LIRAGLUTIDE
Λιραγλουτίδη
### Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες **Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία**: Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στον διαβήτη, ανάλογα γλυκαγονόμορφου πεπτιδίου 1 (GLP-1).
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: υποδόρια
- Χορήγηση: μία φορά ημερησίως, οποιαδήποτε στιγμή, ανεξάρτητα από τα γεύματα
- Δόση έναρξης: 0,6 mg άπαξ ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Η δόση αυξάνεται σταδιακά κατά 0,6 mg, ανά διαστήματα τουλάχιστον μίας εβδομάδας, για να βελτιωθεί η γαστρεντερική ανεκτικότητα, μέχρι τη δόση συντήρησης των 3,0 mg ημερησίως.
-
ΕνήλικεςΔόση3,0 mg άπαξ ημερησίωςΜέγ. δόση3,0 mg άπαξ ημερησίως
-
Ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2Δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλον αγωνιστή του υποδοχέα GLP-1. Κατά την έναρξη της θεραπείας, να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης συγχορηγούμενης ινσουλίνης ή εκκριταγωγών ινσουλίνης (π.χ. σουλφονυλουρίες) για μείωση κινδύνου υπογλυκαιμίας. Απαιτείται αυτοπαρακολούθηση γλυκόζης αίματος για ρύθμιση της δόσης ινσουλίνης/εκκριταγωγών ινσουλίνης.
-
Ηλικιωμένοι (≥65 ετών)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης βάσει της ηλικίας. Σε ασθενείς ≥75 ετών, η χρήση δε συνιστάται λόγω περιορισμένης εμπειρίας.
-
Ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≥30 ml/min)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min) ή νεφροπάθεια τελικού σταδίουΔε συνιστάται για χρήση.
-
Ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΔε συνιστάται προσαρμογή της δόσης, αλλά πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΔε συνιστάται για χρήση.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (<18 ετών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη λιραγλουτίδη ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Εισρόφηση σε συνδυασμό με γενική αναισθησία ή βαθιά καταστολήπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν αγωνιστές υποδοχέων GLP-1 και υποβάλλονται σε γενική αναισθησία ή βαθιά καταστολήΝα λαμβάνεται υπόψη ο αυξημένος κίνδυνος υπολειμματικού γαστρικού περιεχομένου λόγω καθυστερημένης γαστρικής κένωσης πριν από επεμβάσεις.
-
ΙχνηλασιμότηταπαρακολούθησηΤο όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
-
Καρδιακή ανεπάρκεια κατηγορίας IV (NYHA)αντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια κατηγορίας IV, σύμφωνα με την ταξινόμηση κατά New York Heart Association (NYHA)Η λιραγλουτίδη δε συνιστάται να χρησιμοποιείται σε αυτούς τους ασθενείς.
-
ΗλικίααντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς ηλικίας 75 ετών ή μεγαλύτερηςΗ χρήση δε συνιστάται.
-
Συγχορήγηση με άλλα προϊόντα για διαχείριση βάρουςαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς που βρίσκονται σε θεραπεία με άλλα προϊόντα για τη διαχείριση του βάρουςΗ χρήση δε συνιστάται.
-
Παχυσαρκία δευτεροπαθήςαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με παχυσαρκία δευτεροπαθή σε ενδοκρινολογικές ή διατροφικές διαταραχές ή σε αγωγή με φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να προκαλέσουν αύξηση του σωματικού βάρουςΗ χρήση δε συνιστάται.
-
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίααντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΗ χρήση δε συνιστάται.
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίααντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΗ χρήση δε συνιστάται.
-
Ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΝα χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Φλεγμονώδης εντερική νόσος και διαβητική γαστροπάρεσηαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με φλεγμονώδη εντερική νόσο και διαβητική γαστροπάρεσηΗ χρήση της λιραγλουτίδης δε συνιστάται.
-
ΠαγκρεατίτιδαπροσοχήΟι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα χαρακτηριστικά συμπτώματα της οξείας παγκρεατίτιδας. Εάν υπάρχει υποψία παγκρεατίτιδας, η λιραγλουτίδη θα πρέπει να διακόπτεται. Εάν επιβεβαιωθεί η οξεία παγκρεατίτιδα, η λιραγλουτίδη δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται ξανά.
-
Χολολιθίαση και χολοκυστίτιδαπροσοχήΟι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα χαρακτηριστικά συμπτώματα της χολολιθίασης και της χολοκυστίτιδας.
-
ΘυρεοειδοπάθειαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με προϋπάρχουσα θυρεοειδοπάθειαΗ λιραγλουτίδη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Καρδιακή συχνότηταπαρακολούθησηΟι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα συμπτώματα της αυξημένης καρδιακής συχνότητας (αίσθημα παλμών ή αίσθηση ταχυκαρδίας κατά την ηρεμία). Στους ασθενείς που εκδηλώνουν κλινικώς σημαντική παρατεταμένη αύξηση της καρδιακής συχνότητας ηρεμίας, η θεραπεία με λιραγλουτίδη θα πρέπει να διακόπτεται.
-
ΑφυδάτωσηπροσοχήΟι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με λιραγλουτίδη πρέπει να ενημερώνονται για τον ενδεχόμενο κίνδυνο αφυδάτωσης, ο οποίος σχετίζεται με τις ανεπιθύμητες ενέργειες του γαστρεντερικού συστήματος, και να λαμβάνουν προληπτικά μέτρα για την αποφυγή της έλλειψης υγρών.
-
ΥπογλυκαιμίαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 που λαμβάνουν λιραγλουτίδη σε συνδυασμό με ινσουλίνη ή/και σουλφονυλουρίαΟ κίνδυνος υπογλυκαιμίας μπορεί να ελαττωθεί με μείωση της δόσης της ινσουλίνης ή/και της σουλφονυλουρίας.
-
ΥπογλυκαιμίαπροσοχήΠληθυσμόςέφηβοι (≥ 12 ετών)Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα χαρακτηριστικά συμπτώματα της υπογλυκαιμίας και τις κατάλληλες ενέργειες.
-
Υπεργλυκαιμία σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη που λαμβάνουν ινσουλίνηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη που λαμβάνουν ινσουλίνηΤο Λιραγλουτίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο της ινσουλίνης.
-
ΈκδοχαπληροφορίαΤο Λιραγλουτίδη περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, συνεπώς το φαρμακευτικό προϊόν είναι ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Από του στόματος συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα (γενικά)παρακολούθησηΗ διάρροια ενδέχεται να επηρεάσει την απορρόφηση.
-
Βαρφαρίνη, άλλα παράγωγα της κουμαρίνηςπροσοχήΔεν μπορεί να αποκλειστεί κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση (για ουσίες με μικρή διαλυτότητα ή στενό θεραπευτικό δείκτη).ΣύστασηΣυνιστάται συχνότερη παρακολούθηση του INR.
-
Παρακεταμόλη (Ακεταμινοφαίνη)αμελητέαΜείωση της Cmax κατά 31%, καθυστέρηση tmax έως 15 λεπτά. Η συνολική έκθεση δεν μεταβάλλεται.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
αμελητέαΜείωση της Cmax κατά 38%, καθυστέρηση tmax από 1 έως 3 ώρες. Η συνολική έκθεση δεν μεταβάλλεται.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
αμελητέαΑύξηση της Cmax κατά 37%. Η συνολική έκθεση δεν μεταβάλλεται. Η διάμεση tmax διατηρήθηκε αμετάβλητη.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (για ουσίες με χαμηλή διαλυτότητα και υψηλή διαπερατότητα).
-
αμελητέαΜείωση AUC κατά 16%, μείωση Cmax κατά 31%. Καθυστέρηση tmax κατά 1 έως 1,5 ώρες.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
αμελητέαΜείωση AUC κατά 15%, μείωση Cmax κατά 27%. Καθυστέρηση tmax κατά 6 έως 8 ώρες.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Από του στόματος αντισυλληπτική αγωγή (αιθινυλοιστραδιόλη, λεβονοργεστρέλη)αμελητέαΜείωση Cmax κατά 12-13%, καθυστέρηση tmax κατά 1,5 ώρες. Καμία κλινικά σημαντική επίδραση στη συνολική έκθεση.ΣύστασηΗ αντισυλληπτική δράση αναμένεται να μην επηρεαστεί.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Υπογλυκαιμία
- Αφυδάτωση
- Αϋπνία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Δυσγευσία
- Ταχυκαρδία
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηροστομία
- Δυσπεψία
- Γαστρίτιδα
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
- Μετεωρισμός
- Ερυγή
- Διάταση κοιλίας
- Παγκρεατίτιδα
- Εντερική απόφραξη
- Χολολιθίαση
- Χολοκυστίτιδα
- Καθυστερημένη γαστρική κένωση
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Δερματική αμυλοείδωση
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Νεφρική δυσλειτουργία
- Αντιδράσεις της θέσης ένεσης
- Εξασθένιση
- Κόπωση
- Αίσθημα κακουχίας
- Αυξημένη λιπάση
- Αυξημένη αμυλάση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑντιδράσεις της θέσης ένεσηςΓενικές
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΆλγος άνω κοιλιακής χώραςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑυξημένη αμυλάσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη λιπάσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΕρυγήΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚαθυστερημένη γαστρική κένωσηΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΧολολιθίασηΉπαρ
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΕντερική απόφραξηΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Μη γνωστέςΔερματική αμυλοείδωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΝεφρική δυσλειτουργίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΧολοκυστίτιδαΉπαρ
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείταιΕίναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα από τη χρήση της λιραγλουτίδης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο δυνητικός κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Eάν μια ασθενής προγραμματίζει εγκυμοσύνη ή εάν προκύψει εγκυμοσύνη, η θεραπεία με λιραγλουτίδη πρέπει να διακοπεί.
-
ΘηλασμόςΔεν πρέπει να χρησιμοποιείταιΔεν είναι γνωστό εάν η λιραγλουτίδη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν ότι η μεταφορά λιραγλουτίδης και μεταβολιτών με στενή δομική σχέση στο γάλα είναι χαμηλή. Μη κλινικές μελέτες κατέδειξαν μείωση της νεογνικής ανάπτυξης σε θηλάζοντες νεογνούς αρουραίους σχετιζόμενη με τη θεραπεία (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Λόγω έλλειψης εμπειρίας, το Λιραγλουτίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
-
ΓονιμότηταΔεν κατέδειξαν επιβλαβείς επιδράσειςΕκτός από μία μικρή μείωση στον αριθμό των ζώντων εμφυτευμένων εμβρύων, μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν επιβλαβείς επιδράσεις σε σχέση με τη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- σοβαρή ναυτία
- σοβαρός έμετος
- σοβαρή υπογλυκαιμία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στον διαβήτη, ανάλογα γλυκαγονόμορφου πεπτιδίου 1 (GLP-1). Κωδικός ATC: A10BJ02
Μηχανισμός δράσης
Η λιραγλουτίδη είναι ένα ακυλιωμένο ανάλογο του ανθρώπινου γλυκαγονόμορφου πεπτιδίου 1 (GLP-1) με ομολογία αμινοξικής αλληλουχίας 97% προς το ενδογενές ανθρώπινο GLP-1. Η λιραγλουτίδη συνδέεται στον υποδοχέα GLP-1 (GLP-1R) και τον ενεργοποιεί. Το GLP-1 είναι φυσιολογικός ρυθμιστής της όρεξης και της πρόσληψης τροφής αλλά ο ακριβής μηχανισμός δράσης δεν είναι απολύτως γνωστός. Σε μελέτες σε ζώα, η περιφερική χορήγηση λιραγλουτίδης οδήγησε σε πρόσληψή της από συγκεκριμένες εγκεφαλικές περιοχές που συμμετέχουν στη ρύθμιση της όρεξης, όπου η λιραγλουτίδη, μέσω ειδικής ενεργοποίησης του GLP-1R, αύξησε βασικά σήματα κορεσμού και μείωσε βασικά σήματα πείνας με αποτέλεσμα τη μείωση του σωματικού βάρους. Οι υποδοχείς GLP-1 εκφράζονται επίσης σε ειδικές περιοχές της καρδιάς, των αγγείων, του ανοσοποιητικού συστήματος και των νεφρών. Σε μοντέλα αθηροσκλήρωσης ποντικών, η λιραγλουτίδη απέτρεψε την εξέλιξη της αορτικής πλάκας και μείωσε τη φλεγμονή στην πλάκα. Επιπλέον, η λιραγλουτίδη είχε ωφέλιμη επίδραση στα λιπίδια του πλάσματος. Η λιραγλουτίδη δε μείωσε το μέγεθος της πλάκας σε ήδη εγκατεστημένες πλάκες.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η λιραγλουτίδη μειώνει το σωματικό βάρος στον άνθρωπο κυρίως μέσω απώλειας μάζας λιπώδους ιστού με τη σχετική μείωση του σπλαχνικού λίπους να υπερβαίνει την αντίστοιχη μείωση του υποδόριου λίπους. Η λιραγλουτίδη ρυθμίζει την όρεξη μέσω ενίσχυσης του αισθήματος πληρότητας και κορεσμού, ενώ μειώνεται το αίσθημα της πείνας και της προοπτικής κατανάλωσης τροφής, ως εκ τούτου οδηγεί στη μείωση της πρόσληψης τροφής. Η λιραγλουτίδη δεν αυξάνει την κατανάλωση ενέργειας σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Η λιραγλουτίδη διεγείρει την έκκριση ινσουλίνης και μειώνει την έκκριση γλυκαγόνης κατά τρόπο εξαρτώμενο από τα επίπεδα γλυκόζης, με αποτέλεσμα να μειώνονται τα επίπεδα γλυκόζης νηστείας και μεταγευματικής γλυκόζης. Η δράση μείωσης της γλυκόζης είναι εντονότερη στους ασθενείς με προδιαβήτη και με διαβήτη σε σύγκριση με ασθενείς με φυσιολογικά επίπεδα γλυκαιμίας. Κλινικές δοκιμές δείχνουν ότι η λιραγλουτίδη βελτιώνει και διατηρεί τη λειτουργία των β-κυττάρων, βάσει της βαθμολογίας HOMA-B, καθώς και τον λόγο προϊνσουλίνης προς ινσουλίνη.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
(Περιγραφή κλινικών δοκιμών για απώλεια βάρους, γλυκαιμικό έλεγχο, καρδιομεταβολικούς παράγοντες κινδύνου και δείκτη άπνοιας/υπόπνοιας - AHI)
Ανοσογονικότητα
Το 2,5% των ασθενών που έλαβαν λιραγλουτίδη ανέπτυξαν αντισώματα έναντι της λιραγλουτίδης. Η ανάπτυξη αντισωμάτων δε συσχετίστηκε με μειωμένη αποτελεσματικότητα.
Καρδιαγγειακή αξιολόγηση
Σε κλινικές δοκιμές, σημειώθηκαν 6 επεισόδια MACE (μείζονα ανεπιθύμητα καρδιαγγειακά επεισόδια) σε ασθενείς που έλαβαν λιραγλουτίδη και 10 σε ασθενείς υπό εικονικό φάρμακο. Ο λόγος κινδύνων ήταν 0,33 (0,12, 0,90) για τη λιραγλουτίδη έναντι του εικονικού φαρμάκου. Παρατηρήθηκε μέση αύξηση της καρδιακής συχνότητας κατά 2,5 παλμούς ανά λεπτό (κορυφώθηκε σε ~6 εβδομάδες). Η δοκιμή LEADER έδειξε ότι η λιραγλουτίδη μείωσε σημαντικά τη συχνότητα εμφάνισης MACE σε ασθενείς με ανεπαρκώς ελεγχόμενο διαβήτη τύπου 2, με μείωση κινδύνου κατά 13% (HR 0,87, [0,78, 0,97], p=0,005).
Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση
Η απορρόφηση της λιραγλουτίδης μετά από υποδόρια χορήγηση είναι αργή, προσεγγίζοντας τη μέγιστη συγκέντρωση περίπου 11 ώρες μετά τη δόση. Η μέση συγκέντρωση της λιραγλουτίδης σε σταθερή κατάσταση (AUCτ/24) ήταν περίπου 31 nmol/l στους παχύσαρκους ασθενείς (BMI 30-40 kg/m2) μετά από χορήγηση 3 mg λιραγλουτίδης. Η έκθεση της λιραγλουτίδης αυξήθηκε αναλογικά με τη δόση. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της λιραγλουτίδης μετά από υποδόρια χορήγηση είναι περίπου 55%.
Κατανομή
Ο μέσος φαινομενικός όγκος κατανομής μετά από υποδόρια χορήγηση είναι 20-25 l (για άτομο βάρους 100 kg περίπου). Η λιραγλουτίδη δεσμεύεται εκτεταμένα στις πρωτεΐνες πλάσματος (> 98%).
Βιομετασχηματισμός
Στη διάρκεια του 24ώρου μετά από χορήγηση εφάπαξ δόσης [3H]-λιραγλουτίδης σε υγιή άτομα, το κύριο συστατικό στο πλάσμα ήταν άθικτη λιραγλουτίδη. Ανιχνεύτηκαν δύο μεταβολίτες πλάσματος ήσσονος σημασίας (≤ 9% και ≤ 5% της συνολικής έκθεσης στη ραδιενέργεια του πλάσματος). Η λιραγλουτίδη μεταβολίζεται ενδογενώς κατά τρόπο παρόμοιο με τις μεγάλες πρωτεΐνες, χωρίς να αποτελεί κάποιο συγκεκριμένο όργανο την κύρια οδό αποβολής.
Αποβολή
Μετά από δόση [3H]-λιραγλουτίδης, δεν ανιχνεύτηκε άθικτη λιραγλουτίδη σε ούρα ή κόπρανα. Μόνο ένα μικρό μέρος της χορηγούμενης ραδιενέργειας απεκκρίθηκε με τη μορφή μεταβολιτών συγγενών με τη λιραγλουτίδη στα ούρα ή τα κόπρανα (6% και 5% αντίστοιχα). Η ραδιενέργεια στα ούρα και τα κόπρανα απεκκρίθηκε κυρίως κατά τη διάρκεια των πρώτων 6-8 ημερών και αντιστοιχούσε σε τρεις ήσσονος σημασίας μεταβολίτες, αντίστοιχα. Η μέση κάθαρση μετά από υποδόρια χορήγηση λιραγλουτίδης είναι περίπου 0,9-1,4 l/h, με χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής 13 ωρών περίπου.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
H ηλικία δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της λιραγλουτίδης με βάση τα αποτελέσματα μιας πληθυσμιακής ανάλυσης δεδομένων φαρμακοκινητικής από παχύσαρκους και υπέρβαρους ασθενείς (18 έως 82 ετών). Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας βάσει της ηλικίας.
Φύλο
Οι γυναίκες έχουν κατά 24% χαμηλότερη κάθαρση λιραγλουτίδης, προσαρμοσμένη ως προς το βάρος, σε σύγκριση με τους άνδρες. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης ανάλογα με το φύλο.
Εθνική καταγωγή
Η εθνική καταγωγή δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της λιραγλουτίδης.
Σωματικό βάρος
Η έκθεση στη λιραγλουτίδη μειώνεται όσο αυξάνεται το αρχικό σωματικό βάρος. Η ημερήσια δόση 3,0 mg λιραγλουτίδης παρείχε επαρκή συστηματική έκθεση σε ολόκληρο το εύρος τιμών σωματικού βάρους (60-234 kg) που αξιολογήθηκε ως προς την ανταπόκριση στην έκθεση κατά τις κλινικές δοκιμές. Η έκθεση στη λιραγλουτίδη δε μελετήθηκε σε ασθενείς με σωματικό βάρος > 234 kg.
Ηπατική δυσλειτουργία
Η έκθεση στη λιραγλουτίδη ήταν μειωμένη κατά 13-23% σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία και κατά 44% σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία Child Pugh > 9).
Νεφρική δυσλειτουργία
Η έκθεση στη λιραγλουτίδη ήταν μειωμένη κατά 33% σε ήπια (CrCl 50-80 ml/min), 14% σε μέτρια (CrCl 30-50 ml/min), 27% σε σοβαρή (CrCl < 30 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία και 26% σε νεφροπάθεια τελικού σταδίου.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η έκθεση εφήβων (12 έως <18 ετών) στη λιραγλουτίδη (3,0 mg) ήταν παρόμοια με αυτή ενηλίκων με παχυσαρκία. Η έκθεση σε λιραγλουτίδη σε παιδιά (6 έως <12 ετών) ήταν υψηλότερη από ότι σε ενήλικες και εφήβους, αλλά μετά από διόρθωση για το σωματικό βάρος, η έκθεση ήταν παρόμοια.
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στον διαβήτη, ανάλογα γλυκαγονόμορφου πεπτιδίου 1 (GLP-1). Κωδικός ATC: A10BJ02 ### Μηχανισμός δράσης Η λιραγλουτίδη είναι ένα ακυλιωμένο ανάλογο του…
Φαρμακοκινητικές ιδιότητες ### Απορρόφηση Η απορρόφηση της λιραγλουτίδης μετά από υποδόρια χορήγηση είναι αργή, προσεγγίζοντας τη μέγιστη συγκέντρωση περίπου 11 ώρες μετά τη δόση. Η μέση συγκέντρωση της λιραγλουτίδης σε σταθερή κατάσταση (AUCτ/24)…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αίσθημα παλμών | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | — | Κλινικώς σημαντική παρατεταμένη αύξηση καρδιακής συχνότητας ηρεμίας |
| Καρδιακή συχνότητα | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | ανά τακτά διαστήματα | — |
| Συμπτώματα αυξημένης καρδιακής συχνότητας | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | — | Κλινικώς σημαντική παρατεταμένη αύξηση καρδιακής συχνότητας ηρεμίας |
| Ταχυκαρδία | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | — | Κλινικώς σημαντική παρατεταμένη αύξηση καρδιακής συχνότητας ηρεμίας |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η λιραγλουτίδη είναι ένα ανάλογο GLP-1 μια φορά ημερησίως για τη θεραπεία του διαβήτη τύπου 2. Η παρατεταμένη δράση της λιραγλουτίδης επιτυγχάνεται με την προσκόλληση ενός μορίου λιπαρού οξέος στη θέση 26 του μορίου GLP-1, το οποίο της επιτρέπει να δεσμεύεται αναστρέψιμα στην αλβουμίνη εντός του υποδόριου ιστού και της κυκλοφορίας του αίματος και να απελευθερώνεται αργά με την πάροδο του χρόνου. Η δέσμευση με την αλβουμίνη οδηγεί σε βραδύτερη αποικοδόμηση και μειωμένη νεφρική απέκκριση της λιραγλουτίδης σε σύγκριση με το GLP-1. Η δράση της λιραγλουτίδης περιλαμβάνει αυξημένη έκκριση ινσουλίνης και μειωμένη έκκριση γλυκαγόνης ως απόκριση στη γλυκόζη, καθώς και βραδύτερη γαστρική κένωση. Η λιραγλουτίδη δεν επηρεάζει δυσμενώς την έκκριση γλυκαγόνης ως απόκριση σε χαμηλό σάκχαρο στο αίμα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η λιραγλουτίδη είναι ένα ακυλιωμένο συνθετικό ανάλογο του πεπτιδίου-1 τύπου γλυκαγόνης (GLP-1). Η λιραγλουτίδη είναι αγωνιστής του υποδοχέα του πεπτιδίου-1 τύπου γλυκαγόνης, ο οποίος συνδέεται με την αδενυλική κυκλάση. Η αύξηση της κυκλικής AMP διεγείρει την εξαρτώμενη από τη γλυκόζη απελευθέρωση ινσουλίνης, αναστέλλει την εξαρτώμενη από τη γλυκόζη απελευθέρωση γλυκαγόνης και επιβραδύνει τη γαστρική κένωση για να βελτιώσει τον έλεγχο του σακχάρου στο αίμα.
Η λιραγλουτίδη είναι ένας ακυλιωμένος, μακράς δράσης, αγωνιστής του υποδοχέα του ανθρώπινου πεπτιδίου-1 τύπου γλυκαγόνης (GLP-1). Το συνθετικό (ανασυνδυασμένου DNA) πεπτιδικό πρόδρομο μόριο της λιραγλουτίδης έχει 97% ομοιότητα στην αλληλουχία αμινοξέων με το ενδογενές ανθρώπινο GLP-1-(7-37). Η λιραγλουτίδη παρασκευάζεται με την προσκόλληση παλμιτικού οξέος με ένα διάστημα γλουταμινικού οξέος στον υποδοχέα λυσίνης στη θέση 26 του πεπτιδικού πρόδρομου μορίου. Το GLP-1-(7-37) αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 20% του συνολικού κυκλοφορούντος ενδογενούς GLP-1. Όπως το GLP-1-(7-37), η λιραγλουτίδη ενεργοποιεί τον υποδοχέα GLP-1 στα β-κύτταρα του παγκρέατος. Η λιραγλουτίδη αυξάνει επίσης την ενδοκυτταρική κυκλική 3’,5’-αδενοσινομονοφωσφορική (cAMP), οδηγώντας σε απελευθέρωση ινσουλίνης παρουσία αυξημένων συγκεντρώσεων γλυκόζης. Αυτή η έκκριση ινσουλίνης μειώνεται καθώς οι συγκεντρώσεις γλυκόζης στο αίμα μειώνονται και πλησιάζουν την ευγλυκαιμία. Επιπλέον, η λιραγλουτίδη καταστέλλει την έκκριση γλυκαγόνης με τρόπο εξαρτώμενο από τη γλυκόζη, αλλά δεν παρεμποδίζει την φυσιολογική απόκριση του γλυκαγόνης στην υπογλυκαιμία. Η λιραγλουτίδη καθυστερεί τη γαστρική κένωση, μειώνοντας τον ρυθμό με τον οποίο η μεταγευματική γλυκόζη εμφανίζεται στην κυκλοφορία. Ως αποτέλεσμα αυτών των δράσεων που οδηγούν σε αυξημένη έκκριση ινσουλίνης, καταστολή της έκκρισης γλυκαγόνης και καθυστερήσεις στη γαστρική κένωση, η λιραγλουτίδη μειώνει αποτελεσματικά τις συγκεντρώσεις γλυκόζης πλάσματος νηστείας και μεταγευματικά σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2.
Η λιραγλουτίδη είναι ένα μιμητικό του πεπτιδίου-1 τύπου γλυκαγόνης (GLP-1) που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία του διαβήτη τύπου 2. Παρόμοια με τις δράσεις του ενδογενούς GLP-1, η λιραγλουτίδη ενισχύει την μεταγευματική απελευθέρωση ινσουλίνης, αναστέλλει την απελευθέρωση γλυκαγόνης και αυξάνει το αίσθημα κορεσμού. Πρόσφατες επιδημιολογικές μελέτες και κλινικές δοκιμές έχουν υποδείξει ότι η θεραπεία με μιμητικά GLP-1 μπορεί επίσης να μειώσει τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου σε διαβητικούς ασθενείς. Ο μηχανισμός που ευθύνεται για αυτή την επίδραση δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί· ωστόσο, μία πιθανότητα είναι ότι μπορεί να το κάνουν με άμεση επίδραση στο αγγειακό ενδοθήλιο. Δεδομένου ότι η χαμηλού βαθμού φλεγμονή του ενδοθηλίου είναι ένα πρώιμο γεγονός στην παθογένεια της αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου (ASCVD), προσδιορίσαμε τις επιδράσεις της λιραγλουτίδης στη φλεγμονή σε καλλιεργημένα ανθρώπινα ενδοθηλιακά κύτταρα αορτής (HAECs). Η λιραγλουτίδη μείωσε τις φλεγμονώδεις αποκρίσεις σε ερεθισμό με TNFα και LPS, όπως αποδεικνύεται τόσο από τη μειωμένη έκφραση πρωτεϊνών των μορίων προσκόλλησης VCAM-1 και E-Selectin, όσο και από την προσκόλληση μονοκυττάρων THP-1. Αυτό βρέθηκε να οφείλεται σε αυξημένο ενδοκυττάριο Ca²⁺ και σε διάφορα μόρια που ευαίσθητα στο Ca²⁺ με γνωστές αντιφλεγμονώδεις δράσεις στα ενδοθηλιακά κύτταρα, συμπεριλαμβανομένων των CaMKKβ, CaMKI, AMPK, eNOS και CREB. Η θεραπεία των κυττάρων με STO-609, έναν αναστολέα CaMKK, μείωσε τόσο την ενεργοποίηση των AMPK, CaMKI όσο και την αναστολή της προσκόλλησης μονοκυττάρων που προκαλείται από TNFa και LPS από τη λιραγλουτίδη. Ομοίως, η έκφραση ενός shRNA έναντι του AMPK ακύρωσε τις αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις της λιραγλουτίδης. Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι η λιραγλουτίδη ασκεί ισχυρή αντιφλεγμονώδη δράση στα HAECs. Δείχνουν επίσης ότι αυτό οφείλεται στην ικανότητά της να αυξάνει το ενδοκυττάριο Ca²⁺ και να ενεργοποιεί το CAMKKβ, το οποίο με τη σειρά του ενεργοποιεί το AMPK.
Σε in vivo συνθήκες, η λιραγλουτίδη μειώνει το σάκχαρο στο αίμα και το σωματικό βάρος σε διάφορα μοντέλα διαβητικών και παχύσαρκων χρησιμοποιώντας τρωκτικά, χοίρους και πιθήκους. Ο μηχανισμός δράσης in vivo περιελάμβανε εξαρτώμενη από τη γλυκόζη αύξηση της έκκρισης ινσουλίνης, μειωμένη έκκριση γλυκαγόνης, μειωμένη γαστρική κένωση, απώλεια σωματικού λίπους, μειωμένη πρόσληψη τροφής, αλλαγμένη προτίμηση τροφής και διατήρηση της ενεργειακής δαπάνης. Ο μηχανισμός δράσης είναι συμβατός με ειδική δράση GLP-1.
Η λιραγλουτίδη είναι ένα μακράς δράσης ανάλογο GLP-1, σχεδιασμένο να δεσμεύεται στην αλβουμίνη ως ο κύριος μοριακός μηχανισμός πρωταξιοποίησης. In vitro, αυτό αποδείχθηκε σε δοκιμασία cAMP υποδοχέα καθώς και σε δοκιμασία δέσμευσης, όπου η προσθήκη αλβουμίνης μετατόπισε δεξιά την καμπύλη δόσης-απόκρισης ή/και δέσμευσης. Η φαινομενική μειωμένη δραστικότητα της λιραγλουτίδης υπογραμμίζει ότι μόνο το ελεύθερο κλάσμα της λιραγλουτίδης είναι υπεύθυνο για τη φαρμακολογική της δράση in vitro, καθώς και in vivo. Επιπλέον, η λιραγλουτίδη σε φαρμακευτικό διάλυμα σχηματίζει εβδομάδες που μοιάζουν με μικκύλια, οι οποίες μπορεί να συμβάλλουν στην αργή απορρόφηση από το υποδόριο.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η βιοδιαθεσιμότητα της λιραγλουτίδης μετά από υποδόρια ένεση είναι περίπου 55% και οι μέγιστες συγκεντρώσεις επιτυγχάνονται μετά από 11,7 ώρες.
6% απεκκρίνεται στα ούρα και 5% στα κόπρανα.
13L.
1,2L/h.
Ο μέσος φαινομενικός όγκος κατανομής μετά από υποδόρια χορήγηση Victoza 0,6 mg είναι περίπου 13 L. Ο μέσος όγκος κατανομής μετά από ενδοφλέβια χορήγηση Victoza είναι 0,07 L/kg. Η λιραγλουτίδη δεσμεύεται εκτενώς σε πρωτεΐνες του πλάσματος (>98%).
Μετά από δόση 3(H)-λιραγλουτίδης, ακέραιη λιραγλουτίδη δεν ανιχνεύθηκε στα ούρα ή στα κόπρανα. Μόνο ένα μικρό μέρος της χορηγούμενης ραδιενέργειας απεκκρίθηκε ως μεταβολίτες σχετιζόμενοι με τη λιραγλουτίδη στα ούρα ή στα κόπρανα (6% και 5% αντίστοιχα). Η πλειοψηφία της ραδιενέργειας στα ούρα και στα κόπρανα απεκκρίθηκε κατά τις πρώτες 6-8 ημέρες. Η μέση φαινομενική κάθαρση μετά από υποδόρια χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης λιραγλουτίδης είναι περίπου 1,2 L/ώρα με χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 13 ώρες, καθιστώντας το Victoza κατάλληλο για χορήγηση μία φορά την ημέρα.
Μετά από υποδόρια χορήγηση, οι μέγιστες συγκεντρώσεις της λιραγλουτίδης επιτυγχάνονται 8-12 ώρες μετά τη χορήγηση. Η μέση μέγιστη (Cmax) και η συνολική (AUC) έκθεση στη λιραγλουτίδη ήταν 35 ng/mL και 960 ng hr/mL, αντίστοιχα, για μια εφάπαξ υποδόρια δόση 0,6 mg. Μετά από εφάπαξ υποδόριες χορηγήσεις, η Cmax και η AUC της λιραγλουτίδης αυξήθηκαν αναλογικά εντός του θεραπευτικού εύρους δόσης 0,6 mg έως 1,8 mg. Στα 1,8 mg Victoza, η μέση σταθερή συγκέντρωση της λιραγλουτίδης επί 24 ώρες ήταν περίπου 128 ng/mL. Η AUC0-8 ήταν ισοδύναμη μεταξύ βραχίονα και κοιλιάς, και μεταξύ βραχίονα και μηρού. Η AUC0-8 από τον μηρό ήταν 22% χαμηλότερη από αυτήν της κοιλιάς. Ωστόσο, οι εκθέσεις στη λιραγλουτίδη θεωρήθηκαν συγκρίσιμες μεταξύ αυτών των τριών θέσεων υποδόριας ένεσης. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της λιραγλουτίδης μετά από υποδόρια χορήγηση είναι περίπου 55%.
Η λιραγλουτίδη είναι ένα νέο ανθρώπινο ανάλογο του πεπτιδίου-1 τύπου γλυκαγόνης (GLP-1) που χορηγείται μία φορά ημερησίως και χρησιμοποιείται για τη θεραπεία του διαβήτη τύπου 2. Για τη μελέτη του μεταβολισμού και της απέκκρισης της 3(H)-λιραγλουτίδης, χορηγήθηκε μία εφάπαξ υποδόρια δόση 0,75 mg/14,2 MBq σε υγιείς άνδρες. Μετρήθηκε η ανακτηθείσα ραδιενέργεια στο αίμα, τα ούρα και τα κόπρανα, και αναλύθηκαν τα προφίλ των μεταβολιτών. Επιπλέον, η 3(H)-λιραγλουτίδη και η [(3)H]GLP-1(7-37) επωάστηκαν in vitro με διπεπτιδυλ-πεπτιδάση-IV (DPP-IV) και ουδέτερη ενδοπεπτιδάση (NEP) για να συγκριθούν τα προφίλ των μεταβολιτών και να χαρακτηριστούν τα προϊόντα αποικοδόμησης της λιραγλουτίδης. Η έκθεση στη ραδιενέργεια στο πλάσμα (εμβαδόν κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου από 2 έως 24 ώρες) αντιπροσωπεύτηκε από τη λιραγλουτίδη (> ή = 89%) και δύο δευτερεύοντες μεταβολίτες (συνολικά < ή = 11%). Παρόμοια με το GLP-1, η λιραγλουτίδη διασπάστηκε in vitro από την DPP-IV στη θέση Ala8-Glu9 του Ν-άκρου και αποικοδομήθηκε από την NEP σε διάφορους μεταβολίτες. Ο χρόνος χρωματογραφικής διατήρησης της λιραγλουτίδης που έχει αποκοπεί από την DPP-IV συσχετίστηκε καλά με τον κύριο μεταβολίτη στο ανθρώπινο πλάσμα [GLP-1(9-37)], και ορισμένα από τα προϊόντα αποικοδόμησης της NEP έλυσαν πολύ κοντά και στους μεταβολίτες του πλάσματος. Τρεις δευτερεύοντες μεταβολίτες που αποτελούσαν συνολικά 6% και 5% της χορηγούμενης ραδιενέργειας απεκκρίθηκαν στα ούρα και στα κόπρανα, αντίστοιχα, αλλά δεν ανιχνεύθηκε ακέραιη λιραγλουτίδη. Συμπερασματικά, η λιραγλουτίδη μεταβολίζεται in vitro από την DPP-IV και την NEP με τρόπο παρόμοιο με το φυσικό GLP-1, αν και με πολύ βραδύτερο ρυθμό. Τα προφίλ των μεταβολιτών υποδηλώνουν ότι τόσο η DPP-IV όσο και η NEP εμπλέκονται επίσης στην in vivo αποικοδόμηση της λιραγλουτίδης. Η έλλειψη ακέραιης λιραγλουτίδης που απεκκρίνεται στα ούρα και στα κόπρανα και τα χαμηλά επίπεδα μεταβολιτών στο πλάσμα υποδηλώνουν ότι η λιραγλουτίδη αποικοδομείται πλήρως εντός του σώματος.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη Λιραγλουτίδη (8 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα καταγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση με Πρωτεΐνες
98%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η λιραγλουτίδη είναι λιγότερο ευαίσθητη στο μεταβολισμό από το ενδογενές GLP-1 και έτσι μεταβολίζεται πιο αργά από τη διπεπτιδυλ-πεπτιδάση-4 και την ουδέτερη ενδοπεπτιδάση σε διάφορες μικρότερες πολυπεπτιδικές αλυσίδες, οι οποίες δεν έχουν όλες προσδιοριστεί δομικά. Ένα μέρος της λιραγλουτίδης μπορεί να μεταβολιστεί πλήρως σε διοξείδιο του άνθρακα και νερό.
Τα πρότυπα μεταβολισμού και απέκκρισης ήταν πολύ παρόμοια μεταξύ των ειδών, με τη λιραγλουτίδη να μεταβολίζεται πλήρως στον οργανισμό μέσω διαδοχικής διάσπασης μικρών πεπτιδικών τμημάτων και αμινοξέων. Οι μελέτες μεταβολισμού in vitro υποδεικνύουν ότι ο αρχικός μεταβολισμός περιλαμβάνει τη διάσπαση του πεπτιδικού σκελετού χωρίς αποικοδόμηση της πλευρικής αλυσίδας γλουταμινικού οξέος-παλμιτικού οξέος. Ποντίκια, αρουραίοι και πίθηκοι έδειξαν παρόμοια προφίλ πλάσματος και δεν παρουσίασαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των φύλων. Παρατηρήθηκε μεγαλύτερος αριθμός μεταβολιτών στο πλάσμα από τα ζωικά είδη (ιδιαίτερα ο αρουραίος και ο πίθηκος) σε σύγκριση με το ανθρώπινο πλάσμα. Αυτή η διαφορά μπορεί εν μέρει να εξηγηθεί από διαφορές στην προετοιμασία του δείγματος, καθώς τα δείγματα ανθρώπινου πλάσματος καταψύχθηκαν πριν από την ανάλυση, προκαλώντας απομάκρυνση πτητικών μεταβολιτών (συμπεριλαμβανομένου του τριτίου-νερού). Όλοι οι ανιχνευθέντες μεταβολίτες ήταν δευτερεύοντες και ελήφθησαν σε μικρή ποσότητα (<15%) και, ως εκ τούτου, δεν έγινε δομική ταυτοποίηση αυτών. Αυτό είναι αποδεκτό, καθώς οι μεταβολίτες σχηματίζονται μόνο σε μικρές ποσότητες και αναμένεται να μοιάζουν με ενδογενείς ουσίες με γνωστές μεταβολικές οδούς.
Κατά τις πρώτες 24 ώρες μετά τη χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 3(H)-λιραγλουτίδης σε υγιείς εθελοντές, το κύριο συστατικό στο πλάσμα ήταν η ακέραιη λιραγλουτίδη. Η λιραγλουτίδη μεταβολίζεται ενδογενώς /SRP: με τρόπο παρόμοιο με τις μεγάλες πρωτεΐνες/ χωρίς ένα ειδικό όργανο ως κύρια οδό απέκκρισης.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής είναι 13 ώρες.
Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της λιραγλουτίδης φαίνεται να είναι παρόμοιος σε χοίρους (περίπου 14 ώρες) και ανθρώπους (περίπου 15 ώρες), ενώ μικρότερος σε ποντίκια, αρουραίους, κουνέλια και πιθήκους (4-8 ώρες). Αρκετές μελέτες σε πιθήκους, χοίρους και ανθρώπους έδειξαν ότι η εξωαγγειακή χορήγηση (SC και πνευμονική) της λιραγλουτίδης παρατείνει τον τελικό χρόνο ημίσειας ζωής σε σύγκριση με την ενδοφλέβια (IV) χορήγηση. Επιπλέον, ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής φάνηκε επίσης να παρατείνεται από επαναλαμβανόμενη χορήγηση σε αρουραίους, πιθήκους, χοίρους και ανθρώπους. Αυτή η τάση δεν ήταν εμφανής σε ποντίκια και κουνέλια.
χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής … περίπου 13 ώρες
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Ουσίες που διεγείρουν τη δραστηριότητα του ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΠΕΠΤΙΔΙΟΥ-1 ΤΥΠΟΥ ΓΛΥΚΑΓΟΝΗΣ (GLP-1). Οι αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1 χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ 2 και της ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑΣ.
Πεπτίδια που διεγείρουν την απελευθέρωση ΙΝΣΟΥΛΙΝΗΣ από τα β-ΚΥΤΤΑΡΑ ΤΟΥ ΠΑΓΚΡΕΑΤΟΣ μετά από λήψη τροφής από το στόμα ή μεταγευματικά.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογίας
839I73S42A
ΛΙΡΑΓΛΟΥΤΙΔΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αγωνιστής Υποδοχέα GLP-1
Χημική Δομή [CS] - Πεπτίδιο-1 Τύπου Γλυκαγόνης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αγωνιστές Πεπτιδίου-1 Τύπου Γλυκαγόνης (GLP-1)
Η λιραγλουτίδη είναι ένας Αγωνιστής Υποδοχέα GLP-1. Ο μηχανισμός δράσης της λιραγλουτίδης είναι ως Αγωνιστής Πεπτιδίου-1 Τύπου Γλυκαγόνης (GLP-1).
ΛΙΡΑΓΛΟΥΤΙΔΗ
Αγωνιστής Υποδοχέα GLP-1 [EPC]; Πεπτίδιο-1 Τύπου Γλυκαγόνης [CS]; Αγωνιστές Πεπτιδίου-1 Τύπου Γλυκαγόνης (GLP-1) [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Α A10BJ02ΣΔ τύπου 2 — Χωρίς εγκατεστημένη ΚΑ νόσο / καρδιακή ανεπάρκεια / ΧΝΝ
- Στόχος: ρύθμιση γλυκόζης, έλεγχος συμπτωμάτων & σωματικού βάρους
Δοσολογία: Add-on · Συνεχής -
ΒΗΜΑ Β A10BJ02ΣΔ τύπου 2 — Με αθηροσκληρωτική ΚΑ νόσο / ΚΑ ανεπάρκεια / ΧΝΝ
- Στόχος: μείωση καρδιονεφρικού κινδύνου — ανεξάρτητα από την HbA1c
Δοσολογία: Επίτευξη γλυκαιμικού στόχου ή χορήγηση μετφορμίνης · Συνεχής -
ΒΗΜΑ ΣΔ1 A10BJ02ΣΔ τύπου 1
- Απόλυτη έλλειψη ενδογενούς ινσουλίνης — αναπλήρωση
Δοσολογία: — · Συνεχής -
ΒΗΜΑ ΠΑΙΔ A10BJ02ΣΔ σε παιδιά & εφήβους
- ΣΔτ1 (> 90% του παιδικού/εφηβικού ΣΔ) ή ΣΔτ2
Δοσολογία: Add-on · Συνεχής⚠ Σουλφονυλουρίες ΟΧΙ στην εφηβική ηλικία.
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Pharm-Indication A10BJ02Φαρμακευτική θεραπεία — γενική ένδειξηBMI ≥ 30 ή BMI ≥ 27 με συννοσηρότητα — αποτυχία υγιεινοδιαιτητικώνΔοσολογία: 3 mg/ημέρα sc (τιτλοποίηση από 0.6 mg) · Έλεγχος σε 12 εβδ. → 1 έτος
-
ΒΗΜΑ Liraglutide-reimbursement A10BJ02Λιραγλουτίδη — Προϋποθέσεις αποζημίωσης (ΑΥΣ)Λιραγλουτίδη με αποζημίωση από ΕΟΠΥΥΔοσολογία: 3 mg/ημέρα sc, σταδιακή τιτλοποίηση · Έως 2 έτη μέγιστο, με επανέγκριση
-
ΒΗΜΑ Pharm-GLP1 A10BJ02GLP-1 αγωνιστές στον προδιαβήτηΠαχυσαρκία + προδιαβήτης ή/και αυξημένος καρδιαγγειακός κίνδυνοςΔοσολογία: 3 mg sc/ημέρα · Συνεχής
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Ουσίες που διεγείρουν τη δραστηριότητα του ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΠΕΠΤΙΔΙΟΥ-1 ΤΥΠΟΥ ΓΛΥΚΑΓΟΝΗΣ (GLP-1). Οι αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1 χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ 2 και της ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑΣ.
Πεπτίδια που διεγείρουν την απελευθέρωση ΙΝΣΟΥΛΙΝΗΣ από τα β-ΚΥΤΤΑΡΑ ΤΟΥ ΠΑΓΚΡΕΑΤΟΣ μετά από λήψη τροφής από το στόμα ή μεταγευματικά.