PROPRANOLOL
Προπρανολόλη
Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των φαρμάκων είναι ο αποκλεισμός των β-αδρενεργικών υποδοχέων. Σήμερα είναι διαθέσιμοι αρκετοί β-αδρενεργικοί αποκλειστές που σε γενικές γραμμές είναι εξίσου δραστικοί. Ωστόσο μεταξύ τους έχουν διαφορές που μπορεί να επηρεάσουν την επιλογή του φαρμάκου …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-INDERAL
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Χορήγηση: Δύο φορές την ημέρα, τρεις ή τέσσερις φορές την ημέρα, εφάπαξ την ημέρα, 4 φορές την ημέρα, πρωί ή βράδυ
- Δόση έναρξης: 80mg δύο φορές την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Αύξηση σε εβδομαδιαία διαστήματα αναλόγως της ανταπόκρισης.
-
Eνήλικες - YπέρτασηΔόση80mg δύο φορές την ημέραΜέγ. δόση640mg την ημέραΗ αρχική δόση μπορεί να αυξηθεί σε εβδομαδιαία διαστήματα αναλόγως της ανταπόκρισης. Tο σύνηθες δοσολογικό εύρος είναι 160-320mg την ημέρα. Με σύγχρονη χορήγηση διουρητικού ή άλλων αντιυπερτασικών φαρμάκων επιτυγχάνεται περαιτέρω μείωση της πίεσης του αίματος.
-
Eνήλικες - Στηθάγχη, αγχώδης διαταραχή, ημικρανίαΔόση40mg δύο φορές την ημέραΜέγ. δόση240mg (ημικρανία), 320mg (στηθάγχη)Η αρχική δόση μπορεί να αυξηθεί κατά την ίδια ποσότητα σε εβδομαδιαία διαστήματα, ανάλογα με την ανταπόκριση. Iκανοποιητική ανταπόκριση για την αγχώδη διαταραχή και την ημικρανία παρατηρείται συνήθως στο δοσολογικό εύρος 80-160 mg/ημέρα και στη στηθάγχη 120-240mg/ημέρα.
-
Eνήλικες - Aρρυθμίες, ταχυκαρδία, υπετροφική αποφρακτική μυοκαρδιοπάθεια, θυρεοτοξίκωσηΔόση10-40mg τρεις ή τέσσερεις φορές την ημέραΜέγ. δόση160mg (αρρυθμίες)Συνήθως επιτυγχάνει την απαιτούμενη ανταπόκριση.
-
Eνήλικες - Mακροχρόνια προφύλαξη μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίουΔόση40mg τέσσερεις φορές την ημέραΜέγ. δόση160mgΗ θεραπεία πρέπει να αρχίζει μεταξύ της 5ης και της 21ης ημέρας μετά από το έμφραγμα για 2 ή 3 ημέρες. Στη συνέχεια, η ολική ημερήσια δόση μπορεί να χορηγείται ως 80mg δύο φορές την ημέρα.
-
Eνήλικες - Φαιοχρωμοκύτωμα (Προεγχειρητικά)Δόση60mg ημερησίωςΓια 3 ημέρες μόνο σε συνδυασμό με α-δρενεργικό αναστολέα.
-
Eνήλικες - Φαιοχρωμοκύτωμα (Επί ανεγχειρήτου όγκου ως συντηρητική θεραπεία)Δόση30mg ημερησίωςΜέγ. δόση30mg
-
Παιδιά - AρρυθμίεςΔόση0,25-0,5mg/kg 3-4 φορές την ημέραΜέγ. δόση1mg/kg 4 φορές την ημέρα, συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 160mgΠροσαρμογή ανάλογα με την απόκριση.
-
Ενήλικες - Καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης - ΥπέρτασηΔόση160mg εφάπαξ την ημέραΜέγ. δόση160mg + 80mgΗ συνήθης αρχική δόση. Η δόση μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω ανά 80mg την ημέρα, μέχρι να επιτευχθεί ικανοποιητική ανταπόκριση. Μια κάψουλα 80mg ημερησίως μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εναρκτήρια δόση σε ασθενείς που ενδείκνυται (π.χ. ηλικιωμένοι).
-
Ενήλικες - Καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης - Στηθάγχη, θυρεοτοξίκωση, αγχώδης διαταραχήΔόση80mg εφάπαξ την ημέραΜέγ. δόση160mg εφάπαξ την ημέρα ή 80mg + 80mgΗ δόση μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω εάν κριθεί απαραίτητο.
-
ΗλικιωμένοιΗ κατάλληλη δόση πρέπει να εξατομικεύεται ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση.
block
SPC-INDERAL
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Βρογχικό άσθμα, ιστορικό βρογχικού άσθματος ή βρογχοσπάσμου.
-
Γνωστή υπερευαισθησία στην προπρανολόλη.
-
Βραδυκαρδία
-
Καρδιογενές σοκ
-
Υπόταση
-
Μεταβολική οξέωση ή μετά από παρατεταμένη νηστεία.
-
Σοβαρές διαταραχές της περιφερικής αρτηριακής κυκλοφορίας, σύνδρομο Reynaud.
-
Κολποκοιλιακός αποκλεισμός δευτέρου ή τρίτου βαθμού.
-
Σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου
-
Φαιοχρωμοκύττωμα που δεν έχει αντιμετωπισθεί (με α-αδρενεργικό αναστολέα)
-
Μη ελεγχόμενη καρδιακή ανεπάρκεια
-
Στηθάγχη Prinzmetal.
-
Ασθενείς επιρρεπείς στην υπογλυκαιμία, π.χ. μετά από παρατεταμένη νηστεία ή με μειωμένες αντιρροπιστικές εφεδρείες.
warning
SPC-INDERAL
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Μη ελεγχόμενη καρδιακή ανεπάρκειαΜπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς στους οποίους τα σημεία της καρδιακής ανεπάρκειας ελέγχονται. Προσοχή πρέπει να δίνεται στους ασθενείς με πτωχές καρδιακές εφεδρείες.
-
Διαταραχές της περιφερικής αρτηριακής κυκλοφορίαςΜπορεί επίσης να επιδεινώσει λιγότερο σοβαρές διαταραχές της περιφερικής αρτηριακής κυκλοφορίας.
-
Κολποκοιλιακός αποκλεισμός πρώτου βαθμούΠρέπει να χορηγείται με προσοχή.
-
Υπερτασική κρίσηΔεν ενδείκνυται η χορήγησή της για τη θεραπεία.
-
ΥπογλυκαιμίαΤο Inderal καλύπτει/τροποποιεί τα σημεία και συμπτώματα της υπογλυκαιμίας (ειδικά την ταχυκαρδία). Προκαλεί περιστασιακά υπογλυκαιμία, ακόμα και σε μη διαβητικούς ασθενείς, π.χ. νεογέννητα, βρέφη, παιδιά, ηλικιωμένους, ασθενείς σε αιμοδιύλιση ή ασθενείς που υποφέρουν από χρόνια ηπατική νόσο και υπερδοσολογία. Η σοβαρή υπογλυκαιμία η οποία συνδέεται με το Inderal, σπάνια σε μερικούς ασθενείς παρουσιάζεται με σπασμούς και/ή κώμα. Σε διαβητικούς ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν υπογλυκαιμική θεραπεία, πρέπει να δίνεται προσοχή όταν χορηγείται ταυτόχρονα Inderal. Το Inderal μπορεί να επιμηκύνει την υπογλυκαιμική νόσο.
-
ΘυρεοτοξίκωσηΜπορεί να συγκαλύψει τα σημεία θυρεοτοξίκωσης.
-
Χαμηλή καρδιακή συχνότηταΩς αποτέλεσμα της φαρμακολογικής του δράσης, το Inderal ελαττώνει την καρδιακή συχνότητα. Στις σπάνιες περιπτώσεις που κάποιος ασθενής εμφανίσει συμπτώματα που αποδίδονται σε χαμηλή καρδιακή συχνότητα, η δόση μπορεί να ελαττωθεί.
-
Ισχαιμική καρδιακή νόσοςΔεν πρέπει να διακόπτεται απότομα. Θα πρέπει είτε να γίνεται αντικατάσταση του φαρμάκου με ισοδύναμη δόση ενός άλλου β-αναστολέα, είτε η διακοπή του Inderal να γίνεται σταδιακά.
-
Αναφυλακτικές αντιδράσειςΜπορεί να προκαλέσει μια πιο σοβαρή αντίδραση σε ορισμένα αλλεργιογόνα, όταν χορηγηθεί σε ασθενείς με ιστορικό αναφυλακτικών αντιδράσεων σε αυτά τα αλλεργιογόνα. Αυτοί οι ασθενείς μπορεί να μην ανταποκρίνονται στις συνήθεις δόσεις αδρεναλίνης που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση των αλλεργικών αντιδράσεων.
-
Μη αντιρροπιστική κίρρωσηΠρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργίαΗ έναρξη της θεραπείας και η επιλογή της αρχικής δόσης πρέπει να γίνεται με προσοχή.
-
Πυλαία υπέρτασηΗ ηπατική λειτουργία μπορεί να επιδεινωθεί και μπορεί να εμφανισθεί ηπατική εγκεφαλοπάθεια. Έχουν υπάρξει αναφορές που υποδεικνύουν ότι η θεραπεία με προπρανολόλη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης ηπατικής εγκεφαλοπάθειας.
swap_horiz
SPC-INDERAL
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
- Tο Inderal τροποποιεί την ταχυκαρδία της υπογλυκαιμίας. Σε διαβητικούς ασθενείς που λαμβάνουν υπογλυκαιμική θεραπεία, πρέπει να δίνεται προσοχή όταν χορηγείται ταυτόχρονα Inderal. Tο Inderal μπορεί να επιμηκύνει την υπογλυκαιμική ανταπόκριση στην ινσουλίνη…
sick
SPC-INDERAL
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Κόπωση και/ή εξάντληση
- Βραδυκαρδία
- Ψυχρά άκρα
- Φαινόμενο Raynaud
- Διαταραχές ύπνου
- Εφιαλτικά όνειρα
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Επιδείνωση καρδιακής ανεπάρκειας
- Εμφάνιση καρδιακού αποκλεισμού
- Ορθοστατική υπόταση που μπορεί να συσχετισθεί με συγκοπή
- Επιδείνωση διαλείπουσας χωλότητας
- Ψευδαισθήσεις
- Ψυχώσεις
- Αλλαγές στην διάθεση
- Σύγχυση
- Πορφύρα
- Αλωπεκία
- Δερματική αντίδραση που μοιάζει με ψωρίαση
- Επιδείνωση ψωρίασης
- Δερματικά εξανθήματα
- Παραισθησία
- Ξηροφθαλμία
- Οπτικές διαταραχές
- Βρογχόσπασμος
- Yπογλυκαιμία
- Σπασμοί που συνδέονται με την υπογλυκαιμία
- Αύξηση σε ANA (Aντιπυρηνικά Aντισώματα)
- Σύνδρομο που μοιάζει με βαρεία μυασθένεια (gravis) ή επιδείνωση βαρείας μυασθένειας
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Συνήθεις (1-9,9%)Κόπωση και/ή εξάντλησηΓενικά
-
Συνήθεις (1-9,9%)ΒραδυκαρδίαΚαρδιαγγειακά
-
Συνήθεις (1-9,9%)Ψυχρά άκραΚαρδιαγγειακά
-
Συνήθεις (1-9,9%)Φαινόμενο RaynaudΚαρδιαγγειακά
-
Συνήθεις (1-9,9%)Διαταραχές ύπνουΚΝΣ
-
Συνήθεις (1-9,9%)Εφιαλτικά όνειραΚΝΣ
-
Ασυνήθεις (0,1-0,9%)ΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Ασυνήθεις (0,1-0,9%)ΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Ασυνήθεις (0,1-0,9%)ΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Σπάνιες (0,01-0,09%)ΖάληΓενικά
-
Σπάνιες (0,01-0,09%)ΘρομβοκυτοπενίαΑίμα
-
Σπάνιες (0,01-0,09%)Επιδείνωση καρδιακής ανεπάρκειαςΚαρδιαγγειακό
-
Σπάνιες (0,01-0,09%)Εμφάνιση καρδιακού αποκλεισμούΚαρδιαγγειακό
-
Σπάνιες (0,01-0,09%)Ορθοστατική υπόταση που μπορεί να συσχετισθεί με συγκοπήΚαρδιαγγειακό
-
Σπάνιες (0,01-0,09%)Επιδείνωση διαλείπουσας χωλότηταςΚαρδιαγγειακό
-
Σπάνιες (0,01-0,09%)ΨευδαισθήσειςΚΝΣ
-
Σπάνιες (0,01-0,09%)ΨυχώσειςΚΝΣ
-
Σπάνιες (0,01-0,09%)Αλλαγές στην διάθεσηΚΝΣ
-
Σπάνιες (0,01-0,09%)ΣύγχυσηΚΝΣ
-
Σπάνιες (0,01-0,09%)ΠορφύραΔέρμα
-
Σπάνιες (0,01-0,09%)ΑλωπεκίαΔέρμα
-
Σπάνιες (0,01-0,09%)Δερματική αντίδραση που μοιάζει με ψωρίασηΔέρμα
-
Σπάνιες (0,01-0,09%)Επιδείνωση ψωρίασηςΔέρμα
-
Σπάνιες (0,01-0,09%)Δερματικά εξανθήματαΔέρμα
-
Σπάνιες (0,01-0,09%)ΠαραισθησίαΝευρολογικές
-
Σπάνιες (0,01-0,09%)ΞηροφθαλμίαΟφθαλμολογικές
-
Σπάνιες (0,01-0,09%)Οπτικές διαταραχέςΟφθαλμολογικές
-
Σπάνιες (0,01-0,09%)ΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιες (<0,01%)YπογλυκαιμίαEνδοκρινολογικό σύστημα
-
Μη γνωστή συχνότηταΣπασμοί που συνδέονται με την υπογλυκαιμίαEνδοκρινολογικό σύστημα
-
Μη γνωστή συχνότηταΑύξηση σε ANA (Aντιπυρηνικά Aντισώματα)Εργαστηριακά
-
Μη γνωστή συχνότηταΣύνδρομο που μοιάζει με βαρεία μυασθένεια (gravis) ή επιδείνωση βαρείας μυασθένειαςΝευρικό σύστημα
pregnant_woman
SPC-INDERAL
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΔεν υπάρχουν στοιχεία πρόκλησης τερατογένεσης με το Inderal. Ωστόσο, οι β-αναστολείς ελαττώνουν την αιμάτωση μέσω του πλακούντα, που μπορεί να οδηγήσει σε ενδομήτριο θάνατο του εμβρύου, πρώιμο ή πρόωρο τοκετό. Eπιπλέον, μπορεί να εμφανισθούν ανεπιθύμητες ενέργειες, κυρίως υπογλυκαιμία και βραδυκαρδία στο νεογέννητο και βραδυκαρδία στο έμβρυο. Eπίσης υπάρχει αυξημένος κίνδυνος καρδιακών και πνευμονικών επιπλοκών στο νεογέννητο μετά τον τοκετό.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιOι περισσότεροι β-αναστολείς, ιδιαίτερα οι λιπόφιλες ουσίες, περνούν στο μητρικό γάλα αν και σε διαφορετικό βαθμό. O θηλασμός επομένως δεν συνιστάται μετά την χορήγηση τέτοιων ουσιών.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-INDERAL
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-INDERAL
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-INDERAL
expand_more
Δοσολογία
Δισκία
Eνήλικες
Yπέρταση: H αρχική δόση είναι 80mg δύο φορές την ημέρα και μπορεί να αυξηθεί σε εβδομαδιαία διαστήματα αναλόγως της ανταπόκρισης. Tο σύνηθες δοσολογικό εύρος είναι 160-320mg την ημέρα και η μέγιστη ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 640mg την ημέρα (βλ. πίνακα 1).
Με σύγχρονη χορήγηση διουρητικού ή άλλων αντιυπερτασικών φαρμάκων επιτυγχάνεται περαιτέρω μείωση της πίεσης του αίματος.
Στηθάγχη, αγχώδης διαταραχή, ημικρανία: H αρχική δόση είναι 40mg δύο φορές την ημέρα και μπορεί να αυξηθεί κατά την ίδια ποσότητα σε εβδομαδιαία διαστήματα, ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενούς.
Iκανοποιητική ανταπόκριση για την αγχώδη διαταραχή και την ημικρανία παρατηρείται συνήθως στο δοσολογικό εύρος 80-160 mg/ημέρα και στη στηθάγχη 120-240mg/ημέρα. H μέγιστη ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 240mg για την ημικρανία και τα 320mg για τη στηθάγχη (βλ. πίνακα 1).
Aρρυθμίες, ταχυκαρδία, υπετροφική αποφρακτική μυοκαρδιοπάθεια, θυρεοτοξίκωση: Δοσολογία 10-40mg τρεις ή τέσσερεις φορές την ημέρα συνήθως επιτυγχάνει την απαιτούμενη ανταπόκριση. H μέγιστη ημερήσια δόση για τις αρρυθμίες δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 160mg (βλ. πίνακα 1).
Mακροχρόνια προφύλαξη μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου: H θεραπεία πρέπει να αρχίζει μεταξύ της 5ης και της 21ης ημέρας μετά από το έμφραγμα με αρχική δόση 40mg τέσσερεις φορές την ημέρα και για 2 ή 3 ημέρες. Στη συνέχεια για καλύτερη συμμόρφωση του ασθενούς, η ολική ημερήσια δόση μπορεί να χορηγείται ως 80mg δύο φορές την ημέρα (βλ. πίνακα 1).
Φαιοχρωμοκύτωμα: Προεγχειρητικά: 60mg ημερησίως για 3 ημέρες μόνο σε συνδυασμό με α-δρενεργικό αναστολέα.
Επί ανεγχειρήτου όγκου ως συντηρητική θεραπεία: 30mg ημερησίως (βλ. πίνακα 1).
Πίνακας 1
Δοσολογικός Πίνακας Eνηλίκων
(σ ε δ ι η ρ ε μ έ ν ε ς η μ ε ρ ή σ ι ε ς δ ό σ ε ι ς)
| Ένδειξη | Ελάχιστη δόση/ημέρα | Μέγιστη δόση/ημέρα |
|---|---|---|
| Yπέρταση | 160mg | 640 mg |
| Στηθάγχη | 80mg | 320mg |
| Aρρυθμίες | 30mg | 160mg |
| Πρόληψη κρίσεων ημικρανίας | 80mg | 240mg |
| Tαχυκαρδία | 30mg | 160mg |
| Aγχώδης διαταραχή | 80mg | 160mg |
| Θυρεοτοξίκωση | 30mg | 160mg |
| Mυοκαρδιοπάθεια | 30mg | 160mg |
| Φαιοχρωμοκύτωμα | 60mg (προεγχειρητικά) 30mg (επί ανεγχειρήτου όγκου ως συντηρητική θεραπεία) | 60mg 30mg |
| Μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου | 160mg | 160mg |
Παιδιά
H δοσολογία θα πρέπει να εξατομικεύεται. Eνδεικτικά αναφέρεται η ακόλουθη δοσολογία:
Aρρυθμίες: Παιδιά και έφηβοι: 0,25-0,5mg/kg 3-4 φορές την ημέρα, και προσαρμογή ανάλογα με την απόκριση. Μέγιστη δόση 1mg/kg 4 φορές την ημέρα, η συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 160mg την ημέρα.
Καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης
Ενήλικες
Υπέρταση: Η συνήθης αρχική δόση είναι 160mg εφάπαξ την ημέρα λαμβανόμενα το πρωί ή το βράδυ. Οι περισσότεροι ασθενείς ανταποκρίνονται ικανοποιητικά σε αυτή τη δόση. Εάν κριθεί απαραίτητο η δόση μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω ανά 80mg την ημέρα, μέχρι να επιτευχθεί ικανοποιητική ανταπόκριση. Με σύγχρονη χορήγηση διουρητικού ή άλλων αντιυπερτασικών φαρμάκων επιτυγχάνεται περαιτέρω μείωση της πίεσης του αίματος.
Μια κάψουλα Inderal LA 80mg ημερησίως είναι απίθανο από μόνη της να είναι επαρκής για τη θεραπεία της υπέρτασης, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εναρκτήρια δόση σε ασθενείς που ενδείκνυται (π.χ. ηλικιωμένοι ή να παρέχουν μια πρακτική μέθοδο της σταδιακής μετατροπής της δόσης.
Στηθάγχη, θυρεοτοξίκωση, αγχώδης διαταραχή: Δόση 80mg εφάπαξ την ημέρα λαμβανόμενη το πρωί ή το βράδυ μπορεί να αποδειχθεί επαρκής σε πολλούς ασθενείς. Εάν κριθεί απαραίτητο η δόση μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω σε 160mg εφάπαξ την ημέρα ή να προστεθεί σε αυτήν και δόση 80mg.
Παιδιά
Τα καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης δεν συνιστώνται για χρήση στα παιδιά.
Ηλικιωμένοι
Τα διαθέσιμα στοιχεία που αφορούν τη σχέση μεταξύ των επιπέδων του φαρμάκου στο αίμα και της ηλικίας είναι αντικρουόμενα. Στους ηλικιωμένους η κατάλληλη δόση πρέπει να εξατομικεύεται ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση.
block
Αντενδείξεις
SPC-INDERAL
expand_more
Αντενδείξεις
- Βρογχικό άσθμα, ιστορικό βρογχικού άσθματος ή βρογχοσπάσμου. O βρογχόσπασμος συνήθως αναστρέφεται με βρογχοδιασταλτικούς β 2- αγωνιστές, όπως η σαλβουταμόλη. Για την αντιρρόπηση του β-αποκλεισμού που προκαλείται από την προπρανολόλη μπορεί να απαιτούνται μεγάλες δόσεις βρογχοδιασταλτικού β
αγωνιστή και η δόση θα πρέπει να καθορίζεται ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση. Θα πρέπει να εξετάζεται τόσο η ενδοφλέβια χορήγηση όσο και η χορήγηση εισπνεόμενων παραγόντων. H χρήση αμινοφυλλίνης ενδοφλεβίως και/ή η χρήση ιπρατροπίου (που χορηγείται με ψεκαστήρα), μπορεί επίσης να εξετασθεί. H γλυκαγόνη (1-2mg χορηγούμενα ενδοφλεβίως) έχει επίσης αναφερθεί ότι ασκεί βρογχοδιασταλτική δράση στους ασθματικούς ασθενείς. Oξυγόνο ή τεχνητός αερισμός μπορεί να απαιτηθούν σε σοβαρές περιπτώσεις. Το Ιnderal όπως και οι άλλοι β-αναστολείς δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται στις ακόλουθες καταστάσεις.
- Γνωστή υπερευαισθησία στην προπρανολόλη.
- Βραδυκαρδία
- Καρδιογενές σοκ
- Υπόταση
- Μεταβολική οξέωση ή μετά από παρατεταμένη νηστεία.
- Σοβαρές διαταραχές της περιφερικής αρτηριακής κυκλοφορίας, σύνδρομο Reynaud.
- Koλποκοιλιακό αποκλεισμός δευτέρου ή τρίτου βαθμού.
- Σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου
- Φαιοχρωμοκύττωμα που δεν έχει αντιμετωπισθεί (με α-αδρενεργικό αναστολέα)
- Μη ελεγχόμενη καρδιακή ανεπάρκεια
- Στηθάγχη Prinzmetal. Tο Inderal δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς επιρρεπείς στην υπογλυκαιμία, π.χ. μετά από παρατεταμένη νηστεία ή με μειωμένες αντιρροπιστικές εφεδρείες.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-INDERAL
expand_more
Προειδοποιήσεις
Tο Inderal όπως και οι άλλοι β-αναστολείς:
- Aν και αντενδείκνυται στην μη ελεγχόμενη καρδιακή ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.3), μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς στους οποίους τα σημεία της καρδιακής ανεπάρκειας ελέγχονται. Προσοχή πρέπει να δίνεται στους ασθενείς με πτωχές καρδιακές εφεδρείες.
- Εκτός του ότι αντενδείκνυται σε σοβαρές διαταραχές της περιφερικής αρτηριακής κυκλοφορίας (βλ. 4.3 “Aντενδείξεις”), μπορεί επίσης να επιδεινώσει λιγότερο σοβαρές διαταραχές της περιφερικής αρτηριακής κυκλοφορίας.
- Λόγω της αρνητικής του επίδρασης στο χρόνο αγωγής, πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με κολποκοιλιακό αποκλεισμό πρώτου βαθμού.
- Δεν ενδείκνυται η χορήγησή της για τη θεραπεία υπερτασικής κρίσης
- Tο Inderal καλύπτει/τροποποιεί τα σημεία και συμπτώματα της υπογλυκαιμίας (ειδικά την ταχυκαρδία). Tο Inderal περιστασιακά προκαλεί υπογλυκαιμία, ακόμα και σε μη διαβητικούς ασθενείς, π.χ. νεογέννητα, βρέφη, παιδιά, ηλικιωμένους, ασθενείς σε αιμοδιύλιση ή ασθενείς που υποφέρουν από χρόνια ηπατική νόσο και υπερδοσολογία. H σοβαρή υπογλυκαιμία η οποία συνδέεται με το Inderal, σπάνια σε μερικούς ασθενείς παρουσιάζεται με σπασμούς και/ή κώμα. Σε διαβητικούς ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν υπογλυκαιμική θεραπεία, πρέπει να δίνεται προσοχή όταν χορηγείται ταυτόχρονα Inderal. Tο Inderal μπορεί να επιμηκύνει την υπογλυκαιμική νόοο.
- Mπορεί να συγκαλύψει τα σημεία θυρεοτοξίκωσης.
- Ως αποτέλεσμα της φαρμακολογικής του δράσης, το Inderal ελαττώνει την καρδιακή συχνότητα. Στις σπάνιες περιπτώσεις που κάποιος ασθενής εμφανίσει συμπτώματα που αποδίδονται σε χαμηλή καρδιακή συχνότητα, η δόση μπορεί να ελαττωθεί.
- Tο Inderal δεν πρέπει να διακόπτεται απότομα σε ασθενείς που πάσχουν από ισχαιμική καρδιακή νόσο. Θα πρέπει είτε να γίνεται αντικατάσταση του φαρμάκου με ισοδύναμη δόση ενός άλλου β-αναστολέα, είτε η διακοπή του Inderal να γίνεται σταδιακά.
- Mπορεί να προκαλέσει μια πιο σοβαρή αντίδραση σε ορισμένα αλλεργιογόνα, όταν χορηγηθεί σε ασθενείς με ιστορικό αναφυλακτικών αντιδράσεων σε αυτά τα αλλεργιογόνα. Aυτοί οι ασθενείς μπορεί να μην ανταποκρίνονται στις συνήθεις δόσεις αδρεναλίνης που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση των αλλεργικών αντιδράσεων. Tο Inderal πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μη αντιρροπιστική κίρρωση. Σε ασθενείς με σημαντική ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία, η έναρξη της θεραπείας και η επιλογή της αρχικής δόσης πρέπει να γίνεται με προσοχή. Σε ασθενείς με πυλαία υπέρταση, η ηπατική λειτουργία μπορεί να επιδεινωθεί και μπορεί να εμφανισθεί ηπατική εγκεφαλοπάθεια. Έχουν υπάρξει αναφορές που υποδεικνύουν ότι η θεραπεία με προπρανολόλη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης ηπατικής εγκεφαλοπάθειας.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-INDERAL
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
- Tο Inderal τροποποιεί την ταχυκαρδία της υπογλυκαιμίας. Σε διαβητικούς ασθενείς που λαμβάνουν υπογλυκαιμική θεραπεία, πρέπει να δίνεται προσοχή όταν χορηγείται ταυτόχρονα Inderal. Tο Inderal μπορεί να επιμηκύνει την υπογλυκαιμική ανταπόκριση στην ινσουλίνη (βλ. παρ. 4.3 και 4.4.) -Tαυτόχρονη χορήγηση Rizatriptan και Προπρανολόλης μπορεί να προκαλέσει αυξημένο AUC και Cmax περίπου κατά 70-80%. Η αυξημένη έκθεση στη Rizatriptan συμπεραίνεται ότι προκαλείται από την αναστολή του μεταβολισμού πρώτης διέλευσης της Rizatriptan μέσω της αναστολής της μονοαμινικής οξειδάσης - Α. Αν πρέπει να χορηγηθούν και τα δύο φάρμακα, τότε συνιστάται μια δόση Rizatriptan 5mg.
- Οι αντιαρρυθμικοί παράγοντες τάξης Ι (π.χ. δισοπυραμίδη) και η αμιοδαρόνη μπορεί να έχουν αυξητική επίδραση στο χρόνο κολπικής αγωγιμότητας και να προκαλέσουν αρνητική ινοτρόπο δράση.
- Η χορήγηση Inderal κατά την διάρκεια έγχυσης λιδοκαΐνης μπορεί να αυξήσει την συγκέντρωση της λιδοκαΐνης στο πλάσμα περίπου κατά 30%. Οι ασθενείς που ήδη λαμβάνουν Inderal, τείνουν να εμφανίζουν υψηλότερες συγκεντρώσεις λιδοκαΐνης, σε σύγκριση με αυτούς που δεν λαμβάνουν προπρανολόλη. Ο συνδυασμός προπρανολόλης και λιδοκαΐνης πρέπει να αποφεύγεται.
- Oι γλυκοσίδες της δακτυλίτιδας όταν συνδυάζονται με β-αναστολείς, μπορεί να επηρεάσουν τον χρόνο της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας.
- O συνδυασμός β-αναστολέων και αποκλειστών διαύλων ασβεστίου με αρνητική ινότροπη δράση (π.χ. βεραπαμίλη, διλτιαζέμη), μπορεί να οδηγήσει σε επίταση αυτών των δράσεων, ιδιαίτερα σε ασθενείς με ελαττωμένη κοιλιακή λειτουργία και/ή διαταραχές της φλεβοκομβοκολπικής ή κολποκοιλιακής αγωγιμότητας. Aυτό μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή υπόταση, βραδυκαρδία, κολποκοιλιακό αποκλεισμό και καρδιακή ανεπάρκεια. Πρέπει να αποκλείεται η ενδοφλέβια χορήγηση εκατέρου των φαρμάκων, εφόσον χρησιμοποιείται το άλλο. H ενδοφλέβια ένεση β-αναστολέα και αποκλειστών διαύλων ασβεστίου πρέπει να απέχει 48 ώρες η μια της άλλης.
- Σύγχρονη χορήγηση με αποκλειστές διαύλων ασβεστίου της ομάδας των διυδροπυριδινών π.χ. νιφεδιπίνη, μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο υπότασης και μπορεί να εκδηλωθεί καρδιακή ανεπάρκεια σε ασθενείς με λανθάνουσα καρδιακή ανεπάρκεια.
- Σύγχρονη χορήγηση συμπαθομιμητικών παραγόντων π.χ. αδρεναλίνης, μπορεί να εξουδετερώσει την δράση των β-αναστολέων. Πρέπει να δίνεται προσοχή κατά την παρεντερική χορήγηση σκευασμάτων που περιέχουν αδρεναλίνη σε ασθενείς που βρίσκονται σε θεραπεία με β-αναστολείς, καθώς σε σπάνιες περιπτώσεις, μπορεί να προκληθεί αγγειοσυστολή, υπέρταση και βραδυκαρδία.
- Σύγχρονη χορήγηση σιμετιδίνης ή υδραλαζίνης αυξάνει τα επίπεδα της προπρανολόλης στο πλάσμα και σύγχρονη χορήγηση αλκοόλ μπορεί να αυξάνει, τα επίπεδα της προπρανολόλης στο πλάσμα.
- Oι β-αναστολείς μπορεί να επιδεινώσουν την υπέρταση που μπορεί να ακολουθήσει την διακοπή της κλονιδίνης. Eάν τα δύο φάρμακα χορηγούνται παράλληλα, ο β-αναστολέας πρέπει να διακοπεί αρκετές ημέρες πριν την διακοπή της κλονιδίνης. Eάν πρόκειται να αντικατασταθεί η κλονιδίνη από θεραπεία με β-αναστολέα, η διακοπή της κλονιδίνης πρέπει να γίνει αρκετές ημέρες πριν την έναρξη της θεραπείας με β-αναστολέα.
- Σύγχρονη χορήγηση με πραζοσίνη μπορεί να προκαλέσει κατά την έναρξη της θεραπείας οξεία ορθοστατική υπόταση.
- Iδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται όταν χορηγούνται ταυτόχρονα εργοταμίνη, διυδροεργοταμίνη ή συγγενείς ουσίες, καθώς σε ορισμένους ασθενείς έχει αναφερθεί αγγειοσύσπαση.
- Σύγχρονη χορήγηση με αναστολείς της προσταγλανδινικής συνθετάσης, π.χ. ιβουπροφένη και ινδομεθακίνη, μπορεί να ελαττώσει την υποτασική δράση του Inderal.
- Σύγχρονη χορήγηση Inderal και χλωροπρομαζίνης, μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των επιπέδων στο πλάσμα και των δύο φαρμάκων. Aυτό μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη αντιψυχωσική δράση για την χλωροπρομαζίνη και αυξημένη αντιυπερτασική δράση για το Inderal.
- Προσοχή πρέπει να δίνεται κατά την συγχορήγηση αναισθητικών παραγόντων και Inderal. O αναισθησιολόγος θα πρέπει να ενημερώνεται και να επιλέγεται αναισθητικός παράγοντας με όσο το δυνατόν μικρότερη αρνητική ινότροπο δράση. Xρήση β-αναστολέων μαζί με αναισθητικούς παράγοντες, μπορεί να οδηγήσει σε εξασθένηση της αντανακλαστικής ταχυκαρδίας και αύξηση του κινδύνου υπότασης. Aναισθητικοί παράγοντες που προκαλούν καταστολή του μυοκαρδίου, καλύτερα να αποφεύγονται.
- Φαρμακοκινητικές μελέτες έδειξαν ότι οι ακόλουθες ουσίες μπορεί να αλληλεπιδράσουν με την προπρανολόλη, λόγω επίδρασης στα ενζυμικά συστήματα του ήπατος που μεταβολίζουν την προπρανολόλη και αυτές τις ουσίες: κινιδίνη, προπαφαινόνη, ριφαμπικίνη, θεοφυλλίνη, βαρφαρίνη, θειοριδαζίνη και αποκλειστές διαύλων ασβεστίου της ομάδας των διυδροπυριδινών όπως νιφεδιπίνη, νισολδιπίνη, νικαρδιπίνη, ισραδιπίνη και λασιδιπίνη. Mε βάση το γεγονός ότι οι συγκεντρώσεις στο αίμα εκάστης ουσίας μπορεί να επηρεαστούν, μπορεί να απαιτείται τροποποίηση της δοσολογίας ανάλογα με την κρίση του ιατρού (βλέπε επίσης προηγούμενη παράγραφο στην ίδια ενότητα περί σύγχρονης χορήγησης με αποκλειστές διαύλων ασβεστίου της ομάδας των διυδροπυριδινών).
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-INDERAL
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Tο Inderal είναι συνήθως καλά ανεκτό. Σε κλινικές μελέτες οι πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν συνήθως αποδόθηκαν στην φαρμακολογική δράση της προπρανολόλης.
Oι ακόλουθες πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί κατά οργανικό σύστημα:
Συνήθεις (1-9,9%)
- Γενικά: Κόπωση και/ή εξάντληση (συνήθως παροδική).
- Καρδιαγγειακά: Βραδυκαρδία, ψυχρά άκρα, φαινόμενο Raynaud.
- ΚΝΣ: Διαταραχές ύπνου, εφιαλτικά όνειρα.
Ασυνήθεις (0,1-0,9%)
- Γαστρεντερικό: Γαστρεντερικές διαταραχές όπως ναυτία, έμετος, διάρροια.
Σπάνιες (0,01-0,09%)
- Γενικά: Ζάλη
- Αίμα: Θρομβοκυτοπενία
- Καρδιαγγειακό: Επιδείνωση καρδιακής ανεπάρκειας, εμφάνιση καρδιακού αποκλεισμού, ορθοστατική υπόταση που μπορεί να συσχετισθεί με συγκοπή, επιδείνωση διαλείπουσας χωλότητας.
- ΚΝΣ: Ψευδαισθήσεις, Ψυχώσεις, Αλλαγές στην διάθεση, Σύγχυση.
- Δέρμα: Πορφύρα, Αλωπεκία, δερματική αντίδραση που μοιάζει με ψωρίαση, επιδείνωση ψωρίασης, δερματικά εξανθήματα.
- Νευρολογικές: Παραισθησία.
- Οφθαλμολογικές: Ξηροφθαλμία, Οπτικές διαταραχές.
- Αναπνευστικό: Βρογχόσπασμος μπορεί να εμφανισθεί σε ασθενείς με βρογχικό άσθμα ή ιστορικό ασθματικών συμπτωμάτων, μερικές φορές με θανατηφόρο κατάληξη.
Πολύ σπάνιες (<0,01%)
- Eνδοκρινολογικό σύστημα: Yπογλυκαιμία παρουσιάστηκε στα νεογέννητα, βρέφη, παιδιά, ηλικιωμένους, ασθενείς σε αιμοδιύληση, ασθενείς σε υπογλυκαιμική θεραπεία, σε ασθενείς μετά από παρατεταμένη νηστεία και σε ασθενείς με χρόνια ηπατική νόσο.
Μη γνωστή συχνότητα
- Eνδοκρινολογικό σύστημα: Σπασμοί που συνδέονται με την υπογλυκαιμία.
- Εργαστηριακά: Έχει παρατηρηθεί αύξηση σε ANA (Aντιπυρηνικά Aντισώματα), η κλινική συσχέτιση της οποίας δεν είναι σαφής.
- Νευρικό σύστημα: Έχουν αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις συνδρόμου που μοιάζει με βαρεία μυασθένεια (gravis) ή επιδείνωση βαρείας μυασθένειας.
H διακοπή του φαρμάκου θα πρέπει να εξετασθεί εάν, κατά την κρίση του ιατρού, η καλή κατάσταση του ασθενούς επηρεάζεται αρνητικά από κάποια από τις παραπάνω ανεπιθύμητες ενέργειες. H διακοπή της θεραπείας με β-αναστολέα πρέπει να γίνεται σταδιακά. Στην σπάνια περίπτωση μη ανοχής, που εκδηλώνεται ως βραδυκαρδία και υπόταση, το φάρμακο θα πρέπει να διακόπτεται και, εάν είναι απαραίτητο, να χορηγείται θεραπεία υπερδοσολογίας
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-INDERAL
expand_more
Κύηση / γαλουχία
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-INDERAL
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Η προπρανολόλη είναι ανταγωνιστής τόσο των β
- όσο και των β
- αδρενεργικών υποδοχέων. Δεν εμφανίζει αγωνιστική δράση στους β-αδρενεργικούς υποδοχείς, εμφανίζει όμως σταθεροποιητική δράση στην κυτταρική μεμβράνη σε συγκεντρώσεις που υπερβαίνουν το 1-3mg/l, αν και τέτοιες συγκεντρώσεις επιτυγχάνονται σπάνια κατά την διάρκεια θεραπείας από το στόμα. O αποκλεισμός των β- αδρενεργικών υποδοχέων έχει δειχθεί στον άνθρωπο με παράλληλη μετακίνηση προς τα δεξιά στην καμπύλη δόσης/ανταπόκρισης στον καρδιακό ρυθμό, σε σύγκριση με τους β- αγωνιστές όπως η ισοπρεναλίνη.
H προπρανολόλη, όπως και οι άλλοι β- αναστολείς, εμφανίζει αρνητική ινότροπο δράση και επομένως αντενδείκνυται στην μη ελεγχόμενη καρδιακή ανεπάρκεια (βλ. παρ. 4.4).
Tο Inderal είναι ρακεμικό μίγμα, με δραστικό ισομερές την S(-) προπρανολόλη. Mε εξαίρεση την αναστολή της μετατροπής της θυροξίνης σε τριιωδοθυρονίνη, θεωρείται απίθανο κάποιες επιπρόσθετες δευτερεύουσες ιδιότητες που διαθέτει η R(+) προπρανολόλη, σε σύγκριση με το ρακεμικό μίγμα, να οδηγήσουν σε διαφορετικό θεραπευτικό αποτέλεσμα.
H προπρανολόλη είναι αποτελεσματική και καλά ανεκτή στους περισσότερους εθνικούς πληθυσμούς, αν και η ανταπόκριση μπορεί να είναι μικρότερη στους μαύρους ασθενείς.
Τα καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης διατηρούν υψηλότερο βαθμό β-αποκλεισμού 24 ώρες μετά την χορήγηση, σε σύγκριση με τις συμβατικές φαρμακοτεχνικές μορφές προπρανολόλης.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-INDERAL
expand_more
Φαρμακοκινητική
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση ο χρόνος ημίσειας ζωής της προπρανολόλης είναι περίπου 2 ώρες και η αναλογία των μεταβολιτών προς τη μητρική ουσία στο αίμα είναι μικρότερη από ότι μετά από χορήγηση από το στόμα. Ειδικά η 4-υδροξυπροπρανολόλη δεν είναι παρούσα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση.
H προπρανολόλη απορροφάται πλήρως μετά από χορήγηση από το στόμα και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται 1-2 ώρες μετά τη λήψη της δόσης από ασθενείς σε νηστεία. Mε την λήψη από το στόμα καψουλών ελεγχόμενης αποδέσμευσης, η συγκέντρωση του φαρμάκου στο αίμα είναι πιο επίπεδη σε σύγκριση με τα δισκία Inderal, αλλά ο χρόνος ημίσειας ζωής αυξάνεται σε 10-20 ώρες.
Tο ήπαρ απομακρύνει ποσοστό έως 90% της από του στόματος δόσης, με χρόνο ημίσειας ζωής της αποβολής 3 έως 6 ώρες. H προπρανολόλη κατανέμεται ευρέως και ταχέως στον οργανισμό και οι υψηλότερες συγκεντρώσεις εμφανίζονται στους πνεύμονες, το ήπαρ, τα νεφρά, τον εγκέφαλο και την καρδιά.
H προπρανολόλη συνδέεται σε μεγάλο ποσοστό με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (80-95%).
ΕΟΦ · 2.4
β-Αδρενεργικοί αποκλειστές
expand_more
β-Αδρενεργικοί αποκλειστές
Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των φαρμάκων είναι ο αποκλεισμός των β-αδρενεργικών υποδοχέων. Σήμερα είναι διαθέσιμοι αρκετοί β-αδρενεργικοί αποκλειστές που σε γενικές γραμμές είναι εξίσου δραστικοί. Ωστόσο μεταξύ τους έχουν διαφορές που μπορεί να επηρεάσουν την επιλογή του φαρμάκου που θα χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία συγκεκριμένης νόσου ή ασθενή.
Η ενδογενής συμπαθητικομιμητική δράση εκφράζει την ικανότητα ενός αδρενεργικού αποκλειστή τόσο να διεγείρει όσο και να αναστέλλει αδρενεργικούς υποδοχείς. Η οξπρενολόλη και η πινδολόλη έχουν ενδογενή συμπαθητικομιμητική δράση και προκαλούν μικρότερου βαθμού βραδυκαρδία και ψυχρότητα στα κάτω άκρα σε σύγκριση με άλλους β-αποκλειστές.
Μερικοί β-αποκλειστές είναι λιποδιαλυτοί ενώ άλλοι είναι υδατοδιαλυτοί. Η ατενολόλη, η σελιπρολόλη, η ναδολόλη και η σοταλόλη είναι οι κατεξοχήν υδατοδιαλυτοί. Ως εκ τούτου είναι λιγότερο πιθανό να εισέλθουν στον εγκέφαλο και έτσι προκαλούν λιγότερες διαταραχές του ύπνου και εφιάλτες. Οι υδατοδιαλυτοί β-αποκλειστές απεκκρίνονται από τους νεφρούς και συσσωρεύονται σε περιπτώσεις νεφρικής ανεπάρκειας. Σαν αποτέλεσμα σ΄ αυτές τις περιπτώσεις απαιτείται μείωση της δόσης τους. Πρέπει να αποφεύγεται η χορήγηση β-αποκλειστών σε ασθενείς με 2ου ή 3ου βαθμού κολποκοιλιακό αποκλεισμό. Σε καρδιακή ανεπάρκεια απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή. Κατά την έναρξη της αγωγής ενδέχεται να παρατηρηθεί επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας. Αν αυτή η εξέλιξη αποφευχθεί με πολύ μικρές δόσεις, η συνέχιση με μεγαλύτερες μπορεί να συνοδεύεται από βελτίωση τόσο ως προς τη συμπτωματολογία όσο και ως προς την επιβίωση. Ενδείξεις για τέτοια δράση υπάρχουν ως τώρα κυρίως για την καρβεδιλόλη, βισοπρολόλη και μετοπρολόλη. Η σοταλόλη είναι πιθανό να επιμηκύνει το διάστημα QT και έχει προκαλέσει σε μερικές περιπτώσεις κοιλιακές αρρυθμίες επικίνδυνες για την ζωή. Είναι σημαντικό να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην αποφυγή της υποκαλιαιμίας σε ασθενείς που λαμβάνουν σοταλόλη.
Η λαβηταλόλη και η σελιπρολόλη είναι β-αποκλειστές που επιπρόσθετα προκαλούν αγγειοδιαστολή των αρτηριολίων και μειώνουν με αυτό τον τρόπο τις περιφερικές αντιστάσεις. Δεν υπάρχει απόδειξη ότι αυτά τα φάρμακα πλεονεκτούν σημαντικά των υπολοίπων β-αποκλειστών στην αντιμετώπιση της αρτηριακής υπέρτασης.
Η χορήγηση β-αποκλειστών πρέπει να αποφεύγεται εκτός αν δεν υπάρχει εναλλακτική θεραπεία οπότε χορηγούνται με εξαιρετική προσοχή σε άτομα με ιστορικό βρογχικού άσθματος ή χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας. Μερικοί β-αποκλειστές όπως η ατενολόλη, η βηταξολόλη, η βισοπρολόλη και η μετοπρολόλη έχουν μικρότερη δράση στους β2-υποδοχείς (βρογχικούς) και ως εκ τούτου είναι σχετικά, όχι όμως απόλυτα, καρδιοεκλεκτικοί. Αυτοί οι β-αποκλειστές προκαλούν βρογχόσπασμο σε μικρότερο βαθμό χωρίς όμως να είναι απαλλαγμένοι εντελώς από αυτή την ανεπιθύμητη ενέργεια.
Οι ενδείξεις των β-αποκλειστών είναι οι ακόλουθες:
- Στεφανιαία νόσος:
α) /iΣτηθάγχη/i. Οι β-αποκλειστές αυξάνουν την αντοχή στην προσπάθεια. Μπορούν να συνδυασθούν με νιτρώδη και με ανταγωνιστές του ασβεστίου. Υπάρχουν ενδείξεις ότι απότομη διακοπή τους προκαλεί επιδείνωση της στηθάγχης. Υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί καρδιακή ανεπάρκεια όταν β-αποκλειστές χορηγηθούν μαζί με βεραπαμίλη σε ασθενείς με γνωστή στεφανιαία νόσο.
β) /iΈμφραγμα μυοκαρδίου/i. Πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι μερικοί β-αποκλειστές μπορούν να προκαλέσουν μείωση των επανεμφραγμάτων στους ασθενείς που έχουν υποστεί έμφραγμα μυοκαρδίου. Στην οξεία φάση του εμφράγματος η αρχική ενδοφλέβια χορήγηση ατενολόλης ή μετοπρολόλης αρχικά και στη συνέχεια από το στόμα μπορεί να ελαττώσει την πρώιμη θνητότητα. Επίσης η προπρανολόλη και τιμολόλη όταν χορηγούνται χρονίως ήδη από την πρώιμη φάση της αποκατάστασης συνεπάγονται μείωση της θνητότητας.
-
Υπέρταση: Ορισμένοι θεωρούν τους β-αποκλειστές ως φάρμακα πρώτης εκλογής. Είναι ασθενή αντιϋπερτασικά και συνήθως απαιτούν συνδυασμό με άλλα φάρμακα (π.χ. διουρητικά).
-
Αρρυθμίες: Είναι ήπια αντιαρρυθμικά φάρμακα. Προκαλούν βραδυκαρδία και μειώνουν τον αυτοματισμό των έκτοπων εστιών. Η σοταλόλη ειδικά, έχει επιπλέον δράση αντιαρρυθμικού της τάξης ΙΙΙ. Οι β-αποκλειστές χορηγούνται για τον έλεγχο της φλεβοκομβικής ταχυκαρδίας και, συνήθως σε συνδυασμό με δακτυλίτιδα, της ταχυκαρδίας από κολπική μαρμαρυγή, ιδίως σε υπερθυρεοειδισμό. Χορηγούνται επίσης σε αρρυθμίες που έχουν σχέση με διέγερση του συμπαθητικού ή στεφανιαία νόσο. Είναι επίσης χρήσιμοι σε μερικές περιπτώσεις με σύνδρομο μακρού QT (ιδίως στην οικογενή παραλλαγή του συνδρόμου).
-
Υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια.
-
Υπερθυρεοειδισμός ιδίως με έντονες καρδιακές εκδηλώσεις.
-
Καρδιακή ανεπάρκεια. Αρχίζοντας με μικρές δόσεις και συνεχίζοντας με μεγαλύτερες, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, για τη βισοπρολόλη, καρβεδιλόλη και μετοπρολόλη.
Γενικώς οι β-αποκλειστές γίνονται καλά ανεκτοί. Μπορούν όμως να επιτείνουν σε επικίνδυνο βαθμό την καρδιακή ανεπάρκεια αν δεν ληφθούν κατάλληλα μέτρα, τον κολποκοιλιακό αποκλεισμό και το βρογχικό άσθμα. Σε καρδιακή ανεπάρκεια, εφόσον είναι απαραίτητοι, μπορούν να δοκιμαστούν με μεγάλη προσοχή οι β-αποκλειστές με ενδογενή συμπαθητικομιμητική δράση. Οι ίδιοι, καθώς και οι καρδιοεκλεκτικοί, μπορούν να δοκιμασθούν με προσοχή σε βρογχικό άσθμα (αν είναι απολύτως απαραίτητοι). Απότομη διακοπή τους σε στεφανιαία νόσο ενδέχεται να προκαλέσει επίταση της νόσου. Οι προπρανολόλη, οξπρενολόλη και πινδολόλη διέρχονται τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και μπορούν να προκαλέσουν εφιαλτικά όνειρα, ή, σπανιότατα, ψευδαισθήσεις. Η χορήγηση β-αποκλειστών σε φαιοχρωμοκύτωμα χωρίς τη σύγχρονη χορήγηση ενός α-αναστολέα, μπορεί να προκαλέσει επικίνδυνες υπερτασικές κρίσεις. Η λαβητατόλη έχει επιπλέον ισχυρή α-ανασταλτική δράση. Ίσως έχει ιδιαίτερη ένδειξη σε υπέρταση.
ΕΟΦ · 4.1.1.2
Υπνωτικά
expand_more
Υπνωτικά
ΕΟΦ · 4.7.2
Λοιπά φάρμακα
expand_more
Λοιπά φάρμακα
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η προπρανολόλη είναι ένας ανταγωνιστής των β-αδρενεργικών υποδοχέων που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της υπέρτασης. Η προπρανολόλη έχει μεγάλη διάρκεια δράσης, καθώς χορηγείται μία ή δύο φορές ημερησίως ανάλογα με την ένδειξη. Όταν οι ασθενείς διακόπτουν απότομα τη λήψη προπρανολόλης, μπορεί να εμφανίσουν έξαρση στη στηθάγχοινα και εμφράγματα του μυοκαρδίου.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η προπρανολόλη είναι ένας μη εκλεκτικός ανταγωνιστής των β-αδρενεργικών υποδοχέων. Ο αποκλεισμός αυτών των υποδοχέων οδηγεί σε αγγειοσυστολή, αναστολή αγγειογενετικών παραγόντων όπως ο αυξητικός ενδοθηλιακός αυξητικός παράγοντας (VEGF) και ο βασικός αυξητικός παράγοντας των ινοβλαστών (bFGF), επαγωγή απόπτωσης των ενδοθηλιακών κυττάρων, καθώς και μείωση της ρύθμισης του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Ασθενείς που έλαβαν δόσεις 40mg, 80mg, 160mg και 320mg ημερησίως παρουσίασαν τιμές Cmax 18±15ng/mL, 52±51ng/mL, 121±98ng/mL και 245±110ng/mL αντίστοιχα. Η προπρανολόλη έχει Tmax περίπου 2 ώρες, αν και αυτό μπορεί να κυμαίνεται από 1 έως 4 ώρες σε νηστικούς ασθενείς. Η λήψη προπρανολόλης με τροφή δεν αυξάνει το Tmax αλλά αυξάνει τη βιοδιαθεσιμότητα.
Το 91% μιας από του στόματος δόσης προπρανολόλης ανακτάται ως 12 μεταβολίτες στα ούρα.
Ο όγκος κατανομής της προπρανολόλης είναι περίπου 4L/kg ή 320L.
Η κάθαρση της προπρανολόλης είναι 2.7±0.03L/h/kg σε βρέφη <90 ημερών και 3.3±0.35L/h/kg σε βρέφη >90 ημερών. Η κάθαρση της προπρανολόλης αυξάνεται γραμμικά με τη ηπατική ροή αίματος. Η προπρανολόλη έχει κάθαρση σε υπερτασικούς ενήλικες 810mL/min.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Περίπου το 90% της προπρανολόλης συνδέεται με πρωτεΐνες στο πλάσμα. Άλλες μελέτες έχουν αναφέρει εύρη από 85-96%.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η προπρανολόλη υφίσταται οξείδωση της πλευρικής αλυσίδας σε α-ναφθοξυλακτικό οξύ, οξείδωση του δακτυλίου σε 4’-υδροξυπροπρανολόλη, ή γλυκουρονιδίωση σε γλυκουρονίδιο προπρανολόλης. Μπορεί επίσης να υποστεί Ν-δεσισοπροπυλίωση για να γίνει Ν-δεσισοπροπυλ προπρανολόλη. Το 17% μιας δόσης υφίσταται γλυκουρονιδίωση και το 42% υφίσταται οξείδωση του δακτυλίου.
Η προπρανολόλη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν (2S,3S,4S,5R)-3,4,5-Τριυδροξυ-6-[1-ναφθαλεν-1-υλοξυ-3-(προπαν-2-υλαμινο)προπαν-2-υλ]οξυοξάνιο-2-καρβοξυλικό οξύ.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Ο χρόνος ημιζωής αποβολής της προπρανολόλης είναι περίπου 8 ώρες. Ο χρόνος ημιζωής πλάσματος της προπρανολόλης είναι 3 έως 6 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Φάρμακα που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους β-αδρενεργικούς υποδοχείς, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις των β-αδρενεργικών αγωνιστών. Οι β-αδρενεργικοί ανταγωνιστές χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της υπέρτασης, των καρδιακών αρρυθμιών, της στηθάγχοινας, του γλαυκώματος, των ημικρανιών και του άγχους.
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή πρόληψη καρδιακών αρρυθμιών. Μπορεί να επηρεάσουν τη φάση πόλωσης-απoπόλωσης του δυναμικού δράσης, την ερεθισιμότητα ή τη επαναφορά του, ή την αγωγή των ερεθισμάτων ή την ανταπόκριση της μεμβράνης εντός των καρδιακών ινών. Οι αντι-αρρυθμικοί παράγοντες κατηγοριοποιούνται συχνά σε τέσσερις κύριες ομάδες σύμφωνα με τον μηχανισμό δράσης τους: αποκλεισμός διαύλων νατρίου, αποκλεισμός β-αδρενεργικών, παράταση επαναπόλωσης, ή αποκλεισμός διαύλων ασβεστίου.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξάρτητα από τον φαρμακολογικό μηχανισμό. Μεταξύ των αντι-υπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδιαίτερα τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ), οι ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ Β-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, οι ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ Α-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, οι ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ, οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ, οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ και οι ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση αγγειοδιαστολής.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογίας
9Y8NXQ24VQ
ΠΡΟΠΡΑΝΟΛΟΛΗ
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Β-Ανταγωνιστές Αδρενεργικών
Καθορισμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Β-Αποκλειστής Αδρενεργικών
Η προπρανολόλη είναι Β-Αποκλειστής Αδρενεργικών. Ο μηχανισμός δράσης της προπρανολόλης είναι ως Ανταγωνιστής Β-Αδρενεργικών.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Φάρμακα που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους β-αδρενεργικούς υποδοχείς, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις των β-αδρενεργικών αγωνιστών. Οι β-αδρενεργικοί ανταγωνιστές χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της υπέρτασης, των καρδιακών αρρυθμιών, της στηθάγχοινας, του γλαυκώματος, των ημικρανιών και του άγχους.
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή πρόληψη καρδιακών αρρυθμιών. Μπορεί να επηρεάσουν τη φάση πόλωσης-απoπόλωσης του δυναμικού δράσης, την ερεθισιμότητα ή τη επαναφορά του, ή την αγωγή των ερεθισμάτων ή την ανταπόκριση της μεμβράνης εντός των καρδιακών ινών. Οι αντι-αρρυθμικοί παράγοντες κατηγοριοποιούνται συχνά σε τέσσερις κύριες ομάδες σύμφωνα με τον μηχανισμό δράσης τους: αποκλεισμός διαύλων νατρίου, αποκλεισμός β-αδρενεργικών, παράταση επαναπόλωσης, ή αποκλεισμός διαύλων ασβεστίου.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξάρτητα από τον φαρμακολογικό μηχανισμό. Μεταξύ των αντι-υπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδιαίτερα τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ), οι ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ Β-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, οι ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ Α-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, οι ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ, οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ, οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ και οι ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση αγγειοδιαστολής.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Junctional-NonReentry C07AA05Κομβική Ταχυκαρδία Μη ΕπανεισόδουΚομβική ταχυκαρδία μη οφειλόμενη σε επανείσοδοΔοσολογία: Όπως αρσενάλι · Συνεχής
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 6.6.1 C07AA05Συγγενές σύνδρομο μακρού QT
-
ΒΗΜΑ 6.6.4 C07AA05Κατεχολαμινεργική πολύμορφη κοιλιακή ταχυκαρδία (CPVT)