TAMSULOSIN
Ταμσουλοσίνη
### Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Οιστρογόνα, κωδικός ATC: G03CA04.
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
N95 Διαταραχές της εμμηνόπαυσης και άλλες διαταραχές της περιεμμηνόπαυσης
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Ατροφία του κόλπου
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος BLISSEL
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Κολπική
- Χορήγηση: καθημερινά / δύο φορές την εβδομάδα, κατά την κατάκλιση
- Δόση έναρξης: Μία δόση (1 g κολπικής γέλης που περιέχει 50 μικρογραμμάρια οιστριόλης) την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Αρχική θεραπεία: Μία δόση την ημέρα για 3 εβδομάδες. Θεραπεία συντήρησης: Μία δόση δύο φορές την εβδομάδα. Μετά από 12 εβδομάδες απαιτείται αξιολόγηση για τη συνέχιση της θεραπείας.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Καρκίνος μαστού, υποψία καρκίνου μαστού ή ιστορικό καρκίνου του μαστού
-
Γνωστός ή πιθανολογούμενος ορμονοεξαρτώμενος κακοήθης όγκος (π.χ. καρκίνος του ενδομητρίου)
-
Αδιάγνωστη κολπική αιμορραγία
-
Υπερπλασία του ενδομητρίου που δεν έχει υποβληθεί σε θεραπεία
-
Παλαιά ιδιοπαθής ή υπάρχουσα φλεβική θρομβοεμβολή (εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, πνευμονική εμβολή)
-
Ενεργός ή πρόσφατη αρτηριακή θρομβοεμβολική νόσος (π.χ. στηθάγχη, έμφραγμα του μυοκαρδίου)
-
Γνωστές θρομβοφιλικές διαταραχές (π.χ. πρωτεΐνη C, πρωτεΐνη S, ή ανεπάρκεια αντιθρομβίνης)
-
Οξεία ηπατική νόσος ή ιστορικό ηπατικής νόσου, για όσο καιρό οι εξετάσεις της ηπατικής λειτουργίας δεν έχουν επιστρέψει στα φυσιολογικά επίπεδα
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Πορφυρία
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Έναρξη θεραπείαςπροσοχήΠληθυσμόςμετεμμηνοπαυσιακές γυναίκεςΗ θεραπεία με τοπικά οιστρογόνα πρέπει να ξεκινά μόνο για τα συμπτώματα που επηρεάζουν αρνητικά την ποιότητα ζωής.
-
Αξιολόγηση κινδύνου-οφέλουςπροσοχήΠρέπει να γίνεται προσεκτική εκτίμηση των κινδύνων και των οφελών τουλάχιστον μία φορά ετησίως και η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης (HRT) πρέπει να συνεχίζεται μόνο για όσο διάστημα το όφελος υπερτερεί του κινδύνου.
-
Συνδυασμένη θεραπείααντένδειξηΤο Blissel 50 μικρογραμμάρια/g κολπική γέλη δεν πρέπει να συνδυάζεται με παρασκευάσματα οιστρογόνων για συστηματική θεραπεία.
-
Ενδοκολπικό εξάρτημα χορήγησηςπροσοχήΠληθυσμόςγυναίκες με σοβαρή ατροφία του κόλπουΜπορεί να προκαλέσει ήσσονος σημασίας τοπικό τραύμα.
-
Έκδοχα (Μεθυλ-παραϋδροξυ-βενζοϊκό νάτριο, Προπυλ-παραϋδροξυ-βενζοϊκό νάτριο)προσοχήΜπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις (πιθανόν με καθυστέρηση).
-
Ιατρικό ιστορικόπαρακολούθησηΠριν την έναρξη ή την επαναχορήγηση της θεραπείας με οιστριόλη, πρέπει να ληφθεί πλήρες ατομικό και οικογενειακό ιατρικό ιστορικό.
-
Ιατρική εξέτασηπαρακολούθησηΗ ιατρική εξέταση (συμπεριλαμβανομένης της εξέτασης της πυέλου και του μαστού) πρέπει να καθοδηγείται από το ιστορικό, τις αντενδείξεις και προφυλάξεις για χρήση.
-
Ενημέρωση ασθενών (Μεταβολές μαστών)παρακολούθησηΠληθυσμόςγυναίκεςΠρέπει να ενημερώνονται σχετικά με ποιες μεταβολές στους μαστούς τους πρέπει να αναφέρουν στον γιατρό ή στον νοσοκόμο τους.
-
Λοιμώξεις του κόλπουπροσοχήΠρέπει να θεραπεύονται πριν από την έναρξη της θεραπείας με το Blissel 50 μικρογραμμάρια/g κολπική γέλη.
-
Λειομύωμα (ινώματα της μήτρας) ή ενδομητρίωσηπαρακολούθησηΗ ασθενής πρέπει να παρακολουθείται στενά. Ενδέχεται να επανεμφανιστούν ή να επιδεινωθούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Παράγοντες κινδύνου για θρομβοεμβολικές διαταραχέςπαρακολούθησηΗ ασθενής πρέπει να παρακολουθείται στενά. Ενδέχεται να επανεμφανιστούν ή να επιδεινωθούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Παράγοντες κινδύνου για οιστρογόνο-εξαρτώμενους όγκους (π.χ. κληρονομικότητα πρώτου βαθμού για καρκίνο του μαστού)παρακολούθησηΗ ασθενής πρέπει να παρακολουθείται στενά. Ενδέχεται να επανεμφανιστούν ή να επιδεινωθούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
ΥπέρτασηπαρακολούθησηΗ ασθενής πρέπει να παρακολουθείται στενά. Ενδέχεται να επανεμφανιστεί ή να επιδεινωθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Ηπατικές διαταραχές (π.χ. αδένωμα του ήπατος)παρακολούθησηΗ ασθενής πρέπει να παρακολουθείται στενά. Ενδέχεται να επανεμφανιστούν ή να επιδεινωθούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Σακχαρώδης διαβήτης με ή χωρίς αγγειοπάθειαπαρακολούθησηΗ ασθενής πρέπει να παρακολουθείται στενά. Ενδέχεται να επανεμφανιστεί ή να επιδεινωθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
ΧολολιθίασηπαρακολούθησηΗ ασθενής πρέπει να παρακολουθείται στενά. Ενδέχεται να επανεμφανιστεί ή να επιδεινωθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Ημικρανία ή (σοβαρή) κεφαλαλγίαπαρακολούθησηΗ ασθενής πρέπει να παρακολουθείται στενά. Ενδέχεται να επανεμφανιστεί ή να επιδεινωθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Συστηματικός ερυθηματώδης λύκοςπαρακολούθησηΗ ασθενής πρέπει να παρακολουθείται στενά. Ενδέχεται να επανεμφανιστεί ή να επιδεινωθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Ιστορικό υπερπλασίας του ενδομητρίουπαρακολούθησηΗ ασθενής πρέπει να παρακολουθείται στενά. Ενδέχεται να επανεμφανιστεί ή να επιδεινωθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
ΕπιληψίαπαρακολούθησηΗ ασθενής πρέπει να παρακολουθείται στενά. Ενδέχεται να επανεμφανιστεί ή να επιδεινωθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Βρογχικό άσθμαπαρακολούθησηΗ ασθενής πρέπει να παρακολουθείται στενά. Ενδέχεται να επανεμφανιστεί ή να επιδεινωθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
ΩτοσκλήρυνσηπαρακολούθησηΗ ασθενής πρέπει να παρακολουθείται στενά. Ενδέχεται να επανεμφανιστεί ή να επιδεινωθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Ίκτερος ή επιδείνωση της ηπατικής λειτουργίαςαντένδειξηΗ θεραπεία πρέπει να διακοπεί άμεσα.
-
Σημαντική αύξηση της αρτηριακής πίεσηςαντένδειξηΗ θεραπεία πρέπει να διακοπεί άμεσα.
-
Νέα έναρξη κεφαλαλγίας τύπου ημικρανίαςαντένδειξηΗ θεραπεία πρέπει να διακοπεί άμεσα.
-
ΚύησηαντένδειξηΗ θεραπεία πρέπει να διακοπεί άμεσα.
-
Υπερπλασία και καρκίνος του ενδομητρίου (με συστηματικά οιστρογόνα)προσοχήΠληθυσμόςγυναίκες με ακέραια μήτραΟ κίνδυνος υπερπλασίας και καρκίνου του ενδομητρίου αυξάνεται όταν χορηγούνται συστηματικά οιστρογόνα μόνο για παρατεταμένες περιόδους.
-
Προσθήκη προγεσταγόνουπροσοχήΠληθυσμόςμετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που χρησιμοποιούν κολπικά οιστρογόνα με φυσιολογική συστηματική έκθεσηΔεν συνιστάται η προσθήκη προγεσταγόνου.
-
Ασφάλεια ενδομητρίου (μακροχρόνια χρήση)προσοχήΗ ασφάλεια του ενδομητρίου στην περίπτωση μακροχρόνιας (περισσότερο για ενός έτους) ή επανειλημμένης χρήσης μέσω τοπικής κολπικής εφαρμογής οιστρογόνων είναι αβέβαιη.
-
Αιμορραγία ή κηλίδεςπαρακολούθησηΤο αίτιο πρέπει να διερευνάται, κάτι που μπορεί να περιλαμβάνει βιοψία ενδομητρίου για τον αποκλεισμό κακοήθειας του ενδομητρίου.
-
Προκαρκινικός μετασχηματισμός / ενδομητρίωσηπροσοχήΠληθυσμόςγυναίκες που έχουν υποστεί υστερεκτομή εξαιτίας ενδομητρίωσης, ειδικά εάν γνωρίζουν ότι έχουν έκτοπη ενδομητρίωσηΗ διέγερση μονού οιστρογόνου μπορεί να οδηγήσει σε προκαρκινικό μετασχηματισμό στις έκτοπες εστίες της ενδομητρίωσης. Απαιτείται προσοχή.
-
Καρκίνος του μαστού (κολπικά οιστρογόνα)Πληθυσμόςγυναίκες χωρίς ιστορικό καρκίνου του μαστού που λαμβάνουν χαμηλές δόσεις οιστρογόνων που χορηγούνται κολπικάΔεν υπάρχει αυξημένος κίνδυνος.
-
Καρκίνος του μαστού (επανεμφάνιση)προσοχήΠαραμένει άγνωστο εάν οι χαμηλές δόσεις οιστρογόνων που χορηγούνται κολπικά οδηγούν σε επανεμφάνιση του καρκίνου του μαστού.
-
Καρκίνος των ωοθηκώνπροσοχήΠληθυσμόςγυναίκες που λαμβάνουν συστηματική θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης μόνο με οιστρογόνοΣχετίζεται με ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο. Ο κίνδυνος αυτός είναι εμφανής εντός 5 ετών χρήσης και μειώνεται με την πάροδο του χρόνου μετά τη διακοπή της χρήσης.
-
Φλεβική θρομβοεμβολήπροσοχήΗ συστηματική θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης σχετίζεται με υψηλότερο κατά 1,3-3 φορές κίνδυνο εμφάνισης φλεβικής θρομβοεμβολής, π.χ. εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης ή πνευμονικής εμβολής. Τέτοια συμβάματα είναι πιο πιθανόν να σημειωθούν εντός του πρώτου έτους θεραπείας.
-
ΘρομβοφιλίααντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με γνωστή θρομβοφιλίαΔιατρέχουν αυξημένο κίνδυνο φλεβικής θρομβοεμβολής, η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης ενδέχεται να συμβάλλει. Η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης αντενδείκνυται σε αυτές τις ασθενείς.
-
Παράγοντες κινδύνου για φλεβική θρομβοεμβολήπροσοχήΝα ληφθούν υπόψη οι γενικά αναγνωρισμένοι παράγοντες κινδύνου: χρήση οιστρογόνων, μεγαλύτερη ηλικία, μείζονες χειρουργικές επεμβάσεις, παρατεταμένη ακινησία, παχυσαρκία (ΒΜΙ > 30 kg/m2), κύηση/λοχεία, συστηματικός ερυθηματώδης λύκος και καρκίνος.
-
Στεφανιαία νόσοςπροσοχήΗ θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης με παρασκευάσματα με συστηματική δράση σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για στεφανιαία νόσο.
-
Ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοπροσοχήΗ θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης με παρασκευάσματα με συστηματική δράση σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Ο συνολικός κίνδυνος αυξάνεται με την ηλικία.
-
Κατακράτηση υγρών / αύξηση τριγλυκεριδίων (με συστηματικά οιστρογόνα)παρακολούθησηΠληθυσμόςασθενείς με καρδιοπάθεια ή επηρεασμένη νεφρική λειτουργία ή με προϋπάρχουσα υπερτριγλυκεριδαιμίαΠρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τις πρώτες εβδομάδες θεραπείας.
-
Νεφρική ανεπάρκειαπαρακολούθησηΠληθυσμόςασθενείς που υποφέρουν από σοβαρή νεφρική ανεπάρκειαΠρέπει να παρακολουθούνται στενά, διότι αναμένεται το επίπεδο της οιστριόλης στην κυκλοφορία να αυξηθεί.
-
ΑγγειοοίδημαπροσοχήΤα εξωγενή οιστρογόνα ενδέχεται να επάγουν ή να επιδεινώσουν συμπτώματα κληρονομικού ή επίκτητου αγγειοοιδήματος.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Άλλες τοπικά χορηγούμενες κολπικές αγωγέςπροσοχήΔυνατότητα αλληλεπίδρασηςΣύστασηΠρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Κνησμός γεννητικών οργάνων (Συχνές)
- Άλγος πυέλου (Σπάνιες)
- Εξάνθημα γεννητικών οργάνων (Σπάνιες)
- Τοπικός ερεθισμός (αίσθημα θερμότητας και/ή κνησμού) (Μη γνωστές)
- Κνησμός της θέσης εφαρμογής (Συχνές)
- Ερεθισμός της θέσης εφαρμογής (Όχι συχνές)
- Καντιντίαση (Σπάνιες)
- Κεφαλαλγία (Σπάνιες)
- Πιθανή άνοια (Μη γνωστές)
- Κνησμός
- Πολύμορφο ερύθημα
- Κνήφη (Σπάνιες)
- Χλόασμα (Μη γνωστές)
- Οζώδες ερύθημα (Μη γνωστές)
- Αγγειακή πορφύρα (Μη γνωστές)
- Καρκίνος των ωοθηκών (Μη γνωστές)
- Φλεβική θρομβοεμβολή (π.χ. εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση ή πνευμονική εμβολή) (Μη γνωστές)
- Ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (Μη γνωστές)
- Νόσος της χοληδόχου κύστης (Μη γνωστές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΚνησμός γεννητικών οργάνωνΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΚνησμός στη θέση εφαρμογήςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός θέσης εφαρμογήςΓενικές
-
ΣπάνιεςΆλγος πυέλουΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΕξάνθημα γεννητικών οργάνωνΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΚαντιντίασηΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΚνησμόςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΆνοιαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑγγειακή πορφύραΔέρμα
-
Μη γνωστέςΙσχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοΝευρικό
-
Μη γνωστέςΚαρκίνος των ωοθηκώνΝεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και απροσδιόριστα (συμπεριλαμβανομένων κύστεων και πολυπόδων)
-
Μη γνωστέςΝόσος της χοληδόχου κύστηςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΟζώδες ερύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤοπικός ερεθισμός (αίσθημα θερμότητας και/ή κνησμού)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΦλεβική θρομβοεμβολή (π.χ. εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση ή πνευμονική εμβολή)Αγγειακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΧλόασμαΔέρμα
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τη γονιμότητα.
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΤο Blissel 50 μικρογραμμάρια/g κολπική γέλη δεν ενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης. Εάν προκύψει κύηση κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Blissel 50 μικρογραμμάρια/g κολπική γέλη, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί αμέσως. Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με έκθεση κατά την κύηση στην οιστριόλη. Τα αποτελέσματα των περισσότερων επιδημιολογικών μελετών που είναι διαθέσιμες μέχρι σήμερα και σχετίζονται με την ακούσια έκθεση του εμβρύου στα οιστρογόνα δεν έδειξαν τερατογόνες ή εμβρυοτοξικές επιδράσεις.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΤο Blissel 50 μικρογραμμάρια/g κολπική γέλη δεν ενδείκνυται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- ναυτία
- έμετος
- κολπική αιμορραγία σε γυναίκες
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία:
Οιστρογόνα, κωδικός ATC: G03CA04.
Μηχανισμός δράσης
Η κολπική χορήγηση οιστρογόνου αμβλύνει τα συμπτώματα της κολπικής ατροφίας λόγω της οιστρογονικής ανεπάρκειας στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.
Κλινική αποτελεσματικότητα και Ασφάλεια
Η αποτελεσματικότητα του Blissel 50 μικρογραμμάρια/g κολπική γέλη έχει μελετηθεί σε μια τυχαιοποιημένη διπλά τυφλή ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο πολυκεντρική μελέτη σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με συμπτώματα και σημεία αιδοιοκολπικής ατροφίας.
Η ενδοκολπική εφαρμογή χαμηλής δόσης οιστριόλης (50 μικρογραμμάρια ανά εφαρμογή) προκάλεσε σημαντικές βελτιώσεις στον δείκτη ωρίμανσης του επιθηλίου του κόλπου, στο pH του κόλπου και στα σημεία της κολπικής ατροφίας όπως είναι η ευθραυστότητα, η ξηρότητα και η ωχρότητα του βλεννογόνου και η μείωση των πτυχώσεων. Στην ανάλυση ανταπόκρισης των ασθενών ανά σύμπτωμα (δευτερεύον τελικό σημείο), ανιχνεύθηκε στατιστική σημαντικότητα για την κολπική ξηρότητα, αλλά όχι και για τη δυσπαρεύνια (p=0,095), τον κολπικό κνησμό, τον καύσο και τη δυσουρία, μετά από 12 εβδομάδες θεραπείας.
Ύστερα από εφάπαξ χορήγηση Blissel 50 μικρογραμμάρια/g κολπική γέλη, η οιστριόλη απορροφάται άμεσα και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα, 106 ± 63 pg/mL, επιτεύχθηκαν στις 2 (εύρος 0,5-4) ώρες.
Ύστερα από 21 ημέρες καθημερινής θεραπείας με Blissel, η μέση μέγιστη συγκέντρωση οιστριόλης στο πλάσμα (± τυπική απόκλιση) ήταν 22,80 (±15,78) pg/ml. Μετά τη μέγιστη συγκέντρωση, οι συγκεντρώσεις οιστριόλης στο πλάσμα μειώνονται μονο-εκθετικά με μέση ημίσεια ζωή 1,65 ± 0,82 h, δεν παρατηρείται συσσώρευση.
Η συστηματική έκθεση στην οιστριόλη κατά τη διάρκεια χορήγησης του Blissel δύο φορές εβδομαδιαίως δεν μελετήθηκε.
Σχεδόν όλη (90%) η οιστριόλη δεσμεύεται από τη λευκωματίνη του πλάσματος, ενώ δε δεσμεύεται σχεδόν καθόλου από τη σφαιρίνη που δεσμεύει τις φυλετικές ορμόνες. Ο μεταβολισμός της οιστριόλης συνίσταται κυρίως στη σύζευξη και αποσύζευξη κατά τη διάρκεια της εντεροηπατικής κυκλοφορίας. Η οιστριόλη απεκκρίνεται κυρίως μέσω των ούρων στη συζευγμένη μορφή. Μόνο ένα μικρό κλάσμα (≤ 2%) απεκκρίνεται μέσω των κοπράνων, κυρίως ως αποσυζευγμένη οιστριόλη.
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Οιστρογόνα, κωδικός ATC: G03CA04. ### Μηχανισμός δράσης Η κολπική χορήγηση οιστρογόνου αμβλύνει τα συμπτώματα της κολπικής ατροφίας λόγω της οιστρογονικής ανεπάρκειας στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. ### Κλινική…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Γενική εξέταση αίματος (CBC) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | περιοδικές | Εξατομίκευση ανά γυναίκα |
| Οιστριόλη | endocrinologyΘυρεοειδής & ορμόνες | στενά | Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Εξέταση μαστού | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | σύμφωνα με τις τρέχουσες αποδεκτές πρακτικές ελέγχου | Κλινικές ανάγκες ασθενούς |
| Θεραπεία | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | τουλάχιστον σε ετήσια βάση | Επανάληψη |
Απεικόνιση (CT / MRI / ακτινογραφία)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Μαστογραφία | radiologyΑπεικονιστικός έλεγχος | σύμφωνα με τις τρέχουσες αποδεκτές πρακτικές ελέγχου | Κλινικές ανάγκες ασθενούς |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
- 16 L [ενδοφλέβια χορήγηση σε δέκα υγιείς ενήλικες άνδρες]
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- 2,88 L/h
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ταμσουλοσίνη είναι ένας αναστολέας αδρενεργικών υποδοχέων α, με ειδικότητα για τους υποτύπους α1Α και α1D, οι οποίοι είναι πιο συχνοί στον προστάτη και τον ιστό των υπογνάθιων αδένων. Ο τελικός υπότυπος, α1Β, είναι πιο συχνός στην αορτή και τον σπλήνα.
Η ταμσουλοσίνη συνδέεται με τους υποδοχείς α1Α 3.9-38 φορές πιο εκλεκτικά από τους α1Β και 3-20 φορές πιο εκλεκτικά από τους α1D. Αυτή η εκλεκτικότητα επιτρέπει σημαντική επίδραση στη ροή των ούρων με μειωμένη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών, όπως η ορθοστατική υπόταση.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η ταμσουλοσίνη είναι αναστολέας των αδρενεργικών υποδοχέων α1Α και α1D. Περίπου το 70% των αδρενεργικών υποδοχέων α1 στον προστάτη είναι του υποτύπου α1Α. Με την αναστολή αυτών των υποδοχέων, ο λείος μυς του προστάτη χαλαρώνει και βελτιώνεται η ροή των ούρων.
Η αναστολή των αδρενεργικών υποδοχέων α1D χαλαρώνει τους εξωστήρες μύες της ουροδόχου κύστης, γεγονός που αποτρέπει τα συμπτώματα αποθήκευσης. Η εκλεκτικότητα της ταμσουλοσίνης εστιάζει τις επιδράσεις στην περιοχή-στόχο, ελαχιστοποιώντας τις επιδράσεις σε άλλες περιοχές.
Η ταμσουλοσίνη υδροχλωρική είναι ένας α1-αδρενεργικός αποκλειστής, παράγωγο σουλφαμοϋλφενολαιθυλαμίνης. Το φάρμακο σχετίζεται φαρμακολογικά με τη δοξαζοσίνη, την πραζοσίνη και την τεραζοσίνη· ωστόσο, σε αντίθεση με αυτά τα φάρμακα, η ταμσουλοσίνη έχει υψηλότερη συγγένεια και εκλεκτικότητα για τους α1Α-αδρενεργικούς υποδοχείς, οι οποίοι βρίσκονται κυρίως στον μη αγγειακό λείο μυ (π.χ. προστάτης), σε σχέση με τους α1Β-αδρενεργικούς υποδοχείς που βρίσκονται στον αγγειακό λείο μυ (π.χ. εσωτερική λαγόνια αρτηρία).
Αποτελέσματα μελετών in vitro υποδεικνύουν ότι η ταμσουλοσίνη έχει 7-38 φορές μεγαλύτερη συγγένεια για τους α1Α-αδρενεργικούς υποδοχείς από ό,τι για τους α1Β-αδρενεργικούς υποδοχείς· το φάρμακο έχει περίπου 12 φορές μεγαλύτερη συγγένεια για τους α1-αδρενεργικούς υποδοχείς στον προστάτη από ό,τι για αυτούς στην αορτή. Αυτή η εκλεκτικότητα της ταμσουλοσίνης για τους α1Α-υποδοχείς μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη συχνότητα ανεπιθύμητων καρδιαγγειακών επιδράσεων (π.χ. συγκοπή, ζάλη, υπόταση).
Σε μοριακή βάση, η συγγένεια της ταμσουλοσίνης για τους α1-αδρενεργικούς υποδοχείς είναι περίπου 6 φορές αυτή της πραζοσίνης όταν δοκιμάζεται σε ανθρώπινο προσκοτικό ιστό.
Λόγω της επικράτησης των α-υποδοχέων στην κάψα του προστάτη, το αδένωμα του προστάτη και το τρίγωνο της ουροδόχου κύστης και της σχετικής απουσίας αυτών των υποδοχέων στο σώμα της κύστης, οι α-αδρενεργικοί αποκλειστές μειώνουν την αντίσταση της ροής των ούρων στους άνδρες.
Τα συμπτώματα που σχετίζονται με την καλοήθη υπερπλασία του προστάτη (ΚΥΠ) σχετίζονται με απόφραξη της εξόδου της ουροδόχου κύστης, η οποία αποτελείται από δύο υποκείμενες συνιστώσες: στατική και δυναμική. Η στατική συνιστώσα σχετίζεται με αύξηση του μεγέθους του προστάτη που προκαλείται, εν μέρει, από πολλαπλασιασμό των κυττάρων του λείου μυός στο στρώμα του προστάτη. Ωστόσο, η σοβαρότητα των συμπτωμάτων ΚΥΠ και ο βαθμός της ουρηθρικής απόφραξης δεν συσχετίζονται καλά με το μέγεθος του προστάτη.
Η δυναμική συνιστώσα είναι μια λειτουργία αύξησης του τόνου του λείου μυός στον προστάτη και τον αυχένα της ουροδόχου κύστης, οδηγώντας σε σύσπαση της εξόδου της ουροδόχου κύστης. Ο τόνος του λείου μυός μεσολαβείται από την συμπαθητική νευρική διέγερση των α1 αδρενεργικών υποδοχέων, οι οποίοι είναι άφθονοι στον προστάτη, την κάψα του προστάτη, την ουρήθρα του προστάτη και τον αυχένα της ουροδόχου κύστης. Η αναστολή αυτών των αδρενεργικών υποδοχέων μπορεί να προκαλέσει χαλάρωση των λείων μυών στον αυχένα της ουροδόχου κύστης και στον προστάτη, με αποτέλεσμα βελτίωση του ρυθμού ροής των ούρων και μείωση των συμπτωμάτων ΚΥΠ.
Η επίδραση της (+/-)-ταμσουλοσίνης, ενός εκλεκτικού ανταγωνιστή του α1Α-αδρενεργικού υποδοχέα, στην θετική ινοτρόπο επίδραση και τη συσσώρευση ινοσιτολικών φωσφορικών που προκαλούνται μέσω των α1-αδρενεργικών υποδοχέων, μελετήθηκε σε σύγκριση με αυτήν ενός άλλης ουσίας α1Α-αδρενεργικού υποδοχέα, της οξυμεταζολίνης, στον κροτοειδή μυ της καρδιάς του κουνελιού.
Η φαινυλεφρίνη προκάλεσε μια εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση θετική ινοτρόπο επίδραση μέσω των α1-αδρενεργικών υποδοχέων παρουσία είτε (+/-)-βουπρανολόλης είτε S(-)-τιμολόλης.
Ο τρόπος ανταγωνισμού που προκλήθηκε από την (+/-)-ταμσουλοσίνη στην επίδραση της φαινυλεφρίνης εξαρτιόταν από την εφαρμοζόμενη συγκέντρωση: η (+/-)-ταμσουλοσίνη σε 1 και 3 nM δρούσε ανταγωνιστικά, με την κλίση της γραμμής παλινδρόμησης του διαγράμματος Schild να είναι μονάδα και την τιμή pA2 να είναι 9.12· σε 10 nM, μετατόπισε περαιτέρω την καμπύλη συγκέντρωσης-απόκρισης προς τα δεξιά χωρίς να επηρεάζει τη μέγιστη απόκριση, αλλά η κλίση έγινε μικρότερη από μονάδα.
Σε 100 nM και άνω, κατέστειλε τη μέγιστη απόκριση στη φαινυλεφρίνη.
Η (+/-)-ταμσουλοσίνη ανέστειλε αποτελεσματικά την θετική ινοτρόπο επίδραση της φαινυλεφρίνης ακόμη και μετά την αδρανοποίηση των α1Β-αδρενεργικών υποδοχέων με επεξεργασία με χλωροαιθυλοχλονιδίνη, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο υπότυπος που είναι ευαίσθητος στην (+/-)-ταμσουλοσίνη ανήκει σε μια κατηγορία ανθεκτική στη χλωροαιθυλοχλονιδίνη.
Η (+/-)-ταμσουλοσίνη, στο εύρος των συγκεντρώσεων κατά τις οποίες ανέστειλε τη θετική ινοτρόπο επίδραση που μεσολαβείται από τους α1-αδρενεργικούς υποδοχείς, δεν επηρέασε τη συσσώρευση [3H]ινοσιτολικών φωσφορικών που προκλήθηκε από 10 μM φαινυλεφρίνη.
Η οξυμεταζολίνη ανέστειλε την θετική ινοτρόπο επίδραση της φαινυλεφρίνης με ανταγωνιστικό τρόπο χωρίς να επηρεάζει τη συσσώρευση ινοσιτολικής μονοφωσφορικής που προκλήθηκε από τη φαινυλεφρίνη.
Αυτά τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι η θετική ινοτρόπος επίδραση, που μεσολαβείται μέσω του υποτύπου των α1-αδρενεργικών υποδοχέων που είναι ευαίσθητος στην (+/-)-ταμσουλοσίνη και οξυμεταζολίνη, ασκείται μέσω ενός υποκυτταρικού μηχανισμού που είναι ανεξάρτητος από τη συσσώρευση ινοσιτολικών φωσφορικών.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η από του στόματος χορηγούμενη ταμσουλοσίνη απορροφάται κατά 90% σε ασθενείς που νηστεύουν.
Η περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) είναι 151-199 ng/mLhr για δόση 0.4 mg από το στόμα και 440-557 ng/mLhr για δόση 0.8 mg από το στόμα.
Η μέγιστη πλασματική συγκέντρωση είναι 3.1-5.3 ng/mL για δόση 0.4 mg από το στόμα και 2.5-3.6 ng/mL για δόση 0.8 mg από το στόμα.
Η λήψη ταμσουλοσίνης με τροφή αυξάνει τον χρόνο για την επίτευξη μέγιστης συγκέντρωσης από 4-5 ώρες σε 6-7 ώρες, αλλά αυξάνει τη βιοδιαθεσιμότητα κατά 30% και τη μέγιστη πλασματική συγκέντρωση κατά 40-70%.
Μελέτες αναφέρουν ανάκτηση 97% μιας δόσης που χορηγήθηκε από το στόμα, εκ των οποίων το 76% στα ούρα και το 21% στα κόπρανα μετά από 168 ώρες.
Το 8.7% της δόσης απεκκρίνεται ως μη μεταβολισμένη ταμσουλοσίνη.
- Κατανομή: 16 L μετά από ενδοφλέβια χορήγηση.
- Κάθαρση: 2.88 L/h.
Σε ασθενείς με μέτρια ηπατική ανεπάρκεια, η πρωτεϊνική πρόσδεση μεταβάλλεται, οδηγώντας σε αλλαγές στις συνολικές πλασμικές συγκεντρώσεις· ωστόσο, δεν παρατηρούνται σημαντικές αλλαγές στην εγγενή κάθαρση και στις συγκεντρώσεις του ελεύθερου φαρμάκου.
Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, η πρωτεϊνική πρόσδεση μεταβάλλεται, οδηγώντας σε αλλαγές στις συνολικές πλασμικές συγκεντρώσεις· ωστόσο, δεν παρατηρούνται σημαντικές αλλαγές στην εγγενή κάθαρση και στις συγκεντρώσεις του ελεύθερου φαρμάκου.
Η απορρόφηση της ταμσουλοσίνης υδροχλωρικής… είναι ουσιαστικά πλήρης (>90%) μετά από χορήγηση από το στόμα υπό συνθήκες νηστείας. Η ταμσουλοσίνη υδροχλωρική εμφανίζει γραμμική κινητική μετά από εφάπαξ και πολλαπλές δόσεις, με επίτευξη σταθερών συγκεντρώσεων έως την πέμπτη ημέρα χορήγησης άπαξ ημερησίως.
Ουσιαστικά πλήρως απορροφάται μετά από χορήγηση από το στόμα υπό συνθήκες νηστείας· οι μέγιστες πλασμικές συγκεντρώσεις επιτυγχάνονται εντός 4-5 ωρών.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Πρόσδεση
Η ταμσουλοσίνη είναι 94%-99% προσδεδεμένη σε πρωτεΐνες, κυρίως στην α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η ταμσουλοσίνη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ από το κυτόχρωμα P450 (CYP3A4 και CYP2D6), με κάποιο μεταβολισμό από άλλα CYP.
- Ο CYP3A4 είναι υπεύθυνος για την αποαιθυλίωση της ταμσουλοσίνης στον μεταβολίτη M-1 και την οξειδωτική αμίνωση στον μεταβολίτη AM-1.
- Ο CYP2D6 είναι υπεύθυνος για την υδροξυλίωση της ταμσουλοσίνης στον μεταβολίτη M-3 και την απομεθυλίωση της ταμσουλοσίνης στον μεταβολίτη M-4.
Επιπλέον, η ταμσουλοσίνη μπορεί να υδροξυλιωθεί σε διαφορετική θέση από ένα άγνωστο ένζυμο για να σχηματίσει τον μεταβολίτη M-2.
Οι μεταβολίτες M-1, M-2, M-3 και M-4 μπορούν να γλυκουρονιδωθούν, και οι μεταβολίτες M-1 και M-3 μπορούν να υποστούν σύζευξη με θειικό άλας για να σχηματίσουν άλλους μεταβολίτες πριν την απέκκριση.
Εκτενώς μεταβολίζεται από ένζυμα CYP (δεν έχουν προσδιοριστεί συγκεκριμένα ισοένζυμα) στο ήπαρ. Οι μεταβολίτες υφίστανται περαιτέρω σύζευξη πριν την απέκκριση.
Δεν υπάρχει εναντιομερής βιομετατροπή από το ισομερές R(-) της ταμσουλοσίνης υδροχλωρικής στο ισομερές S(+) σε ανθρώπους.
Η ταμσουλοσίνη υδροχλωρική μεταβολίζεται εκτενώς από ένζυμα κυτοχρώματος P450 στο ήπαρ και λιγότερο από 10% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα αμετάβλητο.
Ωστόσο, το φαρμακοκινητικό προφίλ των μεταβολιτών σε ανθρώπους δεν έχει καθοριστεί.
Τα αποτελέσματα in vitro υποδεικνύουν ότι οι CYP3A4 και CYP2D6 εμπλέκονται στον μεταβολισμό της ταμσουλοσίνης, καθώς και κάποια δευτερεύουσα συμμετοχή άλλων ισοενζύμων CYP.
Η αναστολή των ηπατικών ενζύμων μεταβολισμού φαρμάκων μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη έκθεση στην ταμσουλοσίνη.
Οι μεταβολίτες της ταμσουλοσίνης υδροχλωρικής υφίστανται εκτενή σύζευξη με γλυκουρονίδιο ή θειικό άλας πριν από τη νεφρική απέκκριση.
… Μετά από εφάπαξ χορήγηση από το στόμα 14C-ταμσουλοσίνης σε δόση 0.2 mg /σε/ τέσσερις υγιείς άνδρες εθελοντές… ποσοτικοποιήθηκαν αμετάβλητη ταμσουλοσίνη (TMS) και 11 μεταβολίτες σε δείγματα ούρων 0-24 ωρών.
Η TMS αντιστοιχούσε στο 8.7% της δόσης. Παρατηρήθηκε εκτενής απέκκριση του θειικού άλατος του Ο-δεαιθυλιωμένου μεταβολίτη (M-1-Sul) και του ο-αιθοξυφαινοξυ οξικού οξέος (AM-1), που αντιστοιχούσαν στο 15.7% και 7.5% της δόσης αντίστοιχα.
Ο μεταβολισμός της ταμσουλοσίνης υδροχλωρικής (TMS), ενός ισχυρού αποκλειστή α1-αδρενεργικών υποδοχέων, μελετήθηκε μετά από εφάπαξ χορήγηση από το στόμα σε αρουραίο και σκύλο.
Εννέα μεταβολίτες (1, 2, 3, 4 και τα γλυκουρονίδιά τους, θειικά άλατα των 1 και 3, και A-1) αναγνωρίστηκαν από τα ούρα και τη χολή αρουραίου και σκύλου που έλαβαν TMS.
Αμετάβλητο φάρμακο και μεταβολίτες στα ούρα και τη χολή ποσοτικοποιήθηκαν σε αρουραίο και σκύλο που έλαβαν 14C-TMS (1 mg/kg).
Σε αρουραίο, οι κύριες μεταβολικές οδοί ήταν η αποαιθυλίωση του τμήματος ο-αιθοξυφαινοξυ, η απομεθυλίωση του τμήματος μεθοξυβενζοσουλφαναμιδίου και η σύζευξη των προκυπτόντων μεταβολιτών με γλυκουρονικό οξύ και θειικό οξύ.
Σε σκύλο, οι κύριες οδοί ήταν η αποαιθυλίωση του τμήματος αιθοξυφαινοξυ, η σύζευξη του αποαιθυλιωμένου προϊόντος με θειικό οξύ και η οξειδωτική αμίνωση της πλευρικής αλυσίδας.
Το όργανο που είναι υπεύθυνο για το μεταβολισμό της TMS σε αρουραίο εκτιμήθηκε χρησιμοποιώντας υπερκείμενα 9000g ήπατος, νεφρού, λεπτού και παχέος εντέρου και πλάσματος.
Το φάρμακο μεταβολίστηκε ταχέως στο ήπαρ, αλλά ελάχιστα μεταβολίστηκε σε άλλα όργανα ή στο πλάσμα.
Η ταμσουλοσίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες, οι οποίοι περιλαμβάνουν 5-[2-[2-(2-αιθοξυ-5-υδροξυφαινοξυ)αιθυλαμινο]προπυλ]-2-μεθοξυβενζοσουλφαναμίδη, 5-[2-[2-(2-υδροξυφαινοξυ)αιθυλαμινο]προπυλ]-2-μεθοξυβενζοσουλφαναμίδη και 5-[2-[2-(2-αιθοξυφαινοξυ)αιθυλαμινο]προπυλ]-2-υδροξυβενζοσουλφαναμίδη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής σε ασθενείς που νηστεύουν είναι 14.9±3.9 ώρες.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής είναι 5-7 ώρες και ο φαινόμενος χρόνος ημίσειας ζωής είναι 9 έως 13 ώρες σε υγιείς εθελοντές.
Σε ασθενείς που λαμβάνουν ταμσουλοσίνη, ο φαινόμενος χρόνος ημίσειας ζωής είναι 14-15 ώρες.
Μετά από ενδοφλέβια ή από του στόματος χορήγηση ενός σκευάσματος άμεσης αποδέσμευσης, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της ταμσουλοσίνης υδροχλωρικής στο πλάσμα κυμαίνεται από πέντε έως επτά ώρες.
Λόγω της φαρμακοκινητικής των καψουλών ταμσουλοσίνης που ελέγχεται από τον ρυθμό απορρόφησης, ο φαινόμενος χρόνος ημίσειας ζωής είναι περίπου 9-13 ώρες σε υγιή άτομα και 14-15 ώρες σε ασθενείς με καλοήθη υπερπλασία του προστάτη.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Φάρμακα που συνδέονται και αναστέλλουν την ενεργοποίηση των ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ALPHA-1.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ουρολογικών παθήσεων και ασθενειών όπως η ΑΚΡΑΤΕΙΑ ΟΥΡΩΝ και οι ΟΥΡΟΛΟΙΜΩΞΕΙΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- G3P28OML5I
- TAMSULOSIN
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αδρενεργικοί α-Αναστολείς
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας α-Αδρενεργικών
Tamsulosin is an alpha-Adrenergic Blocker. The mechanism of action of tamsulosin is as an Adrenergic alpha-Antagonist.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Απόσυρση / Deprescribing
Φάρμακα για κατακράτηση ούρων
Εάν χρησιμοποιείται καθημερινά για περισσότερο από 3 έως 4 εβδομάδες, μειώστε τη δόση κατά 50% κάθε 1 έως 2 εβδομάδες. Μόλις φτάσετε στο 25% της αρχικής δόσης και δεν έχουν παρατηρηθεί συμπτώματα στέρησης, διακόψτε το φάρμακο. Εάν εμφανιστούν συμπτώματα στέρησης, επιστρέψτε περίπου στο 75% της προηγούμενης ανεκτής δόσης. [Medstopper]
⚠ Οι α-αναστολείς συνδέονται συχνά με ανεπιθύμητες ενέργειες εάν διακοπούν απότομα και απαιτούν αργή διακοπή. [Scott 2013]
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Φάρμακα που συνδέονται και αναστέλλουν την ενεργοποίηση των ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ALPHA-1.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ουρολογικών παθήσεων και ασθενειών όπως η ΑΚΡΑΤΕΙΑ ΟΥΡΩΝ και οι ΟΥΡΟΛΟΙΜΩΞΕΙΣ.