TAMSULOSIN(Ταμσουλοσίνη)
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.
Κατά την πηγή: περίπου 19 και 15 ώρες
- DrugBank: 5-7 ώρες
- PubChem: 14.9±3.9 ώρες
Δέσμευση πρωτεϊνών
Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.
Βιοδιαθεσιμότητα
Το ποσοστό της χορηγούμενης δόσης που φτάνει αναλλοίωτο στη συστηματική κυκλοφορία.
Απέκκριση
Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.
Καθαρίζει (~5×t½)
Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.
Σκευάσματα και τιμές
Ενδείξεις κατά έγγραφο
Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση
- Φόρτωση…
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Συμπτώματα της κατώτερης ουροφόρου οδού (LUTS)
σχετιζόμενα με καλοήθη υπερπλασία του προστάτη (ΒΡΗ)
- R39 Άλλα συμπτώματα και σημεία που αφορούν το ουροποιητικό σύστημα
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος PRADIF
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Ημερησίως, ανεξαρτήτως της πρόσληψης τροφής
- Δόση έναρξης: Ένα δισκίο ημερησίως
-
ΕνήλικεςΔόσηΈνα δισκίο ημερησίωςΤο δισκίο θα πρέπει να καταπίνεται ολόκληρο και δεν πρέπει να μασάται ή να θρυμματίζεται.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔόσηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης
-
Ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκειαΔόσηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν υπάρχει σχετική ένδειξη για χρήση σε παιδιά. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ταμσουλοζίνης σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην υδροχλωρική ταμσουλοζίνη συμπεριλαμβανομένου αγγειοοιδήματος προκαλούμενου από φάρμακο ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Ιστορικό ορθοστατικής υπότασης
-
Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ορθοστατική υπότασηπροσοχήΜπορεί να συμβεί πτώση της αρτηριακής πίεσης. Στις πρώτες ενδείξεις (ζαλάδα, αδυναμία), ο ασθενής πρέπει να κάθεται ή να ξαπλώνει μέχρι να παρέλθουν τα συμπτώματα.
-
Αξιολόγηση πριν την έναρξη της θεραπείας για καλοήθη υπερπλασία του προστάτη (BPH)προσοχήΠριν την έναρξη της θεραπείας, να πραγματοποιούνται εξετάσεις για αποκλεισμό άλλων καταστάσεων που προκαλούν τα ίδια συμπτώματα. Δακτυλική εξέταση από το ορθό και προσδιορισμός PSA πρέπει να γίνονται πριν την έναρξη της θεραπείας και σε τακτά χρονικά διαστήματα.
-
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με κάθαρση κρεατινίνης <10 ml/minΗ θεραπεία πρέπει να γίνεται με προσοχή, καθότι δεν υπάρχουν μελέτες για τους ασθενείς αυτούς.
-
Σύνδρομο Διεγχειρητικής Υποτονικής Ίριδας (IFIS)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ή έχουν λάβει υδροχλωρική ταμσουλοζίνη και υποβάλλονται σε επέμβαση καταρράκτη ή γλαυκώματοςΤο IFIS μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο οφθαλμολογικών επιπλοκών. Η διακοπή της ταμσουλοζίνης 1-2 εβδομάδες πριν την επέμβαση μπορεί να βοηθήσει, αλλά δεν έχει τεκμηριωθεί. Έχει αναφερθεί IFIS και σε ασθενείς που είχαν διακόψει για μεγαλύτερες περιόδους. Η έναρξη αγωγής σε ασθενείς που έχουν προγραμματίσει επέμβαση δεν συνιστάται. Ο οφθαλμίατρος πρέπει να εξετάσει εάν οι ασθενείς λαμβάνουν ή έχουν λάβει ταμσουλοζίνη, ώστε να διασφαλιστούν τα κατάλληλα μέσα για την αντιμετώπιση του IFIS.
-
Αλληλεπιδράσεις με αναστολείς CYP3A4αντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με περιορισμένη μεταβολική ικανότητα για το CYP2D6Να μη δίνεται σε συνδυασμό με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4. Να χρησιμοποιείται με προσοχή σε συνδυασμό με ισχυρούς και μέτριους αναστολείς του CYP3A4 (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Υπόλειμμα δισκίου στα κόπραναΕίναι πιθανό υπόλειμμα του δισκίου να παρατηρηθεί στα κόπρανα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
παρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκαν αλληλεπιδράσεις
-
παρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκαν αλληλεπιδράσεις
-
παρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκαν αλληλεπιδράσεις
-
παρακολούθησηΆνοδος των επιπέδων της ταμσουλοζίνης στο πλάσμαΣύστασηΔεν υπάρχει ανάγκη προσαρμογής της δοσολογίας
-
παρακολούθησηΠτώση των επιπέδων της ταμσουλοζίνης στο πλάσμαΣύστασηΔεν υπάρχει ανάγκη προσαρμογής της δοσολογίας
-
παρακολούθησηΔεν μεταβάλλει το κλάσμα ελεύθερης ταμσουλοζίνης. Η ταμσουλοζίνη δεν μεταβάλλει το κλάσμα ελεύθερης διαζεπάμης.
-
παρακολούθησηΔεν μεταβάλλει το κλάσμα ελεύθερης ταμσουλοζίνης. Η ταμσουλοζίνη δεν μεταβάλλει το κλάσμα ελεύθερης προπρανολόλης.
-
ΤριχλωρομεθειαζίδηπαρακολούθησηΔεν μεταβάλλει το κλάσμα ελεύθερης ταμσουλοζίνης. Η ταμσουλοζίνη δεν μεταβάλλει το κλάσμα ελεύθερης τριχλωρομεθειαζίδης.
-
ΧλωρομαδινόνηπαρακολούθησηΔεν μεταβάλλει το κλάσμα ελεύθερης ταμσουλοζίνης. Η ταμσουλοζίνη δεν μεταβάλλει το κλάσμα ελεύθερης χλωρομαδινόνης.
-
παρακολούθησηΔεν μεταβάλλει το κλάσμα ελεύθερης ταμσουλοζίνης
-
ΔικλοφενάκηπροσοχήΔεν μεταβάλλει το κλάσμα ελεύθερης ταμσουλοζίνης. Μπορεί να αυξήσει το ρυθμό αποβολής της ταμσουλοζίνης.
-
παρακολούθησηΔεν μεταβάλλει το κλάσμα ελεύθερης ταμσουλοζίνης
-
παρακολούθησηΔεν μεταβάλλει το κλάσμα ελεύθερης ταμσουλοζίνης
-
προσοχήΔεν μεταβάλλει το κλάσμα ελεύθερης ταμσουλοζίνης. Μπορεί να αυξήσει το ρυθμό αποβολής της ταμσουλοζίνης.
-
Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. Κετοκοναζόλη)αντένδειξηΑυξημένη έκθεση στην υδροχλωρική ταμσουλοζίνη (π.χ. κετοκοναζόλη αύξησε AUC και Cmax 2,8 και 2,2 φορές αντίστοιχα).ΣύστασηΔεν πρέπει να δίνεται σε συνδυασμό με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 σε ασθενείς με περιορισμένη μεταβολική ικανότητα για το CYP2D6. Πρέπει να δίδεται με προσοχή σε συνδυασμό με ισχυρούς και μέτριους αναστολείς του CYP3A4.
-
Παροξετίνη (ισχυρός αναστολέας του CYP2D6)παρακολούθησηΑύξηση της Cmax και της AUC της ταμσουλοζίνης κατά 1,3 και 1,6 φορές, αντίστοιχα, αλλά δεν θεωρούνται κλινικώς σημαντικές.
-
Άλλοι ανταγωνιστές των α1-αδρενεργικών υποδοχέωνπροσοχήΜπορεί να προκαλέσει υπόταση.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Συγκοπή (Σπάνιες)
- Θαμπή όραση* (Μη γνωστές)
- Διαταραχές της όρασης* (Μη γνωστές)
- Σύνδρομο Διεγχειρητικής Υποτονικής Ίριδας (IFIS) (Μη γνωστές)
- Αίσθημα παλμών
- Αρρυθμία
- Ταχυκαρδία
- Κολπική μαρμαρυγή (Μη γνωστές)
- Ορθοστατική υπόταση
- Ρινίτιδα
- Δύσπνοια
- Επίσταξη* (Μη γνωστές)
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Ναυτία
- Έμετος
- Ξηροστομία* (Μη γνωστές)
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Αγγειοοίδημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Πολύμορφο ερύθημα* (Μη γνωστές)
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα* (Μη γνωστές)
- Διαταραχές εκσπερμάτισης που περιλαμβάνουν παλίνδρομη εκσπερμάτιση και αποτυχία εκσπερμάτισης (Συχνές)
- Πριαπισμός (Πολύ σπάνιες)
- Εξασθένηση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΔιαταραχές εκσπερμάτισης (συμπεριλαμβανομένης παλίνδρομης εκσπερμάτισης και αποτυχίας εκσπερμάτισης)Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕξασθένησηΓενικές
-
Όχι συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΣυγκοπήΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΠριαπισμόςΑναπαραγωγικό
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑποφολιδωτική δερματίτιδα*Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές της όρασης*Οφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΞηροστομία*Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΠολύμορφο ερύθημα*Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Διεγχειρητικής Υποτονικής Ίριδας (IFIS)Οφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν ενδείκνυταιΔεν ενδείκνυται για χρήση από γυναίκες.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- σοβαρές υποτασικές δράσεις
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανταγωνιστής των α1-αδρενεργικών υποδοχέων. Κωδικός ATC: G04C A02, Σκευάσματα για την αποκλειστική θεραπεία των παθήσεων του προστάτη.
Μηχανισμός δράσης
H ταμσουλοζίνη συνδέεται επιλεκτικά και ανταγωνιστικά με τους μετασυναπτικούς α1- αδρενεργικούς υποδοχείς και συγκεκριμένα με τους υποτύπους α1Α και α1D, προκαλώντας χάλαση των λείων μυϊκών ινών του προστάτη και της ουρήθρας.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Το Ταμσουλοσίνη Ταμσουλοσίνη 0,4mg αυξάνει το μέγιστο ρυθμό της ροής των ούρων. Ανακουφίζει την απόφραξη μέσω της χάλασης που προκαλεί στις λείες μυϊκές ίνες του προστάτη και της ουρήθρας, βελτιώνοντας τα συμπτώματα ούρησης. Επιπλέον, βελτιώνει τα συμπτώματα αποθήκευσης, στα οποία η αστάθεια της ουροδόχου κύστης παίζει σημαντικό ρόλο.
Η δράση του φαρμάκου στα συμπτώματα αποθήκευσης και ούρησης διατηρείται και στη μακροχρόνια θεραπεία. Η ανάγκη για επέμβαση ή καθετηριασμό καθυστερεί σημαντικά.
Οι ανταγωνιστές των α1- αδρενεργικών υποδοχέων μπορεί να μειώσουν την πίεση του αίματος μειώνοντας τις περιφερικές αντιστάσεις. Δεν παρατηρήθηκε καμιά κλινικής σημασίας ελάττωση της πίεσης του αίματος κατά τη διάρκεια των μελετών με Ταμσουλοσίνη Ταμσουλοσίνη 0,4mg.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μια διπλά-τυφλή, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο και κυμαινόμενης δόσης μελέτη πραγματοποιήθηκε σε παιδιά με νευροπαθή ουροδόχο κύστη. Συνολικά 161 παιδιά (ηλικίας 2 έως 16 ετών) τυχαιοποιήθηκαν και έλαβαν θεραπεία σε 1 από τα 3 επίπεδα δόσης της ταμσουλοζίνης (χαμηλό [0,001 - 0,002 mg / kg], μεσαίο [0,002 - 0,004 mg / kg], και υψηλό [0,004 - 0,008 mg / kg]), ή εικονικό φάρμακο. Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν ο αριθμός των ασθενών στους οποίους μειώθηκε η πίεση εξώθησης των ούρων (Leak Point Pressure, LPP) έως <40 cm H₂O, που βασίστηκε σε δύο αξιολογήσεις την ίδια ημέρα. Τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν τα εξής: η πραγματική και ποσοστιαία μεταβολή από την αρχική τιμή μέχρι την πίεση εξώθησης των ούρων, η βελτίωση ή σταθεροποίηση της υδρονέφρωσης και του υδροουρητήρα και η μεταβολή στον όγκο των ούρων που λαμβάνονται με καθετηριασμό και η συχνότητα ύγρανσης κατά το χρόνο του καθετηριασμού, όπως καταγράφεται σε ημερολόγια καθετηριασμού. Δε βρέθηκε καμία στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ της ομάδας του εικονικού φαρμάκου και κάποιας από τις 3 ομάδες στις οποίες χορηγήθηκε ταμσουλοζίνη είτε για τα πρωτογενή είτε για κάποια από τα δευτερογενή καταληκτικά σημεία. Δεν παρατηρήθηκε ανταπόκριση στη δόση για κανένα επίπεδο δόσης.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φαρμακοκινητικές
Απορρόφηση:
Το Ταμσουλοσίνη Ταμσουλοσίνη 0,4mg είναι δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης τύπου matrix μη-ιονικής γέλης. Η φαρμακοτεχνική μορφή του Ταμσουλοσίνη παρέχει βραδεία αποδέσμευση της ταμσουλοζίνης, έχοντας ως αποτέλεσμα επαρκή έκθεση, με μικρές διακυμάνσεις, για χρονικό διάστημα 24 ωρών.
Η υδροχλωρική ταμσουλοζίνη χορηγούμενη ως δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης, απορροφάται από το έντερο. Υπό συνθήκες νηστείας, υπολογίζεται ότι απορροφάται περίπου το 57% της χορηγούμενης δόσης.
Ο ρυθμός και ο βαθμός απορρόφησης της υδροχλωρικής ταμσουλοζίνης χορηγούμενης ως δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης δεν επηρεάζονται από γεύματα με χαμηλά λιπαρά. Ο βαθμός απορρόφησης αυξάνει κατά 64% και 149% (η AUC και η Cmax, αντίστοιχα) από γεύματα πλούσια σε λιπαρά, σε σύγκριση με τις συνθήκες νηστείας.
Η ταμσουλοζίνη ακολουθεί γραμμική φαρμακοκινητική.
Μετά από μία εφάπαξ δόση Ταμσουλοσίνη Ταμσουλοσίνη 0,4mg σε κατάσταση νηστείας, η μέγιστη συγκέντρωση της ταμσουλοζίνης στο πλάσμα επέρχεται μετά από 6 ώρες, κατά μέσο όρο. Σε σταθεροποιημένη κατάσταση, η οποία επιτυγχάνεται έως την 4η ημέρα επαναλαμβανόμενης χορήγησης, οι συγκεντρώσεις πλάσματος της ταμσουλοζίνης φτάνουν σε μέγιστο σε 4 έως 6 ώρες, σε κατάσταση νηστείας και σε κατάστασης σίτισης. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυξάνουν από περίπου 6 ng/ml μετά την πρώτη δόση έως 11 ng/ml στη σταθεροποιημένη κατάσταση.
Ως αποτέλεσμα των χαρακτηριστικών της παρατεταμένης αποδέσμευσης του Ταμσουλοσίνη Ταμσουλοσίνη 0,4mg, η κατώτερη συγκέντρωση της ταμσουλοζίνης στο πλάσμα αντιστοιχεί στο 40% της μέγιστης συγκέντρωσης πλάσματος υπό συνθήκες νηστείας και υπό συνθήκες σίτισης.
Υπάρχει σημαντική διακύμανση μεταξύ ασθενών όσον αφορά στα επίπεδα της ταμσουλοζίνης στο πλάσμα, τόσο μετά από μία εφάπαξ δόση όσο και μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση.
Κατανομή:
Στον άνθρωπο, η ταμσουλοζίνη δεσμεύεται κατά 99% περίπου από τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Ο όγκος κατανομής της είναι μικρός (περίπου 0,2 l/kg).
Βιομετασχηματισμός:
Η ταμσουλοζίνη υπόκειται σε ελάχιστο μεταβολισμό πρώτης διόδου, καθώς μεταβολίζεται αργά. Το μεγαλύτερο μέρος της ταμσουλοζίνης υπάρχει στο πλάσμα ως αναλλοίωτη δραστική ουσία. Μεταβολίζεται στο ήπαρ.
Στους αρουραίους, η ταμσουλοζίνη προκάλεσε μηδαμινή επαγωγή μικροσωμικών ηπατικών ενζύμων.
Αποτελέσματα in vitro υποδεικνύουν ότι το CYP3A4 αλλά και το CYP2D6 συμμετέχουν στο μεταβολισμό, με πιθανώς ελάχιστη συμμετοχή άλλων CYP ισοενζύμων στο μεταβολισμό της υδροχλωρικής ταμσουλοζίνης. Η αναστολή των ενζύμων CYP3A4 και CYP2D6 που μεταβολίζουν φάρμακα μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη έκθεση στην υδροχλωρική ταμσουλοζίνη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
Κανένας από τους μεταβολίτες δεν είναι περισσότερο ενεργός από τη μητρική ουσία.
Αποβολή:
Η ταμσουλοζίνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται κυρίως από τα ούρα. Το ποσοστό απέκκρισης της αναλλοίωτης δραστικής ουσίας υπολογίζεται να είναι περίπου 4-6% της δόσης, όταν χορηγείται ως Ταμσουλοσίνη Ταμσουλοσίνη 0,4mg.
Μετά τη χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης Ταμσουλοσίνη Ταμσουλοσίνη 0,4mg σε σταθεροποιημένη κατάσταση, οι χρόνοι ημίσειας ζωής αποβολής που μετρήθηκαν ήταν περίπου 19 και 15 ώρες, αντίστοιχα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανταγωνιστής των α1-αδρενεργικών υποδοχέων. Κωδικός ATC: G04C A02, Σκευάσματα για την αποκλειστική θεραπεία των παθήσεων του προστάτη. ### Μηχανισμός δράσης H ταμσουλοζίνη συνδέεται επιλεκτικά και…
Φαρμακοκινητικές Απορρόφηση: Το Ταμσουλοσίνη Ταμσουλοσίνη 0,4mg είναι δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης τύπου matrix μη-ιονικής γέλης. Η φαρμακοτεχνική μορφή του Ταμσουλοσίνη παρέχει βραδεία αποδέσμευση της ταμσουλοζίνης, έχοντας ως αποτέλεσμα επαρκή…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Δακτυλική εξέταση ορθού · πριν την έναρξη της θεραπείας και μετά, σε τακτά χρονικά διαστήματα
- Προσδιορισμός του ειδικού αντιγόνου του προστάτη (PSA) · πριν την έναρξη της θεραπείας και μετά, σε τακτά χρονικά διαστήματα
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
- 16 L [ενδοφλέβια χορήγηση σε δέκα υγιείς ενήλικες άνδρες]
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- 2,88 L/h
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ταμσουλοσίνη είναι ένας αναστολέας αδρενεργικών υποδοχέων α, με ειδικότητα για τους υποτύπους α1Α και α1D, οι οποίοι είναι πιο συχνοί στον προστάτη και τον ιστό των υπογνάθιων αδένων. Ο τελικός υπότυπος, α1Β, είναι πιο συχνός στην αορτή και τον σπλήνα.
Η ταμσουλοσίνη συνδέεται με τους υποδοχείς α1Α 3.9-38 φορές πιο εκλεκτικά από τους α1Β και 3-20 φορές πιο εκλεκτικά από τους α1D. Αυτή η εκλεκτικότητα επιτρέπει σημαντική επίδραση στη ροή των ούρων με μειωμένη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών, όπως η ορθοστατική υπόταση.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η ταμσουλοσίνη είναι αναστολέας των αδρενεργικών υποδοχέων α1Α και α1D. Περίπου το 70% των αδρενεργικών υποδοχέων α1 στον προστάτη είναι του υποτύπου α1Α. Με την αναστολή αυτών των υποδοχέων, ο λείος μυς του προστάτη χαλαρώνει και βελτιώνεται η ροή των ούρων.
Η αναστολή των αδρενεργικών υποδοχέων α1D χαλαρώνει τους εξωστήρες μύες της ουροδόχου κύστης, γεγονός που αποτρέπει τα συμπτώματα αποθήκευσης. Η εκλεκτικότητα της ταμσουλοσίνης εστιάζει τις επιδράσεις στην περιοχή-στόχο, ελαχιστοποιώντας τις επιδράσεις σε άλλες περιοχές.
Η ταμσουλοσίνη υδροχλωρική είναι ένας α1-αδρενεργικός αποκλειστής, παράγωγο σουλφαμοϋλφενολαιθυλαμίνης. Το φάρμακο σχετίζεται φαρμακολογικά με τη δοξαζοσίνη, την πραζοσίνη και την τεραζοσίνη· ωστόσο, σε αντίθεση με αυτά τα φάρμακα, η ταμσουλοσίνη έχει υψηλότερη συγγένεια και εκλεκτικότητα για τους α1Α-αδρενεργικούς υποδοχείς, οι οποίοι βρίσκονται κυρίως στον μη αγγειακό λείο μυ (π.χ. προστάτης), σε σχέση με τους α1Β-αδρενεργικούς υποδοχείς που βρίσκονται στον αγγειακό λείο μυ (π.χ. εσωτερική λαγόνια αρτηρία).
Αποτελέσματα μελετών in vitro υποδεικνύουν ότι η ταμσουλοσίνη έχει 7-38 φορές μεγαλύτερη συγγένεια για τους α1Α-αδρενεργικούς υποδοχείς από ό,τι για τους α1Β-αδρενεργικούς υποδοχείς· το φάρμακο έχει περίπου 12 φορές μεγαλύτερη συγγένεια για τους α1-αδρενεργικούς υποδοχείς στον προστάτη από ό,τι για αυτούς στην αορτή. Αυτή η εκλεκτικότητα της ταμσουλοσίνης για τους α1Α-υποδοχείς μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη συχνότητα ανεπιθύμητων καρδιαγγειακών επιδράσεων (π.χ. συγκοπή, ζάλη, υπόταση).
Σε μοριακή βάση, η συγγένεια της ταμσουλοσίνης για τους α1-αδρενεργικούς υποδοχείς είναι περίπου 6 φορές αυτή της πραζοσίνης όταν δοκιμάζεται σε ανθρώπινο προσκοτικό ιστό.
Λόγω της επικράτησης των α-υποδοχέων στην κάψα του προστάτη, το αδένωμα του προστάτη και το τρίγωνο της ουροδόχου κύστης και της σχετικής απουσίας αυτών των υποδοχέων στο σώμα της κύστης, οι α-αδρενεργικοί αποκλειστές μειώνουν την αντίσταση της ροής των ούρων στους άνδρες.
Τα συμπτώματα που σχετίζονται με την καλοήθη υπερπλασία του προστάτη (ΚΥΠ) σχετίζονται με απόφραξη της εξόδου της ουροδόχου κύστης, η οποία αποτελείται από δύο υποκείμενες συνιστώσες: στατική και δυναμική. Η στατική συνιστώσα σχετίζεται με αύξηση του μεγέθους του προστάτη που προκαλείται, εν μέρει, από πολλαπλασιασμό των κυττάρων του λείου μυός στο στρώμα του προστάτη. Ωστόσο, η σοβαρότητα των συμπτωμάτων ΚΥΠ και ο βαθμός της ουρηθρικής απόφραξης δεν συσχετίζονται καλά με το μέγεθος του προστάτη.
Η δυναμική συνιστώσα είναι μια λειτουργία αύξησης του τόνου του λείου μυός στον προστάτη και τον αυχένα της ουροδόχου κύστης, οδηγώντας σε σύσπαση της εξόδου της ουροδόχου κύστης. Ο τόνος του λείου μυός μεσολαβείται από την συμπαθητική νευρική διέγερση των α1 αδρενεργικών υποδοχέων, οι οποίοι είναι άφθονοι στον προστάτη, την κάψα του προστάτη, την ουρήθρα του προστάτη και τον αυχένα της ουροδόχου κύστης. Η αναστολή αυτών των αδρενεργικών υποδοχέων μπορεί να προκαλέσει χαλάρωση των λείων μυών στον αυχένα της ουροδόχου κύστης και στον προστάτη, με αποτέλεσμα βελτίωση του ρυθμού ροής των ούρων και μείωση των συμπτωμάτων ΚΥΠ.
Η επίδραση της (+/-)-ταμσουλοσίνης, ενός εκλεκτικού ανταγωνιστή του α1Α-αδρενεργικού υποδοχέα, στην θετική ινοτρόπο επίδραση και τη συσσώρευση ινοσιτολικών φωσφορικών που προκαλούνται μέσω των α1-αδρενεργικών υποδοχέων, μελετήθηκε σε σύγκριση με αυτήν ενός άλλης ουσίας α1Α-αδρενεργικού υποδοχέα, της οξυμεταζολίνης, στον κροτοειδή μυ της καρδιάς του κουνελιού.
Η φαινυλεφρίνη προκάλεσε μια εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση θετική ινοτρόπο επίδραση μέσω των α1-αδρενεργικών υποδοχέων παρουσία είτε (+/-)-βουπρανολόλης είτε S(-)-τιμολόλης.
Ο τρόπος ανταγωνισμού που προκλήθηκε από την (+/-)-ταμσουλοσίνη στην επίδραση της φαινυλεφρίνης εξαρτιόταν από την εφαρμοζόμενη συγκέντρωση: η (+/-)-ταμσουλοσίνη σε 1 και 3 nM δρούσε ανταγωνιστικά, με την κλίση της γραμμής παλινδρόμησης του διαγράμματος Schild να είναι μονάδα και την τιμή pA2 να είναι 9.12· σε 10 nM, μετατόπισε περαιτέρω την καμπύλη συγκέντρωσης-απόκρισης προς τα δεξιά χωρίς να επηρεάζει τη μέγιστη απόκριση, αλλά η κλίση έγινε μικρότερη από μονάδα.
Σε 100 nM και άνω, κατέστειλε τη μέγιστη απόκριση στη φαινυλεφρίνη.
Η (+/-)-ταμσουλοσίνη ανέστειλε αποτελεσματικά την θετική ινοτρόπο επίδραση της φαινυλεφρίνης ακόμη και μετά την αδρανοποίηση των α1Β-αδρενεργικών υποδοχέων με επεξεργασία με χλωροαιθυλοχλονιδίνη, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο υπότυπος που είναι ευαίσθητος στην (+/-)-ταμσουλοσίνη ανήκει σε μια κατηγορία ανθεκτική στη χλωροαιθυλοχλονιδίνη.
Η (+/-)-ταμσουλοσίνη, στο εύρος των συγκεντρώσεων κατά τις οποίες ανέστειλε τη θετική ινοτρόπο επίδραση που μεσολαβείται από τους α1-αδρενεργικούς υποδοχείς, δεν επηρέασε τη συσσώρευση [3H]ινοσιτολικών φωσφορικών που προκλήθηκε από 10 μM φαινυλεφρίνη.
Η οξυμεταζολίνη ανέστειλε την θετική ινοτρόπο επίδραση της φαινυλεφρίνης με ανταγωνιστικό τρόπο χωρίς να επηρεάζει τη συσσώρευση ινοσιτολικής μονοφωσφορικής που προκλήθηκε από τη φαινυλεφρίνη.
Αυτά τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι η θετική ινοτρόπος επίδραση, που μεσολαβείται μέσω του υποτύπου των α1-αδρενεργικών υποδοχέων που είναι ευαίσθητος στην (+/-)-ταμσουλοσίνη και οξυμεταζολίνη, ασκείται μέσω ενός υποκυτταρικού μηχανισμού που είναι ανεξάρτητος από τη συσσώρευση ινοσιτολικών φωσφορικών.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η από του στόματος χορηγούμενη ταμσουλοσίνη απορροφάται κατά 90% σε ασθενείς που νηστεύουν.
Η περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) είναι 151-199 ng/mLhr για δόση 0.4 mg από το στόμα και 440-557 ng/mLhr για δόση 0.8 mg από το στόμα.
Η μέγιστη πλασματική συγκέντρωση είναι 3.1-5.3 ng/mL για δόση 0.4 mg από το στόμα και 2.5-3.6 ng/mL για δόση 0.8 mg από το στόμα.
Η λήψη ταμσουλοσίνης με τροφή αυξάνει τον χρόνο για την επίτευξη μέγιστης συγκέντρωσης από 4-5 ώρες σε 6-7 ώρες, αλλά αυξάνει τη βιοδιαθεσιμότητα κατά 30% και τη μέγιστη πλασματική συγκέντρωση κατά 40-70%.
Μελέτες αναφέρουν ανάκτηση 97% μιας δόσης που χορηγήθηκε από το στόμα, εκ των οποίων το 76% στα ούρα και το 21% στα κόπρανα μετά από 168 ώρες.
Το 8.7% της δόσης απεκκρίνεται ως μη μεταβολισμένη ταμσουλοσίνη.
- Κατανομή: 16 L μετά από ενδοφλέβια χορήγηση.
- Κάθαρση: 2.88 L/h.
Σε ασθενείς με μέτρια ηπατική ανεπάρκεια, η πρωτεϊνική πρόσδεση μεταβάλλεται, οδηγώντας σε αλλαγές στις συνολικές πλασμικές συγκεντρώσεις· ωστόσο, δεν παρατηρούνται σημαντικές αλλαγές στην εγγενή κάθαρση και στις συγκεντρώσεις του ελεύθερου φαρμάκου.
Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, η πρωτεϊνική πρόσδεση μεταβάλλεται, οδηγώντας σε αλλαγές στις συνολικές πλασμικές συγκεντρώσεις· ωστόσο, δεν παρατηρούνται σημαντικές αλλαγές στην εγγενή κάθαρση και στις συγκεντρώσεις του ελεύθερου φαρμάκου.
Η απορρόφηση της ταμσουλοσίνης υδροχλωρικής… είναι ουσιαστικά πλήρης (>90%) μετά από χορήγηση από το στόμα υπό συνθήκες νηστείας. Η ταμσουλοσίνη υδροχλωρική εμφανίζει γραμμική κινητική μετά από εφάπαξ και πολλαπλές δόσεις, με επίτευξη σταθερών συγκεντρώσεων έως την πέμπτη ημέρα χορήγησης άπαξ ημερησίως.
Ουσιαστικά πλήρως απορροφάται μετά από χορήγηση από το στόμα υπό συνθήκες νηστείας· οι μέγιστες πλασμικές συγκεντρώσεις επιτυγχάνονται εντός 4-5 ωρών.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Πρόσδεση
Η ταμσουλοσίνη είναι 94%-99% προσδεδεμένη σε πρωτεΐνες, κυρίως στην α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η ταμσουλοσίνη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ από το κυτόχρωμα P450 (CYP3A4 και CYP2D6), με κάποιο μεταβολισμό από άλλα CYP.
- Ο CYP3A4 είναι υπεύθυνος για την αποαιθυλίωση της ταμσουλοσίνης στον μεταβολίτη M-1 και την οξειδωτική αμίνωση στον μεταβολίτη AM-1.
- Ο CYP2D6 είναι υπεύθυνος για την υδροξυλίωση της ταμσουλοσίνης στον μεταβολίτη M-3 και την απομεθυλίωση της ταμσουλοσίνης στον μεταβολίτη M-4.
Επιπλέον, η ταμσουλοσίνη μπορεί να υδροξυλιωθεί σε διαφορετική θέση από ένα άγνωστο ένζυμο για να σχηματίσει τον μεταβολίτη M-2.
Οι μεταβολίτες M-1, M-2, M-3 και M-4 μπορούν να γλυκουρονιδωθούν, και οι μεταβολίτες M-1 και M-3 μπορούν να υποστούν σύζευξη με θειικό άλας για να σχηματίσουν άλλους μεταβολίτες πριν την απέκκριση.
Εκτενώς μεταβολίζεται από ένζυμα CYP (δεν έχουν προσδιοριστεί συγκεκριμένα ισοένζυμα) στο ήπαρ. Οι μεταβολίτες υφίστανται περαιτέρω σύζευξη πριν την απέκκριση.
Δεν υπάρχει εναντιομερής βιομετατροπή από το ισομερές R(-) της ταμσουλοσίνης υδροχλωρικής στο ισομερές S(+) σε ανθρώπους.
Η ταμσουλοσίνη υδροχλωρική μεταβολίζεται εκτενώς από ένζυμα κυτοχρώματος P450 στο ήπαρ και λιγότερο από 10% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα αμετάβλητο.
Ωστόσο, το φαρμακοκινητικό προφίλ των μεταβολιτών σε ανθρώπους δεν έχει καθοριστεί.
Τα αποτελέσματα in vitro υποδεικνύουν ότι οι CYP3A4 και CYP2D6 εμπλέκονται στον μεταβολισμό της ταμσουλοσίνης, καθώς και κάποια δευτερεύουσα συμμετοχή άλλων ισοενζύμων CYP.
Η αναστολή των ηπατικών ενζύμων μεταβολισμού φαρμάκων μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη έκθεση στην ταμσουλοσίνη.
Οι μεταβολίτες της ταμσουλοσίνης υδροχλωρικής υφίστανται εκτενή σύζευξη με γλυκουρονίδιο ή θειικό άλας πριν από τη νεφρική απέκκριση.
… Μετά από εφάπαξ χορήγηση από το στόμα 14C-ταμσουλοσίνης σε δόση 0.2 mg /σε/ τέσσερις υγιείς άνδρες εθελοντές… ποσοτικοποιήθηκαν αμετάβλητη ταμσουλοσίνη (TMS) και 11 μεταβολίτες σε δείγματα ούρων 0-24 ωρών.
Η TMS αντιστοιχούσε στο 8.7% της δόσης. Παρατηρήθηκε εκτενής απέκκριση του θειικού άλατος του Ο-δεαιθυλιωμένου μεταβολίτη (M-1-Sul) και του ο-αιθοξυφαινοξυ οξικού οξέος (AM-1), που αντιστοιχούσαν στο 15.7% και 7.5% της δόσης αντίστοιχα.
Ο μεταβολισμός της ταμσουλοσίνης υδροχλωρικής (TMS), ενός ισχυρού αποκλειστή α1-αδρενεργικών υποδοχέων, μελετήθηκε μετά από εφάπαξ χορήγηση από το στόμα σε αρουραίο και σκύλο.
Εννέα μεταβολίτες (1, 2, 3, 4 και τα γλυκουρονίδιά τους, θειικά άλατα των 1 και 3, και A-1) αναγνωρίστηκαν από τα ούρα και τη χολή αρουραίου και σκύλου που έλαβαν TMS.
Αμετάβλητο φάρμακο και μεταβολίτες στα ούρα και τη χολή ποσοτικοποιήθηκαν σε αρουραίο και σκύλο που έλαβαν 14C-TMS (1 mg/kg).
Σε αρουραίο, οι κύριες μεταβολικές οδοί ήταν η αποαιθυλίωση του τμήματος ο-αιθοξυφαινοξυ, η απομεθυλίωση του τμήματος μεθοξυβενζοσουλφαναμιδίου και η σύζευξη των προκυπτόντων μεταβολιτών με γλυκουρονικό οξύ και θειικό οξύ.
Σε σκύλο, οι κύριες οδοί ήταν η αποαιθυλίωση του τμήματος αιθοξυφαινοξυ, η σύζευξη του αποαιθυλιωμένου προϊόντος με θειικό οξύ και η οξειδωτική αμίνωση της πλευρικής αλυσίδας.
Το όργανο που είναι υπεύθυνο για το μεταβολισμό της TMS σε αρουραίο εκτιμήθηκε χρησιμοποιώντας υπερκείμενα 9000g ήπατος, νεφρού, λεπτού και παχέος εντέρου και πλάσματος.
Το φάρμακο μεταβολίστηκε ταχέως στο ήπαρ, αλλά ελάχιστα μεταβολίστηκε σε άλλα όργανα ή στο πλάσμα.
Η ταμσουλοσίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες, οι οποίοι περιλαμβάνουν 5-[2-[2-(2-αιθοξυ-5-υδροξυφαινοξυ)αιθυλαμινο]προπυλ]-2-μεθοξυβενζοσουλφαναμίδη, 5-[2-[2-(2-υδροξυφαινοξυ)αιθυλαμινο]προπυλ]-2-μεθοξυβενζοσουλφαναμίδη και 5-[2-[2-(2-αιθοξυφαινοξυ)αιθυλαμινο]προπυλ]-2-υδροξυβενζοσουλφαναμίδη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής σε ασθενείς που νηστεύουν είναι 14.9±3.9 ώρες.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής είναι 5-7 ώρες και ο φαινόμενος χρόνος ημίσειας ζωής είναι 9 έως 13 ώρες σε υγιείς εθελοντές.
Σε ασθενείς που λαμβάνουν ταμσουλοσίνη, ο φαινόμενος χρόνος ημίσειας ζωής είναι 14-15 ώρες.
Μετά από ενδοφλέβια ή από του στόματος χορήγηση ενός σκευάσματος άμεσης αποδέσμευσης, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της ταμσουλοσίνης υδροχλωρικής στο πλάσμα κυμαίνεται από πέντε έως επτά ώρες.
Λόγω της φαρμακοκινητικής των καψουλών ταμσουλοσίνης που ελέγχεται από τον ρυθμό απορρόφησης, ο φαινόμενος χρόνος ημίσειας ζωής είναι περίπου 9-13 ώρες σε υγιή άτομα και 14-15 ώρες σε ασθενείς με καλοήθη υπερπλασία του προστάτη.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Φάρμακα που συνδέονται και αναστέλλουν την ενεργοποίηση των ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ALPHA-1.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ουρολογικών παθήσεων και ασθενειών όπως η ΑΚΡΑΤΕΙΑ ΟΥΡΩΝ και οι ΟΥΡΟΛΟΙΜΩΞΕΙΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- G3P28OML5I
- TAMSULOSIN
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αδρενεργικοί α-Αναστολείς
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας α-Αδρενεργικών
Tamsulosin is an alpha-Adrenergic Blocker. The mechanism of action of tamsulosin is as an Adrenergic alpha-Antagonist.
Απόσυρση / Deprescribing
Φάρμακα για κατακράτηση ούρων
Εάν χρησιμοποιείται καθημερινά για περισσότερο από 3 έως 4 εβδομάδες, μειώστε τη δόση κατά 50% κάθε 1 έως 2 εβδομάδες. Μόλις φτάσετε στο 25% της αρχικής δόσης και δεν έχουν παρατηρηθεί συμπτώματα στέρησης, διακόψτε το φάρμακο. Εάν εμφανιστούν συμπτώματα στέρησης, επιστρέψτε περίπου στο 75% της προηγούμενης ανεκτής δόσης. [Medstopper]
⚠ Οι α-αναστολείς συνδέονται συχνά με ανεπιθύμητες ενέργειες εάν διακοπούν απότομα και απαιτούν αργή διακοπή. [Scott 2013]
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Φάρμακα που συνδέονται και αναστέλλουν την ενεργοποίηση των ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ALPHA-1.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ουρολογικών παθήσεων και ασθενειών όπως η ΑΚΡΑΤΕΙΑ ΟΥΡΩΝ και οι ΟΥΡΟΛΟΙΜΩΞΕΙΣ.