HYDROXYCARBAMIDE
Υδροξυκαρβαμίδη
Kαρκίνος μαστού (ως φάρμακα 2ης ή 3ης γραμμής), ενδομητρίου. Λοιπές βλ. κεφ. 6.5.2.4, 7.2.1 & 7.2.2.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-HYDROXYUREA-MEDAC
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από το στόμα
- Χορήγηση: Ημερησίως
- Δόση έναρξης: 40 mg/kg σωματικού βάρους ημερησίως (για ΧΜΛ)
- Τιτλοποίηση: Βλ. πληθυσμούς.
-
ΧΜΛΔόση40 mg/kg σωματικού βάρους ημερησίωςΗ δόση ελαττώνεται κατά 50% (20 mg/kg ημερησίως), όταν ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων έχει μειωθεί κάτω των 20 x 10 /l. Ρύθμιση της δόσης για διατήρηση των λευκών αιμοσφαιρίων στα 5 - 10 x 10 /l. Ελάττωση δόσης αν τα λευκά αιμοσφαίρια < 5 x 10 /l, αύξηση δόσης αν > 10 x 10 /l. Διακοπή αν τα λευκά αιμοσφαίρια < 2,5 x 10 /l ή τα αιμοπετάλια < 100 x 10 /l.
-
Ιδιοπαθής ΘρομβοκυτταραιμίαΔόση15 mg/kg/ημέραΡύθμιση της δόσης για τη διατήρηση του αριθμού των αιμοπεταλίων κάτω από 600 x 10 /l αλλά χωρίς μείωση του αριθμού των λευκοκυττάρων πάνω από 4 x 10 /l.
-
Γνήσια ΠολυκυτταραιμίαΔόση15 - 20 mg/kg/ημέραΕξατομίκευση της δόσης για διατήρηση του αιματοκρίτη κάτω του 45% και των αιμοπεταλίων κάτω των 400 x 10 /l. Μέση ημερήσια δόση 500 ως 1.000 mg.
-
ΗλικιωμένοιΜπορεί να απαιτούν χαμηλότερο δοσολογικό σχήμα.
block
SPC-HYDROXYUREA-MEDAC
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1. Η θεραπευτική αγωγή θα πρέπει να διακοπεί αν παρατηρηθεί υπερευαισθησία στο HYDROXYUREA/MEDAC.
-
Σοβαρής μορφής καταστολή του μυελού των οστών, λευκοπενία (< 2,5 x 10^9 λευκοκύτταρα/l), θρομβοκυτταροπενία (< 100 x 10^9 αιμοπετάλια/l) ή σοβαρή αναιμία.
warning
SPC-HYDROXYUREA-MEDAC
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Καταστολή του μυελού των οστώνΓενικές εξετάσεις αίματος συμπεριλαμβανομένου του καθορισμού του επιπέδου της αιμοσφαιρίνης και του αριθμού, του τύπου των λευκών αιμοσφαιρίων και του αριθμού αιμοπεταλίων θα πρέπει να διενεργείται τακτικά, καθώς και μετά τον καθορισμό της βέλτιστης εξατομικευμένης δόσης. Η συχνότητα ελέγχου θα πρέπει να εξατομικεύεται, αλλά συνήθως είναι μία φορά την εβδομάδα.
-
Μείωση λευκών αιμοσφαιρίων ή αιμοπεταλίωνΑν ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων μειωθεί κάτω του 2,5 x 10^9 /l ή αν ο αριθμός των αιμοπεταλίων μειωθεί κάτω των 100 x 10^9 /l, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί, μέχρις ότου οι αντίστοιχοι αριθμοί σημειώσουν σημαντική άνοδο και προσεγγίσουν τα φυσιολογικά επίπεδα (βλ. Δοσολογία).
-
ΑναιμίαΣε περίπτωση αναιμίας που εμφανίζεται πριν ή κατά τη διάρκεια της συνεχούς θεραπευτικής αγωγής, μπορεί να γίνει μετάγγιση ερυθρών αιμοσφαιρίων, όταν παραστεί ανάγκη.
-
Μεγαλοβλαστική ερυθροποίησηΑυτοπεριοριζόμενη μεγαλοβλαστική ερυθροποίηση παρατηρείται συχνά στην αρχή της θεραπείας με υδροξυκαρβαμίδη. Η μορφολογική αλλαγή μοιάζει με κακοήθη αναιμία, αλλά δεν σχετίζεται με έλλειψη βιταμίνης B12 ή φυλλικού οξέος.
-
Έλεγχος ηπατικής και νεφρικής λειτουργίαςΚατά τη διάρκεια της θεραπείας με HYDROXYUREA/MEDAC θα πρέπει να πραγματοποιείται συχνά αιματολογικός έλεγχος καθώς και έλεγχος της ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας. Η εμπειρία από τη χορήγηση του φαρμάκου σε ασθενείς με νεφρική και/ή ηπατική δυσλειτουργία είναι περιορισμένη. Ως εκ τούτου, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη θεραπευτική αγωγή των ασθενών αυτών, ιδίως κατά την έναρξη της θεραπείας.
-
ΕνυδάτωσηΠρέπει να γίνεται σύσταση στους ασθενείς να πίνουν άφθονα υγρά.
-
Δευτεροπαθής λευχαιμίαμπορεί να αναπτυχθεί δευτεροπαθής λευχαιμία. Δεν είναι προς το παρόν γνωστό σε ποιο βαθμό αυτό συνδέεται με τη βασική νόσο ή με τη θεραπεία με υδροξυκαρβαμίδη.Πληθυσμόςασθενείς που υποβάλλονται σε μακροχρόνια θεραπεία με υδροξυκαρβαμίδη για μυελοϋπερπλαστικές διαταραχές, όπως η γνήσια πολυκυτταραιμία και η θρομβοκυτταραιμία
-
Καρκίνωμα επιθηλιακών κυττάρων του δέρματος και βασικοκυτταρικό καρκίνωμαΚατά τη διάρκεια της θεραπευτικής αγωγής με υδροξυκαρβαμίδη, συνιστάται η παρακολούθηση αλλαγών του δέρματος καθώς έχει αναφερθεί η εμφάνιση καρκινώματος επιθηλιακών κυττάρων του δέρματος και βασικοκυτταρικού καρκινώματος.
-
Έλκη της κνήμηςΗ υδροξυκαρβαμίδη μπορεί να προκαλέσει επώδυνα έλκη της κνήμης, τα οποία συνήθως δύσκολα θεραπεύονται και απαιτούν διακοπή της θεραπείας. Η διακοπή της υδροξυκαρβαμίδης συνήθως οδηγεί σε βραδεία αποχώρηση των ελκών μέσα σε μερικές εβδομάδες.
-
Δερματική αγγειίτιδαΛόγω ενδεχομένως σοβαρών κλινικών εκβάσεων για τα έλκη δερματικής αγγειίτιδας που αναφέρθηκαν σε ασθενείς με μυελοϋπερπλαστική νόσο, η υδροξυκαρβαμίδη θα πρέπει να διακόπτεται, αν αναπτυχθούν εκελκώσεις λόγω δερματικής αγγειίτιδας και να γίνεται έναρξη θεραπείας με εναλλακτικά κυτταρομειωτικά φαρμακευτικά προϊόντα, όπως ενδείκνυται.
-
Παρέμβαση σε εργαστηριακές εξετάσειςΜια δημοσιευμένη μελέτη έχει δείξει αυξήσεις των εργαστηριακών τιμών της ουρίας, του ουρικού οξέος (5 - 9%) και του γαλακτικού οξέος (6 - 11%) που μετρήθηκαν με in vitro ενζυμικές αναλύσεις παρουσία υδροξυκαρβαμίδης (0.1 - 1 mM), υποδεικνύοντας αναλυτική παρεμβολή. Η κλινική σχέση των αποτελεσμάτων αυτών είναι άγνωστη.
-
Συνδυασμός με νουκλεοζιτικούς αναστολείς της αντίστροφης τρανσκριπτάσης (NRTI)Ο συνδυασμός υδροξυκαρβαμίδης και των νουκλεοζιτικών αναστολέων της αντίστροφης τρανσκριπτάσης (NRTI) πιθανό να ενισχύσει τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών των NRTI, βλ. επίσης αλληλεπιδράσεις.
-
ΓονοτοξικότηταΗ υδροξυκαρβαμίδη μπορεί να είναι γονοτοξική. Ως εκ τούτου συνιστάται στους άνδρες που κάνουν θεραπεία, η λήψη ασφαλών αντισυλληπτικών μέτρων κατά τη διάρκεια και για τουλάχιστον τρεις μήνες μετά την παύση της θεραπείας. Οι ασθενείς αυτοί θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τη δυνατότητα συντήρησης του σπέρματος, πριν από την έναρξη της θεραπείας.
-
Κύηση και γαλουχίαΤο HYDROXYUREA/MEDAC δεν πρέπει να χορηγείται σε εγκύους ασθενείς ή σε θηλάζουσες μητέρες, εκτός αν τα οφέλη υπερτερούν των πιθανών κινδύνων (βλ. κύηση και γαλουχία).
-
Σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης- γαλακτόζηςΟι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης- γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
-
ΕμβολιασμοίΗ ταυτόχρονη χρήση του HYDROXYUREA/MEDAC με ένα εμβόλιο ζώντων ιών μπορεί να ενισχύσει την αντιγραφή του ιού του εμβολίου ή/και μπορεί να αυξήσει ορισμένες από τις ανεπιθύμητες ενέργειες του ιού του εμβολίου, διότι οι φυσιολογικοί αμυντικοί μηχανισμοί μπορεί να κατασταλούν από την υδροξυκαρβαμίδη. Ο εμβολιασμός με εμβόλιο ζώντων ιών σε ένα ασθενή που παίρνει HYDROXYUREA/MEDAC μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή λοίμωξη. Η ανταπόκριση των αντισωμάτων του ασθενούς στα εμβόλια μπορεί να είναι μειωμένη. Η χρήση ζώντων εμβολίων θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον έξι μήνες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας και να γίνεται αφού έχει ζητηθεί η συμβουλή ειδικού (βλ. αλληλεπιδράσεις).
swap_horiz
SPC-HYDROXYUREA-MEDAC
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ακτινοθεραπεία ή κυτταροτοξική θεραπείαΠροσοχήΑυξημένος κίνδυνος καταστολής του μυελού των οστών, γαστρικού ερεθισμού και βλεννογονίτιδας. Επιδείνωση ερυθήματος από ακτινοβολία.
-
Ara-CΠαρακολούθησηΕνίσχυση κυτταροτοξικότητας.
-
ΦθοροπυριμιδίνεςΠαρακολούθησηΕνίσχυση κυτταροτοξικότητας.
-
ΠαρακολούθησηΠιθανή ενίσχυση αντιρετροϊκής δράσης. Πιθανή ενίσχυση ανεπιθύμητων ενεργειών (ηπατοτοξικότητα, παγκρεατίτιδα, περιφερική νευροπάθεια).
-
ΠαρακολούθησηΠιθανή ενίσχυση αντιρετροϊκής δράσης. Πιθανή ενίσχυση ανεπιθύμητων ενεργειών (ηπατοτοξικότητα, παγκρεατίτιδα, περιφερική νευροπάθεια).
-
Ζώντα εμβόλιαΑντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος σοβαρών ή θανατηφόρων λοιμώξεων.
sick
SPC-HYDROXYUREA-MEDAC
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Καταστολή μυελού των οστών
- Λευκοπενία
- Μεγαλοβλαστική αντίδραση
- Θρομβοπενία
- Αναιμία
- Αντίδραση υπερευαισθησίας
- Ανορεξία
- Σύνδρομο λύσης όγκου
- Υπερκαλιαιμία
- Υπονατριαιμία
- Ψευδαισθήσεις
- Περιφερική νευροπάθεια
- Νευρολογικές διαταραχές (κεφαλαλγία, ζάλη, αποπροσανατολισμός, σπασμοί)
- Νυσταγμός
- Οξείες πνευμονικές αντιδράσεις (διάχυτα πνευμονικά διηθήματα, πυρετός, δύσπνοια, αλλεργική βρογχιολίτιδα)
- Πνευμονική ίνωση
- Διάρροια
- Δυσκοιλιότητα
- Παγκρεατίτιδα
- Ναυτία
- Έμετος
- Στοματίτιδα
- Ηπατοτοξικότητα
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- Αυξημένη χολερυθρίνη αίματος
- Έλκος του δέρματος (ειδικά έλκος της κνήμης)
- Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
- Ερύθημα προσώπου
- Ερύθημα άκρου
- Ακτινική υπερκεράτωση
- Καρκίνος του δέρματος (καρκίνος επιθηλιακών κυττάρων, καρκίνωμα βασικών κυττάρων)
- Αλωπεκία
- Δερματικές αλλοιώσεις τύπου δερματομυοσίτιδας
- Υπέρχρωση του δέρματος
- Ατροφία του δέρματος
- Μελάχρωση των ονύχων
- Ατροφία των ονύχων
- Κνησμός
- Οζίδια ιώδους χρώσεως
- Απολέπιση
- Δερματική αγγειίτιδα
- Γάγγραινα
- Παροδική νεφρική σωληναριακή δυσλειτουργία (αυξημένο ουρικό οξύ, αυξημένη ουρία, αυξημένη κρεατινίνη)
- Δυσουρία
- Νεφρική δυσλειτουργία
- Αζωοσπερμία
- Ολιγοσπερμία
- Φαρμακευτικός πυρετός
- Ρίγη
- Αίσθημα κακουχίας
- Δευτεροπαθής λευχαιμία (σε μακροχρόνια θεραπεία)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΚαταστολή μυελού των οστών
-
ΣυχνέςΛευκοπενία
-
ΣυχνέςΜεγαλοβλαστική αντίδραση
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενία
-
Όχι συχνέςΑναιμία
-
ΣπάνιεςΑντίδραση υπερευαισθησίας
-
Όχι συχνέςΑνορεξία
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο λύσης όγκου
-
Μη γνωστέςΥπερκαλιαιμία
-
ΣπάνιεςΨευδαισθήσεις
-
Όχι συχνέςΠεριφερική νευροπάθεια
-
ΣπάνιεςΝευρολογικές διαταραχές (κεφαλαλγία, ζάλη, αποπροσανατολισμός, σπασμοί)
-
ΣπάνιεςΟξείες πνευμονικές αντιδράσεις (διάχυτα πνευμονικά διηθήματα, πυρετός, δύσπνοια, αλλεργική βρογχιολίτιδα)
-
Πολύ σπάνιεςΠνευμονική ίνωση
-
ΣυχνέςΔιάρροια
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότητα
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδα
-
Όχι συχνέςΝαυτία
-
Όχι συχνέςΈμετος
-
Όχι συχνέςΣτοματίτιδα
-
Όχι συχνέςΗπατοτοξικότητα
-
Όχι συχνέςΑυξημένα ηπατικά ένζυμα
-
Όχι συχνέςΑυξημένη χολερυθρίνη αίματος
-
ΣυχνέςΈλκος του δέρματος (ειδικά έλκος της κνήμης)
-
Όχι συχνέςΚηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
-
Όχι συχνέςΕρύθημα προσώπου
-
Όχι συχνέςΕρύθημα άκρου
-
Όχι συχνέςΑκτινική υπερκεράτωση
-
Όχι συχνέςΚαρκίνος του δέρματος (καρκίνος επιθηλιακών κυττάρων, καρκίνωμα βασικών κυττάρων)
-
ΣπάνιεςΑλωπεκία
-
Πολύ σπάνιεςΔερματικές αλλοιώσεις τύπου δερματομυοσίτιδας
-
Πολύ σπάνιεςΥπέρχρωση του δέρματος
-
Πολύ σπάνιεςΑτροφία του δέρματος
-
Πολύ σπάνιεςΜελάχρωση των ονύχων
-
Πολύ σπάνιεςΑτροφία των ονύχων
-
Πολύ σπάνιεςΚνησμός
-
Πολύ σπάνιεςΟζίδια ιώδους χρώσεως
-
Πολύ σπάνιεςΑπολέπιση
-
Πολύ σπάνιεςΔερματική αγγειίτιδα
-
Πολύ σπάνιεςΓάγγραινα
-
Όχι συχνέςΠαροδική νεφρική σωληναριακή δυσλειτουργία (αυξημένο ουρικό οξύ, αυξημένη ουρία, αυξημένη κρεατινίνη)
-
ΣπάνιεςΔυσουρία
-
Πολύ σπάνιεςΝεφρική δυσλειτουργία
-
Πολύ συχνέςΑζωοσπερμία
-
Πολύ συχνέςΟλιγοσπερμία
-
Όχι συχνέςΦαρμακευτικός πυρετός
-
Όχι συχνέςΡίγη
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κακουχίας
-
Μη γνωστέςΔευτεροπαθής λευχαιμία (σε μακροχρόνια θεραπεία)
-
Μη γνωστέςΥπονατριαιμία
-
Μη γνωστέςΝυσταγμός (μέτριος, σε μεγάλες δόσεις)
pregnant_woman
SPC-HYDROXYUREA-MEDAC
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
Κύησηδεν πρέπει να χρησιμοποιείταιΗ υδροξυκαρβαμίδη μπορεί να είναι ισχυρός μεταλλαξιογόνος παράγοντας. Μελέτες με υδροξυκαρβαμίδη σε ζώα έδειξαν αυξημένη συχνότητα συγγενών ανωμαλιών (βλ. παράγραφο 5.3). Το HYDROXYUREA/MEDAC δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με υδροξυκαρβαμίδη. Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη πριν από την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με υδροξυκαρβαμίδη. Σε περίπτωση εγκυμοσύνης κατά τη διάρκεια της θεραπείας πρέπει να προσφέρεται η γνώμη γενετικού συμβούλου. Η υδροξυκαρβαμίδη περνά τον πλακούντα.
-
Γαλουχίαπρέπει να διακόπτεταιΤο HYDROXYUREA/MEDAC απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται πριν από την έναρξη της θεραπείας.
-
ΓονιμότητασυνιστάταιΗ υδροξυκαρβαμίδη μπορεί να είναι γονοτοξική. Συνεπώς, αν ο ασθενής αποσκοπεί σε κύηση μετά από θεραπεία με υδροξυκαρβαμίδη, συνιστάται γνωμοδότηση γενετικού συμβούλου. Στους άνδρες που υποβάλλονται σε θεραπεία συνιστάται η χρήση αποτελεσματικής αντισύλληψης κατά τη διάρκεια και για τουλάχιστον 3 μήνες μετά την παύση της θεραπείας. Οι ασθενείς αυτοί θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τη δυνατότητα συντήρησης του σπέρματος, πριν από την έναρξη της θεραπείας. Η γονιμότητα στους άνδρες ενδέχεται να επηρεαστεί κατά τη θεραπεία. Η αντιστρεπτή ολιγο- και αζωοσπερμία παρατηρούνται πολύ συχνά.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-HYDROXYUREA-MEDAC
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-HYDROXYUREA-MEDAC
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Οι φαρμακοκινητικές πληροφορίες είναι περιορισμένες. Η υδροξυκαρβαμίδη απορροφάται καλά και η βιοδιαθεσιμότητα μετά από χορήγηση από το στόμα είναι πλήρης. Μετά από χορήγηση από το στόμα οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-HYDROXYUREA-MEDAC
expand_more
Δοσολογία
Η θεραπεία θα πρέπει να χορηγείται μόνο από γιατρό με πείρα στον κλάδο της ογκολογίας ή της αιματολογίας. Οι δόσεις βασίζονται στο πραγματικό ή ιδανικό σωματικό βάρος του ασθενούς, όποιο από τα δύο είναι το μικρότερο.
ΧΜΛ
Στη ΧΜΛ, η υδροξυκαρβαμίδη συνήθως χορηγείται σε αρχική δόση 40 mg/kg σωματικού βάρους ημερησίως ανάλογα με τον αριθμό των λευκών αιμοσφαιρίων. Η δόση ελαττώνεται κατά 50% (20 mg/kg ημερησίως), όταν ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων έχει μειωθεί κάτω των 20 x 10 /l. Η δόση ρυθμίζεται τότε ανάλογα με την κάθε περίπτωση, έτσι ώστε ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων να διατηρείται στα 5 - 10 x 10 /l. Η δόση της υδροξυκαρβαμίδης θα πρέπει να ελαττώνεται αν ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων μειωθεί κάτω του 5 x 10 /l και θα πρέπει να αυξάνεται αν παρατηρηθεί αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων 10 x 10 /l.
Αν ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων μειωθεί κάτω από 2,5 x 10 /l ή αν ο αριθμός των αιμοπεταλίων είναι κάτω από 100 x 10 /l, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί, μέχρις ότου οι αντίστοιχοι αριθμοί αυξηθούν σημαντικά και πλησιάσουν τα φυσιολογικά επίπεδα.
Κατάλληλη δοκιμαστική περίοδος για τον καθορισμό των αντινεοπλασματικών επιδράσεων του HYDROXYUREA/MEDAC είναι οι έξι εβδομάδες. Η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί επ’ αόριστο αν η νόσος σημειώσει σημαντική εξέλιξη. Αν σημειωθεί σημαντική κλινική ανταπόκριση, η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί επ’ αόριστον.
Ιδιοπαθής Θρομβοκυτταραιμία
Στην ιδιοπαθή θρομβοκυτταραιμία, η υδροξυκαρβαμίδη συνήθως χορηγείται σε αρχικές δόσεις 15 mg/kg/ημέρα με ρύθμιση της δόσης για τη διατήρηση του αριθμού των αιμοπεταλίων κάτω από 600 x 10 /l αλλά χωρίς μείωση του αριθμού των λευκοκυττάρων πάνω από 4 x 10 /l.
Γνήσια Πολυκυτταραιμία
Στην γνήσια πολυκυτταραιμία, η θεραπεία με υδροξυκαρβαμίδη θα πρέπει να ξεκινήσει με τη δόση των 15 - 20 mg/kg/ημέρα. Η δόση της υδροξυκαρβαμίδης θα πρέπει να εξατομικευτεί, προκειμένου να διατηρηθεί ο αιματοκρίτης κάτω του 45% και ο αριθμός αιμοπεταλίων κάτω των 400 x 10 /l. Στους πλείστους ασθενείς αυτό μπορεί να επιτευχθεί με συνεχή χορήγηση υδροξυκαρβαμίδης σε μέση ημερήσια δόση 500 ως 1.000 mg.
Αν ο αιματοκρίτης και ο αριθμός των αιμοπεταλίων μπορούν να ελέγχονται επαρκώς η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί επ’ αόριστον.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Λόγω της σπανιότητας των παθήσεων αυτών σε παιδιά, δεν έχει τεκμηριωθεί δοσολογικό σχήμα.
Ηλικιωμένοι
Οι ηλικιωμένοι ασθενείς μπορεί να είναι πιο ευαίσθητοι στις επιδράσεις της υδροξυκαρβαμίδης και να απαιτούν χαμηλότερο δοσολογικό σχήμα.
Νεφρική και/ή ηπατική δυσλειτουργία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. Δεν μπορεί να δοθεί σύσταση ως προς τη δοσολογία σε ασθενείς με νεφρική και/ή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.4).
Τρόπος χορήγησης
Τα καψάκια πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα και να μην αφήνονται να διαλυθούν στο στόμα.
block
Αντενδείξεις
SPC-HYDROXYUREA-MEDAC
expand_more
Αντενδείξεις
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1. Η θεραπευτική αγωγή θα πρέπει να διακοπεί αν παρατηρηθεί υπερευαισθησία στο HYDROXYUREA/MEDAC.
- Σοβαρής μορφής καταστολή του μυελού των οστών, λευκοπενία (< 2,5 x 10^9 λευκοκύτταρα/l), θρομβοκυτταροπενία (< 100 x 10^9 αιμοπετάλια/l) ή σοβαρή αναιμία.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-HYDROXYUREA-MEDAC
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Η υδροξυκαρβαμίδη μπορεί να προκαλέσει καταστολή του μυελού των οστών με πρώτη και συχνότερη εκδήλωση τη λευκοπενία. Η θρομβοκυτταραιμία και η αναιμία παρατηρούνται λιγότερο συχνά και είναι σπάνιες όταν δεν έχει προηγηθεί λευκοπενία.
Γενικές εξετάσεις αίματος συμπεριλαμβανομένου του καθορισμού του επιπέδου της αιμοσφαιρίνης και του αριθμού, του τύπου των λευκών αιμοσφαιρίων και του αριθμού αιμοπεταλίων θα πρέπει να διενεργείται τακτικά, καθώς και μετά τον καθορισμό της βέλτιστης εξατομικευμένης δόσης. Η συχνότητα ελέγχου θα πρέπει να εξατομικεύεται, αλλά συνήθως είναι μία φορά την εβδομάδα.
Αν ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων μειωθεί κάτω του 2,5 x 10^9 /l ή αν ο αριθμός των αιμοπεταλίων μειωθεί κάτω των 100 x 10^9 /l, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί, μέχρις ότου οι αντίστοιχοι αριθμοί σημειώσουν σημαντική άνοδο και προσεγγίσουν τα φυσιολογικά επίπεδα (βλ. Δοσολογία).
Σε περίπτωση αναιμίας που εμφανίζεται πριν ή κατά τη διάρκεια της συνεχούς θεραπευτικής αγωγής, μπορεί να γίνει μετάγγιση ερυθρών αιμοσφαιρίων, όταν παραστεί ανάγκη.
Αυτοπεριοριζόμενη μεγαλοβλαστική ερυθροποίηση παρατηρείται συχνά στην αρχή της θεραπείας με υδροξυκαρβαμίδη. Η μορφολογική αλλαγή μοιάζει με κακοήθη αναιμία, αλλά δεν σχετίζεται με έλλειψη βιταμίνης B12 ή φυλλικού οξέος.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με HYDROXYUREA/MEDAC θα πρέπει να πραγματοποιείται συχνά αιματολογικός έλεγχος καθώς και έλεγχος της ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας. Η εμπειρία από τη χορήγηση του φαρμάκου σε ασθενείς με νεφρική και/ή ηπατική δυσλειτουργία είναι περιορισμένη. Ως εκ τούτου, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη θεραπευτική αγωγή των ασθενών αυτών, ιδίως κατά την έναρξη της θεραπείας.
Πρέπει να γίνεται σύσταση στους ασθενείς να πίνουν άφθονα υγρά.
Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε μακροχρόνια θεραπεία με υδροξυκαρβαμίδη για μυελοϋπερπλαστικές διαταραχές, όπως η γνήσια πολυκυτταραιμία και η θρομβοκυτταραιμία, μπορεί να αναπτυχθεί δευτεροπαθής λευχαιμία. Δεν είναι προς το παρόν γνωστό σε ποιο βαθμό αυτό συνδέεται με τη βασική νόσο ή με τη θεραπεία με υδροξυκαρβαμίδη.
Κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής αγωγής με υδροξυκαρβαμίδη, συνιστάται η παρακολούθηση αλλαγών του δέρματος καθώς έχει αναφερθεί η εμφάνιση καρκινώματος επιθηλιακών κυττάρων του δέρματος και βασικοκυτταρικού καρκινώματος.
Η υδροξυκαρβαμίδη μπορεί να προκαλέσει επώδυνα έλκη της κνήμης, τα οποία συνήθως δύσκολα θεραπεύονται και απαιτούν διακοπή της θεραπείας. Η διακοπή της υδροξυκαρβαμίδης συνήθως οδηγεί σε βραδεία αποχώρηση των ελκών μέσα σε μερικές εβδομάδες.
Τοξικότητες υπό μορφή δερματικής αγγειίτιδας, συμπεριλαμβανομένων εξελκώσεων λόγω αγγειίτιδας και γάγγραινας, έχουν συμβεί σε ασθενείς με μυελοϋπερπλαστικές διαταραχές κατά τη διάρκεια θεραπείας με υδροξυκαρβαμίδη. Ο κίνδυνος για τοξικότητες υπό μορφή αγγειίτιδας είναι αυξημένος σε ασθενείς με ιστορικό θεραπείας ιντερφερόνης ή σε ασθενείς οι οποίοι υποβάλλονται τη συγκεκριμένη εποχή σε θεραπεία με ιντερφερόνη. Λόγω ενδεχομένως σοβαρών κλινικών εκβάσεων για τα έλκη δερματικής αγγειίτιδας που αναφέρθηκαν σε ασθενείς με μυελοϋπερπλαστική νόσο, η υδροξυκαρβαμίδη θα πρέπει να διακόπτεται, αν αναπτυχθούν εκ ελκώσεις λόγω δερματικής αγγειίτιδας και να γίνεται έναρξη θεραπείας με εναλλακτικά κυτταρομειωτικά φαρμακευτικά προϊόντα, όπως ενδείκνυται.
Παρέμβαση σε εργαστηριακές εξετάσεις
Μια δημοσιευμένη μελέτη έχει δείξει αυξήσεις των εργαστηριακών τιμών της ουρίας, του ουρικού οξέος (5 - 9%) και του γαλακτικού οξέος (6 - 11%) που μετρήθηκαν με in vitro ενζυμικές αναλύσεις παρουσία υδροξυκαρβαμίδης (0.1 - 1 mM), υποδεικνύοντας αναλυτική παρεμβολή. Η κλινική σχέση των αποτελεσμάτων αυτών είναι άγνωστη.
Ο συνδυασμός υδροξυκαρβαμίδης και των νουκλεοζιτικών αναστολέων της αντίστροφης τρανσκριπτάσης (NRTI) πιθανό να ενισχύσει τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών των NRTI, βλ. επίσης αλληλεπιδράσεις.
Η υδροξυκαρβαμίδη μπορεί να είναι γονοτοξική. Ως εκ τούτου συνιστάται στους άνδρες που κάνουν θεραπεία, η λήψη ασφαλών αντισυλληπτικών μέτρων κατά τη διάρκεια και για τουλάχιστον τρεις μήνες μετά την παύση της θεραπείας. Οι ασθενείς αυτοί θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τη δυνατότητα συντήρησης του σπέρματος, πριν από την έναρξη της θεραπείας.
Το HYDROXYUREA/MEDAC δεν πρέπει να χορηγείται σε εγκύους ασθενείς ή σε θηλάζουσες μητέρες, εκτός αν τα οφέλη υπερτερούν των πιθανών κινδύνων (βλ. κύηση και γαλουχία).
Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης- γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
Εμβολιασμοί
Η ταυτόχρονη χρήση του HYDROXYUREA/MEDAC με ένα εμβόλιο ζώντων ιών μπορεί να ενισχύσει την αντιγραφή του ιού του εμβολίου ή/και μπορεί να αυξήσει ορισμένες από τις ανεπιθύμητες ενέργειες του ιού του εμβολίου, διότι οι φυσιολογικοί αμυντικοί μηχανισμοί μπορεί να κατασταλούν από την υδροξυκαρβαμίδη. Ο εμβολιασμός με εμβόλιο ζώντων ιών σε ένα ασθενή που παίρνει HYDROXYUREA/MEDAC μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή λοίμωξη. Η ανταπόκριση των αντισωμάτων του ασθενούς στα εμβόλια μπορεί να είναι μειωμένη. Η χρήση ζώντων εμβολίων θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον έξι μήνες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας και να γίνεται αφού έχει ζητηθεί η συμβουλή ειδικού (βλ. αλληλεπιδράσεις).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-HYDROXYUREA-MEDAC
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Η υδροξυκαρβαμίδη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί στο παρελθόν ή υποβάλλονται ταυτόχρονα σε ακτινοθεραπεία ή σε κυτταροτοξική θεραπεία. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι ασθενείς διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καταστολής του μυελού των οστών, γαστρικού ερεθισμού και βλεννογονίτιδας (μεγαλύτερης σοβαρότητας, υψηλότερης συχνότητας). Επιπλέον, μπορεί να παρατηρηθεί επιδείνωση ερυθήματος που έχει προκληθεί από προηγούμενη ή ταυτόχρονη ακτινοβόληση.
Μελέτες in-vitro έχουν δείξει την ικανότητα της υδροξυκαρβαμίδης να ενισχύει την κυτταροτοξικότητα του ara-C και των φθοροπυριμιδινών.
H υδροξυκαρβαμίδη πιθανό να ενισχύσει την αντιρετροϊική δράση των νουκλεοζιτικών αναστολέων της αντίστροφης τρανσκριπτάσης όπως είναι η διδανοσίνη και η σταβουδίνη. H υδροξυκαρβαμίδη αναστέλλει τη σύνθεση του DNA του ιού HIV και την αναδίπλωση του ιού HIV μειώνοντας την ποσότητα των ενδοκυτταρικών δεσοξυνουκλεοτιδίων. H υδροξυκαρβαμίδη πιθανόν επίσης να ενισχύει τις δυνητικές ανεπιθύμητες ενέργειες των νουκλεοζιτικών αναστολέων της αντίστροφης τρανσκριπτάσης όπως ηπατοτοξικότητα, παγκρεατίτιδα και περιφερική νευροπάθεια (βλ. παράγραφο 4.8).
Εμβολιασμοί
Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος σοβαρών ή θανατηφόρων λοιμώξεων με την ταυτόχρονη χρήση ζώντων εμβολίων. Τα ζώντα εμβόλια δεν συνιστώνται στους ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.4).
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-HYDROXYUREA-MEDAC
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Η καταστολή του μυελού των οστών είναι η τοξική επίδραση που επιβάλλει περιορισμό της δόσης. Γαστρεντερικές παρενέργειες εμφανίζονται συχνά αλλά σπάνια απαιτείται μείωση της δοσολογίας ή διακοπή της αγωγής.
Οι συχνότητες ανεπιθύμητων ενεργειών έχουν κατηγοριοποιηθεί χρησιμοποιώντας την ακόλουθη σύμβαση: Πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- Συχνές: Καταστολή μυελού των οστών, λευκοπενία, μεγαλοβλαστική αντίδραση.
- Όχι συχνές: Θρομβοπενία, αναιμία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
- Σπάνιες: Αντίδραση υπερευαισθησίας
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
- Όχι συχνές: Ανορεξία
- Σπάνιες: Σύνδρομο λύσης όγκου
- Μη γνωστές: Υπερκαλιαιμία
Ψυχιατρικές διαταραχές
- Σπάνιες: Ψευδαισθήσεις
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Όχι συχνές: Περιφερική νευροπάθεια
- Σπάνιες: Νευρολογικές διαταραχές συμπεριλαμβανομένων κεφαλαλγίας, ζάλης, αποπροσανατολισμού, σπασμών
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
- Σπάνιες: Οξείες πνευμονικές αντιδράσεις που συνίστανται σε διάχυτα πνευμονικά διηθήματα, πυρετό και δύσπνοια, αλλεργική βρογχιολίτιδα.
- Πολύ σπάνιες: Πνευμονική ίνωση
Διαταραχές του γαστρεντερικού
- Συχνές: Διάρροια, δυσκοιλιότητα
- Όχι συχνές: Παγκρεατίτιδα, ναυτία, έμετος, στοματίτιδα
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
- Όχι συχνές: Ηπατοτοξικότητα, αυξημένα ηπατικά ένζυμα, αυξημένη χολερυθρίνη αίματος
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Συχνές: Έλκος του δέρματος (ειδικά έλκος της κνήμης)
- Όχι συχνές: Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα, ερύθημα προσώπου, ερύθημα άκρου, ακτινική υπερκεράτωση, καρκίνος του δέρματος (καρκίνος επιθηλιακών κυττάρων, καρκίνωμα βασικών κυττάρων)
- Σπάνιες: Αλωπεκία
- Πολύ σπάνιες: Δερματικές αλλοιώσεις τύπου δερματομυοσίτιδας, υπέρχρωση του δέρματος, ατροφία του δέρματος, μελάχρωση των ονύχων, ατροφία των ονύχων, κνησμός, οζίδια ιώδους χρώσεως, απολέπιση, δερματική αγγειίτιδα, γάγγραινα
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
- Όχι συχνές: Παροδική νεφρική σωληναριακή δυσλειτουργία συνοδευόμενη από αυξημένο ουρικό οξύ στο αίμα, αυξημένη ουρία αίματος και αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Σπάνιες: Δυσουρία
- Πολύ σπάνιες: Νεφρική δυσλειτουργία
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
- Πολύ συχνές: Αζωοσπερμία, ολιγοσπερμία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Όχι συχνές: Φαρμακευτικός πυρετός, ρίγη, αίσθημα κακουχίας
Θανατηφόρα και μη θανατηφόρα παγκρεατίτιδα και ηπατοτοξικότητα και σοβαρή περιφερική νευροπάθεια έχουν αναφερθεί σε ασθενείς με λοίμωξη HIV που έλαβαν υδροξυκαρβαμίδη σε συνδυασμό με αντιρετροϊκούς παράγοντες, συγκεκριμένα διδανοσίνη και σταβουδίνη.
Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε μακροχρόνια θεραπευτική αγωγή με υδροξυκαρβαμίδη για μυελοϋπερπλαστικές παθήσεις, όπως γνήσια πολυκυτταραιμία και θρομβοκυτταραιμία, μπορεί να εμφανιστεί δευτεροπαθής λευχαιμία.
Κατά τη θεραπεία με υδροξυκαρβαμίδη μπορεί να παρατηρηθεί μεγαλοβλαστική αντίδραση, η οποία δεν ανταποκρίνεται σε θεραπευτική αγωγή με φυλλικό οξύ ή B .
Η καταστολή του μυελού των οστών υποχωρεί, ωστόσο, με τη διακοπή της θεραπείας.
Η υδροξυκαρβαμίδη μπορεί να μειώσει την πλασματική κάθαρση του σιδήρου και τη χρησιμοποίησή του από τα ερυθροκύτταρα. Εν τούτοις δεν φαίνεται να μεταβάλλει τη διάρκεια ζωής των ερυθρών αιμοσφαιρίων.
Έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις υπονατριαιμίας κατά την επίβλεψη μετά την κυκλοφορία.
Μεγάλες δόσεις μπορεί να προκαλέσουν μέτριο νυσταγμό.
Σοβαρής μορφής γαστρικές διαταραχές (ναυτία, έμετος, ανορεξία) που προκαλούνται από συνδυασμό υδροξυκαρβαμίδης και ακτινοθεραπείας, μπορεί συνήθως να ελεγχθούν με παροδική διακοπή της χορήγησης της υδροξυκαρβαμίδης.
Η υδροξυκαρβαμίδη μπορεί να επιδεινώσει τη φλεγμονή των βλεννογόνων από ακτινοβολία. Μπορεί να προκαλέσει επανεμφάνιση ερυθήματος και υπερμελάχρωσης σε ιστούς που έχουν υποβληθεί προηγουμένως ακτινοθεραπεία.
Μετά από μακροχρόνια καθημερινή θεραπεία συντήρησης με υδροξυκαρβαμίδη, έχουν παρατηρηθεί ελκος του δέρματος (ειδικά ελκος της κνήμης), δερματική αγγειίτιδα, γάγγραινα, κνησμός και υπέρχρωση του δέρματος και των νυχιών. (Περιλαμβάνονται αναφορές για ερύθημα, ατροφία του δέρματος και των νυχιών, απολέπιση, ιώδεις βλατίδες, αλωπεκία, δερματικές αλλοιώσεις τύπου δερματομυοσίτιδας, ακτινική υπερκεράτωση, καρκίνος του δέρματος (καρκίνος επιθηλιακών κυττάρων, καρκίνωμα βασικών κυττάρων)).
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-HYDROXYUREA-MEDAC
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Η υδροξυκαρβαμίδη μπορεί να είναι ισχυρός μεταλλαξιογόνος παράγοντας. Μελέτες με υδροξυκαρβαμίδη σε ζώα έδειξαν αυξημένη συχνότητα συγγενών ανωμαλιών (βλ. παράγραφο 5.3). Το HYDROXYUREA/MEDAC δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με υδροξυκαρβαμίδη. Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη πριν από την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με υδροξυκαρβαμίδη. Σε περίπτωση εγκυμοσύνης κατά τη διάρκεια της θεραπείας πρέπει να προσφέρεται η γνώμη γενετικού συμβούλου. Η υδροξυκαρβαμίδη περνά τον πλακούντα.
Θηλασμός
Το HYDROXYUREA/MEDAC απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται πριν από την έναρξη της θεραπείας.
Γονιμότητα
Η υδροξυκαρβαμίδη μπορεί να είναι γονοτοξική. Συνεπώς, αν ο ασθενής αποσκοπεί σε κύηση μετά από θεραπεία με υδροξυκαρβαμίδη, συνιστάται γνωμοδότηση γενετικού συμβούλου. Στους άνδρες που υποβάλλονται σε θεραπεία συνιστάται η χρήση αποτελεσματικής αντισύλληψης κατά τη διάρκεια και για τουλάχιστον 3 μήνες μετά την παύση της θεραπείας. Οι ασθενείς αυτοί θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τη δυνατότητα συντήρησης του σπέρματος, πριν από την έναρξη της θεραπείας. Η γονιμότητα στους άνδρες ενδέχεται να επηρεαστεί κατά τη θεραπεία. Η αντιστρεπτή ολιγο- και αζωοσπερμία παρατηρούνται πολύ συχνά.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-HYDROXYUREA-MEDAC
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: άλλοι αντινεοπλασματικοί παράγοντες, κωδικός ATC: L01XX05
Μηχανισμός δράσης
Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της υδροξυκαρβαμίδης είναι άγνωστος. Η σημαντικότερη δράση της υδροξυκαρβαμίδης φαίνεται να είναι ο αποκλεισμός του συστήματος της ριβονουκλεοτιδικής αναγωγάσης με αποτέλεσμα την αναστολή της σύνθεσης του DNA. Κυτταρική αντοχή προξενείται συνήθως με την αύξηση των επιπέδων της ριβονουκλεοτιδικής αναγωγάσης ως αποτέλεσμα γονιδιακής ενίσχυσης.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-HYDROXYUREA-MEDAC
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Οι φαρμακοκινητικές πληροφορίες είναι περιορισμένες. Η υδροξυκαρβαμίδη απορροφάται καλά και η βιοδιαθεσιμότητα μετά από χορήγηση από το στόμα είναι πλήρης. Μετά από χορήγηση από το στόμα οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός περίπου 0,5 ως 2 ωρών.
Κατανομή
Η υδροξυκαρβαμίδη διαπερνά τον αιματεγκεφαλικό φραγμό.
Βιομετασχηματισμός
Ο μεταβολισμός της υδροξυκαρβαμίδης δεν έχει μελετηθεί πολύ καλά στον άνθρωπο.
Αποβολή
Η υδροξυκαρβαμίδη αποβάλλεται εν μέρει μέσω νεφρικής απέκκρισης. Το ποσοστό της αποβολής της υδροξυκαρβαμίδης που επιτυγχάνεται μέσω αυτής της οδού αποβολής είναι ασαφές, καθώς η χορηγούμενη δόση έχει ανακτηθεί στα ούρα σε κλάσματα που κυμαίνονται από 9 ως 95%.
ΕΟΦ · 8.6.6
Διάφορα
expand_more
Διάφορα
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η συσχέτιση μεταξύ των συγκεντρώσεων της υδροξυουρίας, της μείωσης του ρυθμού κρίσεων και της αύξησης της HbF, δεν είναι γνωστή.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ο ακριβής μηχανισμός με τον οποίο η υδροξυουρία παράγει τις αντινεοπλασματικές της επιδράσεις δεν μπορεί, προς το παρόν, να περιγραφεί. Ωστόσο, οι αναφορές διαφόρων μελετών σε κυτταρικές καλλιέργειες ιστών αρουραίου και ανθρώπου υποστηρίζουν την υπόθεση ότι η υδροξυουρία προκαλεί άμεση αναστολή της σύνθεσης του DNA, δρα ως αναστολέας της ριβονουκλεοτιδικής αναγωγάσης, χωρίς να επηρεάζει τη σύνθεση του ριβονουκλεϊκού οξέος ή των πρωτεϊνών. Η υδροξυουρία πιθανώς δρα μειώνοντας τον ρυθμό μετατροπής των ριβονουκλεοτιδίων και των δεοξυριβονουκλεοτιδίων. Αυτό το αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερα εμφανές στα κύτταρα με υψηλό ρυθμό πολλαπλασιασμού. Συγκεκριμένα, η υδροξυουρία μειώνει το ελεύθερο ριζικό τυροσύλιο στην ενεργό θέση της M2 μέσω μιας αντίδρασης μεταφοράς ενός ηλεκτρονίου μέσω της ομάδας –NH2-OH. Τρεις μηχανισμοί έχουν διατυπωθεί για την ενίσχυση των θεραπευτικών επιδράσεων της ακτινοβολίας από την υδροξυουρία σε πλακώδη κυτταρικά (επιθηλιακά) καρκινώματα κεφαλής και τραχήλου. Μελέτες in vitro που χρησιμοποίησαν κύτταρα Κινέζικου ινδικού χοιριδίου υποδηλώνουν ότι η υδροξυουρία είναι θανατηφόρα για τα κανονικά ραδιοανθεκτικά κύτταρα της φάσης S και διατηρεί άλλα κύτταρα του κυτταρικού κύκλου στο στάδιο G1 ή προ-σύνθεσης DNA, όπου είναι πιο ευαίσθητα στις επιδράσεις της ακτινοβολίας. Ο τρίτος μηχανισμός δράσης έχει θεωρητικολογηθεί με βάση μελέτες in vitro κυττάρων HeLa: φαίνεται ότι η υδροξυουρία, μέσω της αναστολής της σύνθεσης του DNA, παρεμποδίζει τη φυσιολογική διαδικασία επιδιόρθωσης των κυττάρων που έχουν υποστεί βλάβη αλλά δεν έχουν πεθάνει από ακτινοβολία, μειώνοντας έτσι το ποσοστό επιβίωσής τους· δεν υπάρχει αλλοίωση στη σύνθεση RNA και πρωτεϊνών. Ένας άλλος προτεινόμενος μηχανισμός δράσης της υδροξυουρίας είναι η αύξηση των συγκεντρώσεων HbF σε ασθενείς με Δρεπανοκυτταρική Αναιμία. Η HbF παρεμποδίζει την πολυμερισμό της HbS (δρεπανοκυτταρική αιμοσφαιρίνη) και έτσι εμποδίζει τη δρεπανοποίηση των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Πρόσφατα, η υδροξυουρία έχει φανεί ότι σχετίζεται με την παραγωγή μονοξειδίου του αζώτου, υποδηλώνοντας ότι το μονοξείδιο του αζώτου διεγείρει την παραγωγή κυκλικής μονοφωσφορικής γουανοσίνης (cGMP), η οποία στη συνέχεια ενεργοποιεί μια πρωτεϊνική κινάση και αυξάνει την παραγωγή HbF. Άλλες γνωστές φαρμακολογικές επιδράσεις της υδροξυουρίας που μπορεί να συμβάλλουν στις ευεργετικές της επιδράσεις στη Δρεπανοκυτταρική Αναιμία περιλαμβάνουν τη μείωση των ουδετερόφιλων, τη βελτιωμένη παραμορφωσιμότητα των δρεπανοκυττάρων και την αλλοιωμένη προσκόλληση των ερυθρών αιμοσφαιρίων στο ενδοθήλιο.
Ο ακριβής μηχανισμός αντινεοπλασματικής δράσης της υδροξυουρίας δεν έχει πλήρως προσδιοριστεί. Ορισμένες μελέτες υποδεικνύουν ότι η υδροξυουρία παρεμβαίνει στη σύνθεση του DNA χωρίς να παρεμβαίνει στη σύνθεση του RNA ή των πρωτεϊνών. Αν και η υδροξυουρία μπορεί να έχει πολλαπλά σημεία δράσης, φαίνεται πιθανό ότι το φάρμακο αναστέλλει την ενσωμάτωση της θυμιδίνης στο DNA· επιπλέον, μπορεί να προκαλέσει άμεση βλάβη στο DNA. Η υδροξυουρία μπορεί να καταστρέψει το ελεύθερο ριζικό τυροσύλιο που σχηματίζεται ως καταλυτικό κέντρο της ριβονουκλεοσιδικής διφωσφορικής αναγωγάσης, του ενζύμου που καταλύει την αναγωγική μετατροπή των ριβονουκλεοτιδίων σε δεοξυριβονουκλεοτίδια· αυτή η μετατροπή είναι ένα κρίσιμο και πιθανώς ρυθμιστικό βήμα στη σύνθεση του DNA. Το φάρμακο είναι αναστολέας της φάσης S και μπορεί να προκαλέσει διακοπή των κυττάρων στα όρια G1-S, να μειώσει τον ρυθμό προόδου των κυττάρων στη φάση S ή/και να προκαλέσει συσσώρευση κυττάρων στη φάση S ως αποτέλεσμα της αναστολής της σύνθεσης του DNA. Μελέτες σε ζώα υποδεικνύουν ότι οι κυτταροτοξικές επιδράσεις της υδροξυουρίας περιορίζονται στους ιστούς με υψηλούς ρυθμούς κυτταρικής διαίρεσης και οι επιδράσεις είναι εμφανείς μόνο στα κύτταρα που συνθέτουν ενεργά DNA.
Η υδροξυουρία, ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται ευρέως στη θεραπεία πολλών ανθρώπινων ασθενειών, αναστέλλει τη σύνθεση δεοξυριβονουκλεοτιδίων και, κατά συνέπεια, τη σύνθεση DNA, αναστέλλοντας το κυτταρικό ένζυμο ριβονουκλεοτιδική αναγωγάση. Η υδροξυουρία αναστέλλει τη σύνθεση DNA του ιού της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας τύπου 1 (HIV-1) σε ενεργοποιημένα περιφερικά λεμφοκύτταρα αίματος μειώνοντας την ποσότητα των ενδοκυττάριων δεοξυριβονουκλεοτιδίων, υποδηλώνοντας έτσι ότι αυτό το φάρμακο έχει αντιιική δράση. Η υδροξυουρία έχει πλέον αποδειχθεί ότι αναστέλλει την αναπαραγωγή του HIV-1 σε οξέως μολυσμένα πρωτογενή ανθρώπινα λεμφοκύτταρα (ηρεμούντα και ενεργοποιημένα) και μακροφάγα, καθώς και σε κύτταρα αίματος που έχουν μολυνθεί in vivo και λαμβάνονται από άτομα με σύνδρομο επίκτητης ανοσοανεπάρκειας (AIDS). Η αντιιική δράση επιτεύχθηκε σε μη τοξικές δόσεις υδροξυουρίας, χαμηλότερες από αυτές που χρησιμοποιούνται σήμερα στην ανθρώπινη θεραπεία. Ο συνδυασμός υδροξυουρίας με τον νουκλεοσιδικό ανάλογο διδονοσίνη (2'3’-διδεοξυινοσίνη, ή ddi) παρήγαγε συνεργιστική ανασταλτική δράση χωρίς να αυξήσει την τοξικότητα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αναστολή του HIV-1 από την υδροξυουρία ήταν μη αναστρέψιμη, ακόμη και αρκετές εβδομάδες μετά τη διακοπή της θεραπείας με το φάρμακο. Η έμμεση αναστολή του HIV-1 από την υδροξυουρία δεν αναμένεται να παράγει υψηλά ποσοστά μεταλλαγμάτων διαφυγής. Η υδροξυουρία, επομένως, φαίνεται να είναι ένας πιθανός υποψήφιος για τη θεραπεία του AIDS.
Η υδροξυουρία (HU) χρησιμοποιείται αποτελεσματικά στη διαχείριση των β-ημιμοσφαιρινοπαθειών αυξάνοντας την παραγωγή εμβρυϊκής αιμοσφαιρίνης (HbF). Ωστόσο, οι μοριακοί μηχανισμοί που διέπουν τη ρύθμιση της HbF που προκαλείται από την HU παραμένουν ασαφείς. Έχουμε αναφέρει προηγουμένως ότι η υπερέκφραση του γονιδίου SAR1 που προκαλείται από την HU μιμείται στενά τις γνωστές επιδράσεις της HU στα κύτταρα K562 και CD34(+), συμπεριλαμβανομένης της επαγωγής της γ-σφαιρίνης και της ρύθμισης του κυτταρικού κύκλου. Εδώ, δείχνουμε ότι η HU διέγειρε την αλληλεπίδραση του πυρηνικού παράγοντα-kB με την αντίστοιχη θέση σύνδεσής του στον προαγωγέα του SAR1 για να ρυθμίσει τη μεταγραφική έκφραση του SAR1 στα κύτταρα K562 και CD34(+). Η σίγαση της έκφρασης του SAR1 όχι μόνο μείωσε σημαντικά τόσο τη βασική όσο και την επαγόμενη από την HU παραγωγή HbF στα κύτταρα K562 και CD34(+), αλλά μείωσε επίσης σημαντικά την παύση του κυτταρικού κύκλου στη φάση S που προκαλείται από την HU και την απόπτωση στα κύτταρα K562. Η αναστολή της φωσφορυλίωσης c-Jun N-terminal kinase (JNK)/Jun και η σίγαση της έκφρασης Gia στα κύτταρα K562 και CD34(+) που έχουν μεταφερθεί με SAR1 μείωσαν τόσο την έκφραση της γ-σφαιρίνης όσο και το επίπεδο HbF, υποδεικνύοντας ότι η ενεργοποίηση των πρωτεϊνών Gia/JNK/Jun απαιτείται για την επαγωγή HbF που προκαλείται από το SAR1. Επιπλέον, αμοιβαίες δοκιμές ανοσοκατακρήμνισης αποκάλυψαν μια συσχέτιση μεταξύ των βίαια εκφραζόμενων πρωτεϊνών SAR1 και Gia2 ή Gia3 τόσο στα κύτταρα K562 όσο και στα μη ερυθροκυτταρικά κύτταρα. Αυτά τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι η HU επαγάγει το SAR1, το οποίο με τη σειρά του διεγείρει την έκφραση της γ-σφαιρίνης, κυρίως μέσω της οδού Gia/JNK/Jun. Τα ευρήματά μας αναγνωρίζουν το SAR1 ως εναλλακτικό θεραπευτικό στόχο για διαταραχές της β-σφαιρίνης.
Η υδροξυουρία απορροφάται καλά μετά από από του στόματος χορήγηση, μετατρέπεται σε ελεύθερη ριζική νιτροξείδη in vivo και μεταφέρεται με διάχυση στα κύτταρα όπου σβήνει το ελεύθερο ριζικό τυροσύλιο στην ενεργό θέση της πρωτεϊνικής υπομονάδας M2 της ριβονουκλεοτιδικής αναγωγάσης, αδρανοποιώντας το ένζυμο. Ολόκληρο το σύμπλεγμα replitase, συμπεριλαμβανομένης της ριβονουκλεοτιδικής αναγωγάσης, αδρανοποιείται και η σύνθεση DNA αναστέλλεται επιλεκτικά, προκαλώντας κυτταρικό θάνατο στη φάση S και συγχρονισμό του κλάσματος των κυττάρων που επιβιώνουν. Η επιδιόρθωση του DNA που έχει υποστεί βλάβη από χημικά ή ακτινοβολία αναστέλλεται επίσης από την υδροξυουρία, προσφέροντας πιθανή συνέργεια μεταξύ υδροξυουρίας και ακτινοβολίας ή αλκυλιζόντων παραγόντων. Η υδροξυουρία καθιστά τα κύτταρα ευαίσθητα στη βλεομυκίνη, επειδή το σβησμένο ελεύθερο ριζικό τυροσύλιο δεν σταθεροποιεί πλέον το παρακείμενο κέντρο σιδήρου, καθιστώντας το πιο ευαίσθητο στις χηλικές ιδιότητες της βλεομυκίνης, η οποία στη συνέχεια παράγει ενεργό οξυγόνο. Παρατηρήθηκε επίσης συνέργεια μεταξύ υδροξυουρίας και ορισμένων άλλων χημειοθεραπευτικών παραγόντων, συμπεριλαμβανομένης της κυταραβίνης και της ετοποσίδης. Πρόσφατα, παρατηρήθηκαν δύο νέες επιδράσεις της υδροξυουρίας: η υδροξυουρία αυξάνει το επίπεδο της εμβρυϊκής αιμοσφαιρίνης, οδηγώντας σε μείωση της επίπτωσης των αγγειο-αποφρακτικών κρίσεων στη δρεπανοκυτταρική αναιμία, και η υδροξυουρία μειώνει επιλεκτικά το επίπεδο του επισωμικού DNA και έτσι δυνητικά μπορεί να μειώσει την αντοχή στα φάρμακα που σχετίζεται με διπλασιασμένα γονίδια που διατηρούνται ως επισώματα.
Η αναιμία Fanconi (FA) είναι μια υπολειπόμενη νόσος· αναγνωρίζονται επί του παρόντος 16 γονίδια στην FA. Οι πρωτεΐνες FA συμμετέχουν στην οδό FA/BRCA που παίζει κρίσιμο ρόλο στην επιδιόρθωση της βλάβης του DNA που προκαλείται από διασταυρούμενες ενώσεις. Η υδροξυουρία (HU) είναι ένας παράγοντας που προκαλεί στρες αντιγραφής αναστέλλοντας τη ριβονουκλεοτιδική αναγωγάση (RNR), η οποία συνθέτει δεοξυριβονουκλεοτιδικές τριφωσφορικές (dNTPs) απαραίτητες για την αντιγραφή και επιδιόρθωση του DNA. Η HU είναι γνωστό ότι ενεργοποιεί την οδό FA· ωστόσο, οι κλαστογονικές της επιδράσεις δεν έχουν χαρακτηριστεί καλά. Έχουμε διερευνήσει τις επιδράσεις της θεραπείας με HU μόνο ή σε διαδοχικό συνδυασμό με μιτομυκίνη-C (MMC) σε κυτταρικές γραμμές λεμφοβλαστομάτων από ασθενείς με FA από τις ομάδες FA-A, B, C, D1/BRCA2 και E και σε λεμφοκύτταρα από δύο μη ταξινομημένους ασθενείς FA. Όλα τα κύτταρα FA έδειξαν σημαντική αύξηση (P < 0.05) χρωμοσωμικών ανωμαλιών μετά από θεραπεία με HU κατά τις τελευταίες 3 ώρες πριν από τη μίτωση. Επιπλέον, όταν τα κύτταρα FA που είχαν προηγουμένως εκτεθεί σε MMC θεραπεύτηκαν με HU, παρατηρήσαμε αύξηση της βλάβης του DNA που προκαλείται από MMC, η οποία χαρακτηρίστηκε από υψηλή επίπτωση θραύσεων DNA και μείωση των επανενωμένων χρωμοσωμικών ανωμαλιών. Αυτά τα ευρήματα δείχνουν ότι η έκθεση σε HU κατά τη διάρκεια της G2 προκαλεί χρωμοσωμικές ανωμαλίες μέσω ενός μηχανισμού που είναι ανεξάρτητος από τον καλά γνωστό ρόλο της στην καθυστέρηση του διάνυσμα αντιγραφής κατά τη φάση S και ότι η HU παρενέβη κυρίως στη διαδικασία επανένωσης της βλάβης του DNA. Προτείνουμε ότι η διαταραγμένη απόκριση στο οξειδωτικό στρες, η έλλειψη επαρκούς ποσότητας dNTPs για επιδιόρθωση DNA λόγω αναστολής RNR και η παρεμβολή στους ελέγχους του κυτταρικού κύκλου αποτελούν τη βάση της κλαστογονικής δραστηριότητας της HU στα κύτταρα FA.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μετά από από του στόματος χορήγηση, η υδροξυουρία απορροφάται εύκολα από τον γαστρεντερικό σωλήνα. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 2 ωρών και εντός 24 ωρών οι συγκεντρώσεις στον ορό είναι ουσιαστικά μηδενικές. Η βιοδιαθεσιμότητα είναι πλήρης ή σχεδόν πλήρης σε ασθενείς με καρκίνο. Μετά από από του στόματος χορήγηση 20 mg/kg υδροξυουρίας, παρατηρείται ταχεία απορρόφηση με μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα περίπου 30 mg/L που εμφανίζονται μετά από 0,75 και 1,2 ώρες σε παιδιά και ενήλικες ασθενείς με δρεπανοκυτταρική αναιμία, αντίστοιχα. Η συνολική έκθεση έως 24 ώρες μετά τη δόση είναι 124 mg·h/L σε παιδιά και εφήβους και 135 mg·h/L σε ενήλικες ασθενείς. Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της υδροξυουρίας είναι σχεδόν πλήρης, όπως αξιολογήθηκε σε ενδείξεις εκτός της δρεπανοκυτταρικής αναιμίας. Σε μια συγκριτική μελέτη βιοδιαθεσιμότητας σε υγιείς ενήλικες εθελοντές (n=28), το από του στόματος διάλυμα υδροξυουρίας 500 mg αποδείχθηκε βιοϊσοδύναμο με την κάψουλα αναφοράς 500 mg, ως προς την μέγιστη συγκέντρωση και την περιοχή κάτω από την καμπύλη. Υπήρξε στατιστικά σημαντική μείωση στον χρόνο για την επίτευξη της μέγιστης συγκέντρωσης με το από του στόματος διάλυμα υδροξυουρίας σε σύγκριση με την κάψουλα αναφοράς 500 mg (0,5 έναντι 0,75 ωρών, p = 0,0467), υποδεικνύοντας ταχύτερο ρυθμό απορρόφησης.[L47137] Σε μελέτη παιδιών με Δρεπανοκυτταρική Αναιμία, οι υγρές και οι κάψουλες είχαν παρόμοια περιοχή κάτω από την καμπύλη, μέγιστες συγκεντρώσεις και ημιζωή. Η μεγαλύτερη διαφορά στο φαρμακοκινητικό προφίλ ήταν μια τάση για μικρότερο χρόνο για την επίτευξη μέγιστης συγκέντρωσης μετά τη λήψη του υγρού σε σύγκριση με την κάψουλα, αλλά η διαφορά αυτή δεν έφτασε στατιστική σημαντικότητα (0,74 έναντι 0,97 ωρών, p = 0,14).
Ένα σημαντικό ποσοστό υδροξυουρίας αποβάλλεται μέσω μη νεφρικών (κυρίως ηπατικών) μηχανισμών. Σε ενήλικες, η νεφρική ανάκτηση αμετάβλητου φαρμάκου αναφέρεται ότι είναι περίπου 37% της από του στόματος δόσης όταν η νεφρική λειτουργία είναι φυσιολογική. Σε παιδιά, το κλάσμα της υδροξυουρίας που απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα αποτελούσε περίπου 50%.
Η υδροξυουρία κατανέμεται γρήγορα σε ολόκληρο το ανθρώπινο σώμα, εισέρχεται στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό, εμφανίζεται σε περιτοναϊκό υγρό και ασκίτη, και συγκεντρώνεται στα λευκοκύτταρα και τα ερυθροκύτταρα. Ο εκτιμώμενος όγκος κατανομής της υδροξυουρίας προσεγγίζει το συνολικό σωματικό ύδωρ. Ο όγκος κατανομής μετά από από του στόματος χορήγηση υδροξυουρίας είναι περίπου ίσος με το συνολικό σωματικό ύδωρ: έχουν αναφερθεί τιμές σε ενήλικες 0,48 – 0,90 L/kg, ενώ σε παιδιά έχει αναφερθεί εκτίμηση πληθυσμού 0,7 L/kg.
Η συνολική κάθαρση του σώματος της υδροξυουρίας σε ενήλικες ασθενείς με Δρεπανοκυτταρική Αναιμία είναι 0,17 L/h/kg. Η αντίστοιχη τιμή σε παιδιά ήταν παρόμοια, 0,22 L/h/kg.
Η υδροξυουρία απορροφάται εύκολα από το ΓΕΣ. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό επιτυγχάνονται εντός 1-4 ωρών μετά από από του στόματος χορήγηση. Οι συγκεντρώσεις στο αίμα μειώνονται γρήγορα και δεν υπάρχει συσσωρευτικό αποτέλεσμα με επαναλαμβανόμενη χορήγηση. Για το λόγο αυτό, επιτυγχάνονται υψηλότερες συγκεντρώσεις στο αίμα εάν η τακτική δοσολογία χορηγείται σε μία μεγάλη, εφάπαξ από του στόματος δόση παρά εάν χορηγείται σε διαιρεμένες δόσεις. Δυσανάλογες αυξήσεις στις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και στις περιοχές κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου (AUCs) προκύπτουν όταν αυξάνεται η δοσολογία του φαρμάκου. Η επίδραση του φαγητού στην απορρόφηση της υδροξυουρίας δεν έχει προσδιοριστεί.
Η υδροξυουρία κατανέμεται γρήγορα σε ολόκληρο το σώμα και συγκεντρώνεται στα λευκοκύτταρα και τα ερυθροκύτταρα. Ο εκτιμώμενος όγκος κατανομής του φαρμάκου προσεγγίζει το συνολικό σωματικό ύδωρ. Η υδροξυουρία διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό· οι μέγιστες συγκεντρώσεις υδροξυουρίας στο ΕΝΥ επιτυγχάνονται εντός 3 ωρών μετά από από του στόματος χορήγηση. Το φάρμακο κατανέμεται στο ασκιτικό υγρό, με αποτέλεσμα συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο ασκιτικό υγρό 2-7,5 φορές χαμηλότερες από τις συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα.
Μελέτες που χρησιμοποίησαν (14)C-σημειωμένη υδροξυουρία υποδεικνύουν ότι περίπου η μισή από μια από του στόματος χορηγούμενη δόση μεταβολίζεται στο ήπαρ και απεκκρίνεται ως αναπνευστικός διοξείδιο του άνθρακα και στα ούρα ως ουρία. Το υπόλοιπο ποσοστό του φαρμάκου απεκκρίνεται άθικτο στα ούρα.
Περίπου 30-60% μιας από του στόματος χορηγούμενης δόσης υδροξυουρίας απεκκρίνεται αμετάβλητο από τους νεφρούς, αν και περίπου 35% απεκκρίνεται γενικά.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την ΥΔΡΟΞΥΟΥΡΙΑ (σύνολο 7), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Σύνδεση
Η έκταση της πρωτεϊνικής σύνδεσης της υδροξυουρίας είναι άγνωστη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Έως και 60% μιας από του στόματος δόσης υφίσταται μετατροπή μέσω κορεσμένου ηπατικού μεταβολισμού και μιας δευτερεύουσας οδού διάσπασης σε ακετοϋδροξαμικό οξύ από ουρεάση που βρίσκεται στα εντερικά βακτήρια.
Μελέτες υποδεικνύουν ότι έως και 50% μιας από του στόματος χορηγούμενης δόσης υδροξυουρίας μεταβολίζεται στο ήπαρ· ωστόσο, οι ακριβείς μεταβολικές οδοί δεν έχουν προσδιοριστεί. Μια δευτερεύουσα μεταβολική οδός μπορεί να περιλαμβάνει τη διάσπαση του φαρμάκου από ουρεάση, ένα ένζυμο που παράγεται από εντερικά βακτήρια. Το ακετοϋδροξαμικό οξύ, πιθανώς προερχόμενο από τη διάσπαση της υδροξυουρίας από ουρεάση, ανιχνεύθηκε στον ορό 3 ασθενών με λευχαιμία που λάμβαναν θεραπεία με υδροξυουρία.
Ηπατικός. Οδός Απέκκρισης: Η νεφρική απέκκριση είναι μια οδός απέκκρισης. Χρόνος Ημιζωής: 3-4 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Σε ενήλικες ασθενείς με καρκίνο, η υδροξυουρία απεκκρίθηκε με χρόνο ημιζωής περίπου 2-3 ώρες. Σε μελέτη εφάπαξ δόσης σε παιδιά με Δρεπανοκυτταρική Αναιμία, ο μέσος χρόνος ημιζωής αναφέρθηκε ότι ήταν 1,7 ώρες.
Ο χρόνος ημιζωής της υδροξυουρίας είναι σύντομος, με αρχικό χρόνο ημιζωής 0,63 ώρες μετά από ενδοφλέβια χορήγηση και 1,78 ώρες μετά από από του στόματος χορήγηση και τερματικό χρόνο ημιζωής 3,32 ώρες μετά από από του στόματος χορήγηση και 3,39 ώρες μετά από ενδοφλέβια χορήγηση /σε ανθρώπους/.
Ο χρόνος ημιζωής της υδροξυουρίας σε αρουραίους που έλαβαν 137 mg/kg σωματικού βάρους ημερησίως ενδοπεριτοναϊκά τις ημέρες 9-12 της κύησης ήταν 15 λεπτά στις μητέρες και 85 λεπτά στα έμβρυα. Σε πιθήκους rhesus που έλαβαν 100 mg/kg σωματικού βάρους ημερησίως ενδοφλεβίως τις ημέρες 23-32 της κύησης, ο χρόνος ημιζωής ήταν 120 λεπτά μετά την τελευταία ένεση στις μητέρες και 265 λεπτά στα έμβρυά τους.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατηγοριοποίηση MeSH
- Ουσίες που αναστέλλουν ή αποτρέπουν τον πολλαπλασιασμό των ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.
- Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ή την αντιστροφή των παθολογικών γεγονότων που οδηγούν στη δρεπανοποίηση των ερυθρών αιμοσφαιρίων σε καταστάσεις δρεπανοκυτταρικής αναιμίας.
- Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με ένα ένζυμο με τρόπο που εμποδίζει τον φυσιολογικό συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου και την καταλυτική αντίδραση.
- Ενώσεις που αναστέλλουν την παραγωγή DNA ή RNA από τα κύτταρα.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατηγοριοποίηση FDA
X6Q56QN5QC
ΥΔΡΟΞΥΟΥΡΙΑ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Αντιμεταβολίτης
Χημική Δομή [CS] - Ουρία
Η υδροξυουρία είναι Αντιμεταβολίτης.
ΥΔΡΟΞΥΟΥΡΙΑ
Ουρία [CS]; Αντιμεταβολίτης [EPC]
Ημίσεια ζωή
Απέκκριση
Scientific Profile
Κατηγοριοποίηση MeSH
- Ουσίες που αναστέλλουν ή αποτρέπουν τον πολλαπλασιασμό των ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.
- Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ή την αντιστροφή των παθολογικών γεγονότων που οδηγούν στη δρεπανοποίηση των ερυθρών αιμοσφαιρίων σε καταστάσεις δρεπανοκυτταρικής αναιμίας.
- Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με ένα ένζυμο με τρόπο που εμποδίζει τον φυσιολογικό συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου και την καταλυτική αντίδραση.
- Ενώσεις που αναστέλλουν την παραγωγή DNA ή RNA από τα κύτταρα.