Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ B01AB01 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

HEPARIN

Ηπαρίνη

Η αντιπηκτική αγωγή αρχίζει είτε με ηπαρίνη είτε με ηπαρίνες χαμηλού μοριακού βάρους. H αντιπηκτική δράση της ηπαρίνης αρχίζει γρήγορα αλλά έχει βραχεία διάρκεια. Αναφέρεται σαν ηπαρίνη για να διακριθεί από τις χαμηλού μοριακού βάρους (XMB) ηπαρίνες που έχουν μακρότερη περίοδο …

Chemical structure of HEPARIN

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Οι κύριες ενδείξεις τους είναι η πρόληψη των φλεβικών θρομβώσεων και γενικώς των θρομβοεμβολικών επιπλοκών. Επίσης, η πρόληψη της δημιουργίας πηγμάτων στην εξωσωματική κυκλοφορία κατά την αιμοκάθαρση καθώς και η αντιμετώπιση της ασταθούς στηθάγχης και του μη…
medication
SPC-HEPARIN-LEO

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
ενδοφλεβίως
Χορήγηση:
Αρχική δόση bolus και ακολούθως ενδοφλέβια στάγδην έγχυση
Δόση έναρξης:
5000 I.U. bolus
Τιτλοποίηση:
Αναπροσρμογή της δόσης ανά 6-8 ώρες, ανάλογα τον χρόνο aPTT
  • Αντιμετώπιση με στόχο την θεραπεία
    Δόση5000 I.U. bolus ενδοφλεβίως. Ακολουθεί συνεχής ενδοφλέβια έγχυση διαλύματος σε δόση 1000 I.U./h
    Αναπροσρμογή της δόσης ανά 6-8 ώρες, ανάλογα τον χρόνο aPTT ο οποίος πρέπει να διατηρείται 2-2,5 φορές μεγαλύτερος του ανωτέρου φυσιολογικού.
  • Παιδιά & νεαροί ενήλικες (θεραπεία)
    Δόσημικρότερη δόση φόρτισης
    Μέγ. δόση15-25 I.U./kg/h με ενδοφλέβια εγχυση
  • Αντιμετώπιση με στόχο την προφύλαξη
    Σύμφωνα με την περίπτωση (Α) και διατήρηση του aPTT 1,5-2 φορές μεγαλύτερο του φυσιολογικού.
block
SPC-HEPARIN-LEO

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Ενεργός ή ιστορικό ανοσολογικής επαγόμενης από ηπαρίνη θρομβοκυττοπενίας (τύπου ΙΙ)
  • Ενεργή μείζονα αιμορραγία και παράγοντες κινδύνου για μείζονα αιμορραγία
  • Σηπτική ενδοκαρδίτιδα
  • Τοπική-περιοχική αναισθησία σε προγραμματισμένες χειρουργικές επεμβάσεις
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ηπαρίνη για θεραπεία αντί για προφύλαξη
  • Εισαγωγή επισκληρίδιου καθετήρα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν θεραπευτικές δόσεις ηπαρίνης
  • Χορήγηση σε πρόωρα βρέφη και νεογνά λόγω του κινδύνου εμφάνισης gasping syndrome
    ΠληθυσμόςΠρόωρα βρέφη και νεογνά
  • Χορήγηση μετά από χειρουργική επέμβαση στον εγκέφαλο, οφθαλμό και νωτιαίο μυελό
  • Χορήγηση σε αρρώστους στους οποίους γίνεται οσφυονωτιαία παρακέντηση
  • Βαριά ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια
  • Μεγάλη ηλικία
warning
SPC-HEPARIN-LEO

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Κίνδυνος αιμορραγίας
    Συνιστάται προσοχή
  • Συνδυασμός με φάρμακα που επηρεάζουν τη λειτουργία των αιμοπεταλίων ή το σύστημα πήξης
    Πρέπει να αποφεύγεται ή να παρακολουθείται προσεκτικά
  • Επισκληρίδιο ή νωτιαίο αιμάτωμα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε επισκληρίδιο ή νωτιαία αναισθησία ή νωτιαία παρακέντηση
    Πολύ σπάνια σύνδεση με παρατεταμένη ή μόνιμη παράλυση. Ο κίνδυνος αυξάνεται με τη χρήση επισκληρίδιου/νωτιαίου καθετήρα, ταυτόχρονη χρήση φαρμάκων που επηρεάζουν την αιμόσταση (NSAIDs, αναστολείς αιμοπεταλίων, αντιπηκτικά) και τραυματική/επαναλαμβανόμενη παρακέντηση.
  • Διαχείριση κατά την αναισθησία/παρακέντηση
    Καθορισμός χρονικών διαστημάτων μεταξύ χορήγησης ηπαρίνης και τοποθέτησης/αφαίρεσης καθετήρα, ανάλογα με τις δόσεις (προφυλακτικές vs θεραπευτικές).
  • Νευρολογική βλάβη
    Απαιτείται ύψιστη επαγρύπνηση και συχνή παρακολούθηση για σημεία και συμπτώματα νευρολογικής βλάβης. Εκπαίδευση νοσηλευτών στην ανίχνευση αυτών των σημείων. Ασθενείς να ενημερώνουν άμεσα για τυχόν συμπτώματα.
  • Επείγουσα διάγνωση και θεραπεία
    Σε υποψία επισκληρίδιου ή νωτιαίου αιματώματος, απαιτείται επείγουσα δράση, συμπεριλαμβανομένης αποσυμπίεσης του νωτιαίου μυελού.
  • Αιμάτωμα
    Απαγορεύεται η ενδομυϊκή χορήγηση και πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση ενδομυϊκών ενέσεων.
  • Ανοσολογική θρομβοκυττοπενία επαγόμενη από ηπαρίνη (τύπου ΙΙ)
    Μέτρηση αιμοπεταλίων πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Διακοπή της Heparin LEO® σε περίπτωση εμφάνισης. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται LMWH ως εναλλακτική.
  • Υπερκαλιαιμία
    Έλεγχος επιπέδων καλίου πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Συνήθως αναστρέψιμη μετά τη διακοπή, μπορεί να χρειαστεί ρύθμιση της διατροφής ή άλλων φαρμάκων.
  • Έκδοχα
    Προσοχή σε πιθανές αλλεργικές αντιδράσεις (methylparaben, propylparaben) και τοξικές/αναφυλακτικές αντιδράσεις σε βρέφη/παιδιά (benzyl alcohol).
swap_horiz
SPC-HEPARIN-LEO

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • φάρμακα που επηρεάζουν τον πηκτικό μηχανισμό (π.χ. ακετυλοσαλικυλικό οξύ, άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (NSAIDs) και εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs)), θρομβολυτικοί παράγοντες, ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ, ενεργοποιημένη πρωτεΐνη C και άμεσοι αναστολείς της θρομβίνης
    παρακολούθηση
    Ενισχύεται η αντιπηκτική δράση της Heparin LEO
    ΣύστασηΑποφυγή ή προσεκτική παρακολούθηση
  • διπυριδαμόλη, τικλοπιδίνη, δεξτράνη, γκουαϊακολική γλυκερίνη
    παρακολούθηση
    Ενισχύεται η αντιπηκτική δράση της ηπαρίνης
  • καρδιακοί γλυκοσίδες (δακτυλίτιδα), νικοτίνη, ορισμένα αντιβιοτικά (πενικιλλίνη, τετρακυκλίνες, κλπ.), φαινοθειαζίνες, κινακρίνη, βρωμιούχος εξαδιμεθρίνη
    παρακολούθηση
    Ανταγωνίζεται το αντιπηκτικό αποτέλεσμα της ηπαρίνης
  • κορτικοειδή, ACTH, ινσουλίνη
    παρακολούθηση
    Η ηπαρίνη ανταγωνίζεται τη δράση τους
  • Διαζεπάμη, Θυροξίνη
    παρακολούθηση
    Η ηπαρίνη αυξάνει τα επίπεδα στο αίμα
sick
SPC-HEPARIN-LEO

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Θρομβοκυττοπενία, συμπεριλαμβανομένης μη ανοσολογικής θρομβοκυττοπενίας που σχετίζεται με ηπαρίνη (τύπου Ι)
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Αναφυλακτική αντίδραση
  • Επαγόμενη από ηπαρίνη θρομβοκυττοπενία (τύπου ΙΙ)
  • Υπερευαισθησία
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Υπερκαλιαιμία
Αγγειακές διαταραχές
  • Αιμορραγία
  • Αιμάτωμα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Ερύθημα
  • Νέκρωση του δέρματος
  • Εξάνθημα*
  • Κνίδωση
  • Κνησμός
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • Οστεοπόρωση (σε συνδυασμό με μακροχρόνια θεραπεία)
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
  • Πριαπισμός
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης
Διερευνήσεις
  • Αύξηση τρανσαμινασών
  • Παράταση χρόνου ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης πέρα από το θεραπευτικό εύρος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Θρομβοκυττοπενία, συμπεριλαμβανομένης μη ανοσολογικής θρομβοκυττοπενίας που σχετίζεται με ηπαρίνη (τύπου Ι)
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Αναφυλακτική αντίδραση
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Επαγόμενη από ηπαρίνη θρομβοκυττοπενία (τύπου ΙΙ)
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Υπερευαισθησία
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Υπερκαλιαιμία
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Όχι συχνές
  • Αιμορραγία
    Αγγειακές διαταραχές
    Συχνές
  • Αιμάτωμα
    Αγγειακές διαταραχές
    Συχνές
  • Ερύθημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Συχνές
  • Νέκρωση του δέρματος
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Εξάνθημα*
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Κνίδωση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Κνησμός
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Οστεοπόρωση (σε συνδυασμό με μακροχρόνια θεραπεία)
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Όχι συχνές
  • Πριαπισμός
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
    Όχι συχνές
  • Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • Αύξηση τρανσαμινασών
    Διερευνήσεις
    Συχνές
  • Παράταση χρόνου ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης πέρα από το θεραπευτικό εύρος
    Διερευνήσεις
    Όχι συχνές
pregnant_woman
SPC-HEPARIN-LEO

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Απαιτείται προσοχή
    Ένας μεγάλος αριθμός δεδομένων σε έγκυες γυναίκες (περισσότερες από 1.000 εκβάσεις εγκυμοσύνης) δεν καταδεικνύει δυσμορφική ούτε εμβρυϊκή/νεογνική τοξικότητα από την ηπαρίνη. Η ηπαρίνη δεν διαπερνά τον πλακούντα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια όλων των τριμήνων της εγκυμοσύνης εάν είναι κλινικά αναγκαίο. Απαιτείται προσοχή σε σχέση με τον κίνδυνο αιμορραγίας, ειδικά κατά τη διάρκεια του τοκετού και της επισκληρίδιου αναισθησίας. Εξ’ αιτίας του κινδύνου εμφάνισης νωτιαίου αιματώματος, οι θεραπευτικές δόσεις ηπαρίνης αντενδείκνυνται σε ασθενείς που λαμβάνουν νευραξονική αναισθησία. Συνεπώς, η επισκληρίδιος αναισθησία σε έγκυες γυναίκες θα πρέπει πάντα να καθυστερεί για τουλάχιστον 4-6 ώρες μετά την ενδοφλέβια χορήγηση της τελευταίας θεραπευτικής δόσης ηπαρίνης, και 8-12 ώρες μετά την υποδόρια χορήγηση της τελευταίας θεραπευτικής δόσης ηπαρίνης. Ωστόσο, προφυλακτικές δόσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν, εφ’ όσον μεσολαβεί μία ελάχιστη καθυστέρηση 4-6 ωρών μεταξύ της τελευταίας χορήγησης ηπαρίνης και της τοποθέτησης βελόνας ή καθετήρα. Η Heparin LEO περιέχει βενζυλική αλκοόλη. Αυτό το συντηρητικό μπορεί να διαπεράσει τον πλακούντα.
  • Γαλουχία
    Δεν έχουν αναφερθεί περιστατικά
    Δεν έχουν αναφερθεί περιστατικά ανεπιθύμητων ενεργειών σε θηλάζοντα βρέφη.
  • Γονιμότητα
    Δεν υπάρχουν κλινικές μελέτες
    Δεν υπάρχουν κλινικές μελέτες με ηπαρίνη όσον αφορά τη γονιμότητα.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Ο μηχανισμός δράσης της ηπαρίνης εξαρτάται από την αντιθρομβίνη. Δρα κυρίως επιταχύνοντας τον ρυθμό εξουδετέρωσης ορισμένων ενεργοποιημένων παραγόντων πήξης από την αντιθρομβίνη, αλλά μπορεί να εμπλέκονται και άλλοι μηχανισμοί. Η αντιθρομβωτική δράση της…
monitor_heart
SPC-HEPARIN-LEO

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιθρομβοτικοί παράγοντες, κωδικός ATC B01AB10 Η ηπαρίνη είναι αντιπηκτικό, έμμεσος αναστολέας της ελεύθερης (κυκλοφορούμενης) στο πλάσμα θρομβίνης και δρα τόσο IN VIVO όσο και IN VITRO.
biotech
SPC-HEPARIN-LEO

Φαρμακοκινητική

expand_more
Είναι αντιπηκτικό με άμεση δράση. Η διάρκεια δράσης είναι μικρή όταν χορηγείται ενδοφλεβίως. Ο χρόνος ημίσειας ζωής κυμαίνεται επομένως από 30 min-6 ώρες, ανάλογα με την οδό χορήγησης και τη δόση. Νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια παρατείνουν το χρόνο ημίσειας…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Διαδρομή απέκκρισης: Δεν έχει καθοριστεί

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-HEPARIN-LEO
expand_more
(Α) Αντιμετώπιση με στόχο την θεραπεία (οι περιπτώσεις 4.1.α και 4.1.β 5,6,7): Νατριούχος ηπαρίνη Αρχική δόση φόρτισης: 5000 I.U. bolus ενδοφλεβίως. Ακολουθεί συνεχής ενδοφλέβια έγχυση διαλύματος σε δόση 1000 I.U./h και αναπροσρμογή της δόσης ανά 6-8 ώρες, ανάλογα τον χρόνο aPTT (χρόνος μερικώς ενεργοποιημένης θρομβοπλαστίνης) ο οποίος πρέπει να διατηρείται 2-2,5 φορές μεγαλύτερος του ανωτέρου φυσιολογικού. Σε παιδιά & νεαρούς ενήλικες η αντιμετώπιση με στόχο τη θεραπεία γίνεται με χορήγηση μικρότερης δόσης φόρτισης και μετά 15-25 I.U./kg/h με ενδοφλέβια εγχυση. (Β) Αντιμετώπιση με στόχο την προφύλαξη (οι περιπτώσεις 4.1.β 1,2,3,4): Νατριούχος ηπαρίνη Σύμφωνα με την περίπτωση (Α) και διατήρηση του aPTT 1,5-2 φορές μεγαλύτερο του φυσιολογικού. ΤΡΟΠΟΣ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ Τα σκευάσματα νατριούχου ηπαρίνης πρέπει να χορηγούνται μόνο ενδοφλεβίως: μια αρχική δόση bolus και ακολούθως ενδοφλέβια στάγδην έγχυση (με τη χρήση αντλίας εγχύσεως). Δεν ενδείκνυται πλέον η διαλείπουσα ενδοφλέβια χορήγηση ηπαρίνης. Σημαντική παρατήρηση: Η ηπαρίνη είναι πολύτιμο φάρμακο, αλλά για τη χρησιμοποίησή του απαιτούνται ειδικές γνώσεις, διότι συχνότατα αντιμετωπίζει απειλητικές για τη ζωή παθολογικές καταστάσεις, αλλά και μπορεί να επιφέρει στον οργανισμό σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Η χορήγησή της πρέπει να γίνεται απο εξειδικευμένο προσωπικό υπό την επίβλεψη γιατρού. Η ανάγκη συχνού εργαστηριακού έλεγχου και η πιθανότητα αντιμετώπισης επιπλοκών επιβάλλει τη χορήγησή της μόνο σε οργανωμένη υγειονομική μονάδα. Τρόπος διάθεσης: Μόνο για Νοσοκομειακή χρήση.
block

Αντενδείξεις

SPC-HEPARIN-LEO
expand_more
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1. Ενεργός ή ιστορικό ανοσολογικής επαγόμενης από ηπαρίνη θρομβοκυττοπενίας (τύπου ΙΙ) (βλέπε παράγραφο 4.4). Ενεργή μείζονα αιμορραγία και παράγοντες κινδύνου για μείζονα αιμορραγία. Σηπτική ενδοκαρδίτιδα. Ιδιαίτερα στους ασθενείς που λαμβάνουν ηπαρίνη για θεραπεία αντί για προφύλαξη, η τοπική-περιοχική αναισθησία σε προγραμματισμένες χειρουργικές επεμβάσεις αντενδείκνυται. Επιπλέον, σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπευτικές δόσεις ηπαρίνης, αντενδείκνυται η εισαγωγή επισκληρίδιου καθετήρα. Αφαίρεση ή χειρισμός του επισκληρίδιου καθετήρα πρέπει να γίνεται μόνο όταν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου (βλέπε παράγραφο 4.4). Η Heparin LEO® περιέχει 10 mg/ml του συντηρητικού βενζυλική αλκοόλη (benzyl alcohol). Αυτό δεν πρέπει να χορηγείται σε πρόωρα βρέφη και νεογνά λόγω του κινδύνου εμφάνισης gasping syndrome. Δεν πρέπει επίσης να χορηγείται μετά από χειρουργική επέμβαση στον εγκέφαλο, οφθαλμό και νωτιαίο μυελό και σε αρρώστους στους οποίους γίνεται οσφυονωτιαία παρακέντηση. Βαριά ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια, μεγάλη ηλικία. Τέλος η ηπαρίνη δεν πρέπει να χορηγείται ή πρέπει να χορηγείται με μεγάλη προσοχή, σε ορισμένες ακόμη παθολογικές καταστάσεις.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-HEPARIN-LEO
expand_more

Προσοχή όταν χορηγείται Heparin LEO σε ασθενείς με κίνδυνο αιμορραγίας (βλ. Αντενδείξεις).

Ο συνδυασμός με φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν τη λειτουργία των αιμοπεταλίων ή του συστήματος πήξης θα πρέπει να αποφεύγεται ή να παρακολουθείται προσεκτικά (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Επισκληρίδιο ή νωτιαίο αιμάτωμα: Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε επισκληρίδιο ή νωτιαία αναισθησία ή νωτιαία παρακέντηση, η προφυλακτική χρήση της ηπαρίνης μπορεί πολύ σπάνια να συνδέεται με επισκληρίδιο ή νωτιαίο αιμάτωμα με αποτέλεσμα την παρατεταμένη ή μόνιμη παράλυση. Ο κίνδυνος αυξάνεται με:

  • Τη χρήση επισκληρίδιου ή νωτιαίου καθετήρα για αναισθησία.
  • Την ταυτόχρονη χρήση φαρμάκων που επηρεάζουν την αιμόσταση όπως μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (NSAIDs), αναστολείς των αιμοπεταλίων ή αντιπηκτικά.
  • Τραυματική ή επαναλαμβανόμενη παρακέντηση.

Διαχείριση κατά την αναισθησία/παρακέντηση:

  • Προφυλακτικές δόσεις (≤15.000 IU/ημέρα): Η τοποθέτηση ή αφαίρεση επισκληρίδιου/νωτιαίου καθετήρα να γίνεται 4-6 ώρες μετά την τελευταία χορήγηση ηπαρίνης. Η επόμενη δόση να χορηγείται τουλάχιστον 1 ώρα μετά τη διαδικασία.
  • Θεραπευτικές δόσεις (>15.000 IU/ημέρα): Η τοποθέτηση ή αφαίρεση επισκληρίδιου/νωτιαίου καθετήρα να γίνεται 4-6 ώρες μετά την τελευταία ενδοφλέβια χορήγηση ή 8-12 ώρες μετά την τελευταία υποδόρια χορήγηση. Η επαναχορήγηση να καθυστερεί μέχρι την ολοκλήρωση της χειρουργικής διαδικασίας ή τουλάχιστον 1 ώρα μετά τη διαδικασία.

Παρακολούθηση: Στην περίπτωση χορήγησης αντιπηκτικής αγωγής στο πλαίσιο εφαρμογής επισκληρίδιου ή νωτιαίας αναισθησίας, απαιτείται ύψιστη επαγρύπνηση και συχνή παρακολούθηση για την ανίχνευση σημείων και συμπτωμάτων νευρολογικής βλάβης (πόνος στην πλάτη, αισθητικά/κινητικά ελλείμματα, δυσλειτουργία εντέρου/ουροδόχου κύστης). Οι νοσηλευτές πρέπει να εκπαιδεύονται στην ανίχνευση αυτών των σημείων.

Επείγουσα δράση: Αν υπάρχει υποψία επισκληρίδιου ή νωτιαίου αιματώματος, απαιτείται επείγουσα διάγνωση και θεραπεία, συμπεριλαμβανομένης αποσυμπίεσης του νωτιαίου μυελού.

Αιμάτωμα:

  • Η ηπαρίνη δεν πρέπει να χορηγείται με ενδομυϊκή ένεση.
  • Η ταυτόχρονη χρήση ενδομυϊκών ενέσεων πρέπει να αποφεύγεται.

Θρομβοκυττοπενία:

  • Έλεγχος: Ο αριθμός των αιμοπεταλίων πρέπει να μετράται πριν την έναρξη και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
  • Διακοπή: Η Heparin LEO® πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς που αναπτύσσουν ανοσολογική θρομβοκυττοπενία επαγόμενη από ηπαρίνη (τύπου ΙΙ) (βλ. Αντενδείξεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Ο αριθμός των αιμοπεταλίων συνήθως ομαλοποιείται εντός 2-4 εβδομάδων.
  • Εναλλακτική: Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται χαμηλού μοριακού βάρους ηπαρίνη ως εναλλακτική σε περίπτωση θρομβοκυττοπενίας τύπου ΙΙ.

Υπερκαλιαιμία:

  • Μηχανισμός: Τα προϊόντα ηπαρίνης μπορεί να καταστείλουν την επινεφριδιακή έκκριση αλδοστερόνης.
  • Παράγοντες κινδύνου: Σακχαρώδης διαβήτης, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, προϋπάρχουσα μεταβολική οξέωση, αυξημένο κάλιο ορού, ταυτόχρονη θεραπεία με φάρμακα που αυξάνουν το κάλιο, μακροχρόνια χρήση ηπαρίνης.
  • Έλεγχος: Τα επίπεδα καλίου πρέπει να μετρούνται πριν την έναρξη και τακτικά κατά τη θεραπεία.
  • Αντιμετώπιση: Συνήθως αναστρέψιμη μετά τη διακοπή. Μπορεί να χρειαστεί μείωση πρόσληψης καλίου ή διακοπή άλλων φαρμάκων.

Έκδοχα:

  • Η Heparin LEO® περιέχει benzyl alcohol, methylparaben, propylparaben και sodium.
  • Methylparaben και propylparaben: Μπορούν να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις (πιθανώς καθυστερημένες) και κατ’ εξαίρεση βρογχόσπασμο.
  • Benzyl alcohol: Μπορεί να προκαλέσει τοξικές και αναφυλακτικές αντιδράσεις σε βρέφη και παιδιά έως 3 ετών.
  • Sodium: Το προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νάτριο (23 mg) ανά φιαλίδιο των 5 ml, ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-HEPARIN-LEO
expand_more
Η αντιπηκτική δράση της Heparin LEO μπορεί να ενισχυθεί από την ταυτόχρονη χορήγηση άλλων φαρμάκων που επηρεάζουν τον πηκτικό μηχανισμό, όπως αυτά που αναστέλλουν την λειτουργία των αιμοπεταλίων (π.χ. ακετυλοσαλικυλικό οξύ, άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (NSAIDs) και εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs)), θρομβολυτικοί παράγοντες, ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ, ενεργοποιημένη πρωτεΐνη C και άμεσοι αναστολείς της θρομβίνης. Τέτοιοι συνδυασμοί θα πρέπει να αποφεύγονται ή να παρακολουθούνται προσεκτικά (βλέπε παράγραφο 4.4). Η αντιπηκτική δράση της ηπαρίνης ενισχύεται με:τη διπυριδαμόλη, την τικλοπιδίνη, τη δεξτράνητην γκουαϊακολική γλυκερίνη. Αντίθετα, το αντιπηκτικό αποτέλεσμα της ηπαρίνης μπορεί να ανταγωνίζονται οι καρδιακοί γλυκοσίδες (δακτυλίτιδα), η νικοτίνη, ορισμένα αντιβιοτικά (πενικιλλίνη, τετρακυκλίνες, κλπ.), οι φαινοθειαζίνες, η κινακρίνη, η βρωμιούχος εξαδιμεθρίνη. Εξάλλου η ηπαρίνη ανταγωνίζεται τη δράση των κορτικοειδών, της ACTH και της ινσουλίνης, ενώ αυξάνει τα επίπεδα της διαζεπάμης και θυροξίνης στο αίμα. Η χορήγηση ηπαρίνης αλλοιώνει τις μετρήσεις προθρομβίνης, SGOT, SGPT χωρίς παράλληλη αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης. Δεδομένου ότι ο προσδιορισμός των αμινοτρανσφερασών έχει ιδιαίτερη σημασία στη διάγνωση του εμφράγματος του μυοκαρδίου, της πνευμονικής εμβολής και διαφόρων παθήσεων του ήπατος, η αύξηση αυτών των ενζύμων στη διάρκεια της θεραπείας με ηπαρίνη πρέπει να αξιολογείται με προσοχή.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-HEPARIN-LEO
expand_more

Ο υπολογισμός της συχνότητας των ανεπιθύμητων ενεργειών βασίζεται σε ανάλυση συγκεντρωτικών δεδομένων από κλινικές μελέτες καθώς και από αυθόρμητες αναφορές. Οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι η αιμορραγία και το ερύθημα. Αιμορραγία μπορεί να παρουσιαστεί σε οποιοδήποτε όργανο και να έχει διαφορετικούς βαθμούς σοβαρότητας (βλέπε παράγραφο 4.4). Επιπλοκές μπορεί να παρουσιαστούν, ιδίως όταν χορηγούνται μεγάλες δόσεις. Παρόλο που οι μείζονες αιμορραγίες είναι ασυνήθεις, θάνατος ή μόνιμη ανικανότητα έχουν αναφερθεί σε ορισμένες περιπτώσεις. Η ανοσολογική θρομβοκυττοπενία επαγόμενη από ηπαρίνη (τύπου II) είναι μία ασυνήθης αλλά ιδιαιτέρως γνωστή ανεπιθύμητη αντίδραση που σχετίζεται με τη θεραπεία με ηπαρίνη. Η ανοσολογική θρομβοκυττοπενία επαγόμενη από ηπαρίνη (τύπου II) εκδηλώνεται σε μεγάλο βαθμό μέσα σε 5 με 14 μέρες από τη λήψη της πρώτης δόσης. Επιπλέον, έχει περιγραφεί μία μορφή ταχείας εκδήλωσης σε ασθενείς οι οποίοι έχουν εκτεθεί κατά το παρελθόν στην ηπαρίνη. Η ανοσολογική θρομβοκυττοπενία επαγόμενη από ηπαρίνη (τύπου II) μπορεί να σχετίζεται με αρτηριακή και φλεβική θρόμβωση. Η ηπαρίνη πρέπει να διακόπτεται σε όλες τις περιπτώσεις ανοσολογικής θρομβοκυττοπενίας επαγόμενης από ηπαρίνη (βλέπε παράγραφο 4.4). Σε σπάνιες περιπτώσεις, η ηπαρίνη μπορεί να προκαλέσει υπερκαλιαιμία λόγω υποαλδοστερονισμού. Στους ασθενείς σε κίνδυνο περιλαμβάνονται αυτοί με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική βλάβη (βλέπε παράγραφο 4.4). Οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατατάσσονται κατά MedDRA Κατηγορία Οργανικό Σύστημα (SOC) και οι μεμονωμένες ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομούνται ξεκινώντας με τις πιο συχνά αναφερόμενες. Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις αναφέρονται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας. Πολύ συχνές > 1/10 Συχνές > 1/100 και < 1/10 Όχι συχνές > 1/1.000 και < 1/100 Σπάνιες > 1/10.000 και < 1/1.000 Πολύ σπάνιες < 1/10.000 Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Όχι συχνές > 1/1.000 και < 1/100 Θρομβοκυττοπενία, συμπεριλαμβανομένης μη ανοσολογικής θρομβοκυττοπενίας που σχετίζεται με ηπαρίνη (τύπου Ι) Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Όχι συχνές > 1/1.000 και < 1/100 Αναφυλακτική αντίδραση Επαγόμενη από ηπαρίνη θρομβοκυττοπενία (τύπου ΙΙ) Υπερευαισθησία Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Όχι συχνές > 1/1.000 και < 1/100 Υπερκαλιαιμία Αγγειακές διαταραχές Συχνές > 1/100 και < 1/10 Αιμορραγία Αιμάτωμα Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Συχνές > 1/100 και < 1/10 Ερύθημα Όχι συχνές > 1/1.000 και < 1/100 Νέκρωση του δέρματος Εξάνθημα* Κνίδωση Κνησμός

  • Έχουν αναφερθεί διάφοροι τύποι εξανθημάτων, όπως ερυθηματώδες, γενικευμένο, κηλιδώδες, κηλιδοβλατιδώδες, βλατιδώδες και Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Όχι συχνές > 1/1.000 και < 1/100 Οστεοπόρωση (σε συνδυασμό με μακροχρόνια θεραπεία) Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Όχι συχνές > 1/1.000 και < 1/100 Πριαπισμός Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Όχι συχνές > 1/1.000 και < 1/100 Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης Διερευνήσεις Συχνές > 1/100 και < 1/10 Αύξηση τρανσαμινασών Όχι συχνές > 1/1.000 και < 1/100 Παράταση χρόνου ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης πέρα από το θεραπευτικό εύρος Παιδιατρικός πληθυσµός Το παρατηρούμενο προφίλ ασφαλείας είναι παρόμοιο σε παιδιά και σε ενήλικες. Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: +30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr
pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-HEPARIN-LEO
expand_more

Εγκυμοσύνη

Αντιπηκτική αγωγή σε έγκυες γυναίκες απαιτεί τη φροντίδα εξειδικευμένου ιατρού.

Ένας μεγάλος αριθμός δεδομένων σε έγκυες γυναίκες (περισσότερες από 1.000 εκβάσεις εγκυμοσύνης) δεν καταδεικνύει δυσμορφική ούτε εμβρυϊκή/νεογνική τοξικότητα από την ηπαρίνη.

Η ηπαρίνη δεν διαπερνά τον πλακούντα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια όλων των τριμήνων της εγκυμοσύνης εάν είναι κλινικά αναγκαίο.

Απαιτείται προσοχή σε σχέση με τον κίνδυνο αιμορραγίας, ειδικά κατά τη διάρκεια του τοκετού και της επισκληρίδιου αναισθησίας (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Εξ’ αιτίας του κινδύνου εμφάνισης νωτιαίου αιματώματος, οι θεραπευτικές δόσεις ηπαρίνης αντενδείκνυνται σε ασθενείς που λαμβάνουν νευραξονική αναισθησία (βλ. Αντενδείξεις). Συνεπώς, η επισκληρίδιος αναισθησία σε έγκυες γυναίκες θα πρέπει πάντα να καθυστερεί για τουλάχιστον 4-6 ώρες μετά την ενδοφλέβια χορήγηση της τελευταίας θεραπευτικής δόσης ηπαρίνης, και 8-12 ώρες μετά την υποδόρια χορήγηση της τελευταίας θεραπευτικής δόσης ηπαρίνης. Ωστόσο, προφυλακτικές δόσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν, εφ’ όσον μεσολαβεί μία ελάχιστη καθυστέρηση 4-6 ωρών μεταξύ της τελευταίας χορήγησης ηπαρίνης και της τοποθέτησης βελόνας ή καθετήρα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Η Heparin LEO περιέχει βενζυλική αλκοόλη. Αυτό το συντηρητικό μπορεί να διαπεράσει τον πλακούντα (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Θηλασμός

Δεν έχουν αναφερθεί περιστατικά ανεπιθύμητων ενεργειών σε θηλάζοντα βρέφη.

Γονιμότητα

Δεν υπάρχουν κλινικές μελέτες με ηπαρίνη όσον αφορά τη γονιμότητα.

Λόγω της βενζυλικής αλκοόλης, η ηπαρίνη δεν θα πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της κύησης.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-HEPARIN-LEO
expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιθρομβοτικοί παράγοντες, κωδικός ATC B01AB10 Η ηπαρίνη είναι αντιπηκτικό, έμμεσος αναστολέας της ελεύθερης (κυκλοφορούμενης) στο πλάσμα θρομβίνης και δρα τόσο IN VIVO όσο και IN VITRO.
biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-HEPARIN-LEO
expand_more
Είναι αντιπηκτικό με άμεση δράση. Η διάρκεια δράσης είναι μικρή όταν χορηγείται ενδοφλεβίως. Ο χρόνος ημίσειας ζωής κυμαίνεται επομένως από 30 min-6 ώρες, ανάλογα με την οδό χορήγησης και τη δόση. Νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια παρατείνουν το χρόνο ημίσειας ζωής. Αντίθετα, πνευμονική εμβολή, λοίμωξη ή κακοήθεια τον ελαττώνουν. Επίσης η κάθαρση της ηπαρίνης από το πλάσμα είναι ταχύτερη σε ασθενείς με εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση. Η ηπαρίνη απεκκρίνεται από τους νεφρούς τόσο σε μορφή μεταβολιτών όσο και αυτούσια. Η ηπαρίνη δεν επηρεάζεται από την αιμοκάθαρση.
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

1,5 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

Πολύ υψηλή
DrugBank
science

Σχετικά Εργαλεία

Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →