Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ D01AC03 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

ECONAZOLE

Εκοναζόλη

Για τοπική εφαρμογή στη θεραπεία δερματομυκητιάσεων ποδιού (tinea pedis), βουβωνικής περιοχής (tinea cruris) και σώματος (tinea corporis) που προκαλούνται από *Trichophyton rubrum*, *Trichophyton mentagrophytes*, *Trichophyton tonsurans*, *Microsporum canis*, *Microsporum …

Chemical structure of ECONAZOLE

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
DrugBank

Ενδείξεις

expand_more
Για τοπική εφαρμογή στη θεραπεία δερματομυκητιάσεων ποδιού (tinea pedis), βουβωνικής περιοχής (tinea cruris) και σώματος (tinea corporis) που προκαλούνται από Trichophyton rubrum, Trichophyton mentagrophytes, Trichophyton tonsurans, *Microsporum…
medication
SPC-PEVARYL

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Κολπική (κρέμα, υπόθετα)
Χορήγηση:
Κατά την κατάκλιση (κρέμα), μία φορά την ημέρα (υπόθετα)
Δόση έναρξης:
Δεν αναφέρεται σαφώς για νέα ενήλικη ασθενή, αλλά οι δόσεις περιγράφονται μεμονωμένα για άνδρες και γυναίκες.
Τιτλοποίηση:
Δεν αναφέρεται
  • Ενήλικες γυναίκες (Κολπική κρέμα)
    Δόση1 εφαρμογή την ημέρα, κατά την κατάκλιση, για 14 συνεχείς ημέρες
    Η θεραπεία πρέπει να συνεχισθεί για όλο το διάστημα και αν ακόμη τα υποκειμενικά συμπτώματα (κνησμός και λευκόρροια) έχουν παρέλθει.
  • Ενήλικες γυναίκες (150 mg κολπικά υπόθετα)
    Δόση1 υπόθετο την ημέρα, για τρεις συνεχείς ημέρες
    Σε περίπτωση υποτροπής ή αν η καλλιέργεια μετά από μία εβδομάδα θεραπείας είναι θετική, ένας δεύτερος κύκλος θεραπείας πρέπει να πραγματοποιηθεί. Οι έγκυες γυναίκες θα πρέπει να πλένουν σχολαστικά τα χέρια τους πριν από την αυτο-χορήγηση. Συνιστάται η χορήγηση να λαμβάνει χώρα χωρίς τη χρήση του προωθητήρα ή να πραγματοποιείται από τον ιατρό.
  • Άνδρες
    Δόση1 εφαρμογή την ημέρα, για 14 συνεχείς ημέρες
    Πλύνετε και στεγνώστε το πέος και κατόπιν απλώστε την κρέμα στη βάλανο και στην ακροποσθία.
  • Παιδιά (2 έως 16 ετών)
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά δεν έχει τεκμηριωθεί.
  • Ηλικιωμένοι (>65 ετών)
    Τα δεδομένα είναι ανεπαρκή για τη χρήση του PEVARYL σε ηλικιωμένους.
block
SPC-PEVARYL

Αντενδείξεις

expand_more
  • υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε από τα συστατικά του
warning
SPC-PEVARYL

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Μη οφθαλμική ή από στόματος χρήση
  • Ταυτόχρονη χρήση προφυλακτικών από λάτεξ ή διαφραγμάτων
  • Ταυτόχρονη χρήση με σπερματοκτόνα αντισυλληπτικά
  • Χρήση σε συνδυασμό με άλλες θεραπείες
  • Ερεθισμός ή ευαισθησία
  • Ευαισθησία στις ιμιδαζόλες
  • Περιεχόμενα έκδοχα
    Η κολπική κρέμα PEVARYL περιέχει βενζοϊκό οξύ Ε210, το οποίο μπορεί να προκαλέσει ήπιο ερεθισμό στο δέρμα, τα μάτια και τους βλεννογόνους. Επίσης περιέχει βουτυλοϋδροξυανισόλη Ε320, η οποία μπορεί να προκαλέσει τοπικές δερματικές αντιδράσεις (π.χ. δερματίτιδα από επαφή) ή ερεθισμό στα μάτια και τους βλεννογόνους.
swap_horiz
SPC-PEVARYL

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Από του στόματος αντιπηκτικά (π.χ. βαρφαρίνη, ασενοκουμαρόλη)
    Προσοχή
    Θεωρητική πιθανότητα ανταγωνιστικής αλληλεπίδρασης με CYP3A4/2C9. Έχουν αναφερθεί αλληλεπιδράσεις.
    ΣύστασηΧρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή και παρακολούθηση της αντιπηκτικής δράσης.
  • Προϊόντα από λάτεξ (π.χ. αντισυλληπτικά διαφράγματα, προφυλακτικά)
    Παρακολούθηση
    Τα συστατικά της κρέμας PEVARYL μπορεί να καταστρέψουν το λάτεξ.
    ΣύστασηΗ επαφή πρέπει να αποφεύγεται.
  • Σπερματοκτόνα αντισυλληπτικά
    Παρακολούθηση
    Οποιαδήποτε τοπική κολπική θεραπεία μπορεί να αδρανοποιήσει το σπερματοκτόνο αντισυλληπτικό.
    ΣύστασηΟι ασθενείς πρέπει να συμβουλεύονται τον γιατρό τους.
sick
SPC-PEVARYL

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Κνησμός
  • Αίσθηση καύσου του δέρματος
  • Εξάνθημα
  • Ερύθημα
  • Αγγειοοίδημα
  • Κνίδωση
  • Δερματίτιδα από επαφή
  • Αποφολίδωση δέρματος
Αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
  • Αίσθηση αιδοιοκολπικού καύσου
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Άλγος της θέσης εφαρμογής
  • Ερεθισμός της θέσης εφαρμογής
  • Οίδημα της θέσης εφαρμογής
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Υπερευαισθησία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Κνησμός
    Δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Συχνές
  • Αίσθηση καύσου του δέρματος
    Δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Συχνές
  • Αίσθηση αιδοιοκολπικού καύσου
    Αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Ερύθημα
    Δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές
  • Κνίδωση
    Δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές
  • Δερματίτιδα από επαφή
    Δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές
  • Αποφολίδωση δέρματος
    Δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές
  • Υπερευαισθησία
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Άλγος της θέσης εφαρμογής
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Μη γνωστές
  • Ερεθισμός της θέσης εφαρμογής
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Μη γνωστές
  • Οίδημα της θέσης εφαρμογής
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Μη γνωστές
pregnant_woman
SPC-PEVARYL

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Με προσοχή
    Το PEVARYL δεν πρέπει να χορηγείται κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης εκτός εάν ο γιατρός θεωρεί ότι είναι απαραίτητο για την ασθενή. Το PEVARYL μπορεί να χορηγηθεί κατά το δεύτερο ή τρίτο τρίμηνο της κύησης αν το αναμενόμενο όφελος για τη μητέρα υπερτερεί των πιθανών κινδύνων για το έμβρυο.
  • Γαλουχία
    Με προσοχή
    Δεν είναι γνωστό αν η νιτρική εκοναζόλη εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Συνιστάται προσοχή όταν χορηγείται PEVARYL και η ασθενής θηλάζει.
  • Γονιμότητα
    Ασφαλές
    Αποτελέσματα από μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα δεν έδειξαν επίδραση της εκοναζόλης στη γονιμότητα.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Αλληλεπιδρά με την 14-α-μεθυλισάση, ένζυμο του κυτοχρώματος P-450 που είναι απαραίτητο για τη μετατροπή της λανοστερόλης σε εργοστερόλη. Δεδομένου ότι η εργοστερόλη αποτελεί βασικό στοιχείο της κυτταρικής μεμβράνης του μύκητα, η αναστολή της σύνθεσής της…
monitor_heart
SPC-PEVARYL

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιλοιμώδη και αντισηπτικά, εκτός συνδυασμών με κορτικοστεροειδή, παράγωγα ιμιδαζόλης. Κωδικός ATC: G01AF05. ### Μηχανισμός δράσης Η νιτρική εκοναζόλη δρα καταστρέφοντας τις κυτταρικές μεμβράνες των μυκήτων, προκαλώντας…

biotech
SPC-PEVARYL

Φαρμακοκινητική

expand_more

Απορρόφηση Η συστηματική απορρόφηση της εκοναζόλης είναι εξαιρετικά χαμηλή μετά από κολπική εφαρμογή. Έπειτα από κολπική εφαρμογή της κρέμας νιτρικής εκοναζόλης, απορροφήθηκε περίπου το 5% έως 7% της δόσης. Οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις της εκοναζόλης…

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Ηπατικός. Ηπατικός.
bloodtype
PubChem

Απέκκριση

expand_more
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Μετά από τοπική εφαρμογή στο δέρμα υγιών ατόμων, η συστηματική απορρόφηση του νιτρικού άλατος εκοναζόλης είναι εξαιρετικά χαμηλή. Παρόλο που το μεγαλύτερο μέρος του φαρμάκου που εφαρμόζεται παραμένει στην επιφάνεια του…

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-PEVARYL
expand_more

Δοσολογία

Ενήλικες γυναίκες

  • Κολπική κρέμα: Το περιεχόμενο ενός γεμάτου προωθητήρα (applicator) χορηγείται στον κόλπο, μια φορά την ημέρα, κατά την κατάκλιση, για όχι λιγότερο διάστημα από 14 συνεχείς ημέρες. Η θεραπεία πρέπει να συνεχισθεί για όλο το διάστημα και αν ακόμη τα υποκειμενικά συμπτώματα (κνησμός και λευκόρροια) έχουν παρέλθει.
  • 150 mg κολπικά υπόθετα: Ένα υπόθετο τοποθετείται βαθιά στον κόλπο, μία φορά την ημέρα, για τρεις συνεχείς ημέρες. Αυτό επιτυγχάνεται καλύτερα στην ύπτια θέση. Σε περίπτωση υποτροπής ή αν η καλλιέργεια μετά από μία εβδομάδα θεραπείας είναι θετική, ένας δεύτερος κύκλος θεραπείας πρέπει να πραγματοποιηθεί.

Οι έγκυες γυναίκες θα πρέπει να πλένουν σχολαστικά τα χέρια τους πριν από την αυτο-χορήγηση των υπόθετων PEVARYL (βλέπε παράγραφο 4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία για περαιτέρω συστάσεις). Επιπλέον, όσον αφορά στην κρέμα PEVARYL συνιστάται η χορήγηση να λαμβάνει χώρα χωρίς τη χρήση του προωθητήρα ή να πραγματοποιείται από τον ιατρό.

Άνδρες

Πλύνετε και στεγνώστε το πέος και κατόπιν απλώστε την κρέμα στη βάλανο και στην ακροποσθία, μία φορά την ημέρα για 14 συνεχείς ημέρες.

Ειδικοί πληθυσμοί

  • Παιδιά (2 έως 16 ετών): Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά δεν έχει τεκμηριωθεί.
  • Ηλικιωμένοι: Τα δεδομένα είναι ανεπαρκή για τη χρήση του PEVARYL σε ηλικιωμένους (>65 ετών).
block

Αντενδείξεις

SPC-PEVARYL
expand_more
Το PEVARYL αντενδείκνυται σε άτομα που έχουν εμφανίσει υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε από τα συστατικά του, που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-PEVARYL
expand_more
Μόνο για ενδοκολπική χρήση. Το PEVARYL δεν προορίζεται για οφθαλμική ή από στόματος χρήση. Η ταυτόχρονη χρήση προφυλακτικών από λάτεξ ή διαφραγμάτων με κολπικά σκευάσματα κατά των μολύνσεων μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα των αντισυλληπτικών παραγόντων από λάτεξ. Συνεπώς, προϊόντα όπως η κρέμα PEVARYL δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται συγχρόνως με διάφραγμα ή προφυλακτικό από λάτεξ. Οι ασθενείς που χρησιμοποιούν σπερματοκτόνα αντισυλληπτικά πρέπει να συμβουλευθούν τον γιατρό τους, επειδή μια οποιαδήποτε τοπική κολπική θεραπεία μπορεί να αδρανοποιήσει το σπερματοκτόνο αντισυλληπτικό (βλ. παράγραφο 4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης). Το PEVARYL δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλες εσωτερικές ή εξωτερικές θεραπείες των γεννητικών οργάνων. Αν εμφανισθεί σημαντικός ερεθισμός ή ευαισθησία η θεραπεία πρέπει να διακοπεί. Ασθενείς με ευαισθησία στις ιμιδαζόλες έχουν επίσης αναφέρει ευαισθησία στη νιτρική εκοναζόλη. Προειδοποιήσεις σχετικά με περιεχόμενα έκδοχα: Η κολπική κρέμα PEVARYL περιέχει βενζοϊκό οξύ Ε210, το οποίο μπορεί να προκαλέσει ήπιο ερεθισμό στο δέρμα, τα μάτια και τους βλεννογόνους. Επίσης περιέχει βουτυλοϋδροξυανισόλη Ε320, η οποία μπορεί να προκαλέσει τοπικές δερματικές αντιδράσεις (π.χ. δερματίτιδα από επαφή) ή ερεθισμό στα μάτια και τους βλεννογόνους.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-PEVARYL
expand_more

Η εκοναζόλη είναι γνωστός αναστολέας του CYP3A4/2C9. Αν και δεν έχει μελετηθεί, βάσει της χημικής ομοιότητας της εκοναζόλης με άλλα παράγωγα του ιμιδαζολίου, υφίσταται μια θεωρητική πιθανότητα για ανταγωνιστική αλληλεπίδραση με ουσίες που μεταβολίζονται μέσω του CYP3A4/2C9. Λόγω της περιορισμένης συστηματικής διαθεσιμότητας μετά από κολπική χορήγηση (βλέπε παράγραφο 5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες), κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις είναι απίθανο να εμφανισθούν, ωστόσο έχουν αναφερθεί με τα από στόματος αντιπηκτικά.

Στους ασθενείς που λαμβάνουν αντιπηκτικά από στόματος, όπως βαρφαρίνη και ασενοκουμαρόλη, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή και παρακολούθηση της αντιπηκτικής δράσης.

Η επαφή μεταξύ των προϊόντων από λάτεξ όπως αντισυλληπτικών διαφραγμάτων ή προφυλακτικών και της κρέμας PEVARYL θα πρέπει να αποφεύγεται, καθώς τα συστατικά της κρέμας PEVARYL μπορεί να καταστρέψουν το λάτεξ. Ασθενείς που χρησιμοποιούν σπερματοκτόνα αντισυλληπτικά θα πρέπει να συμβουλεύονται τον γιατρό τους καθώς οποιαδήποτε τοπική κολπική θεραπεία μπορεί να αδρανοποιήσει το σπερματοκτόνο αντισυλληπτικό (βλέπε παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-PEVARYL
expand_more

Η ασφάλεια της κολπικής κρέμας και των κολπικών υποθέτων PEVARYL αξιολογήθηκε σε 3.630 ασθενείς που έλαβαν μέρος σε 32 κλινικές δοκιμές. Με βάση τα συγκεντρωτικά δεδομένα από αυτές τις κλινικές δοκιμές, οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν (με% συχνότητα εμφάνισης): κνησμός (1,2%) και αίσθηση καύσου στο δέρμα (1,2%).

Συμπεριλαμβανομένων των ανεπιθύμητων ενεργειών που προαναφέρθηκαν, ο ακόλουθος πίνακας παρουσιάζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί με τη χρήση της κολπικής κρέμας και των κολπικών υποθέτων PEVARYL είτε σε κλινικές δοκιμές είτε κατά την εμπειρία από την κυκλοφορία του προϊόντος.

Οι συχνότητες που παρουσιάζονται ακολουθούν την εξής συνθήκη: Πολύ συχνές ( 1/10), συχνές ( 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές ( 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες ( 1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Πίνακας 1: Ανεπιθύμητες ενέργειες

Κατηγορία/οργανικό σύστημα
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Υπερευαισθησία
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Κνησμός, αίσθηση καύσου του δέρματος Εξάνθημα Ερύθημα
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Αίσθηση αιδοιοκολπικού καύσου
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Άλγος της θέσης εφαρμογής, ερεθισμός της θέσης εφαρμογής, οίδημα της θέσης εφαρμογής

Σημείωση: Οι όροι «αγγειοοίδημα», «ερύθημα», «κνίδωση», «υπερευαισθησία», «δερματίτιδα από επαφή», «αποφολίδωση δέρματος», «άλγος της θέσης εφαρμογής», «ερεθισμός της θέσης εφαρμογής» και «οίδημα της θέσης εφαρμογής» παρουσιάζονται ως προτιμώμενοι όροι της Έκδοσης 13.0 του MedDRA (Medical Dictionary for Regulatory Activities). Οι όροι για τις άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται, παρουσιάζονται ως προτιμώμενοι όροι της Έκδοσης 12.0 του MedDRA.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-PEVARYL
expand_more

Κύηση

Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλέπε Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια).

Επειδή υφίσταται κολπική απορρόφηση, το PEVARYL δεν πρέπει να χορηγείται κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης εκτός εάν ο γιατρός θεωρεί ότι είναι απαραίτητο για την ασθενή. Το PEVARYL μπορεί να χορηγηθεί κατά το δεύτερο ή τρίτο τρίμηνο της κύησης αν το αναμενόμενο όφελος για τη μητέρα υπερτερεί των πιθανών κινδύνων για το έμβρυο.

Θηλασμός

Μετά από στόματος χορήγηση της νιτρικής εκοναζόλης σε θηλάζοντες αρουραίους, η εκοναζόλη και/ή οι μεταβολίτες της εκκρίνονταν στο γάλα και ανιχνεύθηκαν στα μικρά που θήλαζαν. Δεν είναι γνωστό αν η νιτρική εκοναζόλη εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.

Συνιστάται προσοχή όταν χορηγείται PEVARYL και η ασθενής θηλάζει.

Γονιμότητα

Αποτελέσματα από μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα δεν έδειξαν επίδραση της εκοναζόλης στη γονιμότητα (βλέπε Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια).

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-PEVARYL
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιλοιμώδη και αντισηπτικά, εκτός συνδυασμών με κορτικοστεροειδή, παράγωγα ιμιδαζόλης. Κωδικός ATC: G01AF05.

Μηχανισμός δράσης

Η νιτρική εκοναζόλη δρα καταστρέφοντας τις κυτταρικές μεμβράνες των μυκήτων, προκαλώντας έτσι αυξημένη διαπερατότητα. Οι υποκυτταρικές μεμβράνες στο κυτταρόπλασμα υφίστανται βλάβες. Το πιο πιθανό σημείο της δράσης είναι η ακυλ-ομάδα του ακόρεστου λιπαρού οξέος των φωσφολιπιδίων της μεμβράνης.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Μικροβιολογία

Ένα ευρύ φάσμα αντιμυκητιασικής δράσης έχει τεκμηριωθεί έναντι δερματοφύτων, ζυμομυκήτων και υφομυκήτων. Έχει επίσης βρεθεί μία κλινικά σχετική δράση έναντι των θετικών κατά Gram βακτηρίων.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-PEVARYL
expand_more

Απορρόφηση

Η συστηματική απορρόφηση της εκοναζόλης είναι εξαιρετικά χαμηλή μετά από κολπική εφαρμογή. Έπειτα από κολπική εφαρμογή της κρέμας νιτρικής εκοναζόλης, απορροφήθηκε περίπου το 5% έως 7% της δόσης. Οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις της εκοναζόλης και/ή των μεταβολιτών της στο πλάσμα/ορό παρατηρήθηκαν 1 έως 2 ημέρες μετά τη χορήγηση της δόσης και ήταν περίπου 20 έως 40 ng/mL για την κολπική κρέμα και 65 ng/mL για τα κολπικά υπόθετα 150mg.

Κατανομή

Η εκοναζόλη και/ή οι μεταβολίτες της στη συστηματική κυκλοφορία συνδέονται εκτενώς (>98%) με τις πρωτεΐνες του ορού.

Μεταβολισμός

Η εκοναζόλη που φτάνει στη συστηματική κυκλοφορία έχει μεταβολισθεί εκτενώς μέσω οξείδωσης του ιμιδαζολικού δακτυλίου, ακολουθούμενης από Ο-απαλκυλίωση και γλυκουρονιδίωση.

Απέκκριση

Η εκοναζόλη και οι μεταβολίτες της αποβάλλονται στα ούρα και στα κόπρανα.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Οδός χορήγησης

vaginal

Μορφή

spray, vaginal

Σκευάσματα σε κυκλοφορία

1
science

Scientific Profile

CID
3198
Μοριακός τύπος
C18H15Cl3N2O
Μοριακό βάρος
381.7
IUPAC
1-[2-[(4-chlorophenyl)methoxy]-2-(2,4-dichlorophenyl)ethyl]imidazole
InChIKey
LEZWWPYKPKIXLL-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

Ουσίες που καταστρέφουν τους μύκητες καταστέλλοντας την ικανότητά τους να αναπτύσσονται ή να αναπαράγονται. Διαφέρουν από τους ΒΙΟΚΤΟΝΟΥΣ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟΥΣ επειδή προστατεύουν από μύκητες που υπάρχουν σε ανθρώπινους ή ζωικούς ιστούς.

Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά την STEROL 14-DEMETHYLASE. Μια ποικιλία αντιμυκητιασικών παραγόντων που προέρχονται από αζόλες δρουν μέσω αυτού του μηχανισμού.

Σχετικά Εργαλεία