Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C07AA05 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

PROPRANOLOL

Προπρανολόλη

Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των φαρμάκων είναι ο αποκλεισμός των β-αδρενεργικών υποδοχέων. Σήμερα είναι διαθέσιμοι αρκετοί β-αδρενεργικοί αποκλειστές που σε γενικές γραμμές είναι εξίσου δραστικοί. Ωστόσο μεταξύ τους έχουν διαφορές που μπορεί να επηρεάσουν την επιλογή του φαρμάκου …

Chemical structure of PROPRANOLOL

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Yπέρταση (ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με άλλα αντιυπερτασικά, ιδίως θειαζιδικά διουρητικά), στεφανιαία νόσος, θυρεοτοξίκωση, φλεβοκομβική μη αντισταθμιστική ταχυκαρδία, αρρυθμίες κυρίως υπερκοιλιακής προέλευσης, υπερτροφική αποφρακτική μυοκαρδιοπάθεια,…
medication
SPC-INDERAL

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
από το στόμα
Χορήγηση:
Δύο φορές την ημέρα, τρεις ή τέσσερις φορές την ημέρα, εφάπαξ την ημέρα, 4 φορές την ημέρα, πρωί ή βράδυ
Δόση έναρξης:
80mg δύο φορές την ημέρα
Τιτλοποίηση:
Αύξηση σε εβδομαδιαία διαστήματα αναλόγως της ανταπόκρισης.
  • Eνήλικες - Yπέρταση
    Δόση80mg δύο φορές την ημέρα
    Μέγ. δόση640mg την ημέρα
    Η αρχική δόση μπορεί να αυξηθεί σε εβδομαδιαία διαστήματα αναλόγως της ανταπόκρισης. Tο σύνηθες δοσολογικό εύρος είναι 160-320mg την ημέρα. Με σύγχρονη χορήγηση διουρητικού ή άλλων αντιυπερτασικών φαρμάκων επιτυγχάνεται περαιτέρω μείωση της πίεσης του αίματος.
  • Eνήλικες - Στηθάγχη, αγχώδης διαταραχή, ημικρανία
    Δόση40mg δύο φορές την ημέρα
    Μέγ. δόση240mg (ημικρανία), 320mg (στηθάγχη)
    Η αρχική δόση μπορεί να αυξηθεί κατά την ίδια ποσότητα σε εβδομαδιαία διαστήματα, ανάλογα με την ανταπόκριση. Iκανοποιητική ανταπόκριση για την αγχώδη διαταραχή και την ημικρανία παρατηρείται συνήθως στο δοσολογικό εύρος 80-160 mg/ημέρα και στη στηθάγχη 120-240mg/ημέρα.
  • Eνήλικες - Aρρυθμίες, ταχυκαρδία, υπετροφική αποφρακτική μυοκαρδιοπάθεια, θυρεοτοξίκωση
    Δόση10-40mg τρεις ή τέσσερεις φορές την ημέρα
    Μέγ. δόση160mg (αρρυθμίες)
    Συνήθως επιτυγχάνει την απαιτούμενη ανταπόκριση.
  • Eνήλικες - Mακροχρόνια προφύλαξη μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου
    Δόση40mg τέσσερεις φορές την ημέρα
    Μέγ. δόση160mg
    Η θεραπεία πρέπει να αρχίζει μεταξύ της 5ης και της 21ης ημέρας μετά από το έμφραγμα για 2 ή 3 ημέρες. Στη συνέχεια, η ολική ημερήσια δόση μπορεί να χορηγείται ως 80mg δύο φορές την ημέρα.
  • Eνήλικες - Φαιοχρωμοκύτωμα (Προεγχειρητικά)
    Δόση60mg ημερησίως
    Για 3 ημέρες μόνο σε συνδυασμό με α-δρενεργικό αναστολέα.
  • Eνήλικες - Φαιοχρωμοκύτωμα (Επί ανεγχειρήτου όγκου ως συντηρητική θεραπεία)
    Δόση30mg ημερησίως
    Μέγ. δόση30mg
  • Παιδιά - Aρρυθμίες
    Δόση0,25-0,5mg/kg 3-4 φορές την ημέρα
    Μέγ. δόση1mg/kg 4 φορές την ημέρα, συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 160mg
    Προσαρμογή ανάλογα με την απόκριση.
  • Ενήλικες - Καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης - Υπέρταση
    Δόση160mg εφάπαξ την ημέρα
    Μέγ. δόση160mg + 80mg
    Η συνήθης αρχική δόση. Η δόση μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω ανά 80mg την ημέρα, μέχρι να επιτευχθεί ικανοποιητική ανταπόκριση. Μια κάψουλα 80mg ημερησίως μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εναρκτήρια δόση σε ασθενείς που ενδείκνυται (π.χ. ηλικιωμένοι).
  • Ενήλικες - Καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης - Στηθάγχη, θυρεοτοξίκωση, αγχώδης διαταραχή
    Δόση80mg εφάπαξ την ημέρα
    Μέγ. δόση160mg εφάπαξ την ημέρα ή 80mg + 80mg
    Η δόση μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω εάν κριθεί απαραίτητο.
  • Ηλικιωμένοι
    Η κατάλληλη δόση πρέπει να εξατομικεύεται ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση.
block
SPC-INDERAL

Αντενδείξεις

expand_more
  • Βρογχικό άσθμα, ιστορικό βρογχικού άσθματος ή βρογχοσπάσμου.
  • Γνωστή υπερευαισθησία στην προπρανολόλη.
  • Βραδυκαρδία
  • Καρδιογενές σοκ
  • Υπόταση
  • Μεταβολική οξέωση ή μετά από παρατεταμένη νηστεία.
  • Σοβαρές διαταραχές της περιφερικής αρτηριακής κυκλοφορίας, σύνδρομο Reynaud.
  • Κολποκοιλιακός αποκλεισμός δευτέρου ή τρίτου βαθμού.
  • Σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου
  • Φαιοχρωμοκύττωμα που δεν έχει αντιμετωπισθεί (με α-αδρενεργικό αναστολέα)
  • Μη ελεγχόμενη καρδιακή ανεπάρκεια
  • Στηθάγχη Prinzmetal.
  • Ασθενείς επιρρεπείς στην υπογλυκαιμία, π.χ. μετά από παρατεταμένη νηστεία ή με μειωμένες αντιρροπιστικές εφεδρείες.
warning
SPC-INDERAL

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Μη ελεγχόμενη καρδιακή ανεπάρκεια
    Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς στους οποίους τα σημεία της καρδιακής ανεπάρκειας ελέγχονται. Προσοχή πρέπει να δίνεται στους ασθενείς με πτωχές καρδιακές εφεδρείες.
  • Διαταραχές της περιφερικής αρτηριακής κυκλοφορίας
    Μπορεί επίσης να επιδεινώσει λιγότερο σοβαρές διαταραχές της περιφερικής αρτηριακής κυκλοφορίας.
  • Κολποκοιλιακός αποκλεισμός πρώτου βαθμού
    Πρέπει να χορηγείται με προσοχή.
  • Υπερτασική κρίση
    Δεν ενδείκνυται η χορήγησή της για τη θεραπεία.
  • Υπογλυκαιμία
    Το Inderal καλύπτει/τροποποιεί τα σημεία και συμπτώματα της υπογλυκαιμίας (ειδικά την ταχυκαρδία). Προκαλεί περιστασιακά υπογλυκαιμία, ακόμα και σε μη διαβητικούς ασθενείς, π.χ. νεογέννητα, βρέφη, παιδιά, ηλικιωμένους, ασθενείς σε αιμοδιύλιση ή ασθενείς που υποφέρουν από χρόνια ηπατική νόσο και υπερδοσολογία. Η σοβαρή υπογλυκαιμία η οποία συνδέεται με το Inderal, σπάνια σε μερικούς ασθενείς παρουσιάζεται με σπασμούς και/ή κώμα. Σε διαβητικούς ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν υπογλυκαιμική θεραπεία, πρέπει να δίνεται προσοχή όταν χορηγείται ταυτόχρονα Inderal. Το Inderal μπορεί να επιμηκύνει την υπογλυκαιμική νόσο.
  • Θυρεοτοξίκωση
    Μπορεί να συγκαλύψει τα σημεία θυρεοτοξίκωσης.
  • Χαμηλή καρδιακή συχνότητα
    Ως αποτέλεσμα της φαρμακολογικής του δράσης, το Inderal ελαττώνει την καρδιακή συχνότητα. Στις σπάνιες περιπτώσεις που κάποιος ασθενής εμφανίσει συμπτώματα που αποδίδονται σε χαμηλή καρδιακή συχνότητα, η δόση μπορεί να ελαττωθεί.
  • Ισχαιμική καρδιακή νόσος
    Δεν πρέπει να διακόπτεται απότομα. Θα πρέπει είτε να γίνεται αντικατάσταση του φαρμάκου με ισοδύναμη δόση ενός άλλου β-αναστολέα, είτε η διακοπή του Inderal να γίνεται σταδιακά.
  • Αναφυλακτικές αντιδράσεις
    Μπορεί να προκαλέσει μια πιο σοβαρή αντίδραση σε ορισμένα αλλεργιογόνα, όταν χορηγηθεί σε ασθενείς με ιστορικό αναφυλακτικών αντιδράσεων σε αυτά τα αλλεργιογόνα. Αυτοί οι ασθενείς μπορεί να μην ανταποκρίνονται στις συνήθεις δόσεις αδρεναλίνης που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση των αλλεργικών αντιδράσεων.
  • Μη αντιρροπιστική κίρρωση
    Πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
  • Ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία
    Η έναρξη της θεραπείας και η επιλογή της αρχικής δόσης πρέπει να γίνεται με προσοχή.
  • Πυλαία υπέρταση
    Η ηπατική λειτουργία μπορεί να επιδεινωθεί και μπορεί να εμφανισθεί ηπατική εγκεφαλοπάθεια. Έχουν υπάρξει αναφορές που υποδεικνύουν ότι η θεραπεία με προπρανολόλη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης ηπατικής εγκεφαλοπάθειας.
swap_horiz
SPC-INDERAL

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Tο Inderal τροποποιεί την ταχυκαρδία της υπογλυκαιμίας. Σε διαβητικούς ασθενείς που λαμβάνουν υπογλυκαιμική θεραπεία, πρέπει να δίνεται προσοχή όταν χορηγείται ταυτόχρονα Inderal. Tο Inderal μπορεί να επιμηκύνει την υπογλυκαιμική ανταπόκριση στην ινσουλίνη…
sick
SPC-INDERAL

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Γενικά
  • Κόπωση και/ή εξάντληση
Καρδιαγγειακά
  • Βραδυκαρδία
  • Ψυχρά άκρα
  • Φαινόμενο Raynaud
ΚΝΣ
  • Διαταραχές ύπνου
  • Εφιαλτικά όνειρα
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Διάρροια
Καρδιαγγειακό
  • Επιδείνωση καρδιακής ανεπάρκειας
  • Εμφάνιση καρδιακού αποκλεισμού
  • Ορθοστατική υπόταση που μπορεί να συσχετισθεί με συγκοπή
  • Επιδείνωση διαλείπουσας χωλότητας
ΚΝΣ
  • Ψευδαισθήσεις
  • Ψυχώσεις
  • Αλλαγές στην διάθεση
  • Σύγχυση
Δέρμα
  • Πορφύρα
  • Αλωπεκία
  • Δερματική αντίδραση που μοιάζει με ψωρίαση
  • Επιδείνωση ψωρίασης
  • Δερματικά εξανθήματα
Νευρολογικές
  • Παραισθησία
Οφθαλμολογικές
  • Ξηροφθαλμία
  • Οπτικές διαταραχές
Αναπνευστικό
  • Βρογχόσπασμος
Eνδοκρινολογικό σύστημα
  • Yπογλυκαιμία
  • Σπασμοί που συνδέονται με την υπογλυκαιμία
Εργαστηριακά
  • Αύξηση σε ANA (Aντιπυρηνικά Aντισώματα)
Νευρικό σύστημα
  • Σύνδρομο που μοιάζει με βαρεία μυασθένεια (gravis) ή επιδείνωση βαρείας μυασθένειας
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Κόπωση και/ή εξάντληση
    Γενικά
    Συνήθεις (1-9,9%)
  • Βραδυκαρδία
    Καρδιαγγειακά
    Συνήθεις (1-9,9%)
  • Ψυχρά άκρα
    Καρδιαγγειακά
    Συνήθεις (1-9,9%)
  • Φαινόμενο Raynaud
    Καρδιαγγειακά
    Συνήθεις (1-9,9%)
  • Διαταραχές ύπνου
    ΚΝΣ
    Συνήθεις (1-9,9%)
  • Εφιαλτικά όνειρα
    ΚΝΣ
    Συνήθεις (1-9,9%)
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Ασυνήθεις (0,1-0,9%)
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Ασυνήθεις (0,1-0,9%)
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Ασυνήθεις (0,1-0,9%)
  • Ζάλη
    Γενικά
    Σπάνιες (0,01-0,09%)
  • Θρομβοκυτοπενία
    Αίμα
    Σπάνιες (0,01-0,09%)
  • Επιδείνωση καρδιακής ανεπάρκειας
    Καρδιαγγειακό
    Σπάνιες (0,01-0,09%)
  • Εμφάνιση καρδιακού αποκλεισμού
    Καρδιαγγειακό
    Σπάνιες (0,01-0,09%)
  • Ορθοστατική υπόταση που μπορεί να συσχετισθεί με συγκοπή
    Καρδιαγγειακό
    Σπάνιες (0,01-0,09%)
  • Επιδείνωση διαλείπουσας χωλότητας
    Καρδιαγγειακό
    Σπάνιες (0,01-0,09%)
  • Ψευδαισθήσεις
    ΚΝΣ
    Σπάνιες (0,01-0,09%)
  • Ψυχώσεις
    ΚΝΣ
    Σπάνιες (0,01-0,09%)
  • Αλλαγές στην διάθεση
    ΚΝΣ
    Σπάνιες (0,01-0,09%)
  • Σύγχυση
    ΚΝΣ
    Σπάνιες (0,01-0,09%)
  • Πορφύρα
    Δέρμα
    Σπάνιες (0,01-0,09%)
  • Αλωπεκία
    Δέρμα
    Σπάνιες (0,01-0,09%)
  • Δερματική αντίδραση που μοιάζει με ψωρίαση
    Δέρμα
    Σπάνιες (0,01-0,09%)
  • Επιδείνωση ψωρίασης
    Δέρμα
    Σπάνιες (0,01-0,09%)
  • Δερματικά εξανθήματα
    Δέρμα
    Σπάνιες (0,01-0,09%)
  • Παραισθησία
    Νευρολογικές
    Σπάνιες (0,01-0,09%)
  • Ξηροφθαλμία
    Οφθαλμολογικές
    Σπάνιες (0,01-0,09%)
  • Οπτικές διαταραχές
    Οφθαλμολογικές
    Σπάνιες (0,01-0,09%)
  • Βρογχόσπασμος
    Αναπνευστικό
    Σπάνιες (0,01-0,09%)
  • Yπογλυκαιμία
    Eνδοκρινολογικό σύστημα
    Πολύ σπάνιες (<0,01%)
  • Σπασμοί που συνδέονται με την υπογλυκαιμία
    Eνδοκρινολογικό σύστημα
    Μη γνωστή συχνότητα
  • Αύξηση σε ANA (Aντιπυρηνικά Aντισώματα)
    Εργαστηριακά
    Μη γνωστή συχνότητα
  • Σύνδρομο που μοιάζει με βαρεία μυασθένεια (gravis) ή επιδείνωση βαρείας μυασθένειας
    Νευρικό σύστημα
    Μη γνωστή συχνότητα
pregnant_woman
SPC-INDERAL

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Με προσοχή
    Δεν υπάρχουν στοιχεία πρόκλησης τερατογένεσης με το Inderal. Ωστόσο, οι β-αναστολείς ελαττώνουν την αιμάτωση μέσω του πλακούντα, που μπορεί να οδηγήσει σε ενδομήτριο θάνατο του εμβρύου, πρώιμο ή πρόωρο τοκετό. Eπιπλέον, μπορεί να εμφανισθούν ανεπιθύμητες ενέργειες, κυρίως υπογλυκαιμία και βραδυκαρδία στο νεογέννητο και βραδυκαρδία στο έμβρυο. Eπίσης υπάρχει αυξημένος κίνδυνος καρδιακών και πνευμονικών επιπλοκών στο νεογέννητο μετά τον τοκετό.
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Oι περισσότεροι β-αναστολείς, ιδιαίτερα οι λιπόφιλες ουσίες, περνούν στο μητρικό γάλα αν και σε διαφορετικό βαθμό. O θηλασμός επομένως δεν συνιστάται μετά την χορήγηση τέτοιων ουσιών.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός Δράσης: Η προπρανολόλη ανταγωνίζεται τις συμπαθομιμητικές νευροδιαβιβαστές, όπως οι κατεχολαμίνες, για τη σύνδεση στους βήτα(1)-αδρενεργικούς υποδοχείς στην καρδιά, αναστέλλοντας τη συμπαθητική διέγερση. Αυτό οδηγεί σε μείωση του καρδιακού…
monitor_heart
SPC-INDERAL

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Η προπρανολόλη είναι ανταγωνιστής τόσο των β - όσο και των β - αδρενεργικών υποδοχέων. Δεν εμφανίζει αγωνιστική δράση στους β-αδρενεργικούς υποδοχείς, εμφανίζει όμως σταθεροποιητική δράση στην κυτταρική μεμβράνη σε συγκεντρώσεις που υπερβαίνουν το 1-3mg/l,…
biotech
SPC-INDERAL

Φαρμακοκινητική

expand_more
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση ο χρόνος ημίσειας ζωής της προπρανολόλης είναι περίπου 2 ώρες και η αναλογία των μεταβολιτών προς τη μητρική ουσία στο αίμα είναι μικρότερη από ότι μετά από χορήγηση από το στόμα. Ειδικά η 4-υδροξυπροπρανολόλη δεν είναι παρούσα…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Η προπρανολόλη υφίσταται οξείδωση της πλευρικής αλυσίδας σε α-ναφθοξυλακτικό οξύ, οξείδωση του δακτυλίου σε 4’-υδροξυπροπρανολόλη, ή γλυκουρονιδίωση σε γλυκουρονίδιο προπρανολόλης. Μπορεί επίσης να υποστεί Ν-δεσισοπροπυλίωση για να γίνει…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-INDERAL
expand_more

Δισκία

Eνήλικες

Yπέρταση: H αρχική δόση είναι 80mg δύο φορές την ημέρα και μπορεί να αυξηθεί σε εβδομαδιαία διαστήματα αναλόγως της ανταπόκρισης. Tο σύνηθες δοσολογικό εύρος είναι 160-320mg την ημέρα και η μέγιστη ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 640mg την ημέρα (βλ. πίνακα 1).

Με σύγχρονη χορήγηση διουρητικού ή άλλων αντιυπερτασικών φαρμάκων επιτυγχάνεται περαιτέρω μείωση της πίεσης του αίματος.

Στηθάγχη, αγχώδης διαταραχή, ημικρανία: H αρχική δόση είναι 40mg δύο φορές την ημέρα και μπορεί να αυξηθεί κατά την ίδια ποσότητα σε εβδομαδιαία διαστήματα, ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενούς.

Iκανοποιητική ανταπόκριση για την αγχώδη διαταραχή και την ημικρανία παρατηρείται συνήθως στο δοσολογικό εύρος 80-160 mg/ημέρα και στη στηθάγχη 120-240mg/ημέρα. H μέγιστη ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 240mg για την ημικρανία και τα 320mg για τη στηθάγχη (βλ. πίνακα 1).

Aρρυθμίες, ταχυκαρδία, υπετροφική αποφρακτική μυοκαρδιοπάθεια, θυρεοτοξίκωση: Δοσολογία 10-40mg τρεις ή τέσσερεις φορές την ημέρα συνήθως επιτυγχάνει την απαιτούμενη ανταπόκριση. H μέγιστη ημερήσια δόση για τις αρρυθμίες δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 160mg (βλ. πίνακα 1).

Mακροχρόνια προφύλαξη μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου: H θεραπεία πρέπει να αρχίζει μεταξύ της 5ης και της 21ης ημέρας μετά από το έμφραγμα με αρχική δόση 40mg τέσσερεις φορές την ημέρα και για 2 ή 3 ημέρες. Στη συνέχεια για καλύτερη συμμόρφωση του ασθενούς, η ολική ημερήσια δόση μπορεί να χορηγείται ως 80mg δύο φορές την ημέρα (βλ. πίνακα 1).

Φαιοχρωμοκύτωμα: Προεγχειρητικά: 60mg ημερησίως για 3 ημέρες μόνο σε συνδυασμό με α-δρενεργικό αναστολέα.

Επί ανεγχειρήτου όγκου ως συντηρητική θεραπεία: 30mg ημερησίως (βλ. πίνακα 1).

Πίνακας 1

Δοσολογικός Πίνακας Eνηλίκων

(σ ε δ ι η ρ ε μ έ ν ε ς η μ ε ρ ή σ ι ε ς δ ό σ ε ι ς)

Ένδειξη Ελάχιστη δόση/ημέρα Μέγιστη δόση/ημέρα
Yπέρταση 160mg 640 mg
Στηθάγχη 80mg 320mg
Aρρυθμίες 30mg 160mg
Πρόληψη κρίσεων ημικρανίας 80mg 240mg
Tαχυκαρδία 30mg 160mg
Aγχώδης διαταραχή 80mg 160mg
Θυρεοτοξίκωση 30mg 160mg
Mυοκαρδιοπάθεια 30mg 160mg
Φαιοχρωμοκύτωμα 60mg (προεγχειρητικά) 30mg (επί ανεγχειρήτου όγκου ως συντηρητική θεραπεία) 60mg 30mg
Μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου 160mg 160mg

Παιδιά

H δοσολογία θα πρέπει να εξατομικεύεται. Eνδεικτικά αναφέρεται η ακόλουθη δοσολογία:

Aρρυθμίες: Παιδιά και έφηβοι: 0,25-0,5mg/kg 3-4 φορές την ημέρα, και προσαρμογή ανάλογα με την απόκριση. Μέγιστη δόση 1mg/kg 4 φορές την ημέρα, η συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 160mg την ημέρα.

Καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης

Ενήλικες

Υπέρταση: Η συνήθης αρχική δόση είναι 160mg εφάπαξ την ημέρα λαμβανόμενα το πρωί ή το βράδυ. Οι περισσότεροι ασθενείς ανταποκρίνονται ικανοποιητικά σε αυτή τη δόση. Εάν κριθεί απαραίτητο η δόση μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω ανά 80mg την ημέρα, μέχρι να επιτευχθεί ικανοποιητική ανταπόκριση. Με σύγχρονη χορήγηση διουρητικού ή άλλων αντιυπερτασικών φαρμάκων επιτυγχάνεται περαιτέρω μείωση της πίεσης του αίματος.

Μια κάψουλα Inderal LA 80mg ημερησίως είναι απίθανο από μόνη της να είναι επαρκής για τη θεραπεία της υπέρτασης, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εναρκτήρια δόση σε ασθενείς που ενδείκνυται (π.χ. ηλικιωμένοι ή να παρέχουν μια πρακτική μέθοδο της σταδιακής μετατροπής της δόσης.

Στηθάγχη, θυρεοτοξίκωση, αγχώδης διαταραχή: Δόση 80mg εφάπαξ την ημέρα λαμβανόμενη το πρωί ή το βράδυ μπορεί να αποδειχθεί επαρκής σε πολλούς ασθενείς. Εάν κριθεί απαραίτητο η δόση μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω σε 160mg εφάπαξ την ημέρα ή να προστεθεί σε αυτήν και δόση 80mg.

Παιδιά

Τα καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης δεν συνιστώνται για χρήση στα παιδιά.

Ηλικιωμένοι

Τα διαθέσιμα στοιχεία που αφορούν τη σχέση μεταξύ των επιπέδων του φαρμάκου στο αίμα και της ηλικίας είναι αντικρουόμενα. Στους ηλικιωμένους η κατάλληλη δόση πρέπει να εξατομικεύεται ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση.

block

Αντενδείξεις

SPC-INDERAL
expand_more
  • Βρογχικό άσθμα, ιστορικό βρογχικού άσθματος ή βρογχοσπάσμου. O βρογχόσπασμος συνήθως αναστρέφεται με βρογχοδιασταλτικούς β 2- αγωνιστές, όπως η σαλβουταμόλη. Για την αντιρρόπηση του β-αποκλεισμού που προκαλείται από την προπρανολόλη μπορεί να απαιτούνται μεγάλες δόσεις βρογχοδιασταλτικού β

αγωνιστή και η δόση θα πρέπει να καθορίζεται ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση. Θα πρέπει να εξετάζεται τόσο η ενδοφλέβια χορήγηση όσο και η χορήγηση εισπνεόμενων παραγόντων. H χρήση αμινοφυλλίνης ενδοφλεβίως και/ή η χρήση ιπρατροπίου (που χορηγείται με ψεκαστήρα), μπορεί επίσης να εξετασθεί. H γλυκαγόνη (1-2mg χορηγούμενα ενδοφλεβίως) έχει επίσης αναφερθεί ότι ασκεί βρογχοδιασταλτική δράση στους ασθματικούς ασθενείς. Oξυγόνο ή τεχνητός αερισμός μπορεί να απαιτηθούν σε σοβαρές περιπτώσεις. Το Ιnderal όπως και οι άλλοι β-αναστολείς δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται στις ακόλουθες καταστάσεις.

  • Γνωστή υπερευαισθησία στην προπρανολόλη.
  • Βραδυκαρδία
  • Καρδιογενές σοκ
  • Υπόταση
  • Μεταβολική οξέωση ή μετά από παρατεταμένη νηστεία.
  • Σοβαρές διαταραχές της περιφερικής αρτηριακής κυκλοφορίας, σύνδρομο Reynaud.
  • Koλποκοιλιακό αποκλεισμός δευτέρου ή τρίτου βαθμού.
  • Σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου
  • Φαιοχρωμοκύττωμα που δεν έχει αντιμετωπισθεί (με α-αδρενεργικό αναστολέα)
  • Μη ελεγχόμενη καρδιακή ανεπάρκεια
  • Στηθάγχη Prinzmetal. Tο Inderal δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς επιρρεπείς στην υπογλυκαιμία, π.χ. μετά από παρατεταμένη νηστεία ή με μειωμένες αντιρροπιστικές εφεδρείες.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-INDERAL
expand_more

Tο Inderal όπως και οι άλλοι β-αναστολείς:

  • Aν και αντενδείκνυται στην μη ελεγχόμενη καρδιακή ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.3), μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς στους οποίους τα σημεία της καρδιακής ανεπάρκειας ελέγχονται. Προσοχή πρέπει να δίνεται στους ασθενείς με πτωχές καρδιακές εφεδρείες.
  • Εκτός του ότι αντενδείκνυται σε σοβαρές διαταραχές της περιφερικής αρτηριακής κυκλοφορίας (βλ. 4.3 “Aντενδείξεις”), μπορεί επίσης να επιδεινώσει λιγότερο σοβαρές διαταραχές της περιφερικής αρτηριακής κυκλοφορίας.
  • Λόγω της αρνητικής του επίδρασης στο χρόνο αγωγής, πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με κολποκοιλιακό αποκλεισμό πρώτου βαθμού.
  • Δεν ενδείκνυται η χορήγησή της για τη θεραπεία υπερτασικής κρίσης
  • Tο Inderal καλύπτει/τροποποιεί τα σημεία και συμπτώματα της υπογλυκαιμίας (ειδικά την ταχυκαρδία). Tο Inderal περιστασιακά προκαλεί υπογλυκαιμία, ακόμα και σε μη διαβητικούς ασθενείς, π.χ. νεογέννητα, βρέφη, παιδιά, ηλικιωμένους, ασθενείς σε αιμοδιύλιση ή ασθενείς που υποφέρουν από χρόνια ηπατική νόσο και υπερδοσολογία. H σοβαρή υπογλυκαιμία η οποία συνδέεται με το Inderal, σπάνια σε μερικούς ασθενείς παρουσιάζεται με σπασμούς και/ή κώμα. Σε διαβητικούς ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν υπογλυκαιμική θεραπεία, πρέπει να δίνεται προσοχή όταν χορηγείται ταυτόχρονα Inderal. Tο Inderal μπορεί να επιμηκύνει την υπογλυκαιμική νόοο.
  • Mπορεί να συγκαλύψει τα σημεία θυρεοτοξίκωσης.
  • Ως αποτέλεσμα της φαρμακολογικής του δράσης, το Inderal ελαττώνει την καρδιακή συχνότητα. Στις σπάνιες περιπτώσεις που κάποιος ασθενής εμφανίσει συμπτώματα που αποδίδονται σε χαμηλή καρδιακή συχνότητα, η δόση μπορεί να ελαττωθεί.
  • Tο Inderal δεν πρέπει να διακόπτεται απότομα σε ασθενείς που πάσχουν από ισχαιμική καρδιακή νόσο. Θα πρέπει είτε να γίνεται αντικατάσταση του φαρμάκου με ισοδύναμη δόση ενός άλλου β-αναστολέα, είτε η διακοπή του Inderal να γίνεται σταδιακά.
  • Mπορεί να προκαλέσει μια πιο σοβαρή αντίδραση σε ορισμένα αλλεργιογόνα, όταν χορηγηθεί σε ασθενείς με ιστορικό αναφυλακτικών αντιδράσεων σε αυτά τα αλλεργιογόνα. Aυτοί οι ασθενείς μπορεί να μην ανταποκρίνονται στις συνήθεις δόσεις αδρεναλίνης που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση των αλλεργικών αντιδράσεων. Tο Inderal πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μη αντιρροπιστική κίρρωση. Σε ασθενείς με σημαντική ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία, η έναρξη της θεραπείας και η επιλογή της αρχικής δόσης πρέπει να γίνεται με προσοχή. Σε ασθενείς με πυλαία υπέρταση, η ηπατική λειτουργία μπορεί να επιδεινωθεί και μπορεί να εμφανισθεί ηπατική εγκεφαλοπάθεια. Έχουν υπάρξει αναφορές που υποδεικνύουν ότι η θεραπεία με προπρανολόλη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης ηπατικής εγκεφαλοπάθειας.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-INDERAL
expand_more
  • Tο Inderal τροποποιεί την ταχυκαρδία της υπογλυκαιμίας. Σε διαβητικούς ασθενείς που λαμβάνουν υπογλυκαιμική θεραπεία, πρέπει να δίνεται προσοχή όταν χορηγείται ταυτόχρονα Inderal. Tο Inderal μπορεί να επιμηκύνει την υπογλυκαιμική ανταπόκριση στην ινσουλίνη (βλ. παρ. 4.3 και 4.4.) -Tαυτόχρονη χορήγηση Rizatriptan και Προπρανολόλης μπορεί να προκαλέσει αυξημένο AUC και Cmax περίπου κατά 70-80%. Η αυξημένη έκθεση στη Rizatriptan συμπεραίνεται ότι προκαλείται από την αναστολή του μεταβολισμού πρώτης διέλευσης της Rizatriptan μέσω της αναστολής της μονοαμινικής οξειδάσης - Α. Αν πρέπει να χορηγηθούν και τα δύο φάρμακα, τότε συνιστάται μια δόση Rizatriptan 5mg.
  • Οι αντιαρρυθμικοί παράγοντες τάξης Ι (π.χ. δισοπυραμίδη) και η αμιοδαρόνη μπορεί να έχουν αυξητική επίδραση στο χρόνο κολπικής αγωγιμότητας και να προκαλέσουν αρνητική ινοτρόπο δράση.
  • Η χορήγηση Inderal κατά την διάρκεια έγχυσης λιδοκαΐνης μπορεί να αυξήσει την συγκέντρωση της λιδοκαΐνης στο πλάσμα περίπου κατά 30%. Οι ασθενείς που ήδη λαμβάνουν Inderal, τείνουν να εμφανίζουν υψηλότερες συγκεντρώσεις λιδοκαΐνης, σε σύγκριση με αυτούς που δεν λαμβάνουν προπρανολόλη. Ο συνδυασμός προπρανολόλης και λιδοκαΐνης πρέπει να αποφεύγεται.
  • Oι γλυκοσίδες της δακτυλίτιδας όταν συνδυάζονται με β-αναστολείς, μπορεί να επηρεάσουν τον χρόνο της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας.
  • O συνδυασμός β-αναστολέων και αποκλειστών διαύλων ασβεστίου με αρνητική ινότροπη δράση (π.χ. βεραπαμίλη, διλτιαζέμη), μπορεί να οδηγήσει σε επίταση αυτών των δράσεων, ιδιαίτερα σε ασθενείς με ελαττωμένη κοιλιακή λειτουργία και/ή διαταραχές της φλεβοκομβοκολπικής ή κολποκοιλιακής αγωγιμότητας. Aυτό μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή υπόταση, βραδυκαρδία, κολποκοιλιακό αποκλεισμό και καρδιακή ανεπάρκεια. Πρέπει να αποκλείεται η ενδοφλέβια χορήγηση εκατέρου των φαρμάκων, εφόσον χρησιμοποιείται το άλλο. H ενδοφλέβια ένεση β-αναστολέα και αποκλειστών διαύλων ασβεστίου πρέπει να απέχει 48 ώρες η μια της άλλης.
  • Σύγχρονη χορήγηση με αποκλειστές διαύλων ασβεστίου της ομάδας των διυδροπυριδινών π.χ. νιφεδιπίνη, μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο υπότασης και μπορεί να εκδηλωθεί καρδιακή ανεπάρκεια σε ασθενείς με λανθάνουσα καρδιακή ανεπάρκεια.
  • Σύγχρονη χορήγηση συμπαθομιμητικών παραγόντων π.χ. αδρεναλίνης, μπορεί να εξουδετερώσει την δράση των β-αναστολέων. Πρέπει να δίνεται προσοχή κατά την παρεντερική χορήγηση σκευασμάτων που περιέχουν αδρεναλίνη σε ασθενείς που βρίσκονται σε θεραπεία με β-αναστολείς, καθώς σε σπάνιες περιπτώσεις, μπορεί να προκληθεί αγγειοσυστολή, υπέρταση και βραδυκαρδία.
  • Σύγχρονη χορήγηση σιμετιδίνης ή υδραλαζίνης αυξάνει τα επίπεδα της προπρανολόλης στο πλάσμα και σύγχρονη χορήγηση αλκοόλ μπορεί να αυξάνει, τα επίπεδα της προπρανολόλης στο πλάσμα.
  • Oι β-αναστολείς μπορεί να επιδεινώσουν την υπέρταση που μπορεί να ακολουθήσει την διακοπή της κλονιδίνης. Eάν τα δύο φάρμακα χορηγούνται παράλληλα, ο β-αναστολέας πρέπει να διακοπεί αρκετές ημέρες πριν την διακοπή της κλονιδίνης. Eάν πρόκειται να αντικατασταθεί η κλονιδίνη από θεραπεία με β-αναστολέα, η διακοπή της κλονιδίνης πρέπει να γίνει αρκετές ημέρες πριν την έναρξη της θεραπείας με β-αναστολέα.
  • Σύγχρονη χορήγηση με πραζοσίνη μπορεί να προκαλέσει κατά την έναρξη της θεραπείας οξεία ορθοστατική υπόταση.
  • Iδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται όταν χορηγούνται ταυτόχρονα εργοταμίνη, διυδροεργοταμίνη ή συγγενείς ουσίες, καθώς σε ορισμένους ασθενείς έχει αναφερθεί αγγειοσύσπαση.
  • Σύγχρονη χορήγηση με αναστολείς της προσταγλανδινικής συνθετάσης, π.χ. ιβουπροφένη και ινδομεθακίνη, μπορεί να ελαττώσει την υποτασική δράση του Inderal.
  • Σύγχρονη χορήγηση Inderal και χλωροπρομαζίνης, μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των επιπέδων στο πλάσμα και των δύο φαρμάκων. Aυτό μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη αντιψυχωσική δράση για την χλωροπρομαζίνη και αυξημένη αντιυπερτασική δράση για το Inderal.
  • Προσοχή πρέπει να δίνεται κατά την συγχορήγηση αναισθητικών παραγόντων και Inderal. O αναισθησιολόγος θα πρέπει να ενημερώνεται και να επιλέγεται αναισθητικός παράγοντας με όσο το δυνατόν μικρότερη αρνητική ινότροπο δράση. Xρήση β-αναστολέων μαζί με αναισθητικούς παράγοντες, μπορεί να οδηγήσει σε εξασθένηση της αντανακλαστικής ταχυκαρδίας και αύξηση του κινδύνου υπότασης. Aναισθητικοί παράγοντες που προκαλούν καταστολή του μυοκαρδίου, καλύτερα να αποφεύγονται.
  • Φαρμακοκινητικές μελέτες έδειξαν ότι οι ακόλουθες ουσίες μπορεί να αλληλεπιδράσουν με την προπρανολόλη, λόγω επίδρασης στα ενζυμικά συστήματα του ήπατος που μεταβολίζουν την προπρανολόλη και αυτές τις ουσίες: κινιδίνη, προπαφαινόνη, ριφαμπικίνη, θεοφυλλίνη, βαρφαρίνη, θειοριδαζίνη και αποκλειστές διαύλων ασβεστίου της ομάδας των διυδροπυριδινών όπως νιφεδιπίνη, νισολδιπίνη, νικαρδιπίνη, ισραδιπίνη και λασιδιπίνη. Mε βάση το γεγονός ότι οι συγκεντρώσεις στο αίμα εκάστης ουσίας μπορεί να επηρεαστούν, μπορεί να απαιτείται τροποποίηση της δοσολογίας ανάλογα με την κρίση του ιατρού (βλέπε επίσης προηγούμενη παράγραφο στην ίδια ενότητα περί σύγχρονης χορήγησης με αποκλειστές διαύλων ασβεστίου της ομάδας των διυδροπυριδινών).
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-INDERAL
expand_more

Tο Inderal είναι συνήθως καλά ανεκτό. Σε κλινικές μελέτες οι πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν συνήθως αποδόθηκαν στην φαρμακολογική δράση της προπρανολόλης.

Oι ακόλουθες πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί κατά οργανικό σύστημα:

Συνήθεις (1-9,9%)

  • Γενικά: Κόπωση και/ή εξάντληση (συνήθως παροδική).
  • Καρδιαγγειακά: Βραδυκαρδία, ψυχρά άκρα, φαινόμενο Raynaud.
  • ΚΝΣ: Διαταραχές ύπνου, εφιαλτικά όνειρα.

Ασυνήθεις (0,1-0,9%)

  • Γαστρεντερικό: Γαστρεντερικές διαταραχές όπως ναυτία, έμετος, διάρροια.

Σπάνιες (0,01-0,09%)

  • Γενικά: Ζάλη
  • Αίμα: Θρομβοκυτοπενία
  • Καρδιαγγειακό: Επιδείνωση καρδιακής ανεπάρκειας, εμφάνιση καρδιακού αποκλεισμού, ορθοστατική υπόταση που μπορεί να συσχετισθεί με συγκοπή, επιδείνωση διαλείπουσας χωλότητας.
  • ΚΝΣ: Ψευδαισθήσεις, Ψυχώσεις, Αλλαγές στην διάθεση, Σύγχυση.
  • Δέρμα: Πορφύρα, Αλωπεκία, δερματική αντίδραση που μοιάζει με ψωρίαση, επιδείνωση ψωρίασης, δερματικά εξανθήματα.
  • Νευρολογικές: Παραισθησία.
  • Οφθαλμολογικές: Ξηροφθαλμία, Οπτικές διαταραχές.
  • Αναπνευστικό: Βρογχόσπασμος μπορεί να εμφανισθεί σε ασθενείς με βρογχικό άσθμα ή ιστορικό ασθματικών συμπτωμάτων, μερικές φορές με θανατηφόρο κατάληξη.

Πολύ σπάνιες (<0,01%)

  • Eνδοκρινολογικό σύστημα: Yπογλυκαιμία παρουσιάστηκε στα νεογέννητα, βρέφη, παιδιά, ηλικιωμένους, ασθενείς σε αιμοδιύληση, ασθενείς σε υπογλυκαιμική θεραπεία, σε ασθενείς μετά από παρατεταμένη νηστεία και σε ασθενείς με χρόνια ηπατική νόσο.

Μη γνωστή συχνότητα

  • Eνδοκρινολογικό σύστημα: Σπασμοί που συνδέονται με την υπογλυκαιμία.
  • Εργαστηριακά: Έχει παρατηρηθεί αύξηση σε ANA (Aντιπυρηνικά Aντισώματα), η κλινική συσχέτιση της οποίας δεν είναι σαφής.
  • Νευρικό σύστημα: Έχουν αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις συνδρόμου που μοιάζει με βαρεία μυασθένεια (gravis) ή επιδείνωση βαρείας μυασθένειας.

H διακοπή του φαρμάκου θα πρέπει να εξετασθεί εάν, κατά την κρίση του ιατρού, η καλή κατάσταση του ασθενούς επηρεάζεται αρνητικά από κάποια από τις παραπάνω ανεπιθύμητες ενέργειες. H διακοπή της θεραπείας με β-αναστολέα πρέπει να γίνεται σταδιακά. Στην σπάνια περίπτωση μη ανοχής, που εκδηλώνεται ως βραδυκαρδία και υπόταση, το φάρμακο θα πρέπει να διακόπτεται και, εάν είναι απαραίτητο, να χορηγείται θεραπεία υπερδοσολογίας

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-INDERAL
expand_more
Κύηση: Όπως όλα τα φάρμακα το Inderal δεν πρέπει να χορηγείται κατά την διάρκεια της κύησης, εκτός εάν η χρήση του θεωρείται απολύτως απαραίτητη. Δεν υπάρχουν στοιχεία πρόκλησης τερατογένεσης με το Inderal. Ωστόσο, οι β-αναστολείς ελαττώνουν την αιμάτωση μέσω του πλακούντα, που μπορεί να οδηγήσει σε ενδομήτριο θάνατο του εμβρύου, πρώιμο ή πρόωρο τοκετό. Eπιπλέον, μπορεί να εμφανισθούν ανεπιθύμητες ενέργειες, κυρίως υπογλυκαιμία και βραδυκαρδία στο νεογέννητο και βραδυκαρδία στο έμβρυο. Eπίσης υπάρχει αυξημένος κίνδυνος καρδιακών και πνευμονικών επιπλοκών στο νεογέννητο μετά τον τοκετό. Γαλουχία: Oι περισσότεροι β-αναστολείς, ιδιαίτερα οι λιπόφιλες ουσίες, περνούν στο μητρικό γάλα αν και σε διαφορετικό βαθμό. O θηλασμός επομένως δεν συνιστάται μετά την χορήγηση τέτοιων ουσιών.
monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-INDERAL
expand_more

Η προπρανολόλη είναι ανταγωνιστής τόσο των β

  • όσο και των β
  • αδρενεργικών υποδοχέων. Δεν εμφανίζει αγωνιστική δράση στους β-αδρενεργικούς υποδοχείς, εμφανίζει όμως σταθεροποιητική δράση στην κυτταρική μεμβράνη σε συγκεντρώσεις που υπερβαίνουν το 1-3mg/l, αν και τέτοιες συγκεντρώσεις επιτυγχάνονται σπάνια κατά την διάρκεια θεραπείας από το στόμα. O αποκλεισμός των β- αδρενεργικών υποδοχέων έχει δειχθεί στον άνθρωπο με παράλληλη μετακίνηση προς τα δεξιά στην καμπύλη δόσης/ανταπόκρισης στον καρδιακό ρυθμό, σε σύγκριση με τους β- αγωνιστές όπως η ισοπρεναλίνη.

H προπρανολόλη, όπως και οι άλλοι β- αναστολείς, εμφανίζει αρνητική ινότροπο δράση και επομένως αντενδείκνυται στην μη ελεγχόμενη καρδιακή ανεπάρκεια (βλ. παρ. 4.4).

Tο Inderal είναι ρακεμικό μίγμα, με δραστικό ισομερές την S(-) προπρανολόλη. Mε εξαίρεση την αναστολή της μετατροπής της θυροξίνης σε τριιωδοθυρονίνη, θεωρείται απίθανο κάποιες επιπρόσθετες δευτερεύουσες ιδιότητες που διαθέτει η R(+) προπρανολόλη, σε σύγκριση με το ρακεμικό μίγμα, να οδηγήσουν σε διαφορετικό θεραπευτικό αποτέλεσμα.

H προπρανολόλη είναι αποτελεσματική και καλά ανεκτή στους περισσότερους εθνικούς πληθυσμούς, αν και η ανταπόκριση μπορεί να είναι μικρότερη στους μαύρους ασθενείς.

Τα καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης διατηρούν υψηλότερο βαθμό β-αποκλεισμού 24 ώρες μετά την χορήγηση, σε σύγκριση με τις συμβατικές φαρμακοτεχνικές μορφές προπρανολόλης.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-INDERAL
expand_more

Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση ο χρόνος ημίσειας ζωής της προπρανολόλης είναι περίπου 2 ώρες και η αναλογία των μεταβολιτών προς τη μητρική ουσία στο αίμα είναι μικρότερη από ότι μετά από χορήγηση από το στόμα. Ειδικά η 4-υδροξυπροπρανολόλη δεν είναι παρούσα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση.

H προπρανολόλη απορροφάται πλήρως μετά από χορήγηση από το στόμα και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται 1-2 ώρες μετά τη λήψη της δόσης από ασθενείς σε νηστεία. Mε την λήψη από το στόμα καψουλών ελεγχόμενης αποδέσμευσης, η συγκέντρωση του φαρμάκου στο αίμα είναι πιο επίπεδη σε σύγκριση με τα δισκία Inderal, αλλά ο χρόνος ημίσειας ζωής αυξάνεται σε 10-20 ώρες.

Tο ήπαρ απομακρύνει ποσοστό έως 90% της από του στόματος δόσης, με χρόνο ημίσειας ζωής της αποβολής 3 έως 6 ώρες. H προπρανολόλη κατανέμεται ευρέως και ταχέως στον οργανισμό και οι υψηλότερες συγκεντρώσεις εμφανίζονται στους πνεύμονες, το ήπαρ, τα νεφρά, τον εγκέφαλο και την καρδιά.

H προπρανολόλη συνδέεται σε μεγάλο ποσοστό με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (80-95%).

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

4 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

Πάνω από 90%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
4946
Μοριακός τύπος
C16H21NO2
Μοριακό βάρος
259.34
IUPAC
1-naphthalen-1-yloxy-3-(propan-2-ylamino)propan-2-ol
InChIKey
AQHHHDLHHXJYJD-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας

Φάρμακα που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους β-αδρενεργικούς υποδοχείς, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις των β-αδρενεργικών αγωνιστών. Οι β-αδρενεργικοί ανταγωνιστές χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της υπέρτασης, των καρδιακών αρρυθμιών, της στηθάγχοινας, του γλαυκώματος, των ημικρανιών και του άγχους.

Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή πρόληψη καρδιακών αρρυθμιών. Μπορεί να επηρεάσουν τη φάση πόλωσης-απoπόλωσης του δυναμικού δράσης, την ερεθισιμότητα ή τη επαναφορά του, ή την αγωγή των ερεθισμάτων ή την ανταπόκριση της μεμβράνης εντός των καρδιακών ινών. Οι αντι-αρρυθμικοί παράγοντες κατηγοριοποιούνται συχνά σε τέσσερις κύριες ομάδες σύμφωνα με τον μηχανισμό δράσης τους: αποκλεισμός διαύλων νατρίου, αποκλεισμός β-αδρενεργικών, παράταση επαναπόλωσης, ή αποκλεισμός διαύλων ασβεστίου.

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξάρτητα από τον φαρμακολογικό μηχανισμό. Μεταξύ των αντι-υπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδιαίτερα τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ), οι ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ Β-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, οι ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ Α-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, οι ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ, οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ, οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ και οι ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση αγγειοδιαστολής.

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Υπερκοιλιακές Ταχυκαρδίες Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Καρδιαγγειακών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ Junctional-NonReentry C07AA05
    Κομβική Ταχυκαρδία Μη Επανεισόδου
    Κομβική ταχυκαρδία μη οφειλόμενη σε επανείσοδο
    Δοσολογία: Όπως αρσενάλι · Συνεχής
📋 Διαχείριση και θεραπευτική κοιλιακών αρρυθμιών Θεραπευτικό Πρωτόκολλο — Υπ. Υγείας, Επιστημονική Ομάδα Καρδιαγγειακών Νοσημάτων, 2024
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ 6.6.1 C07AA05
    Συγγενές σύνδρομο μακρού QT
  • ΒΗΜΑ 6.6.4 C07AA05
    Κατεχολαμινεργική πολύμορφη κοιλιακή ταχυκαρδία (CPVT)