Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ A06AD16 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

MANNITOL

Μαννιτόλη

### Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Παρασκευάσματα κατά του βήχα και του κρυολογήματος, Βλεννολυτικό.

Εμπορικά Ονόματα

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • E84 Κυστική ίνωση
search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPCαναθ. 11/2020
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Εισπνοή
Χορήγηση:
Δύο φορές την ημέρα (πρωί και βράδυ), η βραδινή δόση 2-3 ώρες πριν τον ύπνο
Δόση έναρξης:
400 mg
  • Ενήλικες
    Δόση400 mg
    Δύο φορές την ημέρα
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥65 ετών)
    Δεν υπάρχουν επαρκή διαθέσιμα δεδομένα για την προσαρμογή της δοσολογίας.
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
  • Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
  • Παιδιά και έφηβοι (6 έως 18 ετών)
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί, δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
  • Παιδιά (κάτω των 6 ετών)
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί, δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία
  • Βρογχική υπεραντιδραστικότητα στην εισπνεόμενη μαννιτόλη
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπεραντιδραστικότητα στη μαννιτόλη
    Οι ασθενείς πρέπει να είναι υπό παρακολούθηση για βρογχική υπεραντιδραστικότητα σε εισπνεόμενη μαννιτόλη κατά την έναρξη αξιολόγησης της δόσης πριν την έναρξη της εφαρμογής της αξιολόγησης δόσης του Μαννιτόλη. Αν ένας ασθενής δεν δύναται να κάνει σπιρομέτρηση ή να ολοκληρώσει την έναρξη αξιολόγησης της δόσης, δεν πρέπει να του χορηγηθεί το Μαννιτόλη. Σε ασθενείς με υπεραντιδραστικότητα δεν θα πρέπει να χορηγείται η θεραπευτική δόση του Μαννιτόλη (βλέπε Αντενδείξεις). Ισχύουν οι συνήθεις προφυλάξεις για την παρακολούθηση της βρογχικής υπεραντιδραστικότητας. Σε περίπτωση που υπάρχει υποψία υπεραντιδραστικότητας επαγόμενης από τη θεραπεία, η λήψη του Μαννιτόλη πρέπει να διακόπτεται. Όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται μέχρι η FEV1 να επανέλθει στα επίπεδα της τιμής αναφοράς.
  • Βρογχόσπασμος
    Ο βρογχόσπασμος μπορεί να προκληθεί από την εισπνοή φαρμακευτικού προϊόντος και έχει αναφερθεί με τη χρήση του Μαννιτόλη σε κλινικές μελέτες, ακόμη και σε ασθενείς που δεν παρουσίασαν υπεραντιδραστικότητα στην εισπνεόμενη μαννιτόλη κατά τη λήψη της δόσης έναρξης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Ο βρογχόσπασμος πρέπει να αντιμετωπίζεται με βρογχοδιασταλτικό ή όπως άλλως κρίνεται ιατρικά σκόπιμο. Εάν υπάρχουν αποδείξεις βρογχόσπασμου επαγόμενου από τη θεραπεία, ο γιατρός πρέπει να αξιολογήσει προσεκτικά κατά πόσο τα οφέλη της συνεχιζόμενης χρήσης του Μαννιτόλη υπερισχύουν των κινδύνων για τον ασθενή. Όλοι οι ασθενείς πρέπει να επανεξετάζονται επίσημα μετά από περίπου έξι εβδομάδες θεραπείας με το Μαννιτόλη για να αξιολογούνται σημεία και συμπτώματα που υποδεικνύουν βρογχόσπασμο επαγόμενο από ενεργή ουσία. Σε περίπτωση αμφιβολιών, η αξιολόγηση της δόσης έναρξης που περιγράφεται στην (βλ. Δοσολογία) πρέπει να επαναλαμβάνεται.
  • Άσθμα
    Η ασφάλεια/αποτελεσματικότητα του Μαννιτόλη σε ασθενείς με άσθμα δεν έχει μελετηθεί επισήμως. Οι ασθενείς με άσθμα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για ενδεχόμενη επιδείνωση των σημείων και συμπτωμάτων άσθματος μετά τη λήψη της δόσης έναρξης του Μαννιτόλη. Οι ασθενείς συνιστάται να αναφέρουν στον γιατρό τους τυχόν επιδείνωση των σημείων και συμπτωμάτων άσθματος κατά τη θεραπευτική χρήση. Εάν υπάρχουν αποδείξεις βρογχόσπασμου επαγόμενου από τη θεραπεία, ο γιατρός πρέπει να αξιολογήσει προσεκτικά κατά πόσο τα οφέλη της συνεχιζόμενης χρήσης του Μαννιτόλη υπερισχύουν των κινδύνων για τον ασθενή. Ο βρογχόσπασμος πρέπει να αντιμετωπίζεται με βρογχοδιασταλτικό ή όπως άλλως κρίνεται ιατρικά σκόπιμο.
  • Αιμόπτυση
    Πληθυσμόςασθενείς με ιστορικό σημαντικών επεισοδίων αιμόπτυσης (>60 ml) κατά τους τρεις προηγούμενους μήνες
    Σε κλινικές μελέτες αναφέρονται συχνά περιστατικά αιμόπτυσης με το Μαννιτόλη. Το Μαννιτόλη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ιστορικό σημαντικών επεισοδίων αιμόπτυσης (>60 ml) κατά τους τρεις προηγούμενους μήνες. Συνεπώς, οι ασθενείς αυτοί πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά, ενώ σε περίπτωση μαζικής αιμόπτυσης, πρέπει να διακόπτεται η λήψη του Μαννιτόλη. Ως μαζική/σοβαρή αιμόπτυση νοείται: οξεία αιμορραγία ≥240 ml εντός 24 ωρών, υποτροπιάζουσα αιμορραγία ≥100 ml/ημέρα για περισσότερες ημέρες. Η επαναχορήγηση ή διακοπή του Μαννιτόλη μετά από ελάσσονα επεισόδια αιμόπτυσης πρέπει να γίνεται βάσει κλινικής αξιολόγησης.
  • Βήχας
    Ο βήχας αναφέρεται συχνά σε κλινικές μελέτες για τη χρήση του Μαννιτόλη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς πρέπει να εκπαιδεύονται στην ορθή τεχνική χρήσης της συσκευής εισπνοής κατά τη θεραπεία και να τους δίνονται οδηγίες ώστε να αναφέρουν στον γιατρό τους τυχόν παρατεταμένο βήχα με τη χρήση του Μαννιτόλη.
  • Λειτουργία πνευμόνων μη φυσιολογική
    Πληθυσμόςασθενείς με τιμή FEV1 χαμηλότερη από 30% της προβλεπόμενης τιμής
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε ασθενείς με τιμή FEV1 χαμηλότερη από 30% της προβλεπόμενης τιμής δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Δεν συνιστάται η χρήση του Μαννιτόλη στους συγκεκριμένους ασθενείς.
  • Βρογχεκτασία μη σχετιζόμενη με κυστική ίνωση
    Πληθυσμόςασθενείς με βρογχεκτασία μη σχετιζόμενη με κυστική ίνωση
    Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια σε ασθενείς με βρογχεκτασία μη σχετιζόμενη με κυστική ίνωση δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί. Συνεπώς, δεν συνιστάται θεραπεία με το Μαννιτόλη.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more

Δεν έχουν διεξαχθεί επίσημες μελέτες αλληλεπίδρασης.

Ωστόσο, το Μαννιτόλη χρησιμοποιήθηκε σε κλινικές μελέτες σε συνδυασμό με πρότυπες θεραπείες κυστικής ίνωσης όπως βλεννολυτικά, αντιβιοτικά (συμπεριλαμβανομένης της τομπραμυκίνης και της νατριούχου κολιστιμεθάτης), βρογχοδιασταλτικά, παγκρεατικά ένζυμα, βιταμίνες, εισπνεόμενα και συστηματικά κορτικοστεροειδή και αναλγητικά.

Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την ταυτόχρονη χορήγηση υπέρτονου φυσιολογικού ορού μαζί με το Μαννιτόλη, καθώς αυτή εξαιρέθηκε από τις μελέτες της Φάσης 3.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Λοιμώξεις
  • Φορέας βακτηριακής νόσου
  • Βρογχίτιδα
  • Βρογχοπνευμονία
  • Πνευμονική λοίμωξη
  • Καντιντίαση του στόματος
  • Φαρυγγίτιδα
  • Σταφυλοκοκκική λοίμωξη
  • Λοίμωξη ανώτερης αναπνευστικής οδού
Μεταβολισμός
  • Μειωμένη όρεξη
  • Διαβήτης σχετιζόμενος με την ΚΙ
  • Αφυδάτωση
Ψυχιατρικές
  • Αϋπνία
  • Νοσηρές σκέψεις
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
Αυτί
  • Ωταλγία
Αναπνευστικό
  • Βήχας
  • Αιμόπτυση
  • Στοματοφαρυγγικό άλγος
  • Συριγμός
  • Παραγωγικός βήχας
  • Ερεθισμός του λαιμού
  • Άσθμα
  • Βρογχόσπασμος
  • Ρινόρροια
  • Δύσπνοια
  • Δυσφωνία
  • Υπεραερισμός
  • Απόφραξη αεραγωγών
  • Συμφόρηση αναπνευστικής οδού
  • Δυσχρωματισμένα πτύελα
  • Υποξία
  • Πόνος στον θώρακα
Εργαστηριακές
  • Μειωμένος ταχέως εκπνεόμενος όγκος
  • Θετική εξέταση βακτηρίων σε πτύελα
  • Θετική εξέταση μυκήτων σε πτύελα
  • Προσδιορισμός βακτηρίων σε πτύελα
Γαστρεντερικό
  • Έμετος
  • Ναυτία
  • Διάρροια
  • Ερυγή
  • Μετεωρισμός
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
  • Γλωσσοδυνία
  • Ακούσια προσπάθεια για έμετο
  • Στοματίτιδα
  • Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
  • Αφθώδης στοματίτιδα
  • Οδυνοφαγία
Δέρμα
  • Ακμή
  • Κρύος ιδρώτας
  • Κνησμός
  • Εξάνθημα
  • Κνησμώδες εξάνθημα
Μυοσκελετικό
  • Μυοσκελετικός πόνος θώρακα
  • Αρθραλγία
  • Οσφυαλγία
  • Δυσκαμψία άρθρωσης
  • Μυοσκελετικός πόνος
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Ακράτεια ούρων
Γενικές
  • Επιδείνωση κατάστασης
  • Θωρακική δυσφορία
  • Πυρεξία
  • Κόπωση
  • Γριππώδης συνδρομή
  • Άλγος κήλης
  • Αίσθημα κακουχίας
  • Θωρακικό άλγος
  • Δυσφορία στον θώρακα
Ήπαρ
  • Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου (Παιδιατρική)
  • Δυσχρωμία πτυέλων
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Άσθμα
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αιμόπτυση
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Δυσφορία στον θώρακα
    Γενικές
    Συχνές
  • Επιδείνωση κατάστασης
    Γενικές
    Συχνές
  • Θωρακική δυσφορία
    Γενικές
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Παραγωγικός βήχας
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Προσδιορισμός βακτηρίων σε πτύελα
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Στοματοφαρυγγικό άλγος
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Συριγμός
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Άλγος κήλης
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Αίσθημα κακουχίας
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Ακμή
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Ακούσια προσπάθεια για έμετο
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Ακράτεια ούρων
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Απόφραξη αεραγωγών
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Αφθώδης στοματίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Αφυδάτωση
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Βρογχίτιδα
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Βρογχοπνευμονία
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Βρογχόσπασμος
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Γλωσσοδυνία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Γριππώδης συνδρομή
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Διαβήτης σχετιζόμενος με την ΚΙ
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Δυσκαμψία άρθρωσης
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Δυσφωνία
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Δυσχρωμία πτυέλων
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου (Παιδιατρική)
    Όχι συχνές
  • Δυσχρωματισμένα πτύελα
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Ερεθισμός του λαιμού
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Ερυγή
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Θετική εξέταση βακτηρίων σε πτύελα
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Θετική εξέταση μυκήτων σε πτύελα
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Θωρακικό άλγος
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Καντιντίαση του στόματος
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κνησμώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κρύος ιδρώτας
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Λοίμωξη ανώτερης αναπνευστικής οδού
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Μειωμένος ταχέως εκπνεόμενος όγκος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Μυοσκελετικός πόνος
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Μυοσκελετικός πόνος θώρακα
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Νοσηρές σκέψεις
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Οδυνοφαγία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Οσφυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Πνευμονική λοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Πυρεξία
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Πόνος στον θώρακα
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Ρινόρροια
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Σταφυλοκοκκική λοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Στοματίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Συμφόρηση αναπνευστικής οδού
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Υπεραερισμός
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Υποξία
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Φαρυγγίτιδα
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Φορέας βακτηριακής νόσου
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Ωταλγία
    Αυτί
    Όχι συχνές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Αποφεύγεται
    Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της μαννιτόλης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν καταδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις σε ό,τι αφορά την τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Καθότι οι επιδράσεις ενδεχόμενης υπεραντιδραστικότητας στη μητέρα ή/και στο έμβρυο δεν είναι γνωστές, πρέπει να δίδεται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση του Μαννιτόλη σε έγκυες γυναίκες. Σαν προληπτικό μέτρο είναι προτιμητέο να αποφεύγεται η χρήση του Μαννιτόλη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Δεν είναι γνωστό εάν η μαννιτόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Η απέκκριση της μαννιτόλης στο γάλα δεν έχει μελετηθεί σε ζώα. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για το παιδί που θηλάζει. Η απόφαση για το εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή η θεραπεία με το Μαννιτόλη πρέπει να λαμβάνεται με βάση το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με το Μαννιτόλη για τη γυναίκα.
  • Γονιμότητα
    Άγνωστο
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για την επίδραση της μαννιτόλης στη γονιμότητα. Δεν έχουν διεξαχθεί αναπαραγωγικές μελέτες σε ζώα για την εισπνεόμενη μαννιτόλη. Ωστόσο, μελέτες με μαννιτόλη χορηγούμενη από το στόμα δεν καταδεικνύουν επιδράσεις στη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • βρογχοσυστολή
  • υπερβολικός βήχας
Αντιμετώπιση
πρέπει να χορηγηθεί β2-αγωνιστής και, εάν χρειαστεί, οξυγόνο
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΑμελητέα
Το Μαννιτόλη δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Ουδέν.
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Παρασκευάσματα κατά του βήχα και του κρυολογήματος, Βλεννολυτικό. Κωδικός ATC: R05CB16

Μηχανισμός δράσης

Το Μαννιτόλη είναι εισπνεόμενο υπερωσμωτικό φαρμακευτικό προϊόν. Αν και ο ακριβής μηχανισμός δράσης δεν είναι γνωστός, η εισπνεόμενη μαννιτόλη μπορεί να αλλάξει τις ιξωδοελαστικές ιδιότητες της βλέννας, να αυξήσει την ενυδάτωση της στοιβάδας εφύγρανσης των κροσσών και να συνεισφέρει στην αυξημένη κάθαρση των στάσιμων εκκρίσεων βλέννας μέσω του βλεννοκροσσωτού μηχανισμού. Ο παραγωγικός βήχας συμβάλλει στην κάθαρση των πτυέλων.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Στον προς θεραπεία πληθυσμό μιας ανοιχτής μελέτης δόσης-απόκρισης, της DPM-CF-202, η μέση ποσοστιαία αλλαγή (τυπική απόκλιση) στην τιμή FEV1 για τη δόση 400 mg ήταν 8,75 (τυπική απόκλιση: 12,4) και -1,569 (τυπική απόκλιση: 9,0) για τη δόση 40 mg (p < 0,0001).

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Διενεργήθηκαν τρεις διπλές τυφλές, τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες, παρεμβατικές μελέτες παράλληλων ομάδων, φάσης 3 και διάρκειας 26 εβδομάδων (DPM-CF-301, DPM-CF-302 και DPM-CF-303) στις οποίες 324 (DPM-CF-301) και 318 (DPM-CF-302) ασθενείς ηλικίας άνω των 6 ετών τυχαιοποιήθηκαν με αναλογία 3:2 σε ομάδα που λάμβανε 400 mg εισπνεόμενης μαννιτόλης δύο φορές την ημέρα και σε ομάδα ελέγχου (50 mg εισπνεόμενης μαννιτόλης δύο φορές την ημέρα). Στην τρίτη μελέτη (DPM-CF-303) τυχαιοποιήθηκαν 423 ενήλικες ασθενείς σε αναλογία 1:1 σε ομάδα που λάμβανε 400 mg εισπνεόμενης μαννιτόλης δύο φορές την ημέρα και σε ομάδα ελέγχου. Είκοσι επτά (7,1%) από τους 378 ασθενείς που υποβλήθηκαν στη δοκιμασία ανοχής στη μαννιτόλη (ΜΤΤ) στη μελέτη 301, 18 (5,3%) από τους 341 ασθενείς στη μελέτη 302 και 25 από τους 486 ασθενείς (5,1%) στη μελέτη 303 είχαν θετικό αποτέλεσμα στην MTT το οποίο αντιστοιχούσε είτε 1) σε μείωση της τιμής FEV1 κατά >20% ως προς την τιμή αναφοράς στο μέσο σημείο (βήμα 4), είτε 2) σε μείωση κατά > 20% ως προς την τιμή αναφοράς στο τέλος της δοκιμασίας χωρίς επάνοδο σε < 20% εντός 15 λεπτών, είτε 3) σε μείωση της τιμής FEV1 κατά > 50% ως προς την τιμή αναφοράς στο τέλος της δοκιμασίας (βήμα 6), είτε 4) σε μείωση της τιμής SpΟ2 σε < 89% κατά τη διαδικασία. Ένα πρόσθετο ποσοστό 2,84% (n=34) των ασθενών από τις τρεις μελέτες δεν είχε ολοκληρώσει τη δοκιμασία MTT και δεν τυχαιοποιήθηκε.

Η μέση προβλεπόμενη ποσοστιαία (τυπική απόκλιση) τιμή αναφοράς της FEV1 στη μελέτη DPM-CF-301 (πληθυσμός ασφάλειας, N= 295) ήταν 62,4 (τυπική απόκλιση: 16,45) και 61,4 (τυπική απόκλιση: 16,13) για την ομάδα μαννιτόλης και ελέγχου, αντίστοιχα. Οι αντίστοιχες τιμές για τη μελέτη DPM-CF-302 (N=305) είναι οι ακόλουθες: 65,24 (τυπική απόκλιση: 13,90) και 64,35 (τυπική απόκλιση: 15,29). Στη μελέτη DPM-CF-303 (N=423) η μέση προβλεπόμενη ποσοστιαία τιμή αναφοράς της FEV1 ήταν 63,17 (τυπική απόκλιση: 15,15) και 62,98 (τυπική απόκλιση: 13,65).

Στη μελέτη DPM-CF-301 το 64,4% του πληθυσμού ασθενών ήταν ενήλικες, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τη μελέτη DPM-CF-302 ήταν 49,5%. Στη μελέτη DPM-CF-303 όλοι οι ασθενείς ήταν ενήλικες. Στη μελέτη DPM-CF-301 το πενήντα πέντε% των ασθενών λάμβανε ανασυνδυασμένη ανθρώπινη δεοξυριβονουκλεάση (rhDNase) ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στη μελέτη DPM-CF-302 ήταν 75% και για τη DPM-CF-303 το ποσοστό ήταν 67,6%. Το ποσοστό των ασθενών που λάμβανε εισπνεόμενα αντιβιοτικά ήταν 55% στη μελέτη DPM-CF-301, 56% στη μελέτη DPM-CF-302 και 52% στη μελέτη DPM-CF-303. Στις εν λόγω δοκιμές δεν επιτρεπόταν η ταυτόχρονη χορήγηση υπερτονικού αλατούχου διαλύματος.

Το προκαθορισμένο πρωτεύον τελικό σημείο, ήτοι η αλλαγή από την τιμή αναφοράς για την FEV1 (ml) στον τροποποιημένο προς θεραπεία πληθυσμό (n=269, 297 και 423 στις μελέτες DPM-CF-301, DPM-CF-302 και DPM-CF-303, αντίστοιχα) συγκριτικά με την ομάδα ελέγχου κατά την περίοδο διάρκειας 26 εβδομάδων, παρατίθεται στον Πίνακα 3 παράλληλα με την FEV1 που παρουσιάζεται ως προβλεπόμενη απόλυτη και σχετική αλλαγή σε%.

Πίνακας 3: Αλλαγή στην τιμή FEV1 ως προς την τιμή αναφοράς κατά την περίοδο διάρκειας 26 εβδομάδων στον τροποποιημένο προς θεραπεία πληθυσμό και στον ενήλικο πληθυσμό

Εκτίμηση μεγέθους επίδρασης DPM-CF-301 DPM-CF-302 DPM-CF-303
FEV1 (ΔΕ 95%) τιμή p FEV1 (ΔΕ 95%) τιμή p FEV1 (ΔΕ 95%) τιμή p
Συνολικός πληθυσμός N=269 N=297 N=423
Απόλυτη τιμή mL 94,5 (<0,001) (8, 100) 54,1 (0,020) (46,2, 142,7) 54 (0,059) (-1,97, 110,3)
Προβλεπόμενο απόλυτο% 2,4 (0,001) (0,9, 3,9) 1,9 (0,052) (0,07, 2,4) 1,2 (0,037) (-0,02, 3,8)
Προβλεπόμενο σχετικό% 3,5 (0,007) (1,0, 6,1) 3,6 (0,033) (0,3, 4,2) 2,3 (0,024) (0,3, 6,9)
Ενήλικος πληθυσμός N=171 N=144 N=423
Απόλυτη τιμή mL 108,5 (<0,001) (8, 100) 85,9 (0,020) (47,6, 169,4) 54 (0,038) (4,6, 167,3)
Προβλεπόμενο απόλυτο% 2,7 (0,004) (0,9, 4,5) 2,3 (0,037) (0,07, 2,4) 1,2 (0,095) (-0,4, 5,1)
Προβλεπόμενο σχετικό% 4,3 (0,008) (1,1, 7,5) 5,0 (0,024) (0,3, 4,2) 2,3 (0,040) (0,2, 9,8)

Σημείωση: Υπήρχαν κάποιες διαφορές στις μεθόδους ανάλυσης μεταξύ των 3 μελετών. Στη DPM-CF-303 η απόδοση των ελλειπών δεδομένων πραγματοποιήθηκε μέσω της μεθόδου μεταφοράς της αρχικής παρατήρησης (baseline observation carried forward, BOCF) ενώ δεν πραγματοποιήθηκε απόδοση των δεδομένων στη μελέτη DPM-CF-301 ή τη DPM-CF-302.

Η θεραπευτική επίδραση του Μαννιτόλη στον FEV1 ήταν λιγότερο εμφανής στην υποομάδα ασθενών που ελάμβαναν ταυτόχρονη ανθρώπινη δεσοξυριβονουκλεάση (rhDNAse). Στους χρήστες ανασυνδυασμένης ανθρώπινης δεοξυριβονουκλεάσης στη μελέτη 301, το προβλεπόμενο σχετικό ποσοστό αλλαγής στην τιμή FEV1 ως προς την τιμή αναφοράς κατά τη διάρκεια των 26 εβδομάδων θεραπείας ήταν 2,83 (ΔΕ 95% -0,62, 6,27). Για τους μη χρήστες, η σχετική αλλαγή ήταν 4,30 (ΔΕ 95% 0,53, 8,07). Στη μελέτη 302 η σχετική αλλαγή (ΔΕ 95%) για τους χρήστες ανασυνδυασμένης ανθρώπινης δεοξυριβονουκλεάσης ήταν 3,21 (-0,61, 7,03) και για τους μη χρήστες 4,73 (-1,93, 11,40). Στη μελέτη 303 η σχετική αλλαγή (ΔΕ 95%) για τους χρήστες και τους μη χρήστες ανασυνδυασμένης ανθρώπινης δεοξυριβονουκλεάσης ήταν 1,30 (-0,91, 3,51) και 4,45 (0,52, 8,38), αντίστοιχα.

Η μελέτη 303 δεν έδειξε ανώτερη θεραπευτική επίδραση για το Μαννιτόλη στον FEV1 σε γυναίκες ασθενείς, στις οποίες η πορεία της υποκείμενης κυστικής ίνωσης ενδέχεται να είναι χειρότερη από εκείνη των ανδρών, για λόγους που δεν είναι πλήρως κατανοητοί. Σε γυναίκες ασθενείς, η προσαρμοσμένη αλλαγή του μέσου όρου στον FEV1 ήταν 27ml για το Μαννιτόλη και 44ml για το σκέλος ελέγχου, υποδεικνύοντας ένα δυνητικά κατώτερο όφελος στην πνευμονική λειτουργία με Μαννιτόλη σε σύγκριση με το σκέλος ελέγχου, παρόλο που η διαφορά δεν ήταν σημαντική από στατιστική πλευρά (p=0,480).

Ο αριθμός των ατόμων με τουλάχιστον έναν πνευμονικό παροξυσμό όπως οριζόταν στο πρωτόκολλο (PDPE, οριζόμενος από την παρουσία τουλάχιστον 4 συμπτωμάτων και σημείων συν της χρήσης ενδοφλέβιων αντιβιοτικών) ήταν, στη μελέτη 301 (προς θεραπεία πληθυσμός), 18,1% στο σκέλος μαννιτόλης και 28% στο σκέλος ελέγχου. Στη μελέτη 302, το 15,2% των ατόμων στο σκέλος μαννιτόλης και το 19% στο σκέλος ελέγχου είχαν στο ιστορικό τους έναν PDPE. Στη μελέτη 303 το 13,4% των συμμετεχόντων στο σκέλος της μαννιτόλης και το 13,6% στο σκέλος ελέγχου είχαν έναν PDPE.

Η εκτιμώμενη επίδραση της θεραπείας (μέση αλλαγή και 95% ΔΕ από την τιμή αναφοράς σε 26 εβδομάδες. πληθυσμός mITT) στην FVC ήταν 108,78 ml (ΔΕ 95%: 49,21, 168,35) στη μελέτη 301 71,4 ml (ΔΕ 95%: 10,57, 132,13) στη μελέτη 302 και 40 ml (ΔΕ 95%: -12, 92) στη μελέτη 303.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Μαννιτόλη σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί (βλ. Δοσολογία).

Στις μελέτες DPM-CF-301 και 302, το προβλεπόμενο σχετικό ποσοστό της τιμής FEV1 σε σύγκριση με το σκέλος ελέγχου στα παιδιά (6-11 ετών) βελτιώθηκε κατά 0,44% (ΔΕ 95% -5,90, 6,77, N=43) και 6,1% (ΔΕ 95% -1,28, 13,54, N=59) στην περίοδο διάρκειας 26 εβδομάδων (p=0,892 και 0,104) αντίστοιχα.

Στους εφήβους (12-17 ετών), η σχετική αλλαγή στο προβλεπόμενο σχετικό ποσοστό της FEV1 σε σύγκριση με το σκέλος ελέγχου βελτιώθηκε κατά 3,31% (ΔΕ 95% -2,29, 8,90, N=55) και 0,42% (ΔΕ 95% - 5,45, 6,29, N=94) στην περίοδο διάρκειας 26 εβδομάδων (p=0,245 και 0,888) αντίστοιχα.

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές

Απορρόφηση

Σε μελέτη 18 υγιών άρρενων ενήλικων εθελοντών, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της εισπνεόμενης κόνεως μαννιτόλης συγκριτικά με την ενδοφλέβια μαννιτόλη ήταν 0,59% ± 0,15.

Η ταχύτητα και ο βαθμός απορρόφησης της μαννιτόλης μετά από εισπνοή παρουσίαζαν ομοιότητες με αυτά που παρατηρήθηκαν μετά τη χορήγηση από το στόμα. Η Tmax μετά την εισπνοή ήταν 1,5 ± 0,5 ώρες.

Σε μελέτη 9 ασθενών με κυστική ίνωση (6 ενήλικες, 3 έφηβοι), με χρήση 400 mg εισπνεόμενης μαννιτόλης σε εφάπαξ δόση (ημέρα 1) και στη συνέχεια δύο φορές την ημέρα για 7 ημέρες (ημέρες 2 - 7), οι φαρμακοκινητικές παράμετροι παρουσίαζαν ομοιότητες στους ενήλικες και στους εφήβους, εκτός της μεγαλύτερης μέσης φαινομενικής τελικής διάρκειας ημιζωής για τους εφήβους (ημέρα 1 = 7,29 ώρες, ημέρα 7 = 6,52 ώρες) έναντι των ενηλίκων (ημέρα 1 = 6,10 ώρες, ημέρα 7 = 5,42 ώρες). Συνολικά, η σύγκριση της AUC μεταξύ ημέρας 1 και ημέρας 7 κατέδειξε μη χρονική εξάρτηση των φαρμακοκινητικών ιδιοτήτων, παρουσιάζοντας γραμμικότητα στο επίπεδο της δοσολογίας που χορηγήθηκε στην εν λόγω μελέτη.

Βιομετασχηματισμός

Ένα μικρό ποσοστό της συστηματικά απορροφούμενης μαννιτόλης υπόκειται σε ηπατικό μεταβολισμό, σε γλυκογόνο και διοξείδιο του άνθρακα. Μελέτες σε επίμυες, ποντίκια και ανθρώπους έχουν καταδείξει ότι η μαννιτόλη δεν παράγει τοξικούς μεταβολίτες. Η μεταβολική οδός της εισπνεόμενης μαννιτόλης δεν εξετάστηκε σε φαρμακοκινητικές μελέτες.

Κατανομή

Μελέτες εναπόθεσης στους πνεύμονες κατέδειξαν ποσοστό 24,7% εναπόθεσης της εισπνεόμενης μαννιτόλης επιβεβαιώνοντας την κατανομή της στο όργανο στόχο. Σε μη κλινικές τοξικολογικές μελέτες καταδείχθηκε ότι η μαννιτόλη που εισπνέεται στους πνεύμονες απορροφάται στην αιματική ροή με τη μέγιστη συγκέντρωση στον ορό να επιτυγχάνεται σε 1 ώρα. Δεν υπάρχουν αποδείξεις για τη συσσώρευση της μαννιτόλης στο σώμα και, συνεπώς, η κατανομή της εισπνεόμενης μαννιτόλης δεν εξετάστηκε σε φαρμακοκινητικές μελέτες.

Αποβολή

Η αθροιστική ποσότητα μαννιτόλης που διηθείται στα ούρα κατά τη διάρκεια της 24 ωρης περιόδου συλλογής ήταν παρόμοια τόσο για την εισπνεόμενη (55%) όσο και για την από του στόματος χορηγούμενη (54%) μαννιτόλη. Στην ενδοφλέβια χορήγηση, η μαννιτόλη αποβάλλεται σχεδόν αναλλοίωτη μέσω σπειραματικής διήθησης και το 87% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα εντός 24 ωρών. Η μέση τελική διάρκεια ημιζωής σε ενήλικες ήταν περίπου 4 έως 5 ώρες από τον ορό και περίπου 3,66 ώρες από τα ούρα.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Μαννιτόλη σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 6 έως 18 ετών δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί.

Τα περιορισμένα διαθέσιμα στοιχεία για εφήβους ηλικίας 12 έως 17 ετών υποδεικνύουν ότι οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της εισπνεόμενης μαννιτόλης είναι παρόμοιες με εκείνες που αναφέρονται για τον ενήλικο πληθυσμό.

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών.

Μηχανισμός δράσης
Το mannitol είναι οσμωτικό διουρητικό που δεν μεταβολίζεται στον άνθρωπο και εμφανίζεται φυσικά ως σάκχαρο ή σακχαροαλκοόλη σε φρούτα και λαχανικά. Το mannitol αυξάνει την ωσμωλικότητα του πλάσματος του αίματος, με αποτέλεσμα για μεγαλύτερη ροή υδάτινου από…
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Παρασκευάσματα κατά του βήχα και του κρυολογήματος, Βλεννολυτικό. Κωδικός ATC: R05CB16 #### Μηχανισμός δράσης Το Μαννιτόλη είναι εισπνεόμενο υπερωσμωτικό φαρμακευτικό προϊόν. Αν και ο ακριβής μηχανισμός…

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές #### Απορρόφηση Σε μελέτη 18 υγιών άρρενων ενήλικων εθελοντών, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της εισπνεόμενης κόνεως μαννιτόλης συγκριτικά με την ενδοφλέβια μαννιτόλη ήταν 0,59% ± 0,15. Η ταχύτητα και ο βαθμός απορρόφησης της…

Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Η μαννιτόλη μεταβολίζεται ελάχιστα, αν γίνει καθόλου, σε γλυκογόνο στο ήπαρ. …ΠΟΛΥΟΛΙΚΟ ΑΛΚΟΟΛΗ ΣΑΚΧΑΡΩΝ… ΜΑΝΝΙΤΟΛΗ (C6H14O6)… ΣΕ ΜΕΓΑΛΟ ΒΑΘΜΟ ΑΠΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΑΜΕΤΑΒΛΗΤΟ ΣΤΑ ΟΥΡΑ. H ΜΑΝΝΙΤΟΛΗ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΕ ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΣΕ ΣΠΟΡΙΑ ΤΟΥ…
Απέκκριση
Νεφρά

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
FEV1 pulmonologyΑναπνευστική λειτουργία Μείωση τιμής αναφοράς στην αθροιστική δόση 240 mg κατά ≥20%
Μείωση τιμής αναφοράς στο τέλος της αξιολόγησης κατά 20-<50% χωρίς επάνοδο στο <20% εντός 15 λεπτών
Μείωση τιμής αναφοράς στο τέλος της αξιολόγησης κατά ≥50%
Κορεσμός οξυγόνου (SpO2) pulmonologyΑναπνευστική λειτουργία Μείωση τιμής αναφοράς ≥10%
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

DrugBank

Description

expand_more
mannitol είναι οσμωτικό διουρητικό που δεν μεταβολίζεται μεταβολικά από τον άνθρωπο και εμφανίζεται φυσικά ως σάκχαρο ή σακχαροαλκοόλη και σε φρούτα/ λαχανικά. Το mannitol αυξάνει την ωσμωλικότητα του πλάσματος, με αποτέλεσμα αυξημένη ροή ύδατος από τους ιστούς, συμπεριλαμβανομένου του εγκεφάλου και του ΕΝΥ, προς το διαμεσοκυτταρικό υγρό και το πλάσμα. Ως αποτέλεσμα, ενδέχεται να μειωθούν το εγκεφαλικό οίδημα, η αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση, καθώς και ο όγκος και η πίεση του ΕΝΥ. Το mannitol μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για τη διούρηση πριν από μη αναστρέψιμη νεφρική αποτυχία, την προώθηση της απέκκρισης τοξικών ουσιών μέσω των ούρων, ως αντιγλαυκοματικό φάρμακο και ως διαγνωστικό βοήθημα νεφρικής λειτουργίας.
DrugBank

Indication

expand_more
Χρησιμοποιείται για την προώθηση της διούρησης πριν από την εγκατάσταση μη αναστρέψιμης νεφρικής αποτυχίας· για τη μείωση της ενδοκρανιακής πίεσης, τη θεραπεία του εγκεφαλικού οιδήματος και την προώθηση της απέκκρισης τοξικών ουσιών μέσω των ούρων.
DrugBank

Pharmacology

expand_more
Χημικά, το mannitol είναι αλκοόλη και ζάχαρη, ή πολυόλη· είναι παρόμοιο με την ξυλιτόλη ή τη σορβιτόλη. Ωστόσο, το mannitol έχει την τάση να χάσει ιον υδρογόνου σε αραίους διαλύματα, κάνοντας το διάλυμα όξινο. Για αυτόν τον λόγο, δεν είναι ασυνήθιστο να προστίθεται ουσία για τη διόρθωση του pH, όπως διττανθρακικό νατρίου. Το mannitol χρησιμοποιείται συνήθως για την αύξηση της παραγωγής ούρων (διουρητικό). Χρησιμοποιείται επίσης για τη θεραπεία ή πρόληψη καταστάσεων που οφείλονται σε αύξηση των υγρών/νερού στο σώμα (π.χ., οίδημα εγκεφάλου, γλαύωμα, νεφρική αποτυχία). Το mannitol συχνά χορηγείται μαζί με άλλα διουρητικά (π.χ., φουροσεμίδη, χλωροθειαζίδη) και/ή αντικατάσταση ενδοφλέβιων υγρών.
DrugBank

Mechanism of action

expand_more
Το mannitol είναι οσμωτικό διουρητικό που δεν μεταβολίζεται στον άνθρωπο και εμφανίζεται φυσικά ως σάκχαρο ή σακχαροαλκοόλη σε φρούτα και λαχανικά. Το mannitol αυξάνει την ωσμωλικότητα του πλάσματος του αίματος, με αποτέλεσμα για μεγαλύτερη ροή υδάτινου από ιστούς, συμπεριλαμβανομένου του εγκεφάλου και του ΕΝΥ, προς το διαμεσοκυτταρικό υγρό και προς το πλάσμα. Ως αποτέλεσμα, το εγκεφαλικό οίδημα, η αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση και ο όγκος/η πίεση του ΕΝΥ μπορεί να μειωθούν. Ως διουρητικό, το mannitol προκαλεί διούρηση επειδή δεν επαναπορροφάται στον νεφρικό σωληνάριο, αυξάνοντας έτσι την ωσμωλικότητα του σπειραματικού φιλτραρίσματος, διευκολύνοντας την απέκκριση νερού και αναβάλλοντας την επαναπορρόφηση νατρίου, χλωριούχου και άλλων διαλυτών ουσιών στους νεφρούς σωληνάρια. Το mannitol προάγει την απέκκριση τοξικών ουσιών στα ούρα και προστατεύει από νεφροτοξικότητα αποτρέποντας τη συγκέντρωση τοξικών ουσιών στο σωληναριακό υγρό. Ως αντιγλαυκοματικό, το mannitol αυξάνει την ωσμωλικότητα του πλάσματος, με αποτέλεσμα την αυξημένη ροή ύδατος από το μάτι προς το πλάσμα και τη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης. Ως διαγνωστικό βοήθημα νεφρικής λειτουργίας, το mannitol φιλτράρεται ελεύθερα από τα γλομερούλια με λιγότερο από 10% επαναπορρόφηση στον σωληνάριο. Επομένως, ο ρυθμός απέκκρισης ούρων μπορεί να χρησιμεύσει ως μέτρο της γλοιμερούλιας διήθησης (GFR).
DrugBank

Absorption

expand_more
Περίπου 7% του προσλαμβανόμενου mannitol απορροφάται κατά τη γαστροεντερική αιμάτωση σε ασθενείς με ουραιμία.
DrugBank

Half life

expand_more
100 λεπτά
DrugBank

Protein binding

expand_more
Κανένα
DrugBank

Route of elimination

expand_more
Αποβάλλεται γρήγορα μέσω των ούρων.
DrugBank

Toxicity

expand_more
LD50 = 1700 mg/kg (alpha) (rat, oral)
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

100 λεπτά
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

Κανένα
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

7%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά
DrugBank

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 25 ημέρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
6251
Μοριακός τύπος
C6H14O6
Μοριακό βάρος
182.17
IUPAC
(2R,3R,4R,5R)-hexane-1,2,3,4,5,6-hexol
InChIKey
FBPFZTCFMRRESA-KVTDHHQDSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

  • Ουσίες που αυξάνουν τον όγκο των ούρων αυξάνοντας την ποσότητα ωσμωτικά ενεργού διαλύτη στα ούρα. Τα ωσμωτικά διουρητικά αυξάνουν επίσης την ωσμωτικότητα του πλάσματος.
  • Ουσίες που γλυκαίνουν τρόφιμα, ποτά, φάρμακα, κ.λπ., όπως η ζάχαρη, η σακχαρίνη ή άλλα συνθετικά προϊόντα χαμηλών θερμίδων. (Από το Random House Unabridged Dictionary, 2η έκδ.)