NEOMYCIN
Νεομυκίνη
Οι τοπικές χρήσεις περιλαμβάνουν τη θεραπεία επιφανειακών οφθαλμικών λοιμώξεων που προκαλούνται από ευαίσθητα βακτήρια (σε συνδυασμό με άλλα αντιμικροβιακά), τη θεραπεία εξωτερικής ωτίτιδας που προκαλείται από ευαίσθητα βακτήρια, τη θεραπεία ή πρόληψη βακτηριακών λοιμώξεων σε …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-SAOCIN-D
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Τοπική εξωτερική χρήση
- Χορήγηση: Ως και έξι φορές την ημέρα. Μετά την βελτίωση, μια ως τρεις φορές την ημέρα για 14 επιπλέον ημέρες.
- Δόση έναρξης: Ως και έξι φορές την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Μετά την βελτίωση, εφαρμόζετε με φειδώ στις προσβληθείσες περιοχές του δέρματος μια ως τρεις φορές την ημέρα για 14 επιπλέον ημέρες.
-
Σοβαρή κατάσταση / ΨωρίασηΕφαρμογή ενός στεγανού επιδέσμου μπορεί να υποδειχθεί. Ο στεγανός επίδεσμος θα πρέπει να αντικαθίσταται κάθε 24 ώρες.
block
SPC-SAOCIN-D
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία σε κάποιο από τα συστατικά του σκευάσματος.
-
Δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται τοπικά κορτικοστεροειδή για μη-διαγνωσμένες καταστάσεις του δέρματος.
-
θα πρέπει να αποφεύγεται η χρήση τους σε περιπτώσεις ακμής, περιστοματικής δερματίτιδας, σε άτονα έλκη, αλλά και σε εγκαύματα, επειδή παρεμποδίζουν την επούλωση.
-
Ιογενείς (συμπεριλαμβάνεται ο απλός έρπητας), μυκητιασικές, φυματικές, ή συφιλιδικές παθήσεις του δέρματος.
warning
SPC-SAOCIN-D
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Επιλογή ισχύος και διάρκεια θεραπείαςΘα πρέπει να επιλέγεται αρχικά το λιγότερο ισχυρό κορτικοστεροειδές που θεωρείται αποτελεσματικό για την ένδειξη και να εφαρμόζεται με φειδώ. Θα πρέπει να ξεκινά εναλλακτική θεραπεία (που να περιλαμβάνει άλλα κορτικοστεροειδή παρόμοιας ή μεγαλύτερης ισχύος) αν η κατάσταση δεν ανταποκρίνεται. Η διάρκεια θεραπείας δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τις τρεις εβδομάδες χωρίς επανεξέταση από έναν δερματολόγο.
-
Διακοπή θεραπείαςΑπότομη ή πρόωρη διακοπή μακροχρόνιας θεραπείας με κορτικοστεροειδές μπορεί να συνδεθεί με επιδείνωση της κατάστασης. Για να αποφύγετε την υποτροπή, μειώστε σταδιακά την δοσολογία.
-
Ανοχή (Tachyphylaxis)Μετά από εφαρμογή 10-15 ημερών μπορεί να παρατηρηθεί μείωση ή απώλεια της αποτελεσματικότητας του κορτικοστεροειδούς (ταχυφύλαξη). Στην περίπτωση αυτή, διακόψτε την θεραπεία για μερικές ημέρες ή εβδομάδες.
-
Συστηματική απορρόφησηΠληθυσμόςΒρέφη και παιδιάΤα τοπικώς εφαρμοζόμενα κορτικοστεροειδή μπορούν να απορροφώνονται συστηματικά. Παρατεταμένη χορήγηση, εφαρμογή σε μεγάλες επιφάνειες του δέρματος και/ ή χρήση ενός στεγανού επιδέσμου αυξάνoυν τον κίνδυνο συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Τα βρέφη και τα παιδιά είναι περισσότερο επιδεκτικά σε συστηματικές επιδράσεις καθώς απορροφούν αναλογικά μεγαλύτερες ποσότητες τοπικών κορτικοστεροειδών λόγω ενός μεγαλύτερου εμβαδού της επιφάνειας του δέρματος σε σχέση με το σωματικό τους βάρος. Τα κορτικοστεροειδή θα πρέπει να αποφεύγονται σε βρέφη εκτός αν είναι σαφώς απαραίτητα. Πρέπει να αποφεύγεται παρατεταμένη χορήγηση σε παιδιά.
-
ΛοίμωξηΤα κορτικοστεροειδή μπορούν να συγκαλύψουν μια λοίμωξη ή να εντείνουν υπάρχουσα λοίμωξη. Παρατεταμένη χρήση μπορεί να καταστείλει την ανοσολογική απάντηση και να αυξήσει τον κίνδυνο μιας δευτερογενούς λοίμωξης του δέρματος. Πρέπει να εφαρμοστεί κατάλληλη αντι-λοιμώδης θεραπεία για συνυπάρχουσες λοιμώξεις.
-
ΕμβολιασμόςΟ κίνδυνος επίκτητης λοίμωξης μπορεί να αυξηθεί για εκτεθειμένους ασθενείς που λαμβάνουν συστηματική ή τοπική θεραπεία με κορτικοστεροειδή. Δώστε προσοχή κατά την χορήγηση φυσικών εμβολίων σε ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικές δόσεις κορτικοστεροειδών. Ανενεργά ιικά ή βακτηριακά εμβόλια πιθανόν να μην παράγουν την αναμενόμενη απάντηση αντισωμάτων ορού σε άτομα που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικές δόσεις κορτικοστεροειδούς.
-
ΦυματίωσηΗ θεραπεία κορτικοστεροειδούς μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο ανάπτυξης φυματίωσης (ΤΒ) σε ασθενείς με λανθάνουσα φυματική λοίμωξη ή μια θετική δοκιμασία madοux. Απαγορεύεται η χρήση κορτικοστεροειδών σε ενεργή φυματίωση σε περιπτώσεις νόσου σε έξαρση ή διασπορά ακολουθώντας έναρξη κατάλληλης αντιφυματικής χημειοθεραπείας.
-
Οφθαλμολογικές επιδράσειςΕφαρμογή στα βλέφαρα ή κοντά στον οφθαλμό για παρατεταμένες περιόδους μπορεί να συνδεθεί με σχηματισμό καταρράκτη, αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης ή γλαύκωμα. Απαιτείται προσοχή ώστε να εξασφαλίσετε ότι το φάρμακο δεν έρχεται σε επαφή με τον οφθαλμό.
-
Ανθεκτικότητα οργανισμώνΌπως και με άλλα αντιβιοτικά σκευάσματα, παρατεταμένη χρήση νεομυκίνης μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολική ανάπτυξη ανθεκτικών οργανισμών. Πιθανόν να λάβει χώρα διασταυρούμενη ευαισθησία σε άλλες αμινογλυκοσίδες.
-
ΩτοτοξικότηταΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΗ τοπικώς εφαρμοζόμενη νεομυκίνη μπορεί να απορροφηθεί συστηματικά και να επιτευχθούν ωτοτοξικές συγκεντρώσεις σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
-
ΔυσανεξίαΑν αναπτυχθεί δυσανεξία, διακόψτε την χρήση.
-
ΈκδοχαΑυτό το προϊόν περιέχει το συντηρητικό methylparaben, το οποίο μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις, και την cetostearyl alcohol, η οποία μπορεί να προκαλέσει τοπικές δερματικές αντιδράσεις.
swap_horiz
SPC-SAOCIN-D
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
SPC-SAOCIN-D
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- θυλακίτις
- φλύκταινες στο σημείο εφαρμογής
- λοίμωξη (επιδείνωση ή δευτερογενής)
- υπερευαισθησία
- δασυτριχισμός
- ανεπάρκεια επινεφριδίων
- Σύνδρομο Cushing
- επιβράδυνση ανάπτυξης
- κνησμός
- δερματικός ερεθισμός
- ξηροδερμία
- αποχρωματισμός του δέρματος
- ατροφία του δέρματος
- τελαγγειεκτασία
- ακμή
- εξάνθημα
- δερματίτις
- ροδόχρους ακμή
- ουλή
- δερματικές ραβδώσεις
- ερυθρές κηλίδες
- γενικευμένο ερύθημα
- κυστικό εξάνθημα
- αλλεργική δερματίτις
- ωτοτοξικότητα (λόγω συσσώρευσης αμινογλυκοσίδης σε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία)
- αίσθηση καύσου στο σημείο εφαρμογής
- παρακωλυόμενη επούλωση
- υποτροπή (σε διακοπή της θεραπείας)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Όχι συχνές (≥ 0.1% < 1%)θυλακίτιςΛοιμώξεις και Παρασιτώσεις
-
Όχι συχνές (≥ 0.1% < 1%)φλύκταινες στο σημείο εφαρμογήςΛοιμώξεις και Παρασιτώσεις
-
Όχι συχνές (≥ 0.1% < 1%)λοίμωξη (επιδείνωση ή δευτερογενής)Λοιμώξεις και Παρασιτώσεις
-
Όχι συχνές (≥ 0.1% < 1%)υπερευαισθησίαΔιαταραχές Ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνές (≥ 0.1% < 1%)δασυτριχισμόςΕνδοκρινικές Διαταραχές
-
Σπάνιες (≥ 0.01% < 0.1%)ανεπάρκεια επινεφριδίωνΕνδοκρινικές Διαταραχές
-
Σπάνιες (≥ 0.01% < 0.1%)Σύνδρομο CushingΕνδοκρινικές Διαταραχές
-
Σπάνιες (≥ 0.01% < 0.1%)επιβράδυνση ανάπτυξηςΕνδοκρινικές Διαταραχές
-
Όχι συχνές (≥ 0.1% < 1%)κνησμόςΔιαταραχές του Δέρματος και του Υποδόριου Ιστού
-
Όχι συχνές (≥ 0.1% < 1%)δερματικός ερεθισμόςΔιαταραχές του Δέρματος και του Υποδόριου Ιστού
-
Όχι συχνές (≥ 0.1% < 1%)ξηροδερμίαΔιαταραχές του Δέρματος και του Υποδόριου Ιστού
-
Όχι συχνές (≥ 0.1% < 1%)αποχρωματισμός του δέρματοςΔιαταραχές του Δέρματος και του Υποδόριου Ιστού
-
Όχι συχνές (≥ 0.1% < 1%)ατροφία του δέρματοςΔιαταραχές του Δέρματος και του Υποδόριου Ιστού
-
Όχι συχνές (≥ 0.1% < 1%)τελαγγειεκτασίαΔιαταραχές του Δέρματος και του Υποδόριου Ιστού
-
Όχι συχνές (≥ 0.1% < 1%)ακμήΔιαταραχές του Δέρματος και του Υποδόριου Ιστού
-
Όχι συχνές (≥ 0.1% < 1%)εξάνθημαΔιαταραχές του Δέρματος και του Υποδόριου Ιστού
-
Όχι συχνές (≥ 0.1% < 1%)δερματίτιςΔιαταραχές του Δέρματος και του Υποδόριου Ιστού
-
Όχι συχνές (≥ 0.1% < 1%)ροδόχρους ακμήΔιαταραχές του Δέρματος και του Υποδόριου Ιστού
-
Όχι συχνές (≥ 0.1% < 1%)ουλήΔιαταραχές του Δέρματος και του Υποδόριου Ιστού
-
Όχι συχνές (≥ 0.1% < 1%)δερματικές ραβδώσειςΔιαταραχές του Δέρματος και του Υποδόριου Ιστού
-
Όχι συχνές (≥ 0.1% < 1%)ερυθρές κηλίδεςΔιαταραχές του Δέρματος και του Υποδόριου Ιστού
-
Όχι συχνές (≥ 0.1% < 1%)γενικευμένο ερύθημαΔιαταραχές του Δέρματος και του Υποδόριου Ιστού
-
Όχι συχνές (≥ 0.1% < 1%)κυστικό εξάνθημαΔιαταραχές του Δέρματος και του Υποδόριου Ιστού
-
Όχι συχνές (≥ 0.1% < 1%)αλλεργική δερματίτιςΔιαταραχές του Δέρματος και του Υποδόριου Ιστού
-
Σπάνιες (≥ 0.01% < 0.1%)ωτοτοξικότητα (λόγω συσσώρευσης αμινογλυκοσίδης σε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία)Διαταραχές Ωτός και Λαβυρίνθου
-
Όχι συχνές (≥ 0.1% < 1%)αίσθηση καύσου στο σημείο εφαρμογήςΓενικές Διαταραχές και Καταστάσεις στο Σημείο Χορήγησης
-
Όχι συχνές (≥ 0.1% < 1%)παρακωλυόμενη επούλωσηΓενικές Διαταραχές και Καταστάσεις στο Σημείο Χορήγησης
-
Όχι συχνές (≥ 0.1% < 1%)υποτροπή (σε διακοπή της θεραπείας)Γενικές Διαταραχές και Καταστάσεις στο Σημείο Χορήγησης
pregnant_woman
SPC-SAOCIN-D
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΗ SAOCIN-D θα πρέπει να χρησιμοποιειται κατά τη διάρκεια της κύησης μόνο αν το πιθανό όφελος δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο. Η εφαρμοζόμενη ποσότητα και η διάρκεια θεραπείας θα πρέπει να περιορίζονται στο ελάχιστο.
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΔεν είναι γνωστό αν η SAOCIN-D απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Επειδή πολλά φάρμακα απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα, χορηγήστε την σε μια θηλάζουσα γυναίκα μόνο αν είναι ιατρικά απαραίτητο. Η εφαρμοζόμενη ποσότητα και η διάρκεια θεραπείας θα πρέπει να περιορίζονται στο ελάχιστο.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-SAOCIN-D
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-SAOCIN-D
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-SAOCIN-D
expand_more
Δοσολογία
block
Αντενδείξεις
SPC-SAOCIN-D
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-SAOCIN-D
expand_more
Προειδοποιήσεις
Θα πρέπει να επιλέγεται αρχικά το λιγότερο ισχυρό κορτικοστεροειδές που θεωρείται αποτελεσματικό για την ένδειξη και να εφαρμόζεται με φειδώ. Θα πρέπει να ξεκινά εναλλακτική θεραπεία (που να περιλαμβάνει άλλα κορτικοστεροειδή παρόμοιας ή μεγαλύτερης ισχύος) αν η κατάσταση δεν ανταποκρίνεται. Η διάρκεια θεραπείας δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τις τρεις εβδομάδες χωρίς επανεξέταση από έναν δερματολόγο. Απότομη ή πρόωρη διακοπή μακροχρόνιας θεραπείας με κορτικοστεροειδές μπορεί να συνδεθεί με επιδείνωση της κατάστασης. Για να αποφύγετε την υποτροπή, μειώστε σταδιακά την δοσολογία. Μετά από εφαρμογή 10-15 ημερών μπορεί να παρατηρηθεί μείωση ή απώλεια της αποτελεσματικότητας του κορτικοστεροειδούς (ταχυφύλαξη). Στην περίπτωση αυτή, διακόψτε την θεραπεία για μερικές ημέρες ή εβδομάδες. Τα τοπικώς εφαρμοζόμενα κορτικοστεροειδή μπορούν να απορροφώνονται συστηματικά. Παρατεταμένη χορήγηση, εφαρμογή σε μεγάλες επιφάνειες του δέρματος και/ ή χρήση ενός στεγανού επιδέσμου αυξάνoυν τον κίνδυνο συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών.
- Τα βρέφη και τα παιδιά είναι περισσότερο επιδεκτικά σε συστηματικές επιδράσεις καθώς απορροφούν αναλογικά μεγαλύτερες ποσότητες τοπικών κορτικοστεροειδών λόγω ενός μεγαλύτερου εμβαδού της επιφάνειας του δέρματος σε σχέση με το σωματικό τους βάρος.
- Τα κορτικοστεροειδή θα πρέπει να αποφεύγονται σε βρέφη εκτός αν είναι σαφώς απαραίτητα.
- Πρέπει να αποφεύγεται παρατεταμένη χορήγηση σε παιδιά. Τα κορτικοστεροειδή μπορούν να συγκαλύψουν μια λοίμωξη ή να εντείνουν υπάρχουσα λοίμωξη. Παρατεταμένη χρήση μπορεί να καταστείλει την ανοσολογική απάντηση και να αυξήσει τον κίνδυνο μιας δευτερογενούς λοίμωξης του δέρματος. Πρέπει να εφαρμοστεί κατάλληλη αντι-λοιμώδης θεραπεία για συνυπάρχουσες λοιμώξεις.
- Ο κίνδυνος επίκτητης λοίμωξης μπορεί να αυξηθεί για εκτεθειμένους ασθενείς που λαμβάνουν συστηματική ή τοπική θεραπεία με κορτικοστεροειδή.
- Δώστε προσοχή κατά την χορήγηση φυσικών εμβολίων σε ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικές δόσεις κορτικοστεροειδών. Ανενεργά ιικά ή βακτηριακά εμβόλια πιθανόν να μην παράγουν την αναμενόμενη απάντηση αντισωμάτων ορού σε άτομα που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικές δόσεις κορτικοστεροειδούς.
- Η θεραπεία κορτικοστεροειδούς μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο ανάπτυξης φυματίωσης (ΤΒ) σε ασθενείς με λανθάνουσα φυματική λοίμωξη ή μια θετική δοκιμασία madοux. Απαγορεύεται η χρήση κορτικοστεροειδών σε ενεργή φυματίωση σε περιπτώσεις νόσου σε έξαρση ή διασπορά ακολουθώντας έναρξη κατάλληλης αντιφυματικής χημειοθεραπείας. Εφαρμογή στα βλέφαρα ή κοντά στον οφθαλμό για παρατεταμένες περιόδους μπορεί να συνδεθεί με σχηματισμό καταρράκτη, αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης ή γλαύκωμα. Απαιτείται προσοχή ώστε να εξασφαλίσετε ότι το φάρμακο δεν έρχεται σε επαφή με τον οφθαλμό. Όπως και με άλλα αντιβιοτικά σκευάσματα, παρατεταμένη χρήση νεομυκίνης μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολική ανάπτυξη ανθεκτικών οργανισμών. Πιθανόν να λάβει χώρα διασταυρούμενη ευαισθησία σε άλλες αμινογλυκοσίδες. Η τοπικώς εφαρμοζόμενη νεομυκίνη μπορεί να απορροφηθεί συστηματικά και να επιτευχθούν ωτοτοξικές συγκεντρώσεις σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Αν αναπτυχθεί δυσανεξία, διακόψτε την χρήση. Αυτό το προϊόν περιέχει το συντηρητικό methylparaben, το οποίο μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις, και την cetostearyl alcohol, η οποία μπορεί να προκαλέσει τοπικές δερματικές αντιδράσεις.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-SAOCIN-D
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-SAOCIN-D
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να λάβουν χώρα στο σημείο εφαρμογής:
Λοιμώξεις και Παρασιτώσεις
Όχι συχνές (≥ 0.1% < 1%): θυλακίτις, φλύκταινες στο σημείο εφαρμογής, λοίμωξη (επιδείνωση ή δευτερογενής).
Διαταραχές Ανοσοποιητικού συστήματος
Όχι συχνές (≥ 0.1% < 1%): υπερευαισθησία
Ενδοκρινικές Διαταραχές
Όχι συχνές (≥ 0.1% < 1%): δασυτριχισμός. Σπάνιες (≥ 0.01% < 0.1%): ανεπάρκεια επινεφριδίων, Σύνδρομο Cushing, επιβράδυνση ανάπτυξης.
Διαταραχές του Δέρματος και του Υποδόριου Ιστού
Όχι συχνές (≥ 0.1% < 1%): κνησμός, δερματικός ερεθισμός, ξηροδερμία, αποχρωματισμός του δέρματος, ατροφία του δέρματος, τελαγγειεκτασία, ακμή, εξάνθημα, δερματίτις, ροδόχρους ακμή, ουλή, δερματικές ραβδώσεις, ερυθρές κηλίδες, γενικευμένο ερύθημα, κυστικό εξάνθημα, αλλεργική δερματίτις.
Διαταραχές Ωτός και Λαβυρίνθου
Σπάνιες (≥ 0.01% < 0.1%): ωτοτοξικότητα (λόγω συσσώρευσης αμινογλυκοσίδης σε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία).
Γενικές Διαταραχές και Καταστάσεις στο Σημείο Χορήγησης
Όχι συχνές (≥ 0.1% < 1%): αίσθηση καύσου στο σημείο εφαρμογής, παρακωλυόμενη επούλωση, υποτροπή (σε διακοπή της θεραπείας).
Εφαρμογή σε μεγάλες επιφάνειες του δέρματος και/ ή χρήση ενός στεγανού επιδέσμου αυξάνουν τον κίνδυνο αντιδράσεων στο σημείο εφαρμογής και έχουν σπάνια συνδεθεί με συστηματικές ενέργειες. Μετά από παρατεταμένη χρήση μπορεί να συμβούν συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως αναστρέψιμη καταστολή του άξονα Υποθαλάμου-Υπόφυσης- Επινεφριδίων, Σύνδρομο Cushing, και μειωμένος ρυθμός ανάπτυξης στα παιδιά. Απότομη διακοπή υψηλής δόσης ή μακροχρόνιας θεραπείας κορτικοστεροειδούς μπορεί να οδηγήσει σε οξεία ανεπάρκεια των επινεφριδίων.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-SAOCIN-D
expand_more
Κύηση / γαλουχία
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-SAOCIN-D
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-SAOCIN-D
expand_more
Φαρμακοκινητική
DrugBank
Description
expand_more
Description
Ένα συστατικό της νεομυκίνης που παράγεται από το Streptomyces fradiae. Με υδρόλυση αποδίδει νεαμίνη και νεοβιοσαμίνη Β.
Η νεομυκίνη είναι ένα βακτηριοκτόνο αμινογλυκοσιδικό αντιβιοτικό που δεσμεύεται στο 30S ριβοσωμικό υπομονάδα των ευαίσθητων οργανισμών. Η δέσμευση παρεμποδίζει την προσκόλληση του mRNA και τις θέσεις tRNA, με αποτέλεσμα την παραγωγή μη λειτουργικών ή τοξικών πεπτιδίων.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
LD50 = 200 mg/kg (αρουραίος). Λόγω χαμηλής απορρόφησης, είναι απίθανο να συμβεί οξεία υπερδοσολογία με από του στόματος νεομυκίνη. Ωστόσο, παρατεταμένη χορήγηση θα μπορούσε να οδηγήσει σε επαρκή συστηματικά επίπεδα φαρμάκου για να προκαλέσει νευροτοξικότητα, ωτοτοξικότητα ή/και νεφροτοξικότητα.
Η νεφροτοξικότητα συμβαίνει μέσω συσσώρευσης φαρμάκου στα εγγύς εσπειραμένα σωληνάρια των νεφρικών κυττάρων, οδηγώντας σε κυτταρική βλάβη. Τα σωληνώδη κύτταρα μπορεί να αναγεννηθούν παρά την συνεχιζόμενη έκθεση και η νεφροτοξικότητα είναι συνήθως ήπια και αναστρέψιμη.
Η νεομυκίνη είναι ο πιο τοξικός παράγοντας αμινογλυκοσιδίων, γεγονός που πιστεύεται ότι οφείλεται στον μεγάλο αριθμό κατιονικών αμινομάδων της.
Η ωτοτοξικότητα συμβαίνει μέσω συσσώρευσης φαρμάκου στο ενδολέμφο και το περιλέμφο του έσω ωτός, προκαλώντας ανεπανόρθωτη βλάβη στα τριχωτά κύτταρα της κοχλίας ή στην κορυφή των αμπουλλωδών κρυστάλλων στο αιθουσαίο σύμπλεγμα. Η απώλεια ακοής υψηλής συχνότητας ακολουθείται από απώλεια ακοής χαμηλής συχνότητας. Περαιτέρω τοξικότητα μπορεί να προκαλέσει οπισθοδρομική εκφύλιση του ακουστικού νεύρου.
Η αιθουσαία τοξικότητα μπορεί να οδηγήσει σε ίλιγγο, ναυτία και έμετο, ζάλη και απώλεια ισορροπίας.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η φραμυκετίνη χρησιμοποιείται για τη θεραπεία βακτηριακών οφθαλμικών λοιμώξεων, όπως η επιπεφυκίτιδα. Η φραμυκετίνη είναι ένα αντιβιοτικό. Δεν είναι δραστική έναντι μυκήτων, ιών και των περισσότερων αναερόβιων βακτηρίων. Η φραμυκετίνη δρα δεσμευόμενη στην υπομονάδα 30S των βακτηριακών ριβοσωμάτων, προκαλώντας εσφαλμένη ανάγνωση του t-RNA, καθιστώντας το βακτήριο ανίκανο να συνθέσει πρωτεΐνες ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξή του. Η φραμυκετίνη είναι κυρίως χρήσιμη σε λοιμώξεις που περιλαμβάνουν αερόβια βακτήρια.
Η νεομυκίνη επιδρά βακτηριοκτόνα, αναστέλλοντας τη σύνθεση βακτηριακών πρωτεϊνών, καταστέλλοντας έτσι την ανάπτυξη και την επιβίωση ευαίσθητων βακτηρίων. Μετά τη χορήγηση από το στόμα, η διάρκεια της βακτηριοκτόνου δράσης της νεομυκίνης κυμάνθηκε από 48 έως 72 ώρες. Μειώνοντας τα κολικά βακτήρια που παράγουν αμμωνία, η νεομυκίνη έδειξε αποτελεσματικότητα ως συμπληρωματική θεραπεία στην ηπατική εγκεφαλοπάθεια για τη βελτίωση των νευρολογικών συμπτωμάτων. Η νεομυκίνη είναι δραστική τόσο έναντι Gram-θετικών όσο και Gram-αρνητικών οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των κύριων ειδών E. coli που κατοικούν στο κόλον, καθώς και των εντεροπαθογόνων μορφών της E. coli. Είναι επίσης δραστική έναντι της ομάδας Klebsiella-Enterobacter. Ανθεκτικά στελέχη E. coli, Klebsiella και Proteus spp. μπορεί να αναπτυχθούν από θεραπεία με νεομυκίνη. Η νεομυκίνη δεν έχει αντιμυκητιασική δράση και έχει κάποια δράση κατά ορισμένων πρωτοζώων.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η φραμυκετίνη δεσμεύεται σε συγκεκριμένες πρωτεΐνες της υπομονάδας 30S και στο 16S rRNA, τέσσερα νουκλεοτίδια του 16S rRNA και ένα μεμονωμένο αμινοξύ της πρωτεΐνης S12. Αυτό παρεμβαίνει στην περιοχή αποκωδικοποίησης πλησίον του νουκλεοτιδίου 1400 στο 16S rRNA της υπομονάδας 30S. Αυτή η περιοχή αλληλεπιδρά με την wobble βάση στο αντικώδικα του tRNA. Αυτό οδηγεί σε παρεμβολή στο σύμπλεγμα έναρξης, εσφαλμένη ανάγνωση του mRNA, με αποτέλεσμα την εισαγωγή λανθασμένων αμινοξέων στην πολυπεπτιδική αλυσίδα, οδηγώντας σε μη λειτουργικά ή τοξικά πεπτίδια και τη διάσπαση των πολυριβοσωμάτων σε μη λειτουργικά μονοριβοσώματα.
Όπως και άλλα αντιβιοτικά της ομάδας των αμινογλυκοσιδών, η νεομυκίνη αναστέλλει τα βακτηριακά ριβοσώματα, δεσμευόμενη στην υπομονάδα 30S των ευαίσθητων βακτηρίων και διαταράσσοντας τον μεταφραστικό μηχανισμό της βακτηριακής πρωτεϊνοσύνθεσης. Η βακτηριακή μετάφραση συνήθως ξεκινά με τη δέσμευση του mRNA στην υπομονάδα 30S των ριβοσωμάτων και την επακόλουθη δέσμευση με την υπομονάδα 50S για την επιμήκυνση.
Τα αμινογλυκοσιδικά είναι συνήθως βακτηριοκτόνα. Αν και ο ακριβής μηχανισμός δράσης δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί, τα φάρμακα φαίνεται να αναστέλλουν την πρωτεϊνοσύνθεση στα ευαίσθητα βακτήρια μέσω μη αναστρέψιμης δέσμευσης στις υπομονάδες 30S των ριβοσωμάτων. /Αμινογλυκοσιδικά/
Μια κατηγορία αναστολέων της αγγειογένεσης προέκυψε από τη μηχανιστική μελέτη της δράσης της αγγειογενίνης, ενός ισχυρού αγγειογενετικού παράγοντα. Η νεομυκίνη, ένα αμινογλυκοσιδικό αντιβιοτικό, αναστέλλει την πυρηνική μετατόπιση της ανθρώπινης αγγειογενίνης σε ανθρώπινα ενδοθηλιακά κύτταρα, ένα απαραίτητο βήμα για την αγγειογένεση που προκαλείται από την αγγειογενίνη. Η ανασταλτική δράση της νεομυκίνης στην φωσφολιπάση C φαίνεται να εμπλέκεται, καθώς η U-73122, ένας άλλος αναστολέας φωσφολιπάσης C, έχει παρόμοιο αποτέλεσμα. Αντιθέτως, η γενιστεΐνη, η οξοφαινυλαρσίνη και η σταυροσπορίνη, αναστολείς της τυροσινικής κινάσης, της φωσφοτυροσινικής φωσφατάσης και της πρωτεϊνικής κινάσης C, αντίστοιχα, δεν αναστέλλουν την πυρηνική μετατόπιση της αγγειογενίνης. Η νεομυκίνη αναστέλλει τον πολλαπλασιασμό των ανθρώπινων ενδοθηλιακών κυττάρων που προκαλείται από την αγγειογενίνη με δοσοεξαρτώμενο τρόπο. Στα 50 μM, η νεομυκίνη εξαλείφει τον πολλαπλασιασμό που προκαλείται από την αγγειογενίνη, αλλά δεν επηρεάζει το βασικό επίπεδο πολλαπλασιασμού και τη βιωσιμότητα των κυττάρων. Άλλα αμινογλυκοσιδικά αντιβιοτικά, συμπεριλαμβανομένης της γενταμυκίνης, της στρεπτομυκίνης, της καναμυκίνης, της αμικασίνης και της παρομομυκίνης, δεν έχουν καμία επίδραση στον πολλαπλασιασμό των κυττάρων που προκαλείται από την αγγειογενίνη. Το πιο σημαντικό, η νεομυκίνη αναστέλλει πλήρως την αγγειογένεση που προκαλείται από την αγγειογενίνη στην χοριο-αλατοειδή μεμβράνη του κοτόπουλου σε δόση μόλις 20 ng ανά αυγό. Αυτά τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι η νεομυκίνη και τα ανάλογά της αποτελούν μια κατηγορία παραγόντων που μπορούν να αναπτυχθούν για αντι-αγγειογενετική θεραπεία.
…Τα αμινογλυκοσιδικά είναι αμινοκυκλιτόλες που σκοτώνουν βακτήρια αναστέλλοντας την πρωτεϊνοσύνθεση, καθώς δεσμεύονται στο 16S rRNA και διαταράσσουν την ακεραιότητα της βακτηριακής κυτταρικής μεμβράνης. Οι μηχανισμοί αντοχής στα αμινογλυκοσιδικά περιλαμβάνουν: (α) την απενεργοποίηση των αμινογλυκοσιδικών μέσω Ν-ακετυλίωσης, αδενυλίωσης ή Ο-φωσφορυλίωσης, (β) τη μείωση της ενδοκυτταρικής συγκέντρωσης των αμινογλυκοσιδικών μέσω αλλαγών στην περατότητα της εξωτερικής μεμβράνης, μειωμένης μεταφοράς στην εσωτερική μεμβράνη, ενεργού εκροής και παγίδευσης του φαρμάκου, (γ) την αλλοίωση του στόχου της υπομονάδας 30S των ριβοσωμάτων μέσω μετάλλαξης, και (δ) τη μεθυλίωση της θέσης δέσμευσης των αμινογλυκοσιδικών. … /Αμινογλυκοσιδικά/
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η νεομυκίνη απορροφάται ελάχιστα από το γαστρεντερικό σωλήνα. Η γαστρεντερική απορρόφηση του φαρμάκου μπορεί να αυξηθεί εάν υπάρχει φλεγμονώδης ή ελκώδης γαστρεντερική νόσος.
Το μικρό ποσοστό νεομυκίνης που απορροφάται απεκκρίνεται από τους νεφρούς. Το μη απορροφηθέν μέρος του φαρμάκου απεκκρίνεται αμετάβλητο στα κόπρανα.
Το μικρό ποσοστό νεομυκίνης που απορροφάται κατανέμεται γρήγορα στους ιστούς. Η ποσότητα νεομυκίνης που απορροφάται συστηματικά αναφέρεται ότι αυξάνεται σωρευτικά με κάθε επαναλαμβανόμενη δόση που χορηγείται έως ότου επιτευχθεί σταθερή κατάσταση.
Υπάρχουν περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με τον ρυθμό κάθαρσης της νεομυκίνης.
Το θειικό άλας της νεομυκίνης απορροφάται ελάχιστα από τον φυσιολογικό γαστρεντερικό σωλήνα. Το μικρό ποσοστό που απορροφάται κατανέμεται γρήγορα στους ιστούς και απεκκρίνεται από τους νεφρούς, ανάλογα με το βαθμό της νεφρικής λειτουργίας. Το μη απορροφηθέν μέρος του φαρμάκου (περίπου 97%) αποβάλλεται αμετάβλητο στα κόπρανα.
Όπως και με άλλα αμινογλυκοσιδικά, η ποσότητα νεομυκίνης που μεταφέρεται στους ιστούς αυξάνεται σωρευτικά με κάθε επαναλαμβανόμενη δόση μέχρι να επιτευχθεί σταθερή κατάσταση. Οι νεφροί λειτουργούν ως κύρια οδός απέκκρισης, καθώς και ως θέση δέσμευσης στους ιστούς, με την υψηλότερη συγκέντρωση να βρίσκεται στον νεφρικό φλοιό. Με επαναλαμβανόμενες δόσεις, παρατηρείται προοδευτική συσσώρευση και στο έσω ους. Η απελευθέρωση της δεσμευμένης στους ιστούς νεομυκίνης συμβαίνει αργά κατά τη διάρκεια αρκετών εβδομάδων μετά τη διακοπή της χορήγησης.
Σε μια μελέτη σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, μια εφάπαξ δόση 4g θειικού άλατος νεομυκίνης από το στόμα παρήγαγε μέγιστες συγκεντρώσεις νεομυκίνης στο πλάσμα 2,5-6,1 μg/mL 1-4 ώρες μετά τη δόση στους περισσότερους ασθενείς. Χαμηλές συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα ήταν ανιχνεύσιμες στις 8 ώρες, αλλά το φάρμακο δεν ήταν ανιχνεύσιμο στις 24 ώρες.
Σε ενήλικες που έλαβαν δόσεις 1g θειικού άλατος νεομυκίνης από το στόμα και δόσεις 1g ερυθρομυκίνης από το στόμα 19, 18 και 9 ώρες πριν από κολοορθική επέμβαση, οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις νεομυκίνης στον ορό ήταν 0,59 μg/mL και επιτεύχθηκαν 12 ώρες μετά την πρώτη δόση (δηλαδή, 2 ώρες μετά την τρίτη δόση).
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρες) για τη Νεομυκίνη (16 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Ευρήματα από μελέτες σύνδεσης με πρωτεΐνες υποδηλώνουν χαμηλό προφίλ σύνδεσης με πρωτεΐνες για το θειικό άλας νεομυκίνης, το οποίο μπορεί να κυμαίνεται από 0-30% ανάλογα με τις μεθόδους δοκιμής.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Υπάρχουν περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με το μεταβολισμό της νεομυκίνης, καθώς υπάρχει περιορισμένη συστηματική απορρόφηση μετά τη χορήγηση του φαρμάκου. Ο μεταβολισμός θεωρείται αμελητέος.
Τα αμινογλυκοσιδικά δεν μεταβολίζονται και απεκκρίνονται αμετάβλητα στα ούρα κυρίως μέσω σπειραματικής διήθησης. /Αμινογλυκοσιδικά/
Η νεομυκίνη υφίσταται αμελητέο βιομετασχηματισμό μετά από παρεντερική χορήγηση. Οδός Απέκκρισης: Το μικρό ποσοστό που απορροφάται κατανέμεται γρήγορα στους ιστούς και απεκκρίνεται από τους νεφρούς, ανάλογα με το βαθμό της νεφρικής λειτουργίας. Χρόνος Ημίσειας Ζωής: 2 έως 3 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Υπάρχουν περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με τον χρόνο ημίσειας ζωής της νεομυκίνης.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής στο πλάσμα της νεομυκίνης είναι συνήθως 2-3 ώρες σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και έχει αναφερθεί να είναι 12-24 ώρες σε ενήλικες με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
- Αναστολείς Σύνθεσης Πρωτεϊνών: Ενώσεις που αναστέλλουν τη σύνθεση των πρωτεϊνών. Συνήθως είναι ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ή τοξίνες. Ο μηχανισμός δράσης της αναστολής περιλαμβάνει τη διακοπή της επιμήκυνσης της πεπτιδικής αλυσίδας, τον αποκλεισμό της θέσης Α των ριβοσωμάτων, την εσφαλμένη ανάγνωση του γενετικού κώδικα ή την πρόληψη της προσκόλλησης ολιγοσακχαριδικών πλευρικών αλυσίδων σε γλυκοπρωτεΐνες.
- Αντιβακτηριακοί Παράγοντες: Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή των ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
I16QD7X297
NEOMYCIN
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντιβακτηριακό αμινογλυκοσιδικό
Χημική Δομή [CS] - Αμινογλυκοσιδικά
Η νεομυκίνη είναι ένα Αντιβακτηριακό Αμινογλυκοσιδικό.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
- Αναστολείς Σύνθεσης Πρωτεϊνών: Ενώσεις που αναστέλλουν τη σύνθεση των πρωτεϊνών. Συνήθως είναι ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ή τοξίνες. Ο μηχανισμός δράσης της αναστολής περιλαμβάνει τη διακοπή της επιμήκυνσης της πεπτιδικής αλυσίδας, τον αποκλεισμό της θέσης Α των ριβοσωμάτων, την εσφαλμένη ανάγνωση του γενετικού κώδικα ή την πρόληψη της προσκόλλησης ολιγοσακχαριδικών πλευρικών αλυσίδων σε γλυκοπρωτεΐνες.
- Αντιβακτηριακοί Παράγοντες: Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή των ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.