασθενείς Οι γηριατρικοί ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν μια δόση επιλεγμένη ανάλογα με τη σοβαρότητα της λοίμωξης και την κάθαρση κρεατινίνης του ασθενή. Νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια Συνιστώμενες δόσεις έναρξης και διατήρησης για ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία: Κάθαρση κρεατινίνης [ml/min/1,73m²] Κρεατινίνη ορού [µmol/l] Από στόματος δόση [mg]

60 < 124 Βλ. Συνήθης δοσολογία. 30-60 124 έως 168 250-500 mg κάθε 12 h < 30 > 169 250-500 mg κάθε 24 h Ασθενείς υπό αιμοδιάλυση > 169 250-500 mg κάθε 24 h (μετά την αιμοδιάλυση) Ασθενείς υπό περιτοναϊκή κάθαρση > 169 250-500 mg κάθε 24 h Σε ασθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργία δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Η δοσολογία σε παιδιά με μειωμένη νεφρική και/ή ηπατική λειτουργία δεν έχει μελετηθεί. Μέθοδος χορήγησης Τα δισκία πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα μαζί με υγρό. Μπορούν να λαμβάνονται ανεξάρτητα απο τα γεύματα. Εάν λαμβάνονται με άδειο στομάχι, η δραστική ουσία απορροφάται ταχύτερα. Τα δισκία σιπροφλοξασίνης δεν πρέπει να λαμβάνονται μαζί με γαλακτοκομικά προϊόντα (π.χ. γάλα, γιαούρτι) ή χυμό φρούτων ενισχυμένο με μέταλλα (π.χ. χυμό πορτοκάλι ενισχυμένο με ασβέστιο) (βλ. παράγραφο 4.5). Σε σοβαρές περιπτώσεις ή εάν ο ασθενής δεν είναι δυνατό να λάβει τα δισκία (π.χ. ασθενείς σε εντερική σίτιση), συνιστάται η έναρξη θεραπείας με ενδοφλέβια σιπροφλοξασίνη μέχρι να είναι εφικτή η μετάβαση σε απο του στόματος χορήγηση.

block

Αντενδείξεις

SPC-CIPROFLOXACIN-TEVA
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, σε άλλες κινολόνες, ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1).
  • Συγχορήγηση σιπροφλοξασίνης και τιζανιδίνης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-CIPROFLOXACIN-TEVA
expand_more

Σοβαρές λοιμώξεις και μικτές λοιμώξεις με Gram θετικά και αναερόβια παθογόνα H σιπροφλοξασίνη ως μονοθεραπεία δεν είναι κατάλληλη για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων και λοιμώξεων οι οποίες μπορεί να οφείλονται σε Gram θετικά ή αναερόβια παθογόνα. Σε τέτοιες λοιμώξεις, η σιπροφλοξασίνη πρέπει να συγχορηγείται με άλλους κατάλληλους αντιβακτηριακούς παράγοντες.

Λοιμώξεις απο στρεπτόκοκκο (συμπεριλαμβανομένου Streptococcus pneumoniae) H σιπροφλοξασίνη δεν συνιστάται για τη θεραπεία λοιμώξεων από στρεπτόκοκο, λόγω της μη επαρκούς αποτελεσματικότητάς της.

Λοιμώξεις των γεννητικών οδών Επιδιδυμοορχίτιδα και φλεγμονώδεις νόσοι της πυέλου μπορεί να προκληθούν από ανθεκτικό στις φθοροκινολόνες Neisseria gonorrhoeae. Η σιπροφλοξασίνη πρέπει να συγχορηγείται με άλλο κατάλληλο αντιβακτηριακό παράγοντα, εκτός εάν η ανθεκτικότητα του Neisseria gonorrhoeae στη σιπροφλοξασίνη μπορεί να αποκλειστεί. Εάν δεν επιτευχθεί κλινική βελτίωση εντός 3 ημερών θεραπείας, η θεραπεία πρέπει να επανεξεταστεί.

Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για την αποτελεσματικότητα της σιπροφλοξασίνης σε θεραπεία μετεγχειρητικών ενδοκοιλιακών λοιμώξεων.

Διάρροια των ταξιδιωτών Στην επιλογή της σιπροφλοξασίνης θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν πληροφορίες ανθεκτικότητας στη σιπροφλοξασίνη στα ανάλογα παθογόνα των χωρών που έχει γίνει επίσκεψη.

Λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων Η σιπροφλοξασίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλους αντιμικροβιακούς παράγοντες ανάλογα με τα αποτελέσματα της μικροβιολογικής τεκμηρίωσης.

Εισπνοή ενεργού άνθρακα Η χρήση σε ανθρώπους βασίζεται σε in vitro δεδομένα ευαισθησίας και σε δεδομένα δοκιμών σε ζώα μαζί με περιορισμένα δεδομένα για ανθρώπους. Οι θεράποντες ιατροί θα πρέπει να αναφέρονται σε εθνικά και / ή διεθνή έγγραφα σχετικά με τη θεραπεία του ενεργού άνθρακα.

Παιδιά και έφηβοι H χρήση της σιπροφλοξασίνης στα παιδιά και στους εφήβους πρέπει να ακολουθεί τις διαθέσιμες επίσημες οδηγίες. Η θεραπεία με σιπροφλοξασίνη θα πρέπει να ξεκινάει μόνο από γιατρούς που έχουν εμπειρία στη θεραπεία της κυστικής ίνωσης και /ή στις σοβαρές λοιμώξεις σε παιδιά και εφήβους. Η σιπροφλοξασίνη έχει καταδειχθεί ότι προκαλεί αρθροπάθεια στις φέρουσες το βάρος του σώματος αρθρώσεις ανώριμων ζώων. Τα δεδομένα ασφάλειας από μια τυχαιοποιημένη διπλή-τυφλή μελέτη για τη χρήση της σιπροφλοξασίνης σε παιδιά (σιπροφλοξασίνη: n=335, μέση ηλικία = 6,3 έτη, συγκριτές: n=349, μέση ηλικία = 6,2 έτη, ηλικιακό εύρος = 1 έως 17 έτη) αποκάλυψαν επίπτωση υποπτευόμενης αρθροπάθειας σχετιζόμενης με το φάρμακο (διακρινόμενη από σχετιζόμενα με τις αρθρώσεις κλινικά σημεία και συμπτώματα) από την Ημέρα +42 της τάξης του 7,2% και 4,6%. Αντίστοιχα, η επίπτωση της σχετιζόμενης με το φάρμακο αρθροπάθειας κατά την παρακολούθηση στο 1 έτος ήταν 9,0% και 5,7%. Η αύξηση των υποπτευόμενων σχετιζόμενων με το φάρμακο περιπτώσεων αρθροπάθειας με το χρόνο δεν ήταν στατιστικά σημαντική μεταξύ των ομάδων. Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση οφέλους-κινδύνου, λόγω των ενδεχόμενων ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με τις αρθρώσεις ή/και τον περιβάλλοντα ιστό.

Βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις στην κυστική ίνωση Οι κλινικές δοκιμές συμπεριέλαβαν παιδιά και εφήβους ηλικίας 5-17 ετών. Η εμπειρία από τη θεραπεία παιδιών ηλικίας μεταξύ 1 και 5 ετών είναι πιο περιορισμένη.

Επιπεπλεγμένες λοιμώξεις των ουροφόρων οδών και πυελονεφρίτιδα Η θεραπεία λοιμώξεων των ουροφόρων οδών με σιπροφλοξασίνη πρέπει να εξετάζεται, όταν δεν είναι δυνατή η χρήση άλλων θεραπειών, και πρέπει να βασίζεται στα αποτελέσματα της μικροβιολογικής τεκμηρίωσης. Οι κλινικές δοκιμές συμπεριέλαβαν παιδιά και εφήβους ηλικίας 1-17 ετών.

Άλλες ειδικές σοβαρές λοιμώξεις Άλλες σοβαρές λοιμώξεις σύμφωνα με τις επίσημες οδηγίες, ή μετά από προσεκτική αξιολόγηση οφέλους-κινδύνου όταν δεν είναι δυνατή η χρήση άλλων θεραπειών, ή μετά από αποτυχία της συμβατικής θεραπείας και όταν η μικροβιολογική τεκμηρίωση μπορεί να δικαιολογήσει τη χρήση της σιπροφλοξασίνης. Η χρήση της σιπροφλοξασίνης για ειδικές σοβαρές λοιμώξεις εκτός από αυτές που αναφέρονται παραπάνω δεν έχει αξιολογηθεί σε κλινικές δοκιμές και η κλινική εμπειρία είναι περιορισμένη. Συνεπώς, συνιστάται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών με τις συγκεκριμένες λοιμώξεις.

Υπερευαισθησία Υπερευαισθησία και αλλεργικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων της αναφύλαξιας και αναφυλακτοειδών αντιδράσεων, μπορεί να εμφανιστούν μετά από μονήρη δόση (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες) και μπορεί να είναι επικίνδυνες για τη ζωή. Σε περίπτωση εμφάνισης τέτοιας αντίδρασης, η σιπροφλοξασίνη θα πρέπει να διακόπτεται και μια επαρκής ιατρική θεραπεία απαιτείται.

Μυοσκελετικό σύστημα Η σιπροφλοξασίνη δεν πρέπει γενικά να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με ιστορικό νόσου/διαταραχής των τενόντων σχετιζόμενης με θεραπεία με κινολόνη. Εντούτοις, σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, μετά από μικροβιολογική τεκμηρίωση των υπεύθυνων οργανισμών και αξιολόγηση της ισορροπίας οφέλους-κινδύνου, η σιπροφλοξασίνη μπορεί να συνταγογραφηθεί στους συγκεκριμένους ασθενείς για τη θεραπεία ορισμένων σοβαρών λοιμώξεων, ειδικά σε περίπτωση αποτυχίας της τυπικής θεραπείας ή βακτηριακής αντίστασης, όταν τα μικροβιολογικά δεδομένα δικαιολογούν τη χρήση σιπροφλοξασίνης. Τενοντίτιδα και ρήξη τενόντων (ειδικά του Αχίλλειου τένοντα), ορισμένες φορές αμφοτερόπλευρη, μπορεί να συμβεί με την σιπροφλοξασίνη, ακόμη και εντός 48 ωρών από την έναρξη της θεραπείας. Φλεγμονή και ρήξεις του τένοντα μπορεί να συμβούν ακόμα και σε διάστημα αρκετών μηνών μετά τη διακοπή της θεραπείας με σιπροφλοξασίνη. Ο κίνδυνος τενοντοπάθειας μπορεί να είναι αυξημένος σε ηλικιωμένους ασθενείς ή σε ασθενείς στους οποίους συγχορηγούνται κορτικοστεροειδή (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Στην εμφάνιση οποιουδήποτε σημείου τενοντίτιδας (π.χ. οδυνηρό οίδημα, φλεγμονή), η θεραπεία με σιπροφλοξασίνη πρέπει να διακόπτεται. Απαιτείται μέριμνα για την ανάπαυση του μέλους που έχει επηρεαστεί. Η σιπροφλοξασίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μυασθένεια gravis (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Φωτοευαισθησία Η σιπροφλοξασίνη έχει καταδειχθεί ότι προκαλεί αντιδράσεις φωτοευαισθησίας. Ασθενείς που λαμβάνουν σιπροφλοξασίνη πρέπει να αποφεύγουν την άμεση έκθεση σε παρατεταμένη ηλιακή ή υπεριώδη ακτινοβολία κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Κεντρικό νευρικό σύστημα Η σιπροφλοξασίνη όπως και άλλες κινολόνες είναι γνωστό ότι προκαλούν σπασμούς ή ελαττώνουν την ουδό σπασμών. Περιπτώσεις επιληπτικής κατάστασης (status epilepticus) έχουν αναφερθεί. Η σιπροφλοξασίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με διαταραχές του ΚΝΣ, οι οποίοι μπορεί να έχουν προδιάθεση σε σπασμούς. Σε περίπτωση εμφάνισης σπασμών, η σιπροφλοξασίνη πρέπει να διακοπεί (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Ψυχιατρικές αντιδράσεις μπορεί να εμφανιστούν ακόμα και μετά την πρώτη χορήγηση της σιπροφλοξασίνης. Σε σπάνιες περιπτώσεις, κατάθλιψη ή ψύχωση μπορεί να εξελιχθούν σε αυτοκτονικό ιδεασμό/σκέψεις με αποκορύφωμα την απόπειρα αυτοκτονίας ή ολοκλήρωση αυτοκτονίας. Στην εμφάνιση τέτοιων περιπτώσεων, η σιπροφλοξασίνη πρέπει να διακοπεί. Σε ασθενείς που λάμβαναν σιπροφλοξασίνη έχουν αναφερθεί περιπτώσεις πολυνευροπάθειας (με βάση νευρολογικά συμπτώματα όπως πόνος, αίσθημα καύσου, αισθητήριες διαταραχές ή μυϊκή αδυναμία, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό). Η σιπροφλοξασίνη πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς που εμφανίζουν συμπτώματα νευροπάθειας, όπως πόνος, αίσθημα καύσου, μυρμηκίαση, μούδιασμα ή/και αδυναμία, για να αποτραπεί η ανάπτυξη μη αναστρέψιμης κατάστασης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Καρδιακές διαταραχές Πρέπει να δίδεται προσοχή όταν χρησιμοποιούνται φθοριοκινολόνες, συμπεριλαμβανομένης της σιπροφλοξασίνης, σε ασθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για παράταση του διαστήματος QT όπως για παράδειγμα:

  • συγγενές σύνδρομο μακρού διαστήματος QT
  • ταυτόχρονη χρήση φαρμάκων που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT (π.χ. αντιαρρυθμικά τάξης ΙΑ και ΙΙΙ, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, μακρολίδια, αντιψυχωσικά)
  • μη διορθωμένες ηλεκτρολυτικές διαταραχές (π.χ. υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία)
  • καρδιοπάθεια (π.χ. καρδιακή ανεπάρκεια, έμφραγμα του μυοκαρδίου, βραδυκαρδία) Οι ηλικιωμένοι ασθενείς και οι γυναίκες ενδέχεται να είναι πιο ευαίσθητοι στις αγωγές που παρατείνουν το διάστημα QT. Ως εκ τούτου πρέπει να λαμβάνεται προσοχή κατά τη χρήση φθοριοκινολονών, συμπεριλαμβανομένης και της σιπροφλοξασίνης, σε αυτούς τους πληθυσμούς. (Βλέπε Δοσολογία Ηλικιωμένοι, Αλληλεπιδράσεις, Ανεπιθύμητες ενέργειες, Υπερδοσολογία).

Γαστρεντερικό σύστημα Η εμφάνιση σοβαρής και επίμονης διάρροιας κατά τη διάρκεια ή μετά τη θεραπεία (συμπεριλαμβανομένων αρκετών εβδομάδων μετά τη θεραπεία), μπορεί να είναι ενδεικτικό κολίτιδας σχετιζόμενης με αντιβιοτικά (απειλητική για τη ζωή με ενδεχόμενη θανατηφόρα έκβαση), η οποία απαιτεί άμεση θεραπεία (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Σε τέτοιες περιπτώσεις, η σιπροφλοξασίνη πρέπει να διακοπεί και να ξεκινήσει η κατάλληλη θεραπεία. Αντιπερισταλτικά φάρμακα αντενδείκνυνται σε αυτήν την περίπτωση.

Νεφρικό και ουροποιητικό σύστημα Έχει αναφερθεί κρυσταλλουρία σχετιζόμενη με τη χρήση της σιπροφλοξασίνης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Ασθενείς που λαμβάνουν σιπροφλοξασίνη πρέπει να ενυδατώνονται καλά και να αποφεύγεται η υπερβολική αλκαλικότητα των ούρων.

Εξασθενημένη νεφρική λειτουργία Δεδομένου ότι η σιπροφλαξασίνη αποβάλλεται σε μεγάλο βαθμό δια της νεφρικής οδού, χρειάζεται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με εξασθενημένη νεφρική λειτουργία όπως περιγράφεται στην παράγραφο 4.2 προς αποφυγήν αυξημένων αντιδράσεων ένεκα της συσσώρευσης της σιπροφλοξασίνης.

Ηπατοχολικό σύστημα Περιπτώσεις ηπατικής νέκρωσης και απειλητική για τη ζωή ηπατική ανεπάρκεια έχουν αναφερθεί με τη σιπροφλοξασίνη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Σε περίπτωση οποιωνδήποτε σημείων και συμπτωμάτων ηπατικής νόσου (όπως ανορεξία, ίκτερος, σκουρόχρωμα ούρα, κνησμός ή ευαισθησία στην κοιλιακή χώρα), η θεραπεία πρέπει να διακοπεί.

Έλλειψη γλυκόζης-6-φωσφορικής δεϋδρογενάσης Έχουν αναφερθεί αιμολυτικές αντιδράσεις με τη σιπροφλοξασίνη σε ασθενείς με έλλειψη γλυκόζη -6- φωσφορικής δεϋδρογενάσης. Η σιπροφλοξασίνη θα πρέπει να αποφεύγεται σε αυτούς τους ασθενείς εκτός εάν το πιθανό όφελος εκτιμάται να υπερτερεί του πιθανού κινδύνου. Σε αυτή την περίπτωση, πρέπει να παρακολουθείται το ενδεχόμενο εμφάνισης αιμόλυσης.

Αντίσταση Κατά τη διάρκεια ή σε συνέχεια μιας θεραπείας με σιπροφλοξασίνη τα βακτήρια που παρουσιάζουν αντίσταση στη σιπροφλοξασίνη μπορεί να απομονωθούν, με ή χωρίς μια κλινικά φαινομενική υπερλοίμωξη. Μπορεί να υπάρξει ιδιαίτερος κίνδυνος στην επιλογή βακτηρίων με αντοχή στη σιπροφλοξασίνη κατά τη διάρκεια παρατεταμένης διάρκειας θεραπείας και όταν θεραπεύονται νοσοκομειακές λοιμώξεις και /ή λοιμώξεις προκαλούμενες από είδη Staphylococcus και Pseudomonas.

Κυτόχρωμα P450 Η σιπροφλοξασίνη αναστέλλει το CYP1A2 και συνεπώς μπορεί να προκαλέσει αυξημένη συγκέντρωση ορού των συγχορηγούμενων ουσιών που μεταβολίζονται από αυτό το ένζυμο (π.χ. θεοφυλλίνη, κλοζαπίνη, ολανζαπίνη, ροπινιρόλη, τιζανιδίνη, ντουλοξετίνη). Η συγχορήγηση της σιπροφλοξασίνης και της τιζανιδίνης αντενδείκνυται. Συνεπώς, ασθενείς που λαμβάνουν αυτές τις ουσίες ταυτόχρονα με τη σιπροφλοξασίνη πρέπει να παρακολουθούνται στενά για κλινικά σημεία υπερδοσολογίας, και μπορεί να απαιτείται προσδιορισμός των συγκεντρώσεων ορού (π.χ. της θεοφυλλίνης) (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Μεθοτρεξάτη Η ταυτόχρονη χρήση της σιπροφλοξασίνης με μεθοτρεξάτη δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Αλληλεπίδραση με δοκιμές Η in-vitro δράση της σιπροφλοξασίνης έναντι του Mycobacterium tuberculosis μπορεί να δώσει λανθασμένα αρνητικά αποτελέσματα βακτηριολογικών δοκιμών σε δείγματα απο ασθενείς που λαμβάνουν συγχρόνως σιπροφλοξασίνη.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-CIPROFLOXACIN-TEVA
expand_more
Επιδράσεις άλλων προϊόντων στη σιπροφλοξασίνη: Φάρμακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT Η σιπροφλοξασίνη, όπως άλλες φθοριοκινολόνες, πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT (π.χ. αντιαρρυθμικά τάξης ΙΑ και ΙΙΙ, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, μακρολίδια, αντιψυχωσικά) (βλέπε παράγραφο 4.4). Δημιουργία χηλικής ένωσης Η συγχορήγηση της σιπροφλοξασίνης (από του στόματος) με φάρμακα που περιέχουν πολυσθενή κατιόντα και συμπληρώματα μετάλλων (π.χ. ασβέστιο, μαγνήσιο, αργίλιο, σίδηρος), πολυμερείς φωσφορικούς δεσμευτές (π.χ. σεβελαμέρη), σουκραλφάτη ή αντιόξινα, και υψηλού βαθμού βραδείας απελευθέρωσης φάρμακα (π.χ. δισκία διδανοσίνης) που περιέχουν μαγνήσιο, αργίλιο ή ασβέστιο, μειώνει την απορρόφηση της σιπροφλοξασίνης. Συνεπώς, η σιπροφλοξασίνη πρέπει να χορηγείται είτε 1-2 ώρες πριν ή τουλάχιστον 4 ώρες μετά από αυτά τα σκευάσματα. Ο περιορισμός δεν εφαρμόζεται σε αντιόξινα που ανήκουν στην τάξη των αποκλειστών H2 υποδοχέων. Τροφές και γαλακτοκομικά προϊόντα Το διατροφικό ασβέστιο ως μέρος ενός γεύματος δεν επηρεάζει σημαντικά την απορρόφηση. Ωστόσο, η ταυτόχρονη λήψη μόνο γαλακτοκομικών προϊόντων ή ποτών ενισχυμένων με μέταλλα (π.χ. γάλα, γιαούρτι, χυμός πορτοκάλι ενισχυμένος με ασβέστιο) με τη σιπροφλοξασίνη πρέπει να αποφεύγεται διότι η απορρόφηση της σιπροφλοξασίνης μπορεί να μειωθεί. Προβενεσίδη Η προβενεσίδη παρεμβάλλεται στη νεφρική απέκκριση της σιπροφλοξασίνης. Η συγχορήγηση της προβενεσίδης και της σιπροφλοξασίνης αυξάνει τις συγκεντρώσεις ορού της σιπροφλοξασίνη. Μετοκλοπραμίδη Η μετοκλοπραμίδη επιταχύνει την απορρόφηση της σιπροφλοξασίνης (από το στόμα) με αποτέλεσμα μικρότερο χρονικό διάστημα για την επίτευξη μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα. Δεν έχει παρατηρηθεί επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα της σιπροφλοξασίνης. Ομεπραζόλη Ταυτόχρονη χορήγηση σιπροφλοξασίνης και φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν ομεπραζόλη έχει ως αποτέλεσμα την ελαφριά ελάττωση των C max και AUC της σιπροφλοξασίνης. Δράσεις της σιπροφλοξασίνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα: Τιζανιδίνη H τιζανιδίνη δεν πρέπει να συγχορηγείται με σιπροφλοξασίνη (βλ. παράγραφο 4.3). Μεθοτρεξάτη Η νεφρική σωληναριακή μεταφορά της μεθοτρεξάτης μπορεί να ανασταλεί από τη συγχορήγηση με σιπροφλοξασίνη, ενδεχομένως οδηγώντας σε αυξημένα επίπεδα της μεθοτρεξάτης στο πλάσμα και στην αύξηση κινδύνου τοξικών αντιδράσεων συσχετιζόμενων με τη μεθοτρεξάτη. Η συγχορήγηση δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.4). Θεοφυλλίνη Η συγχορήγηση της σιπροφλοξασίνης και της θεοφυλλίνης μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητη αύξηση στη συγκέντρωση ορού της θεοφυλλίνης. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ανεπιθύμητες ενέργειες επαγόμενες από τη θεοφυλλίνη που σπάνια μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή ή θανατηφόρες. Κατά τη διάρκεια του συνδυασμού, πρέπει να ελέγχεται η συγκέντρωση ορού της θεοφυλλίνης και η δόση της θεοφυλλίνης να μειώνεται όταν είναι απαραίτητο (βλ. παράγραφο 4.4). Άλλα παράγωγα ξανθίνης Με τη συγχορήγηση της σιπροφλοξασίνης και καφεΐνης ή πεντοξιφυλλίνης (οξπεντιφυλλίνης), αναφέρθηκαν αυξημένες συγκεντρώσεις ορού αυτών των παραγώγων ξανθίνης. Φαινυτοΐνη Ταυτόχρονη χορήγηση σιπροφλοξασίνης και φαινυτοΐνης μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένα ή μειωμένα επίπεδα φαινυτοΐνης στον ορό, ώστε να συνιστάται η παρακολούθηση των επιπέδων του φαρμάκου. Κυκλοσπορίνη Έχει παρατηρηθεί παροδική αύξηση της συγκέντρωσης της κρεατινίνης στον ορό κατά την ταυτόχρονη χορήγηση της σιπροφλοξασίνης με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν κυκλοσπορίνη. Συνεπώς είναι ανάγκη να ελέγχεται συχνά (δύο φορές την εβδομάδα) η συγκέντρωση της κρεατινίνης στον ορό σε αυτούς τους ασθενείς. Ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ Η ταυτόχρονη χορήγηση της σιπροφλοξασίνης με ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ μπορεί να αυξήσει τις αντιπηκτικές ιδιότητες. Ο κίνδυνος μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με την υποκείμενη νόσο, την ηλικία και τη γενική κατάσταση του ασθενούς ώστε η συμβολή της σιπροφλοξασίνης στην αύξηση του INR (international normalized ratio) να είναι δύσκολο να προσεγγιστεί. Το INR πρέπει να παρακολουθείται συχνά κατά τη διάρκεια και σύντομα μετά τη συγχορήγηση της σιπροφλοξασίνης με έναν ανταγωνιστή της βιταμίνης Κ (π.χ. βαρφαρίνη, ασενοκουμαρόλη, φαινπροκουμόνη ή φλουϊνδιόνη). Γλιβενκλαμίδη Σε ειδικές περιπτώσεις συγχορήγηση σιπροφλοξασίνης με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν γλιβενκλαμίδη είναι δυνατό να εντείνει τη δράση της γλιβενκλαμίδης (υπογλυκαιμία). Ντουλοξετίνη Σε κλινικές μελέτες καταδείχθηκε ότι η συγχορήγηση ντουλοξετίνης με δυνατούς αναστολείς του ισοενζύμου CYP450 1A2 όπως η φλουβοξαμίνη, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των C max και AUC της ντουλοξετίνης. Αν και δεν υπάρχουν κλινικά στοιχεία για μια πιθανή αλληλεπίδραση με την σιπροφλοξασίνη, παρόμοια δράση αναμένεται με τη συγχορήγηση (βλ παράγραφο 4.4). Ροπινιρόλη Σε μια κλινική μελέτη καταδείχθηκε ότι η συγχορήγηση της ροπινιρόλης με σιπροφλοξασίνη, η οποία είναι ένας μέτριος αναστολέας του ισοενζύμου CYP450 1A2, έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της C max και AUC της ροπινιρόλης κατά 60% και 84%, αντίστοιχα. Συνιστάται η παρακολούθηση της ροπινιρόλης σε σχέση με τις ανεπιθύμητες ενέργειες και η κατάλληλη προσαρμογή της δόσης, κατά τη διάρκεια και σύντομα μετά τη συγχορήγηση με σιπροφλοξασίνη (βλ. παράγραφο 4.4). Λιδοκαΐνη Καταδείχθηκε σε υγιή άτομα ότι η ταυτόχρονη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν λιδοκαΐνη με σιπροφλοξασίνη, η οποία είναι ένας μέτριος αναστολέας του ισοενζύμου CYP450 1A2, ελαττώνει την κάθαρση της ενδοφλέβιας λιδοκαΐνης κατά 22%. Αν και η θεραπεία με λιδοκαΐνη ήταν καλά ανεκτή, είναι δυνατό να συμβεί με τη συγχορήγηση μια πιθανή αλληλεπίδραση σχετιζόμενη με τη σιπροφλοξασίνη. Κλοζαπίνη Μετά από τη συγχορήγηση 250 mg σιπροφλοξασίνη με κλοζαπίνη για 7 ημέρες, οι συγκεντρώσεις ορού της κλοζαπίνης και της N-δεσμεθυλκλοζαπίνης αυξήθηκαν κατά 29% και 31%, αντίστοιχα. Συνιστάται κλινική παρακολούθηση και κατάλληλη ρύθμιση της δοσολογίας της κλοζαπίνης κατά τη διάρκεια και σύντομα μετά τη συγχορήγηση της θεραπείας με σιπροφλοξασίνη (βλ. παράγραφο 4.4). Σιλδεναφίλη Οι Cmax και AUC της σιλδεναφίλης αυξήθηκαν κατά δύο φορές σε υγιή άτομα μετά από μία από του στόματος δόση 50 mg όταν δόθηκε ταυτόχρονα με 500 mg σιπροφλοξασίνης. Συνεπώς χρειάζεται προσοχή η ταυτόχρονη συνταγογράφηση σιπροφλοξασίνης με σιλδεναφίλη, λαμβάνοντας υπόψη τους κινδύνους και τα οφέλη.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-CIPROFLOXACIN-TEVA
expand_more

Οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (AΕ) είναι ναυτία και διάρροια. Παρακάτω παρατίθενται ανεπιθύμητες ενέργειες από κλινικές μελέτες και από την παρακολούθηση μετά την κυκλοφορία της σιπροφλοξασίνης (από του στόματος, ενδοφλέβια, και διαδοχική θεραπεία) ταξινομημένες ανά κατηγορίες συχνότητας. Η ανάλυση συχνότητας έχει γίνει λαμβάνοντας υπόψη απο κοινού τόσο την από του στόματος όσο και την ενδοφλέβια χορήγηση της σιπροφλοξασίνης. Κατηγορία οργάνου συστήματος Συχνές ≥1/100 έως <1/10 Όχι συχνές ≥1/1000 έως < Σπάνιες ≥1/10000 έως < 1/1000 Πολύ Σπάνιες < 1/10000 Συχνότητα μη γνωστή (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Μυκητιασικές επιλοιμώξεις Κολίτιδα σχετιζόμενη με αντιβιοτικά (πολύ σπάνια με πιθανή θανατηφόρα έκβαση) (βλ. παράγραφο 4.4) Διαταραχές του αιμοποιητικού Ηωσινοφιλία Λευκοπενία Αναιμία Ουδετεροπενία Αιμολυτική αναιμία Ακοκκιοκυττά- ρωση Πανκυτταροπε- νία (απειλητική για τη ζωή) Καταστολή του μυελού των οστών (απειλητική για τη ζωή) και του λεμφικού συστήματος Λευκοκυττάρωσ η Θρομβοπενία Θρομβοκυτταραι -μία Διαταραχές του ανοσοποιητικο ύ συστήματος Αλλεργική αντίδραση Αλλεργικό οίδημα / αγγειοοίδημα Αναφυλακτική αντίδραση Αναφυλακτικό σοκ (απειλητικό για τη ζωή) (βλ. παράγραφο 4.4 ) Αντίδραση τύπου ορονοσίας Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Ανορεξία Υπεργλυκαιμία Ψυχιατρικές διαταραχές Ψυχοκινητική υπερδιέγερση/ ταραχή Σύγχυση και αποπροσανατο- λισμός Αγχωτικές αντιδράσεις Αφύσικα όνειρα Κατάθλιψη (δυνητικά με αποκορύφωμα τον αυτοκτονικό ιδεασμό/σκέψεις ή τις απόπειρες αυτοκτονίας και ολοκλήρωση αυτοκτονίας) (βλ παράγραφο 4.4) Ψευδαισθήσεις Ψυχωτικές αντιδράσεις (δυνητικά με αποκορύφωμα τον αυτοκτονικό ιδεασμό/σκέψει ς ή τις απόπειρες αυτοκτονίας και ολοκλήρωση αυτοκτονίας) (βλ παράγραφο 4.4) Διαταραχές του νευρικού συστήματος Κεφαλαλγία Ζάλη Διαταραχές ύπνου Διαταραχές γεύσης Παραισθησία και δυσαισθησία Υπαισθησία Τρόμος Σπασμοί (συμπεριλαμβα- νομένου status epilepticus βλ. παράγραφο 4.4) Ίλιγγος Ημικρανία Διαταραγμένος συντονισμός Διαταραχές βάδισης Διαταραχές του νεύρου όσφρησης Ενδοκρανιακή υπέρταση Περιφερική νευροπάθεια (βλ. παράγραφο 4.4 ) Οφθαλμικές διαταραχές Οπτικές διαταραχές (π.χ. διπλωπία) Οπτική χρωματική στρέβλωση Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου Εμβοές Απώλεια ακοής / Μείωση ακοής Καρδιακές διαταραχές Ταχυκαρδία Κοιλιακή αρρυθμία και κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (έχουν αναφερθεί κυρίως σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για παράταση του διαστήματος QT), ΗΚΓ διάστημα QT παρατεταμένο (βλέπε παράγραφο 4.4 και 4.9) Αγγειακές διαταραχές Αγγειοδιαστολή Υπόταση Συγκοπή Αγγειίτιδα Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου Δύσπνοια (συμπεριλαμβαν ο-μένης ασθματικής κατάστασης) Διαταραχές του γαστρεντερικο ύ Ναυτία Διάρροι α Έμετος Γαστρεντερικ οί και κοιλιακοί πόνοι Δυσπεψία Μετεωρισμός Παγκρεατίτιδα Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Αύξηση στις τρανσαμινάσε ς Αυξημένη χολερυθρίνη Μείωση της ηπατικής λειτουργίας Χολοστατικός ίκτερος Ηπατίτιδα Νέκρωση του ήπατος (πολύ σπάνια εξελισσόμενη σε απειλητική για τη ζωή ηπατική ανεπάρκεια) (βλ. παράγραφο 4.4) Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Εξάνθημα Κνησμός Κνίδωση Αντιδράσεις φωτοευαισθησία ς (βλ. παράγραφο 4.4 ) Πετέχεια Πολύμορφο ερύθημα Οζώδες ερύθημα Σύνδρομο Stevens- Johnson (δυνάμει απειλητικό για τη ζωή) Τοξική επιδερμική νεκρόλυση (δυνάμει απειλητική για τη ζωή) Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος, του συνδετικού ιστού και των οστών Μυοσκελετικ ός πόνος (π.χ. πόνος των άκρων, ραχιαλγία, θωρακικός πόνος) Αρθραλγία Μυαλγία Αρθρίτιδα Αυξημένος μυϊκός τόνος και κράμπες Μυϊκή αδυναμία Τενοντίτιδα Ρήξη τενόντων (κυρίως του Αχίλλειου τένοντα) (βλ. παράγραφο 4.4 ) Επιδείνωση των συμπτωμάτων της μυασθένειας gravis (βλ. παράγραφο 4.4 ) Διαταραχές των νεφρών Μειωμένη νεφρική λειτουργία Νεφρική ανεπάρκεια Αιματουρία Κρυσταλλουρία (βλ. παράγραφο 4.4 ) Διάμεση σωληναριακή νεφρίτιδα και των ουροφόρων οδών Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Αδυναμία Πυρετός Οίδημα Εφίδρωση (υπεριδρωσία) Έρευνες Αύξηση στην αλκαλική φωσφατάση αίματος Αυξημένη αμυλάση Διεθνής ομαλοποιημέν η σχέση αυξημένη (σε ασθενείς με θεραπεία με ανταγωνιστές βιταμίνης Κ)

Παιδιατρικοί ασθενείς Η προαναφερόμενη επίπτωση αρθροπάθειας αφορά δεδομένα που συλλέχθηκαν σε μελέτες με ενηλίκους. Στα παιδιά, αρθροπάθεια αναφέρεται ότι εμφανίζεται συχνά (βλ. παράγραφο 4.4).

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-CIPROFLOXACIN-TEVA
expand_more

Κύηση

Τα διαθέσιμα δεδομένα κατά τη χορήγηση με σιπροφλοξασίνη από έγκυες γυναίκες δεν δείχνουν δυσπλασική ή εμβρυϊκή/νεογνική τοξικότητα απο την σιπροφλοξασίνη. Οι μελέτες σε ζώα δεν δείχνουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις σε σχέση με την τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα. Σε νεαρά και προ του τοκετού ζώα που εκτέθηκαν σε κινολόνες, παρατηρήθηκαν επιδράσεις στον ανώριμο χόνδρο συνεπώς, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι το φάρμακο θα μπορούσε να προκαλέσει βλάβη στον αρθρικό χόνδρο στον ανώριμο ανθρώπινο οργανισμό/έμβρυο (βλ. παράγραφο 5.3).

Ως προληπτικό μέτρο, θα πρέπει κατά προτίμηση να αποφεύγεται η χρήση της σιπροφλοξασίνης κατά τη διάρκεια της κύησης.

Γαλουχία

Η σιπροφλοξασίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Λόγω του ενδεχόμενου κινδύνου αρθρικής βλάβης, η σιπροφλοξασίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-CIPROFLOXACIN-TEVA
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φθοριοκινολόνες Κωδικός ATC: J01M A02 Μηχανισμός δράσης Ως αντιβακτηριακός παράγοντας φθοροκινολόνης, η βακτηριοκτόνος δράση της σιπροφλοξασίνης προκύπτει από την αναστολή τόσο της τοποϊσομεράσης τύπου II (DNA-γυράση) όσο και της τοποϊσομεράσης IV, που απαιτούνται για τη βακτηριακή αντιγραφή DNA, μεταγραφή, επιδιόρθωση και ανασυνδυασμό. Σχέση PK/PD Η αποτελεσματικότητα εξαρτάται κυρίως από τη σχέση μεταξύ της μέγιστης συγκέντρωσης στον ορό (C max ) και της ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) της σιπροφλοξασίνης για ένα αντηβακτηριακό παράγοντα και τη σχέση μεταξύ της περιοχής κάτω από την καμπύλη (AUC) και της MIC. Μηχανισμός αντίστασης In- vitro αντίσταση στη σιπροφλοξασίνη μπορεί να αποκτηθεί μέσω βηματικής διεργασίας από μεταλλάξεις του τόπου-στόχου τόσο στην DNA-γυράση, όσο και στην τοποϊσομεράση IV. Ο βαθμός διασταυρούμενης αντοχής μεταξύ της σιπροφλοξασίνης και άλλων φθοροκινολονών που προκύπτει είναι ποικίλος. Μονήρεις μεταλλάξεις μπορεί να μην προκαλούν κλινική αντίσταση, αλλά πολλαπλές μεταλλάξεις γενικά προκαλούν κλινική αντίσταση σε πολλές ή όλες τις δραστικές ουσίες εντός της τάξης. Μηχανισμοί αντίστασης υπό μορφή αδιαπερατότητας ή/και αντλίας εξαγωγής της δραστικής ουσίας μπορεί να έχουν μεταβλητή δράση στην ευαισθησία στις φθοροκινολόνες, η οποία εξαρτάται από τις φυσιοχημικές ιδιότητες των διαφόρων δραστικών ουσιών εντός της τάξης και από τη συγγένεια των συστημάτων μεταφοράς για κάθε δραστική ουσία. Όλοι οι in vitro μηχανισμοί αντίστασης παρατηρούνται συχνά στα κλινικά στελέχη. Οι μηχανισμοί αντίστασης που αδρανοποιούν άλλα αντιβιοτικά, όπως φραγμός διαπερατότητας (συχνά στο Pseudomonas aeruginosa) και μηχανισμοί εξαγωγής μπορεί να επηρεάσουν την ευαισθησία στην σιπροφλοξασίνη. Έχει αναφερθεί ότι η μεσολαβούμενη αντίσταση πλασμιδίου κωδικοποιείται απο qnr γονίδια. Φάσμα της αντιβακτηριακής δράσης: Οριακές τιμές διαχωρίζουν τα ευαίσθητα στελέχη από τα μετρίως ευαίσθητα στελέχη και τα τελευταία από τα ανθεκτικά στελέχη: Συστάσεις EUCAST Μικροοργανισμοί Ευαίσθητοι Ανθεκτικοί Enterobacteria S  0,5 mg/l R  1 mg/l Pseudomonas S  0,5 mg/l R  1 mg/l Acinetobacter S  1 mg/l R  1 mg/l Staphylococcus spp. S  1 mg/l R  1 mg/l Haemophilus influenzae και Moraxella catarrhalis S  0,5 mg/l R  0,5 mg/l Neisseria gonorrhoeae S  0,03 mg/l R  0,06 mg/l Neisseria meningitidis S  0,03 mg/l R  0,06 mg/l Οριακές τιμές μη σχετιζόμενες με είδη* S  0,5 mg/l R  1 mg/l

  1. Staphylococcus spp. - οι οριακές τιμές για την σιπροφλοξασίνη σχετίζονται με θεραπεία υψηλής δόσης.
  • Οριακές τιμές μη σχετιζόμενες με είδη καθορίστηκαν κυρίως με βάση τα δεδομένα PK/PD και είναι ανεξάρτητες από τις κατανομές MIC συγκεκριμένων ειδών. Προορίζονται για χρήση μόνο για είδη στα οποία δεν έχει αποδοθεί ειδική για το είδος οριακή τιμή και όχι για εκείνα τα είδη όπου δεν συνιστώνται δοκιμές ευαισθησίας. Ο επιπολασμός επίκτητης ανθεκτικότητας μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή και το χρόνο για επιλεγμένα είδη, και είναι επιθυμητή η διάθεση πληροφοριών τοπικά σχετικά με την ανθεκτικότητα, ειδικά όταν πρόκειται για θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Ανάλογα με τις ανάγκες, πρέπει να ζητείται η γνώμη ειδικών όταν ο τοπικός επιπολασμός ανθεκτικότητας είναι τέτοιος ώστε η χρησιμότητα του φαρμάκου σε τουλάχιστον ορισμένους τύπους λοιμώξεων είναι υπό αμφισβήτηση. Ομαδοποιήσεις σχετικών ειδών σύμφωνα με την ευαισθησία στη σιπροφλοξασίνη (για τα είδη Streptococcus βλ.παράγραφο 4.4) ΚΟΙΝΩΣ ΕΥΑΙΣΘΗΤΑ ΕΙΔΗ Αερόβιοι Gram θετικοί μικροοργανισμοί Bacillus anthracis (1) Αερόβιοι Gram αρνητικοί μικροοργανισμοί Aeromonas spp. Brucella spp. Citrobacter koseri Francisella tularensis Haemophilus ducreyi Haemophilius influenzae* Legionella spp. Moraxella catarrhalis* Neisseria meningitidis Pasteurella spp. Salmonella spp.* Shigella spp.* Vibrio spp. Yersinia pestis Αναερόβιοι μικροοργανισμοί Mobiluncus Άλλοι μικροοργανισμοί Chlamydia trachomatis ($) Chlamydia pneumoniae ($) Mycoplasma hominis ($) Mycoplasma pneumoniae($) ΕΙΔΗ ΓΙΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ Η ΕΠΙΚΤΗΤΗ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑ Αερόβιοι Gram θετικοί μικροοργανισμοί Enterococcus faecalis ($) Staphylococcus spp.* (2) Αερόβιοι Gram αρνητικοί μικροοργανισμοί Acinetobacter baumannii

Burkholderia cepacia + * Campylobacter spp. + * Citrobacter freundii* Enterobacter aerogenes Enterobacter cloacae* Escherichia coli* Klebsiella oxytoca Klebsiella pneumoniae* Morganella morganii* Neisseria gonorrhoeae* Proteus mirabilis* Proteus vulgaris* Providencia spp. Pseudomonas aeruginosa* Pseudomonas fluorescens Serratia marcescens* Αναερόβιοι μικροοργανισμοί Peptostreptococcus spp. Propionibacterium acnes ΕΝΔΟΓΕΝΩΣ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ Αερόβιοι Gram θετικοί μικροοργανισμοί Actinomyces Enteroccus faecium Listeria monocytogenes Αερόβιοι Gram αρνητικοί μικροοργανισμοί Stenotrophomonas maltophilia Αναερόβιοι μικροοργανισμοί Εξαιρουμένων των παραπάνω αναφερθέντων Άλλοι μικροοργανισμοί Mycoplasma genitalium Ureaplasma urealitycum

  • Η κλινική αποτελεσματικότητα έχει καταδειχθεί για ευαίσθητα απομονωθέντα στελέχη σε εγκεκριμένες κλινικές ενδείξεις
  • Ποσοστό αντίστασης ≥ 50% σε μία ή περισσότερες χώρες της ΕΕ ($): Φυσική μέτρια ευαισθησία απουσία επίκτητου μηχανισμού αντίστασης (1): Μελέτες έχουν διενεργηθεί σε πειραματικές λοιμώξεις ζώων λόγω εισπνοής σπόρων Bacillus anthracis, οι οποίες αποκαλύπτουν ότι η έναρξη αντιβιοτικών νωρίς μετά την έκθεση αποτρέπει την εμφάνιση της νόσου, εάν η θεραπεία γίνεται μέχρι τη μείωση του αριθμού των σπόρων στον οργανισμό υπό τη δόση για τη λοίμωξη. Η συνιστώμενη χρήση σε ανθρώπους βασίζεται αρχικά στην in vitro ευαισθησία και σε δεδομένα δοκιμών σε ζώα μαζί με περιορισμένα δεδομένα ανθρώπων. Διάρκεια θεραπείας δύο μηνών σε ενηλίκους με από του στόματος σιπροφλοξασίνη χορηγούμενη στην ακόλουθη δόση, 500 mg δύο φορές ημερησίως, θεωρείται αποτελεσματική για την πρόληψη της λοίμωξης με άνθρακα στους ανθρώπους. Ο θεράπων ιατρός πρέπει να ανατρέξει στα εθνικά ή/και διεθνή έγγραφα σχετικά με τη θεραπεία του άνθρακα. (2): Οι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη S.aureus πολύ συχνά εκφράζουν συνδυασμένη αντίσταση στις φθοροκινολόνες. Το ποσοστό αντίστασης στη μεθικιλλίνη είναι γύρω στο 20 έως 50% μεταξύ όλων των ειδών των σταφυλοκόκκων, και είναι συνήθως υψηλότερο σε νοσοκομειακά στελέχη.
biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-CIPROFLOXACIN-TEVA
expand_more

Απορρόφηση Μετά την από στόματος χορήγηση εφάπαξ δόσεων 250 mg, 500 mg και 750 mg δισκίων σιπροφλοξασίνη, η σιπροφλοξασίνη απορροφάται ταχέως και εκτεταμένα, κυρίως από το λεπτό έντερο, φθάνοντας σε μέγιστες συγκεντρώσεις ορού 1-2 ώρες αργότερα. Εφάπαξ δόσεις 100-750 mg έδωσαν δοσοεξαρτώμενες μέγιστες συγκεντρώσεις ορού (C max ) μεταξύ 0,56 και 3,7 mg/l. Οι συγκεντρώσεις ορού αυξάνονται αναλογικά με δόσεις μέχρι 1000 mg. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 70-80%. Από του στόματος δόση 500 mg χορηγούμενη κάθε 12 ώρες καταδείχθηκε ότι παράγει μια περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) χρόνου συγκέντρωσης ορού ισοδύναμη με εκείνη που παράγεται από ενδοφλέβια έγχυση 400 mg σιπροφλοξασίνη χορηγούμενη σε χρονική περίοδο 60 λεπτών κάθε 12 ώρες. Κατανομή Η δέσμευση της σιπροφλοξασίνης με πρωτεΐνες είναι χαμηλή (20-30%), και η ουσία είναι παρούσα στο πλάσμα κυρίως σε μη ιονισμένη μορφή και έχει μεγάλο όγκο κατανομής σταθεροποιημένης κατάστασης 2-3 L/kg βάρους σώματος. Η σιπροφλοξασίνη φθάνει σε υψηλές συγκεντρώσεις σε μια ποικιλία ιστών όπως o πνεύμονας (επιθηλιακό υγρό, κυψελιδικά μακροφάγα, ιστός βιοψίας), οι παραρρινικές κοιλότητες, σε φλεγμονώδεις βλάβες (υγρό φυσαλίδων από κανθαριδίνες), και η ουρογεννητική οδός (ούρα, προστάτης, ενδομήτριο) όπου επιτυγχάνονται συνολικές συγκεντρώσεις που υπερβαίνουν εκείνες των συγκεντρώσεων του πλάσματος. Μεταβολισμός Αναφέρθηκαν χαμηλές συγκεντρώσεις τεσσάρων μεταβολιτών που αναγνωρίστηκαν ως: δεσαιθυλενοσιπροφλοξασίνη (M 1), σουλφοσιπροφλοξασίνη (M 2), οξοσιπροφλοξασίνη (M 3) και φορμυλσιπροφλοξασίνη (M 4). Οι μεταβολίτες εμφανίζουν in vitro αντιμικροβιακή δράση, αλλά σε χαμηλότερο βαθμό από ό,τι η μητρική ουσία. Είναι γνωστό ότι η σιπροφλοξασίνη είναι μέτριος αναστολέας των ισοενζύμων CYP 450 1A2. Απέκκριση Η σιπροφλοξασίνη απεκκρίνεται αμετάβλητη σε μεγάλο βαθμό μέσω της νεφρικής οδού και, σε μικρότερο βαθμό, μέσω των κοπράνων. Η ημίσσεια ζωή απέκκρισης ορού σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία είναι περίπου 4-7 ώρες. Απέκκριση της σιπροφλοξασίνης (% της δόσης) Από στόματος χορήγηση Ούρα Κόπρανα Σιπροφλοξασίνη 44,7 25,0 Μεταβολίτες (M

M ) 11,3 7,5 Η νεφρική κάθαρση κυμαίνεται μεταξύ 180-300 ml/kg/h και η ολική κάθαρση από το σώμα κυμαίνεται μεταξύ 480-600 ml/kg/h. Η σιπροφλοξασίνη υπόκειται σε σπειραματική διήθηση και σωληναριακή απέκκριση. Σοβαρά μειωμένη νεφρική λειτουργία οδηγεί σε αυξημένη ημίσεια ζωή της σιπροφλοξασίνης έως και 12 ώρες. Η μη νεφρική κάθαρση της σιπροφλοξασίνης οφείλεται κυρίως στην ενεργό διεντερική απέκκριση, και στο μεταβολισμό. 1% της δόσης απεκκρίνεται μέσω της χολικής οδού. Η σιπροφλοξασίνη είναι παρούσα στη χολή σε υψηλές συγκεντρώσεις. Παιδιατρικοί ασθενείς Τα διαθέσιμα δεδομένα για την τεκμηρίωση των φαρμακοκινητικών ιδιοτήτων σε παιδιατρικούς ασθενείς είναι περιορισμένα. Σε μια μελέτη σε παιδιά, οι C max και AUC δεν ήταν εξαρτώμενες από την ηλικία (άνω του ενός έτους). Δεν παρατηρήθηκε καμία σημαντική αύξηση στις C max και AUC με πολλαπλές δόσεις (10 mg/kg τρεις φορές την ημέρα). Σε 10 παιδιά με σοβαρή σηψαιμία, η C max ήταν 6,1 mg/l (εύρος 4,6-8,3 mg/l) μετά από ενδοφλέβια έγχυση 1 ώρας σε 10 mg/kg για παιδιά ηλικίας κάτω του 1 έτους συγκριτικά με 7,2 mg/l (εύρος 4,7- 11,8 mg/l) για παιδιά ηλικίας μεταξύ 1 και 5 ετών. Οι τιμές AUC ήταν 17,4 mgh/l (εύρος 11,8 - 32,0 mgh/l) και 16,5 mgh/l (εύρος 11,0-23,8 mgh/l) στις αντίστοιχες ηλικιακές ομάδες. Αυτές οι τιμές εμπίπτουν στο αναφερόμενο εύρος για ενηλίκους στις θεραπευτικές δόσεις. Με βάση τη φαρμακοκινητική ανάλυση σε παιδιατρικό πληθυσμό ασθενών με διάφορες λοιμώξεις, η προβλεπόμενη μέση ημίσεια ζωή στα παιδιά είναι περ. 4-5 ώρες και η βιοδιαθεσιμότητα του πόσιμου εναιωρήματος κυμαίνεται από 50 έως 80%.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

4 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

20 έως 40%
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

περίπου 70%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
2764
Μοριακός τύπος
C17H18FN3O3
Μοριακό βάρος
331.34
IUPAC
1-cyclopropyl-6-fluoro-4-oxo-7-piperazin-1-ylquinoline-3-carboxylic acid
InChIKey
MYSWGUAQZAJSOK-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.

Ενώσεις που αναστέλλουν τη δραστηριότητα της DNA ΤΟΠΟΪΣΟΜΕΡΑΣ II. Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται διάφοροι ΑΝΤΙΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ που στοχεύουν την ευκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II και ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ που στοχεύουν την προκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II.

Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του ΚΥΤΟΧΡΩΜΑΤΟΣ P-450 CYP1A2.

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Παρόξυνση ΧΑΠ Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Αναπνευστικών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ 4 J01MA02
    4ο ΒΗΜΑ — Υψηλός κίνδυνος Pseudomonas spp
    • Βρογχεκτασίες, FEV1 < 35%, συχνές νοσηλείες, ΜΕΘ
    • Χρόνια κορτικοειδή ή συχνή χρήση αντιμικροβιακών
    Δοσολογία: 500 mg × 2 · 10 ημέρες
    ⚠ ΔΕΝ συνιστάται σε ασθενείς < 18 ετών
📋 Νόσος Crohn Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Γαστρεντερολογικών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ Perianal J01MA02
    Περιεδρική νόσος Crohn
    Περιεδρική προσβολή — απλό συρίγγιο ή σύνθετο
    Δοσολογία: 500 mg × 2 · Έναρξη
📋 Λοιμώδης Γαστρεντερίτιδα Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Λοιμώξεων
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ 1 J01MA02
    1ο ΒΗΜΑ — Πιθανή βακτηριακή γαστρεντερίτιδα, ανοσοεπαρκής ασθενής
    • Κλινικά σημεία βακτηριακής διάρροιας
    • ΧΩΡΙΣ παράγοντες κινδύνου για Salmonella
    • ΧΩΡΙΣ ταξίδι, πρόσφατη νοσηλεία ή πρόσφατα αντιβιοτικά
    Δοσολογία: 500 mg × 1 · 3–5 ημέρες
    ⚠ ΔΕΝ συνιστάται σε ασθενείς < 18 ετών
  • ΒΗΜΑ 2 J01MA02
    2ο ΒΗΜΑ — Άτομο υψηλού κινδύνου για Salmonella ή θετική καλλιέργεια
    • Κατηγορία υψηλού κινδύνου για Salmonella
    • Θετική καλλιέργεια για Salmonella σε εμμένοντα συμπτώματα
    Δοσολογία: 500 mg × 2 p.o. · 7–10 ημέρες
    ⚠ ΔΕΝ συνιστάται σε ασθενείς < 18 ετών
  • ΒΗΜΑ 3 J01MA02
    3ο ΒΗΜΑ — Διάρροια Ταξιδιωτών
    • Πρόσφατο ταξίδι στο εξωτερικό
    Δοσολογία: 500 mg × 1 (ή 750 mg εφάπαξ) · 3 ημέρες
    ⚠ ΔΕΝ συνιστάται σε ασθενείς < 18 ετών
📋 Λοιμώξεις Ουροποιητικού Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Εργασίας Λοιμώξεων
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ Κ2 J01MA02
    Κατώτερο ουροποιητικό — Ανεπίπλεκτη κυστίτιδα: εναλλακτικές επιλογές
    • Δυσανεξία, αλλεργία ή μη διαθεσιμότητα των σχημάτων 1ης επιλογής
    Δοσολογία: 250 mg × 2/ημέρα (ή XR 500 mg × 1) · 3 ημέρες
    ⚠ Black box warning EMA/FDA — αποφυγή σε ανεπίπλεκτες λοιμώξεις όπου υπάρχουν ασφαλέστερες επιλογές.
  • ΒΗΜΑ ΚΕ J01MA02
    Κατώτερο ουροποιητικό — Επιπλεγμένη λοίμωξη
    • Λοίμωξη κατώτερου ουροποιητικού που δεν πληροί τα κριτήρια μη επιπεπλεγμένης (άνδρες, ηλικία > 50, κύηση, επιπλέκουσες καταστάσεις)
    Δοσολογία: Χωρίς περιορισμό δόσης/διάρκειας — κατά την κρίση του θεράποντος · Εξατομικευμένα
  • ΒΗΜΑ Α1 J01MA02
    Ανώτερο ουροποιητικό — Ανεπίπλεκτη πυελονεφρίτιδα: 1η επιλογή
    • Οξεία πυελονεφρίτιδα σε υγιή μη έγκυο γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας χωρίς επιπλέκοντες παράγοντες
    Δοσολογία: 500-750 mg × 2/ημέρα · 7 ημέρες
  • ΒΗΜΑ ΑΕ J01MA02
    Ανώτερο ουροποιητικό — Επιπλεγμένη πυελονεφρίτιδα
    • Πυελονεφρίτιδα σε άνδρες, ηλικία > 50, κύηση, ΣΔ, αποφρακτική ουροπάθεια/παλινδρόμηση ή άλλη επιπλέκουσα κατάσταση
    Δοσολογία: Δοσολογία & διάρκεια κατά τον θεράποντα βάσει της διάγνωσης · Εξατομικευμένα
  • ΒΗΜΑ ΕΙΔ J01MA02
    Ειδικές περιπτώσεις
    • Χημειοπροφύλαξη, ασυμπτωματική βακτηριουρία κύησης, άνδρες με υποτροπιάζουσα λοίμωξη
    Δοσολογία: Ciprofloxacin 500 mg × 2 · Levofloxacin 500-750 mg × 1 · Cotrimoxazole 160/800 mg × 2 · 14 ημέρες (1ο επεισόδιο) — 28 ημέρες (υποτροπή)