Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ L01CB01 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

ETOPOSIDE

Ετοποσίδη

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Κυτταροστατικά, φυτικά αλκαλοειδή και άλλα φυσικά προϊόντα, παράγωγα ποδοφυλλοτοξίνης, κωδικός ATC: L01CB01 ### Μηχανισμός δράσης Η κύρια επίδραση της ετοποσίδης φαίνεται να είναι στο όψιμο τμήμα S και στο πρώιμο τμήμα G2 του κυτταρικού κύκλου σε …

Εμπορικά Ονόματα

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
ενδοφλέβια έγχυση
Χορήγηση:
συνήθως επί σε διάστημα 30 έως 60 λεπτών
Δόση έναρξης:
50 έως 100 mg/m2/ημέρα
Τιτλοποίηση:
Οι δόσεις μετά την αρχική δόση θα πρέπει να προσαρμόζονται, εάν ο αριθμός των ουδετερόφιλων είναι κάτω από 500 κύτταρα/mm3 για περισσότερο από 5 ημέρες. Επιπλέον, η δόση πρέπει να προσαρμόζεται σε περίπτωση εμφάνισης πυρετού, λοιμώξεων ή σε αριθμό θρομβοκυττάρων κάτω από 25.000 κύτταρα/mm3, που δεν προκαλείται από την ασθένεια. Οι δόσεις παρακολούθησης θα πρέπει να ρυθμίζονται σε περίπτωση εμφάνισης τοξικοτήτων βαθμού 3 ή 4.
  • Ενήλικος πληθυσμός
    Δόση50 έως 100 mg/m2/ημέρα (ημέρες 1-5) ή 100 έως 120 mg/m2 (ημέρες 1, 3, 5) κάθε 3 έως 4 εβδομάδες
    Σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα. Προσαρμογή δόσης λόγω μυελοκαταστολής από άλλα φάρμακα, ακτινοθεραπεία ή χημειοθεραπεία. Προσαρμογή δόσης εάν ο αριθμός των ουδετερόφιλων είναι κάτω από 500 κύτταρα/mm3 για περισσότερο από 5 ημέρες, σε εμφάνιση πυρετού, λοιμώξεων ή σε αριθμό θρομβοκυττάρων κάτω από 25.000 κύτταρα/mm3 που δεν προκαλείται από την ασθένεια. Προσαρμογή δόσης σε τοξικότητες βαθμού 3 ή 4 ή εάν η νεφρική κάθαρση κρεατινίνης είναι κάτω από 50ml/min.
  • Ηλικιωμένος πληθυσμός
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας, εκτός βάσει της νεφρικής λειτουργίας.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (Λέμφωμα Hodgkin, λέμφωμα μη Hodgkin, οξεία μυελογενής λευχαιμία)
    Δόση75 έως 150 mg/m2/ημέρα επί 2 έως 5 ημέρες
    Σε συνδυασμό με άλλους αντινεοπλασματικούς παράγοντες. Να ανατρέχετε σε τρέχοντα εξειδικευμένα πρωτόκολλα και κατευθυντήριες γραμμές.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (Καρκίνος των ωοθηκών, μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα, τροφοβλαστική νόσος κύησης; καρκίνος των όρχεων)
    Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα σε παιδιά ηλικίας έως 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Ταυτόχρονη χρήση του εμβολίου έναντι του κίτρινου πυρετού ή άλλων ζωντανών εμβολίων
    Πληθυσμόςανοσοκατασταλμένους ασθενείς
  • Γαλουχία
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Γενική χορήγηση και παρακολούθηση
    Να χορηγείται και να παρακολουθείται μόνο υπό την επίβλεψη ειδικευμένου ιατρού με εμπειρία στη χρήση αντινεοπλασματικών φαρμάκων. Αξιολόγηση ανάγκης/χρησιμότητας έναντι κινδύνου ανεπιθύμητων αντιδράσεων. Μείωση δόσης ή διακοπή σε σοβαρές αντιδράσεις. Επανέναρξη με προσοχή και εκτίμηση ανάγκης και πιθανής υποτροπής τοξικότητας.
  • Μυελοκαταστολή
    Θανατηφόρος
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με ETOPOSIDE/Ετοποσίδη
    Στενή και συχνή παρακολούθηση για μυελοκαταστολή κατά τη διάρκεια και μετά τη θεραπεία. Να μην χορηγείται σε ασθενείς με αριθμό ουδετερόφιλων < 1.500 κύτταρα/mm3 ή αιμοπεταλίων < 100.000 κύτταρα/mm3 (εκτός αν προκαλείται από κακοήθη νόσο). Προσαρμογή δόσεων εάν αριθμός ουδετερόφιλων < 500 κύτταρα/mm3 για > 5 ημέρες ή συνδυάζεται με πυρετό/λοίμωξη, ή αιμοπεταλίων < 25.000 κύτταρα/mm3, ή τοξικότητα βαθμού 3/4, ή νεφρική κάθαρση < 50 ml/min. Βακτηριακές λοιμώξεις πρέπει να ελέγχονται πριν τη θεραπεία.
  • Δευτερογενής λευχαιμία
    Ενημέρωση για τον κίνδυνο ανάπτυξης οξείας λευχαιμίας, με ή χωρίς μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο. Παρακολούθηση για ανωμαλία του χρωμοσώματος 11q23.
  • Αναφυλακτικές αντιδράσεις
    Μοιραία
    Άμεση διακοπή του φαρμάκου και χορήγηση υπερτασικών παραγόντων, κορτικοστεροειδών, αντιισταμινικών ή υποκατάστατων όγκου. Η θεραπεία είναι συμπτωματική.
  • Υπόταση
    Να χορηγείται μόνο με αργή ενδοφλέβια έγχυση (συνήθως επί διάστημα 30 έως 60 λεπτών) για την αποφυγή υπότασης.
  • Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης / Εξαγγείωση
    Στενή παρακολούθηση του σημείου έγχυσης για πιθανή διήθηση κατά τη διάρκεια της χορήγησης.
  • Χαμηλή λευκωματίνη ορού
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με χαμηλή λευκωματίνη ορού
    Ειδική προσοχή λόγω αυξημένου κινδύνου για σχετιζόμενες με την ετοποσίδη τοξικότητες.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια (CrCl = 15 έως 50 mL/min) ή σοβαρή (CrCl <15 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση
    Χορήγηση σε μειωμένη δόση (βλ. Δοσολογία). Αιματολογικές παράμετροι να μετρώνται και ρυθμίσεις δόσης να εξετάζονται σε επόμενους κύκλους με βάση την αιματολογική τοξικότητα και την κλινική επίδραση.
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
    Τακτική παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας λόγω του κινδύνου συσσώρευσης.
  • Σύνδρομο λύσης όγκου
    Θανατηφόρο
    Στενή παρακολούθηση για πρώιμα σημεία του συνδρόμου, ιδιαίτερα σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου. Να εξεταστούν κατάλληλα προληπτικά μέτρα.
  • Μεταλλαξιογόνος δυνατότητα / Αντισύλληψη
    ΠληθυσμόςΆνδρες και γυναίκες ασθενείς
    Απαιτείται αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 6 μήνες μετά. Συνιστάται γενετική συμβουλευτική αν ο ασθενής επιθυμεί να αποκτήσει παιδιά μετά τη θεραπεία. Ενδέχεται να εξεταστεί η συντήρηση του σπέρματος λόγω πιθανής μείωσης ανδρικής γονιμότητας (βλ. Κύηση και γαλουχία).
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • προσοχή
    Αύξηση 80% στην έκθεση ετοποσίδης (AUC), μείωση 38% της συνολικής κάθαρσης της ετοποσίδης όταν οι συγκεντρώσεις πλάσματος είναι πάνω από 2000 ng/mL.
  • προσοχή
    Μειωμένη ολική κάθαρση ετοποσίδης.
  • προσοχή
    Αυξημένη κάθαρση ετοποσίδης και μειωμένη αποτελεσματικότητα.
  • Αντιεπιληπτικές θεραπείες που επάγουν ένζυμα
    προσοχή
    Αυξημένη κάθαρση ΕΤΟΡΟSIDE/Ετοποσίδη και μειωμένη αποτελεσματικότητα.
  • Φαινυλβουταζόνη
    παρακολούθηση
    Εκτοπίζει την ετοποσίδη από τη δέσμευση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
  • Σαλικυλικό νάτριο
    παρακολούθηση
    Εκτοπίζει την ετοποσίδη από τη δέσμευση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
  • Ασπιρίνη
    παρακολούθηση
    Εκτοπίζει την ετοποσίδη από τη δέσμευση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
  • Αντιεπιληπτικά φάρμακα
    προσοχή
    Μειωμένος έλεγχος των κρίσεων λόγω φαρμακοκινητικών αλληλεπιδράσεων.
  • παρακολούθηση
    Αυξημένο διεθνές κανονικοποιημένο πηλίκο (INR).
    ΣύστασηΣυνιστάται στενή παρακολούθηση του INR.
  • Εμβόλιο κίτρινου πυρετού (και ζωντανά εμβόλια)
    αντένδειξη
    Αυξημένος κίνδυνος θανατηφόρου συστημικής εμβολιακής νόσου. Τα ζωντανά εμβόλια αντενδείκνυνται σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς.
  • Άλλα φάρμακα με παρόμοια μυελοκατασταλτική δράση
    προσοχή
    Προσθετική ή συνεργική δράση.
  • Ανθρακυκλίνες
    προσοχή
    Διασταυρούμενη αντοχή.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Λοιμώξεις
  • Λοίμωξη
Νεοπλάσματα
  • Οξεία λευχαιμία
Αίμα
  • Αναιμία
  • Λευκοπενία
  • Ουδετεροπενία
  • Θρομβοκυτταροπενία
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • μυελοκαταστολή
Ανοσοποιητικό
  • Αναφυλακτικές αντιδράσεις
Δέρμα
  • Αγγειοοίδημα
  • Αλωπεκία
  • Κνησμός
  • Εξάνθημα
  • Κνίδωση
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
Αναπνευστικό
  • Βρογχόσπασμος
  • Πνευμονική ίνωση
Μεταβολισμός
  • Σύνδρομο λύσης όγκου
  • Ανορεξία
Νευρικό
  • Ζάλη
  • Περιφερική νευροπάθεια
  • Οπτική νευρίτιδα
  • Δυσγευσία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • παροδική φλοιώδης τύφλωση
  • νευροτοξικότητες (π.χ, υπνηλία και κόπωση)
  • κρίση
Καρδιά
  • Αρρυθμία
  • Έμφραγμα μυοκαρδίου
Αγγειακές
  • Υπέρταση
  • Αιμορραγία
  • Φλεβίτιδα
Αγγειακές διαταραχές
  • παροδική συστολική υπόταση έπειτα από ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
  • διάμεση πνευμονίτιδα
Γαστρεντερικό
  • Κοιλιακό άλγος
  • Δυσκοιλιότητα
  • Διάρροια
  • Δυσφαγία
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • ναυτία και έμετος
  • βλεννογονίτιδα (συμπεριλαμβανομένης στοματίτιδας και οισοφαγίτιδας)
Εργαστηριακές
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση αλανίνης
  • Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
  • Αυξημένη χολερυθρίνη
Ήπαρ
  • Ηπατοτοξικότητα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • μελάγχρωση
  • μετακτινική δερματίτιδα
  • σύνδρομο Stevens-Johnsons
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
  • υπογονιμότητα
Γενικές
  • Αδυναμία
  • Αίσθημα κακουχίας
  • Εξαγγείωση
  • Πυρεξία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Αίσθημα κακουχίας
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Αδυναμία
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Αλωπεκία
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Ανορεξία
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Θρομβοκυτταροπενία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Λευκοπενία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Ουδετεροπενία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • μελάγχρωση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ συχνές
  • μυελοκαταστολή
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Πολύ συχνές
  • ναυτία και έμετος
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Πολύ συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Εξαγγείωση
    Γενικές
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Συχνές
  • Λοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Οξεία λευχαιμία
    Νεοπλάσματα
    Συχνές
  • Υπέρταση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Φλεβίτιδα
    Αγγειακές
    Συχνές
  • βλεννογονίτιδα (συμπεριλαμβανομένης στοματίτιδας και οισοφαγίτιδας)
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Συχνές
  • παροδική συστολική υπόταση έπειτα από ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση
    Αγγειακές διαταραχές
    Συχνές
  • Έμφραγμα μυοκαρδίου
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Αιμορραγία
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Αρρυθμία
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Περιφερική νευροπάθεια
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση
    Εργαστηριακές
    Σπάνιες
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση αλανίνης
    Εργαστηριακές
    Σπάνιες
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
    Εργαστηριακές
    Σπάνιες
  • Αυξημένη χολερυθρίνη
    Εργαστηριακές
    Σπάνιες
  • Δυσγευσία
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Δυσφαγία
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Ηπατοτοξικότητα
    Ήπαρ
    Σπάνιες
  • Οπτική νευρίτιδα
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Πνευμονική ίνωση
    Αναπνευστικό
    Σπάνιες
  • Πυρεξία
    Γενικές
    Σπάνιες
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • διάμεση πνευμονίτιδα
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
    Σπάνιες
  • κρίση
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • μετακτινική δερματίτιδα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • νευροτοξικότητες (π.χ, υπνηλία και κόπωση)
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • παροδική φλοιώδης τύφλωση
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • σύνδρομο Stevens-Johnsons
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Αναφυλακτικές αντιδράσεις
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
  • Βρογχόσπασμος
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο λύσης όγκου
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • υπογονιμότητα
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
    Μη γνωστές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Το ΕΤΟΡΟSIDE/Ετοποσίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με ετοποσίδη. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 6 μήνες μετά τη θεραπεία.
    Η ετοποσίδη μπορεί να προκαλέσει εμβρυϊκή βλάβη. Έχει αποδειχθεί τερατογόνος δράση σε ζώα.
  • Γαλουχία
    Πρέπει να αποφασιστεί αν θα διακοπεί ο θηλασμός ή αν θα διακοπεί το ΕΤΟΡΟSIDE/Ετοποσίδη, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
    Η ετοποσίδη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Υπάρχει πιθανότητα σοβαρών ανεπιθύμητων αντιδράσεων στα βρέφη που θηλάζουν.
  • Γονιμότητα
    Ενδέχεται να εξεταστεί η συντήρηση του σπέρματος για τον σκοπό της τεκνοποίησης μελλοντικά.
    Η ετοποσίδη μπορεί να μειώσει την ανδρική γονιμότητα.
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Κυτταροστατικά, φυτικά αλκαλοειδή και άλλα φυσικά προϊόντα, παράγωγα ποδοφυλλοτοξίνης, κωδικός ATC: L01CB01

Μηχανισμός δράσης

Η κύρια επίδραση της ετοποσίδης φαίνεται να είναι στο όψιμο τμήμα S και στο πρώιμο τμήμα G2 του κυτταρικού κύκλου σε κύτταρα θηλαστικών. Εμφανίζονται δύο δοσοεξαρτώμενες αποκρίσεις: Σε υψηλές συγκεντρώσεις (10 mcg/mL ή περισσότερο), λύονται τα κύτταρα που εισέρχονται σε μίτωση, ενώ σε χαμηλές συγκεντρώσεις (0,3 έως 10 mcg/mL), αναστέλλεται η είσοδος των κυττάρων στην πρόφαση. Δεν επηρεάζεται το συγκρότημα των μικροσωληνίσκων. Η βασική μακρομοριακή επίδραση της ετοποσίδης φαίνεται να είναι η ρήξη της διπλής έλικας από αλληλεπίδραση με DNA-τοποϊσομεράση II ή με τον σχηματισμό των ελεύθερων ριζών. Η ετοποσίδη έχει αποδειχθεί ότι προκαλεί διακοπή μετάφασης σε ινοβλάστες όρνιθας.

Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση

Έπειτα από είτε ενδοφλέβια έγχυση οι τιμές Cmax και AUC σημειώνουν μεταβλητότητα μεταξύ ασθενών αλλά και στον ίδιο τον ασθενή.

Κατανομή

Οι μέσοι όγκοι κατανομής σε σταθερή κατάσταση κυμαίνονται μεταξύ 18 έως 29 λίτρα. Η ετοποσίδη παρουσιάζει χαμηλή διείσδυση στο ΕΝΥ. In vitro, η ετοποσίδη συνδέεται ισχυρά με πρωτεΐνες (97%), με τις ανθρώπινες πρωτεΐνες του πλάσματος. Η αναλογία πρόσδεσης της ετοποσίδης συσχετίζεται άμεσα με τη λευκωματίνη ορού σε ασθενείς με καρκίνο και υγιείς εθελοντές (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Το μη συνδεδεμένο κλάσμα ετοποσίδης συσχετίζεται σημαντικά με τη χολερυθρίνη σε ασθενείς με καρκίνο.

Βιομετασχηματισμός

Ο υδροξυοξύ μεταβολίτης [4’ διμεθυλο-επιποδοφυλλικό οξύ-9- (4,6 0-αιθυλιδενο-β-D-γλυκοπυρανοσίδη)], που σχηματίζεται από το άνοιγμα του δακτυλίου λακτόνης, εντοπίζεται στα ούρα των ενηλίκων και των παιδιών. Είναι επίσης παρών στο ανθρώπινο πλάσμα, πιθανώς ως το trans ισομερές. Τα συζυγή γλυκουρονίδης ή/και θειικής ετοποσίδης απεκκρίνονται επίσης στα ανθρώπινα ούρα. Επιπλέον, επέρχεται O-απομεθυλίωση του δακτυλίου διμεθοξυφαινόλης μέσω της οδού ισοενζύμου CYP450 3A4 που οδηγεί σε παραγωγή της αντίστοιχης κατεχόλης.

Αποβολή

Στην ενδοφλέβια χορήγηση, η διάθεση της ετοποσίδης περιγράφεται καλύτερα ως διφασική διαδικασία με κατανομή χρόνου ημίσειας ζωής περίπου 1,5 ώρες και τελικό χρόνο ημίσειας ζωής της αποβολής που κυμαίνεται από 4 έως 11 ώρες. Οι συνολικές τιμές κάθαρσης από τον οργανισμό κυμαίνονται από 33 έως 48 mL/min ή 16 έως 36 mL/min/m2 και, όπως και ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής, είναι ανεξάρτητες από τη δόση σε εύρος 100 έως 600 mg/m2. Έπειτα από ενδοφλέβια χορήγηση 14C ετοποσίδης (100 έως 124 mg/m2), η μέση ανάκτηση ραδιενέργειας στα ούρα ήταν 56% (45% της δόσης απεκκρίθηκε ως ετοποσίδη) και η ανάκτηση της ραδιενέργειας στα κόπρανα ήταν 44% της χορηγούμενης δόσης σε 120 ώρες.

Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα

Οι συνολικές τιμές κάθαρσης από τον οργανισμό και ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής, είναι ανεξάρτητες από τη δόση σε εύρος 100 έως 600 mg/m2. Στο ίδιο εύρος δόσεων, οι τιμές στις περιοχές κάτω από τη συγκέντρωση πλάσματος έναντι καμπυλών χρόνου (AUC) και οι τιμές των μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα (Cmax) αυξάνουν γραμμικά με τη δοσολογία.

Νεφρική δυσλειτουργία

Ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία που έλαβαν ετοποσίδη έχουν επιδείξει μειωμένη συνολική κάθαρση, αυξημένη AUC και υψηλότερο όγκο κατανομής σταθερής κατάστασης (βλ. Δοσολογία).

Ηπατική δυσλειτουργία

Σε ενήλικες καρκινοπαθείς ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, η ολική κάθαρση της ετοποσίδης από τον οργανισμό δεν μειώνεται.

Ηλικιωμένος πληθυσμός

Αν και έχουν παρατηρηθεί μικρές διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους μεταξύ ασθενών ηλικίας ≤65 ετών και >65 ετών, δεν θεωρούνται κλινικά σημαντικές.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Στα παιδιά, περίπου το 55% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως ετοποσίδη σε 24 ώρες. Η μέση νεφρική κάθαρση της ετοποσίδης είναι 7 έως 10 mL/min/m2 ή περίπου 35% της συνολικής κάθαρσης του οργανισμού σε δοσολογικό εύρος από 80 έως 600 mg/m2. Η ετοποσίδη, ως εκ τούτου, απομακρύνεται μέσω και νεφρικών και μη νεφρικών διαδικασιών, δηλαδή τον μεταβολισμό και τη χολική απέκκριση. Η επίδραση της νεφρικής νόνας στην κάθαρση της ετοποσίδης στο πλάσμα δεν είναι γνωστή στα παιδιά. Στα παιδιά, αυξημένα επίπεδα SGPT σχετίζονται με μειωμένη συνολική κάθαρση του φαρμάκου από τον οργανισμό. Η προηγούμενη χρήση σισπλατίνης μπορεί επίσης να οδηγήσει σε μείωση της συνολικής κάθαρσης ετοποσίδης στα παιδιά. Στα παιδιά ανευρίσκεται αντίστροφη σχέση μεταξύ των επιπέδων λευκωματίνης πλάσματος και της νεφρικής κάθαρσης της ετοποσίδης.

Φύλο

Αν και έχουν παρατηρηθεί μικρές διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους μεταξύ διαφορετικών φύλων, δεν θεωρούνται κλινικά σημαντικές.

Αλληλεπιδράσεις φαρμάκων

Σε μια μελέτη των επιδράσεων άλλων θεραπευτικών παραγόντων για την in vitro δέσμευση της 14C ετοποσίδης με πρωτεΐνες του ανθρώπινου ορού, μόνο η φαινυλβουταζόνη, το σαλικυλικό νάτριο και η ασπιρίνη εκτοπίζουν τη δεσμευμένη σε πρωτεΐνες ετοποσίδη σε συγκεντρώσεις που γενικά επιτυγχάνονται in νίνο (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός δράσης: - Το ετοποσίδιο αναστέλλει τη DNA τοποϊσομεράση II, εμποδίζοντας την επαναένωση (re-ligation) του DNA. Αυτό προκαλεί κρίσιμα σφάλματα στη σύνθεση DNA στην προ-μιτωτική φάση της διαίρεσης και μπορεί να οδηγήσει σε απόπτωση των καρκινικών…
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Κυτταροστατικά, φυτικά αλκαλοειδή και άλλα φυσικά προϊόντα, παράγωγα ποδοφυλλοτοξίνης, κωδικός ATC: L01CB01 ### Μηχανισμός δράσης Η κύρια επίδραση της ετοποσίδης φαίνεται να είναι στο όψιμο τμήμα S και στο πρώιμο τμήμα G2 του…
Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση Έπειτα από είτε ενδοφλέβια έγχυση οι τιμές Cmax και AUC σημειώνουν μεταβλητότητα μεταξύ ασθενών αλλά και στον ίδιο τον ασθενή. ### Κατανομή Οι μέσοι όγκοι κατανομής σε σταθερή κατάσταση κυμαίνονται μεταξύ 18 έως 29 λίτρα. Η ετοποσίδη…

Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Κυρίως ηπατικός (μέσω O-απομεθυλίωσης μέσω του ισοενζύμου CYP450 3A4) με 40% να απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα. Η ετοποσίδη υφίσταται επίσης συζεύξεις γλουταθειόνης και γλυκουρονιδίου που καταλύονται από GSTT1/GSTP1 και UGT1A1, αντίστοιχα….
Απέκκριση
Νεφρά/Ήπαρ

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Αιμοπετάλια bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος κατά την έναρξη της θεραπείας και πριν από κάθε επόμενη δόση
Αιμοσφαιρίνη (Hb) bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος κατά την έναρξη της θεραπείας και πριν από κάθε επόμενη δόση
Διαφορικό λευκών αιμοσφαιρίων bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος κατά την έναρξη της θεραπείας και πριν από κάθε επόμενη δόση
Λευκά αιμοσφαίρια (WBC) bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος κατά την έναρξη της θεραπείας και πριν από κάθε επόμενη δόση
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

DrugBank

Description

expand_more

Περιγραφή:

  • Ένα ημι-συνθετικό παράγωγο της ποδοφυλοτοξίνης που εμφανίζει αντικαρκινική δραστηριότητα.
  • Το ετοποσίδιο αναστέλλει τη σύνθεση του DNA σχηματίζοντας σύμπλο με την τοποϊσομεράση II και το DNA.
  • Αυτός ο σύμπλοφος προκαλεί διασπάσεις στο διπλό-αλυσωμένο DNA και εμποδίζει την επιδιόρθωση μέσω σύνδεσης της τοποϊσομεράσης II.
  • Οι συσσωρευμένες βλάβες του DNA εμποδίζουν την είσοδο στη φάση της μίτωσης και οδηγούν σε κυτταρικό θάνατο.
  • Το ετοποσίδιο δρα κυρίως στις φάσεις G2 και S του κυτταρικού κύκλου.
  • [PubChem]
DrugBank

Indication

expand_more

Ενδείξεις:

  • Χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλα αντικαρκινικά φάρμακα στη θεραπεία ανθεκτικών όγκων όρχεως και ως πρώτη γραμμή θεραπείας σε ασθενείς με καρκίνο μικρών κυττάρων του πνεύμονα. Επίσης χρησιμοποιείται για τη θεραπεία άλλων κακοηθειών όπως λέμφωμα, μη λεμφοκυτταρική λευχαιμία και γλοιβλαστόμα πολλαμορφικό.
DrugBank

Pharmacology

expand_more

Φαρμακολογία:

  • Το ετοποσίδιο είναι αντινεοπλαστικό φάρμακο και epipodophyllotoxin (ένας ημι-συνθετικός παράγωγος των ποδοφυλοτοξινών).
  • Αναστέλλει την DNA τοποϊσομεράση II, συνεπώς τελικά αναστέλλει τη σύνθεση DNA.
  • Το ετοποσίδιο είναι εξαρτώμενο από τον κυτταρικό κύκλο και φάσης-ειδές, επηρεάζοντας κυρίως τις φάσεις S και G2.
  • Παρατηρούνται δύο διαφορετικές αποκρίσεις ανάλογα με τη δόση: σε υψηλές συγκεντρώσεις (10 μg/mL ή περισσότερο) παρατηρείται λύση κυττάρων που εισέρχονται στη μίτωση. Σε χαμηλές συγκεντρώσεις (0.3–10 μg/mL) τα κύτταρα εμποδίζονται από το να εισέλθουν στην προφάση.
  • Δεν επηρεάζει τη συναρμολόγηση των μικροσωληνίων.
  • Η κυρίαρχη μακρομοριακή επίδραση φαίνεται να είναι η επαγωγή σχισμών στις αλυσίδες DNA μέσω αλληλεπίδρασης με DNA-τοποϊσομεράση II ή ο σχηματισμός ελεύθερων ριζών.
DrugBank

Mechanism of action

expand_more

Μηχανισμός δράσης:

  • Το ετοποσίδιο αναστέλλει τη DNA τοποϊσομεράση II, εμποδίζοντας την επαναένωση (re-ligation) του DNA. Αυτό προκαλεί κρίσιμα σφάλματα στη σύνθεση DNA στην προ-μιτωτική φάση της διαίρεσης και μπορεί να οδηγήσει σε απόπτωση των καρκινικών κυττάρων.
  • Το ετοποσίδιο είναι εξαρτώμενο από τον κυτταρικό κύκλο και φάσης-ειδές, επηρεάζοντας κυρίως τις φάσεις S και G2.
DrugBank

Absorption

expand_more

Απορρόφηση:

  • Απορροφάται καλά. Ο χρόνος μέχρι τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα είναι 1–1,5 ώρες.
  • Μέση βιοδιαθεσιμότητα: 50%.
DrugBank

Half life

expand_more
Ημιζωή: 4–12 ώρες.
DrugBank

Protein binding

expand_more
Πρωτεϊνική πρόσδεση: 97%.
DrugBank

Route of elimination

expand_more

Οδός απέκκρισης:

  • Αποβάλλεται από νεφρικές και μη νεφρικές διεργασίες, δηλαδή μεταβολισμός και χολική απέκκριση.
  • Οι γλυκουρονιδικά και/ή θειϊκά συμπλέγματα του ετοποσίδίου απεκκρίνονται επίσης στα ούρα.
  • Η χολική απέκκριση αμόρτων αμό λυτικών μεταβολιτών αποτελεί σημαντικό δρόμο απέκκρισης του ετοποσίδιου, καθώς η ανάκτηση ραδιοδραστηριότητας στα κόπρανα είναι 44% της ενδοφλέβιας δόσης.
  • Μόνο 8% ή λιγότερο της ενδοφλέβιας δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως ραδιοσημασμένοι μεταβολίτες του 14C-etoposide.
DrugBank

Clearance

expand_more
Καθαρισμός: 33 - 48 mL/min (IV χορήγηση).
DrugBank

Toxicity

expand_more

Τοξικότητα:

  • Αλωπεκία
  • Δυσκοιλιότητα
  • Διάρροια
  • Ναυτία και έμετος
  • Δευτεροπαθείς κακοήθειες (λευχαιμία).
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

4-12 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

97%
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

50%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά/Ήπαρ
DrugBank

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 2 ημέρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
36462
Μοριακός τύπος
C29H32O13
Μοριακό βάρος
588.6
IUPAC
(5S,5aR,8aR,9R)-5-[[(2R,4aR,6R,7R,8R,8aS)-7,8-dihydroxy-2-methyl-4,4a,6,7,8,8a-hexahydropyrano[3,2-d][1,3]dioxin-6-yl]oxy]-9-(4-hydroxy-3,5-dimethoxyphenyl)-5a,6,8a,9-tetrahydro-5H-[2]benzofuro[6,5-f][1,3]benzodioxol-8-one
InChIKey
VJJPUSNTGOMMGY-MRVIYFEKSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

  • Παράγοντες που προέρχονται από ανώτερα φυτά που έχουν αποδεδειγμένη κυτταροστατική ή αντικαρκινική δράση.
  • Ενώσεις που αναστέλλουν τη δραστηριότητα της DNA TOPOISOMERASE II. Σε αυτήν την κατηγορία περιλαμβάνονται διάφοροι ΑΝΤΙΚΑΡΚΙΝΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ που στοχεύουν την ευκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II και ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ που στοχεύουν την προκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II.