LEVOCARNITINE
Λεβοκαρνιτίνη
### Μηχανισμός δράσης Κωδικός ATC: A16AA01 Η L-καρνιτίνη είναι ένα φυσικό συστατικό του κυττάρου που παίζει σημαντικό ρόλο στην παραγωγή και μεταφορά της ενέργειας.
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
E87 Άλλες διαταραχές του υγρού, των ηλεκτρολυτών και της οξεοβασικής ισορροπίας
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Οξεία μεταβολική απορρύθμιση
-
E71 Διαταραχές του μεταβολισμού των διακλαδισμένων αμινοξέων και του μεταβολισμού των λιπαρών οξέων
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Ανεπάρκεια L-καρνιτίνης · Δευτεροπαθής ανεπάρκεια L-καρνιτίνης
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος SUPERAMIN
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Τιτλοποίηση: Εάν τα συμπτώματα και τα βιοχημικά ευρήματα δεν βελτιώνονται η δόση μπορεί να αυξηθεί για βραχύ διάστημα μέχρι 400 mg/kg ημερησίως.
-
Πρωτοπαθής και δευτεροπαθής ανεπάρκεια L-καρνιτίνηςΔόση100-200 mg/kg βάρους σώματος ημερησίωςΣε χρόνιες καταστάσεις, χορηγούμενα σε 2-4 διαιρεμένες δόσεις, ενώ μπορεί να επαρκούν και μικρότερες δόσεις.
-
Οξεία μεταβολική απορρύθμισηΔόση50-100 mg/kg βάρους σώματος ημερησίωςδιαιρεμένες σε 3-4 χορηγήσεις. Αν χρειασθεί μπορεί να χρησιμοποιηθούν και μεγαλύτερες δόσεις με υψηλότερο όμως κίνδυνο εμφανίσεως ανεπιθύμητων ενεργειών, κυρίως διάρροιας.
-
Αιμοκαθαιρόμενοι ασθενείς με τελικού σταδίου νεφρική ανεπάρκειαΔόση10-20 mg/kg βάρους σώματοςχορηγείται ενδοφλεβίως στο τέλος της συνεδρίας αιμοκάθαρσης η οποία εκτελείται με ρυθμό τριών ανά εβδομάδα. Η διάρκεια της ενδοφλέβιας χορήγησης πρέπει να είναι μέχρι 3 μήνες, ώστε να αποκατασταθούν τα επίπεδα της L-καρνιτίνης στους μύες. Η ανάγκη επαναλήψεως της θεραπείας εκτιμάται από την κατάσταση του ασθενούς και την επαναλαμβανόμενη μέτρηση των επιπέδων της L-καρνιτίνης του πλάσματος.
-
Αιμοκάθαρση - δόση συντήρησηςΔόση1 g διαλύματος L-καρνιτίνης καθημερινάΣτις περιπτώσεις που έχει επιτευχθεί θεραπευτικό αποτέλεσμα με την ενδοφλέβια χορήγηση, αυτό μπορεί να διατηρηθεί με την καθημερινή χορήγηση 1 g διαλύματος L-καρνιτίνης από του στόματος. Την ημέρα της αιμοκάθαρσης η L-καρνιτίνη πρέπει να χορηγείται στο τέλος της διαδικασίας.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην L-καρνιτίνη ή σε οποιοδήποτε συστατικό του προϊόντος
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΥπογλυκαιμίαπροσοχήΠληθυσμόςδιαβητικοί σε θεραπεία με ινσουλίνη ή άλλα από του στόματος αντιδιαβητικά φάρμακαΗ χορήγηση L-καρνιτίνης μπορεί να προκαλέσει υπογλυκαιμία. Το επίπεδο σακχάρου αυτών των ασθενών πρέπει να ελέγχεται συχνά ώστε να ρυθμίζεται κατάλληλα η αντιδιαβητική τους αγωγή.
-
Ενδοφλέβια χορήγησηπροσοχήΗ ενδοφλέβια χορήγηση πρέπει να γίνεται αργά (σε 2-3 λεπτά).
-
Ασφάλεια και αποτελεσματικότηταπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με νεφρική ανεπάρκειαΗ ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της L-καρνιτίνης από το στόμα δεν έχει αξιολογηθεί.
-
Συσσώρευση μεταβολιτών (ΤΜΑ, ΤΜΑΟ) / «οσμή ψαριού»προσοχήΠληθυσμόςασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου ή με σοβαρή καταστολή της νεφρικής λειτουργίαςΔεν συνιστάται η από του στόματος χορήγηση L-καρνιτίνης σε υψηλές δόσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα, γιατί είναι πιθανή η άθροιση στο αίμα των κυριότερων μεταβολιτών (τριμεθυλαμίνη, ΤΜΑ και οξείδιο της τριμεθυλαμίνης, ΤΜΑΟ) λόγω της πλημμελούς απομάκρυνσής τους από τους νεφρούς. Αυτό προκαλεί «οσμή ψαριού». Η κατάσταση αυτή δεν δημιουργείται όταν η L-καρνιτίνη χορηγείται ενδοφλεβίως (βλ. Φαρμακοκινητικές).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
κουμαρινικά αντιπηκτικάπροσοχήαύξηση του International Normalised Ratio (INR)ΣύστασηΤο INR - ή άλλοι κατάλληλοι δείκτες πηκτικότητας - πρέπει να ελέγχονται κάθε εβδομάδα μέχρι να σταθεροποιηθούν και στη συνέχεια κάθε μήνα σε ασθενείς που λαμβάνουν τέτοια αντιπηκτικά με L-καρνιτίνη.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Έμετος
- Ναυτία
- Διάρροια
- Κοιλιακός πόνος
- Σωματική οσμή
- Αύξηση του International Normalised Ratio
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ σπάνιεςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΑύξηση του International Normalised RatioΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Πολύ σπάνιεςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΚοιλιακός πόνοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΣωματική οσμήΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΔεν υπήρξε ένδειξη τερατογόνου δράσης σε αρουραίους και κουνέλια. Στα κουνέλια παρατηρήθηκε μεγαλύτερος αριθμός αποβολών μετά την εμφύτευση σε σχέση με την ομάδα ελέγχου, η σημασία του οποίου για τον άνθρωπο δεν είναι γνωστή. Ο κίνδυνος για την έγκυο με πρωτοπαθή συστηματική ανεπάρκεια L-καρνιτίνης από τη διακοπή της θεραπείας φαίνεται να είναι υψηλότερος από το θεωρητικό κίνδυνο για το έμβρυο εάν συνεχιστεί η θεραπεία.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ L-καρνιτίνη είναι φυσική ουσία του μητρικού γάλακτος. Δεν έχει μελετηθεί η συμπληρωματική χρήση σε γυναίκες που θηλάζουν. Συνιστάται διακοπή του θηλασμού ή της χορήγησης του φαρμάκου, εκτός εάν κριθεί απολύτως αναγκαίο για τη μητέρα.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- διάρροια
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Μηχανισμός δράσης
Κωδικός ATC: A16AA01 Η L-καρνιτίνη είναι ένα φυσικό συστατικό του κυττάρου που παίζει σημαντικό ρόλο στην παραγωγή και μεταφορά της ενέργειας. Στην πραγματικότητα, η L-καρνιτίνη είναι ο μόνος φορέας που χρησιμοποιούν τα λιπαρά οξέα μακράς αλυσίδας για να διαπεράσουν την εσωτερική μεμβράνη των μιτοχονδρίων και να υποστούν β-οξείδωση. Η L-καρνιτίνη ελέγχει τη μεταφορά της ενέργειας που παράγεται στα μιτοχόνδρια στο κυτόπλασμα, μέσω του ενζύμου αδενινο-νουκλεοτιδο-τρανσλοκάση. Η L-καρνιτίνη επηρεάζει έμμεσα τον μεταβολισμό των υδατανθράκων και των πρωτεϊνών. Η οξείδωση των λιπαρών οξέων μειώνει την περιφερική χρησιμοποίηση της γλυκόζης, ενώ υποβοηθείται η απέκκριση με τα ούρα του τελικού προϊόντος αποικοδόμησης των λιπιδίων (ακετύλια). Η υψηλότερη συγκέντρωση εμφανίζεται στους σκελετικούς μύες και στο μυοκάρδιο. Το μυοκάρδιο, παρόλο που μπορεί να χρησιμοποιήσει και άλλα υποστρώματα για παραγωγή ενέργειας, φυσιολογικά χρησιμοποιεί τα λιπαρά οξέα.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η θεραπευτική χρήση της L-καρνιτίνης απεδείχθη ότι είναι αποφασιστικής σημασίας σε κληρονομικές μυοπάθειες που οφείλονται σε έλλειψη L-καρνιτίνης, έχει δε αποδειχθεί ότι είναι χρήσιμη και στην Καρδιολογία, σε μυοκαρδιοπάθειες οφειλόμενες σε έλλειψη L-καρνιτίνης. Η L-καρνιτίνη παίζει σημαντικό ρόλο στον μεταβολισμό της καρδιάς, αφού η οξείδωση των λιπαρών οξέων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την παρουσία επαρκούς ποσότητας L-καρνιτίνης.
Αποβολή
Όταν χορηγείται ενδοφλεβίως, η L-καρνιτίνη απεκκρίνεται κυρίως από τους νεφρούς.
Μεταβολισμός
Μεταβολίζεται σε αμελητέο βαθμό, εκτός από ένα αναστρέψιμο βιομετασχηματισμό στους εστέρες της. Αντίθετα, όταν χορηγείται από το στόμα, η L-καρνιτίνη αποδομείται, με τη δράση των ενζύμων της εντερικής χλωρίδας, σε τριμεθυλαμίνη (ΤΜΑ) και γ-βουτυροβεταΐνη. Επειδή περίπου 10-20% της χορηγούμενης δόσης εισέρχεται στη γενική κυκλοφορία σε μη μεταβολισμένη μορφή, πιστεύεται ότι ο μεταβολισμός στο έντερο ευθύνεται για την αποβολή περίπου 80-90% της δόσης της L-καρνιτίνης που χορηγείται από το στόμα.
Απορρόφηση
Και τα δύο προϊόντα μεταβολισμού στο έντερο, η γ-βουτυροβεταΐνη και η τριμεθυλαμίνη (ΤΜΑ) απορροφούνται. Η γ-βουτυροβεταΐνη ανευρίσκεται αμετάβλητη στα ούρα, ενώ η ΤΜΑ μεταβολίζεται στο ήπαρ σε ΤΜΑΟ (οξείδιο τριμεθυλαμίνης), και ανευρίσκεται στα ούρα με μικρή ποσότητα αμετάβλητης ΤΜΑ. Σε περίπτωση νεφρικής ανεπάρκειας τελικού σταδίου ή αιμοκάθαρσης, η χρόνια από το στόμα χορήγηση L-καρνιτίνης μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της ποσότητας της ΤΜΑ και της ΤΜΑΟ στο αίμα και συνεπώς την αύξηση της ποσότητας της τριμεθυλαμίνης στα ούρα. Στην περίπτωση αυτή τα ούρα, η αναπνοή και ο ιδρώτας του ασθενούς αναδίδουν έντονη «οσμή ψαριού». Η L-καρνιτίνη απορροφάται στο έντερο φθάνοντας στη μέγιστη συγκέντρωση στο αίμα σε 4 ώρες μετά την κατάποση (ΑBPI). Επαρκή επίπεδα L-καρνιτίνης διατηρούνται στο πλάσμα για 9 ώρες περίπου. Ανευρίσκεται τόσο στους μύες όσο και στο παρέγχυμα των οργάνων.
Αποβολή
Αποβάλλεται κυρίως από τα ούρα. Η αποβολή είναι ανάλογη με την συγκέντρωση στο αίμα.
Μηχανισμός δράσης Κωδικός ATC: A16AA01 Η L-καρνιτίνη είναι ένα φυσικό συστατικό του κυττάρου που παίζει σημαντικό ρόλο στην παραγωγή και μεταφορά της ενέργειας. Στην πραγματικότητα, η L-καρνιτίνη είναι ο μόνος φορέας που χρησιμοποιούν τα λιπαρά οξέα…
Αποβολή Όταν χορηγείται ενδοφλεβίως, η L-καρνιτίνη απεκκρίνεται κυρίως από τους νεφρούς. ### Μεταβολισμός Μεταβολίζεται σε αμελητέο βαθμό, εκτός από ένα αναστρέψιμο βιομετασχηματισμό στους εστέρες της. Αντίθετα, όταν χορηγείται από το στόμα, η…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Σάκχαρο αίματος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | συχνά | Διαβητικοί ασθενείς σε αντιδιαβητική αγωγή |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η λεβοκαρνιτίνη είναι μόριο-φορέας στη μεταφορά λιπαρών οξέων μακριάς αλύσου μέσω της εσωτερικής μιτοχονδριακής μεμβράνης. Επίσης, απεκκρίνει ακυλο-ομάδες από υποκυτταρικά οργανίδια και από κύτταρα προς τα ούρα, πριν συσσωρευτούν σε τοξικές συγκεντρώσεις. Η έλλειψη καρνιτίνης μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα στο ήπαρ, την καρδιά και τους μύες. Η ανεπάρκεια καρνιτίνης ορίζεται βιοχημικά ως αφύσικα χαμηλές συγκεντρώσεις ελεύθερης καρνιτίνης στο πλάσμα, < 20 µmol/L μία εβδομάδα μετά τον όρο τοκετού, και μπορεί να σχετίζεται με χαμηλές συγκεντρώσεις στους ιστούς ή/και στα ούρα. Επιπλέον, αυτή η κατάσταση μπορεί να σχετίζεται με λόγο συγκέντρωσης ακυλοκαρνιτίνης/λεβοκαρνιτίνης στο πλάσμα > 0.4 ή αφύσικα αυξημένες συγκεντρώσεις ακυλοκαρνιτίνης στα ούρα. Μόνο το L-ισομερές της καρνιτίνης (μερικές φορές αποκαλείται βιταμίνη BT) επηρεάζει το μεταβολισμό των λιπιδίων. Η μορφή “βιταμίνη BT” περιέχει στην πραγματικότητα D,L-καρνιτίνη, η οποία ανταγωνιστικά αναστέλλει τη λεβοκαρνιτίνη και μπορεί να προκαλέσει ανεπάρκεια. Η λεβοκαρνιτίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί θεραπευτικά για την τόνωση των γαστρικών και παγκρεατικών εκκρίσεων και στη θεραπεία των υπερλιποπρωτεϊναιμιών.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η λεβοκαρνιτίνη μπορεί να συντεθεί εντός του σώματος από τα αμινοξέα λυσίνη ή μεθειονίνη. Η βιταμίνη C (ασκορβικό οξύ) είναι απαραίτητη για τη σύνθεση της καρνιτίνης. Η λεβοκαρνιτίνη είναι μόριο-φορέας στη μεταφορά λιπαρών οξέων μακριάς αλύσου μέσω της εσωτερικής μιτοχονδριακής μεμβράνης. Επίσης, απεκκρίνει ακυλο-ομάδες από υποκυτταρικά οργανίδια και από κύτταρα προς τα ούρα, πριν αυτά συσσωρευτούν σε τοξικές συγκεντρώσεις. Μόνο το L-ισομερές της καρνιτίνης (μερικές φορές αποκαλείται βιταμίνη BT) επηρεάζει το μεταβολισμό των λιπιδίων. Η λεβοκαρνιτίνη μεταφέρεται από διάφορες πρωτεΐνες σε διαφορετικά μονοπάτια, συμπεριλαμβανομένων των μεταφορέων καρνιτίνης, των μετατοπιστών καρνιτίνης, των καρνιτίνη ακετυλοτρανσφερασών και των καρνιτίνη παλμιτοϋλοτρανσφερασών.
Η L-Καρνιτίνη είναι περιφερικός ανταγωνιστής της δράσης των θυρεοειδικών ορμονών σε ορισμένους ιστούς. Αναστέλλει την είσοδο των θυρεοειδικών ορμονών στους κυτταρικούς πυρήνες. Σε μια ελεγχόμενη κλινική δοκιμή, η L-καρνιτίνη έδειξε ότι αντιστρέφει ή προλαμβάνει ορισμένα συμπτώματα του υπερθυρεοειδισμού.
… Η θνησιμότητα και οι μεταβολικές συνέπειες της οξείας δηλητηρίασης από αμμωνία σε ποντίκια μειώνονται με φαρμακολογική χορήγηση L-καρνιτίνης. Ο μηχανισμός αυτής της επίδρασης μπορεί να έχει 2 συνιστώσες. Η χορήγηση L-καρνιτίνης ομαλοποιεί την κατάσταση οξειδοαναγωγής του εγκεφάλου (ίσως αυξάνοντας τη διαθεσιμότητα β-υδροξυβουτυρικού και/ή ακετυλ-L-καρνιτίνης στον εγκέφαλο) και αυξάνει τον ρυθμό σύνθεσης ουρίας στο ήπαρ, ίσως εν μέρει μέσω ενεργοποίησης του υποδοχέα γλυκοκορτικοειδών. Τουλάχιστον ένα μέρος της προστατευτικής επίδρασης σχετίζεται με τη ροή μέσω των καρνιτινοακυλοτρανσφερασών, καθώς ανάλογα της L-καρνιτίνης που είναι ανταγωνιστικοί αναστολείς των καρνιτινοακυλοτρανσφερασών ενισχύουν την τοξικότητα της οξείας χορήγησης αμμωνίας. Έτσι, έχει προταθεί ότι η L-καρνιτίνη αυξάνει τη σύνθεση ουρίας στο ήπαρ διευκολύνοντας την είσοδο λιπαρών οξέων στα μιτοχόνδρια, οδηγώντας σε αυξημένη ροή μέσω της οδού β-οξείδωσης, αυξημένα ενδομιτοχονδριακά αναγωγικά ισοδύναμα και ενίσχυση της παραγωγής ΑΤΡ. …
Η λεβοκαρνιτίνη είναι απαραίτητη για τη φυσιολογική αξιοποίηση των λιπών και τον ενεργειακό μεταβολισμό στα θηλαστικά. Διευκολύνει την είσοδο λιπαρών οξέων μακριάς αλύσου στα κυτταρικά μιτοχόνδρια, όπου χρησιμοποιούνται κατά την οξείδωση και την παραγωγή ενέργειας. Επίσης, απεκκρίνει ακυλο-ομάδες από υποκυτταρικά οργανίδια και από κύτταρα προς τα ούρα, πριν αυτά συσσωρευτούν σε τοξικές συγκεντρώσεις.
Ο κύριος μηχανισμός δράσης της καρνιτίνης φαίνεται να οφείλεται στο ρόλο της ως συμπαράγοντας στον μετασχηματισμό ελεύθερων λιπαρών οξέων μακριάς αλύσου σε ακυλοκαρνιτίνες για την επακόλουθη μεταφορά τους στη μιτοχονδριακή μήτρα. Η καρνιτίνη εμπλέκεται στο μεταβολισμό των κετονών για ενέργεια και στη μετατροπή διακλαδισμένων αμινοξέων - βαλίνης, λευκίνης και ισολευκίνης - σε ενέργεια. /Καρνιτίνη/
Η L-Καρνιτίνη συμμετέχει σε μια αναστρέψιμη αντίδραση εστεροποίησης, στην οποία μια ακυλο-ομάδα μεταφέρεται από το συνένζυμο Α στην υδροξυλομάδα της L-καρνιτίνης… /Αυτή η αντίδραση διευκολύνει την/ μεταφορά λιπαρών οξέων μακριάς αλύσου από το κυτταρόπλασμα… /και/ λιπαρών οξέων βραχύτερης αλύσου /πολύ μακριάς αλύσου/ από τα περοξισώματα στα μιτοχόνδρια /και την/ διαμόρφωση του λόγου ακυλο-CoA/CoA σε κυτταρικά διαμερίσματα.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι 15% (δισκία ή διάλυμα). Ο χρόνος μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα βρέθηκε να είναι 3,3 ώρες.
Μετά από μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση, 73,1 ± 16% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα κατά το διάστημα 0-24 ώρες. Μετά τη χορήγηση συμπληρωμάτων από το στόμα, εκτός από μια διατροφή πλούσια σε καρνιτίνη, 58-65% της χορηγούμενης ραδιενεργής δόσης ανακτήθηκε από τα ούρα και τα κόπρανα σε 5-11 ημέρες.
Ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση (Vss) μιας ενδοφλεβίως χορηγούμενης δόσης, πάνω από τα ενδογενή βασικά επίπεδα, υπολογίστηκε σε 29,0 ± 7,1 L. Ωστόσο, αυτή η τιμή προβλέπεται να είναι υποεκτίμηση του πραγματικού Vss.
Η συνολική κάθαρση του σώματος βρέθηκε να είναι κατά μέσο όρο 4 L/h.
Η L-Καρνιτίνη είναι μια φυσικά απαντώμενη ένωση που διευκολύνει τη μεταφορά λιπαρών οξέων στα μιτοχόνδρια για β-οξείδωση. … Στους ανθρώπους, η ενδογενής δεξαμενή καρνιτίνης, η οποία περιλαμβάνει ελεύθερη L-καρνιτίνη και μια σειρά από εστέρες βραχείας, μέσης και μακράς αλύσου, διατηρείται από την απορρόφηση L-καρνιτίνης από διατροφικές πηγές, τη βιοσύνθεση εντός του σώματος και την εκτενή νεφρική σωληνωειδή επαναρρόφηση από το σπειραματικό διήθημα. Επιπλέον, η μεταφορά που μεσολαβείται από μεταφορείς διασφαλίζει υψηλούς λόγους συγκέντρωσης ιστού προς πλάσμα σε ιστούς που εξαρτώνται κρίσιμα από την οξείδωση λιπαρών οξέων. Η απορρόφηση της L-καρνιτίνης μετά από χορήγηση από το στόμα συμβαίνει εν μέρει μέσω μεταφοράς που μεσολαβείται από μεταφορείς και εν μέρει με παθητική διάχυση. Μετά από από του στόματος δόσεις 1-6 g, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι 5-18%. Αντίθετα, η βιοδιαθεσιμότητα της διατροφικής L-καρνιτίνης μπορεί να φτάσει το 75%. Επομένως, οι φαρμακολογικές ή συμπληρωματικές δόσεις L-καρνιτίνης απορροφώνται λιγότερο αποτελεσματικά από τις σχετικά μικρότερες ποσότητες που υπάρχουν σε μια φυσιολογική διατροφή. Η L-Καρνιτίνη και οι εστέρες της βραχείας αλύσου δεν δεσμεύονται σε πρωτεΐνες πλάσματος και, αν και τα αιμοκύτταρα περιέχουν L-καρνιτίνη, ο ρυθμός κατανομής μεταξύ ερυθροκυττάρων και πλάσματος είναι εξαιρετικά αργός σε ολόκληρο το αίμα. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, ο αρχικός όγκος κατανομής της L-καρνιτίνης είναι συνήθως περίπου 0,2-0,3 L/kg, που αντιστοιχεί στον όγκο του εξωκυττάριου υγρού. Υπάρχουν τουλάχιστον τρία διακριτά φαρμακοκινητικά διαμερίσματα για την L-καρνιτίνη, με τη δεξαμενή που εξισορροπείται πιο αργά να περιλαμβάνει τους σκελετικούς και καρδιακούς μύες. Η L-Καρνιτίνη αποβάλλεται από τον οργανισμό κυρίως μέσω νεφρικής απέκκρισης. Υπό βασικές συνθήκες, η νεφρική κάθαρση της L-καρνιτίνης (1-3 mL/min) είναι σημαντικά μικρότερη από τον ρυθμό σπειραματικής διήθησης (GFR), υποδεικνύοντας εκτεταμένη (98-99%) σωληνωειδή επαναρρόφηση. Η συγκέντρωση κατωφλίου για τη σωληνωειδή επαναρρόφηση (πάνω από την οποία αρχίζει να μειώνεται η κλασματική επαναρρόφηση) είναι περίπου 40-60 μmol/L, η οποία είναι παρόμοια με το ενδογενές επίπεδο L-καρνιτίνης στο πλάσμα. Επομένως, η νεφρική κάθαρση της L-καρνιτίνης αυξάνεται μετά από εξωγενή χορήγηση, προσεγγίζοντας το GFR μετά από υψηλές ενδοφλέβιες δόσεις. …
Στα θηλαστικά, η δεξαμενή καρνιτίνης αποτελείται από μη εστεροποιημένη L-καρνιτίνη και πολλούς εστέρες ακυλοκαρνιτίνης. Από αυτούς τους εστέρες, η ακετυλ-L-καρνιτίνη είναι ποσοτικά και λειτουργικά η πιο σημαντική. Η ομοιόσταση της καρνιτίνης διατηρείται με απορρόφηση από τη διατροφή, μέτριο ρυθμό σύνθεσης και αποτελεσματική νεφρική επαναρρόφηση. Η διατροφική L-καρνιτίνη απορροφάται με ενεργή και παθητική μεταφορά μέσω των μεμβρανών των εντεροκυττάρων. Η βιοδιαθεσιμότητα της διατροφικής L-καρνιτίνης είναι 54-87% και εξαρτάται από την ποσότητα L-καρνιτίνης στο γεύμα. Η απορρόφηση συμπληρωμάτων L-καρνιτίνης (0,5-6 g) είναι κυρίως παθητική, με βιοδιαθεσιμότητα 14-18% της δόσης. Η μη απορροφηθείσα L-καρνιτίνη διασπάται κυρίως από μικροοργανισμούς στο παχύ έντερο. Τα κυκλοφορούντα L-καρνιτίνη κατανέμονται σε δύο κινητικά καθορισμένα διαμερίσματα: ένα μεγάλο με αργή ανανέωση (πιθανώς μύες) και ένα άλλο σχετικά μικρό με γρήγορη ανανέωση (πιθανώς ήπαρ, νεφρά και άλλοι ιστοί). Με φυσιολογική διατροφική πρόσληψη L-καρνιτίνης, ο χρόνος ανανέωσης ολόκληρου του σώματος στους ανθρώπους είναι 38-119 ώρες. Πειράματα in vitro υποδηλώνουν ότι η ακετυλ-L-καρνιτίνη υδρολύεται μερικώς στα εντεροκύτταρα κατά την απορρόφηση. In vivo, η συγκέντρωση της κυκλοφορούσας ακετυλ-L-καρνιτίνης αυξήθηκε κατά 43% μετά από συμπληρώματα ακετυλ-L-καρνιτίνης από το στόμα 2 g/ημέρα, υποδεικνύοντας ότι η ακετυλ-L-καρνιτίνη απορροφάται τουλάχιστον εν μέρει χωρίς υδρόλυση. Μετά από εφάπαξ ενδοφλέβια χορήγηση (0,5 g), η ακετυλ-L-καρνιτίνη υδρολύεται ταχέως, αλλά όχι πλήρως, και οι συγκεντρώσεις ακετυλ-L-καρνιτίνης και L-καρνιτίνης επιστρέφουν στα βασικά επίπεδα εντός 12 ωρών. Σε φυσιολογικές κυκλοφορούσες συγκεντρώσεις l-καρνιτίνης, η νεφρική επαναρρόφηση l-καρνιτίνης είναι εξαιρετικά αποτελεσματική (90-99% του φιλτραρισμένου φορτίου, κάθαρση 1-3 mL/min), αλλά εμφανίζει κινητική κορεσμού. Έτσι, καθώς η κυκλοφορούσα συγκέντρωση L-καρνιτίνης αυξάνεται (όπως μετά από υψηλή δόση ενδοφλέβιας ή από του στόματος χορήγησης L-καρνιτίνης), η αποτελεσματικότητα της επαναρρόφησης μειώνεται και η κάθαρση αυξάνεται, με αποτέλεσμα την ταχεία μείωση της κυκλοφορούσας συγκέντρωσης L-καρνιτίνης στα βασικά επίπεδα. Η κινητική απέκκρισης για την ακετυλ-L-καρνιτίνη είναι παρόμοια με αυτήν της L-καρνιτίνης. Υπάρχουν ενδείξεις για νεφρική σωληνωειδή έκκριση τόσο της L-καρνιτίνης όσο και της ακετυλ-L-καρνιτίνης. …
Οι φαρμακοκινητικές της L-καρνιτίνης και των μεταβολιτών της διερευνήθηκαν σε 7 υγιείς εθελοντές μετά από από του στόματος χορήγηση 0, 0,5, 1 και 2 g τρεις φορές την ημέρα για 7 ημέρες. Οι μέσες συγκεντρώσεις L-καρνιτίνης στο πλάσμα κατά τη διάρκεια ενός διαστήματος δόσης 8 ωρών αυξήθηκαν σημαντικά (P < 0,05) από μια βασική τιμή 54,2 ± 9,3 μM σε 80,5 ± 12,5 μM μετά από δόση 0,5 g· δεν υπήρξε περαιτέρω αύξηση σε υψηλότερες δόσεις. Υπήρξε σημαντική αύξηση (P < 0,001) στην νεφρική κάθαρση της L-καρνιτίνης, υποδεικνύοντας κορεσμό της σωληνωειδούς επαναρρόφησης. Τα επίπεδα τριμεθυλαμίνης στο πλάσμα αυξήθηκαν αναλογικά με τη δόση L-καρνιτίνης, αλλά δεν υπήρξε αλλαγή στη νεφρική κάθαρση. Μια σημαντική αύξηση στις συγκεντρώσεις της τριμεθυλαμίνης-Ν-οξειδίου στο πλάσμα από τη βασική τιμή ήταν εμφανής μόνο για τη δόση 2 g L-καρνιτίνης (από 34,5 ± 2,0 σε 149 ± 145 μM), και η νεφρική της κάθαρση μειώθηκε με την αύξηση της δόσης (P < 0,05). Δεν υπήρξαν ενδείξεις μη γραμμικότητας στο μεταβολισμό της τριμεθυλαμίνης σε τριμεθυλαμίνη-Ν-οξείδιο. Συμπερασματικά, η φαρμακοκινητική της L-καρνιτίνης από το στόμα εμφανίζει μη γραμμικότητα πάνω από τη δόση των 0,5 g τρεις φορές την ημέρα.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η L-καρνιτίνη απορροφάται στο έντερο με συνδυασμό ενεργού μεταφοράς και παθητικής διάχυσης. Αναφορές βιοδιαθεσιμότητας μετά από δόση από το στόμα έχουν ποικίλει σημαντικά, με εκτιμήσεις τόσο χαμηλές όσο 16-18% όσο και τόσο υψηλές όσο 54-87% … Η βλεννογόνος απορρόφηση της καρνιτίνης φαίνεται να κορέννυται περίπου σε δόση 2 g. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο αίμα επιτυγχάνονται περίπου 3,5 ώρες μετά από δόση από το στόμα και μειώνονται αργά, με ημιζωή περίπου 15 ώρες. Η απέκκριση της καρνιτίνης γίνεται κυρίως μέσω των νεφρών. Η καρδιά, οι σκελετικοί μύες, το ήπαρ, τα νεφρά και η επιδιδυμίδα διαθέτουν ειδικά συστήματα μεταφοράς για την καρνιτίνη που τη συγκεντρώνουν σε αυτούς τους ιστούς. Παρά τις ενδείξεις για αυξημένα επίπεδα ελεύθερης καρνιτίνης και μεταβολιτών καρνιτίνης στο αίμα και τα ούρα μετά από δόση από το στόμα, δεν παρατηρήθηκε σημαντική αλλαγή στα επίπεδα καρνιτίνης των ερυθροκυττάρων σε υγιείς εθελοντές, υποδηλώνοντας είτε αργή αναπλήρωση των αποθεμάτων καρνιτίνης στους ιστούς μετά από δόση από το στόμα είτε χαμηλή ικανότητα μεταφοράς καρνιτίνης στους ιστούς υπό φυσιολογικές συνθήκες.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη L-CARNITINE (11 συνολικά), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση σε Πρωτεΐνες
Καμία
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Μετά από χορήγηση από το στόμα, η L-καρνιτίνη που δεν απορροφάται μεταβολίζεται στον γαστρεντερικό σωλήνα από βακτηριακή μικροχλωρίδα. Κύριοι μεταβολίτες περιλαμβάνουν τριμεθυλαμίνη Ν-οξείδιο και [3H]-γάμμα-βουτυροβεταΐνη.
Στα θηλαστικά, η L-καρνιτίνη συντίθεται από την ε-Ν-τριμεθυλυσίνη, η οποία προέρχεται από υπομεταφραστικά μεθυλιωμένα κατάλοιπα λυσίνης σε πρωτεΐνες, και από την πρωτεϊνική ανανέωση. Σε φυσιολογικούς ανθρώπους, ο ρυθμός σύνθεσης εκτιμάται σε περίπου 1,2 μmol/kg/ημέρα. Ο ρυθμός βιοσύνθεσης L-καρνιτίνης ρυθμίζεται από τη διαθεσιμότητα της ε-Ν-τριμεθυλυσίνης. Έτσι, συνθήκες που αυξάνουν τη μεθυλίωση των πρωτεϊνών ή/και την πρωτεϊνική ανανέωση μπορεί να αυξήσουν τον ρυθμό βιοσύνθεσης L-καρνιτίνης.
Η σύνθεση της καρνιτίνης ξεκινά με τη μεθυλίωση του αμινοξέος L-λυσίνη από S-αδενοσυλμεθειονίνη (SAMe). Μαγνήσιο, βιταμίνη C, σίδηρος, βιταμίνες B3 και B6, και α-κετογλουταρικό - μαζί με τους συμπαράγοντες που είναι υπεύθυνοι για τη δημιουργία SAMe (μεθειονίνη, φολικό οξύ, βιταμίνη B12 και βηταΐνη) - απαιτούνται όλοι για την ενδογενή σύνθεση καρνιτίνης.
Η μη απορροφηθείσα L-καρνιτίνη διασπάται από μικροοργανισμούς στο παχύ έντερο. Κύριοι αναγνωρισμένοι μεταβολίτες είναι η τριμεθυλαμίνη οξείδιο στα ούρα και η γάμμα-βουτυροβεταΐνη στα κόπρανα.
Η καρνιτίνη παίζει απαραίτητο ρόλο στην οξείδωση των λιπαρών οξέων. Προηγούμενες μελέτες αποκάλυψαν ότι η εμβρυϊκή καρνιτίνη προέρχεται από τη μητέρα μέσω διαπλακουντιακής μεταφοράς. Πρόσφατες μελέτες έδειξαν την παρουσία και τη σημασία ενός ενεργού συστήματος οξείδωσης λιπαρών οξέων στον ανθρώπινο πλακούντα και στο ανθρώπινο έμβρυο. Υπό το φως αυτών των ευρημάτων… ο μεταβολισμός της καρνιτίνης /μελετήθηκε/ στη μονάδα εμβρύου-πλακούντα με μέτρηση μεταβολιτών καρνιτίνης, ενδιάμεσων μεταβολιτών της βιοσύνθεσης καρνιτίνης, καθώς και της δραστηριότητας ενζύμων βιοσύνθεσης καρνιτίνης σε ανθρώπινο τερματικό πλακούντα, ομφαλοπλακουντιακό αίμα και επιλεγμένους εμβρυϊκούς και εμβρυϊκούς ιστούς (5-20 εβδομάδες ανάπτυξης). Ο πλακούντας περιείχε χαμηλή αλλά ανιχνεύσιμη δραστηριότητα της γ-βουτυροβεταΐνης διοξυγενάσης. Αυτό το ένζυμο, το οποίο θεωρείται ότι εκφράζεται μόνο στο νεφρό, το ήπαρ και τον εγκέφαλο, καταλύει το τελευταίο βήμα στην οδό βιοσύνθεσης καρνιτίνης. Επιπλέον, … ο ανθρώπινος εμβρυϊκός νεφρός, το ήπαρ και ο νωτιαίος μυελός έχουν ήδη την ικανότητα να συνθέτουν καρνιτίνη. Η ικανότητα του πλακούντα και του εμβρύου να συνθέτουν καρνιτίνη υποδηλώνει ότι σε περιπτώσεις όπου η μητρική παροχή καρνιτίνης είναι περιορισμένη, η βιοσύνθεση καρνιτίνης από τη μονάδα εμβρύου-πλακούντα μπορεί να παρέχει επαρκή καρνιτίνη για τον πλακουντιακό και εμβρυϊκό μεταβολισμό. /Καρνιτίνη/
Για περισσότερα δεδομένα Μεταβολισμού/Μεταβολιτών (Πλήρη) για τη L-CARNITINE (7 συνολικά), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
Μετά από χορήγηση από το στόμα, η L-καρνιτίνη που δεν απορροφάται μεταβολίζεται στον γαστρεντερικό σωλήνα από βακτηριακή μικροχλωρίδα. Κύριοι μεταβολίτες περιλαμβάνουν τριμεθυλαμίνη Ν-οξείδιο και [3H]-γάμμα-βουτυροβεταΐνη. Οδός Απέκκρισης: Μετά από εφάπαξ ενδοφλέβια δόση, 73,1 ± 16% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα κατά το διάστημα 0-24 ωρών. Μετά τη χορήγηση συμπληρωμάτων από το στόμα, εκτός από μια διατροφή πλούσια σε καρνιτίνη, 58-65% της χορηγούμενης ραδιενεργής δόσης ανακτήθηκε από τα ούρα και τα κόπρανα σε 5-11 ημέρες. Ημιζωή: 17,4 ώρες (απέκκριση) μετά από εφάπαξ ενδοφλέβια δόση.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
17,4 ώρες (απέκκριση) μετά από εφάπαξ ενδοφλέβια δόση.
Κατανομή: 0,585 ώρες· Απέκκριση: 17,4 ώρες
… Ημιζωή /στο αίμα/ περίπου 15 ώρες …
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
0G389FZZ9M
ΛΕΒΟΚΑΡΝΙΤΙΝΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ανάλογο Καρνιτίνης
Η Λεβοκαρνιτίνη είναι ένα Ανάλογο Καρνιτίνης.
ΛΕΒΟΚΑΡΝΙΤΙΝΗ
Καρνιτίνη [CS]· Ανάλογο Καρνιτίνης [EPC]
ΛΕΒΟΚΑΡΝΙΤΙΝΗ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΟΜΑ
Ανάλογο Καρνιτίνης [EPC]· Καρνιτίνη [CS]