TAMSULOSIN
Ταμσουλοσίνη
Χρησιμοποιείται στη θεραπεία των σημείων και συμπτωμάτων της καλοήθους υπερπλασίας του προστάτη (μείωση της ουρικής απόφραξης και ανακούφιση των σχετικών εκδηλώσεων, όπως δισταγμός, τελική στάγμη ούρων, διακεκομμένη ή ασθενής ροή... κ.λπ.)
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-GELISTROL
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: κολπική
- Χορήγηση: Μία δόση την ημέρα (αρχική θεραπεία), δύο φορές την εβδομάδα (συντήρηση)
- Δόση έναρξης: Μία δόση του εξαρτήματος χορήγησης της κολπικής γέλης την ημέρα για 3 εβδομάδες
- Τιτλοποίηση: Ως θεραπεία συντήρησης συνιστάται μία δόση του εξαρτήματος χορήγησης της κολπικής γέλης δύο φορές την εβδομάδα.
-
Αρχική θεραπείαΔόσηΜία δόση του εξαρτήματος χορήγησης της κολπικής γέλης την ημέραγια 3 εβδομάδες (καταλλήλως πριν από την κατάκλιση)
-
Θεραπεία συντήρησηςΔόσηΜία δόση του εξαρτήματος χορήγησης της κολπικής γέλης δύο φορές την εβδομάδα(καταλλήλως πριν από την κατάκλιση). Ύστερα από 12 εβδομάδες πρέπει να διενεργείται αξιολόγηση της συνέχισης της θεραπείας από τον ιατρό.
block
SPC-GELISTROL
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Καρκίνος μαστού, υποψία καρκίνου μαστού ή ιστορικό καρκίνου του μαστού
-
Γνωστός ή πιθανολογούμενος ορμονοεξαρτώμενος κακοήθης όγκος (π.χ. καρκίνος του ενδομητρίου)
-
Αδιάγνωστη κολπική αιμορραγία
-
Υπερπλασία του ενδομητρίου που δεν έχει υποβληθεί σε θεραπεία
-
Παλαιά ιδιοπαθής ή υπάρχουσα φλεβική θρομβοεμβολή (εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, πνευμονική εμβολή)
-
Ενεργός ή πρόσφατη αρτηριακή θρομβοεμβολική νόσος (π.χ. στηθάγχη, έμφραγμα του μυοκαρδίου)
-
Οξεία ηπατική νόσος ή ιστορικό ηπατικής νόσου, για όσο καιρό οι εξετάσεις της ηπατικής λειτουργίας δεν έχουν επιστρέψει στα φυσιολογικά επίπεδα
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Πορφυρία
warning
SPC-GELISTROL
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΓενικάΗ θεραπεία με τοπικά οιστρογόνα πρέπει να ξεκινά μόνο για τα συμπτώματα που επηρεάζουν αρνητικά την ποιότητα ζωής. Τουλάχιστον μία φορά το χρόνο, πρέπει να πραγματοποιείται προσεκτική αξιολόγηση των κινδύνων και των πλεονεκτημάτων. Η θεραπεία πρέπει να συνεχίζεται για όσο χρονικό διάστημα το όφελος υπερσταθμίζει τον κίνδυνο.
-
Συνδυασμός με συστηματική θεραπείαΤο Gelistrol 50 μικρογραμμάρια/g κολπική γέλη δεν πρέπει να συνδυάζεται με παρασκευάσματα οιστρογόνων για συστηματική θεραπεία, καθώς δεν υπάρχουν μελέτες για την ασφάλεια και τους κινδύνους στις συγκεντρώσεις οιστρογόνων που επιτυγχάνονται στη συνδυασμένη θεραπεία.
-
Ενδοκοπλικό εξάρτημα χορήγησηςΜπορεί να προκαλέσει ήσσονος σημασίας τοπικό τραύμα, ιδιαίτερα σε γυναίκες με σοβαρή ατροφία του κόλπου.
-
ΈκδοχαΤο Gelistrol 50 μικρογραμμάρια/g κολπική γέλη περιέχει μεθυλ-παραϋδροξυ-βενζοϊκό νάτριο (Ε 219) και προπυλ-παραϋδροξυ-βενζοϊκό νάτριο (Ε 217). Μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις (πιθανόν με καθυστέρηση).
-
Ιατρική εξέταση/παρακολούθηση της θεραπείαςΠριν την έναρξη ή την επαναχορήγηση της θεραπείας με οιστριόλη, πρέπει να λαμβάνεται πλήρες ατομικό και οικογενειακό ιατρικό ιστορικό. Πρέπει να διενεργούνται γενικές ιατρικές και γυναικολογικές εξετάσεις (συμπεριλαμβανομένης της εξέτασης της πυέλου και του μαστού), λαμβάνοντας υπόψη το ιστορικό της νόσου της ασθενούς και τις αντενδείξεις και προειδοποιήσεις που σχετίζονται με τη θεραπεία. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, συνιστώνται περιοδικές γενικές εξετάσεις, η συχνότητα και το είδος των οποίων εξατομικεύονται για κάθε γυναίκα. Οι γυναίκες πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με ποιες μεταβολές στους μαστούς τους πρέπει να αναφέρουν στο γιατρό ή στον νοσοκόμο τους. Εξετάσεις, συμπεριλαμβανομένης της μαστογραφίας, συνιστάται να εκτελούνται σύμφωνα με τις τρέχουσες αποδεκτές πρακτικές ελέγχου, τροποποιημένες σύμφωνα με τις κλινικές ανάγκες της κάθε ασθενούς. Σε περίπτωση λοιμώξεων του κόλπου, αυτές πρέπει να θεραπεύονται πριν από την έναρξη της θεραπείας με το Gelistrol 50 μικρογραμμάρια/g κολπική γέλη.
-
Περιπτώσεις που χρειάζονται επιπρόσθετη επίβλεψηΕάν υπάρχει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες καταστάσεις ή υπήρχε παλιότερα ή/και έχει επιδεινωθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή προηγούμενης ορμονικής θεραπείας, η ασθενής πρέπει να παρακολουθείται στενά. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι αυτές οι καταστάσεις ενδέχεται να επανεμφανιστούν ή να επιδεινωθούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Gelistrol 50 μικρογραμμάρια/g κολπική γέλη, και συγκεκριμένα: - Λειομύωμα (ινώματα της μήτρας) ή ενδομητρίωση - Ιστορικό ή παράγοντες κινδύνου για θρομβοεμβολικές διαταραχές (βλέπε παράγραφο «Φλεβική θρομβοεμβολή» παρακάτω) - Παράγοντες κινδύνου για οιστρογόνο-εξαρτώμενους όγκους, π.χ. κληρονομικότητα πρώτου βαθμού για καρκίνο του μαστού - Υπέρταση - Ηπατικές διαταραχές (π.χ. αδένωμα του ήπατος) - Σακχαρώδης διαβήτης με ή χωρίς αγγειοπάθεια - Χολολιθίαση - Ημικρανία ή (σοβαρή) κεφαλαλγία - Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος - Ιστορικό υπερπλασίας του ενδομητρίου (βλέπε παράγραφο «Υπερπλασία του ενδομητρίου») - Επιληψία - Βρογχικό άσθμα - Ωτοσκλήρυνση
-
Αιτίες για την άμεση διακοπή της θεραπείαςΗ θεραπεία πρέπει να διακοπεί σε περίπτωση εμφάνισης μίας αντένδειξης καθώς και στις ακόλουθες καταστάσεις: - Ίκτερος ή επιδείνωση της ηπατικής λειτουργίας - Σημαντική αύξηση της αρτηριακής πίεσης - Νέα έναρξη κεφαλαλγίας τύπου ημικρανίας - Κύηση
-
Υπερπλασία του ενδομητρίουΟ κίνδυνος υπερπλασίας του ενδομητρίου και καρκινώματος σε από του στόματος θεραπεία μόνο με οιστρογόνα εξαρτάται τόσο από τη διάρκεια της θεραπείας όσο και από τη δόση οιστρογόνων. Στη θεραπεία με οιστριόλη μέσω κολπική χρήσης δεν έχει αποδοθεί αυξημένος κίνδυνος υπερπλασίας ενδομητρίου ή καρκίνου της μήτρας. Ωστόσο, εάν απαιτείται συνεχής θεραπεία, συνιστώνται περιοδικές επανεξετάσεις, με ιδιαίτερη εκτίμηση οποιωνδήποτε συμπτωμάτων υποδηλώνουν υπερπλασία ενδομητρίου ή κακοήθειας του ενδομητρίου. Εάν εμφανιστούν ξαφνικά αιμορραγία ή κηλίδες οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας, το αίτιο πρέπει να διερευνάται, κάτι που μπορεί να περιλαμβάνει βιοψία ενδομητρίου για τον αποκλεισμό κακοήθειας του ενδομητρίου. Η διέγερση μονού οιστρογόνου μπορεί να οδηγήσει σε προκαρκινικό μετασχηματισμό στις έκτοπες εστίες της ενδομητρίωσης. Επομένως, απαιτείται προσοχή όταν χρησιμοποιείται το προϊόν αυτό σε γυναίκες που έχουν υποστεί υστερεκτομή εξαιτίας ενδομητρίωσης, ειδικά εάν γνωρίζουν ότι έχουν έκτοπη ενδομητρίωση.
-
Καρκίνος του μαστού, της μήτρας και των ωοθηκώνΗ συστηματική θεραπεία με οιστρογόνα μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο για ορισμένους τύπους καρκίνου, ειδικότερα καρκίνου της μήτρας, των ωοθηκών και του μαστού. Το Gelistrol 50 μικρογραμμάρια/g κολπική γέλη που χορηγείται τοπικά και περιέχει χαμηλή δόση οιστριόλης δεν αναμένεται να αυξήσει τον κίνδυνο για καρκίνο.
-
Φλεβική θρομβοεμβολή, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο και στεφανιαία νόσοςΗ θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης με σκευάσματα με συστηματική επίδραση σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης φλεβικής θρομβοεμβολής, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και στεφανιαίας νόσου. Το Gelistrol 50 μικρογραμμάρια/g κολπική γέλη, το οποίο περιέχει χαμηλή δόση οιστριόλης για τοπική θεραπεία, δεν αναμένεται να προκαλέσει αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης φλεβικής θρομβοεμβολής, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και στεφανιαίας νόσου. Στους γενικά αποδεκτούς παράγοντες κινδύνου για φλεβική θρομβοεμβολή περιλαμβάνονται το ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό, η σοβαρή παχυσαρκία (ΒΜΙ > 30 kg/m ) και ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος. Δεν υπάρχει συναίνεση ως προς τον πιθανό ρόλο των κιρσών στη φλεβική θρομβοεμβολή. Στους ασθενείς αυτούς συνιστάται στενή επίβλεψη.
-
Άλλες καταστάσειςΤα οιστρογόνα με συστηματική επίδραση ενδέχεται να προκαλέσουν κατακράτηση υγρών ή αύξηση των τριγλυκεριδίων του πλάσματος, για το λόγο αυτό, ασθενείς με καρδιοπάθεια ή επηρεασμένη νεφρική λειτουργία ή με προϋπάρχουσα υπερτριγλυκεριδαιμία, αντίστοιχα, πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων θεραπείας. Το Gelistrol 50 μικρογραμμάρια/g κολπική γέλη περιέχει χαμηλή δόση οιστριόλης για τοπική θεραπεία, επομένως δεν αναμένονται συστηματικές επιδράσεις. Ασθενείς που υποφέρουν από σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια πρέπει να παρακολουθούνται στενά, διότι αναμένεται το επίπεδο της οιστριόλης στην κυκλοφορία να αυξηθεί.
swap_horiz
SPC-GELISTROL
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
SPC-GELISTROL
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Κνησμός γεννητικών οργάνων
- Άλγος πυέλου
- Εξάνθημα γεννητικών οργάνων
- Κνησμός της θέσης εφαρμογής
- Ερεθισμός της θέσης εφαρμογής
- Καντιντίαση
- Κεφαλαλγία
- Κνησμός
- Κνήφη
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Συχνές ( 1/100 έως <1/10)Κνησμός γεννητικών οργάνωνΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνές (1/1.000 έως <1/100)Άλγος πυέλουΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνές (1/1.000 έως <1/100)Εξάνθημα γεννητικών οργάνωνΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Συχνές ( 1/100 έως <1/10)Κνησμός της θέσης εφαρμογήςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνές (1/1.000 έως <1/100)Ερεθισμός της θέσης εφαρμογήςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Συχνές ( 1/100 έως <1/10)ΚαντιντίασηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνές (1/1.000 έως <1/100)ΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Συχνές ( 1/100 έως <1/10)ΚνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Συχνές ( 1/100 έως <1/10)ΚνήφηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
pregnant_woman
SPC-GELISTROL
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΕάν προκύψει εγκυμοσύνη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Gelistrol 50 μικρογραμμάρια/g κολπική γέλη, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί αμέσως. Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με έκθεση κατά την εγκυμοσύνη στην οιστριόλη. Τα αποτελέσματα των περισσότερων επιδημιολογικών μελετών που είναι διαθέσιμες μέχρι σήμερα και σχετίζονται με την ακούσια έκθεση του εμβρύου στα οιστρογόνα δεν έδειξαν τερατογόνες ή εμβρυοτοξικές επιδράσεις.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυται
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-GELISTROL
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-GELISTROL
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-GELISTROL
expand_more
Δοσολογία
block
Αντενδείξεις
SPC-GELISTROL
expand_more
Αντενδείξεις
- Καρκίνος μαστού, υποψία καρκίνου μαστού ή ιστορικό καρκίνου του μαστού
- Γνωστός ή πιθανολογούμενος ορμονοεξαρτώμενος κακοήθης όγκος (π.χ. καρκίνος του ενδομητρίου)
- Αδιάγνωστη κολπική αιμορραγία
- Υπερπλασία του ενδομητρίου που δεν έχει υποβληθεί σε θεραπεία
- Παλαιά ιδιοπαθής ή υπάρχουσα φλεβική θρομβοεμβολή (εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, πνευμονική εμβολή)
- Ενεργός ή πρόσφατη αρτηριακή θρομβοεμβολική νόσος (π.χ. στηθάγχη, έμφραγμα του μυοκαρδίου)
- Οξεία ηπατική νόσος ή ιστορικό ηπατικής νόσου, για όσο καιρό οι εξετάσεις της ηπατικής λειτουργίας δεν έχουν επιστρέψει στα φυσιολογικά επίπεδα
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
- Πορφυρία
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-GELISTROL
expand_more
Προειδοποιήσεις
Για τη θεραπεία των μετεμμηνοπαυσιακών συμπτωμάτων, η θεραπεία με τοπικά οιστρογόνα πρέπει να ξεκινά μόνο για τα συμπτώματα που επηρεάζουν αρνητικά την ποιότητα ζωής. Όπως και με όλα τα προϊόντα με βάση τα οιστρογόνα, τουλάχιστον μία φορά το χρόνο, πρέπει να πραγματοποιείται προσεκτική αξιολόγηση των κινδύνων και των πλεονεκτημάτων. Η θεραπεία πρέπει να συνεχίζεται για όσο χρονικό διάστημα το όφελος υπερσταθμίζει τον κίνδυνο. Το Gelistrol 50 μικρογραμμάρια/g κολπική γέλη δεν πρέπει να συνδυάζεται με παρασκευάσματα οιστρογόνων για συστηματική θεραπεία, καθώς δεν υπάρχουν μελέτες για την ασφάλεια και τους κινδύνους στις συγκεντρώσεις οιστρογόνων που επιτυγχάνονται στη συνδυασμένη θεραπεία. Το ενδοκοπλικό εξάρτημα χορήγησης μπορεί να προκαλέσει ήσσονος σημασίας τοπικό τραύμα, ιδιαίτερα σε γυναίκες με σοβαρή ατροφία του κόλπου. Προειδοποίηση για τα έκδοχα Το Gelistrol 50 μικρογραμμάρια/g κολπική γέλη περιέχει μεθυλ- παραϋδροξυ-βενζοϊκό νάτριο (Ε 219) και προπυλ-παραϋδροξυ-βενζοϊκό νάτριο (Ε 217). Μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις (πιθανόν με καθυστέρηση). Ιατρική εξέταση/παρακολούθηση της θεραπείας Πριν την έναρξη ή την επαναχορήγηση της θεραπείας με οιστριόλη, πρέπει να λαμβάνεται πλήρες ατομικό και οικογενειακό ιατρικό ιστορικό. Πρέπει να διενεργούνται γενικές ιατρικές και γυναικολογικές εξετάσεις (συμπεριλαμβανομένης της εξέτασης της πυέλου και του μαστού), λαμβάνοντας υπόψη το ιστορικό της νόσου της ασθενούς και τις αντενδείξεις και προειδοποιήσεις που σχετίζονται με τη θεραπεία. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, συνιστώνται περιοδικές γενικές εξετάσεις, η συχνότητα και το είδος των οποίων εξατομικεύονται για κάθε γυναίκα. Οι γυναίκες πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με ποιες μεταβολές στους μαστούς τους πρέπει να αναφέρουν στο γιατρό ή στον νοσοκόμο τους. Εξετάσεις, συμπεριλαμβανομένης της μαστογραφίας, συνιστάται να εκτελούνται σύμφωνα με τις τρέχουσες αποδεκτές πρακτικές ελέγχου, τροποποιημένες σύμφωνα με τις κλινικές ανάγκες της κάθε ασθενούς. Σε περίπτωση λοιμώξεων του κόλπου, αυτές πρέπει να θεραπεύονται πριν από την έναρξη της θεραπείας με το Gelistrol 50 μικρογραμμάρια/g κολπική γέλη. Περιπτώσεις που χρειάζονται επιπρόσθετη επίβλεψη Εάν υπάρχει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες καταστάσεις ή υπήρχε παλιότερα ή/και έχει επιδεινωθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή προηγούμενης ορμονικής θεραπείας, η ασθενής πρέπει να παρακολουθείται στενά. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι αυτές οι καταστάσεις ενδέχεται να επανεμφανιστούν ή να επιδεινωθούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Gelistrol 50 μικρογραμμάρια/g κολπική γέλη, και συγκεκριμένα:
- Λειομύωμα (ινώματα της μήτρας) ή ενδομητρίωση
- Ιστορικό ή παράγοντες κινδύνου για θρομβοεμβολικές διαταραχές (βλέπε παράγραφο «Φλεβική θρομβοεμβολή» παρακάτω)
- Παράγοντες κινδύνου για οιστρογόνο-εξαρτώμενους όγκους, π.χ. κληρονομικότητα πρώτου βαθμού για καρκίνο του μαστού
- Υπέρταση
- Ηπατικές διαταραχές (π.χ. αδένωμα του ήπατος)
- Σακχαρώδης διαβήτης με ή χωρίς αγγειοπάθεια
- Χολολιθίαση
- Ημικρανία ή (σοβαρή) κεφαλαλγία
- Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος
- Ιστορικό υπερπλασίας του ενδομητρίου (βλέπε παράγραφο «Υπερπλασία του ενδομητρίου»)
- Επιληψία
- Βρογχικό άσθμα
- Ωτοσκλήρυνση Αιτίες για την άμεση διακοπή της θεραπείας Η θεραπεία πρέπει να διακοπεί σε περίπτωση εμφάνισης μίας αντένδειξης καθώς και στις ακόλουθες καταστάσεις:
- Ίκτερος ή επιδείνωση της ηπατικής λειτουργίας
- Σημαντική αύξηση της αρτηριακής πίεσης
- Νέα έναρξη κεφαλαλγίας τύπου ημικρανίας
- Κύηση Υπερπλασία του ενδομητρίου Ο κίνδυνος υπερπλασίας του ενδομητρίου και καρκινώματος σε από του στόματος θεραπεία μόνο με οιστρογόνα εξαρτάται τόσο από τη διάρκεια της θεραπείας όσο και από τη δόση οιστρογόνων. Στη θεραπεία με οιστριόλη μέσω κολπική χρήσης δεν έχει αποδοθεί αυξημένος κίνδυνος υπερπλασίας ενδομητρίου ή καρκίνου της μήτρας. Ωστόσο, εάν απαιτείται συνεχής θεραπεία, συνιστώνται περιοδικές επανεξετάσεις, με ιδιαίτερη εκτίμηση οποιωνδήποτε συμπτωμάτων υποδηλώνουν υπερπλασία ενδομητρίου ή κακοήθειας του ενδομητρίου. Εάν εμφανιστούν ξαφνικά αιμορραγία ή κηλίδες οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας, το αίτιο πρέπει να διερευνάται, κάτι που μπορεί να περιλαμβάνει βιοψία ενδομητρίου για τον αποκλεισμό κακοήθειας του ενδομητρίου. Η διέγερση μονού οιστρογόνου μπορεί να οδηγήσει σε προκαρκινικό μετασχηματισμό στις έκτοπες εστίες της ενδομητρίωσης. Επομένως, απαιτείται προσοχή όταν χρησιμοποιείται το προϊόν αυτό σε γυναίκες που έχουν υποστεί υστερεκτομή εξαιτίας ενδομητρίωσης, ειδικά εάν γνωρίζουν ότι έχουν έκτοπη ενδομητρίωση. Καρκίνος του μαστού, της μήτρας και των ωοθηκών Η συστηματική θεραπεία με οιστρογόνα μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο για ορισμένους τύπους καρκίνου, ειδικότερα καρκίνου της μήτρας, των ωοθηκών και του μαστού. Το Gelistrol 50 μικρογραμμάρια/g κολπική γέλη που χορηγείται τοπικά και περιέχει χαμηλή δόση οιστριόλης δεν αναμένεται να αυξήσει τον κίνδυνο για καρκίνο. Φλεβική θρομβοεμβολή, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο και στεφανιαία νόσος Η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης με σκευάσματα με συστηματική επίδραση σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης φλεβικής θρομβοεμβολής, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και στεφανιαίας νόσου. Το Gelistrol 50 μικρογραμμάρια/g κολπική γέλη, το οποίο περιέχει χαμηλή δόση οιστριόλης για τοπική θεραπεία, δεν αναμένεται να προκαλέσει αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης φλεβικής θρομβοεμβολής, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και στεφανιαίας νόσου. Στους γενικά αποδεκτούς παράγοντες κινδύνου για φλεβική θρομβοεμβολή περιλαμβάνονται το ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό, η σοβαρή παχυσαρκία (ΒΜΙ > 30 kg/m ) και ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος. Δεν υπάρχει συναίνεση ως προς τον πιθανό ρόλο των κιρσών στη φλεβική θρομβοεμβολή. Στους ασθενείς αυτούς συνιστάται στενή επίβλεψη. Άλλες καταστάσεις Τα οιστρογόνα με συστηματική επίδραση ενδέχεται να προκαλέσουν κατακράτηση υγρών ή αύξηση των τριγλυκεριδίων του πλάσματος, για το λόγο αυτό, ασθενείς με καρδιοπάθεια ή επηρεασμένη νεφρική λειτουργία ή με προϋπάρχουσα υπερτριγλυκεριδαιμία, αντίστοιχα, πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων θεραπείας. Το Gelistrol 50 μικρογραμμάρια/g κολπική γέλη περιέχει χαμηλή δόση οιστριόλης για τοπική θεραπεία, επομένως δεν αναμένονται συστηματικές επιδράσεις. Ασθενείς που υποφέρουν από σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια πρέπει να παρακολουθούνται στενά, διότι αναμένεται το επίπεδο της οιστριόλης στην κυκλοφορία να αυξηθεί.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-GELISTROL
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-GELISTROL
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες από την οιστριόλη συνήθως αναφέρονται στο 3-10% των ασθενών που λαμβάνουν τη θεραπεία. Είναι συχνά παροδικές και ήπιας έντασης. Στην αρχή της θεραπείας, όταν ο βλεννογόνος υμένας του κόλπου είναι ακόμα ατροφικός, μπορεί να παρουσιαστεί τοπικός ερεθισμός με τη μορφή αισθήματος θερμότητας και/ή κνησμού. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που βρέθηκαν στις κλινικές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν με το Gelistrol 50 μικρογραμμάρια/g κολπική γέλη έχουν ταξινομηθεί σύμφωνα με τη συχνότητα εμφάνισης: Kατηγορία/οργ ανικό σύστημα Συχνές ( 1/100 έως <1/10) Όχι συχνές (1/1.000 έως <1/100) Σπάνιες (1/10.000 έως <1/1.000) Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Κνησμός γεννητικών οργάνων. Άλγος πυέλου, Εξάνθημα γεννητικών οργάνων. Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Κνησμός της θέσης εφαρμογής Ερεθισμός της θέσης εφαρμογής Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Καντιντίαση Διαταραχές του νευρικού συστήματος Κεφαλαλγία Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Κνησμός Κνήφη Το Gelistrol είναι μια τοπικά χορηγούμενη κολπική γέλη με πολύ χαμηλή δόση οιστριόλης και αυτο-περιοριζόμενη συστηματική έκθεση (η οποία φαίνεται να είναι σχεδόν αμελητέα ύστερα από επαναλαμβανόμενη χορήγηση), και ως εκ τούτου είναι εξαιρετικά απίθανο να προκαλέσει τις πιο σοβαρές επιδράσεις που σχετίζονται με την από του στόματος θεραπεία υποκατάστασης με οιστρογόνα. Ωστόσο, έχουν αναφερθεί άλλες πολύ σπάνιες ανεπιθύμητες αντιδράσεις με υψηλότερης δόσης συστηματική θεραπεία με οιστρογόνα/προγεστερόνη. Αυτές είναι:
- Οιστρογονοεξαρτώμενα νεοπλάσματα καλοήθη και κακοήθη, π.χ. καρκίνος του ενδομητρίου και καρκίνος του μαστού (βλέπε επίσης παράγραφο 4.3 Αντενδείξεις και 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση)
- Η φλεβική θρομβοεμβολή, δηλ. εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση στα κάτω άκρα ή στην πύελο και πνευμονική εμβολή, είναι πιο συχνή μεταξύ των χρηστών θεραπείας ορμονικής υποκατάστασης έναντι εκείνων που δεν χρησιμοποιούν. Για περισσότερες πληροφορίες, βλέπε παράγραφο 4.3 Αντενδείξεις και 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου και αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
- Νόσος της χοληδόχου κύστης
- Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού: χλόασμα, πολύμορφο ερύθημα, οζώδες ερύθημα, αγγειακή πορφύρα
- Πιθανή άνοια Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-GELISTROL
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Το Gelistrol 50 μικρογραμμάρια/g κολπική γέλη δεν ενδείκνυται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Εάν προκύψει εγκυμοσύνη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Gelistrol 50 μικρογραμμάρια/g κολπική γέλη, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί αμέσως. Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με έκθεση κατά την εγκυμοσύνη στην οιστριόλη. Τα αποτελέσματα των περισσότερων επιδημιολογικών μελετών που είναι διαθέσιμες μέχρι σήμερα και σχετίζονται με την ακούσια έκθεση του εμβρύου στα οιστρογόνα δεν έδειξαν τερατογόνες ή εμβρυοτοξικές επιδράσεις.
Γαλουχία
Το Gelistrol 50 μικρογραμμάρια/g κολπική γέλη δεν ενδείκνυται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-GELISTROL
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-GELISTROL
expand_more
Φαρμακοκινητική
ΕΟΦ · 7.6.1
Φάρμακα για την κατακράτηση των ούρων
expand_more
Φάρμακα για την κατακράτηση των ούρων
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
- 16 L [ενδοφλέβια χορήγηση σε δέκα υγιείς ενήλικες άνδρες]
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- 2,88 L/h
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ταμσουλοσίνη είναι ένας αναστολέας αδρενεργικών υποδοχέων α, με ειδικότητα για τους υποτύπους α1Α και α1D, οι οποίοι είναι πιο συχνοί στον προστάτη και τον ιστό των υπογνάθιων αδένων. Ο τελικός υπότυπος, α1Β, είναι πιο συχνός στην αορτή και τον σπλήνα.
Η ταμσουλοσίνη συνδέεται με τους υποδοχείς α1Α 3.9-38 φορές πιο εκλεκτικά από τους α1Β και 3-20 φορές πιο εκλεκτικά από τους α1D. Αυτή η εκλεκτικότητα επιτρέπει σημαντική επίδραση στη ροή των ούρων με μειωμένη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών, όπως η ορθοστατική υπόταση.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η ταμσουλοσίνη είναι αναστολέας των αδρενεργικών υποδοχέων α1Α και α1D. Περίπου το 70% των αδρενεργικών υποδοχέων α1 στον προστάτη είναι του υποτύπου α1Α. Με την αναστολή αυτών των υποδοχέων, ο λείος μυς του προστάτη χαλαρώνει και βελτιώνεται η ροή των ούρων.
Η αναστολή των αδρενεργικών υποδοχέων α1D χαλαρώνει τους εξωστήρες μύες της ουροδόχου κύστης, γεγονός που αποτρέπει τα συμπτώματα αποθήκευσης. Η εκλεκτικότητα της ταμσουλοσίνης εστιάζει τις επιδράσεις στην περιοχή-στόχο, ελαχιστοποιώντας τις επιδράσεις σε άλλες περιοχές.
Η ταμσουλοσίνη υδροχλωρική είναι ένας α1-αδρενεργικός αποκλειστής, παράγωγο σουλφαμοϋλφενολαιθυλαμίνης. Το φάρμακο σχετίζεται φαρμακολογικά με τη δοξαζοσίνη, την πραζοσίνη και την τεραζοσίνη· ωστόσο, σε αντίθεση με αυτά τα φάρμακα, η ταμσουλοσίνη έχει υψηλότερη συγγένεια και εκλεκτικότητα για τους α1Α-αδρενεργικούς υποδοχείς, οι οποίοι βρίσκονται κυρίως στον μη αγγειακό λείο μυ (π.χ. προστάτης), σε σχέση με τους α1Β-αδρενεργικούς υποδοχείς που βρίσκονται στον αγγειακό λείο μυ (π.χ. εσωτερική λαγόνια αρτηρία).
Αποτελέσματα μελετών in vitro υποδεικνύουν ότι η ταμσουλοσίνη έχει 7-38 φορές μεγαλύτερη συγγένεια για τους α1Α-αδρενεργικούς υποδοχείς από ό,τι για τους α1Β-αδρενεργικούς υποδοχείς· το φάρμακο έχει περίπου 12 φορές μεγαλύτερη συγγένεια για τους α1-αδρενεργικούς υποδοχείς στον προστάτη από ό,τι για αυτούς στην αορτή. Αυτή η εκλεκτικότητα της ταμσουλοσίνης για τους α1Α-υποδοχείς μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη συχνότητα ανεπιθύμητων καρδιαγγειακών επιδράσεων (π.χ. συγκοπή, ζάλη, υπόταση).
Σε μοριακή βάση, η συγγένεια της ταμσουλοσίνης για τους α1-αδρενεργικούς υποδοχείς είναι περίπου 6 φορές αυτή της πραζοσίνης όταν δοκιμάζεται σε ανθρώπινο προσκοτικό ιστό.
Λόγω της επικράτησης των α-υποδοχέων στην κάψα του προστάτη, το αδένωμα του προστάτη και το τρίγωνο της ουροδόχου κύστης και της σχετικής απουσίας αυτών των υποδοχέων στο σώμα της κύστης, οι α-αδρενεργικοί αποκλειστές μειώνουν την αντίσταση της ροής των ούρων στους άνδρες.
Τα συμπτώματα που σχετίζονται με την καλοήθη υπερπλασία του προστάτη (ΚΥΠ) σχετίζονται με απόφραξη της εξόδου της ουροδόχου κύστης, η οποία αποτελείται από δύο υποκείμενες συνιστώσες: στατική και δυναμική. Η στατική συνιστώσα σχετίζεται με αύξηση του μεγέθους του προστάτη που προκαλείται, εν μέρει, από πολλαπλασιασμό των κυττάρων του λείου μυός στο στρώμα του προστάτη. Ωστόσο, η σοβαρότητα των συμπτωμάτων ΚΥΠ και ο βαθμός της ουρηθρικής απόφραξης δεν συσχετίζονται καλά με το μέγεθος του προστάτη.
Η δυναμική συνιστώσα είναι μια λειτουργία αύξησης του τόνου του λείου μυός στον προστάτη και τον αυχένα της ουροδόχου κύστης, οδηγώντας σε σύσπαση της εξόδου της ουροδόχου κύστης. Ο τόνος του λείου μυός μεσολαβείται από την συμπαθητική νευρική διέγερση των α1 αδρενεργικών υποδοχέων, οι οποίοι είναι άφθονοι στον προστάτη, την κάψα του προστάτη, την ουρήθρα του προστάτη και τον αυχένα της ουροδόχου κύστης. Η αναστολή αυτών των αδρενεργικών υποδοχέων μπορεί να προκαλέσει χαλάρωση των λείων μυών στον αυχένα της ουροδόχου κύστης και στον προστάτη, με αποτέλεσμα βελτίωση του ρυθμού ροής των ούρων και μείωση των συμπτωμάτων ΚΥΠ.
Η επίδραση της (+/-)-ταμσουλοσίνης, ενός εκλεκτικού ανταγωνιστή του α1Α-αδρενεργικού υποδοχέα, στην θετική ινοτρόπο επίδραση και τη συσσώρευση ινοσιτολικών φωσφορικών που προκαλούνται μέσω των α1-αδρενεργικών υποδοχέων, μελετήθηκε σε σύγκριση με αυτήν ενός άλλης ουσίας α1Α-αδρενεργικού υποδοχέα, της οξυμεταζολίνης, στον κροτοειδή μυ της καρδιάς του κουνελιού.
Η φαινυλεφρίνη προκάλεσε μια εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση θετική ινοτρόπο επίδραση μέσω των α1-αδρενεργικών υποδοχέων παρουσία είτε (+/-)-βουπρανολόλης είτε S(-)-τιμολόλης.
Ο τρόπος ανταγωνισμού που προκλήθηκε από την (+/-)-ταμσουλοσίνη στην επίδραση της φαινυλεφρίνης εξαρτιόταν από την εφαρμοζόμενη συγκέντρωση: η (+/-)-ταμσουλοσίνη σε 1 και 3 nM δρούσε ανταγωνιστικά, με την κλίση της γραμμής παλινδρόμησης του διαγράμματος Schild να είναι μονάδα και την τιμή pA2 να είναι 9.12· σε 10 nM, μετατόπισε περαιτέρω την καμπύλη συγκέντρωσης-απόκρισης προς τα δεξιά χωρίς να επηρεάζει τη μέγιστη απόκριση, αλλά η κλίση έγινε μικρότερη από μονάδα.
Σε 100 nM και άνω, κατέστειλε τη μέγιστη απόκριση στη φαινυλεφρίνη.
Η (+/-)-ταμσουλοσίνη ανέστειλε αποτελεσματικά την θετική ινοτρόπο επίδραση της φαινυλεφρίνης ακόμη και μετά την αδρανοποίηση των α1Β-αδρενεργικών υποδοχέων με επεξεργασία με χλωροαιθυλοχλονιδίνη, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο υπότυπος που είναι ευαίσθητος στην (+/-)-ταμσουλοσίνη ανήκει σε μια κατηγορία ανθεκτική στη χλωροαιθυλοχλονιδίνη.
Η (+/-)-ταμσουλοσίνη, στο εύρος των συγκεντρώσεων κατά τις οποίες ανέστειλε τη θετική ινοτρόπο επίδραση που μεσολαβείται από τους α1-αδρενεργικούς υποδοχείς, δεν επηρέασε τη συσσώρευση [3H]ινοσιτολικών φωσφορικών που προκλήθηκε από 10 μM φαινυλεφρίνη.
Η οξυμεταζολίνη ανέστειλε την θετική ινοτρόπο επίδραση της φαινυλεφρίνης με ανταγωνιστικό τρόπο χωρίς να επηρεάζει τη συσσώρευση ινοσιτολικής μονοφωσφορικής που προκλήθηκε από τη φαινυλεφρίνη.
Αυτά τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι η θετική ινοτρόπος επίδραση, που μεσολαβείται μέσω του υποτύπου των α1-αδρενεργικών υποδοχέων που είναι ευαίσθητος στην (+/-)-ταμσουλοσίνη και οξυμεταζολίνη, ασκείται μέσω ενός υποκυτταρικού μηχανισμού που είναι ανεξάρτητος από τη συσσώρευση ινοσιτολικών φωσφορικών.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η από του στόματος χορηγούμενη ταμσουλοσίνη απορροφάται κατά 90% σε ασθενείς που νηστεύουν.
Η περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) είναι 151-199 ng/mLhr για δόση 0.4 mg από το στόμα και 440-557 ng/mLhr για δόση 0.8 mg από το στόμα.
Η μέγιστη πλασματική συγκέντρωση είναι 3.1-5.3 ng/mL για δόση 0.4 mg από το στόμα και 2.5-3.6 ng/mL για δόση 0.8 mg από το στόμα.
Η λήψη ταμσουλοσίνης με τροφή αυξάνει τον χρόνο για την επίτευξη μέγιστης συγκέντρωσης από 4-5 ώρες σε 6-7 ώρες, αλλά αυξάνει τη βιοδιαθεσιμότητα κατά 30% και τη μέγιστη πλασματική συγκέντρωση κατά 40-70%.
Μελέτες αναφέρουν ανάκτηση 97% μιας δόσης που χορηγήθηκε από το στόμα, εκ των οποίων το 76% στα ούρα και το 21% στα κόπρανα μετά από 168 ώρες.
Το 8.7% της δόσης απεκκρίνεται ως μη μεταβολισμένη ταμσουλοσίνη.
- Κατανομή: 16 L μετά από ενδοφλέβια χορήγηση.
- Κάθαρση: 2.88 L/h.
Σε ασθενείς με μέτρια ηπατική ανεπάρκεια, η πρωτεϊνική πρόσδεση μεταβάλλεται, οδηγώντας σε αλλαγές στις συνολικές πλασμικές συγκεντρώσεις· ωστόσο, δεν παρατηρούνται σημαντικές αλλαγές στην εγγενή κάθαρση και στις συγκεντρώσεις του ελεύθερου φαρμάκου.
Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, η πρωτεϊνική πρόσδεση μεταβάλλεται, οδηγώντας σε αλλαγές στις συνολικές πλασμικές συγκεντρώσεις· ωστόσο, δεν παρατηρούνται σημαντικές αλλαγές στην εγγενή κάθαρση και στις συγκεντρώσεις του ελεύθερου φαρμάκου.
Η απορρόφηση της ταμσουλοσίνης υδροχλωρικής… είναι ουσιαστικά πλήρης (>90%) μετά από χορήγηση από το στόμα υπό συνθήκες νηστείας. Η ταμσουλοσίνη υδροχλωρική εμφανίζει γραμμική κινητική μετά από εφάπαξ και πολλαπλές δόσεις, με επίτευξη σταθερών συγκεντρώσεων έως την πέμπτη ημέρα χορήγησης άπαξ ημερησίως.
Ουσιαστικά πλήρως απορροφάται μετά από χορήγηση από το στόμα υπό συνθήκες νηστείας· οι μέγιστες πλασμικές συγκεντρώσεις επιτυγχάνονται εντός 4-5 ωρών.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Πρόσδεση
Η ταμσουλοσίνη είναι 94%-99% προσδεδεμένη σε πρωτεΐνες, κυρίως στην α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η ταμσουλοσίνη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ από το κυτόχρωμα P450 (CYP3A4 και CYP2D6), με κάποιο μεταβολισμό από άλλα CYP.
- Ο CYP3A4 είναι υπεύθυνος για την αποαιθυλίωση της ταμσουλοσίνης στον μεταβολίτη M-1 και την οξειδωτική αμίνωση στον μεταβολίτη AM-1.
- Ο CYP2D6 είναι υπεύθυνος για την υδροξυλίωση της ταμσουλοσίνης στον μεταβολίτη M-3 και την απομεθυλίωση της ταμσουλοσίνης στον μεταβολίτη M-4.
Επιπλέον, η ταμσουλοσίνη μπορεί να υδροξυλιωθεί σε διαφορετική θέση από ένα άγνωστο ένζυμο για να σχηματίσει τον μεταβολίτη M-2.
Οι μεταβολίτες M-1, M-2, M-3 και M-4 μπορούν να γλυκουρονιδωθούν, και οι μεταβολίτες M-1 και M-3 μπορούν να υποστούν σύζευξη με θειικό άλας για να σχηματίσουν άλλους μεταβολίτες πριν την απέκκριση.
Εκτενώς μεταβολίζεται από ένζυμα CYP (δεν έχουν προσδιοριστεί συγκεκριμένα ισοένζυμα) στο ήπαρ. Οι μεταβολίτες υφίστανται περαιτέρω σύζευξη πριν την απέκκριση.
Δεν υπάρχει εναντιομερής βιομετατροπή από το ισομερές R(-) της ταμσουλοσίνης υδροχλωρικής στο ισομερές S(+) σε ανθρώπους.
Η ταμσουλοσίνη υδροχλωρική μεταβολίζεται εκτενώς από ένζυμα κυτοχρώματος P450 στο ήπαρ και λιγότερο από 10% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα αμετάβλητο.
Ωστόσο, το φαρμακοκινητικό προφίλ των μεταβολιτών σε ανθρώπους δεν έχει καθοριστεί.
Τα αποτελέσματα in vitro υποδεικνύουν ότι οι CYP3A4 και CYP2D6 εμπλέκονται στον μεταβολισμό της ταμσουλοσίνης, καθώς και κάποια δευτερεύουσα συμμετοχή άλλων ισοενζύμων CYP.
Η αναστολή των ηπατικών ενζύμων μεταβολισμού φαρμάκων μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη έκθεση στην ταμσουλοσίνη.
Οι μεταβολίτες της ταμσουλοσίνης υδροχλωρικής υφίστανται εκτενή σύζευξη με γλυκουρονίδιο ή θειικό άλας πριν από τη νεφρική απέκκριση.
… Μετά από εφάπαξ χορήγηση από το στόμα 14C-ταμσουλοσίνης σε δόση 0.2 mg /σε/ τέσσερις υγιείς άνδρες εθελοντές… ποσοτικοποιήθηκαν αμετάβλητη ταμσουλοσίνη (TMS) και 11 μεταβολίτες σε δείγματα ούρων 0-24 ωρών.
Η TMS αντιστοιχούσε στο 8.7% της δόσης. Παρατηρήθηκε εκτενής απέκκριση του θειικού άλατος του Ο-δεαιθυλιωμένου μεταβολίτη (M-1-Sul) και του ο-αιθοξυφαινοξυ οξικού οξέος (AM-1), που αντιστοιχούσαν στο 15.7% και 7.5% της δόσης αντίστοιχα.
Ο μεταβολισμός της ταμσουλοσίνης υδροχλωρικής (TMS), ενός ισχυρού αποκλειστή α1-αδρενεργικών υποδοχέων, μελετήθηκε μετά από εφάπαξ χορήγηση από το στόμα σε αρουραίο και σκύλο.
Εννέα μεταβολίτες (1, 2, 3, 4 και τα γλυκουρονίδιά τους, θειικά άλατα των 1 και 3, και A-1) αναγνωρίστηκαν από τα ούρα και τη χολή αρουραίου και σκύλου που έλαβαν TMS.
Αμετάβλητο φάρμακο και μεταβολίτες στα ούρα και τη χολή ποσοτικοποιήθηκαν σε αρουραίο και σκύλο που έλαβαν 14C-TMS (1 mg/kg).
Σε αρουραίο, οι κύριες μεταβολικές οδοί ήταν η αποαιθυλίωση του τμήματος ο-αιθοξυφαινοξυ, η απομεθυλίωση του τμήματος μεθοξυβενζοσουλφαναμιδίου και η σύζευξη των προκυπτόντων μεταβολιτών με γλυκουρονικό οξύ και θειικό οξύ.
Σε σκύλο, οι κύριες οδοί ήταν η αποαιθυλίωση του τμήματος αιθοξυφαινοξυ, η σύζευξη του αποαιθυλιωμένου προϊόντος με θειικό οξύ και η οξειδωτική αμίνωση της πλευρικής αλυσίδας.
Το όργανο που είναι υπεύθυνο για το μεταβολισμό της TMS σε αρουραίο εκτιμήθηκε χρησιμοποιώντας υπερκείμενα 9000g ήπατος, νεφρού, λεπτού και παχέος εντέρου και πλάσματος.
Το φάρμακο μεταβολίστηκε ταχέως στο ήπαρ, αλλά ελάχιστα μεταβολίστηκε σε άλλα όργανα ή στο πλάσμα.
Η ταμσουλοσίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες, οι οποίοι περιλαμβάνουν 5-[2-[2-(2-αιθοξυ-5-υδροξυφαινοξυ)αιθυλαμινο]προπυλ]-2-μεθοξυβενζοσουλφαναμίδη, 5-[2-[2-(2-υδροξυφαινοξυ)αιθυλαμινο]προπυλ]-2-μεθοξυβενζοσουλφαναμίδη και 5-[2-[2-(2-αιθοξυφαινοξυ)αιθυλαμινο]προπυλ]-2-υδροξυβενζοσουλφαναμίδη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής σε ασθενείς που νηστεύουν είναι 14.9±3.9 ώρες.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής είναι 5-7 ώρες και ο φαινόμενος χρόνος ημίσειας ζωής είναι 9 έως 13 ώρες σε υγιείς εθελοντές.
Σε ασθενείς που λαμβάνουν ταμσουλοσίνη, ο φαινόμενος χρόνος ημίσειας ζωής είναι 14-15 ώρες.
Μετά από ενδοφλέβια ή από του στόματος χορήγηση ενός σκευάσματος άμεσης αποδέσμευσης, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της ταμσουλοσίνης υδροχλωρικής στο πλάσμα κυμαίνεται από πέντε έως επτά ώρες.
Λόγω της φαρμακοκινητικής των καψουλών ταμσουλοσίνης που ελέγχεται από τον ρυθμό απορρόφησης, ο φαινόμενος χρόνος ημίσειας ζωής είναι περίπου 9-13 ώρες σε υγιή άτομα και 14-15 ώρες σε ασθενείς με καλοήθη υπερπλασία του προστάτη.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Φάρμακα που συνδέονται και αναστέλλουν την ενεργοποίηση των ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ALPHA-1.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ουρολογικών παθήσεων και ασθενειών όπως η ΑΚΡΑΤΕΙΑ ΟΥΡΩΝ και οι ΟΥΡΟΛΟΙΜΩΞΕΙΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- G3P28OML5I
- TAMSULOSIN
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αδρενεργικοί α-Αναστολείς
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας α-Αδρενεργικών
Tamsulosin is an alpha-Adrenergic Blocker. The mechanism of action of tamsulosin is as an Adrenergic alpha-Antagonist.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Φάρμακα που συνδέονται και αναστέλλουν την ενεργοποίηση των ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ALPHA-1.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ουρολογικών παθήσεων και ασθενειών όπως η ΑΚΡΑΤΕΙΑ ΟΥΡΩΝ και οι ΟΥΡΟΛΟΙΜΩΞΕΙΣ.