MEROPENEM
Μεροπενέμη
Στην ομάδα αυτή ανήκουν η ιμιπενέμη και η μεροπενέμη. H ιμιπενέμη είναι ένα νέο β-λακταμικό παράγωγο που ανήκει στις θειεναμυκίνες (καρβαπενέμη). Eπειδή καταστρέφεται από την δεϋδροπεπτιδάση I της ψυκτροειδούς παρυφής του σπειράματος των νεφρών, για φαρμακοκινητικούς λόγους …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-MERONEM
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια έγχυση ή bolus ένεση
- Χορήγηση: Κάθε 8 ώρες
- Δόση έναρξης: 500 mg
- Τιτλοποίηση: Δεν αναφέρεται
-
Ενήλικες και έφηβοιΔόση500 mg ή 1g κάθε 8 ώρες για Σοβαρή πνευμονία, Βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις στην κυστική ίνωση, Επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος, Επιπλεγμένες ενδοκοιλιακές λοιμώξεις, Λοιμώξεις κατά τη διάρκεια και μετά τον τοκετό, Επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίωνΜέγ. δόση2 g κάθε 8 ώρες για Βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις στην κυστική ίνωση, Οξεία βακτηριακή μηνιγγίτιδαΔόση έως 2 g τρεις φορές την ημέρα για λιγότερο ευαίσθητα βακτήρια ή πολύ σοβαρές λοιμώξεις.
-
Ενήλικες και έφηβοι με ελαττωμένη νεφρική λειτουργίαΔόσηπροσαρμόζεται ανάλογα με την κάθαρση κρεατινίνηςKάθαρση κρεατινίνης 26-50 ml/min: 1 μονάδα δόσης κάθε 12 ώρες. Kάθαρση κρεατινίνης 10-25 ml/min: 1/2 μονάδα δόσης κάθε 12 ώρες. Kάθαρση κρεατινίνης < 10 ml/min: 1/2 μονάδα δόσης κάθε 24 ώρες. Συνιστώμενη δόση χορηγείται μετά το τέλος της αιμοδιύλισης.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης με φυσιολογική νεφρική λειτουργία ή κάθαρση κρεατινίνης > 50 ml/min.
-
Παιδιά κάτω των 3 μηνώνΔόση20 mg/kg κάθε 8 ώρες (περιορισμένα φαρμακοκινητικά στοιχεία)Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα δεν έχει αποδειχθεί.
-
Παιδιά από 3 μηνών έως 11 ετών και με σωματικό βάρος έως 50 kgΔόση10 ή 20 mg/kg κάθε 8 ώρες για Σοβαρή πνευμονία, Επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος, Επιπλεγμένες ενδοκοιλιακές λοιμώξεις, Επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίωνΜέγ. δόση40 mg/kg κάθε 8 ώρες για Βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις στην κυστική ίνωση, Οξεία βακτηριακή μηνιγγίτιδα20 mg/kg κάθε 8 ώρες για εμπύρετους ουδετεροπενικούς ασθενείς.
-
Παιδιά με σωματικό βάρος άνω των 50 kgΧορηγείται η δοσολογία των ενηλίκων.
block
SPC-MERONEM
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Υπερευαισθησία στις καρβαπενέμες
-
Σοβαρή υπερευαισθησία (π.χ. αντίδραση αναφυλαξίας, σοβαρή δερματική αντίδραση) σε άλλα αντιβιοτικά τύπου β-λακτάμης (π.χ. πενικιλλίνες ή κεφαλοσπορίνες)
warning
SPC-MERONEM
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Γενική επιλογή αντιβακτηριακού παράγοντα
-
Ανοχή στα είδη Enterobacteriaceae, Pseudomonas aeruginosa και AcinetobacterΣυνιστάται οι συνταγογράφοι να λαμβάνουν υπόψη τον τοπικό επιπολασμό της αντοχής αυτών των βακτηρίων στις πενέμες.
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίαςΠριν ξεκινήσει η θεραπεία με μεροπενέμη, πρέπει να διερευνηθούν προσεκτικά τυχόν προηγούμενες αντιδράσεις υπερευαισθησίας σε αντιβιοτικά β-λακτάμης. Εάν συμβεί μία σοβαρή αλλεργική αντίδραση, το φάρμακο πρέπει να διακοπεί και πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.
-
Κολίτιδα που οφείλεται σε αντιβιοτικάΘα πρέπει να εξετάζεται διακοπή της θεραπείας με τη μεροπενέμη και η χορήγηση ειδικής θεραπείας για Clostridium difficile. Φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν την περισταλτικότητα δεν πρέπει να χορηγούνται.
-
Σπασμοίσπάνια
-
Παρακολούθηση ηπατικής λειτουργίαςΗ ηπατική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεροπενέμη λόγω του κινδύνου ηπατικής τοξικότητας (ηπατική δυσλειτουργία με χολόσταση και κυτταρόλυση). Σε ασθενείς με προϋπάρχουσες ηπατικές διαταραχές θα πρέπει να παρακολουθείται η ηπατική λειτουργία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεροπενέμη. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Ορομετατροπή στην άμεση δοκιμασία αντισφαιρίνης (δοκιμασία Coombs)Μπορεί να αναπτυχθεί θετική άμεση ή έμμεση δοκιμασία Coombs κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεροπενέμη.
-
Συγχορήγηση με βαλπροϊκό οξύ/βαλπροϊκό νάτριο/βαλπρομίδηΗ ταυτόχρονη χρήση της μεροπενέμης με βαλπροϊκό οξύ/βαλπροϊκό νάτριο/βαλπρομίδη δεν συνιστάται.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΤο Meronem έχει εγκριθεί για παιδιά ηλικίας άνω των 3 μηνών. Δεν υπάρχουν ενδείξεις αυξημένου κινδύνου στα παιδιά για οποιαδήποτε ανεπιθύμητη ενέργεια βάσει των περιορισμένων διαθέσιμων στοιχείων. Όλες οι αναφορές ήταν σύμφωνες με τα συμβάματα που παρατηρούνται στον ενήλικο πληθυσμό.
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοΤο Meronem περιέχει νάτριο. Meronem 500 mg: Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν περιέχει περίπου 2,0 mEq νατρίου ανά δόση 500 mg το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς που βρίσκονται σε δίαιτα χαμηλού νατρίου.
swap_horiz
SPC-MERONEM
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΠροβενεσίδηπροσοχήΑνταγωνίζεται την ενεργητική σωληναριακή έκκριση, αυξάνει χρόνο ημίσειας ζωής και συγκέντρωση στο πλάσμα.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
-
αντένδειξηΜείωση επιπέδων βαλπροϊκού οξέος στο αίμα (60-100%) σε περίπου 2 ημέρες.ΣύστασηΑποφεύγεται η συγχορήγηση.
-
Αντιπηκτικά από το στόμα (π.χ. βαρφαρίνη)παρακολούθησηΑύξηση της αντιπηκτικής δράσης (αύξηση INR).ΣύστασηΣυχνή παρακολούθηση του INR κατά τη διάρκεια και λίγο μετά τη συγχορήγηση.
sick
SPC-MERONEM
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Στοματική και κολπική καντιδίαση
- Θρομβοκυτταραιμία
- Ηωσινοφιλία, θρομβοκυτοπενία, λευκοπενία, ουδετεροπενία ακοκκιοκυτταραιμία, αιμολυτική αναιμία
- Αγγειοοίδημα
- Αναφυλαξία
- Πονοκέφαλος
- Παραισθησίες
- Σπασμοί
- Διάρροια
- Έμετος
- Ναυτία
- Κοιλιακός πόνος
- Κολίτιδα οφειλόμενη στα αντιβιοτικά
- Αύξηση των τρανσαμινασών
- Αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης στο αίμα
- Αύξηση της γαλακτικής διυδρογενάσης στο αίμα
- Αύξηση της χολερυθρίνης του αίματος
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Κνίδωσις
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Σύνδρομο Stevens Johnson
- Πολύμορφο ερύθημα
- Φαρμακευτική Αντίδραση με Ηωσινοφιλία και Συστηματικά Συμπτώματα (Σύνδρομο DRESS)
- Αύξηση της κρεατινίνης του αίματος
- Αύξηση της ουρίας του αίματος
- Φλεγμονή
- Πόνος
- Θρομβοφλεβίτιδα
- Πόνος στο σημείο της ένεσης.
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Όχι συχνέςΣτοματική και κολπική καντιδίασηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΘρομβοκυτταραιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΗωσινοφιλία, θρομβοκυτοπενία, λευκοπενία, ουδετεροπενία ακοκκιοκυτταραιμία, αιμολυτική αναιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημα, αναφυλαξίαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣυχνέςΠονοκέφαλοςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίεςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΣπασμοίΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔιάρροια, έμετος, ναυτία, κοιλιακός πόνοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΚολίτιδα οφειλόμενη στα αντιβιοτικάΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΑύξηση των τρανσαμινασών, αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης στο αίμα, αύξηση της γαλακτικής διυδρογενάσης στο αίμαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΑύξηση της χολερυθρίνης του αίματοςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΕξάνθημα, κνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΚνίδωσις τοξική επιδερμική νεκρόλυση, σύνδρομο Stevens Johnson, πολύμορφο ερύθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΦαρμακευτική Αντίδραση με Ηωσινοφιλία και Συστηματικά Συμπτώματα (Σύνδρομο DRESS)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΑύξηση της κρεατινίνης του αίματος, αύξηση της ουρίας του αίματοςΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΦλεγμονή, πόνοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΘρομβοφλεβίτιδα, πόνος στο σημείο της ένεσης.Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
SPC-MERONEM
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΔεν υπάρχουν ή υπάρχουν πολύ λίγα στοιχεία από τη χρήση της μεροπενέμης σε εγκύους. Μελέτες σε πειραματόζωα δεν έχουν δείξει άμεσα ή έμμεσα δυσμενείς επιδράσεις όσο αφορά την τοξικότητα του αναπαραγωγικού (βλ. προκλινικά δεδομένα).
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΕίναι άγνωστο εάν η μεροπενέμη αποβάλλεται στο ανθρώπινο γάλα. Η μεροπενέμη ανιχνεύεται σε πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις στο γάλα των ζώων. Πρέπει να ληφθεί η απόφαση ή να διακοπεί ο θηλασμός ή να διακοπεί η θεραπεία με τη μεροπενέμη λαμβάνοντας υπόψη το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-MERONEM
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-MERONEM
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-MERONEM
expand_more
Δοσολογία
Η δόση της μεροπενέμης που χορηγείται και η διάρκεια της θεραπείας καθορίζεται ανάλογα με το είδος της λοίμωξης, συμπεριλαμβανομένης της σοβαρότητας και της κλινικής ανταπόκρισης. Μία δόση έως 2 g τρεις φορές την ημέρα σε ενήλικες και εφήβους και μία δόση έως 40 mg/kg τρεις φορές την ημέρα σε παιδιά μπορεί να είναι ιδιαίτερα κατάλληλη για την αντιμετώπιση ορισμένων τύπων λοιμώξεων, όπως λοιμώξεις που οφείλονται σε λιγότερο ευαίσθητα είδη βακτηρίων (π.χ. Enterobacteriaceae, Pseudomonas aeruginosa, Acinetobacter είδη) ή πολύ σοβαρές λοιμώξεις. Επιπρόσθετη προσοχή στη δοσολογία χρειάζεται σε ασθενείς με ελαττωμένη νεφρική λειτουργία (βλ. Έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας).
Ενήλικες και έφηβοι
| Λοίμωξη | Δόση χορηγούμενη κάθε 8 ώρες |
|---|---|
| Σοβαρή πνευμονία, συμπεριλαμβανομένης της νοσοκομειακής πνευμονίας και της πνευμονίας που συσχετίζεται με αναπνευστήρα | 500 mg ή 1g |
| Βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις στην κυστική ίνωση | 2 g |
| Επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος | 500 mg ή 1g |
| Επιπλεγμένες ενδοκοιλιακές λοιμώξεις | 500 mg ή 1g |
| Λοιμώξεις κατά τη διάρκεια και μετά τον τοκετό | 500 mg ή 1g |
| Επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων | 500 mg ή 1g |
| Οξεία βακτηριακή μηνιγγίτιδα | 2 g |
| Αντιμετώπιση των εμπύρετων ουδετεροπενικών ασθενών | 1 g |
Η μεροπενέμη συνήθως δίνεται με ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας περίπου 15 έως 30 λεπτών (βλ. παραγράφους 6.2, 6.3 και 6.6). Εναλλακτικά, δόσεις μέχρι 1 g μπορούν να δοθούν με ενδοφλέβια bolus ένεση διάρκειας περίπου 5 λεπτών. Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία ασφάλειας διαθέσιμα ώστε να υποστηρίξουν τη χορήγηση δόσης 2 g ως ενδοφλέβια bolus ένεση.
Έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας
Η δοσολογία σε ενήλικες και εφήβους πρέπει να προσαρμόζεται όταν η κάθαρση κρεατινίνης είναι μικρότερη των 51 ml/min όπως φαίνεται παρακάτω. Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για να υποστηρίξουν την εφαρμογή της εν λόγω προσαρμογής της δόσης για μια μονάδα δόσης των 2 g.
| Kάθαρση κρεατινίνης (ml/min) | Δόση (βάσει μονάδων δόσεων των 500 mg, 1 g, 2 g, βλ. πίνακα ανωτέρω) | Συχνότητα |
|---|---|---|
| 26-50 | 1 μονάδα δόσης | Kάθε 12 ώρες |
| 10-25 | 1/2 μονάδα δόσης | Kάθε 12 ώρες |
| < 10 | 1/2 μονάδα δόσης | Kάθε 24 ώρες |
Η μεροπενέμη απομακρύνεται με την αιμοδιύλιση και την αιμοδιήθηση. Η συνιστώμενη δόση πρέπει να χορηγείται μετά το τέλος της διαδικασίας αιμοδιύλισης. Δεν υπάρχουν τεκμηριωμένες συστάσεις για τη δοσολογία σε ασθενείς υπό περιτοναϊκή διύλιση.
Έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας (βλ. παράγραφο 4.4).
Δοσολογία σε ενήλικες ασθενείς
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ηλικιωμένους με φυσιολογική νεφρική λειτουργία ή κάθαρση κρεατινίνης άνω των 50 ml/min.
Παιδιά
Παιδιά κάτω των 3 μηνών
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της μεροπενέμης σε παιδιά ηλικίας κάτω των 3 μηνών δεν έχει αποδειχθεί και το αποδεκτό δοσολογικό σχήμα δεν έχει βρεθεί. Παρόλα αυτά, περιορισμένα φαρμακοκινητικά στοιχεία, υποδεικνύουν ότι το δοσολογικό σχήμα 20 mg/kg κάθε 8 ώρες μπορεί να είναι κατάλληλο (βλ. παράγραφο 5.2).
Παιδιά από 3 μηνών έως 11 ετών και με σωματικό βάρος έως 50 kg
Το συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα φαίνεται στον παρακάτω πίνακα:
| Λοίμωξη | Δόση χορηγούμενη κάθε 8 ώρες |
|---|---|
| Σοβαρή πνευμονία, συμπεριλαμβανομένης της νοσοκομειακής πνευμονίας και της πνευμονίας που συσχετίζεται με αναπνευστήρα | 10 ή 20 mg/kg |
| Βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις στην κυστική ίνωση | 40 mg/kg |
| Επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος | 10 ή 20 mg/kg |
| Επιπλεγμένες ενδοκοιλιακές λοιμώξεις | 10 ή 20 mg/kg |
| Επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων | 10 ή 20 mg/kg |
| Οξεία βακτηριακή μηνιγγίτιδα | 40 mg/kg |
| Αντιμετώπιση των εμπύρετων ουδετεροπενικών ασθενών | 20 mg/kg |
Παιδιά με σωματικό βάρος άνω των 50 kg
Χορηγείται η δοσολογία των ενηλίκων. Δεν υπάρχει εμπειρία σε παιδιά με νεφρική ανεπάρκεια. Η μεροπενέμη συνήθως χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας περίπου 15 έως 30 λεπτών (βλ. παραγράφους 6.2, 6.3 και 6.6). Εναλλακτικά οι δόσεις της μεροπενέμης έως 20 mg/kg μπορούν να χορηγηθούν με ενδοφλέβια bolus ένεση διάρκειας περίπου 5 λεπτών. Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία ασφάλειας διαθέσιμα ώστε να υποστηρίξουν τη χορήγηση δόσης 40 mg/Kg σε παιδιά ως ενδοφλέβια bolus ένεση.
block
Αντενδείξεις
SPC-MERONEM
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Υπερευαισθησία στις καρβαπενέμες.
- Σοβαρή υπερευαισθησία (π.χ. αντίδραση αναφυλαξίας, σοβαρή δερματική αντίδραση) σε άλλα αντιβιοτικά τύπου β-λακτάμης (π.χ. πενικιλλίνες ή κεφαλοσπορίνες).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-MERONEM
expand_more
Προειδοποιήσεις
Η επιλογή της μεροπενέμης για τη θεραπεία ενός ασθενούς θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την καταλληλότητα για τη χρησιμοποίηση μιας καρβαπενέμης με βάση παράγοντες όπως η σοβαρότητα της λοίμωξης, ο επιπολασμός της αντοχής σε άλλους κατάλληλους αντιβακτηριακούς παράγοντες και ο κίνδυνος της επιλογής για βακτήρια ανθεκτικά σε καρβαπενέμη.
Ανοχή στα είδη Enterobacteriaceae, Pseudomonas aeruginosa και Acinetobacter H αντοχή στις πενέμες των ειδών Enterobacteriaceae, Pseudomonas aeruginosa, Acinetobacter ποικίλλει εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συνιστάται οι συνταγογράφοι να λαμβάνουν υπόψη τον τοπικό επιπολασμό της αντοχής αυτών των βακτηρίων στις πενέμες.
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας Όπως με όλα τα αντιβιοτικά β-λακτάμης, έχουν αναφερθεί σοβαρές και περιστασιακά θανατηφόρες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (βλ. Αντενδείξεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Ασθενείς με ιστορικό υπερευαισθησίας στις καρβαπενέμες, πενικιλλίνες ή άλλα αντιβιοτικά β-λακτάμης, μπορεί επίσης να εμφανίσουν υπερευαισθησία στη μεροπενέμη. Πριν ξεκινήσει η θεραπεία με μεροπενέμη, πρέπει να διερευνηθούν προσεκτικά τυχόν προηγούμενες αντιδράσεις υπερευαισθησίας σε αντιβιοτικά β- λακτάμης.
Εάν συμβεί μία σοβαρή αλλεργική αντίδραση, το φάρμακο πρέπει να διακοπεί και πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.
Κολίτιδα που οφείλεται σε αντιβιοτικά Κολίτιδα που οφείλεται σε αντιβιοτικά και ψευδομεβρανώδης κολίτιδα έχουν αναφερθεί σχεδόν με όλα τα αντιβιοτικά, συμπεριλαμβανομένης της μεροπενέμης, και μπορεί να κυμαίνεται σε σοβαρότητα από ήπια μέχρι απειλητική για τη ζωή. Γι’αυτό το λόγο, είναι σημαντικό η διάγνωση της ψευδομεβρανώδους κολίτιδας να εξετάζεται σε ασθενείς που αναπτύσσουν διάρροια κατά τη διάρκεια ή μετά τη χορήγηση της μεροπενέμης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Θα πρέπει να εξετάζεται διακοπή της θεραπείας με τη μεροπενέμη και η χορήγηση ειδικής θεραπείας για Clostridium difficile. Φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν την περισταλτικότητα δεν πρέπει να χορηγούνται.
Σπασμοί Σπασμοί έχουν αναφερθεί σπάνια κατά τη διάρκεια της θεραπείας με καρβαπενέμες, συμπεριλαμβανομένης της μεροπενέμης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες)
Παρακολούθηση ηπατικής λειτουργίας Η ηπατική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεροπενέμη λόγω του κινδύνου ηπατικής τοξικότητας (ηπατική δυσλειτουργία με χολόσταση και κυτταρόλυση) (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Η χορήγηση σε ασθενείς με ηπατική νόσο: σε ασθενείς με προϋπάρχουσες ηπατικές διαταραχές θα πρέπει να παρακολουθείται η ηπατική λειτουργία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεροπενέμη. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλ. Δοσολογία).
Ορομετατροπή στην άμεση δοκιμασία αντισφαιρίνης (δοκιμασία Coombs) Μπορεί να αναπτυχθεί θετική άμεση ή έμμεση δοκιμασία Coombs κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεροπενέμη.
Συγχορήγηση με βαλπροϊκό οξύ/βαλπροϊκό νάτριο/βαλπρομίδη Η ταυτόχρονη χρήση της μεροπενέμης με βαλπροϊκό οξύ/βαλπροϊκό νάτριο/βαλπρομίδη δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Παιδιατρικός πληθυσμός Το Meronem έχει εγκριθεί για παιδιά ηλικίας άνω των 3 μηνών. Δεν υπάρχουν ενδείξεις αυξημένου κινδύνου στα παιδιά για οποιαδήποτε ανεπιθύμητη ενέργεια βάσει των περιορισμένων διαθέσιμων στοιχείων. Όλες οι αναφορές ήταν σύμφωνες με τα συμβάματα που παρατηρούνται στον ενήλικο πληθυσμό.
Το Meronem περιέχει νάτριο. Μeronem 500 mg: Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν περιέχει περίπου 2,0 mEq νατρίου ανά δόση 500 mg το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς που βρίσκονται σε δίαιτα χαμηλού νατρίου.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-MERONEM
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων με φαρμακευτικά προιόντα παρά μόνο με την προβενεσίδη. H προβενεσίδη ανταγωνίζεται την ενεργητική σωληναριακή έκκριση της μεροπενέμης αναστέλλοντας έτσι την νεφρική απέκκριση, με αποτέλεσμα να αυξάνει το χρόνο ημίσειας ζωής της μεροπενέμης και τη συγκέντρωσή της στο πλάσμα. Συνιστάται προσοχή εάν η προβενεσίδη συγχορηγείται με τη μεροπενέμη. H πιθανή επίδραση της μεροπενέμης στη σύνδεση με τις πρωτεΐνες ή στο μεταβολισμό άλλων φαρμάκων δεν έχει μελετηθεί. Ωστόσο, η σύνδεση με τις πρωτεΐνες είναι τόσο μικρή ώστε δεν αναμένονται αλληλεπιδράσεις με άλλες ενώσεις με βάση αυτόν τον μηχανισμό. Έχουν αναφερθεί μειώσεις των επιπέδων του βαλπροϊκού οξέος στο αίμα όταν συγχορηγείται με καρβαπενέμες, με αποτέλεσμα 60-100% μείωση στα επίπεδα του βαλπροϊκού οξέος σε περίπου 2 ημέρες. Λόγω της ταχείας έναρξης και του εύρους της μείωσης, η συγχορήγηση του βαλπροϊκού οξέος/βαλπροϊκό νάτριο/βαλπρομίδη με καρβαπενέμες δεν θεωρείται διαχειρίσιμη και γι’ αυτό πρέπει να αποφεύγεται (βλ. παράγραφο 4.4).
Αντιπηκτικά από το στόμα
Ταυτόχρονη χορήγηση αντιβιοτικών με βαρφαρίνη μπορεί να επαυξάνει την αντιπηκτική της δράση. Υπάρχουν πολλές αναφορές αύξησης της αντιθρομβωτικής δράσης των χορηγούμενων αντιθρομβωτικών από το στόμα συμπεριλαμβανομένης και της βαρφαρίνης σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα αντιβιοτικά. Ο κίνδυνος μπορεί να διαφέρει ανάλογα με την υποκείμενη λοίμωξη, την ηλικία και την γενική κατάσταση του ασθενούς έτσι ώστε η συμμετοχή των αντιβιοτικών στην αύξηση του INR (international normalized ratio) είναι δύσκολο να καθορισθεί. Συνιστάται η συχνή παρακολούθηση του INR κατά τη διάρκεια και λίγο μετά τη συγχορήγηση αντιβιοτικών και αντιπηκτικών από το στόμα.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-MERONEM
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας Σε μια ανασκόπηση σε 5026 εκθέσεις στη θεραπεία με μεροπενέμη 4872 ασθενών, οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν και σχετίζονταν με τη μεροπενέμη ήταν διάρροια (2,3%), εξάνθημα (1,4%), ναυτία/έμετος (1,4%) και φλεγμονή στο σημείο της ένεσης (1,1%). Η πιο συχνά αναφερθείσες εργαστηριακές ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετιζόταν με τη μεροπενέμη ήταν η θρομβοκυττάρωση (1,6%) και η αύξηση των ηπατικών ενζύμων (1,5-4,3%).
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών υπό μορφή πίνακα Στον παρακάτω πίνακα όλες οι ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρονται ανά οργανικό σύστημα και συχνότητα: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως < 1/1.000) πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Μέσα σε κάθε ομάδα συχνοτήτων οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Πίνακας 1
| Οργανικό σύστημα | Συχνότητα | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Όχι συχνές | Στοματική και κολπική καντιδίαση |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Συχνές | Θρομβοκυτταραιμία |
| Όχι συχνές | Ηωσινοφιλία, θρομβοκυτοπενία, λευκοπενία, ουδετεροπενία ακοκκιοκυτταραιμία, αιμολυτική αναιμία | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Όχι συχνές | Αγγειοοίδημα, αναφυλαξία (βλ. παράγραφο 4.3 και 4.4) |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Συχνές | Πονοκέφαλος |
| Όχι συχνές | Παραισθησίες | |
| Σπάνιες | Σπασμοί (βλ. παράγραφο 4.4) | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Συχνές | Διάρροια, έμετος, ναυτία, κοιλιακός πόνος |
| Όχι συχνές | Κολίτιδα οφειλόμενη στα αντιβιοτικά (βλ. παράγραφο 4.4) | |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Συχνές | Αύξηση των τρανσαμινασών, αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης στο αίμα, αύξηση της γαλακτικής διυδρογενάσης στο αίμα |
| Όχι συχνές | Αύξηση της χολερυθρίνης του αίματος | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Συχνές | Εξάνθημα, κνησμός |
| Όχι συχνές | Κνίδωσις τοξική επιδερμική νεκρόλυση, σύνδρομο Stevens Johnson, πολύμορφο ερύθημα | |
| Μη γνωστές | Φαρμακευτική Αντίδραση με Ηωσινοφιλία και Συστηματικά Συμπτώματα (Σύνδρομο DRESS) | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Όχι συχνές | Αύξηση της κρεατινίνης του αίματος, αύξηση της ουρίας του αίματος |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Συχνές | Φλεγμονή, πόνος |
| Όχι συχνές | Θρομβοφλεβίτιδα, πόνος στο σημείο της ένεσης. |
Παιδιατρικός πληθυσμός Το Meronem έχει εγκριθεί για παιδιά ηλικίας άνω των 3 μηνών. Δεν υπάρχουν ενδείξεις αυξημένου κινδύνου στα παιδιά για οποιαδήποτε ανεπιθύμητη ενέργεια βάσει των περιορισμένων διαθέσιμων στοιχείων. Όλες οι αναφορές ήταν σύμφωνες με τα συμβάματα που παρατηρούνται στον ενήλικο πληθυσμό.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-MERONEM
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν υπάρχουν ή υπάρχουν πολύ λίγα στοιχεία από τη χρήση της μεροπενέμης σε εγκύους. Μελέτες σε πειραματόζωα δεν έχουν δείξει άμεσα ή έμμεσα δυσμενείς επιδράσεις όσο αφορά την τοξικότητα του αναπαραγωγικού (βλ. προκλινικά δεδομένα).
Σαν ένα μέτρο προφύλαξης, είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση της μεροπενέμης, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Γαλουχία
Είναι άγνωστο εάν η μεροπενέμη αποβάλλεται στο ανθρώπινο γάλα. Η μεροπενέμη ανιχνεύεται σε πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις στο γάλα των ζώων. Πρέπει να ληφθεί η απόφαση ή να διακοπεί ο θηλασμός ή να διακοπεί η θεραπεία με τη μεροπενέμη λαμβάνοντας υπόψη το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-MERONEM
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιβιοτικό για συστηματική χρήση, καρβαπανέμη, κωδικός ATC: J01DH02
Μηχανισμός δράσης
H μεροπενέμη ασκεί βακτηριοκτόνο δράση αναστέλλοντας τη σύνθεση του κυτταρικού τοιχώματος των Gram-θετικών και των Gram-αρνητικών βακτηρίων μέσω της σύνδεσής της με τις πρωτεΐνες που συνδέονται με την πενικιλλίνη (PBPs).
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Όπως και με τις άλλες β-λακτάμες, ο χρόνος που οι συγκεντρώσεις της μεροπενέμης υπερβαίνουν τις ελάχιστες συγκεντρώσεις αναστολής (MIC) (Τ>ΜΙC) έδειξε ότι σχετίζεται με την αποτελεσματικότητα. Σε προκλινικά μοντέλα η μεροπενέμη έδειξε δράση όταν η συγκέντρωση στο πλάσμα υπερέβη το MIC του μολυσματικού μικροοργανισμού περίπου για 40% του χρονικού μεσοδιαστήματος. Ο στόχος αυτός δεν έχει κλινικά εδραιωθεί.
Μηχανισμός αντοχής
Η βακτηριακή αντίσταση στη μεροπενέμη ίσως οφείλεται: (1) στη μειωμένη διαπερατότητα της εξωτερικής μεμβράνης των Gram- αρνητικών βακτηρίων (λόγω της μειωμένης παραγωγής πορινών) (2) μειωμένη χημική συγγένεια με τις στοχευμένες πρωτεΐνες που συνδέονται με την πενικιλλίνη (PBPs) (3) αυξημένη έκφραση των συστατικών της αντλίας αποβολής (4) παραγωγή β-λακταμασών οι οποίες μπορούν να υδρολύουν τις καρβαπενέμες. Τοπικές εστίες μολύνσεων οφειλομένων σε βακτήρια που είναι ανθεκτικά στην καρβαπενέμη έχουν αναφερθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν παρατηρείται διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ της μεροπενέμης και παραγόντων των τάξεων των κινολονών, αμινογλυκοσιδών, μακρολιδών και τετρακυκλινών. Παρόλα αυτά τα βακτήρια μπορεί να αναπτύσσουν ανθεκτικότητα σε περισσότερες από μία κατηγορίες αντιβιοτικών όταν ο εμπλεκόμενος μηχανισμός περιλαμβάνει αδιαπερατότητα και/ή αντλίας/ες αποβολής.
Στοιχεία ευαισθησίας
Τα κλινικά όρια MIC της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Δοκιμών Ευαισθησίας στους Αντιμικροβιακούς Παράγοντες (EUCAST) αναφέρονται παρακάτω:
EUCAST κλινικά όρια MIC για τη μεροπενέμη (11-02-2013, v3.1)
| Οργανισμός | Ευαισθησία (S) (mg/l) | Αντοχή (R) (mg/l) |
|---|---|---|
| Enterobacteriaceae | ≤ 2 | > 8 |
| Pseudomonas είδη | ≤ 2 | > 8 |
| Acinetobacter είδη | ≤ 2 | > 8 |
| Ομάδα Streptococcus A, B, C και G | σχόλιο 6 | σχόλιο 6 |
| Streptococcus pneumoniae | ≤ 2 | > 2 |
| Ομάδα πρασινιζόντων streptococci | ≤2 | >2 |
| Enterococcus είδη | – | – |
| Staphylococcus είδη | σχόλιο 3 | σχόλιο 3 |
| Haemophilus influenzae και Moraxella catarrhalis | ≤ 2 | > 2 |
| Neisseria meningitidis | ≤ 0,25 | > 0,25 |
| Gram-θετικά αναερόβια εκτός Clostridium difficile | ≤ 2 | > 8 |
| Gram-αρνητικά αναερόβια | ≤ 2 | > 8 |
| Listeria monocytogenes | ≤ 0,25 | > 0,25 |
| Όρια μη σχετιζόμενα με είδη | ≤ 2 | > 8 |
Τα όρια ευαισθησίας της μεροπενέμης για τον Streptococcus pneumoniae και Haemophilus in|uenzae στη μηνιγγίτιδα είναι 0,25 mg/l (Ευαίσθητο) και 1 mg/l (Ανθεκτικό). Απομονωμένα στελέχη με τιμές MIC πάνω από τα όρια ευαισθησίας είναι πολύ σπάνια ή δεν έχουν αναφερθεί. Η ταυτοποίηση και η δοκιμασία της αντιμικροβιακής ευαισθησίας σε τέτοια απομονωμένα στελέχη πρέπει να επαναλαμβάνονται και εάν το αποτέλεσμα επιβεβαιώνεται το στέλεχος να στέλνεται σε ένα πρότυπο εργαστήριο. Μέχρι να υπάρξει απόδειξη σχετικά με την κλινική ανταπόκριση για επιβεβαιωμένα στελέχη με τιμές MIC πάνω από τα τρέχοντα σημεία ανθεκτικότητας πρέπει να αναφέρονται ως ανθεκτικά. Η ευαισθησία των staphylococci στις καρβαπενέμες συνάγεται από την ευαισθησία στην κεφοξιτίνη. Τα όρια ευαισθησίας αφορούν μόνο τη μηνιγγίτιδα. Τα όρια τα μη σχετιζόμενα με είδη έχουν καθοριστεί με βάση τα δεδομένα PK/PD και είναι ανεξάρτητα από τις κατανομές του MIC για συγκεκριμένα είδη. Είναι για χρήση μόνο για οργανισμούς που δεν έχουν συγκεκριμένα όρια. Τα όρια τα μη σχετιζόμενα με είδη βασίζονται στις ακόλουθες δοσολογίες: τα EUCAST όρια αναφέρονται σε μεροπενέμη 1000 mg x 3 ημερησίως χορηγούμενη ενδοφλεβίως για 30 λεπτά ως χαμηλότερη δόση. Τα 2 g x 3 ημερησίως λήφθηκαν υπόψη για τις σοβαρές λοιμώξεις και για τον καθορισμό των I/R ορίων. Η ευαισθησία στα βήτα-λακταμικά των ομάδων streptococcus Α, Β, C και G συνάγεται από την ευαισθησία στην πενικιλλίνη. –= Οι δοκιμασίες ευαισθησίας δεν συνιστώνται όταν τα είδη δεν είναι στόχος για θεραπεία με το φάρμακο. Μπορεί να αναφερθούν μεμονωμένα στελέχη ως ανθεκτικά χωρίς προηγούμενη δοκιμασία. Ο επιπολασμός επίκτητης αντοχής μπορεί να ποικίλλει γεωγραφικά και χρονικά για επιλεγμένα είδη και οι τοπικές πληροφορίες για την αντοχή είναι επιθυμητές ιδιαίτερα για την θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Όπου είναι απαραίτητη, συμβουλή εμπειρογνώμονα θα πρέπει να ζητηθεί όπου ο τοπικός επιπολασμός αντοχής είναι τέτοιος, ώστε η χρήση του παράγοντα σε τουλάχιστον κάποιους τύπους λοιμώξεων είναι υπό αμφισβήτηση. Ο ακόλουθος πίνακας παθογόνων μικροβίων προήλθε από την κλινική εμπειρία και τις θεραπευτικές οδηγίες.
Τα συνήθως ευαίσθητα είδη Gram- θετικά αερόβια Enterococcus faecalis $ Staphylococcus aureus (ευαίσθητα στην μεθυκιλλίνη) ₤ Staphylococcus species (ευαίσθητα στην μεθυκιλλίνη) συμπεριλαμβανομένου του Staphylococcus epidermidis Streptococcus agalactiae (Ομάδα B) Streptococcus milleri group (S. anginosus, S. constellatus και S. intermedius) Streptococcus pneumoniae Streptococcus pyogenes (Ομάδα A) Gram- αρνητικά αερόβια Citrobacter freudii Citrobacter koseri Enterobacter aerogenes Enterobacter cloacae Escherichia coli Haemophilus influenzae Klebsiella oxytoca Klebsiella pneumoniae Morganella morganii Neisseria meningitides Proteus mirabilis Proteus vulgaris Serratia marcescens Gram- θετικά αναερόβια Clostridium perfringens Peptoniphilus asaccharolyticus Peptostreptococcus species (περιλαμβάνονται P. micros, P. anaerobius, P. magnus) Gram- αρνητικά αναερόβια Β acteroides caccae Ομάδα Bacteroides fragilis Prevotella bivia Prevotella disiens
Είδη στα οποία η επίκτητη ανθεκτικότητα μπορεί να είναι πρόβλημα Gram-θετικά αερόβια Εnterococcus faecium $† Gram- αρνητικά αερόβια Acinetobacter είδη Burkholderia cepacia Pseudomonas aeruginosa
Οργανισμοί με εγγενή αντοχή Gram- αρνητικά αερόβια Stenotrophomonas maltophilia Legionella είδη
Άλλοι μικρο - οργανισμοί Chlamydophila pneumoniae Chlamydophila psittaci Coxiella burnetii Mycoplasma pneumoniae $ Είδη που δείχνουν φυσική ενδιάμεση ευαισθησία £ Όλοι οι σταφυλόκοκκοι που είναι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη είναι ανθεκτικοί στη μεροπενέμη † Βαθμός ανθεκτικότητας ≥ 50% σε μία ή περισσότερες χώρες της Ε.Ε. Mάλη και μελιοείδωση: Η χρήση της μεροπενέμης σε ανθρώπους βασίζεται σε in vitro δεδομένα ευαισθησίας των B. mallei και B. pseudomallei και σε περιορισμένα δεδομένα στον άνθρωπο. Οι θεράποντες ιατροί πρέπει να ανατρέχουν στα εθνικά ή/και διεθνή έγγραφα σχετικά με τη θεραπεία των μάλη και ψευδομάλις.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-MERONEM
expand_more
Φαρμακοκινητική
Σε υγιή άτομα ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα είναι περίπου 1ώρα, ο μέσος όγκος κατανομής είναι περίπου 0,25 l/kg (11-27 l) και η μέση κάθαρση είναι 287 ml/min στα 250 mg και μειώνεται στα 205ml/min στα 2g. Δόσεις 500, 1000 και 2000 mg δόσεις που εγχύονται πάνω από 30 λεπτά δίνουν μέση τιμή μέγιστης συγκέντρωσης Cmax περίπου 23, 49 και 115 μg/ml αντιστοίχως και οι αντίστοιχες τιμές AUC ήταν 39,3, 62,3 και 153 μg.h/ml. Μετά από έγχυση άνω των 5 λεπτών οι τιμές Cmax είναι 52 και 112 μg/ml σε δόσεις των 500 και των 1000 mg αντιστοίχως. Όταν χορηγούνται πολλαπλές δόσεις κάθε 8 ώρες σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, δεν παρατηρείται συσσώρευση της μεροπενέμης. Μια μελέτη 12 ασθενών χορηγήθηκε μεροπενέμη 1000 mg κάθε 8 ώρες μετεγχειρητικά για ενδοκοιλιακές λοιμώξεις έδειξε συγκρίσιμο Cmax και ημίσεια ζωή με φυσιολογικά άτομα αλλά μεγαλύτερο όγκο κατανομής 27 l.
Κατανομή
Η μέση σύνδεση της μεροπενέμης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος ήταν περίπου 2% και ήταν ανεξάρτητη από τη συγκέντρωση. Μετά από ταχεία χορήγηση (5 λεπτά ή λιγότερο) η φαρμακοκινητική είναι δι-εκθετική αλλά αυτό είναι λιγότερο εμφανές μετά από 30 λεπτά έγχυσης. Η μεροπενέμη έχει δείξει ότι διεισδύει καλά σε πολλά σωματικά υγρά και ιστούς: συμπεριλαμβανομένων των πνευμόνων, των βρογχικών εκκρίσεων, της χολής, του εγκεφαλονωτιαίου υγρού, των γυναικολογικών ιστών, του δέρματος, της περιτονίας, των μυών και του περιτοναϊκού υγρού.
Μεταβολισμός
Η μεροπενέμη μεταβολίζεται με υδρόλυση του δακτυλίου της β-λακτάμης σε έναν μικροβιολογικά ανενεργό μεταβολίτη. In vitro η μεροπενέμη έδειξε μειωμένη ευαισθησία στην υδρόλυση από την ανθρώπινη dehydropeptidase-I (DHP-I) σε σύγκριση με την ιμιπενέμη και δεν είναι απαραίτητη η συγχορήγηση αναστολέα DHP-I.
Αποβολή
Η μεροπενέμη αποβάλλεται αναλλοίωτη πρωταρχικά από τα νεφρά. Περίπου 70% (50-75%) της δόσης αποβάλλεται αναλλοίωτο μέσα σε 12 ώρες. Το 28% ανακτάται ως ο μικροβιολογικά ανενεργός μεταβολίτης. Η αποβολή από τα κόπρανα αντιπροσωπεύει μόνο περίπου το 2% της δόσης. Η μέτρηση της νεφρικής κάθαρσης και η επίδραση της προβενεσίδης δείχνουν ότι η μεροπενέμη υφίσταται τόσο διήθηση όσο και σωληναριακή έκκριση.
Νεφρική ανεπάρκεια
Η νεφρική δυσλειτουργία έχει ως αποτέλεσμα υψηλότερο AUC στο πλάσμα και μεγαλύτερο χρόνο ημίσειας ζωής για τη μεροπενέμη. Η τιμή AUC αυξήθηκε κατά 2,4 φορές σε ασθενείς με μέτρια δυσλειτουργία (CrCL 33-74 ml/min), 5 φορές σε σοβαρή δυσλειτουργία (CrCL 4-23 ml/min) και 10 φορές σε ασθενείς που υποβάλλοντο σε αιμοδιύλιση (CrCL < 2 ml/min) όταν συγκρίνονται με υγιή άτομα (CrCL >80 ml/min). To AUC του μικροβιολογικά ανενεργού μεταβολιτη με ανοικτό δακτύλιο ήταν σημαντικά αυξημένο σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Συνιστάται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.2). Η μεροπενέμη αποβάλλεται με αιμοδιύλιση με κάθαρση κατά τη διάρκεια της αιμοδιύλισης περίπου 4 φορές μεγαλύτερη απ’ ότι σε ασθενείς με ανουρία.
Ηπατική ανεπάρκεια
Μια μελέτη σε ασθενείς με αλκοολική κίρρωση δεν έδειξε καμία επίδραση της ηπατικής νόσου στη φαρμακοκινητική της μεροπενέμης μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις.
Ενήλικες
Φαρμακοκινητικές μελέτες που διεξήχθηκαν σε ασθενείς δεν έδειξαν σημαντικές φαρμακοκινητικές διαφορές σε σχέση με υγιή άτομα με ισοδύναμη νεφρική λειτουργία. Ένα πληθυσμιακό μοντέλο που αναπτύχθηκε από στοιχεία 79 ασθενών με ενδοκοιλιακή λοίμωξη ή πνευμονία, έδειξε μία εξάρτηση του κεντρικού όγκου από το βάρος και της κάθαρσης από την κάθαρση κρεατινίνης και την ηλικία.
Παιδιά
Η φαρμακοκινητική στα βρέφη και στα παιδιά με λοίμωξη στις δόσεις 10, 20 και 40 mg/kg έδειξε τιμές Cmax περίπου ίδιες με τους ενήλικες στις δόσεις 500 mg, 1000 mg και 2000 mg αντιστοίχως. H σύγκριση έδειξε σταθερή φαρμακοκινητική μεταξύ των δόσεων και της ημίσειας ζωής παρόμοια με αυτή που παρατηρήθηκε στους ενήλικες σε όλα τα παιδιά εκτός από τα μικρότερα άτομα (<6μηνών t1/2 1,6 ώρες). Η μέση τιμή κάθαρσης της μεροπενέμης ήταν 5,8 ml/min/kg (6-12 ετών), 6,2 ml/min/kg (2-5ετών), 5,3ml/min/kg (6-23 μηνών) και 4,3ml/min/kg (2-5μηνών). Περίπου το 60% της δόσης αποβάλλεται στα ούρα για πάνω από 12 ώρες ως μεροπενέμη με ένα επιπλέον 12% ως μεταβολίτης. Οι συγκεντρώσεις της μεροπενέμης στο ΕΝΥ των παιδιών με μηνιγγίτιδα είναι περίπου 20% των ταυτόχρονων συγκεντρώσεων στο πλάσμα αν και υπάρχει σημαντική ατομική μεταβλητότητα. Η φαρμακοκινητική της μεροπενέμης στα νεογνά που χρειάζονται αντιμικροβιακή θεραπεία έδειξε μεγαλύτερη κάθαρση στα νεογνά με μεγαλύτερη χρονολογική ηλικία ή διάρκεια κύησης με συνολική ημίσεια ζωή 2,9 ώρες. Εξομοίωση Monte Carlo βασιζόμενη στο πληθυσμιακό μοντέλο PK έδειξε ότι με το δοσολογικό σχήμα 20 mg/kg κάθε 8 ώρες πέτυχε 60% Τ>MIC για τη P. aeruginosa σε 95% των πρόωρων και 91% των τελειομήνων νεογνών.
Ηλικιωμένοι
Φαρμακοκινητικές μελέτες σε υγιή ηλικιωμένα άτομα (65-80 ετών) έδειξαν μείωση της κάθαρσης του πλάσματος η οποία συνδέεται με σχετιζόμενη με την ηλικία μείωση της κάθαρσης κρεατινίνης και μια μικρότερη μείωση της εξωνεφρικής κάθαρσης. Δεν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς εκτός από τις περιπτώσεις με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.2).
ΕΟΦ · 5.1.5
Kαρμπαπενέμες
expand_more
Kαρμπαπενέμες
Στην ομάδα αυτή ανήκουν η ιμιπενέμη και η μεροπενέμη.
H ιμιπενέμη είναι ένα νέο β-λακταμικό παράγωγο που ανήκει στις θειεναμυκίνες (καρβαπενέμη). Eπειδή καταστρέφεται από την δεϋδροπεπτιδάση I της ψυκτροειδούς παρυφής του σπειράματος των νεφρών, για φαρμακοκινητικούς λόγους (διατήρηση υψηλών επιπέδων στον ορό, ικανοποιητικά επίπεδα στα ούρα, πρόληψη νεφροτοξικότητας) φέρεται στο εμπόριο σε συνδυασμό 1:1 με το φάρμακο σιλαστατίνη, που είναι αναστολέας της νεφρικής δεϋδροπεπτιδάσης I και έχει παρόμοιες φαρμακοκινητικές ιδιότητες.
Tο φάσμα της ιμιπενέμης αφορά όλα σχεδόν τα συνήθη παθογόνα αερόβια και αναερόβια gram θετικά και gram αρνητικά βακτήρια. Στο φάσμα της περιλαμβάνονται στελέχη Pseudomonas aeruginosa ανθεκτικά στις κεφαλοσπορίνες της γ’ γενιάς, και τις αμινογλυκοσίδες όπως και πολυανθεκτικά στελέχη Acinetobacter anitratus, αλλά η εμφάνιση αντοχής στη διάρκεια της θεραπευτικής αγωγής δεν είναι σπάνια.
Eξ ορισμού ανθεκτικοί στην ιμιπενέμη είναι οι μικροοργανισμοί Pseudomonas cepacia, Stenotrophomonas maltophilia, οι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη σταφυλόκοκκοι, όπως και μερικοί από τους ανθεκτικούς στην αμπικιλλίνη εντεροκόκκους, τα κορυνοβακτηρίδια JK και το Clostridium difficile.
H μεροπενέμη είναι μια νεα καρμπαπενέμη η οποία σε αντίθεση με την ιμιπενέμη δεν καταστρέφεται κατ’ ουσίαν από την δεϋδροπεπτιδάση της ψυκτροειδούς παρυφής του σπειράματος των νεφρών, και επομένως δεν έχει ανάγκη προσθήκης ανασταλτού (όπως η σιλαστατίνη για την ιμιπενέμη). O T½ της μεροπενέμης είναι περίπου 1.5h, η πρωτεϊνοσύνδεση 2% ενώ 70% απεκκρίνεται αναλλοίωτη στα ούρα. Όπως η ιμιπενέμη διεισδύει ικανοποιητικά στα σωματικά υγρά περιλαμβανομένου και του ENY, αλλά αντιθέτως με την ιμιπενέμη δεν προκαλεί σπασμούς. Tο αντιμικροβιακό φάσμα της μεροπενέμης είναι παρόμοιο με εκείνο της ιμιπενέμης παρ’ όλο ότι η ενδογενής δραστικότης της ιμιπενέμης έναντι των Gram θετικών είναι μεγαλύτερη συγκρινόμενη με την μεροπενέμη, ενώ αντιθέτως η μεροπενέμη είναι δραστικότερη έναντι των Gram αρνητικών βακτηρίων. Eν τούτοις η αντοχή είναι διασταυρούμενη σχεδόν για όλα τα στελέχη.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η μεροπενέμη είναι ένα ευρέος φάσματος αντιβιοτικό καρβαπενέμης. Είναι δραστικό έναντι Gram-θετικών και Gram-αρνητικών βακτηρίων. Η μεροπενέμη ασκεί τη δράση της διεισδύοντας εύκολα στα βακτηριακά κύτταρα και παρεμβαίνοντας στη σύνθεση ζωτικών συστατικών του κυτταρικού τοιχώματος, οδηγώντας σε κυτταρικό θάνατο.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η βακτηριοκτόνος δράση της μεροπενέμης προκύπτει από την αναστολή της σύνθεσης του κυτταρικού τοιχώματος. Η μεροπενέμη διεισδύει εύκολα στο κυτταρικό τοίχωμα των περισσότερων Gram-θετικών και Gram-αρνητικών βακτηρίων για να φτάσει στους στόχους των πενικιλλινο-δεσμευτικών πρωτεϊνών (PBP). Έχει τις ισχυρότερες συγγένειες προς τις PBP 2, 3 και 4 του Escherichia coli και Pseudomonas aeruginosa, και προς τις PBP 1, 2 και 4 του Staphylococcus aureus.
Οι βακτηριοκτόνες συγκεντρώσεις (που ορίζονται ως μείωση 3 log10 των κυτταρικών πληθυσμών εντός 12 έως 24 ωρών) είναι τυπικά 1-2 φορές οι βακτηριοστατικές συγκεντρώσεις της μεροπενέμης, με εξαίρεση το Listeria monocytogenes, έναντι του οποίου δεν παρατηρείται θανατηφόρος δράση.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Περίπου το 70% της ενδοφλεβίως χορηγούμενης δόσης ανακτάται ως αμετάβλητη μεροπενέμη στα ούρα εντός 12 ωρών, μετά την οποία ανιχνεύεται ελάχιστη περαιτέρω νεφρική απέκκριση.
Οι ουρικές συγκεντρώσεις της μεροπενέμης που υπερβαίνουν τα 10 ug/mL διατηρούνται για έως και 5 ώρες μετά από δόση 500 mg.
Η μεροπενέμη κατανέμεται στους περισσότερους ιστούς και σωματικά υγρά, συμπεριλαμβανομένου του βρογχικού βλεννογόνου, του πνεύμονα, της χολής, γυναικολογικών ιστών (ενδομήτριο, μυομήτριο, ωοθήκη, τράχηλος, σάλπιγγες), μυών, βαλβίδων καρδιάς, δέρματος, διάμεσου και περιτοναϊκού υγρού, και ΕΝΥ. Η δέσμευση σε πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 2%. Το φάρμακο μεταβολίζεται μερικώς σε τουλάχιστον έναν μικροβιολογικά ανενεργό μεταβολίτη. Περίπου το 70% μιας IV δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο μέσω σωληναριακής έκκρισης και σπειραματικής διήθησης.
Στο τέλος μιας ενδοφλέβιας έγχυσης 30 λεπτών μιας εφάπαξ δόσης Μεροπενέμης για ένεση (IV) σε υγιείς εθελοντές, οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις της μεροπενέμης στο πλάσμα είναι περίπου 23 ug/mL (εύρος 14-26) για τη δόση των 500 mg και 49 ug/mL (εύρος 39-58) για τη δόση του 1 g. Μια ενδοφλέβια χορήγηση με ένεση 5 λεπτών της Μεροπενέμης για ένεση (IV) σε υγιείς εθελοντές οδηγεί σε μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα περίπου 45 ug/mL (εύρος 18-65) για τη δόση των 500 mg και 112 ug/mL (εύρος 83-140) για τη δόση του 1 g. Μετά από ενδοφλέβιες δόσεις 500 mg, οι μέσες συγκεντρώσεις της μεροπενέμης στο πλάσμα συνήθως μειώνονται σε περίπου 1 ug/mL στις 6 ώρες μετά τη χορήγηση. Δεν παρατηρήθηκε συσσώρευση μεροπενέμης στο πλάσμα με σχήματα που χρησιμοποιούσαν 500 mg κάθε 8 ώρες ή 1 g κάθε 6 ώρες σε υγιείς εθελοντές με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση σε Πρωτεΐνες
Περίπου 2%.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Κυρίως απεκκρίνεται αμετάβλητο. Υπάρχει ένας μεταβολίτης ο οποίος είναι μικροβιολογικά ανενεργός.
Υπάρχει ένας μεταβολίτης της μεροπενέμης που είναι μικροβιολογικά ανενεργός.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Περίπου 1 ώρα σε ενήλικες και παιδιά ηλικίας 2 ετών και άνω με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Περίπου 1,5 ώρα σε παιδιά ηλικίας 3 μηνών έως 2 ετών.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα της μεροπενέμης είναι περίπου 1 ώρα σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και 1,5 ώρα σε παιδιά ηλικίας 3 μηνών έως 2 ετών. Ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα αυξάνεται και η κάθαρση του φαρμάκου μειώνεται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση FDA
YOP6PX0BAO
MEROPENEM ANHYDROUS
Χημική Δομή [CS] - Καρβαπενέμες
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Πενεμ Αντιβακτηριακό
Η μεροπενέμη άνυδρη είναι ένα Πενεμ Αντιβακτηριακό.
MEROPENEM
Καρβαπενέμες [CS]; Πενεμ Αντιβακτηριακό [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.