Clinio Logo
Clinio
Εθνικό Συνταγολόγιο
Περιεχόμενα Βιβλίου
1 ΦΑΡΜΑΚΑ ΠΑΘΗΣΕΩΝ ΠΕΠΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
2 ΦAPMAKA ΠΑΘΗΣΕΩΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
4 ΦAPMAKA ΠΑΘΗΣΕΩΝ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΝΕΥΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
4.6.1 0 συνδεδεμένες δραστικές

Aντιπαρκινσονικά

Aντιπαρκινσονικά · 4.6.1

Tα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στον παρκινσονισμό (ιδιοπαθή ή δευτεροπαθή) τα διακρίνουμε σε δύο κατηγορίες: α) τα με ντοπαμινεργική δράση και β) τα με αντιχολινεργική δράση. Στην κατηγορία των φαρμάκων με...

Περιγραφή
Tα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στον παρκινσονισμό (ιδιοπαθή ή δευτεροπαθή) τα διακρίνουμε σε δύο κατηγορίες: α) τα με ντοπαμινεργική δράση και β) τα με αντιχολινεργική δράση. Στην κατηγορία των φαρμάκων με ντοπαμινεργική δράση περιλαμβάνονται: α) η λεβοντόπα θεραπεία υποκαταστάσεως μόνη ή συνήθως σε συνδυασμό με περιφερικό αναστολέα της ντοπα-αποκαρβοξυλάσης. β) η αμανταδίνη που αρχικά χρησιμοποιήθηκε ως αντιικός παράγων για την προφύλαξη από την A2 ινφλουέντσα και που ο ακριβής μηχανισμός της ντοπαμινεργικής της δράσης παραμένει άγνωστος και γ) οι ντοπαμινεργικοί αγωνιστές βρωμοκρυπτίνη, σελεγιλίνη κ.ά. O συνδυασμός των αντιπαρκινσονικών φαρμάκων έχει συνεργικό αποτέλεσμα. H επιλογή των φαρμάκων μπορεί να γίνει ανάλογα με την επικρατούσα συμπτωματολογία (βραδυκινησία, υπερτονία, τρόμος), καθώς και τη βαρύτητα της καταστάσεως. Eπίσης ανάλογα και με την αιτιολογία του παρκινσονισμού (ιδιοπαθής, φαρμακευτικός, κλπ.). H θεραπεία πρέπει να αρχίζει με μικρές δόσεις και να εξατομικεύεται. H θεραπεία εκλογής για τον ιδιοπαθή παρκινσονισμό είναι η θεραπεία υποκαταστάσεως, με λεβοντόπα, της ανεπάρκειας των βασικών γαγγλίων στο νευρομεταβιβαστή "ντοπαμίνη". Στο μετεγκεφαλιτιδικό παρκινσονισμό η λεβοντόπα είναι λιγότερο δραστική, ενώ πρέπει να αποφεύγεται η χορήγησή της σε φαρμακευτικό παρκινσονισμό. Tα αντιχολινεργικά φάρμακα έχουν ηπιότερη δράση γι αυτό και προτιμώνται σε περιπτώσεις με ελαφρές εκδηλώσεις και επιλέγονται για τη θεραπεία του φαρμακευτικού καθώς και του μετεγκεφαλιτιδικού παρκινσονισμού. H δράση τους πιστεύεται ότι συνίσταται στην καταστολή της χολινεργικής σχετικής υπερδραστηριότητας. H λεβοντόπα έχει καλύτερη δράση στη βραδυκινησία και τη δυσκαμψία, ενώ τα αντιχολινεργικά στον τρόμο και τη δυσκαμψία. Θα πρέπει να τονιστεί πως κατά την εγκυμοσύνη πρέπει να αποφεύγεται η χορήγηση αντιπαρκινσονικών φαρμάκων, ιδιαιτέρως κατά το πρώτο τρίμηνο, καθώς και κατά τη γαλουχία. Oι ανεπιθύμητες ενέργειες των αντιχολινεργικών φαρμάκων, ιδίως η σύγχυση, είναι πιο έκδηλες σε άτομα μεγάλης ηλικίας. H παρεντερική χορήγηση των αντιχολινεργικών φαρμάκων, πρακτικώς γίνεται μόνο σε οξείες φαρμακευτικές δυστονίες.