TRIAZOLAM
Τριαζολάμη
Για τη βραχυπρόθεσμη **θεραπεία της αϋπνίας**.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-HALCION
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Δόση έναρξης: χαμηλότερη συνιστώμενη δόση
- Τιτλοποίηση: Διαδικασία σταδιακής μείωσης του φαρμάκου πριν τη διακοπή του θα πρέπει να ακολουθείται σε κάθε άτομο.
-
ΕνήλικεςΔόση0,125 - 0,25 mg
-
ΗλικιωμένοιΔόση0,125 mg
-
Ασθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργίαθα πρέπει να λαμβάνουν μειωμένη δόση
block
SPC-HALCION
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Βαρεία μυασθένεια
-
Υπερευαισθησία στην triazolam, στα έκδοχα του φαρμάκου και γενικώς στις Βενζοδιαζεπίνες.
-
Σοβαρή αναπνευστική ανεπάρκεια
-
Σύνδρομο της καθ’ ύπνον αποφρακτικής άπνοιας
-
Παιδιά
-
Βαρεία ηπατική ανεπάρκεια
warning
SPC-HALCION
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΑνοχήΜετά από επανειλημμένη χρήση επί μερικές εβδομάδες δυνατόν να αναπτυχθεί μείωση της αποτελεσματικότητας ως προς την υπνωτική δράση του HALCION.
-
ΕξάρτησηΗ χρήση του HALCION μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη σωματικής και ψυχικής εξάρτησης. Ο κίνδυνος εξάρτησης αυξάνεται με τη δόση και τη διάρκεια της αγωγής. Επίσης είναι μεγαλύτερος σε ασθενείς με ιστορικό αλκοολισμού ή κατάχρησης φαρμάκων. ΄Απαξ και έχει αναπτυχθεί σωματική εξάρτηση, η απότομη διακοπή της αγωγής θα συνοδεύεται από συμπτώματα στέρησης. Αυτά δυνατόν να συνίστανται σε κεφαλαλγίες, μυϊκό άλγος, εκσεσημασμένο άγχος, ένταση, νευρικότητα, σύγχυση και ευερεθιστότητα. Σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να παρατηρηθούν τα ακόλουθα συμπτώματα: απώλεια της αίσθησης της πραγματικότητας (αποπραγματισμός), αποπροσωποποίηση, υπερακουσία, αιμωδία και νυγμώδη άλγη στα άκρα, υπερευαισθησία στο φως, στο θόρυβο και στη σωματική επαφή, ψευδαισθήσεις ή επιληπτικοί σπασμοί.
-
Αϋπνία υπερακόντισηςΜε τη διακοπή της υπνωτικής αγωγής μπορεί να παρατηρηθεί ένα παροδικό σύνδρομο, κατά το οποίο τα συμπτώματα όπως η αϋπνία που οδήγησαν σε αγωγή με triazolam επανέρχονται σε ενισχυμένη μορφή. Μπορεί να συνοδεύεται και από άλλες αντιδράσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν μεταβολές της διάθεσης, άγχος και νευρικότητα.
-
Διάρκεια αγωγήςΗ διάρκεια της αγωγής θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν βραχύτερη (βλέπε Δοσολογία) και δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τις 2 εβδομάδες. Η διαδικασία σταδιακής μείωσης θα πρέπει να προσαρμόζεται στο κάθε άτομο. Παράταση της αγωγής πέραν αυτής της περιόδου δεν θα πρέπει να λαμβάνει χώρα χωρίς επαναξιολόγηση της κατάστασης. Ίσως είναι χρήσιμο να πληροφορηθεί ο ασθενής όταν αρχίζει η αγωγή ότι θα είναι περιορισμένης διάρκειας και να του εξηγηθεί ακριβώς πώς θα μειωθεί προοδευτικά η δοσολογία. Επιπλέον, είναι σημαντικό να είναι ενήμερος ο ασθενής για την πιθανότητα υποτροπής των φαινομένων, ούτως ώστε να μειωθεί η ανησυχία του για τέτοιου είδους συμπτώματα, εάν συμβούν κατά τη διακοπή του φαρμάκου. Υπάρχουν ενδείξεις ότι στην περίπτωση των βενζοδιαζεπινών με βραχεία διάρκεια δράσης, όπως το HALCION μπορεί να καταστούν έκδηλα φαινόμενα στέρησης μεταξύ των δόσεων, ιδιαίτερα όταν η δοσολογία είναι υψηλή.
-
ΑμνησίαΤο HALCION μπορεί να προκαλέσει προχωρητική αμνησία. Αυτή η κατάσταση παρουσιάζεται συχνότερα μερικές ώρες μετά τη λήψη του φαρμάκου και επομένως για να μειωθεί ο κίνδυνος θα πρέπει οι ασθενείς να εξασφαλίσουν ότι θα είναι εφικτό να έχουν έναν μη διακοπτόμενο ύπνο επί 7-8 ώρες (βλέπε επίσης Ανεπιθύμητες Ενέργειες).
-
Ψυχιατρικές και "παράδοξες" αντιδράσειςΑντιδράσεις όπως ανησυχία, νευρικότητα, ευερεθιστότητα, επιθετικότητα, παραισθήσεις, κρίσεις μανίας, εφιάλτες, ψευδαισθήσεις, ψυχώσεις, ανάρμοστη συμπεριφορά και άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες στη συμπεριφορά είναι γνωστό ότι παρατηρούνται κατά τη χρήση βενζοδιαζεπινών. Εάν αυτό συμβεί, η χρήση του φαρμάκου θα πρέπει να διακοπεί. Οι επιδράσεις αυτές είναι πιθανότερο να συμβούν σε παιδιά και σε ηλικιωμένους.
-
Ειδικές ομάδες ασθενώνΓια τους ηλικιωμένους: βλέπε οδηγίες δοσολογίας. Χαμηλότερη δόση συνιστάται επίσης και σε ασθενείς με χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια, λόγω του κινδύνου αναπνευστικής καταστολής. Το HALCION δεν ενδείκνυνται για την αντιμετώπιση ασθενών με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια, διότι μπορεί να επισπεύσουν την εμφάνιση εγκεφαλοπάθειας. Οι βενζοδιαζεπίνες δεν συνιστώνται για την κύρια αντιμετώπιση των ψυχωσικών νόσων. Το HALCION δεν πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο του για την αντιμετώπιση ασθενών με κατάθλιψη ή άγχος που συνοδεύεται από κατάθλιψη (σε τέτοιους ασθενείς μπορεί να επισπευσθεί η τάση για αυτοκτονία). Η τριαζολάμη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με μεγάλη προσοχή σε ασθενείς με μείζονες ψυχιατρικές διαταραχές. Το HALCION πρέπει να χρησιμοποιείται με μέγιστη προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό αλκοολισμού ή κατάχρησης φαρμάκων. Σε ασθενείς οι οποίοι δεν ήταν καλά ξύπνιοι ύστερα από τη λήψη καταπραϋντικού-υπνωτικού, περιλαμβανομένης και της τριαζολάμης, έχουν αναφερθεί περίπλοκα συμβάματα σχετιζόμενα με τη συμπεριφορά κατά τον ύπνο όπως «οδήγηση σε κατάσταση ύπνου» (δηλ. οδήγηση ενώ ο οδηγός δεν είναι καλά ξύπνιος ύστερα από τη λήψη καταπραϋντικών-υπνωτικών, με αμνησία του περιστατικού). Αυτά, καθώς και άλλα περίπλοκα συμβάματα σχετιζόμενα με τη συμπεριφορά κατά τον ύπνο, μπορεί να παρουσιασθούν με τη χρήση μόνο καταπραϋντικών- υπνωτικών, περιλαμβανομένης και της τριαζολάμης, σε θεραπευτικές δόσεις. Η χρήση αλκοόλ και άλλων κατασταλτικών του ΚΝΣ με καταπραϋντικά-υπνωτικά, καθώς και η χρήση καταπραϋντικών-υπνωτικών σε δόσεις που υπερβαίνουν τη μέγιστη συνιστώμενη δόση, φαίνεται να αυξάνουν τον κίνδυνο τέτοιων συμπεριφορών. Λόγω του κινδύνου για τον ασθενή και το κοινωνικό σύνολο, πρέπει να λαμβάνεται έντονα υπόψη η διακοπή των καταπραϋντικών- υπνωτικών σε ασθενείς που αναφέρουν τέτοια συμβάματα (βλ. Παράγραφο 4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες).[8] Σε ασθενείς που λαμβάνουν τριαζολάμη, έχουν αναφερθεί σοβαρές αναφυλακτικές και αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις, που περιλαμβάνουν σπάνιες θανατηφόρες περιπτώσεις αναφυλαξίας. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις αγγειοοιδήματος όπου εμπλεκόταν η γλώσσα, η γλωττίδα ή ο λάρυγγας, σε ασθενείς, ύστερα από τη λήψη της πρώτης ή των επόμενων δόσεων καταπραϋντικών-υπνωτικών, περιλαμβανομένης και της τριαζολάμης (βλ. Παράγραφο 4.8 ανεπιθύμητες ενέργειες).[9]
swap_horiz
SPC-HALCION
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αλκοόλΔεν συνιστάταιΕνίσχυση της κατασταλτικής δράσης.
-
κατασταλτικά του ΚΝΣ (αντιψυχωσικά, υπνωτικά, αγχολυτικά/ ηρεμιστικά, αντικαταθλιπτικοί παράγοντες, ναρκωτικά αναλγητικά, αντιεπιληπτικά φάρμακα, αναισθητικά, αντιισταμινικά με κατασταλτική δράση)Να λαμβάνεται υπ' όψηΕνίσχυση της κεντρικής κατασταλτικής δράσης. Επίταση της ευφορίας (με ναρκωτικά αναλγητικά) οδηγώντας σε αύξηση της ψυχικής εξάρτησης.
-
Ενώσεις που αναστέλλουν ορισμένα ηπατικά ένζυμα (ιδιαίτερα το κυτόχρωμα P450)Να λαμβάνεται υπ' όψηΕνίσχυση της δράσης του HALCION.
sick
SPC-HALCION
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας
- Νωθρότητα
- Καταστολή (υπνηλία, λήθαργος)
- Μειωμένη εγρήγορση
- Σύγχυση
- Κόπωση
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Μυϊκή αδυναμία
- Αταξία
- Έλλειψη συντονισμού κινήσεων
- Διπλωπία
- Προχωρητική αμνησία
- Ανησυχία
- Νευρικότητα
- Ευερεθιστότητα
- Επιθετικότητα
- Παραισθήσεις
- Υπνοβασία
- Κρίσεις μανίας
- Εφιάλτες
- Ψευδαισθήσεις
- Ψύχωση
- Ανάρμοστη συμπεριφορά
- Γαστρεντερικές διαταραχές
- Καταστολή του ΚΝΣ
- Πτώση
- Παροδική αϋπνία μετά τη διακοπή του φαρμάκου
- Συγκοπή
- Μεταβολές της σεξουαλικής επιθυμίας (libido)
- Δερματικές αντιδράσεις
- Σωματική εξάρτηση
- Ψυχική εξάρτηση
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αγγειονευρωτικό οίδημα, αναφυλακτοειδής αντίδραση, αλλεργικό οίδημα, αναφυλακτική καταπληξία)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Μη γνωστέςΥπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας
-
Μη γνωστέςΝωθρότητα
-
Μη γνωστέςΚαταστολή (υπνηλία, λήθαργος)
-
Μη γνωστέςΜειωμένη εγρήγορση
-
Μη γνωστέςΣύγχυση
-
Μη γνωστέςΚόπωση
-
Μη γνωστέςΚεφαλαλγία
-
Μη γνωστέςΖάλη
-
Μη γνωστέςΜυϊκή αδυναμία
-
Μη γνωστέςΑταξία
-
Μη γνωστέςΈλλειψη συντονισμού κινήσεων
-
Μη γνωστέςΔιπλωπία
-
ΕνίοτεΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΕνίοτεΚαταστολή του ΚΝΣ
-
ΕνίοτεΠτώση
-
ΕνίοτεΠαροδική αϋπνία μετά τη διακοπή του φαρμάκου
-
ΕνίοτεΣυγκοπή
-
ΕνίοτεΜεταβολές της σεξουαλικής επιθυμίας (libido)
-
ΕνίοτεΔερματικές αντιδράσεις
-
Μη γνωστέςΠροχωρητική αμνησία
-
Μη γνωστέςΑνησυχία
-
Μη γνωστέςΝευρικότητα
-
Μη γνωστέςΕυερεθιστότητα
-
Μη γνωστέςΕπιθετικότητα
-
Μη γνωστέςΠαραισθήσεις
-
Μη γνωστέςΥπνοβασία
-
Μη γνωστέςΚρίσεις μανίας
-
Μη γνωστέςΕφιάλτες
-
Μη γνωστέςΨευδαισθήσεις
-
Μη γνωστέςΨύχωση
-
Μη γνωστέςΑνάρμοστη συμπεριφορά
-
Μη γνωστέςΣωματική εξάρτηση
-
Μη γνωστέςΨυχική εξάρτηση
-
Μετά την κυκλοφορίαΑντιδράσεις υπερευαισθησίας (αγγειονευρωτικό οίδημα, αναφυλακτοειδής αντίδραση, αλλεργικό οίδημα, αναφυλακτική καταπληξία)
pregnant_woman
SPC-HALCION
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Άγνωστο
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΆγνωστοΔεν είναι διαθέσιμα επαρκή δεδομένα για την τριαζολάμη ώστε να εκτιμηθεί η ασφάλεια της χρήσης της κατά τη διάρκεια της κύησης. Εάν το φάρμακο πρόκειται να συνταγογραφηθεί σε γυναίκα της αναπαραγωγικής ηλικίας, θα πρέπει να προειδοποιείται ώστε να συμβουλευτεί το γιατρό της σχετικά με τη διακοπή του φαρμάκου, εάν σκοπεύει να μείνει έγκυος ή εάν υποπτευθεί ότι είναι ήδη. Εάν, για σοβαρούς ιατρικούς λόγους, χορηγηθεί η τριαζολάμη κατά την τελευταία φάση της κύησης ή κατά τη διάρκεια του τοκετού, θα πρέπει να αναμένονται επιδράσεις στο νεογέννητο, όπως υποθερμία, υποτονία και μέτρια αναπνευστική δυσχέρεια λόγω της φαρμακολογικής δράσης του φαρμάκου. Επιπλέον, νεογνά που γεννώνται από μητέρες που έπαιρναν βενζοδιαζεπίνες χρονίως κατά τη διάρκεια των τελευταίων σταδίων της κύησης μπορεί να έχουν αναπτύξει σωματική εξάρτηση και να παρουσιάζουν κάποιο κίνδυνο να αναπτύξουν συμπτώματα στέρησης στη μετά τον τοκετό περίοδο.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεδομένου ότι οι βενζοδιαζεπίνες ανευρίσκονται στο μητρικό γάλα, η τριαζολάμη δεν θα πρέπει να χορηγείται σε μητέρες που θηλάζουν.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-HALCION
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-HALCION
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-HALCION
expand_more
Δοσολογία
Η αγωγή θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν βραχύτερης διάρκειας.
Γενικώς η διάρκεια της αγωγής ποικίλλει από μερικές ημέρες μέχρι δύο εβδομάδες το μέγιστο.
Διαδικασία σταδιακής μείωσης του φαρμάκου πριν τη διακοπή του θα πρέπει να ακολουθείται σε κάθε άτομο.
Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να καταστεί αναγκαία η επιμήκυνση της μεγίστης περιόδου θεραπευτικής αγωγής. Στις περιπτώσεις αυτές όμως η παράταση της αγωγής δεν πρέπει να γίνεται χωρίς επαναξιολόγηση της κατάστασης του ασθενούς. Το φάρμακο θα πρέπει να λαμβάνεται ακριβώς πριν από την κατάκλιση.
Δόση:
- Ενήλικες: 0,125 - 0,25 mg
- Ηλικιωμένοι: 0,125 mg
Η αγωγή θα πρέπει να αρχίζει με τη χαμηλότερη συνιστώμενη δόση. Δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση της μέγιστης δόσης, λόγω του αυξημένου κινδύνου να επισυμβούν μη αποδεκτές ανεπιθύμητες ενέργειες από το ΚΝΣ. Ασθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργία θα πρέπει να λαμβάνουν μειωμένη δόση.
block
Αντενδείξεις
SPC-HALCION
expand_more
Αντενδείξεις
- Βαρεία μυασθένεια
- Υπερευαισθησία στην triazolam, στα έκδοχα του φαρμάκου και γενικώς στις Βενζοδιαζεπίνες.
- Σοβαρή αναπνευστική ανεπάρκεια
- Σύνδρομο της καθ’ ύπνον αποφρακτικής άπνοιας
- Παιδιά
- Βαρεία ηπατική ανεπάρκεια
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-HALCION
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ανοχή Μετά από επειλημμένη χρήση επί μερικές εβδομάδες δυνατόν να αναπτυχθεί μείωση της αποτελεσματικότητας ως προς την υπνωτική δράση του HALCION.
Εξάρτηση Η χρήση του HALCION μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη σωματικής και ψυχικής εξάρτησης. Ο κίνδυνος εξάρτησης αυξάνεται με τη δόση και τη διάρκεια της αγωγής. Επίσης είναι μεγαλύτερος σε ασθενείς με ιστορικό αλκοολισμού ή κατάχρησης φαρμάκων. ΄Απαξ και έχει αναπτυχθεί σωματική εξάρτηση, η απότομη διακοπή της αγωγής θα συνοδεύεται από συμπτώματα στέρησης. Αυτά δυνατόν να συνίστανται σε κεφαλαλγίες, μυϊκό άλγος, εκσεσημασμένο άγχος, ένταση, νευρικότητα, σύγχυση και ευερεθιστότητα. Σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να παρατηρηθούν τα ακόλουθα συμπτώματα: απώλεια της αίσθησης της πραγματικότητας (αποπραγματισμός), αποπροσωποποίηση, υπερακουσία, αιμωδία και νυγμώδη άλγη στα άκρα, υπερευαισθησία στο φως, στο θόρυβο και στη σωματική επαφή, ψευδαισθήσεις ή επιληπτικοί σπασμοί.
Αϋπνία υπερακόντισης Με τη διακοπή της υπνωτικής αγωγής μπορεί να παρατηρηθεί ένα παροδικό σύνδρομο, κατά το οποίο τα συμπτώματα όπως η αϋπνία που οδήγησαν σε αγωγή με triazolam επανέρχονται σε ενισχυμένη μορφή. Μπορεί να συνοδεύεται και από άλλες αντιδράσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν μεταβολές της διάθεσης, άγχος και νευρικότητα. Δεδομένου ότι ο κίνδυνος φαινομένων στέρησης, ή αϋπνίας υπερακόντισης είναι μεγαλύτερος μετά από απότομη διακοπή της αγωγής, συνιστάται η βαθμιαία μείωση της δοσολογίας.
Διάρκεια αγωγής Η διάρκεια της αγωγής θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν βραχύτερη (βλέπε Δοσολογία) και δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τις 2 εβδομάδες. Η διαδικασία σταδιακής μείωσης θα πρέπει να προσαρμόζεται στο κάθε άτομο. Παράταση της αγωγής πέραν αυτής της περιόδου δεν θα πρέπει να λαμβάνει χώρα χωρίς επαναξιολόγηση της κατάστασης. Ίσως είναι χρήσιμο να πληροφορηθεί ο ασθενής όταν αρχίζει η αγωγή ότι θα είναι περιορισμένης διάρκειας και να του εξηγηθεί ακριβώς πώς θα μειωθεί προοδευτικά η δοσολογία. Επιπλέον, είναι σημαντικό να είναι ενήμερος ο ασθενής για την πιθανότητα υποτροπής των φαινομένων, ούτως ώστε να μειωθεί η ανησυχία του για τέτοιου είδους συμπτώματα, εάν συμβούν κατά τη διακοπή του φαρμάκου. Υπάρχουν ενδείξεις ότι στην περίπτωση των βενζοδιαζεπινών με βραχεία διάρκεια δράσης, όπως το HALCION μπορεί να καταστούν έκδηλα φαινόμενα στέρησης μεταξύ των δόσεων, ιδιαίτερα όταν η δοσολογία είναι υψηλή.
Αμνησία Το HALCION μπορεί να προκαλέσει προχωρητική αμνησία. Αυτή η κατάσταση παρουσιάζεται συχνότερα μερικές ώρες μετά τη λήψη του φαρμάκου και επομένως για να μειωθεί ο κίνδυνος θα πρέπει οι ασθενείς να εξασφαλίσουν ότι θα είναι εφικτό να έχουν έναν μη διακοπτόμενο ύπνο επί 7-8 ώρες (βλέπε επίσης Ανεπιθύμητες Ενέργειες).
Ψυχιατρικές και “παράδοξες” αντιδράσεις Αντιδράσεις όπως ανησυχία, νευρικότητα, ευερεθιστότητα, επιθετικότητα, παραισθήσεις, κρίσεις μανίας, εφιάλτες, ψευδαισθήσεις, ψυχώσεις, ανάρμοστη συμπεριφορά και άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες στη συμπεριφορά είναι γνωστό ότι παρατηρούνται κατά τη χρήση βενζοδιαζεπινών. Εάν αυτό συμβεί, η χρήση του φαρμάκου θα πρέπει να διακοπεί. Οι επιδράσεις αυτές είναι πιθανότερο να συμβούν σε παιδιά και σε ηλικιωμένους.
Ειδικές ομάδες ασθενών Για τους ηλικιωμένους: βλέπε οδηγίες δοσολογίας. Χαμηλότερη δόση συνιστάται επίσης και σε ασθενείς με χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια, λόγω του κινδύνου αναπνευστικής καταστολής. Το HALCION δεν ενδείκνυνται για την αντιμετώπιση ασθενών με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια, διότι μπορεί να επισπεύσουν την εμφάνιση εγκεφαλοπάθειας. Οι βενζοδιαζεπίνες δεν συνιστώνται για την κύρια αντιμετώπιση των ψυχωσικών νόσων. Το HALCION δεν πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο του για την αντιμετώπιση ασθενών με κατάθλιψη ή άγχος που συνοδεύεται από κατάθλιψη (σε τέτοιους ασθενείς μπορεί να επισπευσθεί η τάση για αυτοκτονία). Η τριαζολάμη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με μεγάλη προσοχή σε ασθενείς με μείζονες ψυχιατρικές διαταραχές. Το HALCION πρέπει να χρησιμοποιείται με μέγιστη προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό αλκοολισμού ή κατάχρησης φαρμάκων. Σε ασθενείς οι οποίοι δεν ήταν καλά ξύπνιοι ύστερα από τη λήψη καταπραϋντικού-υπνωτικού, περιλαμβανομένης και της τριαζολάμης, έχουν αναφερθεί περίπλοκα συμβάματα σχετιζόμενα με τη συμπεριφορά κατά τον ύπνο όπως «οδήγηση σε κατάσταση ύπνου» (δηλ. οδήγηση ενώ ο οδηγός δεν είναι καλά ξύπνιος ύστερα από τη λήψη καταπραϋντικών-υπνωτικών, με αμνησία του περιστατικού). Αυτά, καθώς και άλλα περίπλοκα συμβάματα σχετιζόμενα με τη συμπεριφορά κατά τον ύπνο, μπορεί να παρουσιασθούν με τη χρήση μόνο καταπραϋντικών- υπνωτικών, περιλαμβανομένης και της τριαζολάμης, σε θεραπευτικές δόσεις. Η χρήση αλκοόλ και άλλων κατασταλτικών του ΚΝΣ με καταπραϋντικά-υπνωτικά, καθώς και η χρήση καταπραϋντικών-υπνωτικών σε δόσεις που υπερβαίνουν τη μέγιστη συνιστώμενη δόση, φαίνεται να αυξάνουν τον κίνδυνο τέτοιων συμπεριφορών. Λόγω του κινδύνου για τον ασθενή και το κοινωνικό σύνολο, πρέπει να λαμβάνεται έντονα υπόψη η διακοπή των καταπραϋντικών- υπνωτικών σε ασθενείς που αναφέρουν τέτοια συμβάματα (βλ. Παράγραφο 4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες).[8] Σε ασθενείς που λαμβάνουν τριαζολάμη, έχουν αναφερθεί σοβαρές αναφυλακτικές και αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις, που περιλαμβάνουν σπάνιες θανατηφόρες περιπτώσεις αναφυλαξίας. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις αγγειοοιδήματος όπου εμπλεκόταν η γλώσσα, η γλωττίδα ή ο λάρυγγας, σε ασθενείς, ύστερα από τη λήψη της πρώτης ή των επόμενων δόσεων καταπραϋντικών-υπνωτικών, περιλαμβανομένης και της τριαζολάμης (βλ. Παράγραφο 4.8 ανεπιθύμητες ενέργειες).[9]
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-HALCION
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Δεν συνιστάται: Ταυτόχρονη λήψη με αλκοόλ. Η κατασταλτική δράση μπορεί να ενισχυθεί όταν το φάρμακο χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με αλκοόλ. Αυτό επηρεάζει την ικανότητα για οδήγηση ή χρήση μηχανημάτων.
-
Να λαμβάνεται υπ’ όψη: Συνδυασμός με κατασταλτικά του ΚΝΣ. Μπορεί να συμβεί ενίσχυση της κεντρικής κατασταλτικής δράσης σε περιπτώσεις ταυτόχρονης χρήσης με αντιψυχωσικά (νευροληπτικά), υπνωτικά, αγχολυτικά/ ηρεμιστικά, αντικαταθλιπτικούς παράγοντες, ναρκωτικά αναλγητικά, αντιεπιληπτικά φάρμακα, αναισθητικά και αντιισταμινικά με κατασταλτική δράση. Στην περίπτωση των ναρκωτικών αναλγητικών μπορεί επίσης να παρατηρηθεί επίταση της ευφορίας, που οδηγεί σε αύξηση της ψυχικής εξάρτησης.
Ενώσεις που αναστέλλουν ορισμένα ηπατικά ένζυμα (ιδιαίτερα το κυτόχρωμα P450) μπορεί να ενισχύσουν τη δράση του HALCION.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-HALCION
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας, νωθρότητα, καταστολή (υπνηλία, λήθαργος), μειωμένη εγρήγορση, σύγχυση, κόπωση, κεφαλαλγία, ζάλη, μυϊκή αδυναμία, αταξία και/ή έλλειψη συντονισμού κινήσεων, διπλωπία. Αυτά τα φαινόμενα παρατηρούνται κατά κύριο λόγο κατά την έναρξη της θεραπείας και συνήθως υποχωρούν με την επανάληψη της χορήγησης. Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες όπως γαστρεντερικές διαταραχές, καταστολή του ΚΝΣ, πτώση, παροδική αϋπνία μετά τη διακοπή του φαρμάκου, συγκοπή, μεταβολές της σεξουαλικής επιθυμίας (libido) ή δερματικές αντιδράσεις έχουν ενίοτε αναφερθεί.
Αμνησία Προχωρητική αμνησία μπορεί να παρατηρηθεί κατά τη χρήση θεραπευτικών δόσεων και ο κίνδυνος αυξάνει σε υψηλότερες δοσολογίες. Οι αμνησιακές επιδράσεις μπορεί να συνδυάζονται με ανάρμοστη συμπεριφορά (βλέπε Προειδοποιήσεις και προφυλάξεις). Δεδομένα από αρκετές πηγές υποδηλούν ότι η προχωρητική αμνησία μπορεί να παρατηρηθεί με αυτό το φάρμακο σε μεγαλύτερη συχνότητα από ότι με άλλα υπνωτικά. Όμως αναμφισβήτητα στοιχεία βασιζόμενα σε συγκριτικές μελέτες ελλείπουν.
Κατάθλιψη Προϋπάρχουσα κατάθλιψη μπορεί να αποκαλυφθεί κατά τη διάρκεια της χρήσης του HALCION.
Ψυχιατρικές και “παράδοξες” αντιδράσεις Αντιδράσεις όπως ανησυχία, νευρικότητα, ευερεθιστότητα, επιθετικότητα, παραισθήσεις, υπνοβασία[8] (βλ. παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση), κρίσεις μανίας, εφιάλτες, ψευδαισθήσεις, ψύχωση, ανάρμοστη συμπεριφορά και άλλες ανεπιθύμητες επιδράσεις στη συμπεριφορά είναι γνωστό ότι παρατηρούνται κατά τη χρήση βενζοδιαζεπινών. Μπορεί να είναι αρκετά σοβαρές με αυτό το φάρμακο.. Είναι πιθανότερο να συμβούν σε παιδιά και στους ηλικιωμένους.
Εξάρτηση Η χρήση (ακόμη και σε θεραπευτικές δόσεις) μπορεί να οδηγήσει σε ανάπτυξη σωματικής εξάρτησης: η διακοπή της θεραπείας μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα φαινόμενα στέρησης ή υπερακόντισης (βλέπε Προειδοποιήσεις και προφυλάξεις). Ψυχική εξάρτηση μπορεί να παρατηρηθεί. Κατάχρηση έχει αναφερθεί σε άτομα τα οποία κάνουν κατάχρηση πολλών φαρμάκων.
Τα ακόλουθα ανεπιθύμητα συμβάματα έχουν αναφερθεί μετά την κυκλοφορία στην αγορά:
- Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος: Έχουν αναφερθεί αντιδράσεις υπερευαισθησίας περιλαμβανομένου αγγειονευρωτικού οιδήματος, αναφυλακτοειδούς αντίδρασης, αλλεργικού οιδήματος και αναφυλακτικής καταπληξίας (βλ. παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).[9]
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-HALCION
expand_more
Κύηση / γαλουχία
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-HALCION
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-HALCION
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η τριαζολάμη είναι ένα υπνωτικό με βραχεία ημίσεια ζωή στο πλάσμα, η οποία έχει αναφερθεί ότι κυμαίνεται μεταξύ 1,5 και 5,5 ωρών.
Σε φυσιολογικά άτομα που υποβλήθηκαν σε θεραπεία για 7 ημέρες με τέσσερις φορές τη συνιστώμενη δοσολογία, δεν υπήρχαν στοιχεία επηρεασμένης συστηματικής βιοδιαθεσιμότητας, ρυθμού απομάκρυνσης ή συσσώρευσης.
Τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 2 ωρών μετά την από του στόματος χορήγηση. Ύστερα από συνιστώμενες δόσεις τριαζολάμης, παρατηρούνται μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα που κυμαίνονται μεταξύ 1 και 6 ng/mL. Τα επίπεδα στο πλάσμα που επιτυγχάνονται είναι ανάλογα της χορηγηθείσας δόσης.[10]
Η τριαζολάμη και οι μεταβολίτες της, εκκρίνονται πρωταρχικώς στα ούρα, κατά κύριο λόγο ως συζευγμένες γλυκουρονίδες, οι οποίες είναι πιθανώς ανενεργές. Στα ούρα εμφανίζονται μόνο μικρές ποσότητες μη μεταβολισμένης τριαζολάμης. Το 79,9% της έκκρισης μέσω των ούρων οφείλεται στους δύο κύριους μεταβολίτες. Η έκκριση στα ούρα φαίνεται να είναι διφασική με την πάροδο του χρόνου. [10]
Υπερβολικά υψηλές συγκεντρώσεις τριαζολάμης δεν μετατοπίζουν in vitro τη χολερυθρίνη που είναι δεσμευμένη στη λευκωματίνη του ανθρώπινου ορού. [10]
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Ένας βραχείας δράσης βενζοδιαζεπίνη που χρησιμοποιείται ως υπνωτικό μέσο στη θεραπεία της αϋπνίας. Ορισμένες χώρες απέσυραν προσωρινά την τριαζολάμ από την αγορά λόγω ανησυχιών σχετικά με τις ανεπιθύμητες αντιδράσεις, κυρίως ψυχολογικές, που σχετίζονται με υψηλότερες δόσεις. Η χρήση της σε χαμηλότερες δόσεις με την κατάλληλη φροντίδα και επισήμανση έχει επαναβεβαιωθεί από τον FDA και τις περισσότερες άλλες χώρες. Η τριαζολάμ έχει μικρότερο χρόνο ημίσειας ζωής από τη χλορδιαζεποξείδη, τη φλουραζεπάμη και την πραζεπάμη και δεν παράγει ενεργούς μεταβολίτες.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Οι βενζοδιαζεπίνες συνδέονται μη ειδικά με τους υποδοχείς βενζοδιαζεπίνης BNZ1, που μεσολαβεί στον ύπνο, και BNZ2, που επηρεάζει τη μυϊκή χαλάρωση, την αντισπασμωδική δράση, τον κινητικό συντονισμό και τη μνήμη. Καθώς οι υποδοχείς βενζοδιαζεπίνης πιστεύεται ότι συνδέονται με τους υποδοχείς γάμμα-αμινοβουτυρικού οξέος-Α (GABAA), αυτό ενισχύει τις επιδράσεις του GABA αυξάνοντας την συγγένεια του GABA για τον υποδοχέα GABA. Η σύνδεση του GABA στο σημείο ανοίγει το χλωριούχο κανάλι, οδηγώντας σε υπερπολωμένη κυτταρική μεμβράνη που εμποδίζει περαιτέρω διέγερση του κυττάρου.
Σε ζώα, οι βενζοδιαζεπίνες προστατεύουν από επιληπτικές κρίσεις που προκαλούνται από ηλεκτρική διέγερση και πεντυλενοτετραζόλη· οι βενζοδιαζεπίνες φαίνεται να δρουν, τουλάχιστον εν μέρει, ενισχύοντας την προ-συναπτική αναστολή. Τα φάρμακα καταστέλλουν την εξάπλωση της επιληπτικής δραστηριότητας αλλά δεν καταργούν την παθολογική εκφόρτιση από μια εστία σε πειραματικά μοντέλα επιληψίας. Σε συνήθεις δόσεις, οι βενζοδιαζεπίνες φαίνεται να έχουν πολύ μικρή επίδραση στο αυτόνομο νευρικό σύστημα, την αναπνοή ή το καρδιαγγειακό σύστημα. /Benzodiazepines/
… /Benzodiazepines/ φαίνεται να δρουν στα λιμβικά, θαλαμικά και υποθαλαμικά επίπεδα του ΚΝΣ, προκαλώντας αγχολυτικές, ηρεμιστικές, υπνωτικές, μυοχαλαρωτικές και αντισπασμωδικές επιδράσεις. Οι επιδράσεις των βενζοδιαζεπινών μπορεί να μεσολαβούνται μέσω του ανασταλτικού νευροδιαβιβαστή γάμμα-αμινοβουτυρικού οξέος. Οι βενζοδιαζεπίνες είναι ικανές να προκαλέσουν όλα τα επίπεδα καταστολής του ΚΝΣ από ήπια καταστολή έως ύπνωση έως κώμα. /Benzodiazepines/
Οι αγχολυτικές και πιθανώς οι παράδοξες διεγερτικές επιδράσεις στο ΚΝΣ των βενζοδιαζεπινών θεωρούνται ότι προκύπτουν από την απελευθέρωση προηγουμένως κατασταλμένων αντιδράσεων (αποαναστολή). Μετά από συνήθεις δόσεις βενζοδιαζεπινών για αρκετές ημέρες, τα φάρμακα προκαλούν μέτρια μείωση του ύπνου ταχείας κίνησης των ματιών (REM)· η αναπήδηση REM δεν συμβαίνει όταν τα φάρμακα αποσύρονται. Ο ύπνος σταδίων 3 και 4 μειώνεται σημαντικά με τις συνήθεις δόσεις των φαρμάκων· η κλινική σημασία αυτών των αλλαγών στα στάδια ύπνου δεν έχει καθοριστεί. /Benzodiazepines/
Οι βενζοδιαζεπίνες φαίνεται να προκαλούν μυοχαλάρωση κυρίως αναστέλλοντας τις σπονδυλικές πολυσυναπτικές προσθιόνιες οδούς, αλλά τα φάρμακα μπορεί επίσης να αναστέλλουν τις μονοσυναπτικές προσθιόνιες οδούς. Τα φάρμακα μπορεί να αναστέλλουν τα μονοσυναπτικά και πολυσυναπτικά αντανακλαστικά δρώντας ως ανασταλτικοί νευρωνικοί διαβιβαστές ή μπλοκάροντας την εκλυτική συναπτική μετάδοση. Τα φάρμακα μπορεί επίσης να καταστέλλουν άμεσα τη λειτουργία του κινητικού νεύρου και του μυός. /Benzodiazepines/
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η βιοδιαθεσιμότητα είναι 44% (από το στόμα) και 53% (υπογλώσσια).
Η τριαζολάμ και οι μεταβολίτες της, κυρίως ως συζευγμένοι γλυκουρονίδες, οι οποίοι είναι κατά πάσα πιθανότητα ανενεργοί, απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα. Μόνο μικρές ποσότητες μη μεταβολιζόμενης τριαζολάμης εμφανίζονται στα ούρα. Οι δύο κύριοι μεταβολίτες αντιπροσώπευαν το 79,9% της απέκκρισης στα ούρα.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα, ο συντελεστής κάθαρσης, η συγκέντρωση και ο φαινομενικός όγκος κατανομής υπολογίστηκαν σε σταθερή κατάσταση και οι μέσες τιμές ήταν 53 ώρες, 0,0147/ώρα, 884 ng/mL και 1,13 L/kg αντίστοιχα.
Η τριαζολάμ απορροφάται ταχέως και σχεδόν πλήρως από τον γαστρεντερικό σωλήνα. Έχει διφασικό χρόνο ημίσειας ζωής με αναφερόμενο μέσο φαινομενικό χρόνο ημίσειας ζωής 3,4 ώρες για την αρχική φάση και 7,8 ώρες για την τελική φάση. Αναφέρεται ότι δεσμεύεται εκτενώς στις πρωτεΐνες του πλάσματος. Απεκκρίνεται στα ούρα με τη μορφή των μεταβολιτών της με μόνο μικρές ποσότητες να εμφανίζονται αμετάβλητες.
Σε μια μελέτη δισκίων τριαζολάμης και υγρής μορφής σε υγιείς εθελοντές, η βιοδιαθεσιμότητα των δισκίων ήταν ταχεία και, σε σύγκριση με την υγρή μορφή, πλήρης. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής για την απορρόφηση ήταν 8 λεπτά με τις μέγιστες συγκεντρώσεις να επιτυγχάνονται κατά μέσο όρο 42 λεπτά μετά τη χορήγηση.
Δεν είναι γνωστό εάν η τριαζολάμ κατανέμεται στο γάλα σε ανθρώπους· ωστόσο, το φάρμακο και οι μεταβολίτες του κατανέμονται στο γάλα σε αρουραίους.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Αναφέρεται ότι δεσμεύεται εκτενώς στις πρωτεΐνες του πλάσματος.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ηπατικός. Μικρές ποσότητες μη μεταβολιζόμενης τριαζολάμης εμφανίζονται στα ούρα.
Η τριαζολάμ υφίσταται ηπατική μικροσωμική οξείδωση σε ανενεργούς υδροξυλιωμένους μεταβολίτες που απεκκρίνονται κυρίως ως γλυκουρονιδικά συζεύγματα.
Η τριαζολάμ έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες, οι οποίοι περιλαμβάνουν την άλφα-υδροξυτρiaζολάμη και την 4-υδροξυτρiaζολάμη.
Ηπατικός. Μικρές ποσότητες μη μεταβολιζόμενης τριαζολάμης εμφανίζονται στα ούρα. Η τριαζολάμ υφίσταται ηπατική μικροσωμική οξείδωση σε ανενεργούς υδροξυλιωμένους μεταβολίτες που απεκκρίνονται κυρίως ως γλυκουρονιδικά συζεύγματα (A630).
Οδός Απέκκρισης: Η τριαζολάμ και οι μεταβολίτες της, κυρίως ως συζευγμένοι γλυκουρονίδες, οι οποίοι είναι κατά πάσα πιθανότητα ανενεργοί, απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα. Μόνο μικρές ποσότητες μη μεταβολιζόμενης τριαζολάμης εμφανίζονται στα ούρα. Οι δύο κύριοι μεταβολίτες αντιπροσώπευαν το 79,9% της απέκκρισης στα ούρα.
Χρόνος Ημίσειας Ζωής: 1,5-5,5 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
1,5-5,5 ώρες.
Έχει διφασικό χρόνο ημίσειας ζωής με αναφερόμενο μέσο φαινομενικό χρόνο ημίσειας ζωής 3,4 ώρες για την αρχική φάση και 7,8 ώρες για την τελική φάση.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής κάθαρσης για την τριαζολάμ είναι 1,6-5,4 ώρες. /Από πίνακα/
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Παράγοντες που χορηγούνται σε συνδυασμό με αναισθητικά για την αύξηση της αποτελεσματικότητας, τη βελτίωση της χορήγησης ή τη μείωση της απαιτούμενης δόσης.
Παράγοντες που ανακουφίζουν το ΑΓΧΟΣ, την ένταση και τις ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΑΓΧΟΥΣ, προάγουν την ηρεμία και έχουν ηρεμιστική δράση χωρίς να επηρεάζουν την σαφήνεια της συνείδησης ή τις νευρολογικές καταστάσεις. Οι Β-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ συχνά χρησιμοποιούνται στη συμπτωματική θεραπεία του άγχους αλλά δεν περιλαμβάνονται εδώ.
Ουσίες που δεν δρουν ως αγωνιστές ή ανταγωνιστές αλλά επηρεάζουν το σύμπλεγμα υποδοχέα-ιοντοφόρου του ΓΑΜΜΑ-ΑΜΙΝΟΒΟΥΤΥΡΙΚΟΥ ΟΞΕΟΣ. Οι υποδοχείς GABA-A (ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, GABA-A) φαίνεται να έχουν τουλάχιστον τρεις αλλοστερικές θέσεις όπου δρουν οι ρυθμιστές: μια θέση στην οποία ΔΡΟΥΝ οι ΒΕΝΖΟΔΙΑΖΕΠΙΝΕΣ αυξάνοντας τη συχνότητα ανοίγματος των καναλιών χλωρίου που ενεργοποιούνται από το ΓΑΜΜΑ-ΑΜΙΝΟΒΟΥΤΥΡΙΚΟ ΟΞΥ· μια θέση στην οποία ΔΡΟΥΝ τα ΒΑΡΒΙΤΟΥΡΙΚΑ παρατείνοντας τη διάρκεια του ανοίγματος του καναλιού· και μια θέση στην οποία μπορεί να δρουν ορισμένα στεροειδή. Τα ΓΕΝΙΚΑ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΑ πιθανότατα δρουν τουλάχιστον εν μέρει ενισχύοντας τις GABAεργικές αποκρίσεις, αλλά δεν περιλαμβάνονται εδώ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
1HM943223R
TRIAZOLAM
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Βενζοδιαζεπίνη
Χημική Δομή [CS] - Βενζοδιαζεπίνες
Η τριαζολάμ είναι μια Βενζοδιαζεπίνη.
TRIAZOLAM
Βενζοδιαζεπίνες [CS]· Βενζοδιαζεπίνη [EPC]
Ημίσεια ζωή
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Παράγοντες που χορηγούνται σε συνδυασμό με αναισθητικά για την αύξηση της αποτελεσματικότητας, τη βελτίωση της χορήγησης ή τη μείωση της απαιτούμενης δόσης.
Παράγοντες που ανακουφίζουν το ΑΓΧΟΣ, την ένταση και τις ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΑΓΧΟΥΣ, προάγουν την ηρεμία και έχουν ηρεμιστική δράση χωρίς να επηρεάζουν την σαφήνεια της συνείδησης ή τις νευρολογικές καταστάσεις. Οι Β-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ συχνά χρησιμοποιούνται στη συμπτωματική θεραπεία του άγχους αλλά δεν περιλαμβάνονται εδώ.
Ουσίες που δεν δρουν ως αγωνιστές ή ανταγωνιστές αλλά επηρεάζουν το σύμπλεγμα υποδοχέα-ιοντοφόρου του ΓΑΜΜΑ-ΑΜΙΝΟΒΟΥΤΥΡΙΚΟΥ ΟΞΕΟΣ. Οι υποδοχείς GABA-A (ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, GABA-A) φαίνεται να έχουν τουλάχιστον τρεις αλλοστερικές θέσεις όπου δρουν οι ρυθμιστές: μια θέση στην οποία ΔΡΟΥΝ οι ΒΕΝΖΟΔΙΑΖΕΠΙΝΕΣ αυξάνοντας τη συχνότητα ανοίγματος των καναλιών χλωρίου που ενεργοποιούνται από το ΓΑΜΜΑ-ΑΜΙΝΟΒΟΥΤΥΡΙΚΟ ΟΞΥ· μια θέση στην οποία ΔΡΟΥΝ τα ΒΑΡΒΙΤΟΥΡΙΚΑ παρατείνοντας τη διάρκεια του ανοίγματος του καναλιού· και μια θέση στην οποία μπορεί να δρουν ορισμένα στεροειδή. Τα ΓΕΝΙΚΑ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΑ πιθανότατα δρουν τουλάχιστον εν μέρει ενισχύοντας τις GABAεργικές αποκρίσεις, αλλά δεν περιλαμβάνονται εδώ.