TAMOXIFEN
Ταμοξιφαίνη
Πολλές ουσίες ανταγωνίζονται τη δράση διαφόρων ορμονών καταλαμβάνοντας τους υποδοχείς των τελευταίων, ανταγωνιζόμενες έτσι τη δράση τους. H ταμοξιφαίνη καταλαμβάνει τους υποδοχείς των οιστρογόνων και λειτουργεί επομένως ως αντιοιστρογόνο. Eίναι το φάρμακο εκλογής στον μεταστατικό …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ADIFEN
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Δόση έναρξης: 20 mg
- Τιτλοποίηση: Δοσολογίες άνω των 20 mg πρέπει να δίδονται σε δύο δόσεις (πρωί και βράδυ).
-
Ενήλικες (συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων)Δόση20-40 mg ημερησίωςΔοσολογίες άνω των 20 mg πρέπει να δίδονται σε δύο δόσεις (πρωί και βράδυ). Ως δόση συντήρησης χορηγούνται 20 mg ημερησίως. Στην πρώιμη νόσο, διάρκεια θεραπείας όχι μικρότερη από 5 χρόνια.
-
ΠαιδιάΔεν συνιστάται.
block
SPC-ADIFEN
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στο προϊόν ή σε κάποιο από τα συστατικά του.
-
Οξεία πορφυρία.
-
ΚύησηΠληθυσμόςέγκυες γυναίκες
warning
SPC-ADIFEN
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Έμμηνος ΡύσηΠληθυσμόςπροεμμηνοπαυσιακές γυναίκεςΗ έμμηνος ρύση καταστέλλεται.
-
Σαρκώματα της μήτρας και αλλοιώσεις του ενδομητρίουΑσθενείς που λαμβάνουν ή έχουν λάβει παλαιότερα ADIFEN και παρουσιάζουν συμπτώματα από τα γεννητικά όργανα, ειδικά κολπική αιμορραγία, πρέπει να ελέγχονται ενδελεχώς.
-
Κυστικά ωοθηκικά αδενώματαπαρατηρήθηκαν σε μερικές περιπτώσειςΠληθυσμόςπροεμμηνοπαυσιακές γυναίκες
-
Δεύτεροι πρωτοπαθείς όγκοιμη τεκμηριωμένη αιτιολογική συσχέτιση, ασαφής κλινική σημασίαΠληθυσμόςασθενείς με καρκίνο του μαστού
-
Οφθαλμολογικές διαταραχέςΜπορεί να μειώσει την οπτική οξύτητα και να προκαλέσει θόλωση του κερατοειδούς, καταρράκτη και αμφιβληστροειδοπάθεια.
-
Θρομβοεμβολικά επεισόδια και πνευμονική εμβολήαυξημένη επιρρέπεια, πιθανόν επιτείνεται με σύγχρονη χορήγηση κυτταροτοξικών φαρμάκων.
-
Θρομβοπενία και λευκοπενίασπάνιες περιπτώσεις παροδικής θρομβοπενίας με αριθμό αιμοπεταλίων < 100.000 κ.κ.χ. και λευκοπενίας με αριθμό λευκών αιμοσφαιρίων < 3.000 κ.κ.χ.
-
Επιμήκυνση του διαστήματος QTσυσχέτιση με επιμήκυνση του διαστήματος QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα σε θεραπευτικές δόσεις ή πολλαπλάσιες δόσεις.
-
ΥπερασβεστιαιμίαΠληθυσμόςασθενείς με καρκίνο του μαστού με οστικές μεταστάσειςΕάν συμβεί υπερασβεστιαιμία θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα και εάν είναι σοβαρή το φάρμακο πρέπει να διακοπεί.
-
Ηπατικές διαταραχέςΑυξήσεις των επιπέδων των ηπατικών ένζυμων και σε σπάνιες περιπτώσεις σοβαρότερες διαταραχές του ήπατος περιλαμβανομένων λιπώδους διήθησης του ήπατος, χολόσταση, ηπατίτιδας και ηπατικής νέκρωσης. Λίγες από αυτές τις περιπτώσεις απέβησαν μοιραίες.
-
Σύνδρομο McCune Albright (MAS)ΠληθυσμόςΚορίτσια ηλικίας 2 έως 10 ετώνΟ μέσος όγκος της μήτρας αυξήθηκε μετά από θεραπεία 6 μηνών και διπλασιάσθηκε στο τέλος της μελέτης διάρκειας ενός έτους. Αιτιολογική συσχέτιση δεν έχει τεκμηριωθεί (βλ 5.1).
swap_horiz
SPC-ADIFEN
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
κουμαρινικού τύπου αντιπηκτικάσημαντική αύξηση της αντιπηκτικής δράσηςΣύστασηπροσεχτική παρακολούθηση του ασθενή
-
κυτταροτοξικοί παράγοντεςαυξημένος κίνδυνος εμφάνισης θρομβοεμβολικών επεισοδίων
-
αναστολέας της αρωματάσηςδεν έχει δείξει καλύτερη αποτελεσματικότητα (όταν χρησιμοποιείται με ταμοξιφαίνη ως επικουρική θεραπεία έναντι μονοθεραπείας ταμοξιφαίνης)
-
ριφαμπικίνη (επαγωγέας του CYP3Α4)μείωση στα επίπεδα πλάσματος της ταμοξιφαίνηςΣύστασηΗ σημασία του γεγονότος αυτού στην κλινική πρακτική δεν είναι γνωστή.
-
αναστολείς CYP2D6μείωση στα επίπεδα του πλάσματος του ενεργού μεταβολίτη της ταμοξιφαίνης 4-hydroxy-N-desmethyltamoxifen (endoxifen)ΣύστασηΗ κλινική σημασία αυτής της αλληλεπίδρασης δεν είναι γνωστή.
-
περιπτώσεις ουραιμικού - αιμολυτικού συνδρόμου
-
κυκλοφωσφαμίδη ή άλλα φάρμακα που απαιτούν οξειδασικό μεταβολισμόάγνωστηάγνωστη επίδραση στον μεταβολισμό και στην αποβολή
-
αύξηση των ντοπαμινεργικών δράσεων, πιθανή αύξηση των επιπέδων στο πλάσμα της ταμοξιφαίνης
sick
SPC-ADIFEN
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- εξάψεις
- αιμορραγία και εκκρίσεις από τον κόλπο
- κνησμός του αιδοίου
- αναζωπύρωση του όγκου
- δυσανεξία από το γαστρεντερικό
- πονοκέφαλος
- ζάλη
- κατακράτηση υγρών
- αλωπεκία
- δερματικά εξανθήματα
- πολύμορφο ερύθημα
- σύνδρομο Stevens-Johnson
- φυσαλιδώδες πέμφιγος
- αγγειοοίδημα
- υπερασβεστιαιμία
- αύξηση των επιπέδων των τριγλυκεριδίων του ορού
- παγκρεατίτιδα
- μείωση του αριθμού θρομβοκυττάρων
- λευκοπενία
- αναιμία
- θρομβοπενία
- ουδετεροπενία
- θόλωση του κερατοειδούς
- μείωση της οπτικής οξύτητας
- αμφιβληστροειδοπάθεια
- καταρράκτης
- οπτική νευροπάθεια
- οπτική νευρίτιδα
- τύφλωση
- ινομυώματα μήτρας
- ενδομητρίωση
- υπερπλασία ενδομητρίου
- πολύποδες ενδομητρίου
- κυστικά ωοθηκικά αδενώματα
- καρκίνος του ενδομητρίου
- σαρκώματα της μήτρας
- ισχαιμικά αγγειακά επεισόδια
- θρομβοεμβολικά επεισόδια (εν τω βάθει φλεβών, πνευμονική εμβολή)
- κράμπες στα κάτω άκρα
- διάμεση πνευμονίτιδα
- αυξήσεις των επιπέδων των ηπατικών ένζυμων
- λιπώδη διήθηση του ήπατος
- χολόσταση
- ηπατίτιδα
- ηπατική νέκρωση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
συχνάεξάψεις
-
συχνάαιμορραγία και εκκρίσεις από τον κόλπο
-
συχνάκνησμός του αιδοίου
-
συχνάαναζωπύρωση του όγκου
-
συχνάδυσανεξία από το γαστρεντερικό
-
συχνάπονοκέφαλος
-
συχνάζάλη
-
σποραδικάκατακράτηση υγρών
-
σποραδικάαλωπεκία
-
συχνάδερματικά εξανθήματα
-
σπάνιααντιδράσεις υπερευαισθησίας (περιλαμβανομένου αγγειοοιδήματος)
-
λίγοι ασθενείςυπερασβεστιαιμία
-
συχνάμείωση του αριθμού θρομβοκυττάρων
-
σπάνιαθόλωση του κερατοειδούς
-
σπάνιαμείωση της οπτικής οξύτητας
-
σπάνιααμφιβληστροειδοπάθεια
-
αυξημένη συχνότητακαταρράκτης
-
αναφέρθηκεοπτική νευροπάθεια
-
αναφέρθηκεοπτική νευρίτιδα
-
μικρός αριθμός περιστατικώντύφλωση
-
αναφέρθηκεινομυώματα μήτρας
-
αναφέρθηκεενδομητρίωση
-
αναφέρθηκεαλλοιώσεις του ενδομητρίου (υπερπλασία, πολύποδες)
-
αναφέρθηκελευκοπενία
-
μερικές φορές συνδυασμός με λευκοπενίααναιμία
-
μερικές φορές συνδυασμός με λευκοπενίαθρομβοπενία
-
σπάνιαουδετεροπενία
-
αυξημένη συχνότηταισχαιμικά αγγειακά επεισόδια
-
αυξημένη συχνότηταθρομβοεμβολικά επεισόδια (εν τω βάθει φλεβών, πνευμονική εμβολή)
-
συχνάκράμπες στα κάτω άκρα
-
πολύ σπάνιαδιάμεση πνευμονίτιδα
-
αναφέρθηκεαυξήσεις των επιπέδων των ηπατικών ένζυμων
-
σπάνιαλιπώδη διήθηση του ήπατος
-
σπάνιαχολόσταση
-
σπάνιαηπατίτιδα
-
σπάνιαηπατική νέκρωση
-
σπάνιααύξηση των επιπέδων των τριγλυκεριδίων του ορού
-
σε ορισμένες περιπτώσεις με αύξηση τριγλυκεριδίωνπαγκρεατίτιδα
-
μερικές φορές σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκεςκυστικά ωοθηκικά αδενώματα
-
αυξημένη συχνότητακαρκίνος του ενδομητρίου
-
αυξημένη συχνότητασαρκώματα της μήτρας (κακοήθεις μικτοί όγκοι Muller)
pregnant_woman
SPC-ADIFEN
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΤο ADIFEN δεν πρέπει να χορηγείται κατά την διάρκεια της κύησης. Σε έγκυες γυναίκες που είχαν πάρει ADIFEN αναφέρθηκε μικρός αριθμός αποβολών, ανωμαλιών κατά την γέννηση και εμβρυικών θανάτων, αν και δεν έχει τεκμηριωθεί αιτιολογική σχέση. Σε μοντέλα τρωκτικών στα οποία χορηγήθηκε ταμοξιφαίνη κατά τον χρόνο ανάπτυξης της αναπαραγωγικής οδού του εμβρύου, παρατηρήθηκαν αλλοιώσεις παρόμοιες με αυτές που προκαλούνται από την οιστραδιόλη, αιθινυλοιστραδιόλη, κλομιφαίνη και διαιθυλστιλβοιστρόλη (DES). Αν και η κλινική συσχέτιση αυτών των αλλοιώσεων είναι άγνωστη, μερικές από αυτές, ειδικά η αδενωμάτωση του κόλπου, είναι παρόμοιες με αυτές που παρατηρήθηκαν σε νεαρές γυναίκες οι οποίες έχουν εκτεθεί σε DES στη μήτρα και οι οποίες εμφανίζουν 1 στις 1000 κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου εκ διαυγών κυττάρων του κόλπου ή του τραχήλου της μήτρας. Η ταμοξιφαίνη έχει χορηγηθεί σε μικρό μόνο αριθμό εγκύων γυναικών. Δεν έχει αναφερθεί ότι η έκθεση αυτή προκαλεί επακόλουθη αδενωμάτωση του κόλπου ή καρκίνο εκ διαυγών κυττάρων του κόλπου ή του τραχήλου της μήτρας σε νεαρές γυναίκες που εκτέθηκαν ενδομητρίως σε ταμοξιφαίνη. Πρέπει αν δίδεται συμβουλή στις γυναίκες να μην μένουν έγκυοι ενώ παίρνουν ADIFEN και θα πρέπει να χρησιμοποιούν διάφραγμα ή άλλες μη ορμονικές αντισυλληπτικές μεθόδους εάν είναι σεξουαλικά ενεργές. Σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες πρέπει να αποκλεισθεί, πριν από τη χορήγηση του φαρμάκου, το ενδεχόμενο κύησης. Επίσης, οι γυναίκες θα πρέπει να ενημερώνονται για τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο σε περίπτωση εγκυμοσύνης κατά τη διάρκεια λήψης ADIFEN ή μέσα σε δύο μήνες από τη διακοπή της θεραπείας.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό εάν το Tamoxifen citrate εκκρίνεται στο μητρικό γάλα και γι’ αυτό δεν συνιστάται η χορήγηση του φαρμάκου κατά τη διάρκεια της γαλουχίας. Η απόφαση για τη διακοπή της γαλουχίας ή τη διακοπή του ADIFEN θα πρέπει να ληφθεί, αφού αξιολογηθεί η σημασία της χορήγησης του φαρμάκου για την μητέρα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ADIFEN
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές Κωδικός ATC: L02 BA01 To Tamoxifen citrate (ταμοξιφαίνη) είναι μη στεροειδές φάρμακο τριφαινυλινικής δομής, που εμφανίζει σύνθετο φάσμα αντι-οιστρογονικών και οιστρογονικών φαρμακολογικών επιδράσεων στους διάφορους ιστούς. Σε ασθενείς με…
biotech
SPC-ADIFEN
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές Μετά τη λήψη από το στόμα το ADIFEN απορροφάται ταχέως και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό επιτυγχάνονται σε 4-7 ώρες. Η ταμοξιφαίνη μεταβολίζεται ευρέως. Ο κυριότερος μεταβολίτης είναι η Ν-desmethyl-tamoxifen, του οποίου η βιολογική…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ADIFEN
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Ενήλικες (συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων): Η ημερήσια δόση είναι 20-40 mg.
Δοσολογίες άνω των 20 mg πρέπει να δίδονται σε δύο δόσεις (πρωί και βράδυ). Ως δόση συντήρησης χορηγούνται 20 mg ημερησίως.
Στην πρώιμη νόσο, σύμφωνα με τα ισχύοντα συνιστάται διάρκεια θεραπείας, όχι μικρότερη από 5 χρόνια. Δεν έχει ακόμη καθοριστεί η βέλτιστη διάρκεια θεραπείας με ADIFEN.
Παιδιά: Δεν συνιστάται.
block
Αντενδείξεις
SPC-ADIFEN
expand_more
Αντενδείξεις
- Η ταμοξιφαίνη δεν πρέπει να δίνεται σε ασθενείς που έχουν εκδηλώσει υπερευαισθησία στο προϊόν ή σε κάποιο από τα συστατικά του.
- Αντενδείκνυται σε όλες τις περιπτώσεις οξείας πορφυρίας.
- Κύηση: Το ADIFEN δεν πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της κύησης. Σε έγκυες γυναίκες που είχαν πάρει ADIFEN αναφέρθηκε μικρός αριθμός αποβολών, ανωμαλιών κατά την γέννηση και εμβρυικών θανάτων, αν και δεν έχει τεκμηριωθεί αιτιολογική σχέση (βλέπε επίσης κύηση και γαλουχία 4.6).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ADIFEN
expand_more
Προειδοποιήσεις
Έμμηνος Ρύση Η έμμηνος ρύση καταστέλλεται σε ένα ποσοστό προεμμηνοπαυσιακών γυναικών που λαμβάνουν Tamoxifen citrate για τη θεραπεία καρκίνου του μαστού.
Σαρκώματα της μήτρας και αλλοιώσεις του ενδομητρίου Αυξημένη συχνότητα εμφάνισης σαρκωμάτων της μήτρας (κυρίως κακοήθεις μικτοί όγκοι Muller) και αλλοιώσεων του ενδομητρίου, περιλαμβανομένων υπερπλασίας, πολυπόδων και καρκίνου έχει αναφερθεί σε σχέση με την θεραπεία και τη διάρκεια θεραπείας με ADIFEN. Ο μηχανισμός είναι άγνωστος, αλλά μπορεί να συνδέεται με τις οιστρογονικές ιδιότητες του ADIFEN. Ασθενείς που λαμβάνουν ή έχουν λάβει παλαιότερα ADIFEN και παρουσιάζουν συμπτώματα από τα γεννητικά όργανα, ειδικά κολπική αιμορραγία, πρέπει να ελέγχονται ενδελεχώς.
Κυστικά ωοθηκικά αδενώματα Σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες στις οποίες χορηγήθηκε ταμοξιφαίνη παρατηρήθηκαν σε μερικές περιπτώσεις κυστικά ωοθηκικά αδενώματα.
Δεύτεροι πρωτοπαθείς όγκοι Σε κλινικές μελέτες στις οποίες χορηγήθηκε ταμοξιφαίνη σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού, αναφέρθηκε ένας αριθμός δεύτερων πρωτοπαθών όγκων σε θέσεις εκτός του ενδομητρίου και του άλλου μαστού. Δεν έχει ωστόσο τεκμηριωθεί αιτιολογική συσχέτιση, και η κλινική σημασία αυτών των παρατηρήσεων παραμένει ασαφής. Ο μηχανισμός ανάπτυξής τους μπορεί να σχετίζεται με τις οιστρογονικές ιδιότητες του φαρμάκου.
Οφθαλμολογικές διαταραχές Έχει αναφερθεί ότι μπορεί να μειώσει την οπτική οξύτητα και να προκαλέσει θόλωση του κερατοειδούς, καταρράκτη και αμφιβληστροειδοπάθεια.
Θρομβοεμβολικά επεισόδια και πνευμονική εμβολή Έχει διαπιστωθεί αυξημένη επιρρέπεια για θρομβοεμβολικά επεισόδια και πνευμονική εμβολή η οποία πιθανόν να επιτείνεται με την σύγχρονη χορήγηση κυτταροτοξικών φαρμάκων.
Θρομβοπενία και λευκοπενία Έχουν περιγραφεί σπάνιες περιπτώσεις παροδικής θρομβοπενίας με αριθμό αιμοπεταλίων μικρότερο των 100.000 κ.κ.χ. και λευκοπενίας με αριθμό λευκών αιμοσφαιρίων μικρότερο των 3.000 κ.κ.χ.
Επιμήκυνση του διαστήματος QT Στη βιβλιογραφία υπάρχουν αναφορές σύμφωνα με τις οποίες η χορήγηση του ADIFEN σε θεραπευτικές δόσεις και πιο συχνά σε δόσεις πολλαπλάσιες της εγκεκριμένης μπορεί να συσχετισθεί με επιμήκυνση του διαστήματος QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα.
Υπερασβεστιαιμία Έχει αναφερθεί υπερασβεστιαιμία σε μερικούς ασθενείς με καρκίνο του μαστού με οστικές μεταστάσεις εντός μερικών εβδομάδων από την έναρξη της θεραπείας με ταμοξιφαίνη. Εάν συμβεί υπερασβεστιαιμία θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα και εάν είναι σοβαρή το φάρμακο πρέπει να διακοπεί.
Ηπατικές διαταραχές Η θεραπεία με ταμοξιφαίνη έχει συσχετισθεί με αυξήσεις των επιπέδων των ηπατικών ένζυμων και σε σπάνιες περιπτώσεις σοβαρότερες διαταραχές του ήπατος περιλαμβανομένων λιπώδους διήθησης του ήπατος, χολόσταση, ηπατίτιδας και ηπατικής νέκρωσης. Λίγες από αυτές τις περιπτώσεις απέβησαν μοιραίες.
Εργαστηριακές εξετάσεις Στις περισσότερες περιπτώσεις η συσχέτιση με τη θεραπεία με ταμοξιφαίνη είναι αβέβαιη. Εργαστηριακές εξετάσεις: πρέπει παροδικά να διενεργούνται πλήρης αιματολογικός έλεγχος, έλεγχος υπατικής λειτουργίας και λιπιδίων αίματος.
Σύνδρομο McCune Albright (MAS) Σε μία μη ελεγχόμενη μελέτη σε 28 κορίτσια ηλικίας 2 έως 10 ετών με Σύνδρομο McCune Albright (MAS) που ελάμβαναν δόση 20 mg άπαξ ημερησίως για μέγιστη διάρκεια 12 μηνών, ο μέσος όγκος της μήτρας αυξήθηκε μετά από θεραπεία 6 μηνών και διπλασιάσθηκε στο τέλος της μελέτης διάρκειας ενός έτους. Ενώ αυτό το εύρημα είναι σύμφωνο με τις φαρμακοδυναμικές ιδιότητες της ταμοξιφαίνης, αιτιολογική συσχέτιση δεν έχει τεκμηριωθεί (βλ 5.1).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ADIFEN
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις
- Όταν το ADIFEN χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με κουμαρινικού τύπου αντιπηκτικά, μπορεί να προκαλέσει σημαντική αύξηση της αντιπηκτικής του δράσης. Στις περιπτώσεις που απαιτείται η ταυτόχρονη χορήγηση, συνίσταται προσεχτική παρακολούθηση του ασθενή.
- Όταν το ADIFEN χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με κυτταροτοξικούς παράγοντες, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης θρομβοεμβολικών επεισοδίων (βλέπε επίσης 4.8 Ανεπιθύμητες Ενέργειες).
- Η χρήση της ταμοξιφαίνης σε συνδυασμό με έναν αναστολέα της αρωματάσης ως επικουρική θεραπεία δεν έχει δείξει καλύτερη αποτελεσματικότητα συγκριτικά με τη χρήση της ταμοξιφαίνης ως μονοθεραπεία.
- Η γνωστή κύρια μεταβολική οδός για την ταμοξιφαίνη στον άνθρωπο είναι η απομεθυλίωση που καταλύεται από τα ένζυμα CYP3A4. Έχει περιγραφεί στη βιβλιογραφία η φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση με την ριφαμπικίνη, επαγωγέα του CYP3Α4, που επιφέρει μείωση στα επίπεδα πλάσματος της ταμοξιφαίνης. Η σημασία του γεγονότος αυτού στην κλινική πρακτική δεν είναι γνωστή. Η φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση με αναστολείς CYP2D6 που επιφέρει μείωση στα επίπεδα του πλάσματος του ενεργού μεταβολίτου της ταμοξιφαίνης 4-hydroxy-N-desmethyltamoxifen (endoxifen) έχει αναφερθεί στη βιβλιογραφία. Η κλινική σημασία αυτής της αλληλεπίδρασης δεν είναι γνωστή.
- Έχουν περιγραφεί κάποιες περιπτώσεις ουραιμικού - αιμολυτικού συνδρόμου σε ασθενείς που έλαβαν Mitomycin και ταμοξιφαίνη.
- Η ταμοξιφαίνη είναι ισχυρός αναστολέας του κυτοχρώματος P-450. Η επίδραση της στον μεταβολισμό και στην αποβολή άλλων αντινεοπλασματικών φαρμάκων, όπως η κυκλοφωσφαμίδη ή άλλων φαρμάκων που απαιτούν την λειτουργία των οξειδασών για να μεταβολισθούν είναι άγνωστη.
- Σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες έχουν αναφερθεί αύξηση της Τ4 του πλάσματος χωρίς όμως υπερθυρεοειδισμό, μεταβολές στον καρυοτυπικό δείκτη κολπικών επιχρισμάτων και υπερλιπιδαιμία.
- Η ταμοξιφαίνη αυξάνει τις ντοπαμινεργικές δράσεις της βρωμοκρυπτίνης, ενώ πιθανόν να αυξάνονται τα επίπεδα της ίδιας στο πλάσμα.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ADIFEN
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ταξινομηθούν ως οφειλόμενες στην φαρμακολογική δράση του φαρμάκου π.χ. εξάψεις, αιμορραγία και εκκρίσεις από τον κόλπο, κνησμός του αιδοίου και αναζωπύρωση του όγκου, ή ως περισσότερο γενικές ανεπιθύμητες ενέργειες π.χ. δυσανεξία από το γαστρεντερικό, πονοκέφαλος, ζάλη και σποραδικά κατακράτηση υγρών και αλωπεκία.
Όταν τέτοιες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι σοβαρές, είναι συχνά δυνατόν να τεθούν υπό έλεγχο με μια απλή μείωση της δοσολογίας (εντός του συνιστώμενου εύρους δοσολογίας) χωρίς να επηρεασθεί ο έλεγχος της ασθένειες.
΄Εχουν αναφερθεί δερματικά εξανθήματα (περιλαμβανομένων μεμονωμένων περιπτώσεων πολύμορφου ερυθήματος, συνδρόμου Stevens-Johnson και φυσαλιδώδους πέμφιγος) και σπάνια αντιδράσεις υπερευαισθησίας περιλαμβανομένου αγγειοοιδήματος.
΄Ενας μικρός αριθμός ασθενών με οστικές μεταστάσεις εμφάνισε υπερασβεστιαιμία κατά την έναρξη της θεραπείας.
Σε ασθενείς που λαμβάνουν ADIFEN για καρκίνο του μαστού έχει αναφερθεί μείωση του αριθμού θρομβοκυττάρων, συνήθως μόνο 80.000 - 90.000 θρομβοκύτταρα ανά κυβ. χιλ. αλλά μερικές φορές και λιγότερα.
Σε ασθενείς στους οποίους χορηγείται ADIFEN έχει περιγραφεί ένας αριθμός περιπτώσεων οπτικών διαταραχών που περιλαμβάνουν σπάνιες αναφορές για θόλωση του κερατοειδούς, μείωση της οπτικής οξύτητας και αμφιβληστροειδοπάθεια. Έχει αναφερθεί αυξημένη συχνότητα εμφάνισης καταρράκτη σε συνδυασμό με τη χορήγηση ταμοξιφαίνης.
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις οπτικής νευροπάθειας και οπτικής νευρίτιδας σε ασθενείς που λαμβάνουν ταμοξιφαίνη και, σε μικρό αριθμό περιστατικών, έχει επέλθει τύφλωση.
΄Εχουν αναφερθεί ινομυώματα μήτρας, ενδομητρίωση και άλλες αλλοιώσεις του ενδομητρίου συμπεριλαμβανομένης υπερπλασίας και πολυπόδων.
Μετά τη χορήγηση του ADIFEN έχει παρατηρηθεί λευκοπενία, μερικές φορές σε συνδυασμό με αναιμία και/ή θρομβοπενία. Σε σπάνιες περιπτώσεις έχει αναφερθεί ουδετεροπενία, η οποία μερικές φορές μπορεί να είναι σοβαρή.
Υπάρχουν στοιχεία για αυξημένη συχνότητα εμφάνισης ισχαιμικών αγγειακών επεισοδίων και θρομβοεμβολικών επεισοδίων συμπεριλαμβανομένης θρόμβωσης των εν τω βάθει φλεβών και πνευμονικής εμβολής κατά τη διάρκεια θεραπείας με ταμοξιφαίνη. Όταν το ADIFEN χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με κυτταροτοξικούς παράγοντες υπάρχει αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης θρομβοεμβολικών επεισοδίων.
Συχνά έχουν αναφερθεί κράμπες στα κάτω άκρα σε ασθενείς που λαμβάνουν ADIFEN.
Πού σπάνια, έχουν αναφερθεί περιστατικά διάμεσης πνευμονίτιδας.
Το ADIFEN έχει συσχετισθεί με αυξήσεις των επιπέδων των ηπατικών ένζυμων και σε σπάνιες περιπτώσεις με έναν αριθμό σοβαρότερων ηπατικών ανωμαλιών που περιλαμβάνουν λιπώδη διήθηση του ήπατος, χολόσταση, ηπατίτιδα και ηπατική νέκρωση.
Σπάνια μπορεί να συσχετισθεί με τη χρήση ταμοξιφαίνης, αύξηση των επιπέδων των τριγλυκεριδίων του ορού, σε ορισμένες περιπτώσεις σε συνδυασμό με παγκρεατίτιδα.
Σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες στις οποίες χορηγήθηκε ADIFEN παρατηρήθηκαν μερικές φορές κυστικά ωοθηκικά αδενώματα.
Αυξημένη συχνότητα εμφάνισης καρκίνου του ενδομητρίου και σαρκωμάτων της μήτρας (κυρίως κακοήθεις μικτοί όγκοι Muller) έχει αναφερθεί σε σχέση με τη θεραπεία και τη διάρκεια θεραπείας με ADIFEN.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ADIFEN
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση: Το ADIFEN δεν πρέπει να χορηγείται κατά την διάρκεια της κύησης. Σε έγκυες γυναίκες που είχαν πάρει ADIFEN αναφέρθηκε μικρός αριθμός αποβολών, ανωμαλιών κατά την γέννηση και εμβρυικών θανάτων, αν και δεν έχει τεκμηριωθεί αιτιολογική σχέση. Σε μοντέλα τρωκτικών στα οποία χορηγήθηκε ταμοξιφαίνη κατά τον χρόνο ανάπτυξης της αναπαραγωγικής οδού του εμβρύου, παρατηρήθηκαν αλλοιώσεις παρόμοιες με αυτές που προκαλούνται από την οιστραδιόλη, αιθινυλοιστραδιόλη, κλομιφαίνη και διαιθυλστιλβοιστρόλη (DES). Αν και η κλινική συσχέτιση αυτών των αλλοιώσεων είναι άγνωστη, μερικές από αυτές, ειδικά η αδενωμάτωση του κόλπου, είναι παρόμοιες με αυτές που παρατηρήθηκαν σε νεαρές γυναίκες οι οποίες έχουν εκτεθεί σε DES στη μήτρα και οι οποίες εμφανίζουν 1 στις 1000 κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου εκ διαυγών κυττάρων του κόλπου ή του τραχήλου της μήτρας. Η ταμοξιφαίνη έχει χορηγηθεί σε μικρό μόνο αριθμό εγκύων γυναικών. Δεν έχει αναφερθεί ότι η έκθεση αυτή προκαλεί επακόλουθη αδενωμάτωση του κόλπου ή καρκίνο εκ διαυγών κυττάρων του κόλπου ή του τραχήλου της μήτρας σε νεαρές γυναίκες που εκτέθηκαν ενδομητρίως σε ταμοξιφαίνη. Πρέπει αν δίδεται συμβουλή στις γυναίκες να μην μένουν έγκυοι ενώ παίρνουν ADIFEN και θα πρέπει να χρησιμοποιούν διάφραγμα ή άλλες μη ορμονικές αντισυλληπτικές μεθόδους εάν είναι σεξουαλικά ενεργές. Σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες πρέπει να αποκλεισθεί, πριν από τη χορήγηση του φαρμάκου, το ενδεχόμενο κύησης. Επίσης, οι γυναίκες θα πρέπει να ενημερώνονται για τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο σε περίπτωση εγκυμοσύνης κατά τη διάρκεια λήψης ADIFEN ή μέσα σε δύο μήνες από τη διακοπή της θεραπείας.
Γαλουχία: Δεν είναι γνωστό εάν το Tamoxifen citrate εκκρίνεται στο μητρικό γάλα και γι’ αυτό δεν συνιστάται η χορήγηση του φαρμάκου κατά τη διάρκεια της γαλουχίας. Η απόφαση για τη διακοπή της γαλουχίας ή τη διακοπή του ADIFEN θα πρέπει να ληφθεί, αφού αξιολογηθεί η σημασία της χορήγησης του φαρμάκου για την μητέρα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ADIFEN
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές
Κωδικός ATC: L02 BA01
To Tamoxifen citrate (ταμοξιφαίνη) είναι μη στεροειδές φάρμακο τριφαινυλινικής δομής, που εμφανίζει σύνθετο φάσμα αντι-οιστρογονικών και οιστρογονικών φαρμακολογικών επιδράσεων στους διάφορους ιστούς. Σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού, στο επίπεδο του όγκου, η ταμοξιφαίνη δρα πρωταρχικά σαν αντι-οιστρογόνο, εμποδίζοντας την σύνδεση των οιστρογόνων με τους οιστρογονικούς υποδοχείς. Σε γυναίκες με όγκους με θετικούς ή άγνωστης φύσης οιστρογονοϋποδοχείς, η επικουρική χορήγης της ταμοξιφαίνης αποδείχθηκε ότι ελαττώνει σημαντικά την επανεμφάνιση της νόσου και βελτιώνει την 10ετή επιβίωση, επιτυγχάνοντας σημαντικά καλύτερα αποτελέσματα με 5ετή θεραπεία σε σχέση με θεραπεία ενός η δύο ετών.
Αυτά τα ευεργετικά αποτελέσματα είναι σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα από την ηλικία, την εμμηνοπαυσιακή κατάσταση, τη δοσολογία της ταμοξιφαίνης και τη συμπληρωματική χημειοθεραπεία.
Στην κλινική πράξη, αναγνωρίζεται ότι η ταμοξιφαίνη οδηγεί σε μείωση των επιπέδων της ολικής χοληστερόλης και των λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας στο αίμα σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες σε ποσοστό 10-20%. Επιπλέον, η ταμοξιφαίνη έχει αναφερθεί ότι οδηγεί σε διατήρηση της οστικής πυκνότητας στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ADIFEN
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές
Μετά τη λήψη από το στόμα το ADIFEN απορροφάται ταχέως και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό επιτυγχάνονται σε 4-7 ώρες. Η ταμοξιφαίνη μεταβολίζεται ευρέως. Ο κυριότερος μεταβολίτης είναι η Ν-desmethyl-tamoxifen, του οποίου η βιολογική δράση προσομοιάζει με αυτή της ταμοξιφαίνης. Δευτερεύοντες μεταβολίτες είναι η 4-hydroxytamoxifen και ένα αλκοολούχο παράγωγο.
Χρόνια χορήγηση ταμοξιφαίνης 10 mg, χορηγούμενα 2 φορές ημερησίως για 3 μήνες σε ασθενείς, έχει ως αποτέλεσμα την επίτευξη μέσων συγκεντρώσεων σε σταθεροποιημένη κατάσταση στο πλάσμα 120 ng/ml για την ταμοξιφαίνη και 336 ng/ml για το Ν-desmethyl-tamoxifen.
Μετά την εφάπαξ δόση 20 mg tamoxifen η μέση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα ήταν 40 ng/ml 5 ώρες μετά τη χορήγηση.
Η μέση συγκέντρωση στη σταθεροποιημένη κατάσταση (περίπου 300 ng/ml) επιτυγχάνεται ύστερα από θεραπεία τεσσάρων εβδομάδων με 40 mg ημερησίως.
Μετά την έναρξη της θεραπείας οι σταθερές συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται σε 4 εβδομάδες για την ταμοξιφαίνη και σε 8 εβδομάδες για την Ν-desmethyl-tamoxifen που υποδηλώνει ημιπερίοδο ζωής 14 ημερών για αυτόν τον μεταβολίτη.
Το φάρμακο συνδέεται σε υψηλό ποσοστό με τις πρωτεΐνες του ορού (>99%).
Η ταμοξιφαίνη μεταβολίζεται ευρέως. Ο μεταβολισμός γίνεται με υδροξυλίωση, απομεθυλίωση και σύζευξη, δίνοντας αρκετούς μεταβολίτες που έχουν παρόμοια φαρμακολογική δράση με την αρχική ένωση και συμβάλλουν έτσι στο θεραπευτικό αποτέλεσμα.
Το φάρμακο αποβάλλεται κυρίως μεταβολισμένο. Λιγότερο από το 30% αποβάλλεται αμετάβλητο.
Μετά την από του στόματος χορήγηση 65% της χορηγηθείσης δόσης αποβάλλεται από το σώμα με μια περίοδο 2 εβδομάδων κυρίως από τα κόπρανα.
Η μείωση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα της ταμοξιφαίνης είναι διφασική με ημιπερίοδο ζωής 5-7 ημέρες. Υπολογίσθηκε ότι το ίδιο φάρμακο έχει χρόνο υποδιπλασιασμού 7 ημέρες περίπου, ενώ η Ν-desmethyl-tamoxifen, ο κύριος μεταβολίτης στην κυκλοφορία, έχει χρόνο υποδιπλασιασμού 14 ημέρες.
Σε μία κλινική μελέτη όπου κορίτσια ηλικίας μεταξυ 2 και 10 ετών με σύνδρομο McCune Albright (MAS) ελάμβαναν 20 mg ταμοξιφαίνης άπαξ ημερησίως για μέγιστη διάρκεια 12 μηνών, εμφανίσθηκε μία εξαρτώμενη από την ηλικία μείωση στην κάθαρση και μία αύξηση στην έκθεση (AUC) (με τιμές 50% υψηλότερες στους νεότερους ασθενείς) συγκριτικά με τους ενήλικες ασθενείς.
ΕΟΦ · 8.7.4
Aνταγωνιστικά ορμονών και ανάλογα των εκλυτικών ορμονών του υποθαλάμου
expand_more
Aνταγωνιστικά ορμονών και ανάλογα των εκλυτικών ορμονών του υποθαλάμου
Πολλές ουσίες ανταγωνίζονται τη δράση διαφόρων ορμονών καταλαμβάνοντας τους υποδοχείς των τελευταίων, ανταγωνιζόμενες έτσι τη δράση τους. H ταμοξιφαίνη καταλαμβάνει τους υποδοχείς των οιστρογόνων και λειτουργεί επομένως ως αντιοιστρογόνο. Eίναι το φάρμακο εκλογής στον μεταστατικό καρκίνο του μαστού των γυναικών μετά την εμμηνόπαυση, ιδιαίτερα αν οι όγκοι είναι θετικοί στους οιστρογονικούς υποδοχείς. Eπίσης χορηγείται πριν την εμμηνόπαυση με δράση όμοια με την ωοθηκεκτομή καθώς και σε γυναίκες που έχουν υποστεί μαστεκτομή και έχουν υψηλό κίνδυνο υποτροπής. H φορμεστάνη είναι ανταγωνιστής ορμονών, παράγωγο ανδροστενδιόνης. Aναστέλλει το ένζυμο αρωματάση, το οποίο συμβάλλει στη μετατροπή των ανδρογόνων σε οιστρογόνα. Πρόκειται επομένως για αναστολέα του σχηματισμού οιστρογόνων. Όμοια δράση έχει και το νεώτερο εξεμεστάνη.
Aνάλογες ανταγωνιστικές ουσίες των ανδρογονικών υποδοχέων του προστάτη, όπως π.χ. η φλουταμίδη, χρησιμοποιούνται στον καρκίνο του προστάτη.
Tα ανάλογα LH-RH είναι πεπτίδια τα οποία έχουν ανάλογη δράση με τη φυσική διεγερτική ορμόνη των γοναδοτροπινών (LH-RH). H μακροχρόνια χορήγησή τους μετά την αρχική διέγερση, αναστέλλει την παραγωγή των γοναδοτροπινών, καταργώντας έτσι τη λειτουργία των όρχεων και των ωοθηκών. Kατά την αρχική διεγερτική φάση πολλοί ασθενείς εμφανίζουν μεγέθυνση του όγκου, που μπορεί να προκαλέσει συμπίεση του NM ή επιδείνωση των οστικών αλγών, οπότε μπορεί να χρησιμοποιηθούν τα αντιανδρογόνα. Tα ανάλογα LH-RH (γοναδορελίνη, βουσερελίνη, κλπ.) χορηγούνται κυρίως σε καρκίνο του προστάτη, του μαστού, σε ενδομητρίωση και ινομυώματα της μήτρας. Περιγράφονται στο κεφάλαιο 6.7.1.1.
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Ένας από τους εκλεκτικούς τροποποιητές των υποδοχέων οιστρογόνων με δραστηριότητες ειδικές για τον ιστό. Η ταμοξιφαίνη δρα ως αντι-οιστρογόνο (ανασταλτικός παράγοντας) στον ιστό του μαστού, αλλά ως οιστρογόνο (διεγερτικός παράγοντας) στον μεταβολισμό της χοληστερόλης, την οστική πυκνότητα και τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων στο ενδομήτριο. [PubChem]
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ένδειξη
Για τη θεραπεία του καρκίνου του μαστού.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η ταμοξιφαίνη ανήκει σε μια κατηγορία φαρμάκων που ονομάζονται εκλεκτικοί τροποποιητές των υποδοχέων οιστρογόνων (SERMs), οι οποίοι έχουν τόσο οιστρογονικές όσο και αντι-οιστρογονικές επιδράσεις. Η ταμοξιφαίνη έχει τον ίδιο πυρήνα με τη διαιθυλοστιλβοιστερόλη, αλλά διαθέτει μια πρόσθετη πλευρική αλυσίδα (trans ισομερές) που ευθύνεται για την αντι-οιστρογονική της δράση.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Η ταμοξιφαίνη συνδέεται με τους υποδοχείς οιστρογόνων (ER), προκαλώντας μια διαμορφωτική αλλαγή στον υποδοχέα. Αυτό οδηγεί σε μπλοκάρισμα ή αλλαγή της έκφρασης γονιδίων εξαρτώμενων από τα οιστρογόνα. Η παρατεταμένη σύνδεση της ταμοξιφαίνης με την πυρηνική χρωματίνη των κυττάρων οδηγεί σε μειωμένη δραστηριότητα DNA πολυμεράσης, διαταραγμένη χρήση θυμιδίνης, μπλοκάρισμα της πρόσληψης οιστραδιόλης και μειωμένη απόκριση στα οιστρογόνα. Είναι πιθανό η ταμοξιφαίνη να αλληλεπιδρά με άλλους συν-ενεργοποιητές ή συν-κατασταλτές στον ιστό και να συνδέεται με διαφορετικούς υποδοχείς οιστρογόνων, ER-άλφα ή ER-βήτα, παράγοντας τόσο οιστρογονικές όσο και αντι-οιστρογονικές επιδράσεις.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Κατανομή t1/2=7 έως 14 ώρες· Απέκκριση t1/2=5 έως 7 ημέρες· Απέκκριση t1/2 της N-δεσμεθυλ-ταμοξιφαίνης=9-14 ημέρες.
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός Απέκκρισης
Το φάρμακο απεκκρίνεται κυρίως ως πολικοί συζεύξεις, με αμετάβλητο φάρμακο και μη συζευγμένους μεταβολίτες να αντιστοιχούν σε λιγότερο από 30% της συνολικής ραδιενέργειας στα κόπρανα.
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
Σημεία που παρατηρήθηκαν στις υψηλότερες δόσεις μετά από μελέτες για τον προσδιορισμό της LD50 σε ζώα ήταν αναπνευστικές δυσκολίες και σπασμοί.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ταμοξιφαίνη είναι ένας εκλεκτικός τροποποιητής των οιστρογονικών υποδοχέων που αναστέλλει την ανάπτυξη και προάγει την απόπτωση σε όγκους θετικούς για τους οιστρογονικούς υποδοχείς. Έχει μεγάλη διάρκεια δράσης, καθώς ο ενεργός μεταβολίτης N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη έχει χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 2 εβδομάδες. Έχει στενό θεραπευτικό δείκτη, καθώς υψηλότερες δόσεις μπορεί να οδηγήσουν σε δυσκολία αναπνοής ή σπασμούς. Η χορήγηση ταμοξιφαίνης σχετίζεται επίσης με αυξημένη επίπτωση κακοηθειών της μήτρας.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η ταμοξιφαίνη ανταγωνιστικά αναστέλλει τη δέσμευση των οιστρογόνων στον υποδοχέα τους, η οποία είναι κρίσιμη για τη δράση της στα καρκινικά κύτταρα του μαστού. Η ταμοξιφαίνη οδηγεί σε μείωση του αυξητικού παράγοντα όγκου α και του ινσουλινοειδούς αυξητικού παράγοντα 1, και σε αύξηση της σφαιρίνης που δεσμεύει τις σεξουαλικές ορμόνες. Η αύξηση της σφαιρίνης που δεσμεύει τις σεξουαλικές ορμόνες περιορίζει την ποσότητα ελεύθερα διαθέσιμης εστραδιόλης. Αυτές οι αλλαγές μειώνουν τα επίπεδα παραγόντων που διεγείρουν την ανάπτυξη του όγκου. Η ταμοξιφαίνη έχει επίσης αποδειχθεί ότι επάγει απόπτωση στα θετικά κύτταρα των οιστρογονικών υποδοχέων. Αυτή η δράση πιστεύεται ότι είναι αποτέλεσμα της αναστολής της πρωτεϊνικής κινάσης C, η οποία εμποδίζει τη σύνθεση DNA. Εναλλακτικές θεωρίες για την απόπτωση που προκαλείται από την ταμοξιφαίνη προέρχονται από την περίπου 3 φορές αύξηση των ενδοκυτταρικών και μιτοχονδριακών επιπέδων ιόντων ασβεστίου μετά τη χορήγηση ή την επαγωγή του αυξητικού παράγοντα όγκου β.
Η ταμοξιφαίνη είναι ένας μη στεροειδής παράγοντας με ισχυρές αντι-οιστρογονικές ιδιότητες. Οι αντι-οιστρογονικές επιδράσεις μπορεί να σχετίζονται με την ικανότητα της ταμοξιφαίνης να ανταγωνίζεται τα οιστρογόνα για τις θέσεις δέσμευσης σε ιστούς-στόχους όπως ο μαστός. Η ταμοξιφαίνη ανταγωνίζεται την εστραδιόλη για την πρωτεΐνη του οιστρογονικού υποδοχέα σε κυτταρολύματα που προέρχονται από ανθρώπινα αδενοκαρκινώματα μαστού. Η ταμοξιφαίνη έχει αποδειχθεί ότι αναστέλλει την επαγωγή καρκινώματος μαστού αρουραίου που προκαλείται από διμεθυλοβενζανθρακένιο (DMBA) και προκαλεί την ύφεση ήδη εγκατεστημένων όγκων που προκαλούνται από DMBA. Η ταμοξιφαίνη φαίνεται να ασκεί τις αντικαρκινικές της επιδράσεις δεσμεύοντας τους οιστρογονικούς υποδοχείς σε αυτό το μοντέλο αρουραίου.
Η ταμοξιφαίνη μπορεί να επάγει ωορρηξία σε γυναίκες με ανωοθυλακιορρηξία, διεγείροντας την απελευθέρωση της ορμόνης απελευθέρωσης γοναδοτροπινών από τον υποθάλαμο, η οποία με τη σειρά της διεγείρει την απελευθέρωση των γοναδοτροπινών της υπόφυσης. Σε αζωοσπερμικούς άνδρες, η ταμοξιφαίνη αυξάνει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα της ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH), της ωοθυλακιοτρόπου ορμόνης (FSH), της τεστοστερόνης και των οιστρογόνων.
Η ταμοξιφαίνη είναι ένα αντι-οιστρογόνο που χρησιμοποιείται συχνά στη θεραπεία του καρκίνου του μαστού και αξιολογείται επί του παρόντος ως προφυλακτικό για όσους διατρέχουν υψηλό κίνδυνο ανάπτυξης όγκων. Βρήκαμε ότι η ταμοξιφαίνη και τα παράγωγά της είναι αποκλειστές υψηλής συγγένειας για ειδικά κανάλια χλωρίου. Αυτή η απόφραξη φαίνεται να είναι ανεξάρτητη από την αλληλεπίδραση της ταμοξιφαίνης με τον οιστρογονικό υποδοχέα και επομένως αντικατοπτρίζει έναν εναλλακτικό κυτταρικό στόχο. Μία από τις κλινικές παρενέργειες της ταμοξιφαίνης είναι η διαταραχή της όρασης και ο καταρράκτης. Τα κανάλια χλωρίου στον φακό του ματιού αποδείχθηκαν απαραίτητα για τη διατήρηση της φυσιολογικής ενυδάτωσης και διαπερατότητας του φακού. Αυτά τα κανάλια αποκλείστηκαν από την ταμοξιφαίνη και, σε καλλιέργεια οργάνων, η ταμοξιφαίνη οδήγησε σε θολερότητα του φακού που σχετίζεται με καταρράκτη σε κλινικά σχετικές συγκεντρώσεις. Αυτά τα δεδομένα υποδηλώνουν έναν μοριακό μηχανισμό μέσω του οποίου η ταμοξιφαίνη μπορεί να προκαλέσει σχηματισμό καταρράκτη και έχουν επιπτώσεις στην κλινική χρήση της ταμοξιφαίνης και των σχετικών αντι-οιστρογόνων.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μια από του στόματος δόση 20mg φτάνει σε Cmax 40ng/mL με Tmax 5 ώρες. Ο μεταβολίτης N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη φτάνει σε Cmax 15ng/mL. 10mg ταμοξιφαίνης από του στόματος δύο φορές την ημέρα για 3 μήνες οδηγεί σε Css 120ng/mL και Css 336ng/mL.
Η ταμοξιφαίνη απεκκρίνεται κυρίως στα κόπρανα. Μελέτες σε ζώα έδειξαν ανάκτηση 75% της ραδιοσημασμένης ταμοξιφαίνης στα κόπρανα, με αμελητέα συλλογή από τα ούρα. Ωστόσο, μία μελέτη σε ανθρώπους έδειξε 26,7% ανάκτηση στα ούρα και 24,7% στα κόπρανα.
Ο όγκος κατανομής της ταμοξιφαίνης είναι περίπου 50-60L/kg.
Η κάθαρση της ταμοξιφαίνης ήταν 189mL/min σε μια μελέτη έξι μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών.
Η ταμοξιφαίνη φαίνεται να απορροφάται αργά μετά από από του στόματος χορήγηση, με τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα να συμβαίνουν γενικά περίπου 3-6 ώρες μετά από μία εφάπαξ δόση. Η έκταση απορρόφησης στους ανθρώπους δεν έχει προσδιοριστεί επαρκώς, αλλά περιορισμένα δεδομένα από μελέτες σε ζώα υποδηλώνουν ότι το φάρμακο απορροφάται καλά. Δεδομένα από μελέτες σε ζώα υποδηλώνουν επίσης ότι η ταμοξιφαίνη ή/και οι μεταβολίτες της υφίστανται εκτεταμένη εντεροηπατική κυκλοφορία.
Μετά από από του στόματος χορήγηση, οι μέγιστες συγκεντρώσεις ταμοξιφαίνης στο πλάμα κυμαίνονται κατά μέσο όρο περίπου 17 ng/mL μετά από μία εφάπαξ δόση 10 mg, περίπου 40 ng/mL μετά από μία εφάπαξ δόση 20 mg, και 65-70 ng/mL μετά από μία εφάπαξ δόση 40 mg· ωστόσο, υπάρχει σημαντική διατομεακή μεταβλητότητα στις συγκεντρώσεις ταμοξιφαίνης στο πλάμα που επιτυγχάνονται μετά από εφάπαξ δόσεις και σε σταθερή κατάσταση με συνεχή χορήγηση.
Μετά από εφάπαξ από του στόματος δόση ταμοξιφαίνης, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάμα του N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη, του κύριου μεταβολίτη του φαρμάκου, κυμαίνονται γενικά από περίπου 15-50% εκείνων της αμετάβλητης ταμοξιφαίνης· ωστόσο, με συνεχή χορήγηση, οι συγκεντρώσεις στο πλάμα σε σταθερή κατάσταση του N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη κυμαίνονται γενικά από περίπου 1-2 φορές εκείνων της αμετάβλητης ταμοξιφαίνης. Μετά από συνεχή χορήγηση σε ασθενείς που λαμβάνουν από του στόματος ταμοξιφαίνη 10 mg δύο φορές την ημέρα για 3 μήνες, οι συγκεντρώσεις ταμοξιφαίνης και N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης σε σταθερή κατάσταση κυμαίνονται κατά μέσο όρο περίπου 120 ng/mL (εύρος: 67-183 ng/mL) και 336 ng/mL (εύρος: 148-654 ng/mL), αντίστοιχα.
Οι συγκεντρώσεις ταμοξιφαίνης σε σταθερή κατάσταση στο πλάμα επιτυγχάνονται γενικά μετά από 3-4 εβδομάδες συνεχούς χορήγησης, ενώ αυτές του N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης επιτυγχάνονται γενικά μετά από 3-8 εβδομάδες συνεχούς χορήγησης. Οι συγκεντρώσεις σε σταθερή κατάσταση μπορούν να επιτευχθούν ταχύτερα με ένα σχήμα φορτίου δόσης, αλλά δεν υπάρχει θεραπευτικό πλεονέκτημα με ένα τέτοιο σχήμα.
Για περισσότερες πληροφορίες Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την TAMOXIFEN (9 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Η δέσμευση της ταμοξιφαίνης στο πλάσμα είναι άνω του 98% και κυρίως με την αλβουμίνη του ορού.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η ταμοξιφαίνη μπορεί να υδροξυλιωθεί σε α-υδροξυταμοξιφαίνη, η οποία στη συνέχεια γλυκουρονιδώνεται ή υφίσταται σύζευξη θειικού άλατος από τη σουλφοτρανσφεράση 2Α1. Η ταμοξιφαίνη μπορεί επίσης να υποστεί Ν-οξείδωση από τις φλαβινομονοοξυγενάσες 1 και 3 σε ταμοξιφαίνη Ν-οξείδιο. Η ταμοξιφαίνη N-απελκυλιώνεται σε N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη από CYP2D6, CYP1A1, CYP1A2, CYP3A4, CYP1B1, CYP2C9, CYP2C19, και CYP3A5. Η N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη μπορεί να συζευχθεί με θειικό άλας για να σχηματίσει N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη θειικό, να 4-υδροξυλιωθεί από CYP2D6 για να σχηματίσει ενδοξιφαίνη, ή να N-απελκυλιωθεί εκ νέου από CYP3A4 και CYP3A5 σε N,N-διδεσμεθυλοταμοξιφαίνη. Η N,N-διδεσμεθυλοταμοξιφαίνη υφίσταται αντίδραση υποκατάστασης για να σχηματίσει τον μεταβολίτη Y της ταμοξιφαίνης, ακολουθούμενη από διάσπαση αιθέρα σε μεταβολίτη Ε, ο οποίος στη συνέχεια μπορεί να συζευχθεί με θειικό άλας από τη σουλφοτρανσφεράση 1Α1 και 1Ε1 ή να O-γλυκουρονιδωθεί. Η ταμοξιφαίνη μπορεί επίσης να 4-υδροξυλιωθεί από CYP2D6, CYP2B6, CYP3A4, CYP2C9, και CYP2C19 για να σχηματίσει 4-υδροξυταμοξιφαίνη. Η 4-υδροξυταμοξιφαίνη μπορεί να υποστεί γλυκουρονιδίωση από UGT1A8, UGT1A10, UGT2B7, και UGT2B17 σε γλυκουρονίδια ταμοξιφαίνης, σύζευξη θειικού άλατος από τη σουλφοτρανσφεράση 1Α1 και 1Ε1 σε 4-υδροξυταμοξιφαίνη θειικό, ή N-απελκυλίωση από CYP3A4 και CYP3A5 σε ενδοξιφαίνη. Η ενδοξιφαίνη υφίσταται απομεθυλίωση σε νορεδοξιφαίνη, μια αναστρέψιμη αντίδραση σύζευξης θειικού άλατος μέσω της σουλφοτρανσφεράσης 1Α1 και 1Ε1 σε 4-ενδοξιφαίνη θειικό, σύζευξη θειικού άλατος μέσω της σουλφοτρανσφεράσης 2Α1 σε 4-ενδοξιφαίνη θειικό, ή γλυκουρονιδίωση μέσω UGT1A8, UGT1A10, UGT2B7, ή UGT2B15 σε γλυκουρονίδια ταμοξιφαίνης.
Η ταμοξιφαίνη μεταβολίζεται εκτενώς μετά από από του στόματος χορήγηση. Η N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη είναι ο κύριος μεταβολίτης που ανιχνεύεται στο πλάσμα. Η δραστικότητα της N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης είναι παρόμοια με αυτή της ταμοξιφαίνης. Η 4-υδροξυταμοξιφαίνη και ένα παράγωγο πρωτοταγούς αλκοόλης της αλυσίδας της ταμοξιφαίνης έχουν αναγνωριστεί ως δευτερεύοντες μεταβολίτες στο πλάσμα. Η ταμοξιφαίνη είναι υπόστρωμα των κυτοχρωμάτων P450 CYP3A, CYP2C9 και CYP2D6, και αναστολέας της P-γλυκοπρωτεΐνης.
Η ταμοξιφαίνη μεταβολίζεται γρήγορα και εκτενώς, κυρίως με απομεθυλίωση και σε μικρό βαθμό με επακόλουθη δεαμίνωση, καθώς και με υδροξυλίωση. Αρχικές μελέτες υπέδειξαν ότι η 4-υδροξυταμοξιφαίνη (μεταβολίτης Β) ήταν ο κύριος μεταβολίτης του φαρμάκου, αλλά μεταγενέστερες μελέτες που χρησιμοποίησαν βελτιωμένες μεθοδολογίες ανάλυσης έδειξαν ότι η 4-υδροξυταμοξιφαίνη είναι δευτερεύων μεταβολίτης και ότι ο κύριος μεταβολίτης είναι η N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη (μεταβολίτης Χ). Η βιολογική δραστικότητα της N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης φαίνεται να είναι παρόμοια με αυτή της ταμοξιφαίνης. Η N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη υφίσταται απομεθυλίωση για να σχηματίσει N,N-διδεσμεθυλοταμοξιφαίνη (μεταβολίτης Ζ) η οποία υφίσταται επακόλουθη δεαμίνωση για να σχηματίσει τον πρωτοταγή αλκοολικό μεταβολίτη (μεταβολίτης Υ). Τόσο η 4-υδροξυταμοξιφαίνη όσο και ένα παράγωγο πρωτοταγούς αλκοόλης της αλυσίδας της ταμοξιφαίνης έχουν αναγνωριστεί ως δευτερεύοντες μεταβολίτες στο πλάσμα. Η 3,4-διυδροξυταμοξιφαίνη και ένας μη ταυτοποιημένος μεταβολίτης (μεταβολίτης Ε) έχουν επίσης ανιχνευθεί στο πλάσμα σε μικρές ποσότητες. Με συνεχή χορήγηση ταμοξιφαίνης, οι συγκεντρώσεις στο πλάμα της N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης είναι γενικά περίπου 1-2 φορές εκείνων της αμετάβλητης ταμοξιφαίνης, ενώ αυτές της N,N-διδεσμεθυλοταμοξιφαίνης είναι περίπου 20-40% εκείνων της αμετάβλητης ταμοξιφαίνης και αυτές του πρωτοταγούς αλκοολικού μεταβολίτη είναι περίπου 5-25% εκείνων της αμετάβλητης ταμοξιφαίνης· οι συγκεντρώσεις των υδροξυλιωμένων μεταβολιτών και του μεταβολίτη Ε φαίνεται να είναι λιγότερο από 5% εκείνων της αμετάβλητης ταμοξιφαίνης.
Αρκετοί μεταβολίτες της ταμοξιφαίνης, συμπεριλαμβανομένων των 4’-υδροξυ-N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης, 4-υδροξυταμοξιφαίνης, N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης, του πρωτοταγούς αλκοόλης, και N-διδεσμεθυλοταμοξιφαίνης, ταυτοποιήθηκαν και οι συγκεντρώσεις τους προσδιορίστηκαν σε υγρά και κόπρανα από ασθενείς που λάμβαναν χρόνια θεραπεία με ταμοξιφαίνη. Τα βιολογικά δείγματα που ερευνήθηκαν ήταν ορός, υπεζωκοτική, περικαρδιακή και περιτοναϊκή συλλογή, εγκεφαλονωτιαίο υγρό, σάλιο, χολή, κόπρανα και ούρα. Στον ορό, η ταμοξιφαίνη η ίδια, και οι μεταβολίτες N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη και N,N-διδεσμεθυλοταμοξιφαίνη ήταν τα επικρατέστερα είδη, αλλά ανιχνεύθηκαν επίσης σημαντικές ποσότητες των μεταβολιτών πρωτοταγούς αλκοόλης, 4-υδροξυταμοξιφαίνης, 4-υδροξυ-N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης. Περίπου 3 ώρες μετά τη λήψη του φαρμάκου, η ταμοξιφαίνη καθώς και η N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη, η N,N-διδεσμεθυλοταμοξιφαίνη παρουσίασαν μέγιστη τιμή στον ορό. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί από την αποτελεσματική μεταβολισμό του πρόδρομου μεταβολίτη πριν κατανεμηθεί σε περιφερικά διαμερίσματα. Μετά την διακοπή του φαρμάκου, όλοι οι μεταβολίτες παρουσίασαν καμπύλες εξάλειψης πρώτης τάξης που παραλληλίζονταν με αυτή της ταμοξιφαίνης, υποδηλώνοντας ότι ο ρυθμός εξάλειψής τους υπερέβαινε εκείνον της ταμοξιφαίνης και ότι τα επίπεδα στον ορό οφείλονταν στον ρυθμό παραγωγής. Η δέσμευση πρωτεϊνών της ταμοξιφαίνης και των κύριων μεταβολιτών της στο πλάσμα (πρωτοταγής αλκοόλη, N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη, N,N-διδεσμεθυλοταμοξιφαίνη) προσδιορίστηκε και βρέθηκε να είναι υψηλότερη από 98%. Η αλβουμίνη ήταν ο κυρίαρχος φορέας για την ταμοξιφαίνη στο ανθρώπινο πλάσμα. Οι συγκεντρώσεις ταμοξιφαίνης και των μεταβολιτών της σε υπεζωκοτική, περικαρδιακή και περιτοναϊκή συλλογή ήταν ίσες με αυτές που ανιχνεύθηκαν στον ορό, αντιστοιχώντας σε αναλογία συλλογής/ορού μεταξύ 0,2 και 1. Μόνο ίχνη ταμοξιφαίνης και του μεταβολίτη N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης ανιχνεύθηκαν στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (αναλογία CSF/ορού μικρότερη από 0,02). Στο σάλιο, οι συγκεντρώσεις ταμοξιφαίνης και N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης υπερέβαιναν τις ποσότητες ελεύθερου φαρμάκου στον ορό, υποδηλώνοντας ενεργή μεταφορά ή παγίδευση αυτών των ενώσεων στον σιελογόνο αδένα. Η χολή και τα ούρα ήταν πλούσια σε υδροξυλιωμένους, συζευγμένους μεταβολίτες (πρωτοταγής αλκοόλη, 4-υδροξυταμοξιφαίνη, 4-υδροξυ-N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη), ενώ στα κόπρανα οι επικρατέστερες μορφές ήταν ο μη συζευγμένος μεταβολίτης Β και η ταμοξιφαίνη.
Η ποσότητα ταμοξιφαίνης, N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης (μεταβολίτης Χ), N,N-διδεσμεθυλοταμοξιφαίνης (μεταβολίτης Ζ) και υδροξυλιωμένων μεταβολιτών (trans-1(4-β-υδροξυαιθοξυφαινυλ)-1,2-διφαινυλβουτ-1-ένιο, 4-υδροξυταμοξιφαίνη και 4-υδροξυ-N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη) προσδιορίστηκε σε εγκεφαλικές μεταστάσεις από ασθενείς με καρκίνο του μαστού και στους περιβάλλοντες ιστούς του εγκεφάλου. Δείγματα συλλέχθηκαν από ασθενείς με καρκίνο του μαστού που έλαβαν ταμοξιφαίνη για 7-180 ημέρες και με την τελευταία δόση που λήφθηκε εντός 28 ωρών πριν από τη χειρουργική αφαίρεση του όγκου. Οι συγκεντρώσεις της ταμοξιφαίνης και των μεταβολιτών της ήταν έως και 46 φορές υψηλότερες στον εγκεφαλικό μεταστατικό όγκο και τον ιστό του εγκεφάλου σε σύγκριση με τον ορό. Ο μεταβολίτης N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη ήταν το πιο άφθονο είδος, ακολουθούμενο από την ταμοξιφαίνη και τον μεταβολίτη N,N-διδεσμεθυλοταμοξιφαίνη. Μικρές αλλά σημαντικές ποσότητες των υδροξυλιωμένων μεταβολιτών, trans-1(4-β-υδροξυαιθοξυφαινυλ)-1,2-διφαινυλβουτ-1-ένιο, 4-υδροξυταμοξιφαίνη και 4-υδροξυ-N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη ανιχνεύθηκαν στα περισσότερα δείγματα. Οι αναλογίες μεταξύ των συγκεντρώσεων της ταμοξιφαίνης και διαφόρων μεταβολιτών ήταν παρόμοιες στον όγκο, τον εγκέφαλο και τον ορό. Αυτή είναι η πρώτη αναφορά για την κατανομή της ταμοξιφαίνης και των μεταβολιτών της στον ανθρώπινο εγκέφαλο και τους όγκους του εγκεφάλου, και τα δεδομένα αποτελούν βάση για περαιτέρω έρευνα σχετικά με τις θεραπευτικές επιδράσεις της ταμοξιφαίνης στις εγκεφαλικές μεταστάσεις από καρκίνο του μαστού.
Η ταμοξιφαίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν 4’-Υδροξυταμοξιφαίνη, N-Δεσμεθυλοταμοξιφαίνη, α-Υδροξυταμοξιφαίνη, 4-Υδροξυταμοξιφαίνη, 3-Υδροξυταμοξιφαίνη, και Ταμοξιφαίνη Ν-γλυκουρονίδιο.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής εξάλειψης της ταμοξιφαίνης είναι 5 έως 7 ημέρες, ενώ ο χρόνος ημίσειας ζωής της N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης, του κύριου μεταβολίτη στον κυκλοφορούντα οργανισμό, είναι περίπου 14 ημέρες.
Περιορισμένα δεδομένα υποδηλώνουν ότι η ταμοξιφαίνη έχει χρόνο ημίσειας ζωής κατανομής 7-14 ωρών και χρόνο ημίσειας ζωής εξάλειψης περίπου 5-7 ημερών (εύρος: 3-21 ημέρες). Ο χρόνος ημίσειας ζωής εξάλειψης της N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης, του κύριου μεταβολίτη, εκτιμάται σε 9-14 ημέρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη δράση ή τη βιοσύνθεση οιστρογονικών ενώσεων.
Αντικαρκινικοί παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ορμονοευαίσθητων όγκων. Οι ορμονοευαίσθητοι όγκοι μπορεί να είναι ορμονοεξαρτώμενοι, ορμονοανταποκρινόμενοι ή και τα δύο. Ένας ορμονοεξαρτώμενος όγκος υποχωρεί με την αφαίρεση της ορμονικής διέγερσης, με χειρουργική επέμβαση ή φαρμακολογικό αποκλεισμό. Οι ορμονοανταποκρινόμενοι όγκοι μπορεί να υποχωρήσουν όταν χορηγούνται φαρμακολογικές ποσότητες ορμονών, ανεξάρτητα από το εάν παρατηρήθηκαν προηγουμένως σημάδια ορμονοευαισθησίας. Τα κύρια ορμονοανταποκρινόμενα καρκινώματα περιλαμβάνουν καρκινώματα του μαστού, του προστάτη και της μήτρας· λεμφώματα· και ορισμένες λευχαιμίες. (Από AMA Drug Evaluations Annual 1994, σελ.2079)
Μια δομικά ποικιλόμορφη ομάδα ενώσεων που διακρίνεται από τα ΟΙΣΤΡΟΓΟΝΑ λόγω της ικανότητάς τους να δεσμεύουν και να ενεργοποιούν τους ΟΙΣΤΡΟΓΟΝΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, αλλά λειτουργούν είτε ως αγωνιστές είτε ως ανταγωνιστές ανάλογα με τον τύπο του ιστού και το ορμονικό περιβάλλον. Ταξινομούνται ως πρώτης γενιάς επειδή παρουσιάζουν οιστρογονικές αγωνιστικές ιδιότητες στο ΕΝΔΟΜΗΤΡΙΟ ή δεύτερης γενιάς βάσει των προτύπων ιστικής ειδικότητας. (Horm Res 1997·48:155-63)
Παράγοντες που αναστέλλουν την ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ και/ή ευνοούν την ΟΣΤΕΙΝΗ ΟΡΩΝΙΩΣΗ και την ΟΣΤΕΙΝΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ. Χρησιμοποιούνται για την επούλωση ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΟΣΤΩΝ και για τη θεραπεία ΟΣΤΕΙΝΩΝ ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΩΝ ΝΟΣΩΝ όπως η ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
094ZI81Y45
TAMOXIFEN
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Οιστρογονικός Αγωνιστής/Ανταγωνιστής
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Εκλεκτικοί Τροποποιητές Οιστρογονικών Υποδοχέων
Η ταμοξιφαίνη είναι Οιστρογονικός Αγωνιστής/Ανταγωνιστής. Ο μηχανισμός δράσης της ταμοξιφαίνης είναι ως Εκλεκτικός Τροποποιητής Οιστρογονικών Υποδοχέων.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
Ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη δράση ή τη βιοσύνθεση οιστρογονικών ενώσεων.
Αντικαρκινικοί παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ορμονοευαίσθητων όγκων. Οι ορμονοευαίσθητοι όγκοι μπορεί να είναι ορμονοεξαρτώμενοι, ορμονοανταποκρινόμενοι ή και τα δύο. Ένας ορμονοεξαρτώμενος όγκος υποχωρεί με την αφαίρεση της ορμονικής διέγερσης, με χειρουργική επέμβαση ή φαρμακολογικό αποκλεισμό. Οι ορμονοανταποκρινόμενοι όγκοι μπορεί να υποχωρήσουν όταν χορηγούνται φαρμακολογικές ποσότητες ορμονών, ανεξάρτητα από το εάν παρατηρήθηκαν προηγουμένως σημάδια ορμονοευαισθησίας. Τα κύρια ορμονοανταποκρινόμενα καρκινώματα περιλαμβάνουν καρκινώματα του μαστού, του προστάτη και της μήτρας· λεμφώματα· και ορισμένες λευχαιμίες. (Από AMA Drug Evaluations Annual 1994, σελ.2079)
Μια δομικά ποικιλόμορφη ομάδα ενώσεων που διακρίνεται από τα ΟΙΣΤΡΟΓΟΝΑ λόγω της ικανότητάς τους να δεσμεύουν και να ενεργοποιούν τους ΟΙΣΤΡΟΓΟΝΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, αλλά λειτουργούν είτε ως αγωνιστές είτε ως ανταγωνιστές ανάλογα με τον τύπο του ιστού και το ορμονικό περιβάλλον. Ταξινομούνται ως πρώτης γενιάς επειδή παρουσιάζουν οιστρογονικές αγωνιστικές ιδιότητες στο ΕΝΔΟΜΗΤΡΙΟ ή δεύτερης γενιάς βάσει των προτύπων ιστικής ειδικότητας. (Horm Res 1997·48:155-63)
Παράγοντες που αναστέλλουν την ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ και/ή ευνοούν την ΟΣΤΕΙΝΗ ΟΡΩΝΙΩΣΗ και την ΟΣΤΕΙΝΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ. Χρησιμοποιούνται για την επούλωση ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΟΣΤΩΝ και για τη θεραπεία ΟΣΤΕΙΝΩΝ ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΩΝ ΝΟΣΩΝ όπως η ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗ.