OFLOXACIN
Οφλοξασίνη
H χρήση τους σήμερα είναι περιορισμένη. Eξαίρεση αποτελούν οι σταθεροί συνδυασμοί μερικών από αυτές, όπως της σουλφαμεθοξαζόλης και σουλφαμετρόλης με τριμεθοπρίμη (ανταγωνιστής του φυλλικού οξέος). H παρουσία της τριμεθοπρίμης στον συνδυασμό ενισχύει την αντιμικροβιακή τους …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
ΕΟΦ
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
DrugBank
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
PubChem
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
ΕΟΦ · 5.1.12
Kινολόνες
expand_more
Kινολόνες
ΕΟΦ · 11.1.1
Aντιμικροβιακά
expand_more
Aντιμικροβιακά
Στην τοπική θεραπεία των επιφανεικών λοιμώξεων του οφθαλμού προτιμώνται κυρίως τα αντιβιοτικά που δε χρησιμοποιούνται, ή χρησιμοποιούνται λιγότερο συχνά από τη συστηματική οδό. Στην επιλογή του κατάλληλου αντιμικροβιακού θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το μικροβιακό αίτιο της λοίμωξης με βάση είτε την γνωστή συχνότητα με την οποία προκαλείται αυτή, είτε με βάση το αποτέλεσμα κατάλληλων καλλιεργειών (στην πράξη όχι πάντα εφικτό), η θέση της λοίμωξης και οι φυσικοχημικές ιδιότητες του αντιμικροβιακού.
Oι οξείες μικροβιακές επιπεφυκίτιδες είναι συνήθως αυτοπεριοριζόμενες. Eντούτοις, η τοπική θεραπεία παρέχει το πλεονέκτημα της συντόμευσης του χρόνου αποκατάστασης και ενίοτε αποφυγής της χρονιότητας. Mολονότι κάθε παθογόνος ή σαπροφυτικός μικροοργανισμός είναι δυνατόν να προκαλέσει επιπεφυκίτιδα, τα διάφορα στελέχη των σταφυλοκόκκων είναι τα συχνότερα παθογόνα αίτια. Αλλα, επίσης συχνά μικρόβια είναι ο Streptococcus pyogenes, Haemophilus influenzae και Neisseria gonorrhoae. H ψευδομονάδα αποτελεί σπάνιο αίτιο επιπεφυκίτιδας με εξαίρεση άτομα που βρίσκονται σε ανοσοκαταστολή ή τα νεογέννητα. Στα τελευταία, η επιπεφυκίτιδα προκαλείται συχνότερα από Chlamydia trachomatis, S. aureus, S. pneumoniae και N. gonorrhoae.
Σε μικροβιακές ελκωτικές κερατίτιδες οι συχνότερα απομονούμενοι μικροοργανισμοί είναι ο S. aureus και η Pseudomonas aeruginosa (ιδιαίτερα σε άτομα με επιβαρημένη γενική κατάσταση ή φέροντα φακούς επαφής). Πρόκειται συνήθως για σοβαρές λοιμώξεις. Oι μικροβιακές βλεφαρίτιδες προκαλούνται συνήθως από S. aureus και όχι σπάνια είναι δύσκολες στην καταπολέμησή τους.
Tα αντιβιοτικά που συνήθως χρησιμοποιούνται τοπικά στις οφθαλμικές λοιμώξεις είναι η γενταμικίνη, νεομυκίνη, πολυμυξίνη, σουλφακεταμίδη, τοβραμυκίνη, χλωραμφαινικόλη, χλωροτετρακυκλίνη, φουσιδίνη, αμπικιλλίνη και τελευταία μερικές νεώτερες κινολόνες.
H αμπικιλλίνη είναι κλασικό ευρέος φάσματος πενικιλλινούχο αντιβιοτικό, στο οποίο έχει αναπτυχθεί πλήθος ανθεκτικών στελεχών. Kαλό είναι να χορηγείται μόνον κατόπιν καλλιέργειας. Eίναι πολύ αλλεργιογόνο.
Oι αμινογλυκοσίδες (γενταμικίνη και τοβραμυκίνη) είναι αποτελεσματικές σε λοιμώξεις από ευρύ φάσμα gram+ και gram- μικροβίων. Eντούτοις, θα πρέπει να προτιμώνται σε σοβαρές λοιμώξεις από ψευδομονάδα, πρωτέα, κλεμπσιέλλα, κολοβακτηρίδιο και σταφυλόκοκκο. H τοβραμυκίνη έχει ευρύτερο αντιμικροβιακό φάσμα της γενταμικίνης. Δρουν τοξικά στο επιθήλιο του κερατοειδούς (στικτή επιπολής κερατοπάθεια) και σε παρατεταμένη χρήση είναι δυνατή η ανάπτυξη δευτεροπαθών λοιμώξεων. Δυστυχώς ο αριθμός των ανθεκτικών στελεχών σε αυτές αυξάνει συνεχώς.
H νεομυκίνη είναι αποτελεσματική εναντίον gram+ και gram- μικροβίων συμπεριλαμβανομένου και του πρωτέα. Eίναι τοξικότερη των άλλων αμινογλυκοσιδών για τον κερατοειδή και λιγότερο δραστική. Γενικώς προτιμάται γιατί δεν χρησιμοποιείται από την συστηματική οδό.
H πολυμυξίνη είναι μικροβιοκτόνος εναντίον gram- μικροβίων συμπεριλαμβανομένων της P. aeruginosa, E. coli, Klembsiella pneumoniae και Entrerobacter aerogenes, όχι όμως εναντίον gram+ ή πρωτέα.
H σουλφακεταμίδη είναι μικροβιοστατική και αποτελεσματική εναντίον gram+ και gram- μικροοργανισμών, προτιμάται σε ήπιες επιπεφυκίτιδες από H. egyptius, S. pneumoniae και πολλά στελέχη S. aureus. O κλινικά επιτυχής συνδυασμός της με χλωραμφαινικόλη αυξάνει τη δραστικότητα και τοξικότητα ενός εκάστου συστατικού χωριστά. Oι σουλφοναμίδες κατατάσσονται στα πλέον αλλεργιογόνα φάρμακα και έχει σαφώς μειωθεί η χρήση τους.
H χλωραμφαινικόλη, αντιμικροβιακό με ευρύ φάσμα, προτιμάται σε λοιμώξεις από Moraxella ή Haemophilus. Πρόκληση ευαισθητοποίησης είναι σπάνια. Tο φάρμακο διέρχεται του κερατοειδούς με αποτέλεσμα την επίτευξη θεραπευτικών επιπέδων στον πρόσθιο θάλαμο. Eίναι επαρκώς ατοξική, αλλά αρκετά μικροβιακά στελέχη έχουν καταστεί ανθεκτικά σε αυτή. H αζιδαμφαινικόλη αποτελεί παραλλαγή του βασικού μορίου της χλωραμφαινικόλης, χωρίς ουσιαστικές διαφορές από πλευράς δραστικότητας, φαρμακοκινητικής και τοξικότητας.
H οξυτετρακυκλίνη και χλωροτετρακυκλίνη είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικές και προτιμώνται στη μακροχρόνια θεραπεία του τραχώματος καθώς και σε επιφανειακές λοιμώξεις από μεγαλοκυτταροϊούς. Aναλόγου φάσματος και ενδείξεων είναι και η οξυτετρακυκλίνη σε συνδυασμό με πολυμυξίνη διευρυνομένου του φάσματός της.
H οφλοξασίνη και σιπροφλοξασίνη ανήκουν στις νεώτερες φθοριωμένες κινολόνες. Oι νεώτερες κινολόνες έχουν ευρύ αντιμικροβιακό φάσμα στο οποίο περιλαμβάνονται πιθανώς και ορισμένα στελέχη ψευδομονάδος. Προς αποφυγή ανάπτυξης αντοχής των μικροοργανισμών από άσκοπη χρήση, απαιτείται ειδική αιτιολογημένη συνταγή φυλασσόμενη επί διετία.
Tο φουσιδικό οξύ, με μορφή σταγόνων υψηλού ιξώδους (ημιγέλη), είναι δραστική εναντίον gram+ μικροοργανισμών και κυρίως σταφυλοκόκκων. Eμφανίζει ικανοποιητική διακερατοειδική διαπερατότητα μετά τοπική εφαρμογή. Δεν εμφανίζει σημαντική οφθαλμοτοξικότητα και αλλεργιογόνο δράση.
Σε ορισμένες βαριές περιπτώσεις κερατίτιδας, επιπεφυκίτιδας ή ενδοφθαλμίτιδας που δεν υπάρχει ανταπόκριση στα παραπάνω φάρμακα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν, σε ειδικά παρασκευαζόμενες μορφές για τοπική οφθαλμική χρήση, κεφαλοσπορίνες και διάφορα άλλα παρεντερικά χορηγούμενα αντιβιοτικά.
Nεώτερα μακρολίδια χορηγούνται συστηματικά για τη θεραπεία των χλαμυδιακών επιπεφυκίτιδων/βλεφαρίτιδων.
Aντένδειξη στη χορήγηση όλων των παραπάνω αναφερθέντων φαρμάκων αποτελεί η τυχόν ύπαρξη υπερευαισθησίας.
Οι από του στόματος μορφές των κεφαλοσπορινών γ’ γενεάς καθώς και οι νεώτερες κινολόνες που χορηγούνται από το στόμα ή για τοπική οφθαλμική χρήση ή τοπική ωτική χρήση διατίθενται με Ειδική συνταγή φυλασσόμενη επί διετία (σύμφωνα με σχετική Εγκύκλιο του ΕΟΦ).
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η οφλοξασίνη δρα στην DNA γυράση και την τοποϊσομεράση IV, ένζυμα τα οποία, όπως και η ανθρώπινη τοποϊσομεράση, αποτρέπουν την υπερβολική υπερσπείρωση του DNA κατά την αντιγραφή ή τη μεταγραφή. Παρεμποδίζοντας τη λειτουργία τους, το φάρμακο αναστέλλει έτσι την κανονική κυτταρική διαίρεση.
Οι κινολόνες (QNs) χρησιμοποιούνται ευρέως στη θεραπεία λοιμώξεων λόγω των καλών αντιμικροβιακών τους χαρακτηριστικών. Ωστόσο, η πρόκληση αρθροπάθειας σε ανώριμα ζώα από τις QNs έχει οδηγήσει σε περιορισμούς στη θεραπευτική χρήση αυτών των αντιμικροβιακών παραγόντων. Ο ακριβής μηχανισμός(οι) της πρόκλησης χονδροτοξικότητας από τις QNs παραμένει άγνωστος. Στην παρούσα μελέτη, οι συγγραφείς διερεύνησαν τον πιθανό μηχανισμό των βλαβών στα χονδροκύτταρα που προκαλούνται από την οφλοξασίνη (μια τυπική QN).
Ανώριμα χονδροκύτταρα αρθρώσεων κουνελιών που καλλιεργήθηκαν σε μικροσφαιρίδια αλγινικού επωάστηκαν με οφλοξασίνη σε συγκεντρώσεις 0, 2, 5, 10, 20 και 40 μg/mL για έως και 96 ώρες. Η συγκέντρωση 10 μg/mL οφλοξασίνης προκάλεσε απόπτωση χονδροκυττάρων με ορατά σημάδια απόπτωσης, συμπεριλαμβανομένης της αποικοδόμησης της πολυ(ADP-ριβόζης) πολυμεράσης, της ενεργοποίησης της κασπάσης-3 και της σχηματισμού σκάλας DNA. Επιπλέον, η κιναση 1/2 του εξωκυττάριου σήματος-ρυθμιζόμενου (φωσφο-ERK1/2) και η πρωτεΐνη 2 που συνδέεται με τους υποδοχείς αυξητικού παράγοντα (Grb2) μειώθηκαν σημαντικά, και παρόμοιες αλλαγές παρατηρήθηκαν και στον υποδοχέα β(1)-ιντεγκρίνης, όπως αξιολογήθηκε με ανοσομεταφορά. Ωστόσο, το επίπεδο mRNA της β(1)-ιντεγκρίνης που ελήφθη από αντίστροφη μεταγραφή-πολυμερική αλυσιδωτή αντίδραση παρέμεινε αμετάβλητο. Τα αποτελέσματα της ανοσοκαταβύθισης της β(1)-ιντεγκρίνης έδειξαν επίσης ότι η β(1)-ιντεγκρίνη δεν αλληλεπιδρούσε με ενεργοποιημένες ενδοκυττάριες πρωτεΐνες σηματοδότησης. Επιπλέον, η οφλοξασίνη δεν προκάλεσε απόπτωση και δεν μείωσε την έκφραση της β(1)-ιντεγκρίνης σε χονδροκύτταρα που συμπληρώθηκαν με Mg(2+), και η προκαλούμενη από οφλοξασίνη απόπτωση ήταν εξαρτώμενη από την κασπάση-8, η αναστολή της οποίας δεν επηρέασε τον τρόπο έκφρασης της φωσφο-ERK1/2 και της β(1)-ιντεγκρίνης. Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι η οφλοξασίνη επηρεάζει τις λειτουργίες του υποδοχέα β(1)-ιντεγκρίνης και την οδό σηματοδότησης της ERK μιτογονικής ενεργοποιημένης πρωτεΐνης κινάσης, προκαλώντας απόπτωση εξαρτώμενη από την κασπάση-8 μετά από έκθεση 48 ωρών.
Οι κινολόνες χρησιμοποιούνται ευρέως στη θεραπεία λοιμώξεων λόγω των καλών αντιμικροβιακών τους χαρακτηριστικών. Ωστόσο, η δυνητική τους χονδροτοξικότητα στις αρθρώσεις σε ανώριμα ζώα έχει σταθεί εμπόδιο στη θεραπευτική εφαρμογή αυτών των παραγόντων, ο ακριβής μηχανισμός της οποίας παραμένει ασαφής. Αυτή η μελέτη αναλήφθηκε για να διερευνηθεί ο ρόλος της οξειδωτικής βλάβης στην προκαλούμενη από οφλοξασίνη (μια τυπική κινολόνη) αρθροπάθεια. Χονδροκύτταρα από αρθρώσεις ανώριμων κουνελιών επωάστηκαν με οφλοξασίνη σε συγκεντρώσεις 0, 5, 10, 20, 40 και 80 μg/mL, αντίστοιχα. Η έκταση της οξειδωτικής βλάβης αξιολογήθηκε μετρώντας το επίπεδο των αντιδραστικών ειδών οξυγόνου, τις δραστηριότητες των αντιοξειδωτικών ενζύμων και την οξειδωτική βλάβη σε ορισμένα μακρομόρια. Παρατηρήθηκε ότι η οφλοξασίνη προκάλεσε αύξηση εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση στην ενδοκυττάρια παραγωγή αντιδραστικών ειδών οξυγόνου, η οποία μπορεί να είναι ένας πρώιμος μεσολαβητής της κυτταροτοξικότητας της οφλοξασίνης. Ομοίως, η οφλοξασίνη οδήγησε σε σημαντική υπεροξείδωση των λιπιδίων, όπως αποκαλύφθηκε από μια αύξηξη εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση στο επίπεδο των θειοβαρβιτουρικών οξέων που αντιδρούν με ουσίες. Ταυτόχρονα, η οφλοξασίνη προκάλεσε βλάβη στο DNA με τρόπο εξαρτώμενο από τη συγκέντρωση για 24 ώρες, όπως μετρήθηκε με δοκιμασία κόμματος, η οποία μπορεί να είναι αιτία υπερπαραγωγής αντιδραστικών ειδών οξυγόνου. Επιπλέον, οι δραστηριότητες των αντιοξειδωτικών ενζύμων, όπως η γλουταθειόνη περοξειδάση (GPx), η καταλάση και η υπεροξειδική διμουτάση (SOD), μειώθηκαν ταχέως μετά από θεραπεία με οφλοξασίνη. Επιπλέον, η μείωση της SOD και η παραγωγή αντιδραστικών ειδών οξυγόνου αναστέλλονταν έντονα, και η απώλεια βιωσιμότητας των κυττάρων μειώθηκε εν μέρει με την προσθήκη γλουταθειόνης (GSH), Ν-ακετυλοκυστεΐνης (NAC) και διθειοθρεϊτόλης (DTT). Συμπερασματικά, αυτά τα αποτελέσματα έδειξαν σαφώς ότι η οφλοξασίνη μπορεί να προκαλέσει οξειδωτικό στρες, υπεροξείδωση των λιπιδίων και οξειδωτική βλάβη στο DNA στα χονδροκύτταρα.
Η οφλοξασίνη είναι ένας αντιμικροβιακός παράγοντας της κατηγορίας των κινολονών. Ο μηχανισμός δράσης της οφλοξασίνης και άλλων αντιμικροβιακών φθοροκινολονών περιλαμβάνει την αναστολή της βακτηριακής τοποϊσομεράσης IV και της DNA γυράσης (και οι δύο είναι τοποϊσομεράσες τύπου II), ενζύμων που απαιτούνται για την αντιγραφή, μεταγραφή, επιδιόρθωση και ανασυνδυασμό του DNA. Η οφλοξασίνη έχει in vitro δραστηριότητα εναντίον ενός ευρέος φάσματος gram-αρνητικών και gram-θετικών μικροοργανισμών. Η οφλοξασίνη είναι συχνά βακτηριοκτόνος σε συγκεντρώσεις ίσες ή ελαφρώς μεγαλύτερες από τις ανασταλτικές συγκεντρώσεις. Οι φθοροκινολόνες, συμπεριλαμβανομένης της οφλοξασίνης, διαφέρουν στη χημική δομή και τον τρόπο δράσης από τις αμινογλυκοσίδες, τις μακρολίδες και τα β-λακταμικά αντιβιοτικά, συμπεριλαμβανομένων των πενικιλλινών. Οι φθοροκινολόνες μπορεί, επομένως, να είναι ενεργές έναντι βακτηρίων ανθεκτικών σε αυτά τα αντιμικροβιακά. Η αντίσταση στην οφλοξασίνη λόγω αυθόρμητης μετάλλαξης in vitro είναι σπάνιο γεγονός (εύρος: 10(-9) έως 10(-11)). Αν και έχει παρατηρηθεί διασταυρούμενη αντίσταση μεταξύ της οφλοξασίνης και ορισμένων άλλων φθοροκινολονών, ορισμένοι μικροοργανισμοί ανθεκτικοί σε άλλες φθοροκινολόνες μπορεί να είναι ευαίσθητοι στην οφλοξασίνη.
Οι φθοροκινολόνες παρατείνουν το διάστημα QT παρεμποδίζοντας τις ιοντοφόρες διαύλους καλίου εξαρτώμενους από την τάση, ειδικά το ταχύ συστατικό της καθυστερημένης ανορθωτικής ρεύματος καλίου I(Kr), που εκφράζεται από το HERG (το ανθρώπινο γονίδιο ether-a-go-go-related). Σύμφωνα με τις διαθέσιμες αναφορές περιπτώσεων και κλινικές μελέτες, η μοξιφλοξασίνη φέρει τον μεγαλύτερο κίνδυνο παράτασης του QT από όλες τις διαθέσιμες κινολόνες στην κλινική πρακτική και θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες για Torsades de pointes (TdP).
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Η βιοδιαθεσιμότητα της οφλοξασίνης στη δισκική μορφή είναι περίπου 98%
Η οφλοξασίνη αποβάλλεται κυρίως μέσω νεφρικής απέκκρισης, όπου το 65%-80% μιας χορηγούμενης από του στόματος δόσης οφλοξασίνης απεκκρίνεται αμετάβλητο μέσω των ούρων εντός 48 ωρών από τη χορήγηση. Περίπου 4%-8% μιας δόσης οφλοξασίνης απεκκρίνεται στα κόπρανα και το φάρμακο υπόκειται ελάχιστα σε χολική απέκκριση.
Η οφλοξασίνη κατανέμεται σε οστά, χόνδρους, χολή, δέρμα, πτύελα, βρογχικές εκκρίσεις, υπεζωκοτικές εκκρίσεις, αμυγδαλές, σάλιο, βλεννογόνο των ούλων, ρινικές εκκρίσεις, υδατοειδές υγρό, δάκρυα, ιδρώτα, πνεύμονα, υγρό φλυκταινών, παγκρεατικό υγρό, ασκιτικό υγρό, περιτοναϊκό υγρό, γυναικολογικό ιστό, κολπικό υγρό, τράχηλο, ωοθήκη, σπέρμα, προστατικό υγρό και προστατικό ιστό. Για τους περισσότερους από αυτούς τους ιστούς και υγρά, οι συγκεντρώσεις της οφλοξασίνης είναι περίπου 0,5-1,7 φορές οι ταυτόχρονες συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Η οφλοξασίνη συγκεντρώνεται εντός των ουδετερόφιλων, επιτυγχάνοντας συγκεντρώσεις σε αυτά τα κύτταρα που μπορεί να είναι έως και 8 φορές μεγαλύτερες από τις εξωκυττάριες συγκεντρώσεις.
Η οφλοξασίνη κατανέμεται ευρέως στους ιστούς και τα υγρά του σώματος μετά από από του στόματος χορήγηση. Σε υγιείς ενήλικες, ο φαινόμενος όγκος κατανομής της οφλοξασίνης είναι κατά μέσο όρο 1-2,5 L/kg. Η διαταραγμένη νεφρική λειτουργία δεν φαίνεται να επηρεάζει τον όγκο κατανομής της οφλοξασίνης. Ο φαινόμενος όγκος κατανομής του φαρμάκου είναι κατά μέσο όρο 1,1-2 L/kg σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία, συμπεριλαμβανομένων εκείνων με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση.
Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι σε ηλικιωμένους ασθενείς που λαμβάνουν οφλοξασίνη είναι γενικά παρόμοιες με εκείνες σε νεότερους ενήλικες. Αν και τα αποτελέσματα φαρμακοκινητικών μελετών σε ηλικιωμένους 65-81 ετών υποδεικνύουν ότι ο ρυθμός απορρόφησης, ο όγκος κατανομής και η οδός απέκκρισης σε ηλικιωμένους είναι παρόμοιοι με εκείνους σε νεότερους ενήλικες, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα είναι ελαφρώς υψηλότερες (9-21% υψηλότερες) και ο χρόνος ημίσειας ζωής πιο παρατεταμένος σε ηλικιωμένους ασθενείς από ό,τι σε νεότερους ενήλικες. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα είναι υψηλότερες σε ηλικιωμένες γυναίκες από ό,τι σε ηλικιωμένους άνδρες (114% υψηλότερες μετά από εφάπαξ δόσεις ή 54% υψηλότερες μετά από πολλαπλές δόσεις).
Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της οφλοξασίνης είναι 85-100% σε υγιείς, νήστεις ενήλικες, και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα του φαρμάκου συνήθως επιτυγχάνονται εντός 0,5-2 ωρών. Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική και ηπατική λειτουργία, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και οι AUC αυξάνονται αναλογικά με τη δόση εντός του εύρους δόσης από του στόματος 100-600 mg και γενικά δεν επηρεάζονται από την ηλικία. Μετά από από του στόματος χορήγηση εφάπαξ δόσης 100, 200, 300 ή 400 mg οφλοξασίνης σε υγιείς, νήστεις ενήλικες, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα κυμαίνονται κατά μέσο όρο 1-1,3, 1,5-2,7, 2,4-4,6 ή 2,9-5,6 μg/mL, αντίστοιχα. Παρατηρείται κάποια συσσώρευση μετά από πολλαπλές δόσεις. Οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου σε σταθερή κατάσταση στο πλάσμα επιτυγχάνονται μετά από 4 δόσεις του φαρμάκου και είναι περίπου 40% υψηλότερες από τις συγκεντρώσεις που επιτυγχάνονται μετά από εφάπαξ από του στόματος δόσεις.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την Οφλοξασίνη (18 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Ηπατικό
Λιγότερο από 10% μιας εφάπαξ δόσης οφλοξασίνης μεταβολίζεται· περίπου 3%-6% της δόσης μεταβολίζεται σε δεσμεθυλο-οφλοξασίνη και 1%-5% μεταβολίζεται σε οφλοξασίνη-Ν-οξείδιο. Η δεσμεθυλο-οφλοξασίνη είναι μικροβιολογικά ενεργή, αλλά είναι λιγότερο δραστική έναντι ευαίσθητων οργανισμών από την οφλοξασίνη· η οφλοξασίνη-Ν-οξείδιο έχει μόνο ελάχιστη αντιβακτηριακή δράση.
Επτά ασθενείς με τελικού σταδίου νεφρική νόσο σε τακτική αιμοκάθαρση έλαβαν από του στόματος θεραπεία με εφάπαξ δόση φόρτισης 200 mg οφλοξασίνης και πολλαπλές δόσεις συντήρησης 100 mg ανά 24 ώρες για 10 ημέρες. Οι φαρμακοκινητικές της οφλοξασίνης και των μεταβολιτών της μελετήθηκαν στο τέλος της περιόδου θεραπείας. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα και το διήθημα της οφλοξασίνης και των μεταβολιτών της οφλοξασίνης μετρήθηκαν με HPLC. Οι μέγιστες (3,1 mg/L) και ελάχιστες (1,6 mg/L) τιμές και η AUC της οφλοξασίνης ήταν συγκρίσιμες με τις τιμές σε υγιείς εθελοντές που έλαβαν 300 έως 400 mg οφλοξασίνης από το στόμα. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής, που προσδιορίστηκε στο διάστημα χωρίς κάθαρση (t1/2 β) και κατά τη διάρκεια της συνεδρίας αιμοκάθαρσης (t1/2 HD), ήταν 38,5 ώρες και 9,9 ώρες, αντίστοιχα. Η εξω-νεφρική κάθαρση (32,7 mL/min) παρέμεινε αμετάβλητη σε σύγκριση με αυτή που αναφέρθηκε σε υγιείς εθελοντές μετά από εφάπαξ δόση οφλοξασίνης. Η κλασματική απομάκρυνση μέσω αιμοκάθαρσης ανήλθε στο 21,5%. Δύο μεταβολίτες, οφλοξασίνη-Ν-οξείδιο και δεσμεθυλο-οφλοξασίνη, ανιχνεύθηκαν στο πλάσμα. Παρά τον παρατεταμένο t1/2 β και των δύο μεταβολιτών (66,1 και 50,9 ώρες) και τις πολλαπλές δόσεις οφλοξασίνης, οι μέγιστες συγκεντρώσεις των μεταβολιτών έφτασαν μόνο το 14% και 5% αυτών του μητρικού φαρμάκου, αντίστοιχα. Συμπεραίνεται ότι σε ασθενείς σε τακτική θεραπεία με αιμοκάθαρση, η προσαρμογή της δόσης που εφαρμόστηκε είχε ως αποτέλεσμα ασφαλείς και θεραπευτικά ευνοϊκές συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Η παρατηρούμενη συσσώρευση των μεταβολιτών της οφλοξασίνης δεν φαίνεται να έχει καμία τοξική ή θεραπευτική σημασία.
Κυρίως απεκκρίνεται ως αμετάβλητο φάρμακο (87%)· υφίσταται περιορισμένο μεταβολισμό σε ανθρώπους. Η λεβοφλοξασίνη απορροφάται γρήγορα και ουσιαστικά πλήρως μετά από από του στόματος χορήγηση. Κατανέμεται στους ιστούς του σώματος, ιδιαίτερα στους ιστούς του δέρματος και των πνευμόνων. Η λεβοφλοξασίνη είναι στερεοχημικά σταθερή στο πλάσμα και τα ούρα και δεν αντιστρέφεται μεταβολικά στον εναντιομερή της, D-οφλοξασίνη. Η λεβοφλοξασίνη υφίσταται περιορισμένο μεταβολισμό σε ανθρώπους και απεκκρίνεται κυρίως ως αμετάβλητο φάρμακο στα ούρα. Μετά από από του στόματος χορήγηση, περίπου το 87% μιας χορηγούμενης δόσης ανακτήθηκε ως αμετάβλητο φάρμακο στα ούρα εντός 48 ωρών, ενώ λιγότερο από 4% της δόσης ανακτήθηκε στα κόπρανα σε 72 ώρες. Λιγότερο από 5% μιας χορηγούμενης δόσης ανακτήθηκε στα ούρα ως οι μεταβολίτες δεσμεθυλο και Ν-οξείδιο, οι μόνοι μεταβολίτες που ταυτοποιήθηκαν σε ανθρώπους. Αυτοί οι μεταβολίτες έχουν μικρή σχετική φαρμακολογική δραστηριότητα. Η λεβοφλοξασίνη απεκκρίνεται σε μεγάλο βαθμό ως αμετάβλητο φάρμακο στα ούρα (L1009). Οδός Απέκκρισης: Κυρίως απεκκρίνεται ως αμετάβλητο φάρμακο στα ούρα. Χρόνος Ημίσειας Ζωής: 6-8 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
9 ώρες
Σε ενήλικες με κάθαρση κρεατινίνης 10-50 mL/λεπτό, ο χρόνος ημίσειας ζωής του φαρμάκου είναι κατά μέσο όρο 16,4 ώρες (εύρος: 11-33,5 ώρες)· σε ενήλικες με κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 10 mL/λεπτό, ο χρόνος ημίσειας ζωής είναι κατά μέσο όρο 21,7 ώρες (εύρος: 16,9-28,4 ώρες). Σε ασθενείς με τελικού σταδίου νεφρική ανεπάρκεια, ο χρόνος ημίσειας ζωής του φαρμάκου μπορεί να κυμαίνεται από 25-48 ώρες.
Σε υγιείς ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, ο χρόνος ημίσειας ζωής απόπλυσης της οφλοξασίνης στη φάση κατανομής είναι κατά μέσο όρο 0,5-0,6 ώρες και ο χρόνος ημίσειας ζωής απόπλυσης στην τελική φάση είναι κατά μέσο όρο 4-8 ώρες. Σε υγιείς ηλικιωμένους 64-86 ετών με νεφρική λειτουργία φυσιολογική για την ηλικία τους, ο χρόνος ημίσειας ζωής του φαρμάκου είναι κατά μέσο όρο 6,4-8,5 ώρες.
Μετά από οφθαλμική χορήγηση 1 σταγόνας οφλοξασίνης 0,3% 4 φορές ημερησίως για 12 δόσεις σε υγιή άτομα, ο χρόνος ημίσειας ζωής απόπλυσης του φαρμάκου στη δακρυϊκή μεμβράνη ήταν περίπου 226 λεπτά. Σε μελέτη σε κουνέλια, ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής απόπλυσης της οφλοξασίνης στη δακρυϊκή μεμβράνη μετά από τοπική εφαρμογή στο μάτι ήταν περίπου 210 λεπτά. Σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, ο χρόνος ημίσειας ζωής απόπλυσης της οφλοξασίνης στο πλάσμα στην τελική φάση είναι κατά μέσο όρο 4-8 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ουσίες ικανές να σκοτώσουν παράγοντες που προκαλούν ουρολοιμώξεις ή να εμποδίσουν την εξάπλωσή τους.
Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.
Ενώσεις που αναστέλλουν τη δραστηριότητα της DNA ΤΟΠΟΪΣΟΜΕΡΑΣΗ II. Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται διάφοροι ΑΝΤΙΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ που στοχεύουν στην ευκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II και ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ που στοχεύουν στην προκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II.
Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του CYTOCHROME P-450 CYP1A2.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
A4P49JAZ9H
OFLOXACIN
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Αντιμικροβιακή Κινολόνη
Χημική Δομή [CS] - Κινολόνες
Η Οφλοξασίνη είναι μια Αντιμικροβιακή Κινολόνη.
OFLOXACIN
Κινολόνες [CS]; Αντιμικροβιακή Κινολόνη [EPC]
OFLOXACIN OPHTH SOLN
Κινολόνες [CS]; Αντιμικροβιακή Κινολόνη [EPC]
OFLOXACIN OTIC
Αντιμικροβιακή Κινολόνη [EPC]; Κινολόνες [CS]
OLFOXACIN OTIC SOLN
Κινολόνες [CS]; Αντιμικροβιακή Κινολόνη [EPC]
OFLOXACIN OTIC SOLUTION
Αντιμικροβιακή Κινολόνη [EPC]; Κινολόνες [CS]
OFLOXACIN OPHTHALMIC SOLUTION USP, 0.3%
Αντιμικροβιακή Κινολόνη [EPC]; Κινολόνες [CS]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Ουσίες ικανές να σκοτώσουν παράγοντες που προκαλούν ουρολοιμώξεις ή να εμποδίσουν την εξάπλωσή τους.
Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.
Ενώσεις που αναστέλλουν τη δραστηριότητα της DNA ΤΟΠΟΪΣΟΜΕΡΑΣΗ II. Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται διάφοροι ΑΝΤΙΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ που στοχεύουν στην ευκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II και ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ που στοχεύουν στην προκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II.
Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του CYTOCHROME P-450 CYP1A2.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Κ2 J01MA01Κατώτερο ουροποιητικό — Ανεπίπλεκτη κυστίτιδα: εναλλακτικές επιλογές
- Δυσανεξία, αλλεργία ή μη διαθεσιμότητα των σχημάτων 1ης επιλογής
Δοσολογία: 200 mg × 2/ημέρα · 3 ημέρες