TAMOXIFEN
Ταμοξιφαίνη
### Φαρμακοδυναμικές **Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία**: Ανταγωνιστές ορμονών και συναφείς παράγοντες, Αντι-οιστρογόνα.
Εμπορικά Ονόματα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: με ή χωρίς τροφή
- Δόση έναρξης: 20 mg
-
Ενήλικες (συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων)Δόση20-40 mg ημερησίωςΔοσολογίες άνω των 20 mg ημερησίως πρέπει να δίδονται σε δύο δόσεις (πρωί και βράδυ). Δόση συντήρησης: 20 mg ημερησίως. Συνιστάται διάρκεια θεραπείας όχι μικρότερη από 5 χρόνια στην πρώιμη νόσο.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ χρήση δεν συνιστάται διότι η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Όλες οι περιπτώσεις οξείας πορφυρίας
-
Κύηση
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Έμμηνος ρύσηΠληθυσμόςπροεμμηνοπαυσιακές γυναίκεςκαταστέλλεται σε ένα ποσοστό
-
Σαρκώματα μήτρας και αλλοιώσεις ενδομητρίου (υπερπλασία, πολύποδες, καρκίνος)Αυξημένη συχνότητα εμφάνισης. Ασθενείς που λαμβάνουν ή έχουν λάβει παλαιότερα Ταμοξιφαίνη και παρουσιάζουν συμπτώματα από τα γεννητικά όργανα, ειδικά κολπική αιμορραγία, πρέπει να ελέγχονται ενδελεχώς.
-
Κυστικά ωοθηκικά αδενώματαΠληθυσμόςπροεμμηνοπαυσιακές γυναίκεςπαρατηρήθηκαν σε μερικές περιπτώσεις
-
Δεύτεροι πρωτοπαθείς όγκοιαναφέρθηκε σε κλινικές μελέτες, αιτιολογική συσχέτιση δεν έχει τεκμηριωθεί.
-
Οπτικές διαταραχές (μείωση οπτικής οξύτητας, θόλωση κερατοειδούς, καταρράκτης, αμφιβληστροειδοπάθεια)μπορεί να μειώσει την οπτική οξύτητα και να προκαλέσει θόλωση του κερατοειδούς, καταρράκτη και αμφιβληστροειδοπάθεια.
-
Θρομβοεμβολικά επεισόδια και πνευμονική εμβολήαυξημένος κίνδυνος, πιθανόν να επιτείνεται με σύγχρονη χορήγηση κυτταροτοξικών φαρμάκων.
-
Θρομβοπενία και λευκοπενίασπάνιες περιπτώσεις παροδικής θρομβοπενίας (<100.000 κ.κ.χ.) και λευκοπενίας (<3.000 κ.κ.χ.).
-
Παράταση διαστήματος QTμπορεί να συσχετιστεί με παράταση του διαστήματος QT (σε θεραπευτικές και πιο συχνά σε πολλαπλάσιες δόσεις).
-
ΥπερασβεστιαιμίαΠληθυσμόςασθενείς με καρκίνο του μαστού με οστικές μεταστάσειςαναφέρθηκε εντός μερικών εβδομάδων. Εάν συμβεί, λήψη κατάλληλων μέτρων, εάν σοβαρή, διακοπή φαρμάκου.
-
Ηπατικές διαταραχές (αυξήσεις ηπατικών ενζύμων, λιπώδης διήθηση, χολόσταση, ηπατίτιδα, ηπατική νέκρωση)συσχετίστηκε με αυξήσεις ενζύμων και σε σπάνιες περιπτώσεις σοβαρότερες διαταραχές, μερικές μοιραίες. Συσχέτιση αβέβαιη.
-
Όγκος μήτραςΠληθυσμόςκορίτσια 2-10 ετών με Σύνδρομο McCune Albright (MAS)αύξηση μέσου όγκου της μήτρας. Αιτιολογική συσχέτιση δεν έχει τεκμηριωθεί.
-
Μικροαγγειακές επιπλοκές κρημνούμπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο σε απώτερη μικροχειρουργική αποκατάσταση του μαστού.
-
Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCARs), σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS), τοξική επιδερμική νεκρόλυση (ΤΕΝ)μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή ή θανατηφόρες. Παρακολούθηση για δερματικές αντιδράσεις. Εάν εμφανιστούν, διακοπή Ταμοξιφαίνη και εξέταση εναλλακτικής θεραπείας. Εάν έχει αναπτυχθεί σοβαρή αντίδραση (SJS/TEN), δεν πρέπει να γίνει επανέναρξη.
-
ΑγγειοοίδημαΠληθυσμόςασθενείς με κληρονομικό αγγειοοίδημαμπορεί να προκαλέσει ή να επιδεινώσει τα συμπτώματα.
-
ΛακτόζηΠληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςδεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
-
ΝάτριοΤο φάρμακο περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
κουμαρινικού τύπου αντιπηκτικάπροσοχήΣημαντική αύξηση της αντιπηκτικής τους δράσηςΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση του ασθενή
-
κυτταροτοξικοί παράγοντεςπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος εμφάνισης θρομβοεμβολικών επεισοδίων
-
αναστολέα της αρωματάσηςΔεν έχει δείξει καλύτερη αποτελεσματικότητα συγκριτικά με τη μονοθεραπεία ταμοξιφαίνης
-
ριφαμπικίνη (επαγωγέας του CYP3A4)προσοχήΜείωση στα επίπεδα της ταμοξιφαίνης στο πλάσμα
-
αναστολείς του CYP2D6 (π.χ. παροξετίνη, άλλοι SSRI)προσοχήΜείωση στα επίπεδα του ενεργού μεταβολίτη (ενδοξιφαίνη) και μειωμένη αποτελεσματικότητα της ταμοξιφαίνης
-
προσοχήΠεριπτώσεις ουραιμικού-αιμολυτικού συνδρόμου
-
κυκλοφωσφαμίδη ή άλλα αντι-νεοπλασματικά φάρμακα που απαιτούν τη λειτουργία των οξειδασών για μεταβολισμόπαρακολούθησηΆγνωστη επίδραση στο μεταβολισμό και στην αποβολή
-
παρακολούθησηΑύξηση των ντοπαμινεργικών δράσεων της βρωμοκρυπτίνης, πιθανή αύξηση επιπέδων ταμοξιφαίνης στο πλάσμα
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ινομυώματα μήτρας
- Κολπική αιμορραγία
- Κολπικό έκκριμα
- Κνησμός αιδοίου
- Ενδομητρίωση
- Καρκίνος του ενδομητρίου
- Αναζωπύρωση όγκου
- Σάρκωμα μήτρας (κατά το πλείστο κακοήθεις μικτοί παραμεσονεφρικοί όγκοι)
- Αναιμία
- Θρομβοπενία
- Λευκοπενία
- Ουδετεροπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
- Κατακράτηση υγρών
- Υπερασβεστιαιμία
- Αυξημένα τριγλυκερίδια
- Κατάθλιψη
- Ισχαιμικό αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο
- Εξάψεις
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Διαταραχές αισθητικότητας (περιλαμβανομένων παραισθησίας και δυσγευσίας)
- Οπτική νευρίτιδα
- Καταρράκτης
- Αμφιβληστροειδοπάθεια
- Οπτικές διαταραχές
- Οπτική νευροπάθεια
- Μεταβολές του κερατοειδούς
- Θρομβοεμβολικά επεισόδια (περιλαμβανομένης εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης, μικροαγγειακής θρόμβωσης και πνευμονικής εμβολής)
- Διάμεση πνευμονίτιδα
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Δυσκοιλιότητα
- Παγκρεατίτιδα
- Μεταβολές των ηπατικών ενζύμων
- Λιπώδες ήπαρ
- Κίρρωση ήπατος
- Ηπατίτιδα
- Χολόσταση
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Ηπατοκυτταρική βλάβη
- Ηπατική νέκρωση
- Δερματικό εξάνθημα
- Αλωπεκία
- Αγγειοοίδημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Δερματική αγγειίτιδα
- Πομφολυγώδες πεμφιγοειδές
- Πολύμορφο ερύθημα
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Δερματικός ερυθηματώδης λύκος
- Παρόξυνση κληρονομικού αγγειοοιδήματος
- Κράμπες στα κάτω άκρα
- Μυαλγία
- Μεταβολές του ενδομητρίου (περιλαμβανομένης υπερπλασίας και πολύποδα)
- Πολύποδες κόλπου
- Κυστική διόγκωση ωοθηκώνα
- Όψιμη δερματική πορφυρία
- Κόπωση
- Αναμνηστική ακτινοβολία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΔερματικό εξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΕξάψειςΑγγειακές
-
Πολύ συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΚατακράτηση υγρώνΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΚολπική αιμορραγίαΑναπαραγωγικό
-
Πολύ συχνέςΚολπικό έκκριμαΑναπαραγωγικό
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΑμφιβληστροειδοπάθειαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΑναζωπύρωση όγκουΝεοπλάσματα
-
ΣυχνέςΑντιδράσεις υπερευαισθησίαςΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΑυξημένα τριγλυκερίδιαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχές αισθητικότητας (περιλαμβανομένων παραισθησίας και δυσγευσίας)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΘρομβοεμβολικά επεισόδια (περιλαμβανομένης εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης, μικροαγγειακής θρόμβωσης και πνευμονικής εμβολής)Αγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΙνομυώματα μήτραςΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΙσχαιμικό αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιοΑγγειακές
-
ΣυχνέςΚαταρράκτηςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνησμός αιδοίουΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΚράμπες στα κάτω άκραΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΛιπώδες ήπαρΉπαρ
-
ΣυχνέςΜεταβολές του ενδομητρίου (περιλαμβανομένης υπερπλασίας και πολύποδα)Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
ΣυχνέςΜεταβολές των ηπατικών ενζύμωνΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟπτική νευρίτιδαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΔιάμεση πνευμονίτιδαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΚίρρωση ήπατοςΉπαρ
-
Όχι συχνέςΚαρκίνος του ενδομητρίουΝεοπλάσματα
-
Όχι συχνέςΟπτικές διαταραχέςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΥπερασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΔερματική αγγειίτιδαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΕνδομητρίωσηΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΗπατική νέκρωσηΉπαρ
-
ΣπάνιεςΗπατοκυτταρική βλάβηΉπαρ
-
ΣπάνιεςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΚυστική διόγκωση ωοθηκώναΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
ΣπάνιεςΛευκοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΜεταβολές του κερατοειδούςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΟπτική νευροπάθειαΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΠολύποδες κόλπουΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
ΣπάνιεςΠομφολυγώδες πεμφιγοειδέςΔέρμα
-
ΣπάνιεςΣάρκωμα μήτρας (κατά το πλείστο κακοήθεις μικτοί παραμεσονεφρικοί όγκοι)Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
ΣπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΧολόστασηΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΌψιμη δερματική πορφυρίαΣυγγενείς, οικογενείς και γενετικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΑναμνηστική ακτινοβολίαΚακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
-
Πολύ σπάνιεςΔερματικός ερυθηματώδης λύκοςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠαρόξυνση κληρονομικού αγγειοοιδήματοςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο Ταμοξιφαίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.Αναφέρθηκε μικρός αριθμός αποβολών, ανωμαλίες κατά τη γέννηση και εμβρυϊκών θανάτων. Σε μοντέλα τρωκτικών παρατηρήθηκαν αλλοιώσεις παρόμοιες με αυτές που προκαλούνται από οιστρογόνα. Οι γυναίκες πρέπει να ενημερώνονται να μην μένουν έγκυες ενώ παίρνουν Ταμοξιφαίνη και για εννέα μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας, χρησιμοποιώντας μη ορμονικές αντισυλληπτικές μεθόδους. Σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες πρέπει να αποκλειστεί το ενδεχόμενο κύησης πριν τη χορήγηση.
-
Γαλουχίατο Ταμοξιφαίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.Περιορισμένα δεδομένα υποδεικνύουν ότι η ταμοξιφαίνη και οι ενεργοί μεταβολίτες της απεκκρίνονται και συσσωρεύονται με τον χρόνο στο ανθρώπινο γάλα. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί η θεραπεία.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανταγωνιστές ορμονών και συναφείς παράγοντες, Αντι-οιστρογόνα. Κωδικός ATC: L02 BA01
Η ταμοξιφαίνη είναι μη στεροειδές φάρμακο τριφαινυλινικής δομής, που εμφανίζει σύνθετο φάσμα αντιοιστρογονικών και οιστρογονικών φαρμακολογικών επιδράσεων στους διάφορους ιστούς. Σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού, στο επίπεδο του όγκου, η ταμοξιφαίνη δρα πρωταρχικά σαν αντι-οιστρογόνο, εμποδίζοντας τη σύνδεση των οιστρογόνων με τους οιστρογονικούς υποδοχείς. Σε γυναίκες με όγκους με θετικούς ή άγνωστης φύσης οιστρογονοϋποδοχείς, η επικουρική χορήγηση ταμοξιφαίνης αποδείχθηκε ότι ελαττώνει σημαντικά την επανεμφάνιση της νόσου και βελτιώνει την 10ετή επιβίωση, επιτυγχάνοντας σημαντικά καλύτερα αποτελέσματα με 5ετή θεραπεία σε σχέση με θεραπεία ενός ή δύο ετών.
Αυτά τα ευεργετικά αποτελέσματα είναι σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα από την ηλικία, την εμμηνοπαυσιακή κατάσταση, τη δοσολογία της ταμοξιφαίνης και τη συμπληρωματική χημειοθεραπεία.
Στην κλινική πράξη, αναγνωρίζεται ότι η ταμοξιφαίνη οδηγεί σε μείωση των επιπέδων της ολικής χοληστερόλης και των λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας στο αίμα σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες σε ποσοστό 10-20%. Επιπλέον η ταμοξιφαίνη έχει αναφερθεί ότι οδηγεί σε διατήρηση της οστικής πυκνότητας στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.
Μία μη ελεγχόμενη μελέτη διεξήχθη σε μία ετερογενή ομάδα 28 κοριτσιών ηλικίας 2 έως 10 ετών με Σύνδρομο McCune Albright (MAS), που ελάμβαναν δόση 20 mg άπαξ ημερησίως για μέγιστη διάρκεια 12 μηνών. Μεταξύ των ασθενών που ανέφεραν κολπική αιμορραγία κατά την περίοδο προ της μελέτης, το 62% (13 από 21 ασθενείς) δεν παρουσίασε αιμορραγία για περίοδο 6 μηνών και το 33% (7 από 21) δεν παρουσίασε κολπική αιμορραγία καθ’ όλη τη διάρκεια της μελέτης. Ο μέσος όγκος της μήτρας αυξήθηκε μετά από θεραπεία 6 μηνών και διπλασιάσθηκε στο τέλος της μελέτης διάρκειας ενός έτους. Ενώ αυτό το εύρημα είναι σύμφωνο με τις φαρμακοδυναμικές ιδιότητες της ταμοξιφαίνης, αιτιολογική συσχέτιση δεν έχει τεκμηριωθεί (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Δεν υπάρχουν μακροπρόθεσμα στοιχεία ασφάλειας στα παιδιά. Ειδικότερα, τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα της ταμοξιφαίνης στην αύξηση, την εφηβεία και τη γενική ανάπτυξη δεν έχουν εξεταστεί.
Μετά τη λήψη από το στόμα, το Ταμοξιφαίνη απορροφάται ταχέως και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό επιτυγχάνονται σε 4-7 ώρες. Η ταμοξιφαίνη μεταβολίζεται ευρέως. Ο κυριότερος μεταβολίτης είναι η N-απομεθυλο-ταμοξιφαίνη, του οποίου η βιολογική δράση προσομοιάζει με αυτή της ταμοξιφαίνης. Δευτερεύοντες μεταβολίτες είναι η 4-υδροξυταμοξιφαίνη και ένα αλκοολούχο παράγωγο.
Χρόνια χορήγηση ταμοξιφαίνης 10 mg, χορηγούμενα 2 φορές ημερησίως για 3 μήνες σε ασθενείς, έχει ως αποτέλεσμα την επίτευξη μέσων συγκεντρώσεων σε σταθεροποιημένη κατάσταση στο πλάσμα 120 ng/ml για την ταμοξιφαίνη και 336 ng/ml για το N-απομεθυλο-ταμοξιφαίνη.
Μετά από εφάπαξ δόση 20 mg ταμοξιφαίνης η μέση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα ήταν 40 ng/ml 5 ώρες μετά τη χορήγηση.
Η μέση συγκέντρωση στη σταθεροποιημένη κατάσταση (περίπου 300 ng/ml) επιτυγχάνεται ύστερα από θεραπεία τεσσάρων εβδομάδων με 40 mg ημερησίως.
Μετά την έναρξη της θεραπείας οι σταθερές συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται σε 4 εβδομάδες για την ταμοξιφαίνη και σε 8 εβδομάδες για την N-απομεθυλο-ταμοξιφαίνη που υποδηλώνει ημιπερίοδο ζωής 14 ημερών για αυτόν τον μεταβολίτη.
Το φάρμακο συνδέεται σε υψηλό ποσοστό με τις πρωτεΐνες του ορού (> 99%).
Η ταμοξιφαίνη μεταβολίζεται ευρέως. Ο μεταβολισμός γίνεται με υδροξυλίωση, απομεθυλίωση και σύζευξη, δίνοντας αρκετούς μεταβολίτες που έχουν παρόμοια φαρμακολογική δράση με την αρχική ένωση και συμβάλλουν έτσι στο θεραπευτικό αποτέλεσμα.
Το φάρμακο αποβάλλεται κυρίως μεταβολισμένο. Λιγότερο από το 30% αποβάλλεται αμετάβλητο.
Μετά την από του στόματος χορήγηση 65% της χορηγηθείσης δόσης αποβάλλεται από το σώμα σε μία περίοδο 2 εβδομάδων κυρίως από τα κόπρανα.
Η μείωση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα της ταμοξιφαίνης είναι διφασική με ημιπερίοδο ζωής 5-7 ημέρες. Υπολογίσθηκε ότι το ίδιο φάρμακο έχει χρόνο υποδιπλασιασμού 7 ημέρες περίπου, ενώ η N-απομεθυλο-ταμοξιφαίνη, ο κύριος μεταβολίτης στην κυκλοφορία, έχει χρόνο υποδιπλασιασμού 14 ημέρες.
Σε μία κλινική μελέτη όπου κορίτσια ηλικίας μεταξύ 2 και 10 ετών με Σύνδρομο McCune Albright (MAS) ελάμβαναν 20 mg ταμοξιφαίνης άπαξ ημερησίως για μέγιστη διάρκεια μέχρι 12 μηνών, εμφανίστηκε μία εξαρτώμενη από την ηλικία μείωση στην κάθαρση και μία αύξηση στην έκθεση (AUC) (με τιμές μέχρι 50% υψηλότερες στους νεότερους ασθενείς) συγκριτικά με τους ενήλικες ασθενείς.
Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανταγωνιστές ορμονών και συναφείς παράγοντες, Αντι-οιστρογόνα. Κωδικός ATC: L02 BA01 Η ταμοξιφαίνη είναι μη στεροειδές φάρμακο τριφαινυλινικής δομής, που εμφανίζει σύνθετο φάσμα αντιοιστρογονικών και…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηπατική λειτουργία (LFTs) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | παροδικά | — |
| Γενική αίματος | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | παροδικά | — |
| Λιπίδια αίματος | monitoringΛιπιδαιμικός έλεγχος | παροδικά | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Ένας από τους εκλεκτικούς τροποποιητές των υποδοχέων οιστρογόνων με δραστηριότητες ειδικές για τον ιστό. Η ταμοξιφαίνη δρα ως αντι-οιστρογόνο (ανασταλτικός παράγοντας) στον ιστό του μαστού, αλλά ως οιστρογόνο (διεγερτικός παράγοντας) στον μεταβολισμό της χοληστερόλης, την οστική πυκνότητα και τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων στο ενδομήτριο. [PubChem]
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ένδειξη
Για τη θεραπεία του καρκίνου του μαστού.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η ταμοξιφαίνη ανήκει σε μια κατηγορία φαρμάκων που ονομάζονται εκλεκτικοί τροποποιητές των υποδοχέων οιστρογόνων (SERMs), οι οποίοι έχουν τόσο οιστρογονικές όσο και αντι-οιστρογονικές επιδράσεις. Η ταμοξιφαίνη έχει τον ίδιο πυρήνα με τη διαιθυλοστιλβοιστερόλη, αλλά διαθέτει μια πρόσθετη πλευρική αλυσίδα (trans ισομερές) που ευθύνεται για την αντι-οιστρογονική της δράση.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Η ταμοξιφαίνη συνδέεται με τους υποδοχείς οιστρογόνων (ER), προκαλώντας μια διαμορφωτική αλλαγή στον υποδοχέα. Αυτό οδηγεί σε μπλοκάρισμα ή αλλαγή της έκφρασης γονιδίων εξαρτώμενων από τα οιστρογόνα. Η παρατεταμένη σύνδεση της ταμοξιφαίνης με την πυρηνική χρωματίνη των κυττάρων οδηγεί σε μειωμένη δραστηριότητα DNA πολυμεράσης, διαταραγμένη χρήση θυμιδίνης, μπλοκάρισμα της πρόσληψης οιστραδιόλης και μειωμένη απόκριση στα οιστρογόνα. Είναι πιθανό η ταμοξιφαίνη να αλληλεπιδρά με άλλους συν-ενεργοποιητές ή συν-κατασταλτές στον ιστό και να συνδέεται με διαφορετικούς υποδοχείς οιστρογόνων, ER-άλφα ή ER-βήτα, παράγοντας τόσο οιστρογονικές όσο και αντι-οιστρογονικές επιδράσεις.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Κατανομή t1/2=7 έως 14 ώρες· Απέκκριση t1/2=5 έως 7 ημέρες· Απέκκριση t1/2 της N-δεσμεθυλ-ταμοξιφαίνης=9-14 ημέρες.
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός Απέκκρισης
Το φάρμακο απεκκρίνεται κυρίως ως πολικοί συζεύξεις, με αμετάβλητο φάρμακο και μη συζευγμένους μεταβολίτες να αντιστοιχούν σε λιγότερο από 30% της συνολικής ραδιενέργειας στα κόπρανα.
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
Σημεία που παρατηρήθηκαν στις υψηλότερες δόσεις μετά από μελέτες για τον προσδιορισμό της LD50 σε ζώα ήταν αναπνευστικές δυσκολίες και σπασμοί.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ταμοξιφαίνη είναι ένας εκλεκτικός τροποποιητής των οιστρογονικών υποδοχέων που αναστέλλει την ανάπτυξη και προάγει την απόπτωση σε όγκους θετικούς για τους οιστρογονικούς υποδοχείς. Έχει μεγάλη διάρκεια δράσης, καθώς ο ενεργός μεταβολίτης N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη έχει χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 2 εβδομάδες. Έχει στενό θεραπευτικό δείκτη, καθώς υψηλότερες δόσεις μπορεί να οδηγήσουν σε δυσκολία αναπνοής ή σπασμούς. Η χορήγηση ταμοξιφαίνης σχετίζεται επίσης με αυξημένη επίπτωση κακοηθειών της μήτρας.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η ταμοξιφαίνη ανταγωνιστικά αναστέλλει τη δέσμευση των οιστρογόνων στον υποδοχέα τους, η οποία είναι κρίσιμη για τη δράση της στα καρκινικά κύτταρα του μαστού. Η ταμοξιφαίνη οδηγεί σε μείωση του αυξητικού παράγοντα όγκου α και του ινσουλινοειδούς αυξητικού παράγοντα 1, και σε αύξηση της σφαιρίνης που δεσμεύει τις σεξουαλικές ορμόνες. Η αύξηση της σφαιρίνης που δεσμεύει τις σεξουαλικές ορμόνες περιορίζει την ποσότητα ελεύθερα διαθέσιμης εστραδιόλης. Αυτές οι αλλαγές μειώνουν τα επίπεδα παραγόντων που διεγείρουν την ανάπτυξη του όγκου. Η ταμοξιφαίνη έχει επίσης αποδειχθεί ότι επάγει απόπτωση στα θετικά κύτταρα των οιστρογονικών υποδοχέων. Αυτή η δράση πιστεύεται ότι είναι αποτέλεσμα της αναστολής της πρωτεϊνικής κινάσης C, η οποία εμποδίζει τη σύνθεση DNA. Εναλλακτικές θεωρίες για την απόπτωση που προκαλείται από την ταμοξιφαίνη προέρχονται από την περίπου 3 φορές αύξηση των ενδοκυτταρικών και μιτοχονδριακών επιπέδων ιόντων ασβεστίου μετά τη χορήγηση ή την επαγωγή του αυξητικού παράγοντα όγκου β.
Η ταμοξιφαίνη είναι ένας μη στεροειδής παράγοντας με ισχυρές αντι-οιστρογονικές ιδιότητες. Οι αντι-οιστρογονικές επιδράσεις μπορεί να σχετίζονται με την ικανότητα της ταμοξιφαίνης να ανταγωνίζεται τα οιστρογόνα για τις θέσεις δέσμευσης σε ιστούς-στόχους όπως ο μαστός. Η ταμοξιφαίνη ανταγωνίζεται την εστραδιόλη για την πρωτεΐνη του οιστρογονικού υποδοχέα σε κυτταρολύματα που προέρχονται από ανθρώπινα αδενοκαρκινώματα μαστού. Η ταμοξιφαίνη έχει αποδειχθεί ότι αναστέλλει την επαγωγή καρκινώματος μαστού αρουραίου που προκαλείται από διμεθυλοβενζανθρακένιο (DMBA) και προκαλεί την ύφεση ήδη εγκατεστημένων όγκων που προκαλούνται από DMBA. Η ταμοξιφαίνη φαίνεται να ασκεί τις αντικαρκινικές της επιδράσεις δεσμεύοντας τους οιστρογονικούς υποδοχείς σε αυτό το μοντέλο αρουραίου.
Η ταμοξιφαίνη μπορεί να επάγει ωορρηξία σε γυναίκες με ανωοθυλακιορρηξία, διεγείροντας την απελευθέρωση της ορμόνης απελευθέρωσης γοναδοτροπινών από τον υποθάλαμο, η οποία με τη σειρά της διεγείρει την απελευθέρωση των γοναδοτροπινών της υπόφυσης. Σε αζωοσπερμικούς άνδρες, η ταμοξιφαίνη αυξάνει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα της ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH), της ωοθυλακιοτρόπου ορμόνης (FSH), της τεστοστερόνης και των οιστρογόνων.
Η ταμοξιφαίνη είναι ένα αντι-οιστρογόνο που χρησιμοποιείται συχνά στη θεραπεία του καρκίνου του μαστού και αξιολογείται επί του παρόντος ως προφυλακτικό για όσους διατρέχουν υψηλό κίνδυνο ανάπτυξης όγκων. Βρήκαμε ότι η ταμοξιφαίνη και τα παράγωγά της είναι αποκλειστές υψηλής συγγένειας για ειδικά κανάλια χλωρίου. Αυτή η απόφραξη φαίνεται να είναι ανεξάρτητη από την αλληλεπίδραση της ταμοξιφαίνης με τον οιστρογονικό υποδοχέα και επομένως αντικατοπτρίζει έναν εναλλακτικό κυτταρικό στόχο. Μία από τις κλινικές παρενέργειες της ταμοξιφαίνης είναι η διαταραχή της όρασης και ο καταρράκτης. Τα κανάλια χλωρίου στον φακό του ματιού αποδείχθηκαν απαραίτητα για τη διατήρηση της φυσιολογικής ενυδάτωσης και διαπερατότητας του φακού. Αυτά τα κανάλια αποκλείστηκαν από την ταμοξιφαίνη και, σε καλλιέργεια οργάνων, η ταμοξιφαίνη οδήγησε σε θολερότητα του φακού που σχετίζεται με καταρράκτη σε κλινικά σχετικές συγκεντρώσεις. Αυτά τα δεδομένα υποδηλώνουν έναν μοριακό μηχανισμό μέσω του οποίου η ταμοξιφαίνη μπορεί να προκαλέσει σχηματισμό καταρράκτη και έχουν επιπτώσεις στην κλινική χρήση της ταμοξιφαίνης και των σχετικών αντι-οιστρογόνων.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μια από του στόματος δόση 20mg φτάνει σε Cmax 40ng/mL με Tmax 5 ώρες. Ο μεταβολίτης N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη φτάνει σε Cmax 15ng/mL. 10mg ταμοξιφαίνης από του στόματος δύο φορές την ημέρα για 3 μήνες οδηγεί σε Css 120ng/mL και Css 336ng/mL.
Η ταμοξιφαίνη απεκκρίνεται κυρίως στα κόπρανα. Μελέτες σε ζώα έδειξαν ανάκτηση 75% της ραδιοσημασμένης ταμοξιφαίνης στα κόπρανα, με αμελητέα συλλογή από τα ούρα. Ωστόσο, μία μελέτη σε ανθρώπους έδειξε 26,7% ανάκτηση στα ούρα και 24,7% στα κόπρανα.
Ο όγκος κατανομής της ταμοξιφαίνης είναι περίπου 50-60L/kg.
Η κάθαρση της ταμοξιφαίνης ήταν 189mL/min σε μια μελέτη έξι μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών.
Η ταμοξιφαίνη φαίνεται να απορροφάται αργά μετά από από του στόματος χορήγηση, με τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα να συμβαίνουν γενικά περίπου 3-6 ώρες μετά από μία εφάπαξ δόση. Η έκταση απορρόφησης στους ανθρώπους δεν έχει προσδιοριστεί επαρκώς, αλλά περιορισμένα δεδομένα από μελέτες σε ζώα υποδηλώνουν ότι το φάρμακο απορροφάται καλά. Δεδομένα από μελέτες σε ζώα υποδηλώνουν επίσης ότι η ταμοξιφαίνη ή/και οι μεταβολίτες της υφίστανται εκτεταμένη εντεροηπατική κυκλοφορία.
Μετά από από του στόματος χορήγηση, οι μέγιστες συγκεντρώσεις ταμοξιφαίνης στο πλάμα κυμαίνονται κατά μέσο όρο περίπου 17 ng/mL μετά από μία εφάπαξ δόση 10 mg, περίπου 40 ng/mL μετά από μία εφάπαξ δόση 20 mg, και 65-70 ng/mL μετά από μία εφάπαξ δόση 40 mg· ωστόσο, υπάρχει σημαντική διατομεακή μεταβλητότητα στις συγκεντρώσεις ταμοξιφαίνης στο πλάμα που επιτυγχάνονται μετά από εφάπαξ δόσεις και σε σταθερή κατάσταση με συνεχή χορήγηση.
Μετά από εφάπαξ από του στόματος δόση ταμοξιφαίνης, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάμα του N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη, του κύριου μεταβολίτη του φαρμάκου, κυμαίνονται γενικά από περίπου 15-50% εκείνων της αμετάβλητης ταμοξιφαίνης· ωστόσο, με συνεχή χορήγηση, οι συγκεντρώσεις στο πλάμα σε σταθερή κατάσταση του N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη κυμαίνονται γενικά από περίπου 1-2 φορές εκείνων της αμετάβλητης ταμοξιφαίνης. Μετά από συνεχή χορήγηση σε ασθενείς που λαμβάνουν από του στόματος ταμοξιφαίνη 10 mg δύο φορές την ημέρα για 3 μήνες, οι συγκεντρώσεις ταμοξιφαίνης και N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης σε σταθερή κατάσταση κυμαίνονται κατά μέσο όρο περίπου 120 ng/mL (εύρος: 67-183 ng/mL) και 336 ng/mL (εύρος: 148-654 ng/mL), αντίστοιχα.
Οι συγκεντρώσεις ταμοξιφαίνης σε σταθερή κατάσταση στο πλάμα επιτυγχάνονται γενικά μετά από 3-4 εβδομάδες συνεχούς χορήγησης, ενώ αυτές του N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης επιτυγχάνονται γενικά μετά από 3-8 εβδομάδες συνεχούς χορήγησης. Οι συγκεντρώσεις σε σταθερή κατάσταση μπορούν να επιτευχθούν ταχύτερα με ένα σχήμα φορτίου δόσης, αλλά δεν υπάρχει θεραπευτικό πλεονέκτημα με ένα τέτοιο σχήμα.
Για περισσότερες πληροφορίες Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την TAMOXIFEN (9 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Η δέσμευση της ταμοξιφαίνης στο πλάσμα είναι άνω του 98% και κυρίως με την αλβουμίνη του ορού.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η ταμοξιφαίνη μπορεί να υδροξυλιωθεί σε α-υδροξυταμοξιφαίνη, η οποία στη συνέχεια γλυκουρονιδώνεται ή υφίσταται σύζευξη θειικού άλατος από τη σουλφοτρανσφεράση 2Α1. Η ταμοξιφαίνη μπορεί επίσης να υποστεί Ν-οξείδωση από τις φλαβινομονοοξυγενάσες 1 και 3 σε ταμοξιφαίνη Ν-οξείδιο. Η ταμοξιφαίνη N-απελκυλιώνεται σε N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη από CYP2D6, CYP1A1, CYP1A2, CYP3A4, CYP1B1, CYP2C9, CYP2C19, και CYP3A5. Η N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη μπορεί να συζευχθεί με θειικό άλας για να σχηματίσει N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη θειικό, να 4-υδροξυλιωθεί από CYP2D6 για να σχηματίσει ενδοξιφαίνη, ή να N-απελκυλιωθεί εκ νέου από CYP3A4 και CYP3A5 σε N,N-διδεσμεθυλοταμοξιφαίνη. Η N,N-διδεσμεθυλοταμοξιφαίνη υφίσταται αντίδραση υποκατάστασης για να σχηματίσει τον μεταβολίτη Y της ταμοξιφαίνης, ακολουθούμενη από διάσπαση αιθέρα σε μεταβολίτη Ε, ο οποίος στη συνέχεια μπορεί να συζευχθεί με θειικό άλας από τη σουλφοτρανσφεράση 1Α1 και 1Ε1 ή να O-γλυκουρονιδωθεί. Η ταμοξιφαίνη μπορεί επίσης να 4-υδροξυλιωθεί από CYP2D6, CYP2B6, CYP3A4, CYP2C9, και CYP2C19 για να σχηματίσει 4-υδροξυταμοξιφαίνη. Η 4-υδροξυταμοξιφαίνη μπορεί να υποστεί γλυκουρονιδίωση από UGT1A8, UGT1A10, UGT2B7, και UGT2B17 σε γλυκουρονίδια ταμοξιφαίνης, σύζευξη θειικού άλατος από τη σουλφοτρανσφεράση 1Α1 και 1Ε1 σε 4-υδροξυταμοξιφαίνη θειικό, ή N-απελκυλίωση από CYP3A4 και CYP3A5 σε ενδοξιφαίνη. Η ενδοξιφαίνη υφίσταται απομεθυλίωση σε νορεδοξιφαίνη, μια αναστρέψιμη αντίδραση σύζευξης θειικού άλατος μέσω της σουλφοτρανσφεράσης 1Α1 και 1Ε1 σε 4-ενδοξιφαίνη θειικό, σύζευξη θειικού άλατος μέσω της σουλφοτρανσφεράσης 2Α1 σε 4-ενδοξιφαίνη θειικό, ή γλυκουρονιδίωση μέσω UGT1A8, UGT1A10, UGT2B7, ή UGT2B15 σε γλυκουρονίδια ταμοξιφαίνης.
Η ταμοξιφαίνη μεταβολίζεται εκτενώς μετά από από του στόματος χορήγηση. Η N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη είναι ο κύριος μεταβολίτης που ανιχνεύεται στο πλάσμα. Η δραστικότητα της N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης είναι παρόμοια με αυτή της ταμοξιφαίνης. Η 4-υδροξυταμοξιφαίνη και ένα παράγωγο πρωτοταγούς αλκοόλης της αλυσίδας της ταμοξιφαίνης έχουν αναγνωριστεί ως δευτερεύοντες μεταβολίτες στο πλάσμα. Η ταμοξιφαίνη είναι υπόστρωμα των κυτοχρωμάτων P450 CYP3A, CYP2C9 και CYP2D6, και αναστολέας της P-γλυκοπρωτεΐνης.
Η ταμοξιφαίνη μεταβολίζεται γρήγορα και εκτενώς, κυρίως με απομεθυλίωση και σε μικρό βαθμό με επακόλουθη δεαμίνωση, καθώς και με υδροξυλίωση. Αρχικές μελέτες υπέδειξαν ότι η 4-υδροξυταμοξιφαίνη (μεταβολίτης Β) ήταν ο κύριος μεταβολίτης του φαρμάκου, αλλά μεταγενέστερες μελέτες που χρησιμοποίησαν βελτιωμένες μεθοδολογίες ανάλυσης έδειξαν ότι η 4-υδροξυταμοξιφαίνη είναι δευτερεύων μεταβολίτης και ότι ο κύριος μεταβολίτης είναι η N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη (μεταβολίτης Χ). Η βιολογική δραστικότητα της N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης φαίνεται να είναι παρόμοια με αυτή της ταμοξιφαίνης. Η N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη υφίσταται απομεθυλίωση για να σχηματίσει N,N-διδεσμεθυλοταμοξιφαίνη (μεταβολίτης Ζ) η οποία υφίσταται επακόλουθη δεαμίνωση για να σχηματίσει τον πρωτοταγή αλκοολικό μεταβολίτη (μεταβολίτης Υ). Τόσο η 4-υδροξυταμοξιφαίνη όσο και ένα παράγωγο πρωτοταγούς αλκοόλης της αλυσίδας της ταμοξιφαίνης έχουν αναγνωριστεί ως δευτερεύοντες μεταβολίτες στο πλάσμα. Η 3,4-διυδροξυταμοξιφαίνη και ένας μη ταυτοποιημένος μεταβολίτης (μεταβολίτης Ε) έχουν επίσης ανιχνευθεί στο πλάσμα σε μικρές ποσότητες. Με συνεχή χορήγηση ταμοξιφαίνης, οι συγκεντρώσεις στο πλάμα της N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης είναι γενικά περίπου 1-2 φορές εκείνων της αμετάβλητης ταμοξιφαίνης, ενώ αυτές της N,N-διδεσμεθυλοταμοξιφαίνης είναι περίπου 20-40% εκείνων της αμετάβλητης ταμοξιφαίνης και αυτές του πρωτοταγούς αλκοολικού μεταβολίτη είναι περίπου 5-25% εκείνων της αμετάβλητης ταμοξιφαίνης· οι συγκεντρώσεις των υδροξυλιωμένων μεταβολιτών και του μεταβολίτη Ε φαίνεται να είναι λιγότερο από 5% εκείνων της αμετάβλητης ταμοξιφαίνης.
Αρκετοί μεταβολίτες της ταμοξιφαίνης, συμπεριλαμβανομένων των 4’-υδροξυ-N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης, 4-υδροξυταμοξιφαίνης, N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης, του πρωτοταγούς αλκοόλης, και N-διδεσμεθυλοταμοξιφαίνης, ταυτοποιήθηκαν και οι συγκεντρώσεις τους προσδιορίστηκαν σε υγρά και κόπρανα από ασθενείς που λάμβαναν χρόνια θεραπεία με ταμοξιφαίνη. Τα βιολογικά δείγματα που ερευνήθηκαν ήταν ορός, υπεζωκοτική, περικαρδιακή και περιτοναϊκή συλλογή, εγκεφαλονωτιαίο υγρό, σάλιο, χολή, κόπρανα και ούρα. Στον ορό, η ταμοξιφαίνη η ίδια, και οι μεταβολίτες N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη και N,N-διδεσμεθυλοταμοξιφαίνη ήταν τα επικρατέστερα είδη, αλλά ανιχνεύθηκαν επίσης σημαντικές ποσότητες των μεταβολιτών πρωτοταγούς αλκοόλης, 4-υδροξυταμοξιφαίνης, 4-υδροξυ-N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης. Περίπου 3 ώρες μετά τη λήψη του φαρμάκου, η ταμοξιφαίνη καθώς και η N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη, η N,N-διδεσμεθυλοταμοξιφαίνη παρουσίασαν μέγιστη τιμή στον ορό. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί από την αποτελεσματική μεταβολισμό του πρόδρομου μεταβολίτη πριν κατανεμηθεί σε περιφερικά διαμερίσματα. Μετά την διακοπή του φαρμάκου, όλοι οι μεταβολίτες παρουσίασαν καμπύλες εξάλειψης πρώτης τάξης που παραλληλίζονταν με αυτή της ταμοξιφαίνης, υποδηλώνοντας ότι ο ρυθμός εξάλειψής τους υπερέβαινε εκείνον της ταμοξιφαίνης και ότι τα επίπεδα στον ορό οφείλονταν στον ρυθμό παραγωγής. Η δέσμευση πρωτεϊνών της ταμοξιφαίνης και των κύριων μεταβολιτών της στο πλάσμα (πρωτοταγής αλκοόλη, N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη, N,N-διδεσμεθυλοταμοξιφαίνη) προσδιορίστηκε και βρέθηκε να είναι υψηλότερη από 98%. Η αλβουμίνη ήταν ο κυρίαρχος φορέας για την ταμοξιφαίνη στο ανθρώπινο πλάσμα. Οι συγκεντρώσεις ταμοξιφαίνης και των μεταβολιτών της σε υπεζωκοτική, περικαρδιακή και περιτοναϊκή συλλογή ήταν ίσες με αυτές που ανιχνεύθηκαν στον ορό, αντιστοιχώντας σε αναλογία συλλογής/ορού μεταξύ 0,2 και 1. Μόνο ίχνη ταμοξιφαίνης και του μεταβολίτη N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης ανιχνεύθηκαν στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (αναλογία CSF/ορού μικρότερη από 0,02). Στο σάλιο, οι συγκεντρώσεις ταμοξιφαίνης και N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης υπερέβαιναν τις ποσότητες ελεύθερου φαρμάκου στον ορό, υποδηλώνοντας ενεργή μεταφορά ή παγίδευση αυτών των ενώσεων στον σιελογόνο αδένα. Η χολή και τα ούρα ήταν πλούσια σε υδροξυλιωμένους, συζευγμένους μεταβολίτες (πρωτοταγής αλκοόλη, 4-υδροξυταμοξιφαίνη, 4-υδροξυ-N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη), ενώ στα κόπρανα οι επικρατέστερες μορφές ήταν ο μη συζευγμένος μεταβολίτης Β και η ταμοξιφαίνη.
Η ποσότητα ταμοξιφαίνης, N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης (μεταβολίτης Χ), N,N-διδεσμεθυλοταμοξιφαίνης (μεταβολίτης Ζ) και υδροξυλιωμένων μεταβολιτών (trans-1(4-β-υδροξυαιθοξυφαινυλ)-1,2-διφαινυλβουτ-1-ένιο, 4-υδροξυταμοξιφαίνη και 4-υδροξυ-N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη) προσδιορίστηκε σε εγκεφαλικές μεταστάσεις από ασθενείς με καρκίνο του μαστού και στους περιβάλλοντες ιστούς του εγκεφάλου. Δείγματα συλλέχθηκαν από ασθενείς με καρκίνο του μαστού που έλαβαν ταμοξιφαίνη για 7-180 ημέρες και με την τελευταία δόση που λήφθηκε εντός 28 ωρών πριν από τη χειρουργική αφαίρεση του όγκου. Οι συγκεντρώσεις της ταμοξιφαίνης και των μεταβολιτών της ήταν έως και 46 φορές υψηλότερες στον εγκεφαλικό μεταστατικό όγκο και τον ιστό του εγκεφάλου σε σύγκριση με τον ορό. Ο μεταβολίτης N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη ήταν το πιο άφθονο είδος, ακολουθούμενο από την ταμοξιφαίνη και τον μεταβολίτη N,N-διδεσμεθυλοταμοξιφαίνη. Μικρές αλλά σημαντικές ποσότητες των υδροξυλιωμένων μεταβολιτών, trans-1(4-β-υδροξυαιθοξυφαινυλ)-1,2-διφαινυλβουτ-1-ένιο, 4-υδροξυταμοξιφαίνη και 4-υδροξυ-N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη ανιχνεύθηκαν στα περισσότερα δείγματα. Οι αναλογίες μεταξύ των συγκεντρώσεων της ταμοξιφαίνης και διαφόρων μεταβολιτών ήταν παρόμοιες στον όγκο, τον εγκέφαλο και τον ορό. Αυτή είναι η πρώτη αναφορά για την κατανομή της ταμοξιφαίνης και των μεταβολιτών της στον ανθρώπινο εγκέφαλο και τους όγκους του εγκεφάλου, και τα δεδομένα αποτελούν βάση για περαιτέρω έρευνα σχετικά με τις θεραπευτικές επιδράσεις της ταμοξιφαίνης στις εγκεφαλικές μεταστάσεις από καρκίνο του μαστού.
Η ταμοξιφαίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν 4’-Υδροξυταμοξιφαίνη, N-Δεσμεθυλοταμοξιφαίνη, α-Υδροξυταμοξιφαίνη, 4-Υδροξυταμοξιφαίνη, 3-Υδροξυταμοξιφαίνη, και Ταμοξιφαίνη Ν-γλυκουρονίδιο.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής εξάλειψης της ταμοξιφαίνης είναι 5 έως 7 ημέρες, ενώ ο χρόνος ημίσειας ζωής της N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης, του κύριου μεταβολίτη στον κυκλοφορούντα οργανισμό, είναι περίπου 14 ημέρες.
Περιορισμένα δεδομένα υποδηλώνουν ότι η ταμοξιφαίνη έχει χρόνο ημίσειας ζωής κατανομής 7-14 ωρών και χρόνο ημίσειας ζωής εξάλειψης περίπου 5-7 ημερών (εύρος: 3-21 ημέρες). Ο χρόνος ημίσειας ζωής εξάλειψης της N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης, του κύριου μεταβολίτη, εκτιμάται σε 9-14 ημέρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη δράση ή τη βιοσύνθεση οιστρογονικών ενώσεων.
Αντικαρκινικοί παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ορμονοευαίσθητων όγκων. Οι ορμονοευαίσθητοι όγκοι μπορεί να είναι ορμονοεξαρτώμενοι, ορμονοανταποκρινόμενοι ή και τα δύο. Ένας ορμονοεξαρτώμενος όγκος υποχωρεί με την αφαίρεση της ορμονικής διέγερσης, με χειρουργική επέμβαση ή φαρμακολογικό αποκλεισμό. Οι ορμονοανταποκρινόμενοι όγκοι μπορεί να υποχωρήσουν όταν χορηγούνται φαρμακολογικές ποσότητες ορμονών, ανεξάρτητα από το εάν παρατηρήθηκαν προηγουμένως σημάδια ορμονοευαισθησίας. Τα κύρια ορμονοανταποκρινόμενα καρκινώματα περιλαμβάνουν καρκινώματα του μαστού, του προστάτη και της μήτρας· λεμφώματα· και ορισμένες λευχαιμίες. (Από AMA Drug Evaluations Annual 1994, σελ.2079)
Μια δομικά ποικιλόμορφη ομάδα ενώσεων που διακρίνεται από τα ΟΙΣΤΡΟΓΟΝΑ λόγω της ικανότητάς τους να δεσμεύουν και να ενεργοποιούν τους ΟΙΣΤΡΟΓΟΝΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, αλλά λειτουργούν είτε ως αγωνιστές είτε ως ανταγωνιστές ανάλογα με τον τύπο του ιστού και το ορμονικό περιβάλλον. Ταξινομούνται ως πρώτης γενιάς επειδή παρουσιάζουν οιστρογονικές αγωνιστικές ιδιότητες στο ΕΝΔΟΜΗΤΡΙΟ ή δεύτερης γενιάς βάσει των προτύπων ιστικής ειδικότητας. (Horm Res 1997·48:155-63)
Παράγοντες που αναστέλλουν την ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ και/ή ευνοούν την ΟΣΤΕΙΝΗ ΟΡΩΝΙΩΣΗ και την ΟΣΤΕΙΝΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ. Χρησιμοποιούνται για την επούλωση ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΟΣΤΩΝ και για τη θεραπεία ΟΣΤΕΙΝΩΝ ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΩΝ ΝΟΣΩΝ όπως η ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
094ZI81Y45
TAMOXIFEN
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Οιστρογονικός Αγωνιστής/Ανταγωνιστής
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Εκλεκτικοί Τροποποιητές Οιστρογονικών Υποδοχέων
Η ταμοξιφαίνη είναι Οιστρογονικός Αγωνιστής/Ανταγωνιστής. Ο μηχανισμός δράσης της ταμοξιφαίνης είναι ως Εκλεκτικός Τροποποιητής Οιστρογονικών Υποδοχέων.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη δράση ή τη βιοσύνθεση οιστρογονικών ενώσεων.
Αντικαρκινικοί παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ορμονοευαίσθητων όγκων. Οι ορμονοευαίσθητοι όγκοι μπορεί να είναι ορμονοεξαρτώμενοι, ορμονοανταποκρινόμενοι ή και τα δύο. Ένας ορμονοεξαρτώμενος όγκος υποχωρεί με την αφαίρεση της ορμονικής διέγερσης, με χειρουργική επέμβαση ή φαρμακολογικό αποκλεισμό. Οι ορμονοανταποκρινόμενοι όγκοι μπορεί να υποχωρήσουν όταν χορηγούνται φαρμακολογικές ποσότητες ορμονών, ανεξάρτητα από το εάν παρατηρήθηκαν προηγουμένως σημάδια ορμονοευαισθησίας. Τα κύρια ορμονοανταποκρινόμενα καρκινώματα περιλαμβάνουν καρκινώματα του μαστού, του προστάτη και της μήτρας· λεμφώματα· και ορισμένες λευχαιμίες. (Από AMA Drug Evaluations Annual 1994, σελ.2079)
Μια δομικά ποικιλόμορφη ομάδα ενώσεων που διακρίνεται από τα ΟΙΣΤΡΟΓΟΝΑ λόγω της ικανότητάς τους να δεσμεύουν και να ενεργοποιούν τους ΟΙΣΤΡΟΓΟΝΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, αλλά λειτουργούν είτε ως αγωνιστές είτε ως ανταγωνιστές ανάλογα με τον τύπο του ιστού και το ορμονικό περιβάλλον. Ταξινομούνται ως πρώτης γενιάς επειδή παρουσιάζουν οιστρογονικές αγωνιστικές ιδιότητες στο ΕΝΔΟΜΗΤΡΙΟ ή δεύτερης γενιάς βάσει των προτύπων ιστικής ειδικότητας. (Horm Res 1997·48:155-63)
Παράγοντες που αναστέλλουν την ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ και/ή ευνοούν την ΟΣΤΕΙΝΗ ΟΡΩΝΙΩΣΗ και την ΟΣΤΕΙΝΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ. Χρησιμοποιούνται για την επούλωση ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΟΣΤΩΝ και για τη θεραπεία ΟΣΤΕΙΝΩΝ ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΩΝ ΝΟΣΩΝ όπως η ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗ.