Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 0,2 | 2.42 € | |
|
MANNITOL/BRADEX 0.2
Διακοπή
|
0.2 | 1.92 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
E84 Κυστική ίνωση
MANNITOL-BRADEX — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Εισπνοή
- Χορήγηση: Δύο φορές την ημέρα (πρωί και βράδυ), η βραδινή δόση 2-3 ώρες πριν τον ύπνο
- Δόση έναρξης: 400 mg
-
ΕνήλικεςΔόση400 mgΔύο φορές την ημέρα
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥65 ετών)Δεν υπάρχουν επαρκή διαθέσιμα δεδομένα για την προσαρμογή της δοσολογίας.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
-
Παιδιά και έφηβοι (6 έως 18 ετών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί, δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
-
Παιδιά (κάτω των 6 ετών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί, δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία
-
Βρογχική υπεραντιδραστικότητα στην εισπνεόμενη μαννιτόλη
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Υπεραντιδραστικότητα στη μαννιτόληΟι ασθενείς πρέπει να είναι υπό παρακολούθηση για βρογχική υπεραντιδραστικότητα σε εισπνεόμενη μαννιτόλη κατά την έναρξη αξιολόγησης της δόσης πριν την έναρξη της εφαρμογής της αξιολόγησης δόσης του Μαννιτόλη. Αν ένας ασθενής δεν δύναται να κάνει σπιρομέτρηση ή να ολοκληρώσει την έναρξη αξιολόγησης της δόσης, δεν πρέπει να του χορηγηθεί το Μαννιτόλη. Σε ασθενείς με υπεραντιδραστικότητα δεν θα πρέπει να χορηγείται η θεραπευτική δόση του Μαννιτόλη (βλέπε Αντενδείξεις). Ισχύουν οι συνήθεις προφυλάξεις για την παρακολούθηση της βρογχικής υπεραντιδραστικότητας. Σε περίπτωση που υπάρχει υποψία υπεραντιδραστικότητας επαγόμενης από τη θεραπεία, η λήψη του Μαννιτόλη πρέπει να διακόπτεται. Όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται μέχρι η FEV1 να επανέλθει στα επίπεδα της τιμής αναφοράς.
-
ΒρογχόσπασμοςΟ βρογχόσπασμος μπορεί να προκληθεί από την εισπνοή φαρμακευτικού προϊόντος και έχει αναφερθεί με τη χρήση του Μαννιτόλη σε κλινικές μελέτες, ακόμη και σε ασθενείς που δεν παρουσίασαν υπεραντιδραστικότητα στην εισπνεόμενη μαννιτόλη κατά τη λήψη της δόσης έναρξης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Ο βρογχόσπασμος πρέπει να αντιμετωπίζεται με βρογχοδιασταλτικό ή όπως άλλως κρίνεται ιατρικά σκόπιμο. Εάν υπάρχουν αποδείξεις βρογχόσπασμου επαγόμενου από τη θεραπεία, ο γιατρός πρέπει να αξιολογήσει προσεκτικά κατά πόσο τα οφέλη της συνεχιζόμενης χρήσης του Μαννιτόλη υπερισχύουν των κινδύνων για τον ασθενή. Όλοι οι ασθενείς πρέπει να επανεξετάζονται επίσημα μετά από περίπου έξι εβδομάδες θεραπείας με το Μαννιτόλη για να αξιολογούνται σημεία και συμπτώματα που υποδεικνύουν βρογχόσπασμο επαγόμενο από ενεργή ουσία. Σε περίπτωση αμφιβολιών, η αξιολόγηση της δόσης έναρξης που περιγράφεται στην (βλ. Δοσολογία) πρέπει να επαναλαμβάνεται.
-
ΆσθμαΗ ασφάλεια/αποτελεσματικότητα του Μαννιτόλη σε ασθενείς με άσθμα δεν έχει μελετηθεί επισήμως. Οι ασθενείς με άσθμα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για ενδεχόμενη επιδείνωση των σημείων και συμπτωμάτων άσθματος μετά τη λήψη της δόσης έναρξης του Μαννιτόλη. Οι ασθενείς συνιστάται να αναφέρουν στον γιατρό τους τυχόν επιδείνωση των σημείων και συμπτωμάτων άσθματος κατά τη θεραπευτική χρήση. Εάν υπάρχουν αποδείξεις βρογχόσπασμου επαγόμενου από τη θεραπεία, ο γιατρός πρέπει να αξιολογήσει προσεκτικά κατά πόσο τα οφέλη της συνεχιζόμενης χρήσης του Μαννιτόλη υπερισχύουν των κινδύνων για τον ασθενή. Ο βρογχόσπασμος πρέπει να αντιμετωπίζεται με βρογχοδιασταλτικό ή όπως άλλως κρίνεται ιατρικά σκόπιμο.
-
ΑιμόπτυσηΠληθυσμόςασθενείς με ιστορικό σημαντικών επεισοδίων αιμόπτυσης (>60 ml) κατά τους τρεις προηγούμενους μήνεςΣε κλινικές μελέτες αναφέρονται συχνά περιστατικά αιμόπτυσης με το Μαννιτόλη. Το Μαννιτόλη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ιστορικό σημαντικών επεισοδίων αιμόπτυσης (>60 ml) κατά τους τρεις προηγούμενους μήνες. Συνεπώς, οι ασθενείς αυτοί πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά, ενώ σε περίπτωση μαζικής αιμόπτυσης, πρέπει να διακόπτεται η λήψη του Μαννιτόλη. Ως μαζική/σοβαρή αιμόπτυση νοείται: οξεία αιμορραγία ≥240 ml εντός 24 ωρών, υποτροπιάζουσα αιμορραγία ≥100 ml/ημέρα για περισσότερες ημέρες. Η επαναχορήγηση ή διακοπή του Μαννιτόλη μετά από ελάσσονα επεισόδια αιμόπτυσης πρέπει να γίνεται βάσει κλινικής αξιολόγησης.
-
ΒήχαςΟ βήχας αναφέρεται συχνά σε κλινικές μελέτες για τη χρήση του Μαννιτόλη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς πρέπει να εκπαιδεύονται στην ορθή τεχνική χρήσης της συσκευής εισπνοής κατά τη θεραπεία και να τους δίνονται οδηγίες ώστε να αναφέρουν στον γιατρό τους τυχόν παρατεταμένο βήχα με τη χρήση του Μαννιτόλη.
-
Λειτουργία πνευμόνων μη φυσιολογικήΠληθυσμόςασθενείς με τιμή FEV1 χαμηλότερη από 30% της προβλεπόμενης τιμήςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε ασθενείς με τιμή FEV1 χαμηλότερη από 30% της προβλεπόμενης τιμής δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Δεν συνιστάται η χρήση του Μαννιτόλη στους συγκεκριμένους ασθενείς.
-
Βρογχεκτασία μη σχετιζόμενη με κυστική ίνωσηΠληθυσμόςασθενείς με βρογχεκτασία μη σχετιζόμενη με κυστική ίνωσηΗ αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια σε ασθενείς με βρογχεκτασία μη σχετιζόμενη με κυστική ίνωση δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί. Συνεπώς, δεν συνιστάται θεραπεία με το Μαννιτόλη.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Δεν έχουν διεξαχθεί επίσημες μελέτες αλληλεπίδρασης.
Ωστόσο, το Μαννιτόλη χρησιμοποιήθηκε σε κλινικές μελέτες σε συνδυασμό με πρότυπες θεραπείες κυστικής ίνωσης όπως βλεννολυτικά, αντιβιοτικά (συμπεριλαμβανομένης της τομπραμυκίνης και της νατριούχου κολιστιμεθάτης), βρογχοδιασταλτικά, παγκρεατικά ένζυμα, βιταμίνες, εισπνεόμενα και συστηματικά κορτικοστεροειδή και αναλγητικά.
Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την ταυτόχρονη χορήγηση υπέρτονου φυσιολογικού ορού μαζί με το Μαννιτόλη, καθώς αυτή εξαιρέθηκε από τις μελέτες της Φάσης 3.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Φορέας βακτηριακής νόσου
- Βρογχίτιδα
- Βρογχοπνευμονία
- Πνευμονική λοίμωξη
- Καντιντίαση του στόματος
- Φαρυγγίτιδα
- Σταφυλοκοκκική λοίμωξη
- Λοίμωξη ανώτερης αναπνευστικής οδού
- Μειωμένη όρεξη
- Διαβήτης σχετιζόμενος με την ΚΙ
- Αφυδάτωση
- Αϋπνία
- Νοσηρές σκέψεις
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Ωταλγία
- Βήχας
- Αιμόπτυση
- Στοματοφαρυγγικό άλγος
- Συριγμός
- Παραγωγικός βήχας
- Ερεθισμός του λαιμού
- Άσθμα
- Βρογχόσπασμος
- Ρινόρροια
- Δύσπνοια
- Δυσφωνία
- Υπεραερισμός
- Απόφραξη αεραγωγών
- Συμφόρηση αναπνευστικής οδού
- Δυσχρωματισμένα πτύελα
- Υποξία
- Πόνος στον θώρακα
- Μειωμένος ταχέως εκπνεόμενος όγκος
- Θετική εξέταση βακτηρίων σε πτύελα
- Θετική εξέταση μυκήτων σε πτύελα
- Προσδιορισμός βακτηρίων σε πτύελα
- Έμετος
- Ναυτία
- Διάρροια
- Ερυγή
- Μετεωρισμός
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Γλωσσοδυνία
- Ακούσια προσπάθεια για έμετο
- Στοματίτιδα
- Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
- Αφθώδης στοματίτιδα
- Οδυνοφαγία
- Ακμή
- Κρύος ιδρώτας
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Κνησμώδες εξάνθημα
- Μυοσκελετικός πόνος θώρακα
- Αρθραλγία
- Οσφυαλγία
- Δυσκαμψία άρθρωσης
- Μυοσκελετικός πόνος
- Ακράτεια ούρων
- Επιδείνωση κατάστασης
- Θωρακική δυσφορία
- Πυρεξία
- Κόπωση
- Γριππώδης συνδρομή
- Άλγος κήλης
- Αίσθημα κακουχίας
- Θωρακικό άλγος
- Δυσφορία στον θώρακα
- Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος
- Δυσχρωμία πτυέλων
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΆσθμαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑιμόπτυσηΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΔυσφορία στον θώρακαΓενικές
-
ΣυχνέςΕπιδείνωση κατάστασηςΓενικές
-
ΣυχνέςΘωρακική δυσφορίαΓενικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠαραγωγικός βήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΠροσδιορισμός βακτηρίων σε πτύελαΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΣτοματοφαρυγγικό άλγοςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΣυριγμόςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΆλγος άνω κοιλιακής χώραςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΆλγος κήληςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑκμήΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑκούσια προσπάθεια για έμετοΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑκράτεια ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑπόφραξη αεραγωγώνΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματοςΉπαρ
-
Όχι συχνέςΑφθώδης στοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΒρογχίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΒρογχοπνευμονίαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΓλωσσοδυνίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΓριππώδης συνδρομήΓενικές
-
Όχι συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιαβήτης σχετιζόμενος με την ΚΙΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΔυσκαμψία άρθρωσηςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΔυσφωνίαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΔυσχρωμία πτυέλωνΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου (Παιδιατρική)
-
Όχι συχνέςΔυσχρωματισμένα πτύελαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός του λαιμούΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕρυγήΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΘετική εξέταση βακτηρίων σε πτύελαΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΘετική εξέταση μυκήτων σε πτύελαΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΚαντιντίαση του στόματοςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚρύος ιδρώταςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΛοίμωξη ανώτερης αναπνευστικής οδούΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜειωμένος ταχέως εκπνεόμενος όγκοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΜυοσκελετικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυοσκελετικός πόνος θώρακαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΝοσηρές σκέψειςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΟδυνοφαγίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΠνευμονική λοίμωξηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΠόνος στον θώρακαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΡινόρροιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣταφυλοκοκκική λοίμωξηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΣυμφόρηση αναπνευστικής οδούΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΥπεραερισμόςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΥποξίαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΦαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΦορέας βακτηριακής νόσουΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΩταλγίαΑυτί
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΥπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της μαννιτόλης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν καταδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις σε ό,τι αφορά την τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Καθότι οι επιδράσεις ενδεχόμενης υπεραντιδραστικότητας στη μητέρα ή/και στο έμβρυο δεν είναι γνωστές, πρέπει να δίδεται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση του Μαννιτόλη σε έγκυες γυναίκες. Σαν προληπτικό μέτρο είναι προτιμητέο να αποφεύγεται η χρήση του Μαννιτόλη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό εάν η μαννιτόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Η απέκκριση της μαννιτόλης στο γάλα δεν έχει μελετηθεί σε ζώα. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για το παιδί που θηλάζει. Η απόφαση για το εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή η θεραπεία με το Μαννιτόλη πρέπει να λαμβάνεται με βάση το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με το Μαννιτόλη για τη γυναίκα.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για την επίδραση της μαννιτόλης στη γονιμότητα. Δεν έχουν διεξαχθεί αναπαραγωγικές μελέτες σε ζώα για την εισπνεόμενη μαννιτόλη. Ωστόσο, μελέτες με μαννιτόλη χορηγούμενη από το στόμα δεν καταδεικνύουν επιδράσεις στη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- βρογχοσυστολή
- υπερβολικός βήχας
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Παρασκευάσματα κατά του βήχα και του κρυολογήματος, Βλεννολυτικό. Κωδικός ATC: R05CB16
Μηχανισμός δράσης
Το Μαννιτόλη είναι εισπνεόμενο υπερωσμωτικό φαρμακευτικό προϊόν. Αν και ο ακριβής μηχανισμός δράσης δεν είναι γνωστός, η εισπνεόμενη μαννιτόλη μπορεί να αλλάξει τις ιξωδοελαστικές ιδιότητες της βλέννας, να αυξήσει την ενυδάτωση της στοιβάδας εφύγρανσης των κροσσών και να συνεισφέρει στην αυξημένη κάθαρση των στάσιμων εκκρίσεων βλέννας μέσω του βλεννοκροσσωτού μηχανισμού. Ο παραγωγικός βήχας συμβάλλει στην κάθαρση των πτυέλων.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Στον προς θεραπεία πληθυσμό μιας ανοιχτής μελέτης δόσης-απόκρισης, της DPM-CF-202, η μέση ποσοστιαία αλλαγή (τυπική απόκλιση) στην τιμή FEV1 για τη δόση 400 mg ήταν 8,75 (τυπική απόκλιση: 12,4) και -1,569 (τυπική απόκλιση: 9,0) για τη δόση 40 mg (p < 0,0001).
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Διενεργήθηκαν τρεις διπλές τυφλές, τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες, παρεμβατικές μελέτες παράλληλων ομάδων, φάσης 3 και διάρκειας 26 εβδομάδων (DPM-CF-301, DPM-CF-302 και DPM-CF-303) στις οποίες 324 (DPM-CF-301) και 318 (DPM-CF-302) ασθενείς ηλικίας άνω των 6 ετών τυχαιοποιήθηκαν με αναλογία 3:2 σε ομάδα που λάμβανε 400 mg εισπνεόμενης μαννιτόλης δύο φορές την ημέρα και σε ομάδα ελέγχου (50 mg εισπνεόμενης μαννιτόλης δύο φορές την ημέρα). Στην τρίτη μελέτη (DPM-CF-303) τυχαιοποιήθηκαν 423 ενήλικες ασθενείς σε αναλογία 1:1 σε ομάδα που λάμβανε 400 mg εισπνεόμενης μαννιτόλης δύο φορές την ημέρα και σε ομάδα ελέγχου. Είκοσι επτά (7,1%) από τους 378 ασθενείς που υποβλήθηκαν στη δοκιμασία ανοχής στη μαννιτόλη (ΜΤΤ) στη μελέτη 301, 18 (5,3%) από τους 341 ασθενείς στη μελέτη 302 και 25 από τους 486 ασθενείς (5,1%) στη μελέτη 303 είχαν θετικό αποτέλεσμα στην MTT το οποίο αντιστοιχούσε είτε 1) σε μείωση της τιμής FEV1 κατά >20% ως προς την τιμή αναφοράς στο μέσο σημείο (βήμα 4), είτε 2) σε μείωση κατά > 20% ως προς την τιμή αναφοράς στο τέλος της δοκιμασίας χωρίς επάνοδο σε < 20% εντός 15 λεπτών, είτε 3) σε μείωση της τιμής FEV1 κατά > 50% ως προς την τιμή αναφοράς στο τέλος της δοκιμασίας (βήμα 6), είτε 4) σε μείωση της τιμής SpΟ2 σε < 89% κατά τη διαδικασία. Ένα πρόσθετο ποσοστό 2,84% (n=34) των ασθενών από τις τρεις μελέτες δεν είχε ολοκληρώσει τη δοκιμασία MTT και δεν τυχαιοποιήθηκε.
Η μέση προβλεπόμενη ποσοστιαία (τυπική απόκλιση) τιμή αναφοράς της FEV1 στη μελέτη DPM-CF-301 (πληθυσμός ασφάλειας, N= 295) ήταν 62,4 (τυπική απόκλιση: 16,45) και 61,4 (τυπική απόκλιση: 16,13) για την ομάδα μαννιτόλης και ελέγχου, αντίστοιχα. Οι αντίστοιχες τιμές για τη μελέτη DPM-CF-302 (N=305) είναι οι ακόλουθες: 65,24 (τυπική απόκλιση: 13,90) και 64,35 (τυπική απόκλιση: 15,29). Στη μελέτη DPM-CF-303 (N=423) η μέση προβλεπόμενη ποσοστιαία τιμή αναφοράς της FEV1 ήταν 63,17 (τυπική απόκλιση: 15,15) και 62,98 (τυπική απόκλιση: 13,65).
Στη μελέτη DPM-CF-301 το 64,4% του πληθυσμού ασθενών ήταν ενήλικες, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τη μελέτη DPM-CF-302 ήταν 49,5%. Στη μελέτη DPM-CF-303 όλοι οι ασθενείς ήταν ενήλικες. Στη μελέτη DPM-CF-301 το πενήντα πέντε% των ασθενών λάμβανε ανασυνδυασμένη ανθρώπινη δεοξυριβονουκλεάση (rhDNase) ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στη μελέτη DPM-CF-302 ήταν 75% και για τη DPM-CF-303 το ποσοστό ήταν 67,6%. Το ποσοστό των ασθενών που λάμβανε εισπνεόμενα αντιβιοτικά ήταν 55% στη μελέτη DPM-CF-301, 56% στη μελέτη DPM-CF-302 και 52% στη μελέτη DPM-CF-303. Στις εν λόγω δοκιμές δεν επιτρεπόταν η ταυτόχρονη χορήγηση υπερτονικού αλατούχου διαλύματος.
Το προκαθορισμένο πρωτεύον τελικό σημείο, ήτοι η αλλαγή από την τιμή αναφοράς για την FEV1 (ml) στον τροποποιημένο προς θεραπεία πληθυσμό (n=269, 297 και 423 στις μελέτες DPM-CF-301, DPM-CF-302 και DPM-CF-303, αντίστοιχα) συγκριτικά με την ομάδα ελέγχου κατά την περίοδο διάρκειας 26 εβδομάδων, παρατίθεται στον Πίνακα 3 παράλληλα με την FEV1 που παρουσιάζεται ως προβλεπόμενη απόλυτη και σχετική αλλαγή σε%.
Πίνακας 3: Αλλαγή στην τιμή FEV1 ως προς την τιμή αναφοράς κατά την περίοδο διάρκειας 26 εβδομάδων στον τροποποιημένο προς θεραπεία πληθυσμό και στον ενήλικο πληθυσμό
| Εκτίμηση μεγέθους επίδρασης | DPM-CF-301 | DPM-CF-302 | DPM-CF-303 |
|---|---|---|---|
| FEV1 (ΔΕ 95%) τιμή p | FEV1 (ΔΕ 95%) τιμή p | FEV1 (ΔΕ 95%) τιμή p | |
| Συνολικός πληθυσμός | N=269 | N=297 | N=423 |
| Απόλυτη τιμή mL | 94,5 (<0,001) (8, 100) | 54,1 (0,020) (46,2, 142,7) | 54 (0,059) (-1,97, 110,3) |
| Προβλεπόμενο απόλυτο% | 2,4 (0,001) (0,9, 3,9) | 1,9 (0,052) (0,07, 2,4) | 1,2 (0,037) (-0,02, 3,8) |
| Προβλεπόμενο σχετικό% | 3,5 (0,007) (1,0, 6,1) | 3,6 (0,033) (0,3, 4,2) | 2,3 (0,024) (0,3, 6,9) |
| Ενήλικος πληθυσμός | N=171 | N=144 | N=423 |
| Απόλυτη τιμή mL | 108,5 (<0,001) (8, 100) | 85,9 (0,020) (47,6, 169,4) | 54 (0,038) (4,6, 167,3) |
| Προβλεπόμενο απόλυτο% | 2,7 (0,004) (0,9, 4,5) | 2,3 (0,037) (0,07, 2,4) | 1,2 (0,095) (-0,4, 5,1) |
| Προβλεπόμενο σχετικό% | 4,3 (0,008) (1,1, 7,5) | 5,0 (0,024) (0,3, 4,2) | 2,3 (0,040) (0,2, 9,8) |
Σημείωση: Υπήρχαν κάποιες διαφορές στις μεθόδους ανάλυσης μεταξύ των 3 μελετών. Στη DPM-CF-303 η απόδοση των ελλειπών δεδομένων πραγματοποιήθηκε μέσω της μεθόδου μεταφοράς της αρχικής παρατήρησης (baseline observation carried forward, BOCF) ενώ δεν πραγματοποιήθηκε απόδοση των δεδομένων στη μελέτη DPM-CF-301 ή τη DPM-CF-302.
Η θεραπευτική επίδραση του Μαννιτόλη στον FEV1 ήταν λιγότερο εμφανής στην υποομάδα ασθενών που ελάμβαναν ταυτόχρονη ανθρώπινη δεσοξυριβονουκλεάση (rhDNAse). Στους χρήστες ανασυνδυασμένης ανθρώπινης δεοξυριβονουκλεάσης στη μελέτη 301, το προβλεπόμενο σχετικό ποσοστό αλλαγής στην τιμή FEV1 ως προς την τιμή αναφοράς κατά τη διάρκεια των 26 εβδομάδων θεραπείας ήταν 2,83 (ΔΕ 95% -0,62, 6,27). Για τους μη χρήστες, η σχετική αλλαγή ήταν 4,30 (ΔΕ 95% 0,53, 8,07). Στη μελέτη 302 η σχετική αλλαγή (ΔΕ 95%) για τους χρήστες ανασυνδυασμένης ανθρώπινης δεοξυριβονουκλεάσης ήταν 3,21 (-0,61, 7,03) και για τους μη χρήστες 4,73 (-1,93, 11,40). Στη μελέτη 303 η σχετική αλλαγή (ΔΕ 95%) για τους χρήστες και τους μη χρήστες ανασυνδυασμένης ανθρώπινης δεοξυριβονουκλεάσης ήταν 1,30 (-0,91, 3,51) και 4,45 (0,52, 8,38), αντίστοιχα.
Η μελέτη 303 δεν έδειξε ανώτερη θεραπευτική επίδραση για το Μαννιτόλη στον FEV1 σε γυναίκες ασθενείς, στις οποίες η πορεία της υποκείμενης κυστικής ίνωσης ενδέχεται να είναι χειρότερη από εκείνη των ανδρών, για λόγους που δεν είναι πλήρως κατανοητοί. Σε γυναίκες ασθενείς, η προσαρμοσμένη αλλαγή του μέσου όρου στον FEV1 ήταν 27ml για το Μαννιτόλη και 44ml για το σκέλος ελέγχου, υποδεικνύοντας ένα δυνητικά κατώτερο όφελος στην πνευμονική λειτουργία με Μαννιτόλη σε σύγκριση με το σκέλος ελέγχου, παρόλο που η διαφορά δεν ήταν σημαντική από στατιστική πλευρά (p=0,480).
Ο αριθμός των ατόμων με τουλάχιστον έναν πνευμονικό παροξυσμό όπως οριζόταν στο πρωτόκολλο (PDPE, οριζόμενος από την παρουσία τουλάχιστον 4 συμπτωμάτων και σημείων συν της χρήσης ενδοφλέβιων αντιβιοτικών) ήταν, στη μελέτη 301 (προς θεραπεία πληθυσμός), 18,1% στο σκέλος μαννιτόλης και 28% στο σκέλος ελέγχου. Στη μελέτη 302, το 15,2% των ατόμων στο σκέλος μαννιτόλης και το 19% στο σκέλος ελέγχου είχαν στο ιστορικό τους έναν PDPE. Στη μελέτη 303 το 13,4% των συμμετεχόντων στο σκέλος της μαννιτόλης και το 13,6% στο σκέλος ελέγχου είχαν έναν PDPE.
Η εκτιμώμενη επίδραση της θεραπείας (μέση αλλαγή και 95% ΔΕ από την τιμή αναφοράς σε 26 εβδομάδες. πληθυσμός mITT) στην FVC ήταν 108,78 ml (ΔΕ 95%: 49,21, 168,35) στη μελέτη 301 71,4 ml (ΔΕ 95%: 10,57, 132,13) στη μελέτη 302 και 40 ml (ΔΕ 95%: -12, 92) στη μελέτη 303.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Μαννιτόλη σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί (βλ. Δοσολογία).
Στις μελέτες DPM-CF-301 και 302, το προβλεπόμενο σχετικό ποσοστό της τιμής FEV1 σε σύγκριση με το σκέλος ελέγχου στα παιδιά (6-11 ετών) βελτιώθηκε κατά 0,44% (ΔΕ 95% -5,90, 6,77, N=43) και 6,1% (ΔΕ 95% -1,28, 13,54, N=59) στην περίοδο διάρκειας 26 εβδομάδων (p=0,892 και 0,104) αντίστοιχα.
Στους εφήβους (12-17 ετών), η σχετική αλλαγή στο προβλεπόμενο σχετικό ποσοστό της FEV1 σε σύγκριση με το σκέλος ελέγχου βελτιώθηκε κατά 3,31% (ΔΕ 95% -2,29, 8,90, N=55) και 0,42% (ΔΕ 95% - 5,45, 6,29, N=94) στην περίοδο διάρκειας 26 εβδομάδων (p=0,245 και 0,888) αντίστοιχα.
Φαρμακοκινητικές
Απορρόφηση
Σε μελέτη 18 υγιών άρρενων ενήλικων εθελοντών, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της εισπνεόμενης κόνεως μαννιτόλης συγκριτικά με την ενδοφλέβια μαννιτόλη ήταν 0,59% ± 0,15.
Η ταχύτητα και ο βαθμός απορρόφησης της μαννιτόλης μετά από εισπνοή παρουσίαζαν ομοιότητες με αυτά που παρατηρήθηκαν μετά τη χορήγηση από το στόμα. Η Tmax μετά την εισπνοή ήταν 1,5 ± 0,5 ώρες.
Σε μελέτη 9 ασθενών με κυστική ίνωση (6 ενήλικες, 3 έφηβοι), με χρήση 400 mg εισπνεόμενης μαννιτόλης σε εφάπαξ δόση (ημέρα 1) και στη συνέχεια δύο φορές την ημέρα για 7 ημέρες (ημέρες 2 - 7), οι φαρμακοκινητικές παράμετροι παρουσίαζαν ομοιότητες στους ενήλικες και στους εφήβους, εκτός της μεγαλύτερης μέσης φαινομενικής τελικής διάρκειας ημιζωής για τους εφήβους (ημέρα 1 = 7,29 ώρες, ημέρα 7 = 6,52 ώρες) έναντι των ενηλίκων (ημέρα 1 = 6,10 ώρες, ημέρα 7 = 5,42 ώρες). Συνολικά, η σύγκριση της AUC μεταξύ ημέρας 1 και ημέρας 7 κατέδειξε μη χρονική εξάρτηση των φαρμακοκινητικών ιδιοτήτων, παρουσιάζοντας γραμμικότητα στο επίπεδο της δοσολογίας που χορηγήθηκε στην εν λόγω μελέτη.
Βιομετασχηματισμός
Ένα μικρό ποσοστό της συστηματικά απορροφούμενης μαννιτόλης υπόκειται σε ηπατικό μεταβολισμό, σε γλυκογόνο και διοξείδιο του άνθρακα. Μελέτες σε επίμυες, ποντίκια και ανθρώπους έχουν καταδείξει ότι η μαννιτόλη δεν παράγει τοξικούς μεταβολίτες. Η μεταβολική οδός της εισπνεόμενης μαννιτόλης δεν εξετάστηκε σε φαρμακοκινητικές μελέτες.
Κατανομή
Μελέτες εναπόθεσης στους πνεύμονες κατέδειξαν ποσοστό 24,7% εναπόθεσης της εισπνεόμενης μαννιτόλης επιβεβαιώνοντας την κατανομή της στο όργανο στόχο. Σε μη κλινικές τοξικολογικές μελέτες καταδείχθηκε ότι η μαννιτόλη που εισπνέεται στους πνεύμονες απορροφάται στην αιματική ροή με τη μέγιστη συγκέντρωση στον ορό να επιτυγχάνεται σε 1 ώρα. Δεν υπάρχουν αποδείξεις για τη συσσώρευση της μαννιτόλης στο σώμα και, συνεπώς, η κατανομή της εισπνεόμενης μαννιτόλης δεν εξετάστηκε σε φαρμακοκινητικές μελέτες.
Αποβολή
Η αθροιστική ποσότητα μαννιτόλης που διηθείται στα ούρα κατά τη διάρκεια της 24 ωρης περιόδου συλλογής ήταν παρόμοια τόσο για την εισπνεόμενη (55%) όσο και για την από του στόματος χορηγούμενη (54%) μαννιτόλη. Στην ενδοφλέβια χορήγηση, η μαννιτόλη αποβάλλεται σχεδόν αναλλοίωτη μέσω σπειραματικής διήθησης και το 87% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα εντός 24 ωρών. Η μέση τελική διάρκεια ημιζωής σε ενήλικες ήταν περίπου 4 έως 5 ώρες από τον ορό και περίπου 3,66 ώρες από τα ούρα.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Μαννιτόλη σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 6 έως 18 ετών δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί.
Τα περιορισμένα διαθέσιμα στοιχεία για εφήβους ηλικίας 12 έως 17 ετών υποδεικνύουν ότι οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της εισπνεόμενης μαννιτόλης είναι παρόμοιες με εκείνες που αναφέρονται για τον ενήλικο πληθυσμό.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών.