Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ V03AC01 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

DEFEROXAMINE

Δεφεροξαμίνη

### Φαρμακοδυναμικές #### Μηχανισμός δράσης Η **Deferoxamine (DFO)** σχηματίζει σύμπλοκα κατά κύριο λόγο με ferric iron και τρισθενή ιόντα του αργιλίου.

Εμπορικά Ονόματα

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
υποδόρια έγχυση, ενδοφλέβια έγχυση, ενδομυϊκή χορήγηση, ενδοπεριτοναϊκή χορήγηση
Χορήγηση:
5-7 φορές την εβδομάδα, 5 νύχτες την εβδομάδα, μία φορά την εβδομάδα, 15mg/kg την ώρα, 24ωρη περίοδο
Δόση έναρξης:
25 mg/kg/ημέρα
Τιτλοποίηση:
Η δοσολογία και η μέθοδος χορήγησης μπορεί να προσδιορίζονται εξατομικευμένα και να προσαρμόζονται κατά την πορεία της θεραπείας, ανάλογα με τη βαρύτητα του φορτίου σιδήρου του ασθενή. Η ανταπόκριση μπορεί να εκτιμηθεί με την 24ωρη απέκκριση σιδήρου από τα ούρα ή με ρύθμιση της μέσης ημερήσιας δόσης ώστε ο θεραπευτικός δείκτης (δόση/φερριτίνη ορού) να διατηρηθεί μικρότερος από 0,025. Για οξεία δηλητηρίαση, ο ρυθμός έγχυσης 15mg/kg/ώρα μειώνεται μετά από 4-6 ώρες.
  • Παιδιά και Ενήλικες
    Δόση20-60 mg/kg/ημέρα
    Μέγ. δόση50 mg/kg/ημέρα (εκτός έντονης αποσιδήρωσης σε ενήλικες)
    Δεν χορηγείται σε παιδιά μικρότερα των 3 ετών. Έναρξη θεραπείας μετά 10-20 μεταγγίσεις ή φερριτίνη ορού ≥1000 ng/mL. Εάν χηλική δέσμευση ξεκινά σε ασθενείς <3 ετών, η μέση ημερήσια δόση δεν πρέπει να ξεπερνά τα 40mg/kg. Ασθενείς με φερριτίνη <2000 ng/mL χρειάζονται περίπου 25 mg/kg/ημέρα. Ασθενείς με φερριτίνη 2000-3000 ng/mL απαιτούν 35 mg/Kg/ημέρα. Ασθενείς με φερριτίνη >3000 ng/mL μπορεί να χρειασθούν πάνω από 55 mg/kg/ημέρα.
  • Ηλικιωμένοι
    Η επιλογή της δόσης πρέπει να είναι προσεκτική, συνήθως να ξεκινά από το κατώτερο όριο του δοσολογικού εύρους, αντανακλώντας τη μεγαλύτερη συχνότητα ελαττωμένης ηπατικής, νεφρικής ή καρδιακής λειτουργίας και των νόσων που συνυπάρχουν καθώς και των συγχορηγούμενων φαρμάκων.
  • Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν έχουν γίνει μελέτες σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.
  • Ασθενείς με χρόνια υπερφόρτωση με αργίλλιο και τελικού σταδίου νεφρική ανεπάρκεια
    Δόση5 mg/kg
    Μία εφάπαξ εβδομαδιαίως δόση. Για επίπεδα αργιλίου στον ορό μέχρι 300ng/ml μετά την εξέταση DFO, χορηγείται με αργή ενδοφλέβια έγχυση κατά τα τελευταία 60 λεπτά συνεδρίας αιμοκάθαρσης. Για επίπεδα αργιλίου στον ορό έως 300ng/ml μετά την εξέταση DFO, χορηγείται με αργή ενδοφλέβια έγχυση 5 ώρες πριν τη συνεδρία αιμοκάθαρσης. Δεν συνιστάται περαιτέρω συνέχιση αγωγής εάν δύο διαδοχικές δοκιμασίες έγχυσης Δεφεροξαμίνη (μεσοδιάστημα 1 μήνα) παρουσιάσουν επίπεδα αργιλίου στον ορό <50ng/ml άνω της τιμής αναφοράς.
  • Ασθενείς σε συνεχή περιτοναϊκή διάλυση (CAPD) ή συνεχή κυκλική περιτοναϊκή διάλυση (CCPD)
    Δόση5 mg/kg
    Μία φορά την εβδομάδα πριν την τελική ανταλλαγή της ημέρας. Συνιστάται ενδοπεριτοναϊκή χορήγηση, αλλά μπορεί να χορηγηθεί με αργή ενδοφλέβια έγχυση ή υποδόρια.
  • Ασθενείς με οξεία δηλητηρίαση από σίδηρο
    Δόση15 mg/kg/ώρα (αρχική)
    Μέγ. δόση80 mg/kg/24ωρο
    Ο συνιστώμενος ρυθμός έγχυσης είναι 15mg/kg την ώρα, ο οποίος πρέπει να μειωθεί μόλις η κατάσταση το επιτρέπει, συνήθως μετά από 4 με 6 ώρες. Η συνεχής ενδοφλέβια χορήγηση είναι η οδός εκλογής. Ενδείκνυται σε συμπτωματικούς ασθενείς, ασθενείς με λήθαργο, κοιλιακό άλγος, υπογκαιμία, οξέωση, θετικά ακτινολογικά ευρήματα πολλαπλών ακτινοσκιερότητων, ή επίπεδα σιδήρου πλάσματος >300-350 μg/dl.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Γνωστή υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, εκτός όπου επιτυχής απευαισθητοποίηση καταστήσει δυνατή τη θεραπεία
  • Ανουρία
  • Βαριά νεφρική ανεπάρκεια
  • Ηλικία
    ΠληθυσμόςΠαιδιά μικρότερα των 3 ετών
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Ταχεία ενδοφλέβια έγχυση
    Μπορεί να οδηγήσει σε υπόταση και shock (έξαψη, ταχυκαρδία, κυκλοφορική κατέρρειψη και κνίδωση).
  • Διαταραχές της όρασης και της ακοής
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με χαμηλά επίπεδα φερριτίνης στο πλάσμα (ιδιαίτερα με υψηλές δοσολογίες Δεφεροξαμίνη), Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια που υποβάλλονται σε αιμοδιύλυση συντήρησης και έχουν χαμηλά επίπεδα φερριτίνης
    Εάν εμφανιστούν οπτικές ή ακουστικές διαταραχές, το Δεφεροξαμίνη πρέπει να διακοπεί αμέσως. Η θεραπεία μπορεί να ξαναρχίσει αργότερα με μειωμένη δοσολογία.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια
    Συνιστάται προσοχή. Παρακολούθηση των ασθενών για μεταβολές στην νεφρική λειτουργία (π.χ. αυξημένη κρεατινίνη ορού) θα πρέπει να εξετάζεται.
  • Καθυστέρηση ανάπτυξης
    ΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείς, Ασθενείς με χαμηλά επίπεδα φερριτίνης που λαμβάνουν ταυτόχρονα υψηλή δοσολογία Δεφεροξαμίνη, Ασθενείς νεαρής ηλικίας (< 3 ετών στην έναρξη της αγωγής)
    Η μείωση της δόσης μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την επιστροφή της ταχύτητας ανάπτυξης.
  • Σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με οξεία δηλητηρίαση από σίδηρο, Ασθενείς με θαλασσαιμία (μετά από υπερβολικά υψηλή ενδοφλέβια δοσολογία Δεφεροξαμίνη)
    Δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση της συνιστώμενης ημερήσιας δοσολογίας.
  • Λοιμώξεις (Yersinia enterocolitica, Yersinia pseudotuberculosis)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που υποφέρουν από υπερφόρτωση σιδήρου
    Εάν εμφανιστεί πυρετός με οξεία εντερίτιδα/εντεροκολίτιδα, διάχυτο κοιλιακό άλγος ή φαρυγγίτιδα, πρέπει να διακοπεί προσωρινά η θεραπεία, να γίνουν βακτηριολογικές εξετάσεις και να αρχίσει κατάλληλη θεραπεία με αντιβιοτικά. Η θεραπεία με Δεφεροξαμίνη μπορεί να ξαναρχίσει μετά την υποχώρηση της λοίμωξης.
  • Μουκορμύκωση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που ελάμβαναν Δεφεροξαμίνη για υπερφόρτωση με αργίλιο και/ή σίδηρο
    Αν οποιαδήποτε από τα σημεία ή συμπτώματα της λοίμωξης εμφανισθούν, το Δεφεροξαμίνη πρέπει να διακοπεί, να γίνουν μυκολογικοί έλεγχοι και να αρχίσει αμέσως η κατάλληλη θεραπεία.
  • Καρδιακή δυσλειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με βαριά χρόνια υπερφόρτωση σιδήρου (με ταυτόχρονη χορήγηση Δεφεροξαμίνη και υψηλές δοσολογίες βιταμίνης C > 500 mg/ημέρα), Ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια
    Διακοπή βιταμίνης C. Συμπληρώματα βιταμίνης C δεν πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια. Έναρξη θεραπείας με βιταμίνη C μόνο μετά τον πρώτο μήνα κανονικής θεραπείας με Δεφεροξαμίνη. Χορήγηση βιταμίνης C μόνον εάν ο ασθενής παίρνει κανονικά Δεφεροξαμίνη, ιδανικά αμέσως μετά την εφαρμογή της αντλίας. Μην ξεπεράσετε την ημερήσια δοσολογία των 200 mg βιταμίνης C, χορηγούμενα σε διαιρεμένες δόσεις.
  • Νευρολογική δυσλειτουργία (σπασμοί) και άνοια
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με εγκεφαλοπάθεια σχετιζόμενη με αργίλιο
    Υψηλές δόσεις Δεφεροξαμίνη μπορεί να επιδεινώσουν. Η προθεραπεία με κλοναζεπάμη προλαμβάνει αυτήν τη νευρολογική επιδείνωση.
  • Μείωση ασβεστίου στον ορό και επιδείνωση του υπερπαραθυρεοειδισμού
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία για χρόνια υπερφόρτωση με αργίλιο
    Η θεραπεία της υπερφόρτωσης με αργίλιο μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα αυτά τα φαινόμενα.
  • Οδηγίες χρήσης και χειρισμού
    Το Δεφεροξαμίνη δεν πρέπει να χορηγείται σε δοσολογίες υψηλότερες από τις συνιστώμενες. Δεν πρέπει να χορηγείται σε συγκεντρώσεις υψηλότερες των 95 mg/mL όταν χορηγείται υποδόρια. Πρέπει να δίδεται η κατάλληλη προσοχή στην τεχνική της ένεσης. Για υποδόρια έγχυση η βελόνα δεν πρέπει να εισάγεται πολύ κοντά στο χόριο.
  • Αποχρωματισμός των ούρων
    Η απέκκριση του συμπλόκου του σιδήρου μπορεί να προκαλέσει κοκκινοκαφέ αποχρωματισμό των ούρων.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • προσοχή
    Προσωρινή έκπτωση της συνείδησης
  • Βιταμίνη C (>500 mg/ημέρα)
    προσοχή
    Έκπτωση της καρδιακής λειτουργίας (αναστρέψιμη)
    ΣύστασηΔιακοπή της βιταμίνης C
  • Γάλλιο-67
    προσοχή
    Παραποίηση απεικονιστικών αποτελεσμάτων
    ΣύστασηΔιακοπή του Δεφεροξαμίνη 48 ώρες πριν από το σπινθηρογράφημα
  • Ερυθροποιητίνη (σε ασθενείς αιμοδιύλισης με υπερφόρτωση Fe/Al)
    προσοχή
    Μείωση ερυθροποίησης, πιθανή ανάγκη προσαρμογής δόσης ερυθροποιητίνης
    ΣύστασηΠροσαρμογή δόσης ερυθροποιητίνης, συχνός έλεγχος αποθηκών Fe
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • Μουκορμύκωση
  • Γαστρεντερίτιδα από Υερσίνια
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Αιματολογική διαταραχή (περιλαμβανομένης της θρομβοκυτοπενίας και λευκοπενίας)
Ανοσοποιητικό
  • Αναφυλακτική καταπληξία
  • Αναφυλακτική αντίδραση
Δέρμα
  • Αγγειονευρωτικό οίδημα
  • Κνησμός
  • Γενικευμένο εξάνθημα
  • Κνησμός στο σημείο της ένεσης
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
  • Περιφερική νευροπάθεια
  • Παραισθησία
  • Σπασμός
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Επιτάχυνση ή επιδείνωση της εγκεφαλοπάθειας που σχετίζεται με το αργίλιο
Οφθαλμικές διαταραχές
  • Απώλεια της όρασης
  • Καταρράκτες
  • Ανωμαλίες του οπτικού πεδίου
  • Χρωματοψία (δυσλειτουργία της έγχρωμης όρασης)
  • Θολερότητες του φακού
Οφθαλμικές
  • Εκφύλιση του αμφιβληστροειδούς
  • Οπτική νευρίτιδα
  • Μειωμένη οπτική οξύτητα
  • Θολή όραση
  • Νυκταλωπία
Αυτί
  • Κώφωση
  • Εμβοές
Αγγειακές
  • Υπόταση
  • Καταπληξία
Καρδιά
  • Ταχυκαρδία
Αναπνευστικό
  • Άσθμα
  • Πνευμονικές διηθήσεις
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
  • Οξεία αναπνευστική δυσχέρεια
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Κοιλιακό άλγος
  • Διάρροια
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Οξεία νεφρική βλάβη
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • Διαταρχή νεφρικών σωληναρίων
Γενικές
  • Πόνος στο σημείο της ένεσης
  • Οίδημα στο σημείο της ένεσης
  • Ερύθημα στο σημείο της ένεσης
  • Πυρεξία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Διήθηση στο σημείο της ένεσης
  • Εσχάρα στο σημείο της ένεσης
  • Εφελκίδα στο σημείο της ένεσης
  • Φυσαλίδες στο σημείο της ένεσης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Διήθηση στο σημείο της ένεσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Πολύ συχνές
  • Ερύθημα στο σημείο της ένεσης
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Εσχάρα στο σημείο της ένεσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Πολύ συχνές
  • Εφελκίδα στο σημείο της ένεσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Πολύ συχνές
  • Κνησμός στο σημείο της ένεσης
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Οίδημα στο σημείο της ένεσης
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Πόνος στο σημείο της ένεσης
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Πυρεξία
    Γενικές
    Συχνές
  • Άσθμα
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Εμβοές
    Αυτί
    Όχι συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Κώφωση
    Αυτί
    Όχι συχνές
  • Τοπικό οίδημα στο σημείο της ένεσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • Φυσαλίδες στο σημείο της ένεσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • Ανωμαλίες του οπτικού πεδίου
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Απώλεια της όρασης
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Εκφύλιση του αμφιβληστροειδούς
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Θολή όραση
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Θολερότητες του φακού
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Καταπληξία
    Αγγειακές
    Σπάνιες
  • Καταρράκτες
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Μειωμένη οπτική οξύτητα
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Μουκορμύκωση
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Σπάνιες
  • Νυκταλωπία
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Οξεία αναπνευστική δυσχέρεια
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
    Σπάνιες
  • Οπτική νευρίτιδα
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Πνευμονικές διηθήσεις
    Αναπνευστικό
    Σπάνιες
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Σπάνιες
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Σπάνιες
  • Χρωματοψία (δυσλειτουργία της έγχρωμης όρασης)
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Αγγειονευρωτικό οίδημα
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Αιματολογική διαταραχή (περιλαμβανομένης της θρομβοκυτοπενίας και λευκοπενίας)
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Πολύ σπάνιες
  • Αναφυλακτική αντίδραση
    Ανοσοποιητικό
    Πολύ σπάνιες
  • Αναφυλακτική καταπληξία
    Ανοσοποιητικό
    Πολύ σπάνιες
  • Γαστρεντερίτιδα από Υερσίνια
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Πολύ σπάνιες
  • Γενικευμένο εξάνθημα
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Πολύ σπάνιες
  • Επιτάχυνση ή επιδείνωση της εγκεφαλοπάθειας που σχετίζεται με το αργίλιο
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Πολύ σπάνιες
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Πολύ σπάνιες
  • Παραισθησία
    Νευρικό
    Πολύ σπάνιες
  • Περιφερική νευροπάθεια
    Νευρικό
    Πολύ σπάνιες
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Μη γνωστές
  • Διαταραχή νεφρικών σωληναρίων
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Μη γνωστές
  • Οξεία νεφρική βλάβη
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Μη γνωστές
  • Σπασμός
    Νευρικό
    Μη γνωστές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Αποφεύγεται
    Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα/τερατογονικότητα σε κουνέλια (δυσπλασίες του σκελετού) σε δόσεις τοξικές για τη μητέρα. Ο κίνδυνος για το έμβρυο και τη μητέρα δεν είναι γνωστός, αλλά η τερατογονικότητα δεν μπορεί να αποκλεισθεί.
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Δεν είναι γνωστό εάν η deferoxamine περνά στο μητρικό γάλα. Λόγω της δυνατότητας πρόκλησης σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών σε θηλάζοντα νεογέννητα / νήπια, πρέπει να λαμβάνεται απόφαση για διακοπή του θηλασμού ή της χρήσης του φαρμακευτικού προϊόντος.
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • υπόταση
  • ταχυκαρδία
  • γαστρεντερικές διαταραχές
  • οξεία, αλλά παροδική απώλεια της όρασης
  • αφασία
  • διέγερση
  • πονοκέφαλος
  • ναυτία
  • βραδυκαρδία
  • οξεία νεφρική ανεπάρκεια
  • σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας
Αντιμετώπιση
Το Δεφεροξαμίνη πρέπει να διακόπτεται και να παίρνονται τα κατάλληλα συμπτωματικά μέτρα.
ΑιμοκάθαρσηΝαι
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΠιθανώς
Οι ασθενείς που εμφανίζουν ζάλη, διαταραχές από το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα, ή έκπτωση της όρασης ή ακοής, πρέπει να αποφεύγουν την οδήγηση και το χειρισμό μηχανημάτων.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Δεν εφαρμόζεται.
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές

Μηχανισμός δράσης

Η Deferoxamine (DFO) σχηματίζει σύμπλοκα κατά κύριο λόγο με ferric iron και τρισθενή ιόντα του αργιλίου. Οι σταθερές σχηματισμού συμπλόκων είναι 1031 και 1025, αντίστοιχα. Η χημική συγγένεια της DFO με δισθενή ιόντα, όπως Fe2+, Cu2+, Zn2+, Ca2+ είναι ουσιαστικά χαμηλότερη (σταθερές σχηματισμού συμπλόκων 1014 ή λιγότερο). Η δέσμευση επιτελείται σε βάση μάζης 1:1, έτσι ώστε 1 g DFO να μπορεί θεωρητικά να δεσμεύει 85 mg ferric iron ή 41 mg Al3+.

Λόγω των δεσμευτικών ιδιοτήτων της, η DFO έχει τη δυνατότητα ν’ αφαιρεί το σίδηρο, είτε στο πλάσμα, είτε στα κύτταρα, σχηματίζοντας έτσι το σύμπλοκο ferrioxamine (FO). Απέκκριση σιδήρου από τα ούρα από FO αντανακλά κατά κύριο λόγο το σίδηρο που προέρχεται από την ανακύκλωση του σιδήρου από του πλάσματος, ενώ ο σίδηρος των κοπράνων αντανακλά κυρίως δέσμευση ενδοηπατικού σιδήρου. Ο σίδηρος δύναται να δεσμευτεί από την φερριτίνη και αιμοσιδηρίνη, αλλά η δέσμευση είναι αργή σε σχετικές κλινικές συγκεντρώσεις της DFO. H DFO, όμως, δεν αφαιρεί σίδηρο από την τρανσφερρίνη ή την αιμοσφαιρίνη ή από άλλες ουσίες, που περιέχουν αίμη. H DFO μπορεί επίσης να κινητοποιεί και να δεσμεύει αργίλλιο, σχηματίζοντας ένα σύμπλοκο aluminoxamine (AlO).

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Επειδή τα δύο συμπλοκα, με σίδηρο και αργίλιο, αποβάλλονται πλήρως, η DFO προάγει την απέκκριση του σιδήρου και του αργιλίου από τα ούρα και τα κόπρανα και έτσι μειώνει τα παθολογικά αποθέματα σιδήρου ή αργιλίου στα όργανα.

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές

Απορρόφηση

Η DFO απορροφάται γρήγορα μετά από γρήγορη (bolus) ενδομυϊκή ένεση ή αργή υποδόρια έγχυση, αλλά μόνον ελάχιστα απορροφάται από το γαστρεντερικό σωλήνα σε παρουσία άθικτου βλεννογόνου. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι μικρότερη από 2% μετά από στοματική χορήγηση 1g DFO. Κατά τη διάρκεια περιτοναϊκής διάλυσης η DFO απορροφάται, εάν χορηγηθεί στο υγρό διάλυσης.

Κατανομή

Σε υγιείς εθελοντές μετρήθηκαν μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα 15.5 μmol/L (8.7μg/mL) 30 λεπτά μετά από μία ενδομυϊκή ένεση 10 mg/kg DFO. Μία ώρα μετά την ένεση, η μέγιστη συγκέντρωση FO ήταν 3,7 μmol/L (2,3 μg/mL). Mετά από ενδοφλέβια έγχυση 2g (περίπου 29mg/kg) DFO σε υγιείς εθελοντές σε 2 ώρες, επετεύχθη μέση σταθερής κατάστασης (steady state) συγκέντρωση της DFO 30,5μmol/L, η κατανομή της DFO είναι πολύ γρήγορη με μέση κατανομή ημιζωής 0,4 ωρών.

Λιγότερο από 10% της DFO δεσμεύεται από τις πρωτεΐνες του ορού in vitro.

Βιομετασχηματισμός

Τέσσερις μεταβολίτες της DFO απομονώθηκαν και καθορίσθηκαν από τα ούρα ασθενών με υπερφόρτωση σιδήρου. Οι ακόλουθες αντιδράσεις βιομετατροπής βρέθηκε ότι επιτελέσθηκαν με DFO: Τρανσαμίνωση και οξείδωση, που παρήγε έναν οξυμεταβολίτη, β-οξείδωση, που παρήγε επίσης έναν οξυμεταβολίτη, αποκαρβοξυλίωση και Ν-υδροξυλίωση, που παρήγαν ουδέτερους μεταβολίτες.

Αποβολή

Τόσο η DFO, όσο και η FO έχουν διφασική αποβολή μετά ενδομυϊκή ένεση σε υγιείς εθελοντές. Η εμφανούς κατανομής ημιπερίοδος ζωής για την DFO είναι 1 ώρα και για την FO 2,4 ώρες. Η εμφανούς λήξης ημιπερίοδος ζωής είναι 6 ώρες και για τις δύο. Εντός 6 ωρών από την ένεση, το 22% της δόσης εμφανίζεται στα ούρα σαν DFO και το 1% ως FO.

Χαρακτηριστικά στους ασθενείς

Σε ασθενείς με αιμοχρωμάτωση μετρήθηκαν μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα 7,0 μmol/L (3,9 μg/mL) για την DFO και 15,7 μmol/L (9,6 μg/mL) για την FO, 1 ώρα μετά μία ενδομυϊκή ένεση 10 mg/kg DFO. Οι ασθενείς αυτοί απέβαλλαν DFO και FO με ημιζωές 5,6 και 4,6 ώρες, αντίστοιχα. Εντός 6 ωρών από την ένεση το 17% της δόσης απεκκρίθηκε από τα ούρα σαν DFO και το 12% σαν FO.

Σε ασθενείς με θαλασσαιμία συνεχής ενδοφλέβια έγχυση DFO 50mg/kg/24hrs είχε σαν αποτέλεσμα επίπεδα σταθερότητας στο πλάσμα της DFO 7,4μmol/L (4,1 g/mL). Αφαίρεση του DFO από το πλάσμα ήταν διφασική με μέση ημιζωή κατανομής 0,28 ώρες και εμφανούς λήξης ημιζωή 3,0 ώρες. Η ολική κάθαρση πλάσματος ήταν 0,5L/h/kg και ο όγκος κατανομής σε κατάσταση σταθερότητας υπολογίσθηκε σε 1,35L/kg. Εκθεση στον κύριο δεσμευτικό μεταβολίτη του σιδήρου ήταν περίπου το 54% εκείνης του DFO, σε σχέση με το AUC (Area under curve = εμβαδόν κάτω της καμπύλης). Η ημιζωή εμφανούς μονοεκθετικής αποβολής του μεταβολίτη ήταν 1,3 ώρες.

Σε ασθενείς, που υποβλήθηκαν σε εξωνεφρική κάθαρση για νεφρική ανεπάρκεια, που έλαβαν 40 mg/kg DFO με ενδοφλέβια έγχυση μέσα σε 1 ώρα, η συγκέντρωση στο πλάσμα στο τέλος της έγχυσης ήταν 152 μmol/L (85,2 μg/L), όταν γινόταν η έγχυση μεταξύ των συνεδριών εξωνεφρικής κάθαρσης. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα DFO ήταν μεταξύ 13% - 27% χαμηλότερες όταν η έγχυση γινόταν κατά τη διάρκεια της εξωνεφρικής κάθαρσης. Οι συγκεντρώσεις της FO σε όλες τις περιπτώσεις ήταν περίπου 7,0 μmol/L (4,3 μg/mL) και της AlO 2 - 3 μmol/L (1,2 - 1,8 μg/mL). Μετά τη διακοπή της έγχυσης, οι συγκεντρώσεις DFO στο πλάσμα μειώθηκαν γρήγορα με ημιζωή 20 λεπτά. Ενα μικρότερο κλάσμα της δόσης αποβλήθηκε με μεγαλύτερη ημιζωή 14 ώρες. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της AlO εξακολούθησαν ν’ αυξάνουν μέχρι 48 ώρες μετά την έγχυση και έφθασαν τιμές περίπου 7 μmol/L (4 μg/mL). Μετά την εξωνεφρική κάθαρση οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της AlO έπεσαν σε 2,2 μmol/L (1,3 μg/mL).

Κλινικές μελέτες

Η deferoxamine χρησιμοποιήθηκε ως φάρμακο σύγκρισης σε μια τυχαιοποιημένη διάρκειας ενός έτους κλινική μελέτη που διερεύνησε τη χρήση ενός άλλου χηλικού παράγοντα του σιδήρου (deferasirox) σε ασθενείς με β-θαλασσαιμία και αιμοσιδήρωση από μετάγγιση. Συνολικά 290 ασθενείς υποβλήθηκαν σε θεραπεία με υποδόρια deferoxamine σε δόση έναρξης 20 έως 60 mg/kg για 5 ημέρες την εβδομάδα. Η μελέτη έδειξε δοσοεξαρτώμενη επίδραση της deferoxamine στα επίπεδα φερριτίνης, τη συγκέντρωση σιδήρου στο ήπαρ και το ποσοστό απέκκρισης του σιδήρου. Η deferoxamine ήταν επίσης φάρμακο σύγκρισης σε μία δεύτερη ανοιχτή, τυχαιοποιημένη διάρκειας ενός έτους μελέτη που διερεύνησε τη χρήση του deferasirox σε ασθενείς με δρεπανοκυτταρική αναιμία και αιμοσιδήρωση από μεταγγίσεις. Συνολικά 63 ασθενείς υποβλήθηκαν σε θεραπεία με υποδόρια deferoxamine με δόση έναρξης 20 έως 60 mg/kgγια τουλάχιστον 5 ημέρες την εβδομάδα. Κατά το τέλος της μελέτης η μέση μεταβολή στη συγκέντρωση σιδήρου στο ήπαρ (LIC) ήταν -0,7mg Fe/g ξηρού βάρους.

Μηχανισμός δράσης
Η δεφεροξαμίνη δρα στη θεραπεία της τοξικότητας από σίδηρο δεσμεύοντας τον τρισθενή (σιδηρικό) σίδηρο (για τον οποίο έχει ισχυρή συγγένεια), σχηματίζοντας φεριoξαμίνη, ένα σταθερό σύμπλοκο που απεκκρίνεται μέσω των νεφρών. 100 mg δεφεροξαμίνης είναι ικανά να…
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές #### Μηχανισμός δράσης Η Deferoxamine (DFO) σχηματίζει σύμπλοκα κατά κύριο λόγο με ferric iron και τρισθενή ιόντα του αργιλίου. Οι σταθερές σχηματισμού συμπλόκων είναι 1031 και 1025, αντίστοιχα. Η χημική συγγένεια της DFO με…

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές #### Απορρόφηση Η DFO απορροφάται γρήγορα μετά από γρήγορη (bolus) ενδομυϊκή ένεση ή αργή υποδόρια έγχυση, αλλά μόνον ελάχιστα απορροφάται από το γαστρεντερικό σωλήνα σε παρουσία άθικτου βλεννογόνου. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι…

Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Η δεφεροξαμίνη μεταβολίζεται κυρίως στο πλάσμα και ο ηπατικός μεταβολισμός είναι ελάχιστος. Έχουν απομονωθεί αλλά δεν έχουν χαρακτηριστεί αρκετοί μεταβολίτες. Ορισμένοι μεταβολίτες της δεφεροξαμίνης, κυρίως το προϊόν οξειδωτικής αμίνης,…
Απέκκριση
Νεφρά/Ήπαρ

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
flag

Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη

  • Οφθαλμολογικός έλεγχος · Πριν την έναρξη της θεραπείας, έπειτα σε τακτικά διαστήματα (κάθε 3 μήνες)
    Χαμηλά επίπεδα φεριτίνης
  • Έλεγχος ακοής · Πριν την έναρξη της θεραπείας, έπειτα σε τακτικά διαστήματα (κάθε 3 μήνες)
    Χαμηλά επίπεδα φεριτίνης
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Κρεατινίνη ορού water_dropΝεφρική λειτουργία Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
Νεφρική λειτουργία water_dropΝεφρική λειτουργία Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Ύψος monitor_weightΣωματομετρικά (βάρος/ΔΜΣ) Κάθε τρεις μήνες Παιδιατρικοί ασθενείς υπό Desferal
Σωματικό βάρος monitor_weightΣωματομετρικά (βάρος/ΔΜΣ) Κάθε τρεις μήνες Παιδιατρικοί ασθενείς υπό Desferal
cardiology

ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Καρδιακή λειτουργία cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) Κατά τη διάρκεια συνδυασμένης θεραπείας Συγχορήγηση Desferal και βιταμίνης C
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

DrugBank

Description

expand_more
Φυσικό προϊόν που απομονώθηκε από το Streptomyces pilosus. Σχηματίζει συμπλέγματα σιδήρου και χρησιμοποιείται ως χηλικός παράγοντας, ιδιαίτερα στη μορφή μεσιλικής.
DrugBank

Indication

expand_more
Χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της οξείας τοξικότητας από σίδηρο ή αλουμίνιο (πλεόνασμα αλουμινίου στον οργανισμό) σε ορισμένους ασθενείς. Χρησιμοποιείται επίσης σε ορισμένους ασθενείς με αναιμία που πρέπει να υποβληθούν σε πολλές μεταγγίσεις αίματος.
DrugBank

Pharmacology

expand_more
Η δεφεροξαμίνη, γνωστή και ως δεσφεριοξαμίνη ή δεσφεράλη, είναι ένας χηλικός παράγοντας που χρησιμοποιείται για την απομάκρυνση του πλεονάζοντος σιδήρου ή αλουμινίου από τον οργανισμό. Δρα δεσμεύοντας τον ελεύθερο σίδηρο ή αλουμίνιο στην κυκλοφορία του αίματος και ενισχύοντας την απέκκρισή του στα ούρα. Με την απομάκρυνση του πλεονάζοντος σιδήρου ή αλουμινίου, ο παράγοντας μειώνει τη βλάβη σε διάφορα όργανα και ιστούς, όπως το ήπαρ.
DrugBank

Mechanism of action

expand_more
Η δεφεροξαμίνη δρα στη θεραπεία της τοξικότητας από σίδηρο δεσμεύοντας τον τρισθενή (σιδηρικό) σίδηρο (για τον οποίο έχει ισχυρή συγγένεια), σχηματίζοντας φεριoξαμίνη, ένα σταθερό σύμπλοκο που απεκκρίνεται μέσω των νεφρών. 100 mg δεφεροξαμίνης είναι ικανά να δεσμεύσουν περίπου 8.5 mg τρισθενούς (σιδηρικού) σιδήρου. Η δεφεροξαμίνη δρα στη θεραπεία της τοξικότητας από αλουμίνιο δεσμεύοντας το συνδεδεμένο με τους ιστούς αλουμίνιο για να σχηματίσει αλουμινοξαμίνη, ένα σταθερό, υδατοδιαλυτό σύμπλοκο. Ο σχηματισμός αλουμινοξαμίνης αυξάνει τις συγκεντρώσεις αλουμινίου στο αίμα, οδηγώντας σε αυξημένη κλίση συγκέντρωσης μεταξύ του αίματος και του διαλυτικού, ενισχύοντας την απομάκρυνση του αλουμινίου κατά τη διάρκεια της αιμοκάθαρσης. 100 mg δεφεροξαμίνης είναι ικανά να δεσμεύσουν περίπου 4.1 mg αλουμινίου.
DrugBank

Absorption

expand_more
Η δεφεροξαμίνη απορροφάται ταχέως μετά από ενδομυϊκή ή υποδόρια χορήγηση, αλλά απορροφάται ελάχιστα από τον γαστρεντερικό σωλήνα παρουσία άθικτου βλεννογόνου.
DrugBank

Half life

expand_more
Διφασικό πρότυπο απέκκρισης σε υγιείς εθελοντές με αρχικό ταχύ ρυθμό ημιζωής 1 ώρα και δεύτερο βραδύ ρυθμό ημιζωής 6 ώρες.
DrugBank

Protein binding

expand_more
Λιγότερο από 10% δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του ορού in vitro.
DrugBank

Route of elimination

expand_more
Το δεφεροξαμίνης μεσιλικό μεταβολίζεται κυρίως από ενζύμα του πλάσματος, αλλά οι οδοί δεν έχουν ακόμη καθοριστεί. Ένα μέρος απεκκρίνεται επίσης στα κόπρανα μέσω της χολής.
DrugBank

Volume of distribution

expand_more
null
DrugBank

Clearance

expand_more
null
DrugBank

Toxicity

expand_more
Ενδοφλέβια LD50 σε ποντικό, αρουραίο και κουνέλι είναι 340 mg/kg, 520 mg/kg και 600 mg/kg, αντίστοιχα. Υποδόρια LD50 σε ποντικό και αρουραίο είναι 1600 mg/kg και >1000 mg/kg, αντίστοιχα. Από του στόματος LD50 σε ποντικό και αρουραίο είναι >3000 mg/kg και >1000 mg/kg, αντίστοιχα. Νεφροτοξικότητα, ωτοτοξικότητα και αμφιβληστροειδοπάθεια έχουν αναφερθεί μετά από μακροχρόνια χορήγηση για χρόνια υπερφόρτωση σιδήρου.
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

1-6 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

<10%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά/Ήπαρ
DrugBank

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 30 ώρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
2973
Μοριακός τύπος
C25H48N6O8
Μοριακό βάρος
560.7
IUPAC
N-[5-[[4-[5-[acetyl(hydroxy)amino]pentylamino]-4-oxobutanoyl]-hydroxyamino]pentyl]-N'-(5-aminopentyl)-N'-hydroxybutanediamide
InChIKey
UBQYURCVBFRUQT-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

Κατάταξη MeSH

Σύνθετες ουσίες χαμηλού μοριακού βάρους που παράγονται από μικροοργανισμούς και βοηθούν στη μεταφορά και δέσμευση του σιδηρικού σιδήρου. (The Encyclopedia of Molecular Biology, 1994)