NOREPINEPHRINE
Νορεπινεφρίνη
Τα συμπαθομιμητικά φάρμακα και γενικότερα οι συμπαθομιμητικές ουσίες προκαλούν ενέργειες οι οποίες μοιάζουν με τη διέγερση των νευρικών απολήξεων του συμπαθητικού συστήματος. Από κλινική σκοπιά οι ουσίες αυτές διαχωρίζονται σε αδρενεργικές ουσίες και μη αδρενεργικές. Οι …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
ΕΟΦ
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
block
ΕΟΦ
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
warning
ΕΟΦ
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
ΕΟΦ
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
ΕΟΦ
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
DrugBank
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
PubChem
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
ΕΟΦ · 2.7
Συμπαθομιμητικά (αδρενεργικοί διεγέρτες)
expand_more
Συμπαθομιμητικά (αδρενεργικοί διεγέρτες)
Τα συμπαθομιμητικά φάρμακα και γενικότερα οι συμπαθομιμητικές ουσίες προκαλούν ενέργειες οι οποίες μοιάζουν με τη διέγερση των νευρικών απολήξεων του συμπαθητικού συστήματος.
Από κλινική σκοπιά οι ουσίες αυτές διαχωρίζονται σε αδρενεργικές ουσίες και μη αδρενεργικές. Οι αδρενεργικές ουσίες με τη σειρά τους διαχωρίζονται σε κατεχολαμίνες και μη κατεχολαμίνες. Οι κατεχολαμίνες μπορούν να διαιρεθούν στις ενδογενείς, όπως η αδρεναλίνη, η νοραδρεναλίνη, η δοπαμίνη και στις συνθετικές, όπως η ισοπρεναλίνη και η δοβουταμίνη.
Στις μη κατεχολαμίνες ανήκουν διάφορες ουσίες, οι οποίες δρουν στο συμπαθητικό νευρικό σύστημα είτε απ’ ευθείας επί των αδρενεργικών υποδοχέων είτε έμμεσα προκαλώντας έκλυση νοραδρεναλίνης. Οι ουσίες αυτές είναι η εφεδρίνη, η μεταραμινόλη, η φαινυλεφρίνη, η θειϊκή μεφαιντερμίνη και η υδροχλωρική ετιλεφρίνη.
Όλες οι κατεχολαμίνες ασκούν την ινότροπη δράση τους και τις επιδράσεις τους επί των αγγείων μέσω διέγερσης των αδρενεργικών υποδοχέων. Oι αδρενεργικοί υποδοχείς ταξινομούνται ως α, οι οποίοι και διαχωρίζονται σε α1 και α2 και ως β οι οποίοι διαχωρίζονται ως β1 και β2 καθώς και σε ντοπαμινεργικούς υποδοχείς οι οποίοι επίσης διαχωρίζονται σε DA1 και DA2 (βλ. και 3.1.4, 4.6.1.1).
Οι κατεχολαμίνες ασκούν τις αιμοδυναμικές τους επιδράσεις με άμεση ή έμμεση δράση σ’ αυτούς τους αδρενεργικούς υποδοχείς. Έμμεσα δρώσες κατεχολαμίνες ασκούν τη δράση τους διεγείροντας την απελευθέρωση νευρομεταβιβαστών από τις τελικές συμπαθητικές απολήξεις, ενώ οι απευθείας δρώσες δρουν άμεσα στους αδρενεργικούς υποδοχείς. Μερικές ουσίες (δοπαμίνη και εφεδρίνη) είναι ικανές για άμεση και έμμεση διέγερση, ανάλογα με τη δόση χορήγησης.
Ανεξάρτητα από τον τρόπο δράσης τους, άμεσo ή έμμεσο, όλες οι κατεχολαμίνες ασκούν τη θετική ινότροπη δράση τους κατόπιν διεγέρσεως των β1 υποδοχέων.
Η κλινική αποτελεσματικότητα για οποιαδήποτε αδρενεργική ουσία επηρεάζεται από τη διαθεσιμότητα, δηλαδή την πυκνότητα των υποδοχέων, καθώς και από τη δυνατότητα ανταπόκρισής τους, δηλ. τη συγγένεια της ουσίας προς τους β-υποδοχείς. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου παρατηρείται αύξηση ή ελάττωση του αριθμού των υποδοχέων, καθώς και τροποποίηση της χημικής συγγένειάς τους με τις κατεχολαμίνες. Για να εξασφαλίσει κανείς μέγιστο αιμοδυναμικό αποτέλεσμα πρέπει να λάβει υπόψη τους παρακάτω παράγοντες: τη συγκέντρωση του φαρμάκου, τον αριθμό και τη χημική συγγένεια των αδρενεργικών υποδοχέων και τη διαθεσιμότητα των ιόντων ασβεστίου. Ανάλογα με την ύπαρξη των διαφόρων υποδοχέων σ’ ένα όργανο και τη διέγερση αυτών από τις παραπάνω ουσίες προκύπτουν τα αντίστοιχα αποτελέσματα. Οι κύριες φαρμακολογικές τους δράσεις συνοψίζονται στον Πίνακα 2.1.
t2.1.jpg:
Η επινεφρίνη, η ισοπρεναλίνη, η φαινυλεφρίνη και η μεφαιντερμίνη έχουν σχετικά περιορισμένες εφαρμογές στην καθημερινή κλινική πράξη για την αντιμετώπιση των καρδιοαγγειακών παθήσεων. Οι πρώτες τρεις όμως χρησιμοποιούνται ευρύτατα σε καταστάσεις χαμηλής καρδιακής παροχής, μετά από εγχειρήσεις ανοικτής καρδιάς ή στις στεφανιαίες μονάδες μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου. Επίσης, στις μονάδες εντατικής θεραπείας σε περιπτώσεις κυκλοφορικής καταπληξίας. Η επινεφρίνη επιδρά τόσο στους β όσο και στους α υποδοχείς και αυξάνει τη συσπαστικότητα και την καρδιακή συχνότητα (δράση β1), ενώ στα αγγεία προκαλεί είτε αγγειοδιαστολή (δράση β2) είτε σύσπαση (δράση α).
Η νορεπινεφρίνη χρησιμοποιείται πολύ σπάνια και η χρήση της μεταραμινόλης έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί. Σήμερα χρησιμοποιούνται οι νεώτερες ουσίες δοπαμίνη και δοβουταμίνη με εμφανώς σημαντικά πλεονεκτήματα.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η νοραδρεναλίνη δρα τόσο στους α1 όσο και στους α2 αδρενεργικούς υποδοχείς, προκαλώντας αγγειοσυστολή. Η δράση της in vitro συχνά περιορίζεται στην αύξηση της αρτηριακής πίεσης μέσω ανταγωνισμού των α1 και α2 υποδοχέων, οδηγώντας σε αύξηση της συστηματικής αγγειακής αντίστασης.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η νορεπινεφρίνη λειτουργεί ως περιφερικός αγγειοσυσπαστικός παράγοντας, δρώντας στους α-αδρενεργικούς υποδοχείς. Είναι επίσης ινoτρόπος διεγέρτης της καρδιάς και αγγειοδιαστολέας των στεφανιαίων αρτηριών λόγω της δράσης της στους β-αδρενεργικούς υποδοχείς.
Οι φαρμακολογικές δράσεις της νορεπινεφρίνης και της επινεφρίνης έχουν συγκριθεί εκτενώς in vivo και in vitro. Και τα δύο φάρμακα είναι άμεσοι αγωνιστές των κυττάρων-στόχων, και οι δράσεις τους διαφέρουν κυρίως ως προς την αναλογία της αποτελεσματικότητάς τους στη διέγερση των α και β2-υποδοχέων. Είναι περίπου ισοδύναμα στη διέγερση των β1-υποδοχέων. Η νορεπινεφρίνη είναι ισχυρός α-αγωνιστής και έχει σχετικά μικρή δράση στους β-2 υποδοχείς· ωστόσο, είναι κάπως λιγότερο δραστική από την επινεφρίνη στους α-υποδοχείς των περισσότερων οργάνων.
Κατά την έκθεση στο κρύο, υπάρχει άμεση απελευθέρωση κατεχολαμινών (π.χ., νορεπινεφρίνη, ντοπαμίνη), οι οποίες ενεργοποιούν το συμπαθητικό νευρικό σύστημα για να μειώσουν την απώλεια θερμότητας μέσω περιφερικής αγγειοσυστολής και να μετατοπίσουν τη χρήση υποστρωμάτων προς τον μεταβολισμό λιπαρών οξέων για την παραγωγή θερμότητας.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η νορεπινεφρίνη εντοπίζεται κυρίως στον συμπαθητικό νευρικό ιστό. Το φάρμακο διαπερνά τον πλακούντα, αλλά όχι τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.
Η από του στόματος ληφθείσα νορεπινεφρίνη καταστρέφεται στο γαστρεντερικό σωλήνα και το φάρμακο απορροφάται ελάχιστα μετά από υποδόρια ένεση. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, παρατηρείται ταχεία αύξηση της πίεσης. Το φάρμακο έχει μικρή διάρκεια δράσης, και η αγγειοσυσπαστική δράση σταματά εντός 1-2 λεπτών μετά τη διακοπή της έγχυσης.
Η νορεπινεφρίνη, όπως και η επινεφρίνη, είναι αναποτελεσματική όταν χορηγείται από του στόματος και απορροφάται ελάχιστα από θέσεις υποδόριας ένεσης. Αδρανοποιείται ταχέως στον οργανισμό από τα ίδια ένζυμα που μεθυλιώνουν και οξειδωτικά αποαμινοποιούν την επινεφρίνη. Μικρές ποσότητες ανευρίσκονται φυσιολογικά στα ούρα. Ο ρυθμός απέκκρισης μπορεί να αυξηθεί σημαντικά σε ασθενείς με φαιοχρωμοκύτωμα.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Οι φαρμακολογικές δράσεις της νορεπινεφρίνης τερματίζονται κυρίως μέσω πρόσληψης και μεταβολισμού στις απολήξεις των συμπαθητικών νεύρων. Το φάρμακο μεταβολίζεται στο ήπαρ και σε άλλους ιστούς μέσω ενός συνδυασμού αντιδράσεων που περιλαμβάνουν τα ένζυμα κατεχόλη-O-μεθυλοτρανσφεράση (COMT) και μονοαμινοξειδάση (MAO). Οι κύριοι μεταβολίτες είναι η νορμετανεφρίνη και το 3-μεθοξυ-4-υδροξυμανδελικό οξύ (βανιλλυλομανδελικό οξύ, VMA), τα οποία είναι ανενεργά. Άλλοι ανενεργοί μεταβολίτες περιλαμβάνουν την 3-μεθοξυ-4-υδροξυφαινυλογλυκόλη, το 3,4-διυδροξυμανδελικό οξύ και τη 3,4-διυδροξυφαινυλογλυκόλη. Οι μεταβολίτες της νορεπινεφρίνης απεκκρίνονται στα ούρα κυρίως ως θειϊκά συζεύγματα και, σε μικρότερο βαθμό, ως γλυκουρονικά συζεύγματα. Μόνο μικρές ποσότητες νορεπινεφρίνης απεκκρίνονται αμετάβλητες.
Οι ουραιμικές τοξίνες τείνουν να συσσωρεύονται στο αίμα είτε μέσω διατροφικής υπερβολής είτε μέσω κακής διήθησης από τους νεφρούς. Οι περισσότερες ουραιμικές τοξίνες είναι μεταβολικά απόβλητα και συνήθως απεκκρίνονται στα ούρα ή στα κόπρανα.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
- Φάρμακα που δεσμεύονται επιλεκτικά και ενεργοποιούν τους α-αδρενεργικούς υποδοχείς.
- Φάρμακα που μιμούνται τις επιδράσεις της διέγερσης των μεταγαγγλιακών συμπαθητικών νεύρων. Περιλαμβάνονται εδώ φάρμακα που διεγείρουν άμεσα τους αδρενεργικούς υποδοχείς και φάρμακα που δρουν έμμεσα προκαλώντας απελευθέρωση αδρενεργικών διαβιβαστών.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν αγγειοσυστολή.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
X4W3ENH1CV
NOREPINEPHRINE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Κατεχολαμίνη
Χημική Δομή [CS] - Κατεχολαμίνες
Η νορεπινεφρίνη είναι Κατεχολαμίνη.
NOREPINEPHRINE
Κατεχολαμίνες [CS]; Κατεχολαμίνη [EPC]
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
- Φάρμακα που δεσμεύονται επιλεκτικά και ενεργοποιούν τους α-αδρενεργικούς υποδοχείς.
- Φάρμακα που μιμούνται τις επιδράσεις της διέγερσης των μεταγαγγλιακών συμπαθητικών νεύρων. Περιλαμβάνονται εδώ φάρμακα που διεγείρουν άμεσα τους αδρενεργικούς υποδοχείς και φάρμακα που δρουν έμμεσα προκαλώντας απελευθέρωση αδρενεργικών διαβιβαστών.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν αγγειοσυστολή.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ AHF-Inotrope C01CA03Οξεία ΚΑ — Ινότροπα/Αγγειοσυσπαστικά (καρδιογενής καταπληξία)Καρδιογενής καταπληξία ή υπoάρδρευση χωρίς ανταπόκριση σε standard θεραπείεςΔοσολογία: Τιτλοποίηση · Σύντομη