OFLOXACIN
Οφλοξασίνη
### Μηχανισμός δράσης Η οφλοξασίνη είναι ένα βακτηριοκτόνο αντιμικροβιακό της ομάδας των κινολονών.
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος, Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: Μία ή δύο φορές την ημέρα, κατά προτίμηση το πρωί για εφάπαξ δόση. Με άδειο στομάχι ή κατά τα γεύματα.
- Δόση έναρξης: 200 mg δύο φορές την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Σε μεμονωμένες περιπτώσεις παρουσίας μικροοργανισμών με μεταβλητή ευαισθησία ή σε σοβαρές λοιμώξεις (π.χ. αναπνευστικές λοιμώξεις) καθώς επίσης και σε ανεπαρκή ανταπόκριση του ασθενή στην αρχική θεραπεία είναι αναγκαίο να αυξηθεί η δόση. Για δισκία η δόση μπορεί να αυξηθεί σε 300-400 mg δύο φορές την ημέρα. Για διάλυμα για έγχυση η δόση μπορεί να αυξηθεί σε 400 mg δύο φορές την ημέρα.
-
ΕνήλικεςΗ δόση καθορίζεται ανάλογα με τον τύπο και τη σοβαρότητα της λοίμωξης και μπορεί να αυξηθεί σε σοβαρές λοιμώξεις ή ανεπαρκή ανταπόκριση. Η διάρκεια της αγωγής ρυθμίζεται ανάλογα με την ανταπόκριση, συνεχίζοντας τουλάχιστον 3 ημέρες μετά την υποχώρηση των συμπτωμάτων.
-
Ενήλικες με νεφρική ανεπάρκειαΣε ασθενείς με βαριάς μορφής διαταραχές της νεφρικής λειτουργίας καθώς και σε ασθενείς υπό διύλιση πρέπει να παρακολουθούνται οι συγκεντρώσεις οφλοξασίνης στον ορό. Η κάθαρση κρεατινίνης μπορεί να υπολογιστεί με την εξίσωση Cockcroft.
-
Ενήλικες με μειωμένη ηπατική λειτουργίαΜέγ. δόση400 mgΗ απέκκριση της οφλοξασίνης είναι δυνατόν να μειωθεί σε ασθενείς με βαριάς μορφής διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας (π.χ. κίρρωση του ήπατος με ασκίτη). Η μέγιστη ημερήσια δόση δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 400 mg.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΗ ηλικία από μόνη της δεν επέχει αιτία για προσαρμογή της δοσολογίας. Ωστόσο, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή της νεφρικής λειτουργίας και κατ’ επέκταση προσαρμογή της δοσολογίας.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην οφλοξασίνη ή σε άλλα παράγωγα κινολόνης-καρβοξυλικού οξέος ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
-
Επιληπτικοί ασθενείς.ΠληθυσμόςΕπιληπτικοί ασθενείς
-
Παιδιά και έφηβοι.ΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοι
-
Θηλάζουσες ή έγκυες γυναίκες.ΠληθυσμόςΘηλάζουσες ή έγκυες γυναίκες
-
Ασθενείς με έλλειψη της G-6-PD.ΠληθυσμόςΑσθενείς με έλλειψη G-6-PD
-
Ασθενείς με ιστορικό αλλοίωσης των τενόντων, ιστορικό τενοντίτιδας ή ρήξης των τενόντων.ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό αλλοίωσης των τενόντων, τενοντίτιδας ή ρήξης των τενόντων
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ασθένεια που σχετίζεται με το Clostridium difficileΑν υπάρχει υποψία ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας, η οφλοξασίνη πρέπει να διακόπτεται αμέσως. Χορήγηση ειδικής θεραπείας με αντιβιοτικά (π.χ. από του στόματος βανκομυκίνη, από του στόματος τεϊκοπλανίνη ή μετρονιδαζόλη). Αποφυγή προϊόντων που αναστέλλουν την περισταλτικότητα του εντέρου.
-
Προδιάθεση για σπασμούςΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσες αλλοιώσεις του κεντρικού νευρικού συστήματος (π.χ. έπειτα από κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, φλεγμονές στην περιοχή του Κ.Ν.Σ. ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο), ασθενείς στους οποίους συγχορηγείται φενμπουφένη και παρόμοια μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα ή φάρμακα που μειώνουν τον ουδό των εγκεφαλικών σπασμών (όπως η θεοφυλλίνη)Χρήση με ιδιαίτερα μεγάλη προσοχή.
-
Τενοντίτιδα / Ρήξη τένονταΠληθυσμόςΑσθενείς με παράγοντες προδιάθεσης (ηλικία άνω των 60 ετών, έντονη σωματική άσκηση, μακροχρόνια θεραπεία με κορτικοειδή, αρχική περίοδος ανάρρωσης ασθενών που ήταν κλινήρεις)Στην περίπτωση εμφάνισης τενοντίτιδας, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί αμέσως και ο ασθενής να ακινητοποιηθεί πλήρως και να ζητήσει τη συμβουλή του θεράποντα ιατρού του. Οι ασθενείς πρέπει να προειδοποιούνται για το ενδεχόμενο πόνου στον Αχίλλειο τένοντα (αστράγαλο - πτέρνα).
-
Αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε ασθενείς με ιστορικόΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό βαριάς μορφής ανεπιθύμητων αντιδράσεων (π.χ. τενοντίτιδα, βαριές νευρολογικές αντιδράσεις) σε άλλες κινολόνεςΜπορεί να εμφανίσουν αυξημένο κίνδυνο παρόμοιων αντιδράσεων στην οφλοξασίνη.
-
Νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική ανεπάρκειαΧρειάζεται προσαρμογή της δόσης του Οφλοξασίνη (βλ. Δοσολογία).
-
ΦωτοευαισθησίαΠληθυσμόςΑσθενείς στους οποίους χορηγείται ΟφλοξασίνηΔεν θα πρέπει να εκτίθενται σε έντονο ηλιακό φως και θα πρέπει να αποφεύγουν τις υπεριώδεις ακτίνες επειδή υπάρχει κίνδυνος φωτοευαισθησίας.
-
Δευτεροπαθής λοίμωξηΠαρατεταμένη χρήση μπορεί να οδηγήσει σε πολλαπλασιασμό ανθεκτικών μικροοργανισμών. Πρέπει να ελέγχεται σε τακτά διαστήματα η κατάσταση του ασθενή. Αν εμφανισθεί δευτεροπαθής λοίμωξη, θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα αντιμετώπισης.
-
Σοβαρές ανεπιθύμητες αντιδράσειςΑν εμφανιστούν δερματικές εκδηλώσεις, γαστρεντερικές ενοχλήσεις, ενοχλήσεις από το Κ.Ν.Σ., διαταραχές συμπεριφοράς, διαταραχές στην πήξη του αίματος και επιδείνωση της πάθησης, πρέπει να αναφερθούν χωρίς καθυστέρηση στον ιατρό. Η διακοπή του φαρμάκου οδηγεί συνήθως σε εξαφάνιση των συμπτωμάτων. Η συνέχιση μπορεί να προκαλέσει βαρύτατες βλάβες.
-
Παράταση του διαστήματος QTΠληθυσμόςΗλικιωμένοι, ασθενείς με μη διορθωμένο ισοζύγιο ηλεκτρολυτών (π.χ. υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία), συγγενές σύνδρομο παράτασης του QT, καρδιακό νόσημα (π.χ. καρδιακή ανεπάρκεια, έμφραγμα του μυοκαρδίου, βραδυκαρδία), ασθενείς που συγχορηγούν φάρμακα που είναι γνωστό ότι επιμηκύνουν το διάστημα QT (π.χ. αντιαρρυθμικά της τάξης ΙΑ και της τάξης ΙΙΙ, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, μακρολίδια)Απαιτείται προσοχή.
-
ΥπογλυκαιμίαΠληθυσμόςΔιαβητικοί ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα αγωγή με από του στόματος υπογλυκαιμικό παράγοντα (π.χ. γλιβενκλαμίδη) ή με ινσουλίνηΣυστήνεται προσεκτική παρακολούθηση της γλυκόζης στο αίμα.
-
Περιφερική νευροπάθειαΗ οφλοξασίνη πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς που παρουσιάζουν συμπτώματα νευροπάθειας για να ελαττωθεί ο πιθανός κίνδυνος εμφάνισης μιας μη αναστρέψιμης κατάστασης.
-
Έλλειψη G-6-PDΠληθυσμόςΑσθενείς με λανθάνουσα ή διαγνωσθείσα έλλειψη του ενζύμου G-6-PDΗ οφλοξασίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε τέτοιους ασθενείς.
-
Λακτόζη (Οφλοξασίνη δισκία)ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη λακτάσης Lapp ή με σύνδρομο δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Σκευάσματα με υποτασική δράση (συμπεριλαμβανομένων αναισθητικών που περιέχουν βαρβιτουρικό)προσοχήΠιθανή ξαφνική πτώση της αρτηριακής πίεσηςΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση της καρδιαγγειακής λειτουργίας
-
Ηπαρίνη (για ενδοφλέβια χορήγηση)αντένδειξηΣχηματισμός ιζήματοςΣύστασηΔεν πρέπει να αναμιγνύεται στο ίδιο διάλυμα για έγχυση
-
Αντιόξινα, σουκραλφάτη, κατιόντα μετάλλων (αργίλιο, υδροξείδιο του μαγνησίου, φωσφορικό αργίλιο, ψευδάργυρος, σίδηρος)προσοχήΜείωση της απορρόφησης των δισκίων οφλοξασίνηςΣύστασηΛήψη του Οφλοξασίνη περίπου 2 ώρες πριν από τη χορήγηση τέτοιων σκευασμάτων
-
Θεοφυλλίνη, φενμπουφένη ή παρόμοια μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακαπροσοχήΠιθανή έντονη μείωση του ουδού των εγκεφαλικών σπασμών
-
Φάρμακα που επιμηκύνουν το διάστημα QT (π.χ. αντιαρρυθμικά της τάξης ΙΑ και ΙΙΙ, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, μακρολίδια)προσοχήΕπιμήκυνση του διαστήματος QTΣύστασηΝα χρησιμοποιείται με προσοχή
-
Ανταγωνιστές της βιταμίνης ΚπαρακολούθησηΠιθανότητα έντασης της δράσης των παραγώγων κουμαρίνηςΣύστασηΟι δοκιμασίες ως προς την πήξη θα πρέπει να παρακολουθούνται
-
παρακολούθησηΜικρή αύξηση των επιπέδων γλιβενκλαμίδης στον ορό, κίνδυνος υπογλυκαιμίαςΣύστασηΑσθενείς που λαμβάνουν οφλοξασίνη μαζί με γλιβενκλαμίδη θα πρέπει να παρακολουθούνται πιο προσεκτικά για υπογλυκαιμία
-
προσοχήΑμοιβαία μείωση της αποβολής και αύξηση των επιπέδων ορού (ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις)
-
Προσδιορισμός οπιούχων ή πορφυρίνης στα ούραΨευδώς θετικά αποτελέσματαΣύστασηΜπορεί να είναι αναγκαία η επιβεβαίωση των θετικών αποτελεσμάτων με περισσότερο ειδικές μεθόδους
-
Mycobacterium tuberculosis (διάγνωση φυματίωσης)Δυνατόν να αναστείλει την ανάπτυξη του Mycobacterium tuberculosis και να προκύψουν μικροβιολογικά ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ταχυκαρδία
- Κρίσεις πορφυρινουρίας
- Αναιμία
- Αιμολυτική αναιμία
- Λευκοπενία
- Ηωσινοφιλία
- Θρομβοπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Πανκυτταροπενία
- Καταστολή του μυελού των οστών
- Ζάλη
- Υπνηλία
- Παραισθησία
- Δυσγευσία
- Διαταραχές όσφρησης
- Αισθητική περιφερική νευροπάθεια
- Σπασμοί
- Ίλιγγος
- Ανησυχία
- Διέγερση
- Διαταραχές ύπνου
- Αϋπνία
- Ψυχωσικές διαταραχές
- Άγχος
- Συγχυτική κατάσταση
- Εφιάλτης
- Κατάθλιψη
- Αυτοκαταστροφική συμπεριφορά
- Ιδεασμός αυτοκτονίας
- Απόπειρα αυτοκτονίας
- αισθητικοκινητική περιφερική νευροπάθεια
- εξωπυραμιδικά συμπτώματα ή άλλες διαταραχές του μυϊκού συντονισμού
- Ερεθισμός οφθαλμού
- Οπτική διαταραχή
- Διαταραχές της ακοής όπως εμβοές των ώτων και απώλεια ακοής
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Βρογχόσπασμος
- Αλλεργική πνευμονίτιδα
- Ρινοφαρυγγίτιδα
- Μυκητίαση
- σοβαρή δύσπνοια
- Κοιλιακό άλγος
- Διάρροια
- Ναυτία
- Έμετος
- Εντεροκολίτιδα
- Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα
- Αύξηση κρεατινίνης ορού
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Οξεία διάμεση νεφρίτιδα
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Υπεριδρωσία
- Φλυκταινώδες εξάνθημα
- Πολύμορφο ερύθημα
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Φαρμακευτικό εξάνθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Αγγειοοίδημα
- Έξαψη
- Αγγειίτιδα
- Φλεβίτιδα
- Υπόταση
- αγγειακή πορφύρα
- Τενοντίτιδα
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Ρήξη τένοντα
- Μυϊκή αδυναμία
- Ραβδομυόλυση ή/και μυοπάθεια
- Ανορεξία
- Υπογλυκαιμία σε διαβητικούς ασθενείς
- αντίσταση των παθογόνων
- Άλγος στη θέση έγχυσης
- Ερυθρότητα στη θέση έγχυσης
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Αναφυλακτική καταπληξία
- αναφυλακτικού τύπου αντίδραση
- αναφυλακτικού τύπου καταπληξία
- Αύξηση ηπατικών ενζύμων
- Χολοστατικός ίκτερος
- Ηπατίτιδα
- αύξηση της χολερυθρίνης αίματος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΑντίδραση στη θέση της έγχυσης (άλγος, ερυθρότητα) (μόνο για διάλυμα για έγχυση)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΦλεβίτιδα (μόνο για ενέσιμο διάλυμα)Αγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑνησυχίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑντίσταση παθογόνωνΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές ύπνουΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΜυκητίασηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΡινοφαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΈξαψηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτικού τύπου αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΑύξηση κρεατινίνης ορούΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΑύξηση των ηπατικών ενζύμων (ALAT, ASAT, LDH, γ-GT ή/και αλκαλικής φωσφατάσης)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΑύξηση χολερυθρίνης αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές όσφρησηςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΕντεροκολίτιδα (αιμορραγική σε μεμονωμένες περιπτώσεις)Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣπάνιεςΕφιάλτηςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΤενοντίτιδαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΥπεριδρωσίαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΦλυκταινώδες εξάνθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΨυχωσικές διαταραχέςΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειίτιδα (με πιθανή νέκρωση του δέρματος)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειακή πορφύραΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑισθητική περιφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΑισθητικοκινητική περιφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτική καταπληξίαΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτικού τύπου καταπληξίαΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΔιαταραχές της ακοής (εμβοές, απώλεια ακοής)Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Πολύ σπάνιεςΕξωπυραμιδικά συμπτώματα ή άλλες διαταραχές του μυϊκού συντονισμούΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΡήξη τένονταΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΣπασμοίΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΦαρμακευτικό εξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΧολοστατικός ίκτεροςΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΨευδομεμβρανώδης κολίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΑλλεργική πνευμονίτιδαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδα (δυνατόν να είναι σοβαρή)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΚαταστολή μυελού των οστώνΑίμα
-
Μη γνωστέςΚρίσεις πορφυρινουρίαςΣυγγενείς
-
Μη γνωστέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΟξεία διάμεση νεφρίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΡαβδομυόλυση ή/και μυοπάθειαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥπογλυκαιμία σε διαβητικούς ασθενείςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Μη γνωστέςΨυχωσικές διαταραχές και κατάθλιψη με αυτοκαταστροφική συμπεριφορά (περιλαμβανομένου ιδεασμού αυτοκτονίας ή απόπειρας αυτοκτονίας)Ψυχιατρικές διαταραχές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χορηγείταιΤο Οφλοξασίνη δεν πρέπει να χορηγείται κατά την κύηση (βλ. επίσης Αντενδείξεις).
-
ΓαλουχίαΠρέπει να διακοπεί είτε η γαλουχία είτε η θεραπεία της μητέραςΕπειδή η οφλοξασίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα των γυναικών πρέπει να διακοπεί είτε η γαλουχία είτε η θεραπεία της μητέρας επειδή υπάρχει κίνδυνος για το παιδί (βλ. Αντενδείξεις).
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Μηχανισμός δράσης
Η οφλοξασίνη είναι ένα βακτηριοκτόνο αντιμικροβιακό της ομάδας των κινολονών. Ο πρωταρχικός τρόπος δράσης των κινολονών είναι η ειδική αναστολή της γυράσης του βακτηριακού DNA. Το ένζυμο αυτό απαιτείται για την αναδίπλωση του DNA, τη μεταγραφή, τη συντήρηση και τον ανασυνδυασμό. Η αναστολή της οδηγεί σε διόγκωση και αποσταθεροποίηση του βακτηριακού DNA και έτσι στον κυτταρικό θάνατο. Φαίνεται ότι συγκεκριμένες κινολόνες μεταξύ των οποίων και η οφλοξασίνη έχουν μια δεύτερη δράση, μη εξαρτώμενη από το RNA, στα βακτηριακά κύτταρα, η οποία επαυξάνει τη βακτηριοκτόνο αποτελεσματικότητα. Αυτή η φύση της δεύτερης δράσης δεν έχει ακόμη αποσαφηνισθεί.
Αντιβακτηριακό φάσμα
Οι ακόλουθοι μικροοργανισμοί μπορεί να θεωρηθούν ως ευαίσθητοι στην οφλοξασίνη: Staphylococcus aureus, Staphylococcus epidermidis, Neisseria gonorrhoeae, Neisseria meningitidis, Εscherichia coli, Citrobacter, Klebsiella, Enterobacter, Hafnia, Proteus (ινδόλη-αρνητικός και ινδόλη-θετικός), Salmonella, Shigella, Yersinia enterocolitica, Campylobacter jejuni, Aeromonas, Plesiomonas, Vibrio cholerae, Vibrio parahaemolyticus, Haemophilus influenzae, Chlamydiae, Legionella.
Οι ακόλουθοι μικροοργανισμοί είναι μέτριας ή μεταβλητής ευαισθησίας: Enterococci, Streptococcus pyogenes, Streptococcus pneumoniae, Streptococcus viridans, Serratia marcescens, Pseudomonas aeruginosa, Acinetobacter, Mycoplasma hominis, Mycoplasma pneumoniae, Mycobacterium tuberculosis, Mycobacterium fortuitum.
Οι ακόλουθοι μικροοργανισμοί είναι συνήθως ανθεκτικοί στην οφλοξασίνη: Ureaplasma urealyticum, Nocardia asteroides, αναερόβια (π.χ. Bacteroides spp., Peptococcus, Peptostreptococcus, Eubacterium spp., Fusobacterium spp., Clostridium difficile, στελέχη Enterococcus). H οφλοξασίνη δεν είναι δραστική κατά του Τreponema pallidum.
Απορρόφηση
Μετά την από του στόματος χορήγηση σε νήστεις η απορρόφηση της οφλοξασίνης είναι ταχεία και σχεδόν πλήρης.
Κατανομή
Η μέγιστη συγκέντρωση στον ορό μετά την εφάπαξ από του στόματος χορηγούμενη δόση 200 mg ανέρχεται σε 2,6 μg/ml και επιτυγχάνεται μέσα σε μια ώρα. Η ημιπερίοδος ζωής είναι 5,7 - 7,0 ώρες και είναι ανεξάρτητη της δόσης. Ο φαινόμενος όγκος κατανομής είναι 120 λίτρα. Μετά από πολλαπλές δόσεις η συγκέντρωση στον ορό δεν είναι σημαντικά αυξημένη (ρυθμός συσσώρευσης μετά από ημερήσια δοσολογία 2 φορές: 1:5). Η δέσμευση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος ανέρχεται περίπου στο 25%.
Μεταβολισμός και απέκκριση
Ο βιομετασχηματισμός της οφλοξασίνης είναι λιγότερο από 5%. Οι δύο κύριοι μεταβολίτες που ανευρίσκονται στα ούρα είναι η N-δισμεθυλ-οφλοξασίνη και η οφλοξασίνη Ν-οξείδιο. Η απέκκριση είναι κυρίως νεφρική. 80-90% της χορηγηθείσας δόσης βρίσκεται αναλλοίωτη στα ούρα. Στη χολή η οφλοξασίνη ανευρίσκεται σε γλυκουρονική μορφή.
Φαρμακοκινητικές μετά από ενδοφλέβια έγχυση
Οι φαρμακοκινητικές της οφλοξασίνης μετά από ενδοφλέβια έγχυση είναι σχεδόν παρόμοιες με εκείνες που παρατηρούνται μετά την από του στόματος χορήγηση.
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Μετά την από του στόματος χορηγηθείσα εφάπαξ δόση των 200 mg οφλοξασίνης, ο χρόνος ημίσειας ζωής είναι παρατεταμένος ενώ οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό παραμένουν αμετάβλητες.
Άτομα με νεφρική ανεπάρκεια
Σε άτομα με νεφρική ανεπάρκεια ο χρόνος ημίσειας ζωής είναι παρατεταμένος και τόσο η ολική όσο και η νεφρική κάθαρση μειώνονται σε συνάρτηση με την κάθαρση κρεατινίνης.
Μηχανισμός δράσης Η οφλοξασίνη είναι ένα βακτηριοκτόνο αντιμικροβιακό της ομάδας των κινολονών. Ο πρωταρχικός τρόπος δράσης των κινολονών είναι η ειδική αναστολή της γυράσης του βακτηριακού DNA. Το ένζυμο αυτό απαιτείται για την αναδίπλωση του DNA, τη…
Απορρόφηση Μετά την από του στόματος χορήγηση σε νήστεις η απορρόφηση της οφλοξασίνης είναι ταχεία και σχεδόν πλήρης. ### Κατανομή Η μέγιστη συγκέντρωση στον ορό μετά την εφάπαξ από του στόματος χορηγούμενη δόση 200 mg ανέρχεται σε 2,6 μg/ml και…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Γλυκόζη αίματος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | προσεκτική παρακολούθηση | Διαβητικοί ασθενείς σε αντιδιαβητική αγωγή |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η οφλοξασίνη δρα στην DNA γυράση και την τοποϊσομεράση IV, ένζυμα τα οποία, όπως και η ανθρώπινη τοποϊσομεράση, αποτρέπουν την υπερβολική υπερσπείρωση του DNA κατά την αντιγραφή ή τη μεταγραφή. Παρεμποδίζοντας τη λειτουργία τους, το φάρμακο αναστέλλει έτσι την κανονική κυτταρική διαίρεση.
Οι κινολόνες (QNs) χρησιμοποιούνται ευρέως στη θεραπεία λοιμώξεων λόγω των καλών αντιμικροβιακών τους χαρακτηριστικών. Ωστόσο, η πρόκληση αρθροπάθειας σε ανώριμα ζώα από τις QNs έχει οδηγήσει σε περιορισμούς στη θεραπευτική χρήση αυτών των αντιμικροβιακών παραγόντων. Ο ακριβής μηχανισμός(οι) της πρόκλησης χονδροτοξικότητας από τις QNs παραμένει άγνωστος. Στην παρούσα μελέτη, οι συγγραφείς διερεύνησαν τον πιθανό μηχανισμό των βλαβών στα χονδροκύτταρα που προκαλούνται από την οφλοξασίνη (μια τυπική QN).
Ανώριμα χονδροκύτταρα αρθρώσεων κουνελιών που καλλιεργήθηκαν σε μικροσφαιρίδια αλγινικού επωάστηκαν με οφλοξασίνη σε συγκεντρώσεις 0, 2, 5, 10, 20 και 40 μg/mL για έως και 96 ώρες. Η συγκέντρωση 10 μg/mL οφλοξασίνης προκάλεσε απόπτωση χονδροκυττάρων με ορατά σημάδια απόπτωσης, συμπεριλαμβανομένης της αποικοδόμησης της πολυ(ADP-ριβόζης) πολυμεράσης, της ενεργοποίησης της κασπάσης-3 και της σχηματισμού σκάλας DNA. Επιπλέον, η κιναση 1/2 του εξωκυττάριου σήματος-ρυθμιζόμενου (φωσφο-ERK1/2) και η πρωτεΐνη 2 που συνδέεται με τους υποδοχείς αυξητικού παράγοντα (Grb2) μειώθηκαν σημαντικά, και παρόμοιες αλλαγές παρατηρήθηκαν και στον υποδοχέα β(1)-ιντεγκρίνης, όπως αξιολογήθηκε με ανοσομεταφορά. Ωστόσο, το επίπεδο mRNA της β(1)-ιντεγκρίνης που ελήφθη από αντίστροφη μεταγραφή-πολυμερική αλυσιδωτή αντίδραση παρέμεινε αμετάβλητο. Τα αποτελέσματα της ανοσοκαταβύθισης της β(1)-ιντεγκρίνης έδειξαν επίσης ότι η β(1)-ιντεγκρίνη δεν αλληλεπιδρούσε με ενεργοποιημένες ενδοκυττάριες πρωτεΐνες σηματοδότησης. Επιπλέον, η οφλοξασίνη δεν προκάλεσε απόπτωση και δεν μείωσε την έκφραση της β(1)-ιντεγκρίνης σε χονδροκύτταρα που συμπληρώθηκαν με Mg(2+), και η προκαλούμενη από οφλοξασίνη απόπτωση ήταν εξαρτώμενη από την κασπάση-8, η αναστολή της οποίας δεν επηρέασε τον τρόπο έκφρασης της φωσφο-ERK1/2 και της β(1)-ιντεγκρίνης. Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι η οφλοξασίνη επηρεάζει τις λειτουργίες του υποδοχέα β(1)-ιντεγκρίνης και την οδό σηματοδότησης της ERK μιτογονικής ενεργοποιημένης πρωτεΐνης κινάσης, προκαλώντας απόπτωση εξαρτώμενη από την κασπάση-8 μετά από έκθεση 48 ωρών.
Οι κινολόνες χρησιμοποιούνται ευρέως στη θεραπεία λοιμώξεων λόγω των καλών αντιμικροβιακών τους χαρακτηριστικών. Ωστόσο, η δυνητική τους χονδροτοξικότητα στις αρθρώσεις σε ανώριμα ζώα έχει σταθεί εμπόδιο στη θεραπευτική εφαρμογή αυτών των παραγόντων, ο ακριβής μηχανισμός της οποίας παραμένει ασαφής. Αυτή η μελέτη αναλήφθηκε για να διερευνηθεί ο ρόλος της οξειδωτικής βλάβης στην προκαλούμενη από οφλοξασίνη (μια τυπική κινολόνη) αρθροπάθεια. Χονδροκύτταρα από αρθρώσεις ανώριμων κουνελιών επωάστηκαν με οφλοξασίνη σε συγκεντρώσεις 0, 5, 10, 20, 40 και 80 μg/mL, αντίστοιχα. Η έκταση της οξειδωτικής βλάβης αξιολογήθηκε μετρώντας το επίπεδο των αντιδραστικών ειδών οξυγόνου, τις δραστηριότητες των αντιοξειδωτικών ενζύμων και την οξειδωτική βλάβη σε ορισμένα μακρομόρια. Παρατηρήθηκε ότι η οφλοξασίνη προκάλεσε αύξηση εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση στην ενδοκυττάρια παραγωγή αντιδραστικών ειδών οξυγόνου, η οποία μπορεί να είναι ένας πρώιμος μεσολαβητής της κυτταροτοξικότητας της οφλοξασίνης. Ομοίως, η οφλοξασίνη οδήγησε σε σημαντική υπεροξείδωση των λιπιδίων, όπως αποκαλύφθηκε από μια αύξηξη εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση στο επίπεδο των θειοβαρβιτουρικών οξέων που αντιδρούν με ουσίες. Ταυτόχρονα, η οφλοξασίνη προκάλεσε βλάβη στο DNA με τρόπο εξαρτώμενο από τη συγκέντρωση για 24 ώρες, όπως μετρήθηκε με δοκιμασία κόμματος, η οποία μπορεί να είναι αιτία υπερπαραγωγής αντιδραστικών ειδών οξυγόνου. Επιπλέον, οι δραστηριότητες των αντιοξειδωτικών ενζύμων, όπως η γλουταθειόνη περοξειδάση (GPx), η καταλάση και η υπεροξειδική διμουτάση (SOD), μειώθηκαν ταχέως μετά από θεραπεία με οφλοξασίνη. Επιπλέον, η μείωση της SOD και η παραγωγή αντιδραστικών ειδών οξυγόνου αναστέλλονταν έντονα, και η απώλεια βιωσιμότητας των κυττάρων μειώθηκε εν μέρει με την προσθήκη γλουταθειόνης (GSH), Ν-ακετυλοκυστεΐνης (NAC) και διθειοθρεϊτόλης (DTT). Συμπερασματικά, αυτά τα αποτελέσματα έδειξαν σαφώς ότι η οφλοξασίνη μπορεί να προκαλέσει οξειδωτικό στρες, υπεροξείδωση των λιπιδίων και οξειδωτική βλάβη στο DNA στα χονδροκύτταρα.
Η οφλοξασίνη είναι ένας αντιμικροβιακός παράγοντας της κατηγορίας των κινολονών. Ο μηχανισμός δράσης της οφλοξασίνης και άλλων αντιμικροβιακών φθοροκινολονών περιλαμβάνει την αναστολή της βακτηριακής τοποϊσομεράσης IV και της DNA γυράσης (και οι δύο είναι τοποϊσομεράσες τύπου II), ενζύμων που απαιτούνται για την αντιγραφή, μεταγραφή, επιδιόρθωση και ανασυνδυασμό του DNA. Η οφλοξασίνη έχει in vitro δραστηριότητα εναντίον ενός ευρέος φάσματος gram-αρνητικών και gram-θετικών μικροοργανισμών. Η οφλοξασίνη είναι συχνά βακτηριοκτόνος σε συγκεντρώσεις ίσες ή ελαφρώς μεγαλύτερες από τις ανασταλτικές συγκεντρώσεις. Οι φθοροκινολόνες, συμπεριλαμβανομένης της οφλοξασίνης, διαφέρουν στη χημική δομή και τον τρόπο δράσης από τις αμινογλυκοσίδες, τις μακρολίδες και τα β-λακταμικά αντιβιοτικά, συμπεριλαμβανομένων των πενικιλλινών. Οι φθοροκινολόνες μπορεί, επομένως, να είναι ενεργές έναντι βακτηρίων ανθεκτικών σε αυτά τα αντιμικροβιακά. Η αντίσταση στην οφλοξασίνη λόγω αυθόρμητης μετάλλαξης in vitro είναι σπάνιο γεγονός (εύρος: 10(-9) έως 10(-11)). Αν και έχει παρατηρηθεί διασταυρούμενη αντίσταση μεταξύ της οφλοξασίνης και ορισμένων άλλων φθοροκινολονών, ορισμένοι μικροοργανισμοί ανθεκτικοί σε άλλες φθοροκινολόνες μπορεί να είναι ευαίσθητοι στην οφλοξασίνη.
Οι φθοροκινολόνες παρατείνουν το διάστημα QT παρεμποδίζοντας τις ιοντοφόρες διαύλους καλίου εξαρτώμενους από την τάση, ειδικά το ταχύ συστατικό της καθυστερημένης ανορθωτικής ρεύματος καλίου I(Kr), που εκφράζεται από το HERG (το ανθρώπινο γονίδιο ether-a-go-go-related). Σύμφωνα με τις διαθέσιμες αναφορές περιπτώσεων και κλινικές μελέτες, η μοξιφλοξασίνη φέρει τον μεγαλύτερο κίνδυνο παράτασης του QT από όλες τις διαθέσιμες κινολόνες στην κλινική πρακτική και θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες για Torsades de pointes (TdP).
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Η βιοδιαθεσιμότητα της οφλοξασίνης στη δισκική μορφή είναι περίπου 98%
Η οφλοξασίνη αποβάλλεται κυρίως μέσω νεφρικής απέκκρισης, όπου το 65%-80% μιας χορηγούμενης από του στόματος δόσης οφλοξασίνης απεκκρίνεται αμετάβλητο μέσω των ούρων εντός 48 ωρών από τη χορήγηση. Περίπου 4%-8% μιας δόσης οφλοξασίνης απεκκρίνεται στα κόπρανα και το φάρμακο υπόκειται ελάχιστα σε χολική απέκκριση.
Η οφλοξασίνη κατανέμεται σε οστά, χόνδρους, χολή, δέρμα, πτύελα, βρογχικές εκκρίσεις, υπεζωκοτικές εκκρίσεις, αμυγδαλές, σάλιο, βλεννογόνο των ούλων, ρινικές εκκρίσεις, υδατοειδές υγρό, δάκρυα, ιδρώτα, πνεύμονα, υγρό φλυκταινών, παγκρεατικό υγρό, ασκιτικό υγρό, περιτοναϊκό υγρό, γυναικολογικό ιστό, κολπικό υγρό, τράχηλο, ωοθήκη, σπέρμα, προστατικό υγρό και προστατικό ιστό. Για τους περισσότερους από αυτούς τους ιστούς και υγρά, οι συγκεντρώσεις της οφλοξασίνης είναι περίπου 0,5-1,7 φορές οι ταυτόχρονες συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Η οφλοξασίνη συγκεντρώνεται εντός των ουδετερόφιλων, επιτυγχάνοντας συγκεντρώσεις σε αυτά τα κύτταρα που μπορεί να είναι έως και 8 φορές μεγαλύτερες από τις εξωκυττάριες συγκεντρώσεις.
Η οφλοξασίνη κατανέμεται ευρέως στους ιστούς και τα υγρά του σώματος μετά από από του στόματος χορήγηση. Σε υγιείς ενήλικες, ο φαινόμενος όγκος κατανομής της οφλοξασίνης είναι κατά μέσο όρο 1-2,5 L/kg. Η διαταραγμένη νεφρική λειτουργία δεν φαίνεται να επηρεάζει τον όγκο κατανομής της οφλοξασίνης. Ο φαινόμενος όγκος κατανομής του φαρμάκου είναι κατά μέσο όρο 1,1-2 L/kg σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία, συμπεριλαμβανομένων εκείνων με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση.
Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι σε ηλικιωμένους ασθενείς που λαμβάνουν οφλοξασίνη είναι γενικά παρόμοιες με εκείνες σε νεότερους ενήλικες. Αν και τα αποτελέσματα φαρμακοκινητικών μελετών σε ηλικιωμένους 65-81 ετών υποδεικνύουν ότι ο ρυθμός απορρόφησης, ο όγκος κατανομής και η οδός απέκκρισης σε ηλικιωμένους είναι παρόμοιοι με εκείνους σε νεότερους ενήλικες, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα είναι ελαφρώς υψηλότερες (9-21% υψηλότερες) και ο χρόνος ημίσειας ζωής πιο παρατεταμένος σε ηλικιωμένους ασθενείς από ό,τι σε νεότερους ενήλικες. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα είναι υψηλότερες σε ηλικιωμένες γυναίκες από ό,τι σε ηλικιωμένους άνδρες (114% υψηλότερες μετά από εφάπαξ δόσεις ή 54% υψηλότερες μετά από πολλαπλές δόσεις).
Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της οφλοξασίνης είναι 85-100% σε υγιείς, νήστεις ενήλικες, και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα του φαρμάκου συνήθως επιτυγχάνονται εντός 0,5-2 ωρών. Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική και ηπατική λειτουργία, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και οι AUC αυξάνονται αναλογικά με τη δόση εντός του εύρους δόσης από του στόματος 100-600 mg και γενικά δεν επηρεάζονται από την ηλικία. Μετά από από του στόματος χορήγηση εφάπαξ δόσης 100, 200, 300 ή 400 mg οφλοξασίνης σε υγιείς, νήστεις ενήλικες, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα κυμαίνονται κατά μέσο όρο 1-1,3, 1,5-2,7, 2,4-4,6 ή 2,9-5,6 μg/mL, αντίστοιχα. Παρατηρείται κάποια συσσώρευση μετά από πολλαπλές δόσεις. Οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου σε σταθερή κατάσταση στο πλάσμα επιτυγχάνονται μετά από 4 δόσεις του φαρμάκου και είναι περίπου 40% υψηλότερες από τις συγκεντρώσεις που επιτυγχάνονται μετά από εφάπαξ από του στόματος δόσεις.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την Οφλοξασίνη (18 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Ηπατικό
Λιγότερο από 10% μιας εφάπαξ δόσης οφλοξασίνης μεταβολίζεται· περίπου 3%-6% της δόσης μεταβολίζεται σε δεσμεθυλο-οφλοξασίνη και 1%-5% μεταβολίζεται σε οφλοξασίνη-Ν-οξείδιο. Η δεσμεθυλο-οφλοξασίνη είναι μικροβιολογικά ενεργή, αλλά είναι λιγότερο δραστική έναντι ευαίσθητων οργανισμών από την οφλοξασίνη· η οφλοξασίνη-Ν-οξείδιο έχει μόνο ελάχιστη αντιβακτηριακή δράση.
Επτά ασθενείς με τελικού σταδίου νεφρική νόσο σε τακτική αιμοκάθαρση έλαβαν από του στόματος θεραπεία με εφάπαξ δόση φόρτισης 200 mg οφλοξασίνης και πολλαπλές δόσεις συντήρησης 100 mg ανά 24 ώρες για 10 ημέρες. Οι φαρμακοκινητικές της οφλοξασίνης και των μεταβολιτών της μελετήθηκαν στο τέλος της περιόδου θεραπείας. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα και το διήθημα της οφλοξασίνης και των μεταβολιτών της οφλοξασίνης μετρήθηκαν με HPLC. Οι μέγιστες (3,1 mg/L) και ελάχιστες (1,6 mg/L) τιμές και η AUC της οφλοξασίνης ήταν συγκρίσιμες με τις τιμές σε υγιείς εθελοντές που έλαβαν 300 έως 400 mg οφλοξασίνης από το στόμα. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής, που προσδιορίστηκε στο διάστημα χωρίς κάθαρση (t1/2 β) και κατά τη διάρκεια της συνεδρίας αιμοκάθαρσης (t1/2 HD), ήταν 38,5 ώρες και 9,9 ώρες, αντίστοιχα. Η εξω-νεφρική κάθαρση (32,7 mL/min) παρέμεινε αμετάβλητη σε σύγκριση με αυτή που αναφέρθηκε σε υγιείς εθελοντές μετά από εφάπαξ δόση οφλοξασίνης. Η κλασματική απομάκρυνση μέσω αιμοκάθαρσης ανήλθε στο 21,5%. Δύο μεταβολίτες, οφλοξασίνη-Ν-οξείδιο και δεσμεθυλο-οφλοξασίνη, ανιχνεύθηκαν στο πλάσμα. Παρά τον παρατεταμένο t1/2 β και των δύο μεταβολιτών (66,1 και 50,9 ώρες) και τις πολλαπλές δόσεις οφλοξασίνης, οι μέγιστες συγκεντρώσεις των μεταβολιτών έφτασαν μόνο το 14% και 5% αυτών του μητρικού φαρμάκου, αντίστοιχα. Συμπεραίνεται ότι σε ασθενείς σε τακτική θεραπεία με αιμοκάθαρση, η προσαρμογή της δόσης που εφαρμόστηκε είχε ως αποτέλεσμα ασφαλείς και θεραπευτικά ευνοϊκές συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Η παρατηρούμενη συσσώρευση των μεταβολιτών της οφλοξασίνης δεν φαίνεται να έχει καμία τοξική ή θεραπευτική σημασία.
Κυρίως απεκκρίνεται ως αμετάβλητο φάρμακο (87%)· υφίσταται περιορισμένο μεταβολισμό σε ανθρώπους. Η λεβοφλοξασίνη απορροφάται γρήγορα και ουσιαστικά πλήρως μετά από από του στόματος χορήγηση. Κατανέμεται στους ιστούς του σώματος, ιδιαίτερα στους ιστούς του δέρματος και των πνευμόνων. Η λεβοφλοξασίνη είναι στερεοχημικά σταθερή στο πλάσμα και τα ούρα και δεν αντιστρέφεται μεταβολικά στον εναντιομερή της, D-οφλοξασίνη. Η λεβοφλοξασίνη υφίσταται περιορισμένο μεταβολισμό σε ανθρώπους και απεκκρίνεται κυρίως ως αμετάβλητο φάρμακο στα ούρα. Μετά από από του στόματος χορήγηση, περίπου το 87% μιας χορηγούμενης δόσης ανακτήθηκε ως αμετάβλητο φάρμακο στα ούρα εντός 48 ωρών, ενώ λιγότερο από 4% της δόσης ανακτήθηκε στα κόπρανα σε 72 ώρες. Λιγότερο από 5% μιας χορηγούμενης δόσης ανακτήθηκε στα ούρα ως οι μεταβολίτες δεσμεθυλο και Ν-οξείδιο, οι μόνοι μεταβολίτες που ταυτοποιήθηκαν σε ανθρώπους. Αυτοί οι μεταβολίτες έχουν μικρή σχετική φαρμακολογική δραστηριότητα. Η λεβοφλοξασίνη απεκκρίνεται σε μεγάλο βαθμό ως αμετάβλητο φάρμακο στα ούρα (L1009). Οδός Απέκκρισης: Κυρίως απεκκρίνεται ως αμετάβλητο φάρμακο στα ούρα. Χρόνος Ημίσειας Ζωής: 6-8 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
9 ώρες
Σε ενήλικες με κάθαρση κρεατινίνης 10-50 mL/λεπτό, ο χρόνος ημίσειας ζωής του φαρμάκου είναι κατά μέσο όρο 16,4 ώρες (εύρος: 11-33,5 ώρες)· σε ενήλικες με κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 10 mL/λεπτό, ο χρόνος ημίσειας ζωής είναι κατά μέσο όρο 21,7 ώρες (εύρος: 16,9-28,4 ώρες). Σε ασθενείς με τελικού σταδίου νεφρική ανεπάρκεια, ο χρόνος ημίσειας ζωής του φαρμάκου μπορεί να κυμαίνεται από 25-48 ώρες.
Σε υγιείς ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, ο χρόνος ημίσειας ζωής απόπλυσης της οφλοξασίνης στη φάση κατανομής είναι κατά μέσο όρο 0,5-0,6 ώρες και ο χρόνος ημίσειας ζωής απόπλυσης στην τελική φάση είναι κατά μέσο όρο 4-8 ώρες. Σε υγιείς ηλικιωμένους 64-86 ετών με νεφρική λειτουργία φυσιολογική για την ηλικία τους, ο χρόνος ημίσειας ζωής του φαρμάκου είναι κατά μέσο όρο 6,4-8,5 ώρες.
Μετά από οφθαλμική χορήγηση 1 σταγόνας οφλοξασίνης 0,3% 4 φορές ημερησίως για 12 δόσεις σε υγιή άτομα, ο χρόνος ημίσειας ζωής απόπλυσης του φαρμάκου στη δακρυϊκή μεμβράνη ήταν περίπου 226 λεπτά. Σε μελέτη σε κουνέλια, ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής απόπλυσης της οφλοξασίνης στη δακρυϊκή μεμβράνη μετά από τοπική εφαρμογή στο μάτι ήταν περίπου 210 λεπτά. Σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, ο χρόνος ημίσειας ζωής απόπλυσης της οφλοξασίνης στο πλάσμα στην τελική φάση είναι κατά μέσο όρο 4-8 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ουσίες ικανές να σκοτώσουν παράγοντες που προκαλούν ουρολοιμώξεις ή να εμποδίσουν την εξάπλωσή τους.
Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.
Ενώσεις που αναστέλλουν τη δραστηριότητα της DNA ΤΟΠΟΪΣΟΜΕΡΑΣΗ II. Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται διάφοροι ΑΝΤΙΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ που στοχεύουν στην ευκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II και ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ που στοχεύουν στην προκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II.
Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του CYTOCHROME P-450 CYP1A2.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
A4P49JAZ9H
OFLOXACIN
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Αντιμικροβιακή Κινολόνη
Χημική Δομή [CS] - Κινολόνες
Η Οφλοξασίνη είναι μια Αντιμικροβιακή Κινολόνη.
OFLOXACIN
Κινολόνες [CS]; Αντιμικροβιακή Κινολόνη [EPC]
OFLOXACIN OPHTH SOLN
Κινολόνες [CS]; Αντιμικροβιακή Κινολόνη [EPC]
OFLOXACIN OTIC
Αντιμικροβιακή Κινολόνη [EPC]; Κινολόνες [CS]
OLFOXACIN OTIC SOLN
Κινολόνες [CS]; Αντιμικροβιακή Κινολόνη [EPC]
OFLOXACIN OTIC SOLUTION
Αντιμικροβιακή Κινολόνη [EPC]; Κινολόνες [CS]
OFLOXACIN OPHTHALMIC SOLUTION USP, 0.3%
Αντιμικροβιακή Κινολόνη [EPC]; Κινολόνες [CS]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Κ2 J01MA01Κατώτερο ουροποιητικό — Ανεπίπλεκτη κυστίτιδα: εναλλακτικές επιλογές
- Δυσανεξία, αλλεργία ή μη διαθεσιμότητα των σχημάτων 1ης επιλογής
Δοσολογία: 200 mg × 2/ημέρα · 3 ημέρες
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ουσίες ικανές να σκοτώσουν παράγοντες που προκαλούν ουρολοιμώξεις ή να εμποδίσουν την εξάπλωσή τους.
Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.
Ενώσεις που αναστέλλουν τη δραστηριότητα της DNA ΤΟΠΟΪΣΟΜΕΡΑΣΗ II. Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται διάφοροι ΑΝΤΙΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ που στοχεύουν στην ευκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II και ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ που στοχεύουν στην προκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II.
Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του CYTOCHROME P-450 CYP1A2.