KETOTIFEN
Κετοτιφαίνιο
Tα φάρμακα που κυρίως χρησιμοποιούνται προφυλακτικώς κατά του βρογχικού άσθματος είναι το χρωμογλυκικό νάτριο, η νεντοκρομίλη και το κετοτιφαίνιο. Το αποτέλεσμά τους καθυστερεί να εμφανισθεί. Συνήθως απαιτούνται 2-4 εβδομάδες από την έναρξη χορήγησής τους. Έτσι τυχόν απόφαση για …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ZADITOR
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Οφθαλμική
- Δόση έναρξης: μία σταγόνα Zaditor στο σάκο του επιπεφυκότα, δύο φορές ημερησίως
-
Ενήλικες, ηλικιωμένοι και παιδιά (ηλικίας άνω των 3 ετών)Δόσημία σταγόνα Zaditor στο σάκο του επιπεφυκότα, δύο φορές ημερησίως
block
SPC-ZADITOR
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
SPC-ZADITOR
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
SPC-ZADITOR
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Άλλα οφθαλμολογικά φάρμακαπροσοχήΔεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχροναΣύστασηΝα μεσολαβεί ένα διάλειμμα τουλάχιστον 5 λεπτών μεταξύ της εφαρμογής των δύο φαρμάκων.
-
Κατασταλτικά του ΚΝΣ, αντιισταμινικά και αλκοόλ (όταν λαμβάνεται από του στόματος κετοτιφαίνη)παρακολούθησηΕνίσχυση δράσηςΣύστασηΠαρόλο που αυτό δεν έχει παρατηρηθεί με τις οφθαλμικές σταγόνες Zaditor, η πιθανότητα τέτοιων επιδράσεων δεν μπορεί να αποκλειστεί.
sick
SPC-ZADITOR
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υπερευαισθησία
- Κεφαλαλγία
- Ερεθισμός του οφθαλμού
- Πόνος του οφθαλμού
- Στικτή κερατίτιδα
- Στικτή διάβρωση του επιθηλίου του κερατοειδούς
- Όραση θαμπή (κατά την ενστάλλαξη)
- Ξηροφθαλμία
- Διαταραχή του βλεφάρου
- Επιπεφυκίτιδα
- Φωτοφοβία
- Αιμορραγία του επιπεφυκότα
- Ξηροστομία
- Εξάνθημα
- Έκζεμα
- Κνίδωση
- Υπνηλία
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας που περιλαμβάνουν τοπικές αλλεργικές αντιδράσεις (κυρίως δερματίτιδα εξ επαφής οίδημα των οφθαλμών, κνησμό και οίδημα των βλεφάρων)
- Συστηματικές αλλεργικές αντιδράσεις που περιλαμβάνουν οίδημα/διόγκωση του προσώπου (σε μερικές περιπτώσεις συνδέεται με δερματίτιδα εξ επαφής)
- Επιδείνωση προϋπαρχόντων αλλεργικών παθήσεων όπως άσθμα και έκζεμα.
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΕρεθισμός του οφθαλμούΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΠόνος του οφθαλμούΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΣτικτή κερατίτιδαΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΣτικτή διάβρωση του επιθηλίου του κερατοειδούςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΌραση θαμπή (κατά την ενστάλλαξη)Οφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΞηροφθαλμίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή του βλεφάρουΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΦωτοφοβίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία του επιπεφυκόταΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΈκζεμαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστήΑντιδράσεις υπερευαισθησίας που περιλαμβάνουν τοπικές αλλεργικές αντιδράσεις (κυρίως δερματίτιδα εξ επαφής οίδημα των οφθαλμών, κνησμό και οίδημα των βλεφάρων), συστηματικές αλλεργικές αντιδράσεις που περιλαμβάνουν οίδημα/διόγκωση του προσώπου (σε μερικές περιπτώσεις συνδέεται με δερματίτιδα εξ επαφής) και επιδείνωση προϋπαρχόντων αλλεργικών παθήσεων όπως άσθμα και έκζεμα.Ανεπιθύμητες ενέργειες μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου
pregnant_woman
SPC-ZADITOR
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΔεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για την χρήση των οφθαλμικών σταγόνων κετοτιφαίνης σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα, στις οποίες χρησιμοποιούνταν από το στόμα, τοξικές δόσεις, έδειξαν αυξημένη θνησιμότητα πριν και μετά τη γέννηση, αλλά όχι τερατογέννεση. Τα συστηματικά επίπεδα της κετοτιφαίνης μετά από οφθαλμική χρήση είναι πολύ χαμηλότερα από τα αντίστοιχα μετά απο χορήγηση από το στόμα. Πρέπει να δίδεται προσοχή όταν συνταγογραφείται σε έγκυες γυναίκες.
-
ΓαλουχίαΑσφαλέςΠαρόλο που δεδομένα σε ζώα δείχνουν έκκριση στο μητρικό γάλα, μετά από του στόματος χορήγηση, η τοπική χορήγηση στον άνθρωπο είναι απίθανο να δημιουργεί ανιχνεύσιμες ποσότητες στο μητρικό γάλα. Οι οφθαλμικές σταγόνες ZADITOR μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την επίδραση του φουμαρικής κετοτιφαίνης στη γονιμότητα στον άνθρωπο.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ZADITOR
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-ZADITOR
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ZADITOR
expand_more
Δοσολογία
block
Αντενδείξεις
SPC-ZADITOR
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ZADITOR
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ZADITOR
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ZADITOR
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατατάσσονται με σειρά συχνότητας σύμφωνα με την ακόλουθη συνθήκη: Πολύ συχνές (1/10), συχνές (1/100 έως <1/10), όχι συχνές (1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Όχι συχνές: Υπερευαισθησία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Όχι συχνές: Κεφαλαλγία
Οφθαλμικές διαταραχές
Συχνές: Ερεθισμός του οφθαλμού, πόνος του οφθαλμού, στικτή κερατίτιδα στικτή διάβρωση του επιθηλίου του κερατοειδούς. Όχι συχνές: Όραση θαμπή (κατά την ενστάλλαξη) ξηροφθαλμία, διαταραχή του βλεφάρου, επιπεφυκίτιδα, φωτοφοβία, αιμορραγία του επιπεφυκότα
Διαταραχές του γαστρεντερικού
Όχι συχνές: ξηροστομία
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Όχι συχνές: εξάνθημα, έκζεμα, κνίδωση
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Όχι συχνές: Υπνηλία
Ανεπιθύμητες ενέργειες μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου (μη γνωστή συχνότητα):
αντιδράσεις υπερευαισθησίας που περιλαμβάνουν τοπικές αλλεργικές αντιδράσεις (κυρίως δερματίτιδα εξ επαφής οίδημα των οφθαλμών, κνησμό και οίδημα των βλεφάρων), συστηματικές αλλεργικές αντιδράσεις που περιλαμβάνουν οίδημα/διόγκωση του προσώπου (σε μερικές περιπτώσεις συνδέεται με δερματίτιδα εξ επαφής) και επιδείνωση προϋπαρχόντων αλλεργικών παθήσεων όπως άσθμα και έκζεμα. Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http:// www. eof. gr.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ZADITOR
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Εγκυμοσύνη
Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για την χρήση των οφθαλμικών σταγόνων κετοτιφαίνης σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα, στις οποίες χρησιμοποιούνταν από το στόμα, τοξικές δόσεις, έδειξαν αυξημένη θνησιμότητα πριν και μετά τη γέννηση, αλλά όχι τερατογέννεση. Τα συστηματικά επίπεδα της κετοτιφαίνης μετά από οφθαλμική χρήση είναι πολύ χαμηλότερα από τα αντίστοιχα μετά απο χορήγηση από το στόμα. Πρέπει να δίδεται προσοχή όταν συνταγογραφείται σε έγκυες γυναίκες.
Θηλασμός
Παρόλο που δεδομένα σε ζώα δείχνουν έκκριση στο μητρικό γάλα, μετά από του στόματος χορήγηση, η τοπική χορήγηση στον άνθρωπο είναι απίθανο να δημιουργεί ανιχνεύσιμες ποσότητες στο μητρικό γάλα. Οι οφθαλμικές σταγόνες ZADITOR μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την επίδραση του φουμαρικής κετοτιφαίνης στη γονιμότητα στον άνθρωπο.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ZADITOR
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ZADITOR
expand_more
Φαρμακοκινητική
ΕΟΦ · 3.1.5
Προφυλακτικά του άσθματος
expand_more
Προφυλακτικά του άσθματος
Tα φάρμακα που κυρίως χρησιμοποιούνται προφυλακτικώς κατά του βρογχικού άσθματος είναι το χρωμογλυκικό νάτριο, η νεντοκρομίλη και το κετοτιφαίνιο. Το αποτέλεσμά τους καθυστερεί να εμφανισθεί. Συνήθως απαιτούνται 2-4 εβδομάδες από την έναρξη χορήγησής τους. Έτσι τυχόν απόφαση για διακοπή τους, ως αναποτελεσματικών, δεν πρέπει να λαμβάνεται πριν από την παρέλευση των τεσσάρων εβδομάδων.
Tο χρωμογλυκικό νάτριο και η νεντοκρομίλη, λαμβανόμενα με εισπνοές, χρησιμοποιούνται στην πρόληψη των κρίσεων του βρογχικού άσθματος και του βρογχόσπασμου που προκαλούνται μετά από κόπωση. Eίναι περισσότερο αποτελεσματικά σε αλλεργικό άσθμα. Σε οξείες κρίσεις είναι αναποτελεσματικά και δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται. Σε χρόνια χρήση τους μπορεί σπάνια να αναπτυχθεί αντοχή. Συνδυάζονται με βρογχοδιασταλτικά και κορτικοστεροειδή, γεγονός που επιτρέπει τη μείωση της δόσης τους.
Tο κετοτιφαίνιο είναι αντιισταμινικό και χορηγείται από το στόμα, ιδιαίτερα σε αρρώστους που αδυνατούν να λάβουν φάρμακα με εισπνοές. H δράση του φαίνεται να είναι παρόμοια με εκείνη του χρωμογλυκικού νατρίου αλλά η αποτελεσματικότητά του μικρότερη. Γενικά, η αποτελεσματικότητα και των τριών φαρμάκων δεν έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα μεγάλη.
ΕΟΦ · 3.5.6
Διάφορα άλλα αντιισταμινικά
expand_more
Διάφορα άλλα αντιισταμινικά
ΕΟΦ · 11.6
Aγγειοσυσπαστικά - αντιαλλεργικά
expand_more
Aγγειοσυσπαστικά - αντιαλλεργικά
Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται τα αδρενεργικά ναφαζολίνη και φαινυλεφρίνη και το αντιαλλεργικό χρωμογλυκικό νάτριο.
Φαινυλεφρίνη, ναφαζολίνη και τετρυζολίνη σε χαμηλές πυκνότητες χρησιμοποιούνται σε ήσσονος σημασίας τοπικούς ερεθισμούς του οφθαλμού. Στις αναφερθείσες πυκνότητες σπανίως προκαλούν ανεπιθύμητες ενέργειες. Eντούτοις παρατεταμένη χορήγησή τους δε συνιστάται γιατί μπορεί να προκαλέσει τοπική υπεραιμία, επίσπευση εκδήλωσης λανθανουσών παθολογικών καταστάσεων κλπ. (βλ. επίσης 11.3.2, 11.4.3). H χρήση τους αντενδείκνυται σε ξηρά κερατοεπιπεφυκίτιδα (σύνδρομο Sjogren). Tα παραπάνω φάρμακα συχνά συνδυάζονται με αντισηπτικά (βενζαλκόνιο, βορικό οξύ), στυπτικά (θειϊκός ψευδάργυρος), άλλες ουσίες (πολυβινυλική αλκοόλη, υπρομελλόζη ή αντιισταμινικά). O θειϊκός ψευδάργυρος σε πυκνότητα 0.25% είναι ασφαλής και αποτελεσματικός, υποβοηθώντας την απομάκρυνση της βλέννας. Σπανίως μπορεί να προκαλέσει παροδικό αίσθημα νυγμών του οφθαλμού.
Tο χρωμογλυκικό νάτριο (βλ. 3.1.5 και 12.2.1) αποτελεί σταθεροποιητικό παράγοντα των μαστοκυττάρων, προλαμβάνοντας την αποκοκκίωσή τους από τα αντιγόνα, δρώντας έτσι σαν αντιαλλεργικό (προληπτικά). Xορηγείται τοπικά για την πρόληψη αλλεργικών επιπεφυκίτιδων (εαρινής, από μαλακούς φακούς επαφής κλπ.). Συχνά χορηγείται προληπτικά για μακρά χρονικά διαστήματα. Eίναι ατοξικό, ενοχοποιούμενο για ελάχιστες και ήπιες (υποκειμενικές) ανεπιθύμητες ενέργειες. Στις οξείες φάσεις αλλεργικών αντιδράσεων συνδυάζεται συνήθως με τοπικά κορτικοειδή.
H τοπική εφαρμογή των κλασικών αντιισταμινικών δεν έχει αποδειχθεί ότι ανακουφίζει ή προλαμβάνει αλλεργικές επιπεφυκίτιδες. Aντίθετα, ενοχοποιείται για πρόκληση αλλεργικών τοπικών εκδηλώσεων από τα βλέφαρα και επιπεφυκότα. H λεβοκαβαστίνη είναι τοπικός ανταγωνιστής των H1-υποδοχέων της οφθαλμικής επιφάνειας. Eμφανίζει έντονη και παρατεταμένη αντιισταμινική δράση, χορηγούμενη σε αλλεργικές επιπεφυκίτιδες πάσης αιτιολογίας. Θεωρείται σχετικά ατοξική χωρίς ουσιαστικές τοπικές ή συστηματικές εξ απορροφήσεως ανεπιθύμητες ενέργειες.
Η εμεδαστίνη είναι νεώτερος ανταγωνιστής των Η1-υποδοχέων της ισταμίνης. Συγχρόνως έχει ανασταλτική δράση στην αποκοκκίωση των μαστοκυττάρων αλλά και χημειοτακτισμό των ηωσινοφίλων, δρώντας και προληπτικά εκτός της κλασικής αντιϊσταμινικής δράσης (αντιαλλεργικής).
H λοδοξαμίδη έχει όμοια δράση στα μαστοκύτταρα όπως το χρωμογλυκικό νάτριο, αλλά δρα και επί των ηωσινοφίλων.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Οι ακριβείς μηχανισμοί μέσω των οποίων το κετοτιφαίνη ασκεί τις θεραπευτικές του επιδράσεις παραμένουν ασαφείς. Το κετοτιφαίνη είναι ένας ισχυρός και μη ανταγωνιστικός ανταγωνιστής των H1 υποδοχέων ισταμίνης, ο οποίος πιθανότατα συμβάλλει σημαντικά στην αντι-αλλεργική του δράση. Επιπλέον, το κετοτιφαίνη σταθεροποιεί τα μαστοκύτταρα και έχει επιδείξει in vitro την ικανότητα να αναστέλλει την απελευθέρωση αλλεργικών και φλεγμονωδών μεσολαβητών όπως η ισταμίνη, οι λευκοτριένες C4 και D4 (δηλ. SRS-A), και ο παραγοντας ενεργοποίησης αιμοπεταλίων (PAF).
Άλλες in vivo παρατηρήσεις που θεωρείται ότι συμβάλλουν στην αποτελεσματικότητα του κετοτιφαίνη στο άσθμα περιλαμβάνουν την αναστολή διαφόρων διεργασιών που σχετίζονται με τον PAF (π.χ. υπεραντιδραστικότητα αεραγωγών, συσσώρευση ηωσινόφιλων και αιμοπεταλίων στους αεραγωγούς), την πρόληψη της βρογχοσυστολής που προκαλείται από λευκοτριένες, και την καταστολή της ενεργοποίησης των ηωσινόφιλων.
Το κετοτιφαίνη είναι ένα μη βρογχοδιασταλτικό αντι-ασθματικό φάρμακο που αναστέλλει τις επιδράσεις ορισμένων ενδογενών ουσιών που είναι γνωστές ως φλεγμονώδεις μεσολαβητές, ασκώντας έτσι αντι-αλλεργική δράση. Το κετοτιφαίνη διαθέτει ισχυρή και παρατεταμένη μη ανταγωνιστική ιδιότητα μπλοκαρίσματος της ισταμίνης (H1).
Η αντιισταμινική (H1) δράση του κετοτιφαίνη φαίνεται να είναι διακριτή από τις αντι-αλλεργικές του ιδιότητες. Ιδιότητες του κετοτιφαίνη που μπορεί να συμβάλλουν στην αντι-αλλεργική του δράση και στην ικανότητά του να επηρεάζει την υποκείμενη παθολογία του άσθματος περιλαμβάνουν:
- In Vivo αποτελέσματα:
- Αναστολή της ανάπτυξης υπεραντιδραστικότητας αεραγωγών που σχετίζεται με την ενεργοποίηση αιμοπεταλίων από τον PAF (Παράγοντας Ενεργοποίησης Αιμοπεταλίων) ή προκαλείται από νευρική ενεργοποίηση μετά τη χρήση συμπαθομιμητικών φαρμάκων ή την έκθεση σε αλλεργιογόνο.
- Αναστολή της συσσώρευσης ηωσινόφιλων και αιμοπεταλίων στους αεραγωγούς που προκαλείται από τον PAF.
- Καταστολή της ενεργοποίησης των ηωσινόφιλων από ανθρώπινες ανασυνδυασμένες κυτοκίνες και, ως εκ τούτου, καταστολή της εισροής ηωσινόφιλων σε φλεγμονώδεις τόπους.
- Ανταγωνισμός της βρογχοσυστολής λόγω λευκοτριενών.
- In Vitro αποτελέσματα:
- Αναστολή της απελευθέρωσης αλλεργικών μεσολαβητών όπως η ισταμίνη, οι λευκοτριένες C4 και D4 (SRS-A) και ο PAF.
/Κετοτιφαίνη φουμαρική (συστηματική)/
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Μετά από από του στόματος χορήγηση, η απορρόφηση είναι σχετικά γρήγορη (με Tmax ~3 ώρες) και σχεδόν πλήρης, όπως κρίνεται από τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα και τα επίπεδα απέκκρισης στα ούρα - παρά το γεγονός αυτό, η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα είναι μόνο ~50% λόγω σημαντικής ηπατικής πρώτης διόδου.
Περισσότερο από το 60% της χορηγηθείσας δόσης απεκκρίνεται στα ούρα, κυρίως ως μεταβολίτες - από αυτή την ποσότητα, <1% βρίσκεται ως αμετάβλητο φάρμακο, ενώ οι μεταβολίτες N-γλυκουρονίδιο και ο φαρμακολογικά ενεργός νορ-κετοτιφαίνη αποτελούν το 50% και 10%, αντίστοιχα.
Εντός 48 ωρών, η απέκκριση στα ούρα ανέρχεται σε 1% ως αμετάβλητο φάρμακο και 60% έως 70% ως μεταβολίτες. Η κάθαρση είναι υψηλότερη στα παιδιά. /Κετοτιφαίνη φουμαρική/
Μετά από από του στόματος χορήγηση, η απορρόφηση είναι τουλάχιστον 60%… Ο ρυθμός απορρόφησης είναι ταχύς με χρόνο ημίσειας ζωής απορρόφησης 1 ώρα. Η βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 50%, λόγω εκτεταμένης πρώτης διόδου. Η βιοδιαθεσιμότητα δεν επηρεάζεται από τη λήψη τροφής. /Κετοτιφαίνη φουμαρική/
… Μια μελέτη που διεξήχθη με 15 υγιείς εθελοντές που λάμβαναν κετοτιφαίνη φουμαρική οφθαλμική λύση δύο φορές την ημέρα για 14 ημέρες έδειξε συγκεντρώσεις στο πλάσμα γενικά κάτω από το όριο ποσοτικοποίησης της ανάλυσης (< 20 pg/mL). /Κετοτιφαίνη φουμαρική/
Δεν είναι γνωστό εάν η οφθαλμική κετοτιφαίνη απορροφάται σε επαρκείς ποσότητες για να κατανεμηθεί στο ανθρώπινο γάλα. Ωστόσο, έχει βρεθεί στο γάλα θηλαζουσών αρουραίων μετά από από του στόματος χορήγηση. /Κετοτιφαίνη φουμαρική/
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για το KETOTIFEN (σύνολο 7), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Το κετοτιφαίνη μεταβολίζεται εκτενώς στον άνθρωπο και τρεις διακριτοί μεταβολίτες έχουν ανιχνευθεί στα ανθρώπινα ούρα. Ο κύριος μεταβολίτης είναι το N-γλυκουρονίδιο, αποτελώντας περίπου το 50% του φαρμακευτικού προϊόντος στα ούρα, με τον N-απομεθυλιωμένο νορ-κετοτιφαίνη και το 10-υδροξυ-παράγωγο να αποτελούν το 2% και <1%, αντίστοιχα. Ο νορ-κετοτιφαίνη φαίνεται να είναι εξίσου ενεργός με το μητρικό φάρμακο, αν και η κλινική σημασία αυτού είναι ασαφής δεδομένης της σχετικά μικρής αναλογίας στην οποία βρίσκεται ο νορ-κετοτιφαίνη στο πλάσμα. Ο σχηματισμός του μεταβολίτη N-γλυκουρονιδίου πραγματοποιείται από διάφορα ένζυμα UGT, συμπεριλαμβανομένων των UGT1A3, UGT1A4 και UGT2B10.
Ο κύριος μεταβολίτης που βρίσκεται τόσο στο πλάσμα όσο και στα ούρα είναι το ανενεργό κετοτιφαίνη-N-γλυκουρονίδιο. Ο νορ-κετοτιφαίνη, ο N-απομεθυλιωμένος μεταβολίτης, και το 10-υδροξυ-παράγωγο είναι οι μόνοι άλλοι μεταβολίτες που μπορούν να ανιχνευθούν στα ανθρώπινα ούρα. Τόσο το 10-υδροξυ-παράγωγο όσο και ο συζευγμένος N-γλυκουρονιδίου μπορούν να αναγεννήσουν το άθικτο προϊόν μέσω in vivo αντιστρεψιμότητας. Το πρότυπο μεταβολισμού στα παιδιά άνω των 3 ετών είναι το ίδιο με τους ενήλικες, αλλά η κάθαρση είναι υψηλότερη στα παιδιά. /Κετοτιφαίνη φουμαρική (συστηματική)/
Το κετοτιφαίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν (2S,3S,4S,5R)-3,4,5-τριθyδρόξυ-6-[1-μεθυλ-4-(8-οξο-6-θειατρικυλο[8.4.0.03,7]τετραδεκα-1(14),3(7),4,10,12-πενταεν-2-υλιδενο)πιπεριδιν-1-υλιο-1-υλ]οξάνη-2-καρβοξυλικό οξύ και Κετοτιφαίνη N-γλυκουρονίδιο.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Η κάθαρση του κετοτιφαίνη είναι διφασική - ο χρόνος ημίσειας ζωής της φάσης κατανομής είναι περίπου 3-5 ώρες και ο χρόνος ημίσειας ζωής της φάσης απέκκρισης είναι 22 ώρες.
Κατανομή: 3 έως 5 ώρες. Απέκκριση: 21 ώρες. /Κετοτιφαίνη φουμαρική (συστηματική)/
… Ο ρυθμός απορρόφησης /μετά από από του στόματος χορήγηση/ είναι ταχύς με χρόνο ημίσειας ζωής απορρόφησης 1 ώρα.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Παράγοντες, συνήθως τοπικοί, που ανακουφίζουν τον κνησμό (φαγούρα).
Φάρμακα που δεσμεύονται επιλεκτικά αλλά δεν ενεργοποιούν τους H1 υποδοχείς ισταμίνης, μπλοκάροντας έτσι τις δράσεις της ενδογενούς ισταμίνης. Εδώ περιλαμβάνονται τα κλασικά αντιισταμινικά που ανταγωνίζονται ή αποτρέπουν τη δράση της ισταμίνης κυρίως στην άμεση υπερευαισθησία. Δρουν στους βρόγχους, τα τριχοειδή αγγεία και ορισμένους άλλους λείους μυς, και χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ή την ανακούφιση της ναυτίας της κίνησης, της εποχικής ρινίτιδας και της αλλεργικής δερματίτιδας, καθώς και για την πρόκληση υπνηλίας. Οι επιδράσεις του μπλοκαρίσματος των H1 υποδοχέων του κεντρικού νευρικού συστήματος δεν είναι τόσο καλά κατανοητές.
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία αλλεργικών αντιδράσεων. Τα περισσότερα από αυτά τα φάρμακα δρουν αποτρέποντας την απελευθέρωση φλεγμονωδών μεσολαβητών ή αναστέλλοντας τις δράσεις των απελευθερωμένων μεσολαβητών στα κύτταρα-στόχους τους. (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, σ.475)
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
X49220T18G
KETOTIFEN
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Υποδοχέων Ισταμίνης H1
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Υποδοχέων Ισταμίνης-1
Το κετοτιφαίνη είναι Αναστολέας Υποδοχέων Ισταμίνης-1. Ο μηχανισμός δράσης του κετοτιφαίνη είναι ως Ανταγωνιστής Υποδοχέων Ισταμίνης H1.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Παράγοντες, συνήθως τοπικοί, που ανακουφίζουν τον κνησμό (φαγούρα).
Φάρμακα που δεσμεύονται επιλεκτικά αλλά δεν ενεργοποιούν τους H1 υποδοχείς ισταμίνης, μπλοκάροντας έτσι τις δράσεις της ενδογενούς ισταμίνης. Εδώ περιλαμβάνονται τα κλασικά αντιισταμινικά που ανταγωνίζονται ή αποτρέπουν τη δράση της ισταμίνης κυρίως στην άμεση υπερευαισθησία. Δρουν στους βρόγχους, τα τριχοειδή αγγεία και ορισμένους άλλους λείους μυς, και χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ή την ανακούφιση της ναυτίας της κίνησης, της εποχικής ρινίτιδας και της αλλεργικής δερματίτιδας, καθώς και για την πρόκληση υπνηλίας. Οι επιδράσεις του μπλοκαρίσματος των H1 υποδοχέων του κεντρικού νευρικού συστήματος δεν είναι τόσο καλά κατανοητές.
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία αλλεργικών αντιδράσεων. Τα περισσότερα από αυτά τα φάρμακα δρουν αποτρέποντας την απελευθέρωση φλεγμονωδών μεσολαβητών ή αναστέλλοντας τις δράσεις των απελευθερωμένων μεσολαβητών στα κύτταρα-στόχους τους. (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, σ.475)