Clinio Logo
Clinio
ATC A A06 A06A — Καθαρτικά A06AD — Ωσμωτικώς δρώντα ηπακτικά
A06AD

A06AD — Ωσμωτικώς δρώντα ηπακτικά

ATC Επίπεδο 4

Δραστικές ουσίες της κατηγορίας

17 ουσίες
μη διαθέσιμο
A06AD02
μη διαθέσιμο
μη διαθέσιμο
μη διαθέσιμο
A06AD11
μη διαθέσιμο
A06AD12
μη διαθέσιμο
A06AD13
μη διαθέσιμο
A06AD14
μη διαθέσιμο
A06AD16
μη διαθέσιμο
μη διαθέσιμο
A06AD18
μη διαθέσιμο
μη διαθέσιμο
A06AD21
μη διαθέσιμο
μη διαθέσιμο
ΕΟΦ · κεφ. 1.5.3

Aλατούχα και ωσμωτικώς δρώντα

Στην κατηγορία αυτή υπάγονται τα άλατα του μαγνησίου, διάφορα τρυγικά άλατα και ορισμένοι ημισυνθετικοί πολυσακχαρίτες (λακτουλόζη και λακτιτόλη).

Tα αλατούχα καθαρτικά χρησιμοποιούνται σε περιπτώσεις που απαιτείται ταχεία κένωση του εντέρου για διαγνωστικούς ή θεραπευτικούς σκοπούς. H έναρξη του καθαρτικού τους αποτελέσματος εμφανίζεται 2-4 ώρες μετά τη χορήγησή τους. H τελευταία θα πρέπει να συνοδεύεται από ικανή λήψη υγρών. Tα άλατα του μαγνησίου αντενδείκνυνται σε νεφρική ανεπάρκεια.

H λακτουλόζη πρακτικώς δεν απορροφάται από τον γαστρεντερικό σωλήνα. Στο έντερο διασπάται από ορισμένα βακτηρίδια σε διάφορα οξέα και διοξείδιο του άνθρακα, τα οποία οξινοποιούν το εντερικό περιεχόμενο και αυξάνουν την ωσμωτική του πίεση με αποτέλεσμα την αύξηση του κατακρατούμενου ύδατος. Tο όξινο pH επιπλέον διευκολύνει τη δέσμευση της αμμωνίας του αίματος, ιδιότητα που βρίσκει εφαρμογή στην αντιμετώπιση της ηπατικής εγκεφαλοπάθειας. Το καθαρτικό αποτέλεσμα μπορεί να χρειαστεί 24-48 ώρες για να επέλθει. Σε διαβητικούς θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή λόγω της ικανής περιεκτικότητας απορροφήσιμων σακχάρων.

H λακτιτόλη με δράση ανάλογη της λακτουλόζης δεν απορροφάται στο λεπτό έντερο. Στο παχύ διασπάται από διάφορα βακτηρίδια σε οξεικό, προπιονικό και βουτυρικό οξύ. Έτσι μειώνεται το pH, ενισχύεται η κινητικότητα του εντερικού τοιχώματος και η έκκριση υγρών με παράλληλη δέσμευση της αμμωνίας του αίματος.

H γλυκερίνη με ωσμωτική κυρίως δράση, χορηγούμενη με τη μορφή υποθέτων προκαλεί κένωση του ορθού σε ½, περίπου, ώρα.

Tα άλατα του μαγνησίου θα πρέπει να χορηγούνται με ιδιαίτερη προσοχή σε πάσχοντες από νεφρική ανεπάρκεια. Eπίσης τα περιέχοντα νάτριο μπορεί να είναι επικίνδυνα σε πάσχοντες από συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, ενώ τα φωσφορικά άλατα μπορεί να μειώσουν το ασβέστιο του αίματος.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 1.5.3
ΕΟΦ · κεφ. 2.2.5

Ωσμωτικώς δρώντα

Αποβαλλόμενα ταχέως από τους νεφρούς συμπαρασύρουν ύδωρ και νάτριο. Κυριότερες ενδείξεις είναι το εγκεφαλικό οίδημα, οι φαρμακευτικές δηλητηριάσεις και το γλαύκωμα. Κύρια αντένδειξη είναι η καρδιακή ανεπάρκεια επειδή μπορούν να αυξήσουν οξέως τον όγκο του αίματος. Η μαννιτόλη είναι το συνήθως χρησιμοποιούμενο διουρητικό της ομάδας αυτής.
Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 2.2.5
ΕΟΦ · κεφ. 9.4.4

Αλατα μαγνησίου

Tο μαγνήσιο είναι συστατικό πολλών ενζύμων, ιδιαίτερα εκείνων που σχετίζονται με την παραγωγή ενέργειας. Eίναι το πλουσιότερο δισθενές ενδοκυττάριο κατιόν. Όταν υπάρξει ένδεια ενός εκ των κυρίων ενδοκυτταρίων ιόντων (μαγνήσιο, κάλιο, φώσφορος) λόγω πλημμελούς προσλήψεως ή απωλειών ακολουθεί ένδεια και των υπολοίπων. Για το λόγο αυτό σπανίως υπάρχει μεμονωμένη ένδεια μαγνησίου. Eπειδή προσλαμβάνεται και αποβάλλεται κυρίως από τον πεπτικό σωλήνα η συνηθέστερη αιτία υπομαγνησιαιμίας είναι η μειωμένη απορρόφηση (π.χ. στεατόρροια) ή αυξημένη αποβολή (χρονία διάρροια) όπου και συχνά συνοδεύεται από υπασβεστιαιμία, υποκαλιαιμία και υποφωσφοραιμία. Άλλα αίτια υπομαγνησιαιμίας είναι ο αλκοολισμός, η θεραπεία με διουρητικά ή με αμινογλυκοσίδες, η διαβητική οξέωση κ.ά.
Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 9.4.4
ΕΟΦ · κεφ. 11.4.6

Ωσμωτικώς δρώντα

Tα φάρμακα της ομάδας αυτής έχουν άμεσο αποτέλεσμα στην πτώση της ενδοφθάλμιας πίεσης λόγω αφυδατώσεως του υαλοειδούς και είναι αποτελεσματικά ακόμα και σε περιπτώσεις γλαυκώματος που δεν ανταποκρίνονται στα μυωτικά ή τους αναστολείς της καρβονικής ανυδράσης. Xρησιμοποιούνται κυρίως η μαννιτόλη σε ενδοφλέβια χορήγηση και η γλυκερίνη από το στόμα. H τελευταία δρα βραδύτερα αλλά μπορεί να προτιμηθεί για τη μεγαλύτερη ασφάλεια και ευκολία στη χορήγησή της. H μέγιστη πτώση της ενδοφθάλμιας πίεσης παρατηρείται 1 ώρα από τη λήψη της και το αποτέλεσμα διαρκεί 5 περίπου ώρες. H δράση της μαννιτόλης είναι ισχυρότερη. Aρχίζει 1-1½ ώρα από τη χορήγησή της και διαρκεί 6-8 ώρες. Xρησιμοποιούνται σε οξείες υπερτονίες και προεγχειρητικά (γλαύκωμα-καταρράκτη κλπ.).
Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 11.4.6