ECONAZOLE
Εκοναζόλη
Για τοπική εφαρμογή στη θεραπεία δερματομυκητιάσεων ποδιού (tinea pedis), βουβωνικής περιοχής (tinea cruris) και σώματος (tinea corporis) που προκαλούνται από *Trichophyton rubrum*, *Trichophyton mentagrophytes*, *Trichophyton tonsurans*, *Microsporum canis*, *Microsporum …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-PEVARYL
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Κολπική (κρέμα, υπόθετα)
- Χορήγηση: Κατά την κατάκλιση (κρέμα), μία φορά την ημέρα (υπόθετα)
- Δόση έναρξης: Δεν αναφέρεται σαφώς για νέα ενήλικη ασθενή, αλλά οι δόσεις περιγράφονται μεμονωμένα για άνδρες και γυναίκες.
- Τιτλοποίηση: Δεν αναφέρεται
-
Ενήλικες γυναίκες (Κολπική κρέμα)Δόση1 εφαρμογή την ημέρα, κατά την κατάκλιση, για 14 συνεχείς ημέρεςΗ θεραπεία πρέπει να συνεχισθεί για όλο το διάστημα και αν ακόμη τα υποκειμενικά συμπτώματα (κνησμός και λευκόρροια) έχουν παρέλθει.
-
Ενήλικες γυναίκες (150 mg κολπικά υπόθετα)Δόση1 υπόθετο την ημέρα, για τρεις συνεχείς ημέρεςΣε περίπτωση υποτροπής ή αν η καλλιέργεια μετά από μία εβδομάδα θεραπείας είναι θετική, ένας δεύτερος κύκλος θεραπείας πρέπει να πραγματοποιηθεί. Οι έγκυες γυναίκες θα πρέπει να πλένουν σχολαστικά τα χέρια τους πριν από την αυτο-χορήγηση. Συνιστάται η χορήγηση να λαμβάνει χώρα χωρίς τη χρήση του προωθητήρα ή να πραγματοποιείται από τον ιατρό.
-
ΆνδρεςΔόση1 εφαρμογή την ημέρα, για 14 συνεχείς ημέρεςΠλύνετε και στεγνώστε το πέος και κατόπιν απλώστε την κρέμα στη βάλανο και στην ακροποσθία.
-
Παιδιά (2 έως 16 ετών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά δεν έχει τεκμηριωθεί.
-
Ηλικιωμένοι (>65 ετών)Τα δεδομένα είναι ανεπαρκή για τη χρήση του PEVARYL σε ηλικιωμένους.
block
SPC-PEVARYL
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε από τα συστατικά του
warning
SPC-PEVARYL
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Μη οφθαλμική ή από στόματος χρήση
-
Ταυτόχρονη χρήση προφυλακτικών από λάτεξ ή διαφραγμάτων
-
Ταυτόχρονη χρήση με σπερματοκτόνα αντισυλληπτικά
-
Χρήση σε συνδυασμό με άλλες θεραπείες
-
Ερεθισμός ή ευαισθησία
-
Ευαισθησία στις ιμιδαζόλες
-
Περιεχόμενα έκδοχαΗ κολπική κρέμα PEVARYL περιέχει βενζοϊκό οξύ Ε210, το οποίο μπορεί να προκαλέσει ήπιο ερεθισμό στο δέρμα, τα μάτια και τους βλεννογόνους. Επίσης περιέχει βουτυλοϋδροξυανισόλη Ε320, η οποία μπορεί να προκαλέσει τοπικές δερματικές αντιδράσεις (π.χ. δερματίτιδα από επαφή) ή ερεθισμό στα μάτια και τους βλεννογόνους.
swap_horiz
SPC-PEVARYL
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Από του στόματος αντιπηκτικά (π.χ. βαρφαρίνη, ασενοκουμαρόλη)ΠροσοχήΘεωρητική πιθανότητα ανταγωνιστικής αλληλεπίδρασης με CYP3A4/2C9. Έχουν αναφερθεί αλληλεπιδράσεις.ΣύστασηΧρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή και παρακολούθηση της αντιπηκτικής δράσης.
-
Προϊόντα από λάτεξ (π.χ. αντισυλληπτικά διαφράγματα, προφυλακτικά)ΠαρακολούθησηΤα συστατικά της κρέμας PEVARYL μπορεί να καταστρέψουν το λάτεξ.ΣύστασηΗ επαφή πρέπει να αποφεύγεται.
-
Σπερματοκτόνα αντισυλληπτικάΠαρακολούθησηΟποιαδήποτε τοπική κολπική θεραπεία μπορεί να αδρανοποιήσει το σπερματοκτόνο αντισυλληπτικό.ΣύστασηΟι ασθενείς πρέπει να συμβουλεύονται τον γιατρό τους.
sick
SPC-PEVARYL
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Κνησμός
- Αίσθηση καύσου του δέρματος
- Εξάνθημα
- Ερύθημα
- Αγγειοοίδημα
- Κνίδωση
- Δερματίτιδα από επαφή
- Αποφολίδωση δέρματος
- Αίσθηση αιδοιοκολπικού καύσου
- Άλγος της θέσης εφαρμογής
- Ερεθισμός της θέσης εφαρμογής
- Οίδημα της θέσης εφαρμογής
- Υπερευαισθησία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΑίσθηση καύσου του δέρματοςΔέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΑίσθηση αιδοιοκολπικού καύσουΑναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΕρύθημαΔέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΔερματίτιδα από επαφήΔέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΑποφολίδωση δέρματοςΔέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησίαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΆλγος της θέσης εφαρμογήςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΕρεθισμός της θέσης εφαρμογήςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΟίδημα της θέσης εφαρμογήςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
SPC-PEVARYL
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΤο PEVARYL δεν πρέπει να χορηγείται κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης εκτός εάν ο γιατρός θεωρεί ότι είναι απαραίτητο για την ασθενή. Το PEVARYL μπορεί να χορηγηθεί κατά το δεύτερο ή τρίτο τρίμηνο της κύησης αν το αναμενόμενο όφελος για τη μητέρα υπερτερεί των πιθανών κινδύνων για το έμβρυο.
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΔεν είναι γνωστό αν η νιτρική εκοναζόλη εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Συνιστάται προσοχή όταν χορηγείται PEVARYL και η ασθενής θηλάζει.
-
ΓονιμότηταΑσφαλέςΑποτελέσματα από μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα δεν έδειξαν επίδραση της εκοναζόλης στη γονιμότητα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-PEVARYL
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιλοιμώδη και αντισηπτικά, εκτός συνδυασμών με κορτικοστεροειδή, παράγωγα ιμιδαζόλης. Κωδικός ATC: G01AF05. ### Μηχανισμός δράσης Η νιτρική εκοναζόλη δρα καταστρέφοντας τις κυτταρικές μεμβράνες των μυκήτων, προκαλώντας…
biotech
SPC-PEVARYL
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Η συστηματική απορρόφηση της εκοναζόλης είναι εξαιρετικά χαμηλή μετά από κολπική εφαρμογή. Έπειτα από κολπική εφαρμογή της κρέμας νιτρικής εκοναζόλης, απορροφήθηκε περίπου το 5% έως 7% της δόσης. Οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις της εκοναζόλης…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-PEVARYL
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Ενήλικες γυναίκες
- Κολπική κρέμα: Το περιεχόμενο ενός γεμάτου προωθητήρα (applicator) χορηγείται στον κόλπο, μια φορά την ημέρα, κατά την κατάκλιση, για όχι λιγότερο διάστημα από 14 συνεχείς ημέρες. Η θεραπεία πρέπει να συνεχισθεί για όλο το διάστημα και αν ακόμη τα υποκειμενικά συμπτώματα (κνησμός και λευκόρροια) έχουν παρέλθει.
- 150 mg κολπικά υπόθετα: Ένα υπόθετο τοποθετείται βαθιά στον κόλπο, μία φορά την ημέρα, για τρεις συνεχείς ημέρες. Αυτό επιτυγχάνεται καλύτερα στην ύπτια θέση. Σε περίπτωση υποτροπής ή αν η καλλιέργεια μετά από μία εβδομάδα θεραπείας είναι θετική, ένας δεύτερος κύκλος θεραπείας πρέπει να πραγματοποιηθεί.
Οι έγκυες γυναίκες θα πρέπει να πλένουν σχολαστικά τα χέρια τους πριν από την αυτο-χορήγηση των υπόθετων PEVARYL (βλέπε παράγραφο 4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία για περαιτέρω συστάσεις). Επιπλέον, όσον αφορά στην κρέμα PEVARYL συνιστάται η χορήγηση να λαμβάνει χώρα χωρίς τη χρήση του προωθητήρα ή να πραγματοποιείται από τον ιατρό.
Άνδρες
Πλύνετε και στεγνώστε το πέος και κατόπιν απλώστε την κρέμα στη βάλανο και στην ακροποσθία, μία φορά την ημέρα για 14 συνεχείς ημέρες.
Ειδικοί πληθυσμοί
- Παιδιά (2 έως 16 ετών): Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά δεν έχει τεκμηριωθεί.
- Ηλικιωμένοι: Τα δεδομένα είναι ανεπαρκή για τη χρήση του PEVARYL σε ηλικιωμένους (>65 ετών).
block
Αντενδείξεις
SPC-PEVARYL
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-PEVARYL
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-PEVARYL
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Η εκοναζόλη είναι γνωστός αναστολέας του CYP3A4/2C9. Αν και δεν έχει μελετηθεί, βάσει της χημικής ομοιότητας της εκοναζόλης με άλλα παράγωγα του ιμιδαζολίου, υφίσταται μια θεωρητική πιθανότητα για ανταγωνιστική αλληλεπίδραση με ουσίες που μεταβολίζονται μέσω του CYP3A4/2C9. Λόγω της περιορισμένης συστηματικής διαθεσιμότητας μετά από κολπική χορήγηση (βλέπε παράγραφο 5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες), κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις είναι απίθανο να εμφανισθούν, ωστόσο έχουν αναφερθεί με τα από στόματος αντιπηκτικά.
Στους ασθενείς που λαμβάνουν αντιπηκτικά από στόματος, όπως βαρφαρίνη και ασενοκουμαρόλη, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή και παρακολούθηση της αντιπηκτικής δράσης.
Η επαφή μεταξύ των προϊόντων από λάτεξ όπως αντισυλληπτικών διαφραγμάτων ή προφυλακτικών και της κρέμας PEVARYL θα πρέπει να αποφεύγεται, καθώς τα συστατικά της κρέμας PEVARYL μπορεί να καταστρέψουν το λάτεξ. Ασθενείς που χρησιμοποιούν σπερματοκτόνα αντισυλληπτικά θα πρέπει να συμβουλεύονται τον γιατρό τους καθώς οποιαδήποτε τοπική κολπική θεραπεία μπορεί να αδρανοποιήσει το σπερματοκτόνο αντισυλληπτικό (βλέπε παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-PEVARYL
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Η ασφάλεια της κολπικής κρέμας και των κολπικών υποθέτων PEVARYL αξιολογήθηκε σε 3.630 ασθενείς που έλαβαν μέρος σε 32 κλινικές δοκιμές. Με βάση τα συγκεντρωτικά δεδομένα από αυτές τις κλινικές δοκιμές, οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν (με% συχνότητα εμφάνισης): κνησμός (1,2%) και αίσθηση καύσου στο δέρμα (1,2%).
Συμπεριλαμβανομένων των ανεπιθύμητων ενεργειών που προαναφέρθηκαν, ο ακόλουθος πίνακας παρουσιάζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί με τη χρήση της κολπικής κρέμας και των κολπικών υποθέτων PEVARYL είτε σε κλινικές δοκιμές είτε κατά την εμπειρία από την κυκλοφορία του προϊόντος.
Οι συχνότητες που παρουσιάζονται ακολουθούν την εξής συνθήκη: Πολύ συχνές ( 1/10), συχνές ( 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές ( 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες ( 1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Πίνακας 1: Ανεπιθύμητες ενέργειες
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | |||
|---|---|---|---|
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία | ||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Κνησμός, αίσθηση καύσου του δέρματος | Εξάνθημα | Ερύθημα |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Αίσθηση αιδοιοκολπικού καύσου | ||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Άλγος της θέσης εφαρμογής, ερεθισμός της θέσης εφαρμογής, οίδημα της θέσης εφαρμογής |
Σημείωση: Οι όροι «αγγειοοίδημα», «ερύθημα», «κνίδωση», «υπερευαισθησία», «δερματίτιδα από επαφή», «αποφολίδωση δέρματος», «άλγος της θέσης εφαρμογής», «ερεθισμός της θέσης εφαρμογής» και «οίδημα της θέσης εφαρμογής» παρουσιάζονται ως προτιμώμενοι όροι της Έκδοσης 13.0 του MedDRA (Medical Dictionary for Regulatory Activities). Οι όροι για τις άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται, παρουσιάζονται ως προτιμώμενοι όροι της Έκδοσης 12.0 του MedDRA.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-PEVARYL
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλέπε Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια).
Επειδή υφίσταται κολπική απορρόφηση, το PEVARYL δεν πρέπει να χορηγείται κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης εκτός εάν ο γιατρός θεωρεί ότι είναι απαραίτητο για την ασθενή. Το PEVARYL μπορεί να χορηγηθεί κατά το δεύτερο ή τρίτο τρίμηνο της κύησης αν το αναμενόμενο όφελος για τη μητέρα υπερτερεί των πιθανών κινδύνων για το έμβρυο.
Θηλασμός
Μετά από στόματος χορήγηση της νιτρικής εκοναζόλης σε θηλάζοντες αρουραίους, η εκοναζόλη και/ή οι μεταβολίτες της εκκρίνονταν στο γάλα και ανιχνεύθηκαν στα μικρά που θήλαζαν. Δεν είναι γνωστό αν η νιτρική εκοναζόλη εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
Συνιστάται προσοχή όταν χορηγείται PEVARYL και η ασθενής θηλάζει.
Γονιμότητα
Αποτελέσματα από μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα δεν έδειξαν επίδραση της εκοναζόλης στη γονιμότητα (βλέπε Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-PEVARYL
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιλοιμώδη και αντισηπτικά, εκτός συνδυασμών με κορτικοστεροειδή, παράγωγα ιμιδαζόλης. Κωδικός ATC: G01AF05.
Μηχανισμός δράσης
Η νιτρική εκοναζόλη δρα καταστρέφοντας τις κυτταρικές μεμβράνες των μυκήτων, προκαλώντας έτσι αυξημένη διαπερατότητα. Οι υποκυτταρικές μεμβράνες στο κυτταρόπλασμα υφίστανται βλάβες. Το πιο πιθανό σημείο της δράσης είναι η ακυλ-ομάδα του ακόρεστου λιπαρού οξέος των φωσφολιπιδίων της μεμβράνης.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Μικροβιολογία
Ένα ευρύ φάσμα αντιμυκητιασικής δράσης έχει τεκμηριωθεί έναντι δερματοφύτων, ζυμομυκήτων και υφομυκήτων. Έχει επίσης βρεθεί μία κλινικά σχετική δράση έναντι των θετικών κατά Gram βακτηρίων.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-PEVARYL
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Η συστηματική απορρόφηση της εκοναζόλης είναι εξαιρετικά χαμηλή μετά από κολπική εφαρμογή. Έπειτα από κολπική εφαρμογή της κρέμας νιτρικής εκοναζόλης, απορροφήθηκε περίπου το 5% έως 7% της δόσης. Οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις της εκοναζόλης και/ή των μεταβολιτών της στο πλάσμα/ορό παρατηρήθηκαν 1 έως 2 ημέρες μετά τη χορήγηση της δόσης και ήταν περίπου 20 έως 40 ng/mL για την κολπική κρέμα και 65 ng/mL για τα κολπικά υπόθετα 150mg.
Κατανομή
Η εκοναζόλη και/ή οι μεταβολίτες της στη συστηματική κυκλοφορία συνδέονται εκτενώς (>98%) με τις πρωτεΐνες του ορού.
Μεταβολισμός
Η εκοναζόλη που φτάνει στη συστηματική κυκλοφορία έχει μεταβολισθεί εκτενώς μέσω οξείδωσης του ιμιδαζολικού δακτυλίου, ακολουθούμενης από Ο-απαλκυλίωση και γλυκουρονιδίωση.
Απέκκριση
Η εκοναζόλη και οι μεταβολίτες της αποβάλλονται στα ούρα και στα κόπρανα.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η εκοναζόλη είναι ένα αντιμυκητιασικό φάρμακο που σχετίζεται με τη φλουκοναζόλη (Diflucan), την κετοκοναζόλη (Nizoral), την ιτρακοναζόλη (Sporanox) και την κλοτριμαζόλη (Lotrimin, Mycelex). Η εκοναζόλη εμποδίζει τους μυκητιακούς οργανισμούς από το να παράγουν ζωτικές ουσίες απαραίτητες για την ανάπτυξη και τη λειτουργία τους. Αυτό το φάρμακο είναι αποτελεσματικό μόνο για λοιμώξεις που προκαλούνται από μυκητιακούς οργανισμούς. Δεν θα λειτουργήσει για βακτηριακές ή ιογενείς λοιμώξεις.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η εκοναζόλη αλληλεπιδρά με την 14-α-δημυθυλάση, ένα ένζυμο κυτοχρώματος P-450 απαραίτητο για τη μετατροπή της λανωστερόλης σε εργοστερόλη. Δεδομένου ότι η εργοστερόλη είναι ένα ουσιαστικό συστατικό της κυτταρικής μεμβράνης των μυκήτων, η αναστολή της σύνθεσής της οδηγεί σε αυξημένη κυτταρική διαπερατότητα προκαλώντας διαρροή του κυτταρικού περιεχομένου. Η εκοναζόλη μπορεί επίσης να αναστέλλει την ενδογενή αναπνοή, να αλληλεπιδρά με φωσφολιπίδια της μεμβράνης, να αναστέλλει τον μετασχηματισμό των ζυμών σε μυκηλιακές μορφές, να αναστέλλει την πρόσληψη πουρίνης και να διαταράσσει τη βιοσύνθεση τριγλυκεριδίων ή/και φωσφολιπιδίων.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μετά από τοπική εφαρμογή στο δέρμα υγιών ατόμων, η συστηματική απορρόφηση του νιτρικού άλατος εκοναζόλης είναι εξαιρετικά χαμηλή. Παρόλο που το μεγαλύτερο μέρος του φαρμάκου που εφαρμόζεται παραμένει στην επιφάνεια του δέρματος, ανιχνεύθηκαν συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο στρώμα κερατινοποιημένων κυττάρων, οι οποίες υπερέβαιναν κατά πολύ την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση για δερματόφυτα.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ηπατικός.
Ηπατικός.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που καταστρέφουν τους μύκητες καταστέλλοντας την ικανότητά τους να αναπτύσσονται ή να αναπαράγονται. Διαφέρουν από τους ΒΙΟΚΤΟΝΟΥΣ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟΥΣ επειδή προστατεύουν από μύκητες που υπάρχουν σε ανθρώπινους ή ζωικούς ιστούς.
Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά την STEROL 14-DEMETHYLASE. Μια ποικιλία αντιμυκητιασικών παραγόντων που προέρχονται από αζόλες δρουν μέσω αυτού του μηχανισμού.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
6Z1Y2V4A7M
ECONAZOLE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αζολικό Αντιμυκητιασικό
Χημική Δομή [CS] - Αζόλες
Η εκοναζόλη είναι ένα Αζολικό Αντιμυκητιασικό.
Οδός χορήγησης
Μορφή
Σκευάσματα σε κυκλοφορία
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που καταστρέφουν τους μύκητες καταστέλλοντας την ικανότητά τους να αναπτύσσονται ή να αναπαράγονται. Διαφέρουν από τους ΒΙΟΚΤΟΝΟΥΣ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟΥΣ επειδή προστατεύουν από μύκητες που υπάρχουν σε ανθρώπινους ή ζωικούς ιστούς.
Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά την STEROL 14-DEMETHYLASE. Μια ποικιλία αντιμυκητιασικών παραγόντων που προέρχονται από αζόλες δρουν μέσω αυτού του μηχανισμού.