Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ J05AF02 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

DIDANOSINE

Διδανοσίνη

H ακυκλοβίρη και η πενσυκλοβίρη αναστέλλουν την σύνθεση του DNA των ερπητοϊών, εφόσον φωσφορυλιωθούν.

Chemical structure of DIDANOSINE

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Βλ. Αβακαβίρη.
medication
SPC-VIDEX EC

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Στοματική
Χορήγηση:
Με άδειο στομάχι (τουλάχιστον 2 ώρες πριν ή 2 ώρες μετά το γεύμα)
Δόση έναρξης:
400 mg ημερησίως (για ασθενείς ≥60 kg) / 250 mg ημερησίως (για ασθενείς <60 kg)
Τιτλοποίηση:
Δεν αναφέρεται
  • Ασθενείς που ζυγίζουν τουλάχιστον 60 kg
    Δόση400 mg ημερησίως
    Μία φορά ημερησίως: 1 καψάκιο των 400 mg Δύο φορές ημερησίως: 1 καψάκιο των 200 mg
  • Ασθενείς που ζυγίζουν λιγότερο από 60 kg
    Δόση250 mg ημερησίως
    Μία φορά ημερησίως: 1 καψάκιο των 250 mg Δύο φορές ημερησίως: 1 καψάκιο των 125 mg
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς
    Χρειάζεται προσοχή στην επιλογή της δόσης λόγω πιθανής μειωμένης νεφρικής λειτουργίας. Παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας και προσαρμογή δοσολογίας.
  • Ασθενείς με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας
    Προσαρμογές δοσολογίας ανάλογα με την Κάθαρση Κρεατινίνης: - ≥60 ml/min: 400 mg (≥60kg) / 250 mg (<60kg) - 30-59 ml/min: 200 mg (≥60kg) / 150 mg (<60kg) - 10-29 ml/min: 150 mg* (≥60kg) / 100 mg* (<60kg) - <10 ml/min: 100 mg* (≥60kg) / 75 mg* (<60kg) *Εναλλακτική περιεκτικότητα Videx πρέπει να χρησιμοποιηθεί. Η δόση πρέπει να χορηγείται κατά προτίμηση μετά την αιμοκάθαρση. Δεν απαιτείται συμπληρωματική δόση μετά την αιμοκάθαρση.
  • Παιδιατρικοί ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
    Ενδέχεται να χρειαστεί μείωση δόσης ή/και αύξηση διαστημάτων μεταξύ δόσεων.
  • Ασθενείς με έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας
    Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας.
  • Παιδιατρικοί ασθενείς μεγαλύτεροι των 6 ετών
    Δόση240 mg/m² ημερησίως (με βάση την επιφάνεια σώματος)
  • Παιδιατρικοί ασθενείς μικρότεροι των 6 ετών
    Αντενδείκνυται η χρήση γαστροανθεκτικών καψακίων. Χρησιμοποιούνται άλλες κατάλληλες μορφές.
block
SPC-VIDEX EC

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
  • Παιδιατρικοί ασθενείς μικρότεροι των 6 χρόνων (κίνδυνος ακούσιας κατάποσης).
warning
SPC-VIDEX EC

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Παγκρεατίτις
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με HIV, ασθενείς με ιστορικό παγκρεατίτιδας
    Σε ασθενείς με ιστορικό παγκρεατίτιδας η θεραπεία με διδανοσίνη πρέπει να γίνεται μόνο με πολύ μεγάλη προσοχή. Στις περιπτώσεις που δικαιολογούνται από την κλινική εικόνα, η διδανοσίνη πρέπει να διακόπτεται έως ότου, μετά από κατάλληλες εργαστηριακές και διαγνωστικές δοκιμασίες, αποκλεισθεί η διάγνωση της παγκρεατίτιδας. Ομοίως, όταν απαιτείται θεραπεία με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι έχουν τοξική δράση στο πάγκρεας (π.χ. πενταμιδίνη) η διδονοσίνη θα πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια αυτής της αγωγής, όταν αυτό είναι δυνατό. Εάν η ταυτόχρονη αγωγή είναι αναπόφευκτη, θα πρέπει να υπάρχει στενή παρακολούθηση. Όταν οι βιοχημικοί δείκτες παγκρεατίτιδας έχουν αυξηθεί σημαντικά, ακόμη και με απουσία συμπτωμάτων, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της χορήγησης. Σημαντική αύξηση των τριγλυκεριδίων είναι γνωστή αιτία παγκρεατίτιδας και απαιτεί στενή παρακολούθηση.
  • Γαλακτική οξέωση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς (ιδιαίτερα σε παχύσαρκες γυναίκες) με ηπατομεγαλία, ηπατίτιδα ή άλλους γνωστούς παράγοντες κινδύνου για ηπατική νόσο και ηπατική στεάτωση (περιλαμβανομένων μερικών φαρμακευτικών προϊόντων και οινοπνεύματος). Ασθενείς που πάσχουν συγχρόνως από ηπατίτιδα C και λαμβάνουν αγωγή με άλφα ιντερφερόνη και ριμπαβιρίνη.
    Η θεραπεία με νουκλεοσιδικά ανάλογα πρέπει να διακοπεί σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωματικής αύξησης των επιπέδων γαλακτικού οξέος στο αίμα και μεταβολικής/γαλακτικής οξέωσης, προοδευτικής ηπατομεγαλίας, ή ταχείας αύξησης των επιπέδων των αμινοτρανσφερασών. Πρέπει να δίδεται προσοχή κατά τη χορήγηση νουκλεοσιδικών αναλόγων. Ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο πρέπει να παρακολουθούνται στενά. (βλέπε επίσης παράγραφο 4.6).
  • Ηπατική νόσος
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που ελάμβαναν διδανοσίνη. Ασθενείς με σημαντικές προϋπάρχουσες παθήσεις του ήπατος. Ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β ή C. Ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία συμπεριλαμβανομένης της χρόνιας ενεργούς ηπατίτιδας.
    Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων και η διδανοσίνη πρέπει να διακόπτεται αν τα ένζυμα αυξηθούν περισσότερο από 5 φορές από το ανώτερο φυσιολογικό όριο. Επανέναρξη της θεραπείας πρέπει να εξετάζεται μόνο αν τα πιθανά οφέλη ξεπερνούν τους πιθανούς κινδύνους. Σε περίπτωση ταυτόχρονης χορήγησης αντιιικής θεραπείας για την ηπατίτιδα B ή C, πρέπει να γίνεται αναφορά στο αντίστοιχο φύλλο οδηγιών αυτών των φαρμακευτικών σκευασμάτων. Ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία ... πρέπει να παρακολουθούνται σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική. Εάν παρατηρηθεί επιδείνωση της ηπατικής νόσου σε αυτούς τους ασθενείς, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο προσωρινής ή μόνιμης διακοπής της θεραπείας.
  • Μη κιρρωτική Πυλαία Υπέρταση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν διδανοσίνη
    Οι ασθενείς που λαμβάνουν διδανοσίνη θα πρέπει να παρακολουθούνται για πρώιμα σημάδια της πυλαίας υπέρτασης (π.χ. θρομβοκυτοπενία και σπληνομεγαλία) κατά τη διάρκεια ιατρικών επισκέψεων ρουτίνας. Θα πρέπει να εκτιμηθεί ο κατάλληλος εργαστηριακός έλεγχος συμπεριλαμβανομένου των ηπατικών ενζύμων, χολερυθρίνης ορού, λευκωματίνης, γενικής εξέτασης αίματος, του INR (International Normalised Ratio) και υπερηχογραφίας. Η διδανοσίνη θα πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς με σημεία μη κιρρωτικής πυλαίας υπέρτασης.
  • Περιφερική νευροπάθεια
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν διδανοσίνη
    Εφόσον αναπτυχθούν συμπτώματα περιφερικής νευροπάθειας, οι ασθενείς πρέπει να υπαχθούν σε εναλλακτικό θεραπευτικό σχήμα.
  • Αλλοιώσεις στον αμφιβληστροειδή ή στο οπτικό νεύρο
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν διδανοσίνη
    Πρέπει να εξετάζεται η περίπτωση διενέργειας οφθαλμολογικής εξέτασης, περιλαμβανομένων εξετάσεων οπτικής οξύτητας, οπτικής αντίληψης των χρωμάτων και βυθοσκόπησης υπό μυδρίαση σε ετήσια βάση, καθώς και σε περίπτωση εμφάνισης μεταβολών της όρασης, για τους ασθενείς που λαμβάνουν διδανοσίνη.
  • Σύνδρομο Επανενεργοποίησης του Ανοσοποιητικού Συστήματος
    ΠληθυσμόςHIV οροθετικοί ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια
    Πρέπει να εκτιμώνται οποιαδήποτε φλεγμονώδη συμπτώματα και να ορίζεται θεραπεία όταν απαιτείται.
  • Λιποδυστροφία και ανωμαλίες του μεταβολισμού
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με HIV, Ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο (ηλικία, διάρκεια θεραπείας, μεταβολικές διαταραχές).
    Η κλινική εξέταση πρέπει να περιλαμβάνει εκτίμηση των φυσικών σημείων της ανακατανομής του λίπους. Απαιτείται προσοχή ως προς τη μέτρηση των λιπιδίων του ορού σε κατάσταση νηστείας και της γλυκόζης του αίματος. Διαταραχές των λιπιδίων πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως αρμόζει κλινικά (βλέπε παράγραφο 4.8).
  • Οστεονέκρωση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με προχωρημένη λοίμωξη HIV και /ή μακράς διάρκειας έκθεση σε συνδυασμό αντιρετροϊκής θεραπείας (CART).
    Οι ασθενείς πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία άρθρωσης ή δυσκολία στην κίνηση.
  • Ευκαιριακές λοιμώξεις
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν διδανοσίνη ή άλλη αντιρετροϊκή θεραπεία
    Πρέπει να παραμένουν κάτω από στενή κλινική επίβλεψη από ιατρούς με εμπειρία στη θεραπεία ασθενών με νόσους, σχετιζόμενες με τον HIV.
  • Αλληλεπίδραση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν διδανοσίνη
    Tenofovir: Δεν συνιστάται η συγχορήγηση tenofovir disoproxil fumarate και διδανοσίνης, ειδικά σε ασθενείς με υψηλό ιικό φορτίο και χαμηλό αριθμό κυττάρων CD4. Αν ο συνδυασμός αυτός κρίνεται αυστηρά αναγκαίος, οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για την αποτελεσματικότητα και τις συσχετιζόμενες με τη διδανοσίνη ανεπιθύμητες ενέργειες. Γκανσικλοβίρη και βαλγκανσικλοβίρη: Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά (βλέπε παράγραφο 4.5). Μη συνιστώμενοι συνδυασμοί: Ο συνδυασμός διδανοσίνης με υδροξυουρία και σταβουδίνη πρέπει να αποφεύγεται. Η συγχορήγηση της αλλοπουρινόλης και της διδανοσίνης δε συνιστάται. Η συγχορήγηση της ριμπαβιρίνης και της διδανοσίνης δε συνιστάται. Θεραπεία με τριπλό σχήμα νουκλεσιδίων: Υπάρχουν αναφορές για υψηλό ποσοστό ιολογικής αποτυχίας και για εμφάνιση αντοχής σε πρώιμο στάδιο όταν συνδυάστηκαν η διδανοσίνη με tenofovir disoproxil fumarate και λαμιβουδίνη ως σχήμα χορηγούμενο μια φορά την ημέρα.
  • Ασθενείς σε δίαιτα με ελαττωμένο νάτριο
    ΠληθυσμόςΑσθενείς σε δίαιτα με ελαττωμένο νάτριο
    Κάθε γαστροανθεκτικό καψάκιο περιέχει 1,7 mg νατρίου.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός - Δυσλειτουργία μιτοχονδρίων
    ΠληθυσμόςHIV αρνητικά βρέφη που εκτέθηκαν κατά την κύηση ή/και μετά τη γέννηση σε νουκλεοσιδικά ανάλογα. Οποιοδήποτε παιδί, ακόμη και αν είναι HIV αρνητικό, που εκτέθηκε κατά την κύηση σε νουκλεοσιδικά και νουκλεοτιδικά ανάλογα.
    Πρέπει να παρακολουθείται εργαστηριακά και να διερευνάται πλήρως για πιθανή μιτοχονδριακή δυσλειτουργία σε περίπτωση εμφάνισης συναφών σημείων και συμπτωμάτων.
swap_horiz
SPC-VIDEX EC

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Tenofovir disoproxil fumarate
    Προσοχή
    Αύξηση AUC της διδανοσίνης (48-60% όταν χορηγείται 2 ώρες πριν ή συγχρόνως). Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της tenofovir παραμένουν αμετάβλητες.
    ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
  • Σημαντική αύξηση AUC (105%) και Cmax (71%) για τη διδανοσίνη.
    ΣύστασηΔε συνιστάται η συγχορήγηση. Εναλλακτικό θεραπευτικό σχήμα.
  • Άλλοι αναστολείς της οξειδάσης της ξανθίνης
    Παρακολούθηση
    Πιθανή αύξηση της έκθεσης στη διδανοσίνη και του κινδύνου ανεπιθύμητων ενεργειών.
    ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με τη διδανοσίνη.
  • Αντένδειξη
    Αύξηση των ενδοκυττάριων επιπέδων τριφωσφορικής διδανοσίνης. Αναφορά θανατηφόρου ηπατικής ανεπάρκειας, περιφερικής νευροπάθειας, παγκρεατίτιδας και γαλακτικής οξέωσης (με ή χωρίς σταβουδίνη).
    ΣύστασηΔε συνιστάται η συγχορήγηση.
  • Παρακολούθηση
    Αύξηση AUC (111%) της διδανοσίνης. Μείωση (21%) της AUC της γκανσικλοβίρης όταν χορηγείται 2 ώρες πριν. Δεν παρατηρήθηκαν αλλαγές στη νεφρική κάθαρση.
    ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση για τοξικότητες σχετιζόμενες με τη διδανοσίνη.
  • Παρακολούθηση
    Αναμένεται αύξηση στην έκθεση στη διδανοσίνη.
    ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση για τοξικότητες σχετιζόμενες με τη διδανοσίνη.
  • Φάρμακα που προκαλούν περιφερική νευροπάθεια ή παγκρεατίτιδα
    Παρακολούθηση
    Αυξημένος κίνδυνος τοξικότητας.
    ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση.
  • Παρακολούθηση
    Μειωμένη έκθεση στη διδανοσίνη (πιο έντονη με δισκία).
    ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση για επαρκή κλινική ανταπόκριση.
  • Παρακολούθηση
    Δεν ενδείξεις αλληλεπίδρασης.
  • Παρακολούθηση
    Δεν ενδείξεις αλληλεπίδρασης.
  • Παρακολούθηση
    Δεν ενδείξεις αλληλεπίδρασης.
  • Παρακολούθηση
    Δεν ενδείξεις αλληλεπίδρασης.
  • Μετοκλοπράμη
    Παρακολούθηση
    Δεν ενδείξεις αλληλεπίδρασης.
  • Φοσκαρνέτης
    Παρακολούθηση
    Δεν ενδείξεις αλληλεπίδρασης.
  • Τριμεθοπρίμη
    Παρακολούθηση
    Δεν ενδείξεις αλληλεπίδρασης.
  • Σουλφαμεθοξαζόλη
    Παρακολούθηση
    Δεν ενδείξεις αλληλεπίδρασης.
  • Παρακολούθηση
    Δεν ενδείξεις αλληλεπίδρασης.
  • Παρακολούθηση
    Δεν ενδείξεις αλληλεπίδρασης.
  • Παρακολούθηση
    Δεν αναμένονται κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις.
  • Παρακολούθηση
    Δεν αναμένονται κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις.
  • Παρακολούθηση
    Δεν αναμένονται κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις.
  • Παρακολούθηση
    Δεν αναμένονται κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις.
  • Παρακολούθηση
    Δεν αναμένονται κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις.
sick
SPC-VIDEX EC

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
(not available)
pregnant_woman
SPC-VIDEX EC

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Με προσοχή
    Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τη χρήση της διδανοσίνης σε εγκύους και δεν είναι γνωστό εάν η διδανοσίνη προκαλεί βλάβες στο έμβρυο ή επηρεάζει την ικανότητα αναπαραγωγής όταν χορηγηθεί στην εγκυμοσύνη. Γαλακτική οξέωση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), μερικές φορές θανατηφόρα, έχει αναφερθεί σε εγκύους γυναίκες που έλαβαν το συνδυασμό διδανοσίνης και σταβουδίνης με ή χωρίς άλλη αντιρετροϊκή θεραπεία. Συνεπώς, η χρήση της διδανοσίνης κατά την εγκυμοσύνη θα πρέπει να εξετάζεται μόνο όταν είναι απολύτως ενδεδειγμένο και όταν το αναμενόμενο όφελος είναι σημαντικότερο από τον πιθανό κίνδυνο. Μελέτες τερατογένεσης σε αρουραίους και κουνίκλους δεν έδειξαν εμβρυοτοξικά ή τερατογενετικά αποτελέσματα. Μια μελέτη σε αρουραίους έδειξε ότι η διδανοσίνη και/ή τα προϊόντα μεταβολισμού της μεταφέρονται στο έμβρυο μέσω του πλακούντα.
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Δεν είναι γνωστό εάν η διδανοσίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Στις γυναίκες που λαμβάνουν διδανοσίνη συνιστάται να μη γαλουχούν λόγω της δυνατότητας πρόκλησης σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών στα θηλάζοντα βρέφη. Σε δόσεις 1000 mg/kg ημερησίως σε αρουραίους η διδανοσίνη ήταν ελαφρώς τοξική στα θήλεα και στα νεογνά στη μέση και στο τέλος του θηλασμού (μειωμένη λήψη τροφής και ελαττωμένη αύξηση σωματικού βάρους) αλλά η φυσική και λειτουργική ανάπτυξη των επόμενων γενεών νεογνών δεν διαταράχθηκε. Περαιτέρω μελέτη έδειξε ότι, μετά τη χορήγηση διδανοσίνης από το στόμα, η διδανοσίνη και/ή τα προϊόντα μεταβολισμού της απεκκρίνονται στο γάλα των αρουραίων που γαλουχούν.
  • Γονιμότητα
    Άγνωστο
    Σε αρουραίους, η διδανοσίνη δεν μετέβαλε την ικανότητα αναπαραγωγής των αρρένων ή θηλέων γονέων μετά από θεραπεία πριν από και κατά τη διάρκεια του ζευγαρώματος, της κυήσεως και του θηλασμού, με ημερήσιες δόσεις διδανοσίνης μέχρι και 1000 mg/kg/ημέρα. Σε μια μελέτη αναπαραγωγής σε αρουραίους κατά την περιγεννητική περίοδο ως και μετά τη γέννηση, η διδανοσίνη δεν είχε τοξική επίδραση.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός Δράσης Η διδονοσίνη (ddI) μεταβολίζεται ενδοκυττάρια μέσω μιας σειράς κυτταρικών ενζύμων στην ενεργό της μορφή, τη διδεοξυαδενοσινοτριφωσφορική (ddATP), η οποία αναστέλλει ανταγωνιστικά την αντίστροφη μεταγραφάση του HIV ανταγωνιζόμενη την…
monitor_heart
SPC-VIDEX EC

Φαρμακοδυναμική

expand_more
(not available)
biotech
SPC-VIDEX EC

Φαρμακοκινητική

expand_more
(not available)
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Μεταβολίζεται ταχέως ενδοκυτταρικά στην ενεργή της μορφή, την 2,3-δι-δι-αδενοσινο-5-τριφωσφορική (ddA-TP). Στη συνέχεια μεταβολίζεται περαιτέρω ηπατικά για να αποδώσει υποξανθίνη, ξανθίνη και ουρικό οξύ. Η μεταβολική πορεία της…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-VIDEX EC
expand_more

Επειδή η απορρόφηση της διδανοσίνης ελαττώνεται με τηv παρoυσία τρoφής, τα γαστροανθεκτικά καψάκια Videx πρέπει vα χορηγούνται με άδειο στομάχι (τoυλάχιστov 2 ώρες πριν ή 2 ώρες μετά τo γεύμα (βλέπε Φαρμακοκινητικές).

Δοσολογία

Τα γαστροανθεκτικά καψάκια Videx χορηγούνται με δοσολογικά σχήματα μια φορά ημερησίως ή δύο φορές ημερησίως (βλέπε Φαρμακοδυναμικές).

Η συvιστώμεvη συνολική ημερήσια δόση συναρτάται με το βάρoς του ασθενούς:

  • για ασθενείς που ζυγίζουν τουλάχιστον 60 kg: 400 mg ημερησίως
  • για ασθενείς που ζυγίζουν λιγότερο από 60 kg: 250 mg ημερησίως

Ο κατωτέρω πίνακας ορίζει το σχήμα χορήγησης για όλες τις περιεκτικότητες των γαστροανθεκτικών καψακίων:

| Βάρος ασθενούς | Ολική ημερήσια δόση |

Αντίστοιχο δοσολογικό σχήμα
τουλάχιστον 6
0 Kg
400 mg
1 καψάκιο των 400 mg (μια φορά
ημερησίως)
ή
1 καψάκιο των 200 mg (δύο φορές
ημερησίως)
λιγότερο από
60 Kg
250 mg
1 καψάκιο των 250 mg (μια φορά
ημερησίως)
ή
1 καψάκιο των 125 mg (δύο φορές
ημερησίως)

Ειδικοί πληθυσμοί

Πληθυσμός ηλικιωμένων: Επειδή οι ηλικιωμένοι ασθενείς είναι περισσότερο πιθανό να έχουν μειωμένη νεφρική λειτουργία, θα πρέπει να δίνεται προσοχή στην επιλογή της δόσης. Επιπροσθέτως, η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται και θα πρέπει ανάλογα να γίνεται προσαρμογή της δοσολογίας (βλέπε παρακάτω).

Έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας: συνιστώνται οι ακόλουθες προσαρμογές δοσολογίας:

| Κάθαρση Κρεατινίνης (ml/min)/Βάρος Ασθενούς | Ολική Ημερήσια Δόση

(δόση, mg)
τουλάχιστον 60
400 mg
30-59
200 mg
10-29
150 mg*
λιγότερο από 10
100 mg*

Σημείωση: * Αυτές οι περιεκτικότητες των γαστροανθεκτικών καψακίων Videx δεν είναι διαθέσιμες. Πρέπει να χρησιμοποιηθεί μια εναλλακτική περιεκτικότητα του Videx.

Η δόση πρέπει να χορηγείται κατά προτίμηση μετά την αιμοκάθαρση (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις). Ωστόσο, δεν είναι απαραίτητο να χορηγείται συμπληρωματική δόση Videx μετά την αιμοκάθαρση.

Παιδιατρικοί ασθενείς: Καθώς η ουροποιητική απέκκριση είναι επίσης μια κύρια οδός αποβολής της διδανοσίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς, η κάθαρση της διδανοσίνης μπορεί να μεταβληθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Παρόλο που υπάρχουν ανεπαρκή στοιχεία που να συστήνουν μια συγκεκριμένη προσαρμογή δοσολογίας του Videx σε αυτόν τον παιδιατρικό πληθυσμό, θα πρέπει να θεωρηθεί μία μείωση στη δόση και/ή μία αύξηση στα διαστήματα μεταξύ των δόσεων.

Έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας: Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας για τους ασθενείς με έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας (βλέπε Φαρμακοκινητικές).

Παιδιατρικός πληθυσμός

  • Παιδιατρικοί ασθενείς μεγαλύτεροι των 6 ετών: η χρήση των γαστροανθεκτικών καψακίων Videx δεν έχει μελετηθεί ειδικά σε παιδιά. Η συνιστώμεvη ημερήσια δόση (με βάση την επιφάνεια σώματος) είναι 240 mg/m².
  • Παιδιατρικοί ασθενείς μικρότεροι των 6 ετών: Τα γαστροανθεκτικά καψάκια δεν πρέπει να ανοιχθούν, δεδομένου ότι υπάρχει κίνδυνος ακούσιας κατάποσης. Ως εκ τούτου αυτή η μορφή αντενδείκνυται για την ηλικία αυτή. Υπάρχουν άλλες διαθέσιμες μορφές Videx που είναι πιο κατάλληλες.

Τρόπος Χορήγησης

Για τη βελτιστοποίηση της απορρόφησης, το γαστροανθεκτικό καψάκιο πρέπει να λαμβάνεται ακέραιο μαζί με τουλάχιστον 100 ml νερού. Πρέπει να ενημερώνονται οι ασθενείς να μην ανοίγουν το καψάκιο για να διευκολύνουν τη χορήγηση, επειδή αυτό μπορεί να ελαττώσει την απορρόφηση (βλέπε Φαρμακοκινητικές).

block

Αντενδείξεις

SPC-VIDEX EC
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
  • Παιδιατρικοί ασθενείς μικρότεροι των 6 χρόνων (κίνδυνος ακούσιας κατάποσης).
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-VIDEX EC
expand_more

Παγκρεατίτιδα

Η παγκρεατίτις είvαι γvωστή σoβαρή επιπλoκή σε ασθεvείς με λoίμωξη από HIV. Έχει επίσης συσχετισθεί και με τη θεραπεία με διδανοσίνη και σε μερικές περιπτώσεις ήταν θαvατηφόρα. Σε ασθεvείς με ιστoρικό παγκρεατίτιδας η θεραπεία με διδανοσίνη πρέπει vα γίvεται μόvo με πoλύ μεγάλη πρoσoχή. ‘Εχει βρεθεί ότι υπάρχει θετική σχέση μεταξύ της ημερήσιας δόσης διδανοσίνης και του κινδύνου εμφαvίσεως παγκρεατίτιδας. Στις περιπτώσεις πoυ δικαιoλoγoύvται από τηv κλιvική εικόvα, η διδανοσίνη πρέπει vα διακoπεί έως ότoυ, μετά από κατάλληλες εργαστηριακές και διαγvωστικές δoκιμασίες, απoκλεισθεί η διάγvωση της παγκρεατίτιδας. Ομοίως, όταν απαιτείται θεραπεία με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα πoυ είvαι γvωστό ότι έχουν τοξική δράση στο πάγκρεας (π.χ. πεvταμιδίvη) η διδαvoσίvη θα πρέπει vα διακόπτεται κατά τη διάρκεια αυτής της αγωγής, όταv αυτό είvαι δυvατό. Εάv η ταυτόχρovη αγωγή είvαι αvαπόφευκτη, θα πρέπει να υπάρχει στεvή παρακoλoύθηση. Όταν oι βιoχημικoί δείκτες παγκρεατίτιδας έχoυv αυξηθεί σημαντικά, ακόμη και με απoυσία συμπτωμάτωv, θα πρέπει vα εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της χoρηγήσεως. Σημαvτική αύξηση τωv τριγλυκεριδίωv είvαι γvωστή αιτία παγκρεατίτιδας και απαιτεί στεvή παρακoλoύθηση.

Γαλακτική οξέωση

Γαλακτική οξέωση: με τη χρήση νουκλεοσιδικών αναλόγων έχει αναφερθεί γαλακτική οξέωση, συνήθως σχετιζόμενη με ηπατομεγαλία και ηπατική στεάτωση. Πρώϊμα συμπτώματα (συμπτωματική αύξηση των επιπέδων γαλακτικού οξέος στο αίμα) περιλαμβάνουν καλοήθη συμπτώματα από το πεπτικό, (ναυτία, έμετος και κοιλιακό άλγος), μη ειδική αδιαθεσία, ανορεξία, απώλεια βάρους, συμπτώματα από το αναπνευστικό (αύξηση της συχνότητας και/ή του βάθους της αναπνοής) ή νευρολογικά συμπτώματα (περιλαμβανομένης της κινητικής αδυναμίας). Η γαλακτική οξέωση έχει υψηλή θνησιμότητα και μπορεί να σχετίζεται με παγκρεατίτιδα, ηπατική ανεπάρκεια ή νεφρική ανεπάρκεια. Η γαλακτική οξέωση γενικά εμφανίσθηκε μετά από μερικούς ή αρκετούς μήνες θεραπείας. Η θεραπεία με νουκλεοσιδικά ανάλογα πρέπει να διακοπεί σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωματικής αύξησης των επιπέδων γαλακτικού οξέος στο αίμα και μεταβολικής/γαλακτικής οξέωσης, προοδευτικής ηπατομεγαλίας, ή ταχείας αύξησης των επιπέδων των αμινοτρανσφερασών. Πρέπει να δίδεται προσοχή κατά τη χορήγηση νουκλεοσιδικών αναλόγων σε οποιοδήποτε ασθενή (ιδιαίτερα σε παχύσαρκες γυναίκες) με ηπατομεγαλία, ηπατίτιδα ή άλλους γνωστούς παράγοντες κινδύνου για ηπατική νόσο και ηπατική στεάτωση (περιλαμβανομένων μερικών φαρμακευτικών προϊόντων και οινοπνεύματος). Ασθενείς που πάσχουν συγχρόνως από ηπατίτιδα C και λαμβάνουν αγωγή με άλφα ιντερφερόνη και ριμπαβιρίνη μπορεί να διατρέχουν ειδικό κίνδυνο. Ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο πρέπει να παρακολουθούνται στενά. (βλέπε επίσης παράγραφο 4.6).

Ηπατική νόσος

Ηπατική νόσος: αγνώστου αιτιολογίας ηπατική ανεπάρκεια παρουσιάσθηκε σπάνια σε ασθενείς που ελάμβαναν διδανοσίνη. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων και η διδανοσίνη πρέπει να διακόπτεται αν τα ένζυμα αυξηθούν περισσότερο από 5 φορές από το ανώτερο φυσιολογικό όριο. Επανέναρξη της θεραπείας πρέπει να εξετάζεται μόνο αν τα πιθανά οφέλη ξεπερνούν τους πιθανούς κινδύνους. Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της διδανοσίνης δεν έχει τεκμηριωθεί σε ασθενείς με σημαντικές προϋπάρχουσες παθήσεις του ήπατος. Ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β ή C που λαμβάνουν θεραπεία με συνδυασμούς αντιρετροϊκών αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο για σοβαρές και πιθανόν θανατηφόρες ηπατικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Σε περίπτωση ταυτόχρονης χορήγησης αντιιικής θεραπείας για την ηπατίτιδα B ή C, πρέπει να γίνεται αναφορά στο αντίστοιχο φύλλο οδηγιών αυτών των φαρμακευτικών σκευασμάτων. Ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία συμπεριλαμβανομένης της χρόνιας ενεργούς ηπατίτιδας εμφανίζουν αυξημένη συχνότητα διαταραχών της ηπατικής λειτουργίας κατά τη διάρκεια συνδυασμένης αντιρετροϊκής θεραπείας και πρέπει να παρακολουθούνται σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική. Εάν παρατηρηθεί επιδείνωση της ηπατικής νόσου σε αυτούς τους ασθενείς, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο προσωρινής ή μόνιμης διακοπής της θεραπείας.

Μη κιρρωτική Πυλαία Υπέρταση

Μη κιρρωτική Πυλαία Υπέρταση: Περιπτώσεις μη κιρρωτικής πυλαίας υπέρτασης έχουν αναφερθεί μετά την κυκλοφορία, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων που οδήγησαν σε μεταμόσχευση ήπατος ή θάνατο. Περιπτώσεις μη κιρρωτικής πυλαίας υπέρτασης σχετιζόμενες με διδανοσίνη επιβεβαιώθηκαν από βιοψία ήπατος σε ασθενείς με κανένα αποδεικτικό στοιχείο ιογενούς ηπατίτιδας. Η εμφάνιση των σημείων και συμπτωμάτων κυμάνθηκε από μήνες σε έτη μετά την έναρξη της θεραπείας με διδανοσίνη. Συχνά χαρακτηριστικά που παραουσιάζονται περιλαμβάνουν αυξημένα ηπατικά ένζυμα, οισοφαγικούς κιρσούς, αιματέμεση, ασκίτης, σπληνομεγαλία. Οι ασθενείς που λαμβάνουν διδανοσίνη θα πρέπει να παρακολουθούνται για πρώιμα σημάδια της πυλαίας υπέρτασης (π.χ. θρομβοκυτοπενία και σπληνομεγαλία) κατά τη διάρκεια ιατρικών επισκέψεων ρουτίνας. Θα πρέπει να εκτιμηθεί ο κατάλληλος εργαστηριακός έλεγχος συμπεριλαμβανομένου των ηπατικών ενζύμων, χολερυθρίνης ορού, λευκωματίνης, γενικής εξέτασης αίματος, του INR (International Normalised Ratio) και υπερηχογραφίας. Η διδανοσίνη θα πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς με σημεία μη κιρρωτικής πυλαίας υπέρτασης.

Περιφερική νευροπάθεια

Περιφερική νευροπάθεια: Οι ασθεvείς πoυ λαμβάvoυv διδανοσίνη μπoρεί vα εμφαvίσoυv τoξική περιφερική vευρoπάθεια πoυ συvήθως χαρακτηρίζεται από αμφoτερόπλευρη συμμετρική αιμωδία τωv άκρωv, μυρμηκιάσεις και πόvo στα πόδια και λιγότερo συχvά στα χέρια. Εφόσον αναπτυχθούν συμπτώματα περιφερικής νευροπάθειας, οι ασθενείς πρέπει να υπαχθούν σε εναλλακτικό θεραπευτικό σχήμα.

Αλλοιώσεις στον αμφιβληστροειδή ή στο οπτικό νεύρο

Αλλοιώσεις στον αμφιβληστροειδή ή στο οπτικό νεύρο: Ασθενείς που λαμβάνουν διδανοσίνη έχoυν σπανίως εμφαvίσει βλάβες στον αμφιβληστροειδή ή στο οπτικό νεύρο, ειδικότερα με δόσεις υψηλότερες των συνιστωμένων σήμερα. Πρέπει να εξετάζεται η περίπτωση διενέργειας οφθαλμολογικής εξέτασης, περιλαμβανομένων εξετάσεων οπτικής οξύτητας, οπτικής αντίληψης των χρωμάτων και βυθοσκόπησης υπό μυδρίαση σε ετήσια βάση, καθώς και σε περίπτωση εμφάνισης μεταβολών της όρασης, για τους ασθενείς που λαμβάνουν διδανοσίνη.

Σύνδρομο Επανενεργοποίησης του Ανοσοποιητικού Συστήματος

Σύνδρομο Επανενεργοποίησης του Ανοσοποιητικού Συστήματος: Σε HIV οροθετικούς ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια ενδέχεται να εμφανιστεί, κατά την έναρξη της συνδυασμένης αντιρετροϊκής αγωγής (CART), φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόνα και να προκληθούν σοβαρές κλινικές καταστάσεις ή επιδείνωση των συμπτωμάτων. Τέτοιες αντιδράσεις έχουν τυπικά παρουσιαστεί εντός των πρώτων εβδομάδων ή μηνών από την έναρξη της CART. Σχετικά παραδείγματα είναι η αμφιβληστροειδίτιδα από κυτταρομεγαλοϊό, γενικευμένες και/ή εστιακές λοιμώξεις από μυκοβακτηρίδια και πνευμονία οφειλόμενη σε Pneumocystis jiroveci (προηγουμένως γνωστή ως Pneumonocystis carinii). Πρέπει να εκτιμώνται οποιαδήποτε φλεγμονώδη συμπτώματα και να ορίζεται θεραπεία όταν απαιτείται.

Λιποδυστροφία και ανωμαλίες του μεταβολισμού

Λιποδυστροφία και ανωμαλίες του μεταβολισμού: Η συνδυασμένη αντιρετροϊκή θεραπεία έχει συσχετισθεί με την ανακατανομή του λίπους του σώματος (λιποδυστροφία) σε ασθενείς με HIV. Οι μακροχρόνιες συνέπειες αυτών των καταστάσεων είναι προς το παρόν άγνωστες. Η γνώση του μηχανισμού δράσης δεν είναι ολοκληρωμένη. Έγιναν υποθέσεις για τη σύνδεση μεταξύ σπλαχνικής λιπομάτωσης και αναστολέων πρωτεάσης (PIs) και λιποατροφίας και νουκλεοσιδικών αναστολέων της αντίστροφης μεταγραφάσης (NRTI’s). Αυξημένος κίνδυνος λιποδυστροφίας έχει συσχετισθεί με ατομικούς παράγοντες, όπως η μεγαλύτερη ηλικία και με παράγοντες που έχουν σχέση με φάρμακα όπως μεγαλύτερη διάρκεια αντιρετροϊκής θεραπείας και συνοδές μεταβολικές διαταραχές. Η κλινική εξέταση πρέπει να περιλαμβάνει εκτίμηση των φυσικών σημείων της ανακατανομής του λίπους. Απαιτείται προσοχή ως προς τη μέτρηση των λιπιδίων του ορού σε κατάσταση νηστείας και της γλυκόζης του αίματος. Διαταραχές των λιπιδίων πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως αρμόζει κλινικά (βλέπε παράγραφο 4.8).

Οστεονέκρωση

Οστεονέκρωση: αναφέρθηκαν περιπτώσεις οστεονέκρωσης κυρίως σε ασθενείς με προχωρημένη λοίμωξη HIV και /ή μακράς διάρκειας έκθεση σε συνδυασμό αντιρετροϊκής θεραπείας (CART) αν και η αιτιολογία θεωρείται πολυπαραγοντική (συμπεριλαμβάνονται η χρήση κορτικοστεροειδών, η κατανάλωση αλκοόλ, η σοβαρή ανοσοκαταστολή, ο υψηλότερος δείκτης μάζας σώματος). Οι ασθενείς πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία άρθρωσης ή δυσκολία στην κίνηση.

Ευκαιριακές λοιμώξεις

Ευκαιριακές λοιμώξεις: Οι ασθενείς που λαμβάνουν διδανοσίνη ή άλλη αντιρετροϊκή θεραπεία μπορεί να συνεχίσουν να αναπτύσουν ευκαιριακές λοιμώξεις και άλλες επιπλοκές της HIV λοίμωξης ή της θεραπείας. Ως εκ τούτου πρέπει να παραμένουν κάτω από στενή κλινική επίβλεψη από ιατρούς με εμπειρία στη θεραπεία ασθενών με νόσους, σχετιζόμενες με τον HIV.

Αλληλεπίδραση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα

Tenofovir:Η συγχορήγηση του tenofovir disoproxil fumarate µε διδανοσίνη οδηγεί σε κατά 40-60% αυξηµένη συστηµατική έκθεση στη διδανοσίνη, που µπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο ανεπιθύµητων ενεργειών συσχετιζόµενων µε τη διδανοσίνη (βλέπε παράγραφο 4.5.).Έχουν αναφερθεί σπάνια περιστατικά παγκρεατίτιδας και γαλακτικής οξέωσης, ενίοτε µοιραία. Δοκιµάστηκε µειωµένη δόση διδανοσίνης (250 mg), προκειµένου να αποφευχθεί η υπερβολική έκθεση στη διδανοσίνη σε περίπτωση συγχορήγησης µε tenofovir disoproxil fumarate, όµως αυτό συσχετίστηκε µε αναφορές υψηλού ποσοστού ιολογικής αποτυχίας και µε την εµφάνιση αντίστασης σε πρώιµο στάδιο µε τους διάφορους συνδυασµούς που δοκιµάστηκαν. Συνεπώς, δεν συνιστάται η συγχορήγηση tenofovir disoproxil fumarate και διδανοσίνης, ειδικά σε ασθενείς µε υψηλό ιικό φορτίο και χαµηλό αριθµό κυττάρων CD4. Η συγχορήγηση tenofovir disoproxil fumarate και διδανοσίνης σε ημερήσια δόση 400 mg έχει συσχετισθεί με σημαντική μείωση του αριθμού των κυττάρων CD4, πιθανώς λόγω ενδοκυττάριας αλληλεπίδρασης που αυξάνει την φωσφορυλιωμένη (δηλ. ενεργοποιημένη) διδανοσίνη. Αν ο συνδυασµός αυτός κρίνεται αυστηρά αναγκαίος, οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για την αποτελεσµατικότητα και τις συσχετιζόµενες µε τη διδανοσίνη ανεπιθύµητες ενέργειες. Γκανσικλοβίρη και βαλγκανσικλοβίρη: Η συγχορήγηση διδανοσίνης με γκανσικλοβίρη ή βαλγκανσικλοβίρη μπορεί να επιφέρει τοξικότητες σχετιζόμενες με τη διδανοσίνη. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά (βλέπε παράγραφο 4.5). Μη συνιστώμενοι συνδυασμοί Παγκρεατίτιδα (θανατηφόρος και μη θανατηφόρος) και περιφερική νευροπάθεια (σοβαρή σε μερικές περιπτώσεις) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς με λοίμωξη HIV που λαμβάνουν διδανοσίνη σε συνδυασμό με υδροξυουρία και σταβουδίνη. Ηπατοτοξικότητα και ηπατική ανεπάρκεια που κατέληξαν σε θάνατο αναφέρθηκαν κατά την μετά την κυκλοφορία παρακολούθηση σε ασθενείς με λοίμωξη HIV, που έλαβαν αντιρετροϊκούς παράγοντες και υδροξυουρία. Θανατηφόρα ηπατικά συμβάματα αναφέρθηκαν πολύ συχνά σε ασθενείς που έλαβαν σταβουδίνη, υδροξυουρία και διδανοσίνη. Γι’ αυτό, ο συνδυασμός αυτός πρέπει να αποφεύγεται. Αλλοπουρινόλη: Η συγχορήγηση διδανοσίνης και αλλοπουρινόλης έχει ως αποτέλεσμα την αυξημένη συστηματική έκθεση στη διδανοσίνη, που μπορεί να επιφέρει τοξικότητα σχετιζόμενη με τη διδανοσίνη. Επομένως, δε συνιστάται η συγχορήγηση της αλλοπουρινόλης και της διδανοσίνης. Ασθενείς υπό θεραπεία με διδανοσίνη στους οποίους απαιτείται η χορήγηση αλλοπουρινόλης, πρέπει να υπόκεινται σε εναλλακτικό θεραπευτικό σχήμα (βλέπε παράγραφο 4.5). Η συγχορήγηση της ριμπαβιρίνης και της διδανοσίνης δε συνιστάται λόγω αυξημένου κινδύνου ανεπιθυμήτων ενεργειών, ιδιαίτερα μιτοχονδριακής τοξικότητας (βλέπε παράγραφο 4.5). Θεραπεία με τριπλό σχήμα νουκλεσιδίων: Υπάρχουν αναφορές για υψηλό ποσοστό ιολογικής αποτυχίας και για εμφάνιση αντοχής σε πρώιμο στάδιο όταν συνδυάστηκαν η διδανοσίνη με tenofovir disoproxil fumarate και λαμιβουδίνη ως σχήμα χορηγούμενο μια φορά την ημέρα.

Ασθενείς σε δίαιτα με ελαττωμένο νάτριο

Ασθενείς σε δίαιτα με ελαττωμένο νάτριο: Κάθε γαστροανθεκτικό καψάκιο περιέχει 1,7 mg νατρίου.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Δυσλειτουργία μιτοχονδρίων: Τα νουκλεοσιδικά και νουκλεοτιδικά ανάλογα έχουν δείξει in vivo και in vitro ότι μπορεί να προκαλέσουν μιτοχονδριακές βλάβες ποικίλου βαθμού. Έχει αναφερθεί μιτοχονδριακή δυσλειτουργία σε HIV αρνητικά βρέφη τα οποία είχαν εκτεθεί κατά την κύηση ή/και μετά τη γέννηση σε νουκλεοσιδικά ανάλογα. Οι κύριες ανεπιθύμητες ενέργειες οι οποίες αναφέρθηκαν, είναι αιματολογικές διαταραχές (αναιμία, ουδετεροπενία), μεταβολικές διαταραχές (υψηλά επίπεδα γαλακτικού οξέος στο αίμα, υψηλά επίπεδα λιπάσης στο αίμα). Οι ενέργειες αυτές είναι συνήθως παροδικές. ΄Εχουν αναφερθεί κάποιες νευρολογικές διαταραχές όψιμης έναρξης (υπερτονία, σπασμοί, μη φυσιολογική συμπεριφορά). Δεν είναι επί του παρόντος γνωστό, αν οι νευρολογικές διαταραχές είναι παροδικές ή μόνιμες. Οποιοδήποτε παιδί, ακόμη και αν είναι HIV αρνητικό, που εκτέθηκε κατά την κύηση σε νουκλεοσιδικά και νουκλεοτιδικά ανάλογα, πρέπει να παρακολουθείται εργαστηριακά και να διερευνάται πλήρως για πιθανή μιτοχονδριακή δυσλειτουργία σε περίπτωση εμφάνισης συναφών σημείων και συμπτωμάτων. Τα ευρήματα αυτά δεν επηρεάζουν τις παρούσες συστάσεις για τη χρήση αντιρετροϊκής θεραπείας σε έγκυες γυναίκες, προκειμένου να προληφθεί η κάθετη μετάδοση του ιού HIV.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-VIDEX EC
expand_more

Όταν τα γαστροανθεκτικά καψάκια διδανοσίνης χορηγήθηκαν 2 ώρες πριν ή συγχρόνως με tenofovir disoproxil fumarate, η AUC της διδανοσίνης αυξήθηκε κατά μέσο όρο 48% και 60% αντιστοίχως. Η μέση αύξηση της AUC της διδανοσίνης ήταν 44% όταν τα δισκία ρυθμισμένου pH χορηγήθηκαν 1 ώρα πριν από την tenofovir. Και στις δύο περιπτώσεις οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της tenofovir, που χορηγήθηκε μαζί με ελαφρύ γεύμα παρέμειναν αμετάβλητες. Δεν συνιστάται η συγχορήγηση tenofovir disoproxil fumarate και διδανοσίνης (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).

Όταν συγχορηγήθηκαν διδανοσίνη και αλλοπουρινόλη (14 υγιείς εθελοντές), η AUC και η Cmax για τη διδανοσίνη αυξήθηκαν σημαντικά κατά 105% και 71%, αντίστοιχα. Επομένως, δε συνιστάται η συγχορήγηση της αλλοπουρινόλης (αναστολέα της οξειδάσης της ξανθίνης) και της διδανοσίνης. Ασθενείς υπό θεραπεία με διδανοσίνη στους οποίους απαιτείται η χορήγηση αλλοπουρινόλης, πρέπει να υπόκεινται σε εναλλακτικό θεραπευτικό σχήμα (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις). Η οξειδάση της ξανθίνης είναι ένα ένζυμο που εμπλέκεται στο μεταβολισμό της διδανοσίνης. Άλλοι αναστολείς της οξειδάσης της ξανθίνης μπορεί να αυξήσουν την έκθεση στη διδανοσίνη όταν συγχορηγούνται και έτσι να αυξήσουν την πιθανότητα ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με τη διδανοσίνη. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με τη διδανοσίνη (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Με βάση δεδομένα in vitro, η ριμπαβιρίνη αυξάνει τα επίπεδα της ενδοκυττάριας τριφωσφορικής διδανοσίνης. Σε ασθενείς που έλαβαν διδανοσίνη και ριμπαβιρίνη με ή χωρίς σταβουδίνη, έχουν αναφερθεί θανατηφόρα ηπατική ανεπάρκεια, καθώς και περιφερική νευροπάθεια, παγκρεατίτιδα και συμπτωματική υπεργαλακταιμία/γαλακτική οξέωση. Δε συνιστάται η συγχορήγηση ριμπαβιρίνης και διδανοσίνης (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).

Χορήγηση διδανοσίνης 2 ώρες πριν, ή συγχρόνως με γκανσικλοβίρη συνδέθηκε με μια μέση αύξηση κατά 111% της τιμής AUC για σταθεροποιημένη κατάσταση της διδανοσίνης. Μια μικρότερη ελάττωση (21%) της τιμής AUC σε σταθεροποιημένη κατάσταση της γκανσικλοβίρης παρατηρήθηκε όταν η διδανοσίνη χορηγήθηκε 2 ώρες πριν την γκανσικλοβίρη, αλλά δεν παρατηρήθηκε ανάλογο φαινόμενο όταν τα δύο φάρμακα χορηγήθηκαν ταυτοχρόνως. Δεν παρατηρήθηκαν αλλαγές στη νεφρική κάθαρση για κανένα από τα δύο φάρμακα. Δεν είναι γνωστό εάν αυτές οι αλλαγές συνδέονται με μεταβολές είτε στην ασφάλεια της διδανοσίνης είτε στην αποτελεσματικότητα της γκανσικλοβίρης. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η διδανοσίνη επαυξάνει τις μυελοκατασταλτικές δράσεις της γκανσικλοβίρης ή της ζιδοβουδίνης. Παρόλο που δεν έχει προσδιορισθεί το μέγεθος της αύξησης της έκθεσης στη διδανοσίνη όταν συγχορηγείται με βαλγκανσικλοβίρη, πρέπει να αναμένεται αύξηση στην έκθεση στη διδανοσίνη όταν συγχορηγούνται αυτοί οι παράγοντες. Οι κατάλληλες δόσεις διδανοσίνης, όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με γκανσικλοβίρη ή βαλγκανσικλοβίρη, δεν έχουν προσδιορισθεί. Ασθενείς που λαμβάνουν διδανοσίνη σε συνδυασμό με γκανσικλοβίρη ή βαλγκανσικλοβίρη πρέπει να παρακολουθούνται στενά για τοξικότητες σχετιζόμενες με τη διδανοσίνη.

Η ταυτόχρovη χoρήγηση της διδανοσίνης με φάρμακα πoυ είvαι γvωστό ότι πρoκαλoύv περιφερική vευρoπάθεια ή παγκρεατίτιδα μπoρεί vα αυξήσει τov κίvδυvo της τοξικότητας αυτής. Οι ασθεvείς πoυ λαμβάvoυv φάρμακα της κατηγορίας αυτής πρέπει vα παρακολoυθoύvται πρoσεκτικά.

Αντίθετα από τα μασώμενα/διασπειρόμενα δισκία Videx, τα γαστροανθεκτικά καψάκια Videx δεν περιέχουν αντιόξινα και ως εκ τούτου, δεν αναμένονται φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις που προκαλούνται από την αλλαγή του γαστρικού pH, όταν γαστροανθεκτικά καψάκια Videx χορηγούνται μαζί με φαρμακευτικά προϊόντα των οποίων η απορρόφηση επηρεάζεται από τη γαστρική οξύτητα. Ειδικές μελέτες αλληλεπίδρασης με σιπροφλοξασίνη, ινδιναβίρη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη και φλουκοναζόλη, δεν έδειξαν ενδείξεις κλινικά σημαντικής αλληλεπίδρασης.

Όταν χορηγήθηκαν γαστροανθεκτικά καψάκια διδανοσίνης σε ασθενείς εξαρτημένους από οπιοειδή υπό χρόνια αγωγή με μεθαδόνη, οι εκθέσεις στη διδανοσίνη μειώθηκαν σε σύγκριση με ιστορικούς μάρτυρες που δεν είχαν λάβει αγωγή μεθαδόνης. Αυτή η μείωση ήταν πιο έντονη με τα δισκία διδανοσίνης. Επομένως, εφόσον πρέπει να χρησιμοποιηθεί διδανοσίνη σε συνδυασμό με μεθαδόνη, οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά για επαρκή κλινική ανταπόκριση.

Η λήψη Videx με τροφή επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της διδανοσίνης. (βλέπε Φαρμακοκινητικές).

Έχουν διεξαχθεί ειδικές μελέτες φαρμακευτικής αλληλεπίδρασης με ζιδοβουδίνη, σταβουδίνη, ρανιτιδίνη, λοπεραμίδη, μετοκλοπράμη, φοσκαρνέτη,τριμεθοπρίμη, σουλφαμεθοξαζόλη, δαψόνη και ριφαμπουτίνη και δεν υπήρξαν ενδείξεις αλληλεπίδρασης.

Παιδιατρικός πληθυσμός Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν εκτελεστεί μόνο σε ενήλικες.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-VIDEX EC
expand_more
(not available)
pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-VIDEX EC
expand_more

Κύηση

Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τη χρήση της διδανοσίνης σε εγκύους και δεν είναι γνωστό εάν η διδανοσίνη προκαλεί βλάβες στο έμβρυο ή επηρεάζει την ικανότητα αναπαραγωγής όταν χορηγηθεί στην εγκυμοσύνη. Γαλακτική οξέωση (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις), μερικές φορές θανατηφόρα, έχει αναφερθεί σε εγκύους γυναίκες που έλαβαν το συνδυασμό διδανοσίνης και σταβουδίνης με ή χωρίς άλλη αντιρετροϊκή θεραπεία. Συνεπώς, η χρήση της διδανοσίνης κατά την εγκυμοσύνη θα πρέπει να εξετάζεται μόνο όταν είναι απολύτως ενδεδειγμένο και όταν το αναμενόμενο όφελος είναι σημαντικότερο από τον πιθανό κίνδυνο.

Μελέτες τερατογένεσης σε αρουραίους και κουνίκλους δεν έδειξαν εμβρυοτοξικά ή τερατογενετικά αποτελέσματα. Μια μελέτη σε αρουραίους έδειξε ότι η διδανοσίνη και/ή τα προϊόντα μεταβολισμού της μεταφέρονται στο έμβρυο μέσω του πλακούντα.

Γαλουχία

Δεν είναι γνωστό εάν η διδανοσίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Στις γυναίκες που λαμβάνουν διδανοσίνη συνιστάται να μη γαλουχούν λόγω της δυνατότητας πρόκλησης σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών στα θηλάζοντα βρέφη.

Σε δόσεις 1000 mg/kg ημερησίως σε αρουραίους η διδανοσίνη ήταν ελαφρώς τοξική στα θήλεα και στα νεογνά στη μέση και στο τέλος του θηλασμού (μειωμένη λήψη τροφής και ελαττωμένη αύξηση σωματικού βάρους) αλλά η φυσική και λειτουργική ανάπτυξη των επόμενων γενεών νεογνών δεν διαταράχθηκε. Περαιτέρω μελέτη έδειξε ότι, μετά τη χορήγηση διδανοσίνης από το στόμα, η διδανοσίνη και/ή τα προϊόντα μεταβολισμού της απεκκρίνονται στο γάλα των αρουραίων που γαλουχούν.

Γονιμότητα

Σε αρουραίους, η διδανοσίνη δεν μετέβαλε την ικανότητα αναπαραγωγής των αρρένων ή θηλέων γονέων μετά από θεραπεία πριν από και κατά τη διάρκεια του ζευγαρώματος, της κυήσεως και του θηλασμού, με ημερήσιες δόσεις διδανοσίνης μέχρι και 1000 mg/kg/ημέρα. Σε μια μελέτη αναπαραγωγής σε αρουραίους κατά την περιγεννητική περίοδο ως και μετά τη γέννηση, η διδανοσίνη δεν είχε τοξική επίδραση.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-VIDEX EC
expand_more
(not available)
biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-VIDEX EC
expand_more
(not available)
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

30 λεπτά / >12 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

<5%
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

30-40%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
135398739
Μοριακός τύπος
C10H12N4O3
Μοριακό βάρος
236.23
IUPAC
9-[(2R,5S)-5-(hydroxymethyl)oxolan-2-yl]-1H-purin-6-one
InChIKey
BXZVVICBKDXVGW-NKWVEPMBSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH (Φαρμακολογική)

  • Φάρμακα που είναι χημικά παρόμοια με φυσικά απαντώμενους μεταβολίτες, αλλά διαφέρουν αρκετά ώστε να παρεμβαίνουν στις φυσιολογικές μεταβολικές οδούς. (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, σ.2033)
  • Αναστολείς της αντίστροφης μεταγραφάσης (RNA-DIRECTED DNA POLYMERASE), ενός ενζύμου που συνθέτει DNA σε ένα πρότυπο RNA.
  • Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του AIDS ή/και για την παύση της εξάπλωσης της λοίμωξης HIV. Αυτοί δεν περιλαμβάνουν φάρμακα για τη θεραπεία συμπτωμάτων ή ευκαιριακών λοιμώξεων που σχετίζονται με το AIDS.

Σχετικά Εργαλεία