LEVOCARNITINE
Λεβοκαρνιτίνη
Πρωτοπαθής και δευτεροπαθής ανεπάρκεια καρνιτίνης, δευτεροπαθής ανεπάρκεια καρνιτίνης σε αιμοκαθαιρόμενους ασθενείς.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-KYBERNIN-P
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Δόση έναρξης: 30-50 IU/kg (για συγγενή ανεπάρκεια)
- Τιτλοποίηση: Η δοσολογία και η συχνότητα, καθώς και η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να προσαρμόζονται στα βιολογικά δεδομένα και την κλινική κατάσταση. Η δραστικότητα της αντιθρομβίνης πρέπει να παρακολουθείται συχνότερα σε παιδιά και να μην ξεπερνά το 120%.
-
Συγγενής ανεπάρκειαΔόση30-50 IU/kgΗ δοσολογία πρέπει να εξατομικεύεται λαμβάνοντας υπόψη το οικογενειακό ιστορικό θρομβοεμβολικών επεισοδίων, τους κλινικούς παράγοντες κινδύνου και την εργαστηριακή αξιολόγηση. Η δραστικότητα της αντιθρομβίνης πρέπει να διατηρείται σε επίπεδα άνω του 80%.
-
Επίκτητη ανεπάρκειαΗ δοσολογία και η διάρκεια της θεραπείας εξαρτώνται από τα επίπεδα της αντιθρομβίνης στο πλάσμα, την παρουσία σημείων αυξημένου μεταβολισμού, την υποκείμενη νόσο και τη βαρύτητα της κλινικής κατάστασης. Η χορηγητέα ποσότητα και η συχνότητα χορήγησης πρέπει πάντοτε να καθορίζονται με βάση την κλινική αποτελεσματικότητα και την εργαστηριακή αξιολόγηση.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔόση40-60 IU/kg/ημέραΗ δοσολογία και η συχνότητα προσαρμόζονται ανάλογα με την κατάσταση της πήξης του αίματος. Υψηλότερες δοσολογίες μπορεί να χρειαστούν σε μεμονωμένες περιπτώσεις, με συχνότερη παρακολούθηση της δραστικότητας της αντιθρομβίνης (να μην ξεπερνά το 120%).
block
SPC-KYBERNIN-P
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
SPC-KYBERNIN-P
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Χρήση σε πρόωρα νεογνά για IRDSΠληθυσμόςπρόωρα νεογνάυποδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο ενδοκρανιακής αιμορραγίας και θνησιμότητας, απουσία αποδεδειγμένης ευεργετικής επίδρασης
-
Αλλεργικές αντιδράσεις υπερευαισθησίαςΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά και να παρατηρούνται προσεκτικά για τυχόν συμπτώματα καθ’ όλη τη χρονική διάρκεια της έγχυσης. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τα πρώιμα σημεία των αντιδράσεων υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένων εξανθημάτων, γενικευμένης κνίδωσης, αίσθησης σύσφιγξης στο θώρακα, συριγμού, υπότασης και αναφυλαξίας. Εάν τα συμπτώματα αυτά εμφανιστούν μετά τη χορήγηση, οι ασθενείς πρέπει να ενημερώσουν το γιατρό τους.
-
ΚαταπληξίαΣε περίπτωση καταπληξίας, πρέπει να χορηγείται η τυπική θεραπευτική αγωγή.
-
Ιολογική ασφάλειαΤα λαμβανόμενα μέτρα μπορεί να έχουν μειωμένη αξία έναντι των μη ελυτροφόρων ιών όπως ο ιός της ηπατίτιδας Α (HAV) και ο παρβοϊός Β19. Η λοίμωξη από παρβοϊό Β19 μπορεί να είναι σοβαρή για τις έγκυες γυναίκες (εμβρυϊκή λοίμωξη) και για τα άτομα με ανοσοανεπάρκεια ή αυξημένη ερυθροποίηση (π.χ. αιμολυτική αναιμία). Συνιστάται έντονα, κάθε φορά που το Kybernin χορηγείται σε έναν ασθενή, να καταγράφεται η ονομασία και ο αριθμός παρτίδας του προϊόντος, ώστε να διατηρείται ένας σύνδεσμος μεταξύ του ασθενούς και της παρτίδας του προϊόντος. Πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο κατάλληλου εμβολιασμού (ηπατίτιδα Α και Β) σε ασθενείς που λαμβάνουν τακτικά/επαναλαμβανόμενα προϊόντα αντιθρομβίνης που προέρχονται από ανθρώπινο πλάσμα.
swap_horiz
SPC-KYBERNIN-P
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΑύξηση κινδύνου αιμορραγίας όταν η αντιθρομβίνη χορηγείται σε θεραπευτικές δόσεις ηπαρίνης. Ηπαρίνη ενισχύει έντονα τη δράση της αντιθρομβίνης. Μειώνεται ο χρόνος ημίσειας ζωής της αντιθρομβίνης λόγω αυξημένου μεταβολισμού.ΣύστασηΗ σύγχρονη χορήγηση ηπαρίνης και αντιθρομβίνης σε ασθενή με αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας πρέπει να παρακολουθείται κλινικά και βιολογικά.
sick
SPC-KYBERNIN-P
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υπερευαισθησία/αναφυλακτικές αντιδράσεις που περιλαμβάνουν σοβαρή αναφυλαξία και καταπληξία
- Πυρεξία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣπάνιεςΥπερευαισθησία/αναφυλακτικές αντιδράσεις που περιλαμβάνουν σοβαρή αναφυλαξία και καταπληξίαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΠυρεξίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
SPC-KYBERNIN-P
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΤο Kybernin πρέπει να χορηγείται σε έγκυες γυναίκες με ανεπάρκεια αντιθρομβίνης μόνο εφόσον ενδείκνυται σαφώς, λαμβάνοντας υπόψη ότι η κύηση ενέχει αυξημένο κίνδυνο θρομβοεμβολικών επεισοδίων σε αυτές τις ασθενείς.
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΤο Kybernin πρέπει να χορηγείται σε θηλάζουσες γυναίκες με ανεπάρκεια αντιθρομβίνης μόνο εφόσον ενδείκνυται σαφώς.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-KYBERNIN-P
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-KYBERNIN-P
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-KYBERNIN-P
expand_more
Δοσολογία
Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά υπό την επιτήρηση ιατρού, έμπειρου στη θεραπεία ασθενών με ανεπάρκεια αντιθρομβίνης.
Δοσολογία
Στη συγγενή ανεπάρκεια, η δοσολογία πρέπει να εξατομικεύεται για κάθε ασθενή, λαμβάνοντας υπόψη το οικογενειακό ιστορικό θρομβοεμβολικών επεισοδίων, τους πραγματικούς κλινικούς παράγοντες κινδύνου και την εργαστηριακή αξιολόγηση.
Η δοσολογία και η διάρκεια της θεραπείας υποκατάστασης στην επίκτητη ανεπάρκεια εξαρτώνται από τα επίπεδα της αντιθρομβίνης στο πλάσμα, την παρουσία σημείων αυξημένου μεταβολισμού, την υποκείμενη νόσο και τη βαρύτητα της κλινικής κατάστασης. Η χορηγητέα ποσότητα και η συχνότητα χορήγησης πρέπει πάντοτε να καθορίζονται με βάση την κλινική αποτελεσματικότητα και την εργαστηριακή αξιολόγηση στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Ο αριθμός των μονάδων της αντιθρομβίνης που χορηγούνται, εκφράζεται σε Διεθνείς Μονάδες (IU), οι οποίες αντιστοιχούν στα σημερινά πρότυπα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO) για την αντιθρομβίνη. Η δραστικότητα της αντιθρομβίνης στο πλάσμα εκφράζεται είτε ποσοστιαία (σε σχέση με το φυσιολογικό ανθρώπινο πλάσμα) ή σε Διεθνείς Μονάδες (σε σχέση με τα Διεθνή Πρότυπα για την αντιθρομβίνη στο πλάσμα).
Μια διεθνής μονάδα (IU) δραστικότητας αντιθρομβίνης ισοδυναμεί με την ποσότητα αντιθρομβίνης σε ένα ml φυσιολογικού ανθρώπινου πλάσματος. Ο υπολογισμός της απαιτούμενης δόσης της αντιθρομβίνης βασίζεται στο εμπειρικό εύρημα ότι 1 Διεθνής Μονάδα (IU) αντιθρομβίνης ανά kg σωματικού βάρους αυξάνει τη δραστικότητα της αντιθρομβίνης στο πλάσμα κατά 1,5% περίπου.
Η αρχική δόση καθορίζεται με βάση τον ακόλουθο τύπο: Απαιτούμενες μονάδες = σωματικό βάρος [kg] x (100 - πραγματική δραστικότητα αντιθρομβίνης [%]) x 2/3
Η αρχική στοχευόμενη δραστικότητα αντιθρομβίνης εξαρτάται από την κλινική κατάσταση. Όταν καθορίζεται η ένδειξη για την υποκατάσταση της αντιθρομβίνης, η δόση πρέπει να είναι αρκετή ώστε να επιτευχθεί η επιθυμητή δραστικότητα αντιθρομβίνης και να διατηρηθούν τα αποτελεσματικά επίπεδα.
Η δοσολογία πρέπει να καθορίζεται και να παρακολουθείται βάσει των εργαστηριακών μετρήσεων της δραστικότητας της αντιθρομβίνης, που πρέπει να διενεργούνται τουλάχιστον δύο φορές την ημέρα μέχρι να σταθεροποιηθεί ο ασθενής και στη συνέχεια μια φορά την ημέρα, κατά προτίμηση λίγο πριν από την επόμενη έγχυση. Για τη διόρθωση της δοσολογίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τόσο τα σημεία του αυξημένου μεταβολισμού της αντιθρομβίνης σύμφωνα με τον εργαστηριακό έλεγχο, όσο και η κλινική πορεία. Η δραστικότητα της αντιθρομβίνης πρέπει να διατηρείται σε επίπεδα άνω του 80 % για τη διάρκεια της θεραπείας, εκτός εάν τα κλινικά δεδομένα υποδεικνύουν διαφορετικά αποτελεσματικά επίπεδα.
Η συνήθης δόση εκκίνησης στη συγγενή ανεπάρκεια είναι 30-50 IU/kg.
Στη συνέχεια, η δοσολογία και η συχνότητα, καθώς και η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να προσαρμόζονται στα βιολογικά δεδομένα και την κλινική κατάσταση.
Παιδιατρικός πληθυσμός:
40-60 IU αντιθρομβίνης ανά kg βάρους σώματος την ημέρα, ανάλογα με την κατάσταση της πήξης του αίματος. Εάν η κλινική κατάσταση το απαιτεί, μπορεί να χρειαστούν υψηλότερες δοσολογίες σε μεμονωμένες περιπτώσεις. Τότε, η δραστικότητα της αντιθρομβίνης πρέπει να παρακολουθείται συχνότερα και να μην ξεπερνά το 120%.
Τρόπος χορήγησης
Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλέπε παράγραφο 6.6. Πραγματοποιείστε βραδεία ενδοφλέβια ένεση ή έγχυση του διαλύματος (μέγιστο 4 ml/min).
block
Αντενδείξεις
SPC-KYBERNIN-P
expand_more
Αντενδείξεις
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-KYBERNIN-P
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Τα δεδομένα από κλινικές δοκιμές και συστηματικές αξιολογήσεις σχετικά με τη χρήση της αντιθρομβίνης στη θεραπεία πρόωρων νεογνών για τη μη εγκεκριμένη ένδειξη του Συνδρόμου Αναπνευστικής Δυσχέρειας Νεογνών (IRDS) υποδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο ενδοκρανιακής αιμορραγίας και θνησιμότητας, απουσία αποδεδειγμένης ευεργετικής επίδρασης.
Όπως με όλα τα ενδοφλέβια χορηγόμενα προϊόντα πρωτεϊνών, αλλεργικού τύπου αντιδράσεις υπερευαισθησίας είναι πιθανές. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά και να παρατηρούνται προσεκτικά για τυχόν συμπτώματα καθ’ όλη τη χρονική διάρκεια της έγχυσης. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τα πρώιμα σημεία των αντιδράσεων υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένων εξανθημάτων, γενικευμένης κνίδωσης, αίσθησης σύσφιγξης στο θώρακα, συριγμού, υπότασης και αναφυλαξίας. Εάν τα συμπτώματα αυτά εμφανιστούν μετά τη χορήγηση, οι ασθενείς πρέπει να ενημερώσουν το γιατρό τους.
Σε περίπτωση καταπληξίας, πρέπει να χορηγείται η τυπική θεραπευτική αγωγή.
Ιολογική ασφάλεια
Τα καθιερωμένα μέτρα για την πρόληψη των λοιμώξεων που προκύπτουν από τη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που παρασκευάζονται από ανθρώπινο αίμα ή πλάσμα περιλαμβάνουν την επιλογή των δοτών, τον έλεγχο των μεμονωμένων δωρεών και των δεξαμενών πλάσματος για ειδικούς δείκτες λοιμώξεων καθώς και την εισαγωγή αποτελεσματικών σταδίων για την αδρανοποίηση/απομάκρυνση ιών στην παραγωγική διαδικασία. Παρ’ όλα αυτά, όταν χορηγούνται φαρμακευτικά προϊόντα που παρασκευάζονται από ανθρώπινο αίμα ή πλάσμα, η πιθανότητα μετάδοσης λοιμωδών παραγόντων δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως. Αυτό ισχύει επίσης για άγνωστους ή ανακύπτοντες ιούς και άλλα παθογόνα.
Kybernin P CCDS PRAC recommendation 12/2016 EOF Ref.:
Τα μέτρα που λαμβάνονται θεωρούνται αποτελεσματικά έναντι των ελυτροφόρων ιών όπως ο ιός της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV), ο ιός της ηπατίτιδας Β (HΒV) και ο ιός της ηπατίτιδας C (HCV).
Τα λαμβανόμενα μέτρα μπορεί να έχουν μειωμένη αξία έναντι των μη ελυτροφόρων ιών όπως ο ιός της ηπατίτιδας Α (HAV) και ο παρβοϊός Β19.
Η λοίμωξη από παρβοϊό Β19 μπορεί να είναι σοβαρή για τις έγκυες γυναίκες (εμβρυϊκή λοίμωξη) και για τα άτομα με ανοσοανεπάρκεια ή αυξημένη ερυθροποίηση (π.χ. αιμολυτική αναιμία).
Συνιστάται έντονα, κάθε φορά που το Kybernin χορηγείται σε έναν ασθενή, να καταγράφεται η ονομασία και ο αριθμός παρτίδας του προϊόντος, ώστε να διατηρείται ένας σύνδεσμος μεταξύ του ασθενούς και της παρτίδας του προϊόντος.
Πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο κατάλληλου εμβολιασμού (ηπατίτιδα Α και Β) σε ασθενείς που λαμβάνουν τακτικά/επαναλαμβανόμενα προϊόντα αντιθρομβίνης που προέρχονται από ανθρώπινο πλάσμα.
Κλινική και Βιολογική επαγρύπνηση, όταν η αντιθρομβίνη χρησιμοποιείται μαζί με ηπαρίνη:
- Για την προσαρμογή της δόσης της ηπαρίνης και την αποφυγή της υπερβολικής μείωσης της πηκτικότητας, πρέπει να διεξάγονται τακτικά έλεγχοι της έκτασης των αντι-πηκτικών μηχανισμών (ΑΡΡΤ και, όπου ενδείκνυται, αντι- FΧa δραστικότητα), ανά μικρά διαστήματα και ιδιαίτερα τα πρώτα λεπτά/ώρες μετά την έναρξη της χρήσης της αντιθρομβίνης.
- Καθημερινή μέτρηση των επιπέδων της αντιθρομβίνης, με σκοπό την προσαρμογή της εξατομικευμένης δόσης, λόγω του κινδύνου μείωσης των επιπέδων της αντιθρομβίνης από τη λήψη παρατεταμένης θεραπευτικής αγωγής με μη κλασματοποιημένη ηπαρίνη.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-KYBERNIN-P
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-KYBERNIN-P
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Υπερευαισθησία ή αλλεργικές αντιδράσεις (που μπορεί να περιλαμβάνουν αγγειοοίδημα, αίσθημα καύσου και νυγμού στο σημείο της έγχυσης, ρίγη, ερύθημα, γενικευμένη κνίδωση, κεφαλαλγία, εξάνθημα, υπόταση, λήθαργο, ναυτία, ανησυχία, ταχυκαρδία, αίσθημα σύσφιξης στο θώρακα, αιμωδία, έμετο, συριγμό) έχουν παρατηρηθεί σπανίως και μπορεί σε μερικές περιπτώσεις να εξελιχθούν σε σοβαρή αναφυλαξία (περιλαμβανομένης της καταπληξίας). Σε σπάνιες περιπτώσεις έχει παρατηρηθεί πυρετός.
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες βασίζονται στην μετεγκριτική εμπειρία. Στις περιπτώσεις για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα, χρησιμοποιήθηκαν οι παρακάτω πρότυπες κατηγορίες συχνότητας: Πολύ συχνές 1/10 Συχνές 1/100 έως <1/10 Όχι συχνές 1/1.000 έως <1/100 Σπάνιες 1/10.000 έως <1/1.000 Πολύ σπάνιες <1/10.000 (συμπεριλαμβανομένων αναφορών μεμονομένων περιπτώσεων)
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | Προτιμώμενος όρος | Συχνότητα |
|---|---|---|
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία/αναφυλακτικές αντιδράσεις που περιλαμβάνουν σοβαρή αναφυλαξία και καταπληξία | Σπάνιες |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Πυρεξία | Σπάνιες |
Για πληροφορίες σχετικά με την ιολογική ασφάλεια βλέπε παράγραφο 4.4.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, ΤΚ 15562 Χολαργός, Αθήνα, τηλ: (+30) 213 20 40 380/337, φαξ: (+30) 210 65 49 585, ιστότοπος: http:// www. eof. gr.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-KYBERNIN-P
expand_more
Κύηση / γαλουχία
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-KYBERNIN-P
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία:Αντιθρομβωτικοί παράγοντες, κατηγορία ηπαρίνης,κωδικός ΑΤC: B01A B02
Η αντιθρομβίνη, μία γλυκοπρωτεΐνη μεγέθους 58 kD με 432 αμινοξέα, ανήκει στην οικογένεια της σερπίνης (αναστολέας της σερινοπρωτεάσης). Είναι ένας από τους σημαντικότερους φυσικούς αναστολείς της πήξης του αίματος. Οι παράγοντες που αναστέλλονται ισχυρότερα είναι η θρομβίνη και ο παράγοντας Χa, αλλά και οι παράγοντες ενεργοποίησης εξ’ επαφής, το ενδογενές σύστημα και το σύμπλοκο παράγοντα VIIa/ ιστικού παράγοντα. Η δραστικότητα της αντιθρομβίνης ενισχύεται έντονα από την ηπαρίνη και η αντιπηκτική δράση της ηπαρίνης εξαρτάται από την παρουσία της αντιθρομβίνης.
Η αντιθρομβίνη περιέχει δύο λειτουργικά σημαντικές περιοχές. Η πρώτη περιέχει το ενεργό κέντρο και παρέχει μια θέση διάσπασης για τις πρωτεϊνάσες όπως η θρομβίνη, προϋπόθεση για τη δημιουργία ενός σταθερού συμπλόκου πρωτεϊνάσης- αναστολέα. Η δεύτερη είναι μία περιοχή δέσμευσης γλυκοζαμινογλυκανών, υπεύθυνη για την αλληλεπίδραση με την ηπαρίνη και τις συγγενείς ουσίες, που επιταχύνει την αναστολή της θρομβίνης. Τα σύμπλοκα αναστολέων-ενζύμων πήξης απομακρύνονται μέσω του δικτυο-ενδοθηλιακού συστήματος.
Η δραστικότητα της αντιθρομβίνης στους ενήλικες είναι 80-120% και τα επίπεδα στα νεογνά είναι περίπου 40-60%.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-KYBERNIN-P
expand_more
Φαρμακοκινητική
Ενδοφλέβια χορήγηση σημαίνει ότι το σκεύασμα είναι άμεσα διαθέσιμο και η βιοδιαθεσιμότητα είναι ανάλογη με τη χορηγούμενη δόση. Η μέση in - vivo ανάκτηση βρέθηκε ότι είναι 65% σε 5 υγιείς εθελοντές (ποσοστιοποιημένη σε tmax = 1,15 ώρες).
To Kybernin κατανέμεται και μεταβολίζεται με τον ίδιο τρόπο όπως ο φυσιολογικός αναστoλέας.
Ο βιολογικός χρόνος ημιζωής είναι 2,5 ημέρες, αλλά μπορεί ωστόσο να μειωθεί σε μερικές ώρες υπό συνθήκες οξείας κατανάλωσης. Σε αυτούς τους ασθενείς απαιτείται προσδιορισμός της δραστικότητας της αντιθρομβίνης αρκετές φορές την ημέρα. Γι’ αυτό το σκοπό ενδείκνυται η ανάλυση με τη χρήση χρωμογονικού υποστρώματος.
ΕΟΦ · 9.5
Φάρμακα χρησιμοποιούμενα σε σύμφυτες διαταραχές του μεταβολισμού
expand_more
Φάρμακα χρησιμοποιούμενα σε σύμφυτες διαταραχές του μεταβολισμού
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η λεβοκαρνιτίνη είναι μόριο-φορέας στη μεταφορά λιπαρών οξέων μακριάς αλύσου μέσω της εσωτερικής μιτοχονδριακής μεμβράνης. Επίσης, απεκκρίνει ακυλο-ομάδες από υποκυτταρικά οργανίδια και από κύτταρα προς τα ούρα, πριν συσσωρευτούν σε τοξικές συγκεντρώσεις. Η έλλειψη καρνιτίνης μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα στο ήπαρ, την καρδιά και τους μύες. Η ανεπάρκεια καρνιτίνης ορίζεται βιοχημικά ως αφύσικα χαμηλές συγκεντρώσεις ελεύθερης καρνιτίνης στο πλάσμα, < 20 µmol/L μία εβδομάδα μετά τον όρο τοκετού, και μπορεί να σχετίζεται με χαμηλές συγκεντρώσεις στους ιστούς ή/και στα ούρα. Επιπλέον, αυτή η κατάσταση μπορεί να σχετίζεται με λόγο συγκέντρωσης ακυλοκαρνιτίνης/λεβοκαρνιτίνης στο πλάσμα > 0.4 ή αφύσικα αυξημένες συγκεντρώσεις ακυλοκαρνιτίνης στα ούρα. Μόνο το L-ισομερές της καρνιτίνης (μερικές φορές αποκαλείται βιταμίνη BT) επηρεάζει το μεταβολισμό των λιπιδίων. Η μορφή “βιταμίνη BT” περιέχει στην πραγματικότητα D,L-καρνιτίνη, η οποία ανταγωνιστικά αναστέλλει τη λεβοκαρνιτίνη και μπορεί να προκαλέσει ανεπάρκεια. Η λεβοκαρνιτίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί θεραπευτικά για την τόνωση των γαστρικών και παγκρεατικών εκκρίσεων και στη θεραπεία των υπερλιποπρωτεϊναιμιών.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η λεβοκαρνιτίνη μπορεί να συντεθεί εντός του σώματος από τα αμινοξέα λυσίνη ή μεθειονίνη. Η βιταμίνη C (ασκορβικό οξύ) είναι απαραίτητη για τη σύνθεση της καρνιτίνης. Η λεβοκαρνιτίνη είναι μόριο-φορέας στη μεταφορά λιπαρών οξέων μακριάς αλύσου μέσω της εσωτερικής μιτοχονδριακής μεμβράνης. Επίσης, απεκκρίνει ακυλο-ομάδες από υποκυτταρικά οργανίδια και από κύτταρα προς τα ούρα, πριν αυτά συσσωρευτούν σε τοξικές συγκεντρώσεις. Μόνο το L-ισομερές της καρνιτίνης (μερικές φορές αποκαλείται βιταμίνη BT) επηρεάζει το μεταβολισμό των λιπιδίων. Η λεβοκαρνιτίνη μεταφέρεται από διάφορες πρωτεΐνες σε διαφορετικά μονοπάτια, συμπεριλαμβανομένων των μεταφορέων καρνιτίνης, των μετατοπιστών καρνιτίνης, των καρνιτίνη ακετυλοτρανσφερασών και των καρνιτίνη παλμιτοϋλοτρανσφερασών.
Η L-Καρνιτίνη είναι περιφερικός ανταγωνιστής της δράσης των θυρεοειδικών ορμονών σε ορισμένους ιστούς. Αναστέλλει την είσοδο των θυρεοειδικών ορμονών στους κυτταρικούς πυρήνες. Σε μια ελεγχόμενη κλινική δοκιμή, η L-καρνιτίνη έδειξε ότι αντιστρέφει ή προλαμβάνει ορισμένα συμπτώματα του υπερθυρεοειδισμού.
… Η θνησιμότητα και οι μεταβολικές συνέπειες της οξείας δηλητηρίασης από αμμωνία σε ποντίκια μειώνονται με φαρμακολογική χορήγηση L-καρνιτίνης. Ο μηχανισμός αυτής της επίδρασης μπορεί να έχει 2 συνιστώσες. Η χορήγηση L-καρνιτίνης ομαλοποιεί την κατάσταση οξειδοαναγωγής του εγκεφάλου (ίσως αυξάνοντας τη διαθεσιμότητα β-υδροξυβουτυρικού και/ή ακετυλ-L-καρνιτίνης στον εγκέφαλο) και αυξάνει τον ρυθμό σύνθεσης ουρίας στο ήπαρ, ίσως εν μέρει μέσω ενεργοποίησης του υποδοχέα γλυκοκορτικοειδών. Τουλάχιστον ένα μέρος της προστατευτικής επίδρασης σχετίζεται με τη ροή μέσω των καρνιτινοακυλοτρανσφερασών, καθώς ανάλογα της L-καρνιτίνης που είναι ανταγωνιστικοί αναστολείς των καρνιτινοακυλοτρανσφερασών ενισχύουν την τοξικότητα της οξείας χορήγησης αμμωνίας. Έτσι, έχει προταθεί ότι η L-καρνιτίνη αυξάνει τη σύνθεση ουρίας στο ήπαρ διευκολύνοντας την είσοδο λιπαρών οξέων στα μιτοχόνδρια, οδηγώντας σε αυξημένη ροή μέσω της οδού β-οξείδωσης, αυξημένα ενδομιτοχονδριακά αναγωγικά ισοδύναμα και ενίσχυση της παραγωγής ΑΤΡ. …
Η λεβοκαρνιτίνη είναι απαραίτητη για τη φυσιολογική αξιοποίηση των λιπών και τον ενεργειακό μεταβολισμό στα θηλαστικά. Διευκολύνει την είσοδο λιπαρών οξέων μακριάς αλύσου στα κυτταρικά μιτοχόνδρια, όπου χρησιμοποιούνται κατά την οξείδωση και την παραγωγή ενέργειας. Επίσης, απεκκρίνει ακυλο-ομάδες από υποκυτταρικά οργανίδια και από κύτταρα προς τα ούρα, πριν αυτά συσσωρευτούν σε τοξικές συγκεντρώσεις.
Ο κύριος μηχανισμός δράσης της καρνιτίνης φαίνεται να οφείλεται στο ρόλο της ως συμπαράγοντας στον μετασχηματισμό ελεύθερων λιπαρών οξέων μακριάς αλύσου σε ακυλοκαρνιτίνες για την επακόλουθη μεταφορά τους στη μιτοχονδριακή μήτρα. Η καρνιτίνη εμπλέκεται στο μεταβολισμό των κετονών για ενέργεια και στη μετατροπή διακλαδισμένων αμινοξέων - βαλίνης, λευκίνης και ισολευκίνης - σε ενέργεια. /Καρνιτίνη/
Η L-Καρνιτίνη συμμετέχει σε μια αναστρέψιμη αντίδραση εστεροποίησης, στην οποία μια ακυλο-ομάδα μεταφέρεται από το συνένζυμο Α στην υδροξυλομάδα της L-καρνιτίνης… /Αυτή η αντίδραση διευκολύνει την/ μεταφορά λιπαρών οξέων μακριάς αλύσου από το κυτταρόπλασμα… /και/ λιπαρών οξέων βραχύτερης αλύσου /πολύ μακριάς αλύσου/ από τα περοξισώματα στα μιτοχόνδρια /και την/ διαμόρφωση του λόγου ακυλο-CoA/CoA σε κυτταρικά διαμερίσματα.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι 15% (δισκία ή διάλυμα). Ο χρόνος μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα βρέθηκε να είναι 3,3 ώρες.
Μετά από μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση, 73,1 ± 16% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα κατά το διάστημα 0-24 ώρες. Μετά τη χορήγηση συμπληρωμάτων από το στόμα, εκτός από μια διατροφή πλούσια σε καρνιτίνη, 58-65% της χορηγούμενης ραδιενεργής δόσης ανακτήθηκε από τα ούρα και τα κόπρανα σε 5-11 ημέρες.
Ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση (Vss) μιας ενδοφλεβίως χορηγούμενης δόσης, πάνω από τα ενδογενή βασικά επίπεδα, υπολογίστηκε σε 29,0 ± 7,1 L. Ωστόσο, αυτή η τιμή προβλέπεται να είναι υποεκτίμηση του πραγματικού Vss.
Η συνολική κάθαρση του σώματος βρέθηκε να είναι κατά μέσο όρο 4 L/h.
Η L-Καρνιτίνη είναι μια φυσικά απαντώμενη ένωση που διευκολύνει τη μεταφορά λιπαρών οξέων στα μιτοχόνδρια για β-οξείδωση. … Στους ανθρώπους, η ενδογενής δεξαμενή καρνιτίνης, η οποία περιλαμβάνει ελεύθερη L-καρνιτίνη και μια σειρά από εστέρες βραχείας, μέσης και μακράς αλύσου, διατηρείται από την απορρόφηση L-καρνιτίνης από διατροφικές πηγές, τη βιοσύνθεση εντός του σώματος και την εκτενή νεφρική σωληνωειδή επαναρρόφηση από το σπειραματικό διήθημα. Επιπλέον, η μεταφορά που μεσολαβείται από μεταφορείς διασφαλίζει υψηλούς λόγους συγκέντρωσης ιστού προς πλάσμα σε ιστούς που εξαρτώνται κρίσιμα από την οξείδωση λιπαρών οξέων. Η απορρόφηση της L-καρνιτίνης μετά από χορήγηση από το στόμα συμβαίνει εν μέρει μέσω μεταφοράς που μεσολαβείται από μεταφορείς και εν μέρει με παθητική διάχυση. Μετά από από του στόματος δόσεις 1-6 g, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι 5-18%. Αντίθετα, η βιοδιαθεσιμότητα της διατροφικής L-καρνιτίνης μπορεί να φτάσει το 75%. Επομένως, οι φαρμακολογικές ή συμπληρωματικές δόσεις L-καρνιτίνης απορροφώνται λιγότερο αποτελεσματικά από τις σχετικά μικρότερες ποσότητες που υπάρχουν σε μια φυσιολογική διατροφή. Η L-Καρνιτίνη και οι εστέρες της βραχείας αλύσου δεν δεσμεύονται σε πρωτεΐνες πλάσματος και, αν και τα αιμοκύτταρα περιέχουν L-καρνιτίνη, ο ρυθμός κατανομής μεταξύ ερυθροκυττάρων και πλάσματος είναι εξαιρετικά αργός σε ολόκληρο το αίμα. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, ο αρχικός όγκος κατανομής της L-καρνιτίνης είναι συνήθως περίπου 0,2-0,3 L/kg, που αντιστοιχεί στον όγκο του εξωκυττάριου υγρού. Υπάρχουν τουλάχιστον τρία διακριτά φαρμακοκινητικά διαμερίσματα για την L-καρνιτίνη, με τη δεξαμενή που εξισορροπείται πιο αργά να περιλαμβάνει τους σκελετικούς και καρδιακούς μύες. Η L-Καρνιτίνη αποβάλλεται από τον οργανισμό κυρίως μέσω νεφρικής απέκκρισης. Υπό βασικές συνθήκες, η νεφρική κάθαρση της L-καρνιτίνης (1-3 mL/min) είναι σημαντικά μικρότερη από τον ρυθμό σπειραματικής διήθησης (GFR), υποδεικνύοντας εκτεταμένη (98-99%) σωληνωειδή επαναρρόφηση. Η συγκέντρωση κατωφλίου για τη σωληνωειδή επαναρρόφηση (πάνω από την οποία αρχίζει να μειώνεται η κλασματική επαναρρόφηση) είναι περίπου 40-60 μmol/L, η οποία είναι παρόμοια με το ενδογενές επίπεδο L-καρνιτίνης στο πλάσμα. Επομένως, η νεφρική κάθαρση της L-καρνιτίνης αυξάνεται μετά από εξωγενή χορήγηση, προσεγγίζοντας το GFR μετά από υψηλές ενδοφλέβιες δόσεις. …
Στα θηλαστικά, η δεξαμενή καρνιτίνης αποτελείται από μη εστεροποιημένη L-καρνιτίνη και πολλούς εστέρες ακυλοκαρνιτίνης. Από αυτούς τους εστέρες, η ακετυλ-L-καρνιτίνη είναι ποσοτικά και λειτουργικά η πιο σημαντική. Η ομοιόσταση της καρνιτίνης διατηρείται με απορρόφηση από τη διατροφή, μέτριο ρυθμό σύνθεσης και αποτελεσματική νεφρική επαναρρόφηση. Η διατροφική L-καρνιτίνη απορροφάται με ενεργή και παθητική μεταφορά μέσω των μεμβρανών των εντεροκυττάρων. Η βιοδιαθεσιμότητα της διατροφικής L-καρνιτίνης είναι 54-87% και εξαρτάται από την ποσότητα L-καρνιτίνης στο γεύμα. Η απορρόφηση συμπληρωμάτων L-καρνιτίνης (0,5-6 g) είναι κυρίως παθητική, με βιοδιαθεσιμότητα 14-18% της δόσης. Η μη απορροφηθείσα L-καρνιτίνη διασπάται κυρίως από μικροοργανισμούς στο παχύ έντερο. Τα κυκλοφορούντα L-καρνιτίνη κατανέμονται σε δύο κινητικά καθορισμένα διαμερίσματα: ένα μεγάλο με αργή ανανέωση (πιθανώς μύες) και ένα άλλο σχετικά μικρό με γρήγορη ανανέωση (πιθανώς ήπαρ, νεφρά και άλλοι ιστοί). Με φυσιολογική διατροφική πρόσληψη L-καρνιτίνης, ο χρόνος ανανέωσης ολόκληρου του σώματος στους ανθρώπους είναι 38-119 ώρες. Πειράματα in vitro υποδηλώνουν ότι η ακετυλ-L-καρνιτίνη υδρολύεται μερικώς στα εντεροκύτταρα κατά την απορρόφηση. In vivo, η συγκέντρωση της κυκλοφορούσας ακετυλ-L-καρνιτίνης αυξήθηκε κατά 43% μετά από συμπληρώματα ακετυλ-L-καρνιτίνης από το στόμα 2 g/ημέρα, υποδεικνύοντας ότι η ακετυλ-L-καρνιτίνη απορροφάται τουλάχιστον εν μέρει χωρίς υδρόλυση. Μετά από εφάπαξ ενδοφλέβια χορήγηση (0,5 g), η ακετυλ-L-καρνιτίνη υδρολύεται ταχέως, αλλά όχι πλήρως, και οι συγκεντρώσεις ακετυλ-L-καρνιτίνης και L-καρνιτίνης επιστρέφουν στα βασικά επίπεδα εντός 12 ωρών. Σε φυσιολογικές κυκλοφορούσες συγκεντρώσεις l-καρνιτίνης, η νεφρική επαναρρόφηση l-καρνιτίνης είναι εξαιρετικά αποτελεσματική (90-99% του φιλτραρισμένου φορτίου, κάθαρση 1-3 mL/min), αλλά εμφανίζει κινητική κορεσμού. Έτσι, καθώς η κυκλοφορούσα συγκέντρωση L-καρνιτίνης αυξάνεται (όπως μετά από υψηλή δόση ενδοφλέβιας ή από του στόματος χορήγησης L-καρνιτίνης), η αποτελεσματικότητα της επαναρρόφησης μειώνεται και η κάθαρση αυξάνεται, με αποτέλεσμα την ταχεία μείωση της κυκλοφορούσας συγκέντρωσης L-καρνιτίνης στα βασικά επίπεδα. Η κινητική απέκκρισης για την ακετυλ-L-καρνιτίνη είναι παρόμοια με αυτήν της L-καρνιτίνης. Υπάρχουν ενδείξεις για νεφρική σωληνωειδή έκκριση τόσο της L-καρνιτίνης όσο και της ακετυλ-L-καρνιτίνης. …
Οι φαρμακοκινητικές της L-καρνιτίνης και των μεταβολιτών της διερευνήθηκαν σε 7 υγιείς εθελοντές μετά από από του στόματος χορήγηση 0, 0,5, 1 και 2 g τρεις φορές την ημέρα για 7 ημέρες. Οι μέσες συγκεντρώσεις L-καρνιτίνης στο πλάσμα κατά τη διάρκεια ενός διαστήματος δόσης 8 ωρών αυξήθηκαν σημαντικά (P < 0,05) από μια βασική τιμή 54,2 ± 9,3 μM σε 80,5 ± 12,5 μM μετά από δόση 0,5 g· δεν υπήρξε περαιτέρω αύξηση σε υψηλότερες δόσεις. Υπήρξε σημαντική αύξηση (P < 0,001) στην νεφρική κάθαρση της L-καρνιτίνης, υποδεικνύοντας κορεσμό της σωληνωειδούς επαναρρόφησης. Τα επίπεδα τριμεθυλαμίνης στο πλάσμα αυξήθηκαν αναλογικά με τη δόση L-καρνιτίνης, αλλά δεν υπήρξε αλλαγή στη νεφρική κάθαρση. Μια σημαντική αύξηση στις συγκεντρώσεις της τριμεθυλαμίνης-Ν-οξειδίου στο πλάσμα από τη βασική τιμή ήταν εμφανής μόνο για τη δόση 2 g L-καρνιτίνης (από 34,5 ± 2,0 σε 149 ± 145 μM), και η νεφρική της κάθαρση μειώθηκε με την αύξηση της δόσης (P < 0,05). Δεν υπήρξαν ενδείξεις μη γραμμικότητας στο μεταβολισμό της τριμεθυλαμίνης σε τριμεθυλαμίνη-Ν-οξείδιο. Συμπερασματικά, η φαρμακοκινητική της L-καρνιτίνης από το στόμα εμφανίζει μη γραμμικότητα πάνω από τη δόση των 0,5 g τρεις φορές την ημέρα.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η L-καρνιτίνη απορροφάται στο έντερο με συνδυασμό ενεργού μεταφοράς και παθητικής διάχυσης. Αναφορές βιοδιαθεσιμότητας μετά από δόση από το στόμα έχουν ποικίλει σημαντικά, με εκτιμήσεις τόσο χαμηλές όσο 16-18% όσο και τόσο υψηλές όσο 54-87% … Η βλεννογόνος απορρόφηση της καρνιτίνης φαίνεται να κορέννυται περίπου σε δόση 2 g. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο αίμα επιτυγχάνονται περίπου 3,5 ώρες μετά από δόση από το στόμα και μειώνονται αργά, με ημιζωή περίπου 15 ώρες. Η απέκκριση της καρνιτίνης γίνεται κυρίως μέσω των νεφρών. Η καρδιά, οι σκελετικοί μύες, το ήπαρ, τα νεφρά και η επιδιδυμίδα διαθέτουν ειδικά συστήματα μεταφοράς για την καρνιτίνη που τη συγκεντρώνουν σε αυτούς τους ιστούς. Παρά τις ενδείξεις για αυξημένα επίπεδα ελεύθερης καρνιτίνης και μεταβολιτών καρνιτίνης στο αίμα και τα ούρα μετά από δόση από το στόμα, δεν παρατηρήθηκε σημαντική αλλαγή στα επίπεδα καρνιτίνης των ερυθροκυττάρων σε υγιείς εθελοντές, υποδηλώνοντας είτε αργή αναπλήρωση των αποθεμάτων καρνιτίνης στους ιστούς μετά από δόση από το στόμα είτε χαμηλή ικανότητα μεταφοράς καρνιτίνης στους ιστούς υπό φυσιολογικές συνθήκες.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη L-CARNITINE (11 συνολικά), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση σε Πρωτεΐνες
Καμία
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Μετά από χορήγηση από το στόμα, η L-καρνιτίνη που δεν απορροφάται μεταβολίζεται στον γαστρεντερικό σωλήνα από βακτηριακή μικροχλωρίδα. Κύριοι μεταβολίτες περιλαμβάνουν τριμεθυλαμίνη Ν-οξείδιο και [3H]-γάμμα-βουτυροβεταΐνη.
Στα θηλαστικά, η L-καρνιτίνη συντίθεται από την ε-Ν-τριμεθυλυσίνη, η οποία προέρχεται από υπομεταφραστικά μεθυλιωμένα κατάλοιπα λυσίνης σε πρωτεΐνες, και από την πρωτεϊνική ανανέωση. Σε φυσιολογικούς ανθρώπους, ο ρυθμός σύνθεσης εκτιμάται σε περίπου 1,2 μmol/kg/ημέρα. Ο ρυθμός βιοσύνθεσης L-καρνιτίνης ρυθμίζεται από τη διαθεσιμότητα της ε-Ν-τριμεθυλυσίνης. Έτσι, συνθήκες που αυξάνουν τη μεθυλίωση των πρωτεϊνών ή/και την πρωτεϊνική ανανέωση μπορεί να αυξήσουν τον ρυθμό βιοσύνθεσης L-καρνιτίνης.
Η σύνθεση της καρνιτίνης ξεκινά με τη μεθυλίωση του αμινοξέος L-λυσίνη από S-αδενοσυλμεθειονίνη (SAMe). Μαγνήσιο, βιταμίνη C, σίδηρος, βιταμίνες B3 και B6, και α-κετογλουταρικό - μαζί με τους συμπαράγοντες που είναι υπεύθυνοι για τη δημιουργία SAMe (μεθειονίνη, φολικό οξύ, βιταμίνη B12 και βηταΐνη) - απαιτούνται όλοι για την ενδογενή σύνθεση καρνιτίνης.
Η μη απορροφηθείσα L-καρνιτίνη διασπάται από μικροοργανισμούς στο παχύ έντερο. Κύριοι αναγνωρισμένοι μεταβολίτες είναι η τριμεθυλαμίνη οξείδιο στα ούρα και η γάμμα-βουτυροβεταΐνη στα κόπρανα.
Η καρνιτίνη παίζει απαραίτητο ρόλο στην οξείδωση των λιπαρών οξέων. Προηγούμενες μελέτες αποκάλυψαν ότι η εμβρυϊκή καρνιτίνη προέρχεται από τη μητέρα μέσω διαπλακουντιακής μεταφοράς. Πρόσφατες μελέτες έδειξαν την παρουσία και τη σημασία ενός ενεργού συστήματος οξείδωσης λιπαρών οξέων στον ανθρώπινο πλακούντα και στο ανθρώπινο έμβρυο. Υπό το φως αυτών των ευρημάτων… ο μεταβολισμός της καρνιτίνης /μελετήθηκε/ στη μονάδα εμβρύου-πλακούντα με μέτρηση μεταβολιτών καρνιτίνης, ενδιάμεσων μεταβολιτών της βιοσύνθεσης καρνιτίνης, καθώς και της δραστηριότητας ενζύμων βιοσύνθεσης καρνιτίνης σε ανθρώπινο τερματικό πλακούντα, ομφαλοπλακουντιακό αίμα και επιλεγμένους εμβρυϊκούς και εμβρυϊκούς ιστούς (5-20 εβδομάδες ανάπτυξης). Ο πλακούντας περιείχε χαμηλή αλλά ανιχνεύσιμη δραστηριότητα της γ-βουτυροβεταΐνης διοξυγενάσης. Αυτό το ένζυμο, το οποίο θεωρείται ότι εκφράζεται μόνο στο νεφρό, το ήπαρ και τον εγκέφαλο, καταλύει το τελευταίο βήμα στην οδό βιοσύνθεσης καρνιτίνης. Επιπλέον, … ο ανθρώπινος εμβρυϊκός νεφρός, το ήπαρ και ο νωτιαίος μυελός έχουν ήδη την ικανότητα να συνθέτουν καρνιτίνη. Η ικανότητα του πλακούντα και του εμβρύου να συνθέτουν καρνιτίνη υποδηλώνει ότι σε περιπτώσεις όπου η μητρική παροχή καρνιτίνης είναι περιορισμένη, η βιοσύνθεση καρνιτίνης από τη μονάδα εμβρύου-πλακούντα μπορεί να παρέχει επαρκή καρνιτίνη για τον πλακουντιακό και εμβρυϊκό μεταβολισμό. /Καρνιτίνη/
Για περισσότερα δεδομένα Μεταβολισμού/Μεταβολιτών (Πλήρη) για τη L-CARNITINE (7 συνολικά), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
Μετά από χορήγηση από το στόμα, η L-καρνιτίνη που δεν απορροφάται μεταβολίζεται στον γαστρεντερικό σωλήνα από βακτηριακή μικροχλωρίδα. Κύριοι μεταβολίτες περιλαμβάνουν τριμεθυλαμίνη Ν-οξείδιο και [3H]-γάμμα-βουτυροβεταΐνη. Οδός Απέκκρισης: Μετά από εφάπαξ ενδοφλέβια δόση, 73,1 ± 16% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα κατά το διάστημα 0-24 ωρών. Μετά τη χορήγηση συμπληρωμάτων από το στόμα, εκτός από μια διατροφή πλούσια σε καρνιτίνη, 58-65% της χορηγούμενης ραδιενεργής δόσης ανακτήθηκε από τα ούρα και τα κόπρανα σε 5-11 ημέρες. Ημιζωή: 17,4 ώρες (απέκκριση) μετά από εφάπαξ ενδοφλέβια δόση.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
17,4 ώρες (απέκκριση) μετά από εφάπαξ ενδοφλέβια δόση.
Κατανομή: 0,585 ώρες· Απέκκριση: 17,4 ώρες
… Ημιζωή /στο αίμα/ περίπου 15 ώρες …
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
0G389FZZ9M
ΛΕΒΟΚΑΡΝΙΤΙΝΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ανάλογο Καρνιτίνης
Η Λεβοκαρνιτίνη είναι ένα Ανάλογο Καρνιτίνης.
ΛΕΒΟΚΑΡΝΙΤΙΝΗ
Καρνιτίνη [CS]· Ανάλογο Καρνιτίνης [EPC]
ΛΕΒΟΚΑΡΝΙΤΙΝΗ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΟΜΑ
Ανάλογο Καρνιτίνης [EPC]· Καρνιτίνη [CS]