ETOPOSIDE
Ετοποσίδη
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Κυτταροστατικά, φυτικά αλκαλοειδή και άλλα φυσικά προϊόντα, παράγωγα ποδοφυλλοτοξίνης, κωδικός ATC: L01CB01 ### Μηχανισμός δράσης Η κύρια επίδραση της ετοποσίδης φαίνεται να είναι στο όψιμο τμήμα S και στο πρώιμο τμήμα G2 του κυτταρικού κύκλου σε …
Εμπορικά Ονόματα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: ενδοφλέβια έγχυση
- Χορήγηση: συνήθως επί σε διάστημα 30 έως 60 λεπτών
- Δόση έναρξης: 50 έως 100 mg/m2/ημέρα
- Τιτλοποίηση: Οι δόσεις μετά την αρχική δόση θα πρέπει να προσαρμόζονται, εάν ο αριθμός των ουδετερόφιλων είναι κάτω από 500 κύτταρα/mm3 για περισσότερο από 5 ημέρες. Επιπλέον, η δόση πρέπει να προσαρμόζεται σε περίπτωση εμφάνισης πυρετού, λοιμώξεων ή σε αριθμό θρομβοκυττάρων κάτω από 25.000 κύτταρα/mm3, που δεν προκαλείται από την ασθένεια. Οι δόσεις παρακολούθησης θα πρέπει να ρυθμίζονται σε περίπτωση εμφάνισης τοξικοτήτων βαθμού 3 ή 4.
-
Ενήλικος πληθυσμόςΔόση50 έως 100 mg/m2/ημέρα (ημέρες 1-5) ή 100 έως 120 mg/m2 (ημέρες 1, 3, 5) κάθε 3 έως 4 εβδομάδεςΣε συνδυασμό με άλλα φάρμακα. Προσαρμογή δόσης λόγω μυελοκαταστολής από άλλα φάρμακα, ακτινοθεραπεία ή χημειοθεραπεία. Προσαρμογή δόσης εάν ο αριθμός των ουδετερόφιλων είναι κάτω από 500 κύτταρα/mm3 για περισσότερο από 5 ημέρες, σε εμφάνιση πυρετού, λοιμώξεων ή σε αριθμό θρομβοκυττάρων κάτω από 25.000 κύτταρα/mm3 που δεν προκαλείται από την ασθένεια. Προσαρμογή δόσης σε τοξικότητες βαθμού 3 ή 4 ή εάν η νεφρική κάθαρση κρεατινίνης είναι κάτω από 50ml/min.
-
Ηλικιωμένος πληθυσμόςΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας, εκτός βάσει της νεφρικής λειτουργίας.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (Λέμφωμα Hodgkin, λέμφωμα μη Hodgkin, οξεία μυελογενής λευχαιμία)Δόση75 έως 150 mg/m2/ημέρα επί 2 έως 5 ημέρεςΣε συνδυασμό με άλλους αντινεοπλασματικούς παράγοντες. Να ανατρέχετε σε τρέχοντα εξειδικευμένα πρωτόκολλα και κατευθυντήριες γραμμές.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (Καρκίνος των ωοθηκών, μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα, τροφοβλαστική νόσος κύησης; καρκίνος των όρχεων)Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα σε παιδιά ηλικίας έως 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Ταυτόχρονη χρήση του εμβολίου έναντι του κίτρινου πυρετού ή άλλων ζωντανών εμβολίωνΠληθυσμόςανοσοκατασταλμένους ασθενείς
-
Γαλουχία
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Γενική χορήγηση και παρακολούθησηΝα χορηγείται και να παρακολουθείται μόνο υπό την επίβλεψη ειδικευμένου ιατρού με εμπειρία στη χρήση αντινεοπλασματικών φαρμάκων. Αξιολόγηση ανάγκης/χρησιμότητας έναντι κινδύνου ανεπιθύμητων αντιδράσεων. Μείωση δόσης ή διακοπή σε σοβαρές αντιδράσεις. Επανέναρξη με προσοχή και εκτίμηση ανάγκης και πιθανής υποτροπής τοξικότητας.
-
ΜυελοκαταστολήΘανατηφόροςΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με ETOPOSIDE/ΕτοποσίδηΣτενή και συχνή παρακολούθηση για μυελοκαταστολή κατά τη διάρκεια και μετά τη θεραπεία. Να μην χορηγείται σε ασθενείς με αριθμό ουδετερόφιλων < 1.500 κύτταρα/mm3 ή αιμοπεταλίων < 100.000 κύτταρα/mm3 (εκτός αν προκαλείται από κακοήθη νόσο). Προσαρμογή δόσεων εάν αριθμός ουδετερόφιλων < 500 κύτταρα/mm3 για > 5 ημέρες ή συνδυάζεται με πυρετό/λοίμωξη, ή αιμοπεταλίων < 25.000 κύτταρα/mm3, ή τοξικότητα βαθμού 3/4, ή νεφρική κάθαρση < 50 ml/min. Βακτηριακές λοιμώξεις πρέπει να ελέγχονται πριν τη θεραπεία.
-
Δευτερογενής λευχαιμίαΕνημέρωση για τον κίνδυνο ανάπτυξης οξείας λευχαιμίας, με ή χωρίς μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο. Παρακολούθηση για ανωμαλία του χρωμοσώματος 11q23.
-
Αναφυλακτικές αντιδράσειςΜοιραίαΆμεση διακοπή του φαρμάκου και χορήγηση υπερτασικών παραγόντων, κορτικοστεροειδών, αντιισταμινικών ή υποκατάστατων όγκου. Η θεραπεία είναι συμπτωματική.
-
ΥπότασηΝα χορηγείται μόνο με αργή ενδοφλέβια έγχυση (συνήθως επί διάστημα 30 έως 60 λεπτών) για την αποφυγή υπότασης.
-
Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης / ΕξαγγείωσηΣτενή παρακολούθηση του σημείου έγχυσης για πιθανή διήθηση κατά τη διάρκεια της χορήγησης.
-
Χαμηλή λευκωματίνη ορούΠληθυσμόςΑσθενείς με χαμηλή λευκωματίνη ορούΕιδική προσοχή λόγω αυξημένου κινδύνου για σχετιζόμενες με την ετοποσίδη τοξικότητες.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια (CrCl = 15 έως 50 mL/min) ή σοβαρή (CrCl <15 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρσηΧορήγηση σε μειωμένη δόση (βλ. Δοσολογία). Αιματολογικές παράμετροι να μετρώνται και ρυθμίσεις δόσης να εξετάζονται σε επόμενους κύκλους με βάση την αιματολογική τοξικότητα και την κλινική επίδραση.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΤακτική παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας λόγω του κινδύνου συσσώρευσης.
-
Σύνδρομο λύσης όγκουΘανατηφόροΣτενή παρακολούθηση για πρώιμα σημεία του συνδρόμου, ιδιαίτερα σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου. Να εξεταστούν κατάλληλα προληπτικά μέτρα.
-
Μεταλλαξιογόνος δυνατότητα / ΑντισύλληψηΠληθυσμόςΆνδρες και γυναίκες ασθενείςΑπαιτείται αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 6 μήνες μετά. Συνιστάται γενετική συμβουλευτική αν ο ασθενής επιθυμεί να αποκτήσει παιδιά μετά τη θεραπεία. Ενδέχεται να εξεταστεί η συντήρηση του σπέρματος λόγω πιθανής μείωσης ανδρικής γονιμότητας (βλ. Κύηση και γαλουχία).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΑύξηση 80% στην έκθεση ετοποσίδης (AUC), μείωση 38% της συνολικής κάθαρσης της ετοποσίδης όταν οι συγκεντρώσεις πλάσματος είναι πάνω από 2000 ng/mL.
-
προσοχήΜειωμένη ολική κάθαρση ετοποσίδης.
-
προσοχήΑυξημένη κάθαρση ετοποσίδης και μειωμένη αποτελεσματικότητα.
-
Αντιεπιληπτικές θεραπείες που επάγουν ένζυμαπροσοχήΑυξημένη κάθαρση ΕΤΟΡΟSIDE/Ετοποσίδη και μειωμένη αποτελεσματικότητα.
-
ΦαινυλβουταζόνηπαρακολούθησηΕκτοπίζει την ετοποσίδη από τη δέσμευση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
-
Σαλικυλικό νάτριοπαρακολούθησηΕκτοπίζει την ετοποσίδη από τη δέσμευση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
-
ΑσπιρίνηπαρακολούθησηΕκτοπίζει την ετοποσίδη από τη δέσμευση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
-
Αντιεπιληπτικά φάρμακαπροσοχήΜειωμένος έλεγχος των κρίσεων λόγω φαρμακοκινητικών αλληλεπιδράσεων.
-
παρακολούθησηΑυξημένο διεθνές κανονικοποιημένο πηλίκο (INR).ΣύστασηΣυνιστάται στενή παρακολούθηση του INR.
-
Εμβόλιο κίτρινου πυρετού (και ζωντανά εμβόλια)αντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος θανατηφόρου συστημικής εμβολιακής νόσου. Τα ζωντανά εμβόλια αντενδείκνυνται σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς.
-
Άλλα φάρμακα με παρόμοια μυελοκατασταλτική δράσηπροσοχήΠροσθετική ή συνεργική δράση.
-
ΑνθρακυκλίνεςπροσοχήΔιασταυρούμενη αντοχή.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη
- Οξεία λευχαιμία
- Αναιμία
- Λευκοπενία
- Ουδετεροπενία
- Θρομβοκυτταροπενία
- μυελοκαταστολή
- Αναφυλακτικές αντιδράσεις
- Αγγειοοίδημα
- Αλωπεκία
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Βρογχόσπασμος
- Πνευμονική ίνωση
- Σύνδρομο λύσης όγκου
- Ανορεξία
- Ζάλη
- Περιφερική νευροπάθεια
- Οπτική νευρίτιδα
- Δυσγευσία
- παροδική φλοιώδης τύφλωση
- νευροτοξικότητες (π.χ, υπνηλία και κόπωση)
- κρίση
- Αρρυθμία
- Έμφραγμα μυοκαρδίου
- Υπέρταση
- Αιμορραγία
- Φλεβίτιδα
- παροδική συστολική υπόταση έπειτα από ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση
- διάμεση πνευμονίτιδα
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Δυσφαγία
- ναυτία και έμετος
- βλεννογονίτιδα (συμπεριλαμβανομένης στοματίτιδας και οισοφαγίτιδας)
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση αλανίνης
- Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
- Αυξημένη χολερυθρίνη
- Ηπατοτοξικότητα
- μελάγχρωση
- μετακτινική δερματίτιδα
- σύνδρομο Stevens-Johnsons
- υπογονιμότητα
- Αδυναμία
- Αίσθημα κακουχίας
- Εξαγγείωση
- Πυρεξία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Πολύ συχνέςΑδυναμίαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΘρομβοκυτταροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςμελάγχρωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςμυελοκαταστολήΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςναυτία και έμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξαγγείωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΛοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΟξεία λευχαιμίαΝεοπλάσματα
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΦλεβίτιδαΑγγειακές
-
Συχνέςβλεννογονίτιδα (συμπεριλαμβανομένης στοματίτιδας και οισοφαγίτιδας)Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
Συχνέςπαροδική συστολική υπόταση έπειτα από ταχεία ενδοφλέβια χορήγησηΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΈμφραγμα μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑιμορραγίαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάσηΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΑυξημένη αμινοτρανσφεράση αλανίνηςΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΑυξημένη χολερυθρίνηΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΗπατοτοξικότηταΉπαρ
-
ΣπάνιεςΟπτική νευρίτιδαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΠνευμονική ίνωσηΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Σπάνιεςδιάμεση πνευμονίτιδαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣπάνιεςκρίσηΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Σπάνιεςμετακτινική δερματίτιδαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Σπάνιεςνευροτοξικότητες (π.χ, υπνηλία και κόπωση)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Σπάνιεςπαροδική φλοιώδης τύφλωσηΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Σπάνιεςσύνδρομο Stevens-JohnsonsΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο λύσης όγκουΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςυπογονιμότηταΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο ΕΤΟΡΟSIDE/Ετοποσίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με ετοποσίδη. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 6 μήνες μετά τη θεραπεία.Η ετοποσίδη μπορεί να προκαλέσει εμβρυϊκή βλάβη. Έχει αποδειχθεί τερατογόνος δράση σε ζώα.
-
ΓαλουχίαΠρέπει να αποφασιστεί αν θα διακοπεί ο θηλασμός ή αν θα διακοπεί το ΕΤΟΡΟSIDE/Ετοποσίδη, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.Η ετοποσίδη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Υπάρχει πιθανότητα σοβαρών ανεπιθύμητων αντιδράσεων στα βρέφη που θηλάζουν.
-
ΓονιμότηταΕνδέχεται να εξεταστεί η συντήρηση του σπέρματος για τον σκοπό της τεκνοποίησης μελλοντικά.Η ετοποσίδη μπορεί να μειώσει την ανδρική γονιμότητα.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Κυτταροστατικά, φυτικά αλκαλοειδή και άλλα φυσικά προϊόντα, παράγωγα ποδοφυλλοτοξίνης, κωδικός ATC: L01CB01
Μηχανισμός δράσης
Η κύρια επίδραση της ετοποσίδης φαίνεται να είναι στο όψιμο τμήμα S και στο πρώιμο τμήμα G2 του κυτταρικού κύκλου σε κύτταρα θηλαστικών. Εμφανίζονται δύο δοσοεξαρτώμενες αποκρίσεις: Σε υψηλές συγκεντρώσεις (10 mcg/mL ή περισσότερο), λύονται τα κύτταρα που εισέρχονται σε μίτωση, ενώ σε χαμηλές συγκεντρώσεις (0,3 έως 10 mcg/mL), αναστέλλεται η είσοδος των κυττάρων στην πρόφαση. Δεν επηρεάζεται το συγκρότημα των μικροσωληνίσκων. Η βασική μακρομοριακή επίδραση της ετοποσίδης φαίνεται να είναι η ρήξη της διπλής έλικας από αλληλεπίδραση με DNA-τοποϊσομεράση II ή με τον σχηματισμό των ελεύθερων ριζών. Η ετοποσίδη έχει αποδειχθεί ότι προκαλεί διακοπή μετάφασης σε ινοβλάστες όρνιθας.
Απορρόφηση
Έπειτα από είτε ενδοφλέβια έγχυση οι τιμές Cmax και AUC σημειώνουν μεταβλητότητα μεταξύ ασθενών αλλά και στον ίδιο τον ασθενή.
Κατανομή
Οι μέσοι όγκοι κατανομής σε σταθερή κατάσταση κυμαίνονται μεταξύ 18 έως 29 λίτρα. Η ετοποσίδη παρουσιάζει χαμηλή διείσδυση στο ΕΝΥ. In vitro, η ετοποσίδη συνδέεται ισχυρά με πρωτεΐνες (97%), με τις ανθρώπινες πρωτεΐνες του πλάσματος. Η αναλογία πρόσδεσης της ετοποσίδης συσχετίζεται άμεσα με τη λευκωματίνη ορού σε ασθενείς με καρκίνο και υγιείς εθελοντές (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Το μη συνδεδεμένο κλάσμα ετοποσίδης συσχετίζεται σημαντικά με τη χολερυθρίνη σε ασθενείς με καρκίνο.
Βιομετασχηματισμός
Ο υδροξυοξύ μεταβολίτης [4’ διμεθυλο-επιποδοφυλλικό οξύ-9- (4,6 0-αιθυλιδενο-β-D-γλυκοπυρανοσίδη)], που σχηματίζεται από το άνοιγμα του δακτυλίου λακτόνης, εντοπίζεται στα ούρα των ενηλίκων και των παιδιών. Είναι επίσης παρών στο ανθρώπινο πλάσμα, πιθανώς ως το trans ισομερές. Τα συζυγή γλυκουρονίδης ή/και θειικής ετοποσίδης απεκκρίνονται επίσης στα ανθρώπινα ούρα. Επιπλέον, επέρχεται O-απομεθυλίωση του δακτυλίου διμεθοξυφαινόλης μέσω της οδού ισοενζύμου CYP450 3A4 που οδηγεί σε παραγωγή της αντίστοιχης κατεχόλης.
Αποβολή
Στην ενδοφλέβια χορήγηση, η διάθεση της ετοποσίδης περιγράφεται καλύτερα ως διφασική διαδικασία με κατανομή χρόνου ημίσειας ζωής περίπου 1,5 ώρες και τελικό χρόνο ημίσειας ζωής της αποβολής που κυμαίνεται από 4 έως 11 ώρες. Οι συνολικές τιμές κάθαρσης από τον οργανισμό κυμαίνονται από 33 έως 48 mL/min ή 16 έως 36 mL/min/m2 και, όπως και ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής, είναι ανεξάρτητες από τη δόση σε εύρος 100 έως 600 mg/m2. Έπειτα από ενδοφλέβια χορήγηση 14C ετοποσίδης (100 έως 124 mg/m2), η μέση ανάκτηση ραδιενέργειας στα ούρα ήταν 56% (45% της δόσης απεκκρίθηκε ως ετοποσίδη) και η ανάκτηση της ραδιενέργειας στα κόπρανα ήταν 44% της χορηγούμενης δόσης σε 120 ώρες.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Οι συνολικές τιμές κάθαρσης από τον οργανισμό και ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής, είναι ανεξάρτητες από τη δόση σε εύρος 100 έως 600 mg/m2. Στο ίδιο εύρος δόσεων, οι τιμές στις περιοχές κάτω από τη συγκέντρωση πλάσματος έναντι καμπυλών χρόνου (AUC) και οι τιμές των μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα (Cmax) αυξάνουν γραμμικά με τη δοσολογία.
Νεφρική δυσλειτουργία
Ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία που έλαβαν ετοποσίδη έχουν επιδείξει μειωμένη συνολική κάθαρση, αυξημένη AUC και υψηλότερο όγκο κατανομής σταθερής κατάστασης (βλ. Δοσολογία).
Ηπατική δυσλειτουργία
Σε ενήλικες καρκινοπαθείς ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, η ολική κάθαρση της ετοποσίδης από τον οργανισμό δεν μειώνεται.
Ηλικιωμένος πληθυσμός
Αν και έχουν παρατηρηθεί μικρές διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους μεταξύ ασθενών ηλικίας ≤65 ετών και >65 ετών, δεν θεωρούνται κλινικά σημαντικές.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Στα παιδιά, περίπου το 55% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως ετοποσίδη σε 24 ώρες. Η μέση νεφρική κάθαρση της ετοποσίδης είναι 7 έως 10 mL/min/m2 ή περίπου 35% της συνολικής κάθαρσης του οργανισμού σε δοσολογικό εύρος από 80 έως 600 mg/m2. Η ετοποσίδη, ως εκ τούτου, απομακρύνεται μέσω και νεφρικών και μη νεφρικών διαδικασιών, δηλαδή τον μεταβολισμό και τη χολική απέκκριση. Η επίδραση της νεφρικής νόνας στην κάθαρση της ετοποσίδης στο πλάσμα δεν είναι γνωστή στα παιδιά. Στα παιδιά, αυξημένα επίπεδα SGPT σχετίζονται με μειωμένη συνολική κάθαρση του φαρμάκου από τον οργανισμό. Η προηγούμενη χρήση σισπλατίνης μπορεί επίσης να οδηγήσει σε μείωση της συνολικής κάθαρσης ετοποσίδης στα παιδιά. Στα παιδιά ανευρίσκεται αντίστροφη σχέση μεταξύ των επιπέδων λευκωματίνης πλάσματος και της νεφρικής κάθαρσης της ετοποσίδης.
Φύλο
Αν και έχουν παρατηρηθεί μικρές διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους μεταξύ διαφορετικών φύλων, δεν θεωρούνται κλινικά σημαντικές.
Αλληλεπιδράσεις φαρμάκων
Σε μια μελέτη των επιδράσεων άλλων θεραπευτικών παραγόντων για την in vitro δέσμευση της 14C ετοποσίδης με πρωτεΐνες του ανθρώπινου ορού, μόνο η φαινυλβουταζόνη, το σαλικυλικό νάτριο και η ασπιρίνη εκτοπίζουν τη δεσμευμένη σε πρωτεΐνες ετοποσίδη σε συγκεντρώσεις που γενικά επιτυγχάνονται in νίνο (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Απορρόφηση Έπειτα από είτε ενδοφλέβια έγχυση οι τιμές Cmax και AUC σημειώνουν μεταβλητότητα μεταξύ ασθενών αλλά και στον ίδιο τον ασθενή. ### Κατανομή Οι μέσοι όγκοι κατανομής σε σταθερή κατάσταση κυμαίνονται μεταξύ 18 έως 29 λίτρα. Η ετοποσίδη…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αιμοπετάλια | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | κατά την έναρξη της θεραπείας και πριν από κάθε επόμενη δόση | — |
| Αιμοσφαιρίνη (Hb) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | κατά την έναρξη της θεραπείας και πριν από κάθε επόμενη δόση | — |
| Διαφορικό λευκών αιμοσφαιρίων | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | κατά την έναρξη της θεραπείας και πριν από κάθε επόμενη δόση | — |
| Λευκά αιμοσφαίρια (WBC) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | κατά την έναρξη της θεραπείας και πριν από κάθε επόμενη δόση | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή:
- Ένα ημι-συνθετικό παράγωγο της ποδοφυλοτοξίνης που εμφανίζει αντικαρκινική δραστηριότητα.
- Το ετοποσίδιο αναστέλλει τη σύνθεση του DNA σχηματίζοντας σύμπλο με την τοποϊσομεράση II και το DNA.
- Αυτός ο σύμπλοφος προκαλεί διασπάσεις στο διπλό-αλυσωμένο DNA και εμποδίζει την επιδιόρθωση μέσω σύνδεσης της τοποϊσομεράσης II.
- Οι συσσωρευμένες βλάβες του DNA εμποδίζουν την είσοδο στη φάση της μίτωσης και οδηγούν σε κυτταρικό θάνατο.
- Το ετοποσίδιο δρα κυρίως στις φάσεις G2 και S του κυτταρικού κύκλου.
- [PubChem]
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις:
- Χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλα αντικαρκινικά φάρμακα στη θεραπεία ανθεκτικών όγκων όρχεως και ως πρώτη γραμμή θεραπείας σε ασθενείς με καρκίνο μικρών κυττάρων του πνεύμονα. Επίσης χρησιμοποιείται για τη θεραπεία άλλων κακοηθειών όπως λέμφωμα, μη λεμφοκυτταρική λευχαιμία και γλοιβλαστόμα πολλαμορφικό.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία:
- Το ετοποσίδιο είναι αντινεοπλαστικό φάρμακο και epipodophyllotoxin (ένας ημι-συνθετικός παράγωγος των ποδοφυλοτοξινών).
- Αναστέλλει την DNA τοποϊσομεράση II, συνεπώς τελικά αναστέλλει τη σύνθεση DNA.
- Το ετοποσίδιο είναι εξαρτώμενο από τον κυτταρικό κύκλο και φάσης-ειδές, επηρεάζοντας κυρίως τις φάσεις S και G2.
- Παρατηρούνται δύο διαφορετικές αποκρίσεις ανάλογα με τη δόση: σε υψηλές συγκεντρώσεις (10 μg/mL ή περισσότερο) παρατηρείται λύση κυττάρων που εισέρχονται στη μίτωση. Σε χαμηλές συγκεντρώσεις (0.3–10 μg/mL) τα κύτταρα εμποδίζονται από το να εισέλθουν στην προφάση.
- Δεν επηρεάζει τη συναρμολόγηση των μικροσωληνίων.
- Η κυρίαρχη μακρομοριακή επίδραση φαίνεται να είναι η επαγωγή σχισμών στις αλυσίδες DNA μέσω αλληλεπίδρασης με DNA-τοποϊσομεράση II ή ο σχηματισμός ελεύθερων ριζών.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός δράσης:
- Το ετοποσίδιο αναστέλλει τη DNA τοποϊσομεράση II, εμποδίζοντας την επαναένωση (re-ligation) του DNA. Αυτό προκαλεί κρίσιμα σφάλματα στη σύνθεση DNA στην προ-μιτωτική φάση της διαίρεσης και μπορεί να οδηγήσει σε απόπτωση των καρκινικών κυττάρων.
- Το ετοποσίδιο είναι εξαρτώμενο από τον κυτταρικό κύκλο και φάσης-ειδές, επηρεάζοντας κυρίως τις φάσεις S και G2.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση:
- Απορροφάται καλά. Ο χρόνος μέχρι τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα είναι 1–1,5 ώρες.
- Μέση βιοδιαθεσιμότητα: 50%.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός απέκκρισης:
- Αποβάλλεται από νεφρικές και μη νεφρικές διεργασίες, δηλαδή μεταβολισμός και χολική απέκκριση.
- Οι γλυκουρονιδικά και/ή θειϊκά συμπλέγματα του ετοποσίδίου απεκκρίνονται επίσης στα ούρα.
- Η χολική απέκκριση αμόρτων αμό λυτικών μεταβολιτών αποτελεί σημαντικό δρόμο απέκκρισης του ετοποσίδιου, καθώς η ανάκτηση ραδιοδραστηριότητας στα κόπρανα είναι 44% της ενδοφλέβιας δόσης.
- Μόνο 8% ή λιγότερο της ενδοφλέβιας δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως ραδιοσημασμένοι μεταβολίτες του 14C-etoposide.
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα:
- Αλωπεκία
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Ναυτία και έμετος
- Δευτεροπαθείς κακοήθειες (λευχαιμία).
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ετοποσίδη είναι ένας αντικαρκινικός παράγοντας και μια επιποδοφυλλοτοξίνη (ημισυνθετικό παράγωγο των ποδοφυλλοτοξινών). Αναστέλλει την τοποϊσομεράση II του DNA, αναστέλλοντας έτσι τελικά τη σύνθεση του DNA. Η ετοποσίδη εξαρτάται από τον κυτταρικό κύκλο και είναι ειδική ως προς τη φάση, επηρεάζοντας κυρίως τις φάσεις S και G2. Παρατηρούνται δύο διαφορετικές αποκρίσεις ανάλογα με τη δόση. Σε υψηλές συγκεντρώσεις (10 µg/mL ή περισσότερο), παρατηρείται λύση κυττάρων που εισέρχονται στη μίτωση. Σε χαμηλές συγκεντρώσεις (0,3 έως 10 µg/mL), τα κύτταρα εμποδίζονται από την είσοδο στην προφάση. Δεν επηρεάζει τη συναρμολόγηση μικροσωληνιδίων. Η κυρίαρχη μακρομοριακή επίδραση της ετοποσίδης φαίνεται να είναι η πρόκληση θραύσεων της αλυσίδας DNA μέσω αλληλεπίδρασης με την τοποϊσομεράση II του DNA ή ο σχηματισμός ελεύθερων ριζών.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η ετοποσίδη αναστέλλει την τοποϊσομεράση II του DNA, αναστέλλοντας έτσι την επανασύνδεση του DNA. Αυτό προκαλεί κρίσιμα σφάλματα στη σύνθεση του DNA στο προμιτωτικό στάδιο της κυτταρικής διαίρεσης και μπορεί να οδηγήσει σε απόπτωση του καρκινικού κυττάρου. Η ετοποσίδη εξαρτάται από τον κυτταρικό κύκλο και είναι ειδική ως προς τη φάση, επηρεάζοντας κυρίως τις φάσεις S και G2 της κυτταρικής διαίρεσης. Η αναστολή της ισομορφής τοποϊσομεράσης II άλφα οδηγεί στην αντικαρκινική δράση της ετοποσίδης. Το φάρμακο μπορεί επίσης να αναστείλει την βήτα ισομορφή, αλλά η αναστολή αυτού του στόχου δεν σχετίζεται με την αντικαρκινική δράση. Αντίθετα, σχετίζεται με την καρκινογόνο επίδραση.
Το φάρμακο φαίνεται να προκαλεί τις κυτταροτοξικές του επιδράσεις βλάπτοντας το DNA και, κατά συνέπεια, αναστέλλοντας ή αλλοιώνοντας τη σύνθεση του DNA. … Η ετοποσίδη φαίνεται να είναι εξαρτώμενη από τον κυτταρικό κύκλο και ειδική ως προς τη φάση του κύκλου, προκαλώντας αναστολή της φάσης G2 και πληρώνοντας προτιμησιακά τα κύτταρα στις φάσεις G2 και όψιμης S.
Η ετοποσίδη έχει αποδειχθεί ότι προκαλεί αναστολή της μετάφασης σε ινοβλάστες κοτόπουλου, αλλά η κύρια επίδρασή της σε θηλαστικά κύτταρα φαίνεται να είναι στη φάση G2. Σε συγκεντρώσεις ετοποσίδης 0,3-10 ug/mL in vitro, τα κύτταρα εμποδίζονται από την είσοδο στην προφάση. σε συγκεντρώσεις 10 ug/mL ή υψηλότερες, συμβαίνει λύση κυττάρων που εισέρχονται στη μίτωση. … Η ετοποσίδη δεν αναστέλλει τη συναρμολόγηση μικροσωληνιδίων. Η ετοποσίδη έχει αποδειχθεί ότι προκαλεί θραύσεις μονής αλυσίδας DNA σε κύτταρα HeLa και σε κύτταρα λευχαιμίας L1210 ποντικών in vitro. Το φάρμακο προκαλεί επίσης θραύσεις διπλής αλυσίδας DNA και διασυνδέσεις DNA-πρωτεϊνών σε κύτταρα L1210. Η επαγόμενη βλάβη του DNA από την ετοποσίδη φαίνεται να συσχετίζεται καλά με την κυτταροτοξικότητα του φαρμάκου. … Η ετοποσίδη φαίνεται να προκαλεί θραύσεις μονής αλυσίδας DNA έμμεσα, πιθανώς μέσω ενεργοποίησης ενδονουκλεασών, αναστολής της ενδοπυρηνικής τοποϊσομεράσης τύπου ΙΙ, ή σχηματισμού μεταβολίτη ελεύθερης ρίζας μέσω ενζυμικής αντίδρασης που περιλαμβάνει την υδροξυλομάδα στη θέση C-4’ του δακτυλίου Ε. Η ετοποσίδη αναστέλλει επίσης αναστρέψιμα τη διευκολυνόμενη διάχυση νουκλεοσιδίων στα κύτταρα HeLa με τρόπο εξαρτώμενο από τη συγκέντρωση in vitro.
Η ετοποσίδη μπορεί να σταθεροποιήσει τα συμπλέγματα τοποϊσομεράσης τύπου ΙΙ DNA, εμποδίζοντας την επανασύνδεση των θραύσεων μονής και διπλής αλυσίδας DNA. Η ετοποσίδη μπορεί επίσης να απαιτεί κυτταρική ενεργοποίηση σε ενδιάμεσα, τα οποία στη συνέχεια δεσμεύονται στο DNA και διαταράσσουν την κυτταρική λειτουργία.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Απορροφάται καλά, ο χρόνος μέχρι τη μέγιστη πλασματική συγκέντρωση είναι 1-1,5 ώρες. Η μέση βιοδιαθεσιμότητα είναι 50% (εύρος 25% - 75%). Οι τιμές Cmax και AUC για τα από του στόματος χορηγούμενα καψάκια ετοποσίδης παρουσιάζουν διακύμανση εντός και μεταξύ των υποκειμένων. Δεν υπάρχει καμία απόδειξη για φαινόμενο πρώτης διόδου για την ετοποσίδη.
Η ετοποσίδη απομακρύνεται τόσο με νεφρικές όσο και με μη νεφρικές διαδικασίες, δηλαδή μεταβολισμό και ηπατική απέκκριση. Συζεύξεις γλυκουρονιδίου και/ή θειικών αλάτων της ετοποσίδης απεκκρίνονται επίσης στα ανθρώπινα ούρα. Η ηπατική απέκκριση αμετάβλητου φαρμάκου ή/και μεταβολιτών αποτελεί σημαντική οδό αποβολής της ετοποσίδης, καθώς η ανάκτηση ραδιενέργειας στα κόπρανα είναι 44% της ενδοφλέβιας δόσης. Το 56% της δόσης βρέθηκε στα ούρα, εκ των οποίων το 45% απεκκρίθηκε ως ετοποσίδη.
Η κατανομή της ετοποσίδης είναι μια διφασική διαδικασία με χρόνο ημιζωής κατανομής 1,5 ώρα. Δεν διέρχεται καλά στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Όγκος κατανομής, σταθερή κατάσταση = 18 - 29 L.
Συνολική κάθαρση σώματος = 33 - 48 mL/min [IV χορήγηση, ενήλικες]
Μέση νεφρική κάθαρση = 7 - 10 mL/min/m^2
Η απέκκριση ετοποσίδης στο μητρικό γάλα τεκμηριώθηκε σε μια γυναίκα με οξεία προμυελοκυτταρική λευχαιμία που λάμβανε ημερήσιες δόσεις 80 mg/m² (οδός χορήγησης δεν δηλώθηκε). Οι μέγιστες συγκεντρώσεις 0,6 έως 0,8 µg/mL μετρήθηκαν αμέσως μετά τη χορήγηση της δόσης, αλλά είχαν μειωθεί σε μη ανιχνεύσιμα επίπεδα εντός 24 ωρών.
Τριάντα λεπτά μετά την ενδοφλέβια χορήγηση ετοποσίδης σε αρουραίους, οι υψηλότερες συγκεντρώσεις βρέθηκαν στο ήπαρ, τους νεφρούς και το λεπτό έντερο. Εντός 24 ωρών μετά τη δόση, οι ιστοτικές συγκεντρώσεις ήταν αμελητέες.
Μετά από ενδοφλέβια έγχυση (5 λεπτά) ετοποσίδης φωσφορικής σε σκύλους beagle σε δόσεις 57-461 mg/m², παρατηρήθηκε δοσοεξαρτώμενη αύξηση στη μέγιστη πλασματική συγκέντρωση και την AUC για την ετοποσίδη. Ο συνολικός ρυθμός κάθαρσης πλάσματος (342-435 mL/min ανά m²) και ο όγκος κατανομής (22-27 L/m²) δεν ήταν δοσοεξαρτώμενοι. Η μέγιστη πλασματική συγκέντρωση εμφανίστηκε στο τέλος της έγχυσης της ετοποσίδης φωσφορικής, υποδεικνύοντας ταχεία μετατροπή της προ-φαρμάκου σε ετοποσίδη.
Λιγότερο από 4% μιας δόσης ανακτήθηκε στη χολή μετά από 48 ώρες σε ασθενείς με χοληδόχες παροχετεύσεις. Η ανάκτηση ραδιοσημάντου στα κόπρανα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 3(H)ετοποσίδης (130-290 mg/m²) ήταν μεταβλητή, αντιπροσωπεύοντας 0-16% της δόσης, αλλά οι συλλογές ήταν γνωστό ότι ήταν ατελείς λόγω κατακράτησης κοπράνων και άλλων δυσκολιών που σχετίζονται με τη γενική κακή κατάσταση πολλών ασθενών). Σε μια μελέτη που αναφέρθηκε ως περίληψη σε τέσσερις ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα μικρών κυττάρων που έλαβαν 14(C)-γλυκοπυρανοσίδη ετοποσίδη, το 56% του ραδιοσημάντου ανακτήθηκε στα ούρα και το 44% στα κόπρανα σε διάστημα πέντε ημερών, για συνολική ανάκτηση 100 +/- 6%.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την ΕΤΟΠΟΣΙΔΗ (18 συνολικά), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα καταγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
97% συνδεδεμένο με πρωτεΐνες.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Κυρίως ηπατικός (μέσω O-απομεθυλίωσης μέσω του ισοενζύμου CYP450 3A4) με 40% να απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα. Η ετοποσίδη υφίσταται επίσης συζεύξεις γλουταθειόνης και γλυκουρονιδίου που καταλύονται από GSTT1/GSTP1 και UGT1A1, αντίστοιχα. Οι συνθάσες προσταγλανδινών είναι επίσης υπεύθυνες για τη μετατροπή της ετοποσίδης σε O-απομεθυλιωμένους μεταβολίτες (κινονη).
Ο προτεινόμενος μεταβολίτης υδροξυλο-οξέος της ετοποσίδης, που σχηματίζεται με το άνοιγμα του δακτυλίου λακτόνης, έχει ανιχνευθεί σε ανθρώπινα ούρα, αλλά μόνο σε χαμηλές συγκεντρώσεις, αντιπροσωπεύοντας 0,2-2,2% της χορηγούμενης δόσης.
Ο κύριος μεταβολίτης στα ούρα της ετοποσίδης στους ανθρώπους αναφέρεται ότι είναι το συζυγές γλυκουρονιδίου. Αν και οι συζεύξεις γλυκουρονιδίου ή/και θειικών αλάτων στα ούρα αναφέρθηκε ότι αντιπροσωπεύουν 5-22% μιας ενδοφλέβιας δόσης ετοποσίδης, άλλες μελέτες υποδηλώνουν ότι το γλυκουρονίδιο υπερισχύει. Το γλυκουρονίδιο ετοποσίδης στα ούρα ασθενών που έλαβαν θεραπεία αντιπροσώπευε 8-17% μιας δόσης 0,5-3,5 g/m² ετοποσίδης και 29% μιας δόσης 100-800 mg/m² ετοποσίδης, χωρίς να ανιχνεύονται άλλοι μεταβολίτες εκτός από το γλυκουρονίδιο ετοποσίδης στην τελευταία μελέτη. Σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια που έλαβαν ελαφρώς χαμηλότερες δόσεις 70-150 mg/m², το 3-17% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα εντός 72 ωρών ως γλυκουρονίδιο ετοποσίδης.
Η ετοποσίδη φαίνεται να μεταβολίζεται κυρίως στον δακτύλιο D για να παραχθεί το αντίστοιχο υδροξυλο-οξυτελές μεταβολίτη (πιθανώς το τρανς-υδροξυλο-οξυτελές μεταβολίτη). Αυτός ο μεταβολίτης φαίνεται να είναι φαρμακολογικά ανενεργός. Το ισομερές πικρολακτόνης της ετοποσίδης έχει ανιχνευθεί σε δύο συγκεντρώσεις στο πλάσμα και τα ούρα ορισμένων ασθενών, αλλά όχι σε άλλους. Η αγλυκόνη της ετοποσίδης ή/και οι συζεύξεις της δεν έχουν ανιχνευθεί μέχρι στιγμής σε ασθενείς που λαμβάνουν το φάρμακο. In vitro, το ισομερές πικρολακτόνης και η αγλυκόνη της ετοποσίδης έχουν ελάχιστη κυτταροτοξική δράση.
Γενικά, λίγοι ή καθόλου μεταβολίτες ετοποσίδης έχουν ανιχνευθεί στο πλάσμα. Η ετοποσίδη χορηγείται ως τρανς-λακτόνη, αλλά η cis-ετοποσίδη μπορεί επίσης να ανιχνευθεί σε ανθρώπινα ούρα. Αυτό μπορεί να είναι φαινόμενο αποθήκευσης, καθώς η ισομερείωση συμβαίνει μερικές φορές κατά την κατάψυξη δειγμάτων πλάσματος υπό ελαφρώς βασικές συνθήκες. Το cis-ισομερές αντιπροσωπεύει < 1% της δόσης. Ο μεταβολίτης κατεχόλης έχει επίσης αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν 600 mg/m² ετοποσίδης, με AUC περίπου 2,5% της ετοποσίδης. Σε ασθενείς που έλαβαν 90 mg/m² ετοποσίδης, ο μεταβολίτης κατεχόλης αντιπροσώπευε 1,4-7,1% της ετοποσίδης στα ούρα και < 2% της χορηγούμενης δόσης.
Σε ομογενοποιήματα ήπατος αρουραίων, μικροσώματα ήπατος και σε αρουραίους in vivo, η ετοποσίδη μεταβολίστηκε εκτενώς σε μόνο έναν κύριο μεταβολίτη, ο οποίος δεν ταυτοποιήθηκε επίσημα. Σε απομονωμένο ήπαρ αρουραίων που επωάστηκε με ετοποσίδη, η συνολική ανάκτηση στη χολή ήταν 60-85%, με περίπου ίσες ποσότητες ετοποσίδης και δύο μεταβολιτών γλυκουρονιδίου, επιβεβαιωμένοι ως είδη γλυκουρονιδίου μέσω υγρής χρωματογραφίας και φασματομετρίας μάζας. Μετά από ενδοφλέβια έγχυση 3(H)ετοποσίδης σε κουνέλια, η συνολική ούρηση ραδιοσημάντου ήταν 30% μετά από πέντε ημέρες, με πολύ λίγα στη συνέχεια. Ένας μοναδικός μεταβολίτης γλυκουρονιδίου ταυτοποιήθηκε στα ούρα κουνελιών, ο οποίος ήταν παρών σε μεγαλύτερες ποσότητες από την ετοποσίδη. Δεν ταυτοποιήθηκε υδροξυλο-οξυτελές μεταβολίτης σε κανένα είδος.
Κυρίως ηπατικός (μέσω O-απομεθυλίωσης μέσω του ισοενζύμου CYP450 3A4) με 40% να απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα. Η ετοποσίδη υφίσταται επίσης συζεύξεις γλουταθειόνης και γλυκουρονιδίου που καταλύονται από GSTT1/GSTP1 και UGT1A1, αντίστοιχα. Οι συνθάσες προσταγλανδινών είναι επίσης υπεύθυνες για τη μετατροπή της ετοποσίδης σε O-απομεθυλιωμένους μεταβολίτες (κινονη). Οδός Αποβολής: Η ετοποσίδη απομακρύνεται τόσο με νεφρικές όσο και με μη νεφρικές διαδικασίες, δηλαδή μεταβολισμό και ηπατική απέκκριση. Συζεύξεις γλυκουρονιδίου ή/και θειικών αλάτων της ετοποσίδης απεκκρίνονται επίσης στα ανθρώπινα ούρα. Η ηπατική απέκκριση αμετάβλητου φαρμάκου ή/και μεταβολιτών αποτελεί σημαντική οδό αποβολής της ετοποσίδης, καθώς η ανάκτηση ραδιενέργειας στα κόπρανα είναι 44% της ενδοφλέβιας δόσης. Το 56% της δόσης βρέθηκε στα ούρα, εκ των οποίων το 45% απεκκρίθηκε ως ετοποσίδη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
4-11 ώρες.
Σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική και ηπατική λειτουργία, ο χρόνος ημίσειας ζωής της ετοποσίδης κυμαίνεται κατά μέσο όρο 0,6-2 ώρες στην αρχική φάση και 5,3-10,8 ώρες στην τελική φάση. Σε έναν ενήλικα με διαταραγμένη ηπατική λειτουργία, ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής αναφέρθηκε ότι ήταν 78 ώρες. Σε παιδιά με φυσιολογική νεφρική και ηπατική λειτουργία, ο χρόνος ημίσειας ζωής της ετοποσίδης κυμαίνεται κατά μέσο όρο 0,6-1,4 ώρες στην αρχική φάση και 3-5,8 ώρες στην τελική φάση.
…Χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής 3 έως 7 ώρες σε παιδιά και 4 έως 8 ώρες σε ενήλικες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
- Παράγοντες που προέρχονται από ανώτερα φυτά που έχουν αποδεδειγμένη κυτταροστατική ή αντικαρκινική δράση.
- Ενώσεις που αναστέλλουν τη δραστηριότητα της DNA TOPOISOMERASE II. Σε αυτήν την κατηγορία περιλαμβάνονται διάφοροι ΑΝΤΙΚΑΡΚΙΝΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ που στοχεύουν την ευκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II και ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ που στοχεύουν την προκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
6PLQ3CP4P3
ETOPOSIDE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Τοποϊσομεράσης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Τοποϊσομεράσης
Η ετοποσίδη είναι Αναστολέας Τοποϊσομεράσης. Ο μηχανισμός δράσης της ετοποσίδης είναι ως Αναστολέας Τοποϊσομεράσης.
ETOPOSIDE
Αναστολείς Τοποϊσομεράσης [MoA]; Αναστολέας Τοποϊσομεράσης [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
- Παράγοντες που προέρχονται από ανώτερα φυτά που έχουν αποδεδειγμένη κυτταροστατική ή αντικαρκινική δράση.
- Ενώσεις που αναστέλλουν τη δραστηριότητα της DNA TOPOISOMERASE II. Σε αυτήν την κατηγορία περιλαμβάνονται διάφοροι ΑΝΤΙΚΑΡΚΙΝΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ που στοχεύουν την ευκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II και ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ που στοχεύουν την προκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II.