LARONIDASE
Λαρονιδάση
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ένζυμα.
Εμπορικά Ονόματα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: ενδοφλέβια
- Χορήγηση: μία φορά κάθε εβδομάδα
- Δόση έναρξης: 100 U/kg σωματικού βάρους
- Τιτλοποίηση: Ο αρχικός ρυθμός έγχυσης των 2 U/kg ανά ώρα είναι δυνατό να αυξηθεί σταδιακά και να πραγματοποιείται, εφόσον το επιτρέπει η ανοχή του ασθενούς, ανά δεκαπέντε λεπτά με μέγιστο ρυθμό έγχυσης τα 43 U/kg ανά ώρα.
-
Γενικός πληθυσμόςΔόση100 U/kg σωματικού βάρους
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης
-
Ηλικιωμένα άτομαΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών δεν έχουν επιβεβαιωθεί και δεν υπάρχει προτεινόμενο σχήμα δοσολογίας.
-
Ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργίαΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια δεν έχουν αξιολογηθεί και δεν υπάρχει προτεινόμενο σχήμα δοσολογίας.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Σοβαρή υπερευαισθησία (π.χ. αναφυλακτική αντίδραση) στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΙχνηλασιμότηταΤο όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφονται με σαφήνεια.
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλαξία)Να υπάρχουν άμεσα διαθέσιμα κατάλληλα μέτρα ιατρικής υποστήριξης, συμπεριλαμβανομένου εξοπλισμού καρδιοπνευμονικής αναζωογόνησης.
-
Αναφυλαξία ή σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίαςΗ έγχυση να διακόπτεται αμέσως.
-
Χρήση επινεφρίνηςΠληθυσμόςασθενείς με MPS IΑπαιτείται προσοχή.
-
Σοβαρή υπερευαισθησίαΠληθυσμόςασθενείς με σοβαρή υπερευαισθησίαΜπορεί να εξεταστεί διαδικασία απευαισθητοποίησης.
-
Επανέναρξη χορήγησης μετά από σοβαρή υπερευαισθησίαΑπαιτείται εξαιρετικά μεγάλη προσοχή και να υπάρχουν διαθέσιμα κατάλληλα μέτρα ανάνηψης.
-
Ήπιες ή μέτριες αντιδράσεις υπερευαισθησίαςΟ ρυθμός έγχυσης μπορεί να επιβραδυνθεί ή να διακοπεί προσωρινά.
-
Αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση (ΑΣΕ)Πληθυσμόςασθενείς με οξεία υποκείμενη νόσοΝα δίνεται ειδική προσοχή στην κλινική κατάσταση του ασθενούς πριν τη χορήγηση.
-
Πρόληψη ΑΣΕΣυνιστάται προφυλακτική θεραπεία (με αντισταμινικά ή/και αντιπυρετικά) περίπου 60 λεπτά πριν την έναρξη της έγχυσης.
-
Πρόληψη ΑΣΕΕξετάστε το ενδεχόμενο η προφυλακτική χορήγηση φαρμάκων πριν την έγχυση να συνεχιστεί και με τις επόμενες εγχύσεις, αν ενδείκνυται κλινικά.
-
Επανέναρξη θεραπείας μετά από παρατεταμένη διακοπήΑπαιτείται προσοχή λόγω του θεωρητικά αυξημένου κινδύνου αντίδρασης υπερευαισθησίας.
-
Σοβαρές ΑΣΕΠληθυσμόςασθενείς με προϋπάρχουσα βαριά υποκείμενη προσβολή του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΣυνεχής προσεκτική παρακολούθηση και έγχυση σε κατάλληλο κλινικό περιβάλλον με άμεσα διαθέσιμο εξοπλισμό ανάνηψης.
-
Μονή σοβαρή ΑΣΕΗ έγχυση να διακοπεί έως ότου τα συμπτώματα υποχωρήσουν και να εξεταστεί χορήγηση συμπτωματικής θεραπείας (π.χ. με αντιϊσταμινικά και αντιπυρετικά/αντιφλεγμονώδη).
-
Επανέναρξη έγχυσης μετά από μονή σοβαρή ΑΣΕΗ έγχυση μπορεί να αρχίσει εκ νέου με μείωση του ρυθμού έγχυσης στο 1/2 - 1/4 του ρυθμού έγχυσης με τον οποίο προέκυψε η αντίδραση.
-
Υποστρέφουσα ΑΣΕ μέτριας σοβαρότητας ή νέα πρόκληση μετά από μονή σοβαρή ΑΣΕΕξεταστεί το ενδεχόμενο προθεραπείας (με αντιϊσταμινικά και αντιπυρετικά/αντιφλεγμονώδη ή/και κορτικοστεροειδή) και μείωσης του ρυθμού έγχυσης στο 1/2 - 1/4 του ρυθμού έγχυσης.
-
Ήπια ή μέτρια ΑΣΕΕξεταστεί το ενδεχόμενο χορήγησης συμπτωματικής θεραπείας (π.χ. με αντιισταμινικά και αντιπυρετικά/αντιφλεγμονώδη) ή/και ο ρυθμός έγχυσης να μειωθεί στο μισό.
-
ΑνοσογονικότηταΠληθυσμόςασθενείς που έχουν αναπτύξει αντισώματα ή συμπτώματα ΑΣΕΝα αντιμετωπίζονται με προσοχή κατά τη χορήγηση του Λαρονιδάση.
-
ΑνοσογονικότηταΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με ΛαρονιδάσηΝα παρακολουθούνται στενά και να αναφέρονται όλες οι περιπτώσεις σχετιζόμενων με την έγχυση αντιδράσεων, καθυστερημένων αντιδράσεων και δυνητικών ανοσολογικών αντιδράσεων.
-
ΑνοσογονικότηταΟι ΑΣΕ και οι αντιδράσεις υπερευαισθησίας μπορούν να εμφανιστούν ανεξάρτητα από την ανάπτυξη αντισωμάτων κατά του φαρμάκου (ADAs).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Υπερευαισθησία
- Ανησυχία
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Ζάλη
- Ταχυκαρδία
- Βραδυκαρδία
- Κυάνωση
- Έξαψη
- Υπόταση
- Ωχρότητα
- Περιφερική ψυχρότητα
- Υπέρταση
- Αυξημένη αρτηριακή πίεση
- Αυξημένη πίεση αίματος
- Αναπνευστική δυσχέρεια
- Δύσπνοια
- Βήχας
- Υποξία
- Ταχύπνοια
- Βρογχόσπασμος
- Αναπνευστική ανακοπή
- Οίδημα λάρυγγα
- Αναπνευστική ανεπάρκεια
- Οίδημα φάρυγγα
- Συριγμός
- Αποφρακτική διαταραχή των αεραγωγών
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Έμετος
- Διάρροια
- Οίδημα χειλιών
- Οίδημα της γλώσσας
- Εξάνθημα
- Αγγειοοίδημα
- Ερύθημα
- Κνίδωση
- Κνησμός
- Κρύος ιδρώτας
- Αλωπεκία
- Υπεριδρωσία
- Οίδημα της γλώσσας
- Πρήξιμο προσώπου
- Οίδημα προσώπου
- Πυρεξία
- Αντίδραση στη θέση έγχυσης
- Ρίγη
- Αίσθηση θερμού
- Αίσθηση ψυχρού
- Κόπωση
- Άλγος θέσης ένεσης
- Εξαγγείωση
- Περιφερικό οίδημα
- Αυξημένη θερμοκρασία σώματος
- Αρθροπάθεια
- Αρθραλγία
- Οσφυαλγία
- Πόνος στα άκρα
- Μυοσκελετικό άλγος
- Νόσος τύπου γρίπης
- Μειωμένος κορεσμός οξυγόνου
- Ειδικό αντίσωμα έναντι του φαρμάκου
- Εξουδετερωτικά αντισώματα
- μειωμένος κορεσμός οξυγόνου
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑντίδραση στη θέση έγχυσηςΓενικές
-
Πολύ συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΑρθροπάθειαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΠόνος στα άκραΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΆλγος θέσης ένεσηςΓενικές
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑίσθηση θερμούΓενικές
-
ΣυχνέςΑίσθηση ψυχρούΓενικές
-
ΣυχνέςΑναπνευστική δυσχέρειαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΑνησυχίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑυξημένη θερμοκρασία σώματοςΓενικές
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΜειωμένος κορεσμός οξυγόνουΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΜυοσκελετικό άλγοςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝόσος τύπου γρίπηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΟίδημα της γλώσσαςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΟίδημα χειλιώνΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΡίγηΓενικές
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑναπνευστική ανακοπήΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΑναπνευστική ανεπάρκειαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΑποφρακτική διαταραχή των αεραγωγώνΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Μη γνωστέςΑυξημένη αρτηριακή πίεσηΑγγειακές
-
Πολύ συχνήΑυξημένη πίεση αίματοςΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΕιδικό αντίσωμα έναντι του φαρμάκουΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΕξαγγείωσηΓενικές
-
Μη γνωστέςΕξουδετερωτικά αντισώματαΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΕρύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚνησμόςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚρύος ιδρώταςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚυάνωσηΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΟίδημα λάρυγγαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΟίδημα προσώπουΓενικές
-
Μη γνωστέςΟίδημα της γλώσσαςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Μη γνωστέςΟίδημα φάρυγγαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΠεριφερική ψυχρότηταΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Μη γνωστέςΠρήξιμο προσώπουΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΣυριγμόςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΤαχύπνοιαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΥπεριδρωσίαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥποξίαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΥπότασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΩχρότηταΑγγειακές
-
Πολύ συχνήμειωμένος κορεσμός οξυγόνουΠαρακλινικές εξετάσεις
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο.Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση σε έγκυες γυναίκες. Οι μελέτες σε ζώα δεν υποδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη. Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.
-
ΓαλουχίαΣυνιστάται διακοπή της γαλουχίας.Η laronidase μπορεί να απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν υπάρχουν δεδομένα διαθέσιμα σχετικά με τις επιπτώσεις σε νεογνά που εκτέθηκαν στη laronidase μέσω του μητρικού γάλακτος.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα.Τα προκλινικά δεδομένα δεν απεκάλυψαν κάποιο σημαντικό ανεπιθύμητο εύρημα.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ένζυμα. Κωδικός ATC: A16AB05.
Νόσος MPS I
Οι διαταραχές εναπόθεσης βλεννοπολυσακχαριτών οφείλονται στην ανεπάρκεια συγκεκριμένων λυσοσωμικών ενζύμων που απαιτούνται για τον καταβολισμό των γλυκοζαμινογλυκανών (GAGs). Η MPS I είναι μία ετερογενής και πολυσυστηματική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από την ανεπάρκεια της α-L-iduronidase, μίας λυσοσωμικής υδρολάσης που καταλύει την υδρόλυση των τελικών καταλοίπων της α-L-iduronidase, της θειικής δερματάνης και της θειικής ηπαράνης. Η μειωμένη ή ανύπαρκτη δραστικότητα της α-L-iduronidase έχει ως αποτέλεσμα τη συσσώρευση των GAGs, της θειικής δερματάνης και της θειικής ηπαράνης σε πολλούς τύπους κυττάρων και ιστών.
Μηχανισμός δράσης
Το σκεπτικό της αγωγής ενζυμικής υποκατάστασης είναι η αποκατάσταση ενός επιπέδου ενζυματικής δραστηριότητας που να επαρκεί για την υδρόλυση του συσσωρευμένου υποστρώματος και την πρόληψη περαιτέρω συσσώρευσης. Έπειτα από την ενδοφλέβια έγχυση, η laronidase αποσύρεται ταχύτατα από την κυκλοφορία και προσλαμβάνεται από τα κύτταρα στα λυσοσώματα, συνήθως μέσω των υποδοχέων της φωσφορικής μαννόζης-6.
Η κεκαθαρμένη laronidase είναι μία γλυκοπρωτεΐνη με μοριακό βάρος κατά προσέγγιση 83 kDa. Η laronidase αποτελείται από 628 αμινοξέα έπειτα από σχάση του Ν-τελικού άκρου. Το μόριο περιέχει 6 τμήματα τροποποίησης ολιγοσακχαριδίων που συνδέονται με το Ν-τελικού άκρου.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Πραγματοποιήθηκαν τρεις κλινικές δοκιμές με το Λαρονιδάση, για την εκτίμηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητάς του. Μία κλινική μελέτη επικεντρώθηκε κυρίως στην εκτίμηση της επίδρασης του Λαρονιδάση στις συστηματικές εκδηλώσεις της MPS I όπως η ανεπαρκής αντοχή, η περιοριστική νόσος των πνευμόνων, η απόφραξη των άνω αεραγωγών, το μειωμένο εύρος κινητικότητας της άρθρωσης, η ηπατομεγαλία και η οπτική διαταραχή. Μία μελέτη αξιολόγησε κυρίως την ασφάλεια και τη φαρμακοκινητική του Λαρονιδάση σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 5 ετών, αλλά περιελάμβανε και κάποιες μετρήσεις αποτελεσματικότητας. Η τρίτη μελέτη διενεργήθηκε για την εκτίμηση των φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων και της ασφάλειας διαφορετικών δοσολογικών σχημάτων του Λαρονιδάση. Μέχρι σήμερα, δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα που να υποδεικνύουν οποιοδήποτε όφελος σχετικά με τις νευρολογικές εκδηλώσεις της διαταραχής.
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Λαρονιδάση εκτιμήθηκαν σε μία τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με placebo, Μελέτη Φάσης 3 στην οποία συμμετείχαν 45 ασθενείς, ηλικίας από 6 έως 43 ετών. Αν και εντάχθηκαν ασθενείς που εκπροσωπούσαν όλο το φάσμα της ασθένειας, η πλειονότητα αυτών ανήκε στον ενδιάμεσο φαινότυπο με μόνο έναν ασθενή να παρουσιάζει τον σοβαρό φαινότυπο. Εντάχθηκαν ασθενείς με Βιαίως Εκπνεόμενη Ζωτική Χωρητικότητα (FVC) κάτω από το 80% της προβλεπόμενης τιμής και έπρεπε να μπορούν να σταθούν για 6 λεπτά και να περπατήσουν 5 μέτρα.
Οι ασθενείς λάμβαναν είτε 100 U/kg Λαρονιδάση είτε placebo κάθε εβδομάδα για συνολικά 26 εβδομάδες. Τα τελικά σημεία της πρωταρχικής αποτελεσματικότητας ήταν οι μεταβολές στο ποσοστό προβλεπόμενης φυσιολογικής FVC και η απόλυτη διανυόμενη απόσταση στη δοκιμασία βάδισης 6 λεπτών (6ΛΔΒ). Όλοι οι ασθενείς στη συνέχεια εντάχθηκαν σε μια παράταση της ανοικτής μελέτης, στα πλαίσια της οποίας έλαβαν 100 U/kg Λαρονιδάση κάθε εβδομάδα για 3,5 επιπλέον χρόνια (182 εβδομάδες).
Έπειτα από 26 εβδομάδες θεραπείας, οι ασθενείς στους οποίους χορηγείτο το Λαρονιδάση παρουσίασαν βελτιωμένη αναπνευστική λειτουργία και ικανότητα βάδισης συγκριτικά με την ομάδα του placebo όπως υποδεικνύεται παρακάτω.
Φάση 3, 26 εβδομάδες θεραπείας
Σε σύγκριση με το placebo
| μέσος | διάμεσος | τιμή p | Διάστημα εμπιστοσύνης (95%) | |
|---|---|---|---|---|
| Προβλεπόμενο ποσοστό FVC (εκατοστιαίο ποσοστό) | 5,6 | 3,0 | 0,009 | 0,9 - 8,6 |
| 6MWT (μέτρα) | 38,1 | 38,5 | 0,066 | -2,0 - 79,0 |
Η παράταση της ανοιχτής μελέτης έδειξε βελτίωση και/ή διατήρηση αυτών των αποτελεσμάτων για έως και 208 εβδομάδες στην ομάδα του Λαρονιδάση/Λαρονιδάση και 182 εβδομάδες στην ομάδα του Placebo/Λαρονιδάση όπως υποδεικνύεται στον παρακάτω πίνακα.
| Λαρονιδάση/Λαρονιδάση στις 208 εβδομάδες Μέση τιμή αλλαγής από την βάση αναφοράς προθεραπείας | Placebo/Λαρονιδάση στις 182 εβδομάδες Μέση τιμή αλλαγής από την βάση αναφοράς προθεραπείας | |
|---|---|---|
| Προβλεπόμενο ποσοστό FVC (%)1 | -1,2 | -3,3 |
| 6 ΛΔΒ (μέτρα) | +39,2 | +19,4 |
| Δείκτης Άπνοιας /Υπόπνοιας (AHI) | -4,0 | -4,8 |
| Εύρος Κινητικότητας Κάμψης Ώμου (μοίρες) | +13,1 | +18,3 |
| Δείκτης Ανικανότητας CHAQ/HAQ 2 | -0,43 | -0,26 |
1 Η μείωση στο προβλεπόμενο ποσοστό FVC δεν είναι κλινικά σημαντική σε αυτή τη χρονική διάρκεια, και οι απόλυτοι όγκοι των πνευμόνων συνέχισαν να αυξάνονται αναλογικά με τις αλλαγές στο ύψος στους αναπτυσσόμενους παιδιατρικούς ασθενείς. 2 Και οι δύο ομάδες υπερέβησαν την ελάχιστη κλινικά σημαντική διαφορά (-0,24)
Από τους 26 ασθενείς με μη φυσιολογικούς όγκους ήπατος στην βάση αναφοράς προθεραπείας, 22 (85%) επέτυχαν φυσιολογικό μέγεθος ήπατος μέχρι το τέλος της μελέτης. Σημειώθηκε μια ταχεία μείωση στην απέκκριση GAG στα ούρα (µg/mg κρεατινίνης) εντός των πρώτων 4 εβδομάδων, η οποία διατηρήθηκε και για το υπόλοιπο της μελέτης. Τα επίπεδα της GAG στα ούρα μειώθηκαν κατά 77% και 66% στις ομάδες του Placebo/Λαρονιδάση και Λαρονιδάση/Λαρονιδάση, αντίστοιχα. Στο τέλος της μελέτης το ένα τρίτο των ασθενών (15 από τους 45) επέτυχε φυσιολογικά επίπεδα GAG στα ούρα.
Για να αντιμετωπιστεί η ετερογένεια στην εκδήλωση της νόσας διαμέσου των ασθενών, χρησιμοποιώντας ένα σύνθετο τελικό σημείο που συνοψίζει κλινικά σημαντικές αλλαγές μεταξύ πέντε μεταβλητών αποτελεσματικότητας (προβλεπόμενο ποσοστό φυσιολογικού FVC, απόσταση 6ΛΔΒ, εύρος κινητικότητας κάμψης ώμου, AHI, και οπτική οξύτητα) η γενική ανταπόκριση έδειξε βελτίωση σε 26 ασθενείς (58%), καμία αλλαγή σε 10 ασθενείς (22%), και επιδείνωση σε 9 ασθενείς (20%).
Διεξήχθη μια Ανοικτή Μελέτη Φάσης 2, διάρκειας ενός έτους, η οποία εκτίμησε κυρίως την ασφάλεια και τη φαρμακοκινητική του Λαρονιδάση σε 20 ασθενείς ηλικίας κάτω των 5 ετών κατά τον χρόνο εγγραφής τους (16 ασθενείς με το σοβαρό φαινότυπο και 4 με τον ενδιάμεσο φαινότυπο). Οι ασθενείς προγραμματίστηκαν να λάβουν εγχύσεις 100 U/kg Λαρονιδάση κάθε εβδομάδα για συνολική διάρκεια 52 εβδομάδων. Τέσσερις ασθενείς υποβλήθηκαν σε αυξήσεις δοσολογίας στα 200 U/kg για τις τελευταίες 26 εβδομάδες λόγω των αυξημένων επιπέδων GAG στα ούρα την Εβδομάδα 22. Δεκαοχτώ ασθενείς ολοκλήρωσαν τη μελέτη. Το Λαρονιδάση ήταν καλά ανεκτό και στις δύο δοσολογίες. Το μέσο επίπεδο GAG στα ούρα ελαττώθηκε κατά 50% την Εβδομάδα 13 και κατά 61% στο τέλος της μελέτης. Κατά την ολοκλήρωση της μελέτης, όλοι οι ασθενείς εμφάνισαν μείωση στο μέγεθος του ήπατος και 50% (9/18) είχαν φυσιολογικό μέγεθος ήπατος. Η αναλογία των ασθενών με ήπια υπερτροφία της αριστερής κοιλίας μειώθηκε από 53% (10/19) σε 17% (3/18), και η μέση μάζα της αριστερής κοιλίας κανονικοποιημένη για το εμβαδόν της επιφάνειας του σώματος μειώθηκε κατά 0,9 Z-Score (n=17). Αρκετοί ασθενείς εμφάνισαν αύξηση του ύψους (n=7) και του βάρους (n=3) σε ηλικία Z-score. Οι νεώτεροι ασθενείς με το σοβαρό φαινότυπο (< 2,5 ετών) και όλοι οι 4 ασθενείς με τον ενδιάμεσο φαινότυπο παρουσίασαν φυσιολογικό ρυθμό διανοητικής ανάπτυξης, ενώ οι μεγαλύτεροι ασθενείς με το σοβαρό φαινότυπο παρουσίασαν περιορισμένη ή καμία διανοητική πρόοδο.
Διενεργήθηκε μια μελέτη φάσης 4 για την εκτίμηση των φαρμακοδυναμικών επιδράσεων στις γλυκοζαμινογλυκάνες (GAGs) στα ούρα, στον όγκο του ήπατος, και 6-λεπτη δοκιμασία βάδισης (6MWT), διαφορετικών δοσολογικών σχημάτων του Λαρονιδάση. Σε αυτήν την ανοιχτή μελέτη 26-εβδομάδων, 33 MPS I ασθενείς έλαβαν 1 από τα 4 δοσολογικά σχήματα του Λαρονιδάση: 100 U/kg IV κάθε εβδομάδα (συνιστώμενη δόση), 200 U/kg IV κάθε εβδομάδα, 200 U/kg IV κάθε 2 εβδομάδες ή 300U/kg IV κάθε 2 εβδομάδες. Δεν απεδείχθη σαφές όφελος με τις υψηλότερες δόσεις σε σχέση με τη συνιστώμενη δόση. Το δοσολογικό σχήμα των 200 U/kg IV κάθε 2 εβδομάδες μπορεί να αποτελέσει αποδεκτή εναλλακτική αγωγή για ασθενείς που παρουσιάζουν δυσκολία στο να λαμβάνουν εβδομαδιαίες εγχύσεις, εντούτοις, δεν έχει αποδειχθεί ότι η μακροπρόθεσμη κλινική αποτελεσματικότητα αυτών των δύο δοσολογικών σχημάτων είναι ισοδύναμη.
Έπειτα από την ενδοφλέβια χορήγηση της laronidase με χρόνο έγχυσης τα 240 λεπτά και σε δόση των 100 U/kg σωματικό βάρος, οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες μετρήθηκαν τις Εβδομάδες 1, 12 και 26.
| Παράμετρος | Έγχυση 1 Μέσος ± Τυπική Απόκλιση | Έγχυση 12 Μέσος ± Τυπική Απόκλιση | Έγχυση 26 Μέσος ± Τυπική Απόκλιση |
|---|---|---|---|
| Cmax (U/ml) | 0,197 ± 0,052 | 0,210 ± 0,079 | 0,302 ± 0,089 |
| AUC∞ (h-U/ml) | 0,930 ± 0,214 | 0,913 ± 0,445 | 1,191 ± 0,451 |
| CL (ml/min/kg) | 1,96 ± 0,495 | 2,31 ± 1,13 | 1,68 ± 0,763 |
| Vz (l/kg) | 0,604 ± 0,172 | 0,307 ± 0,143 | 0,239 ± 0,128 |
| Vss (l/kg) | 0,440 ± 0,125 | 0,252 ± 0,079 | 0,217 ± 0,081 |
| t1/2 (h) | 3,61 ± 0,894 | 2,02 ± 1,26 | 1,94 ± 1,09 |
Η Cmax επέδειξε αύξηση με την πάροδο του χρόνου. Ο όγος κατανομής μειωνόταν με τη συνέχιση της αγωγής, συσχετιζόμενος πιθανώς με το σχηματισμό αντισωμάτων ή/και τον μειωμένο ηπατικό όγκο. Το φαρμακοκινητικό προφίλ στους ασθενείς ηλικίας κάτω των 5 ετών ήταν παρόμοιο με το προφίλ των ασθενών μεγαλύτερης ηλικίας που εμφάνιζαν λιγότερο σοβαρά συμπτώματα.
Η laronidase είναι πρωτεΐνη και αναμένεται να διασπάται μεταβολικά διαμέσου πεπτιδιακής υδρόλυσης. Κατά συνέπεια, η εξασθενημένη ηπατική λειτουργία δεν αναμένεται να επηρεάσει τη φαρμακοκινητική της laronidase κατά κλινικά σημαντικό τρόπο. Η νεφρική αποβολή της laronidase θεωρείται ήσσονος σημασίας οδός κάθαρσης (βλέπε Δοσολογία).
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ανοσολογικές αντιδράσεις | vaccinesΑνοσολογικός έλεγχος | Στενά | Λήψη Aldurazyme |
| Αντισώματα IgE | vaccinesΑνοσολογικός έλεγχος | Τακτικά | — |
| Αντισώματα IgG | vaccinesΑνοσολογικός έλεγχος | Τακτικά | — |
| Εξουδετερωτικά αντισώματα | vaccinesΑνοσολογικός έλεγχος | Τακτικά | — |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Καθυστερημένες αντιδράσεις | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Στενά | Λήψη Aldurazyme |
| Σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Στενά | Λήψη Aldurazyme |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο