Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
|
MERLIT 1G/10ML
Διακοπή
|
1 / ML | 4.30 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
E87 Άλλες διαταραχές του υγρού, των ηλεκτρολυτών και της οξεοβασικής ισορροπίας
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Οξεία μεταβολική απορρύθμιση
-
E71 Διαταραχές του μεταβολισμού των διακλαδισμένων αμινοξέων και του μεταβολισμού των λιπαρών οξέων
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Ανεπάρκεια L-καρνιτίνης · Δευτεροπαθής ανεπάρκεια L-καρνιτίνης
MERLIT — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Τιτλοποίηση: Εάν τα συμπτώματα και τα βιοχημικά ευρήματα δεν βελτιώνονται η δόση μπορεί να αυξηθεί για βραχύ διάστημα μέχρι 400 mg/kg ημερησίως.
-
Πρωτοπαθής και δευτεροπαθής ανεπάρκεια L-καρνιτίνηςΔόση100-200 mg/kg βάρους σώματος ημερησίωςΣε χρόνιες καταστάσεις, χορηγούμενα σε 2-4 διαιρεμένες δόσεις, ενώ μπορεί να επαρκούν και μικρότερες δόσεις.
-
Οξεία μεταβολική απορρύθμισηΔόση50-100 mg/kg βάρους σώματος ημερησίωςδιαιρεμένες σε 3-4 χορηγήσεις. Αν χρειασθεί μπορεί να χρησιμοποιηθούν και μεγαλύτερες δόσεις με υψηλότερο όμως κίνδυνο εμφανίσεως ανεπιθύμητων ενεργειών, κυρίως διάρροιας.
-
Αιμοκαθαιρόμενοι ασθενείς με τελικού σταδίου νεφρική ανεπάρκειαΔόση10-20 mg/kg βάρους σώματοςχορηγείται ενδοφλεβίως στο τέλος της συνεδρίας αιμοκάθαρσης η οποία εκτελείται με ρυθμό τριών ανά εβδομάδα. Η διάρκεια της ενδοφλέβιας χορήγησης πρέπει να είναι μέχρι 3 μήνες, ώστε να αποκατασταθούν τα επίπεδα της L-καρνιτίνης στους μύες. Η ανάγκη επαναλήψεως της θεραπείας εκτιμάται από την κατάσταση του ασθενούς και την επαναλαμβανόμενη μέτρηση των επιπέδων της L-καρνιτίνης του πλάσματος.
-
Αιμοκάθαρση - δόση συντήρησηςΔόση1 g διαλύματος L-καρνιτίνης καθημερινάΣτις περιπτώσεις που έχει επιτευχθεί θεραπευτικό αποτέλεσμα με την ενδοφλέβια χορήγηση, αυτό μπορεί να διατηρηθεί με την καθημερινή χορήγηση 1 g διαλύματος L-καρνιτίνης από του στόματος. Την ημέρα της αιμοκάθαρσης η L-καρνιτίνη πρέπει να χορηγείται στο τέλος της διαδικασίας.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην L-καρνιτίνη ή σε οποιοδήποτε συστατικό του προϊόντος
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΥπογλυκαιμίαπροσοχήΠληθυσμόςδιαβητικοί σε θεραπεία με ινσουλίνη ή άλλα από του στόματος αντιδιαβητικά φάρμακαΗ χορήγηση L-καρνιτίνης μπορεί να προκαλέσει υπογλυκαιμία. Το επίπεδο σακχάρου αυτών των ασθενών πρέπει να ελέγχεται συχνά ώστε να ρυθμίζεται κατάλληλα η αντιδιαβητική τους αγωγή.
-
Ενδοφλέβια χορήγησηπροσοχήΗ ενδοφλέβια χορήγηση πρέπει να γίνεται αργά (σε 2-3 λεπτά).
-
Ασφάλεια και αποτελεσματικότηταπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με νεφρική ανεπάρκειαΗ ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της L-καρνιτίνης από το στόμα δεν έχει αξιολογηθεί.
-
Συσσώρευση μεταβολιτών (ΤΜΑ, ΤΜΑΟ) / «οσμή ψαριού»προσοχήΠληθυσμόςασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου ή με σοβαρή καταστολή της νεφρικής λειτουργίαςΔεν συνιστάται η από του στόματος χορήγηση L-καρνιτίνης σε υψηλές δόσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα, γιατί είναι πιθανή η άθροιση στο αίμα των κυριότερων μεταβολιτών (τριμεθυλαμίνη, ΤΜΑ και οξείδιο της τριμεθυλαμίνης, ΤΜΑΟ) λόγω της πλημμελούς απομάκρυνσής τους από τους νεφρούς. Αυτό προκαλεί «οσμή ψαριού». Η κατάσταση αυτή δεν δημιουργείται όταν η L-καρνιτίνη χορηγείται ενδοφλεβίως (βλ. Φαρμακοκινητικές).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
κουμαρινικά αντιπηκτικάπροσοχήαύξηση του International Normalised Ratio (INR)ΣύστασηΤο INR - ή άλλοι κατάλληλοι δείκτες πηκτικότητας - πρέπει να ελέγχονται κάθε εβδομάδα μέχρι να σταθεροποιηθούν και στη συνέχεια κάθε μήνα σε ασθενείς που λαμβάνουν τέτοια αντιπηκτικά με L-καρνιτίνη.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Έμετος
- Ναυτία
- Διάρροια
- Κοιλιακός πόνος
- Σωματική οσμή
- Αύξηση του International Normalised Ratio
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ σπάνιεςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΑύξηση του International Normalised RatioΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Πολύ σπάνιεςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΚοιλιακός πόνοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΣωματική οσμήΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΔεν υπήρξε ένδειξη τερατογόνου δράσης σε αρουραίους και κουνέλια. Στα κουνέλια παρατηρήθηκε μεγαλύτερος αριθμός αποβολών μετά την εμφύτευση σε σχέση με την ομάδα ελέγχου, η σημασία του οποίου για τον άνθρωπο δεν είναι γνωστή. Ο κίνδυνος για την έγκυο με πρωτοπαθή συστηματική ανεπάρκεια L-καρνιτίνης από τη διακοπή της θεραπείας φαίνεται να είναι υψηλότερος από το θεωρητικό κίνδυνο για το έμβρυο εάν συνεχιστεί η θεραπεία.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ L-καρνιτίνη είναι φυσική ουσία του μητρικού γάλακτος. Δεν έχει μελετηθεί η συμπληρωματική χρήση σε γυναίκες που θηλάζουν. Συνιστάται διακοπή του θηλασμού ή της χορήγησης του φαρμάκου, εκτός εάν κριθεί απολύτως αναγκαίο για τη μητέρα.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- διάρροια
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Μηχανισμός δράσης
Κωδικός ATC: A16AA01 Η L-καρνιτίνη είναι ένα φυσικό συστατικό του κυττάρου που παίζει σημαντικό ρόλο στην παραγωγή και μεταφορά της ενέργειας. Στην πραγματικότητα, η L-καρνιτίνη είναι ο μόνος φορέας που χρησιμοποιούν τα λιπαρά οξέα μακράς αλυσίδας για να διαπεράσουν την εσωτερική μεμβράνη των μιτοχονδρίων και να υποστούν β-οξείδωση. Η L-καρνιτίνη ελέγχει τη μεταφορά της ενέργειας που παράγεται στα μιτοχόνδρια στο κυτόπλασμα, μέσω του ενζύμου αδενινο-νουκλεοτιδο-τρανσλοκάση. Η L-καρνιτίνη επηρεάζει έμμεσα τον μεταβολισμό των υδατανθράκων και των πρωτεϊνών. Η οξείδωση των λιπαρών οξέων μειώνει την περιφερική χρησιμοποίηση της γλυκόζης, ενώ υποβοηθείται η απέκκριση με τα ούρα του τελικού προϊόντος αποικοδόμησης των λιπιδίων (ακετύλια). Η υψηλότερη συγκέντρωση εμφανίζεται στους σκελετικούς μύες και στο μυοκάρδιο. Το μυοκάρδιο, παρόλο που μπορεί να χρησιμοποιήσει και άλλα υποστρώματα για παραγωγή ενέργειας, φυσιολογικά χρησιμοποιεί τα λιπαρά οξέα.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η θεραπευτική χρήση της L-καρνιτίνης απεδείχθη ότι είναι αποφασιστικής σημασίας σε κληρονομικές μυοπάθειες που οφείλονται σε έλλειψη L-καρνιτίνης, έχει δε αποδειχθεί ότι είναι χρήσιμη και στην Καρδιολογία, σε μυοκαρδιοπάθειες οφειλόμενες σε έλλειψη L-καρνιτίνης. Η L-καρνιτίνη παίζει σημαντικό ρόλο στον μεταβολισμό της καρδιάς, αφού η οξείδωση των λιπαρών οξέων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την παρουσία επαρκούς ποσότητας L-καρνιτίνης.
Αποβολή
Όταν χορηγείται ενδοφλεβίως, η L-καρνιτίνη απεκκρίνεται κυρίως από τους νεφρούς.
Μεταβολισμός
Μεταβολίζεται σε αμελητέο βαθμό, εκτός από ένα αναστρέψιμο βιομετασχηματισμό στους εστέρες της. Αντίθετα, όταν χορηγείται από το στόμα, η L-καρνιτίνη αποδομείται, με τη δράση των ενζύμων της εντερικής χλωρίδας, σε τριμεθυλαμίνη (ΤΜΑ) και γ-βουτυροβεταΐνη. Επειδή περίπου 10-20% της χορηγούμενης δόσης εισέρχεται στη γενική κυκλοφορία σε μη μεταβολισμένη μορφή, πιστεύεται ότι ο μεταβολισμός στο έντερο ευθύνεται για την αποβολή περίπου 80-90% της δόσης της L-καρνιτίνης που χορηγείται από το στόμα.
Απορρόφηση
Και τα δύο προϊόντα μεταβολισμού στο έντερο, η γ-βουτυροβεταΐνη και η τριμεθυλαμίνη (ΤΜΑ) απορροφούνται. Η γ-βουτυροβεταΐνη ανευρίσκεται αμετάβλητη στα ούρα, ενώ η ΤΜΑ μεταβολίζεται στο ήπαρ σε ΤΜΑΟ (οξείδιο τριμεθυλαμίνης), και ανευρίσκεται στα ούρα με μικρή ποσότητα αμετάβλητης ΤΜΑ. Σε περίπτωση νεφρικής ανεπάρκειας τελικού σταδίου ή αιμοκάθαρσης, η χρόνια από το στόμα χορήγηση L-καρνιτίνης μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της ποσότητας της ΤΜΑ και της ΤΜΑΟ στο αίμα και συνεπώς την αύξηση της ποσότητας της τριμεθυλαμίνης στα ούρα. Στην περίπτωση αυτή τα ούρα, η αναπνοή και ο ιδρώτας του ασθενούς αναδίδουν έντονη «οσμή ψαριού». Η L-καρνιτίνη απορροφάται στο έντερο φθάνοντας στη μέγιστη συγκέντρωση στο αίμα σε 4 ώρες μετά την κατάποση (ΑBPI). Επαρκή επίπεδα L-καρνιτίνης διατηρούνται στο πλάσμα για 9 ώρες περίπου. Ανευρίσκεται τόσο στους μύες όσο και στο παρέγχυμα των οργάνων.
Αποβολή
Αποβάλλεται κυρίως από τα ούρα. Η αποβολή είναι ανάλογη με την συγκέντρωση στο αίμα.